Γιατί το ΚΚΕ προτίμησε τον Δ. Κουτσούμπα

Το ΚΚΕ οδεύοντας προς το 19ο συνέδριό του, που ολοκληρώθηκε την Κυριακή, είχε δύο επιλογές: α) μια πιο ευέλικτη πολιτική τακτική που θα συσπείρωνε άμεσα δυνάμεις, χαμηλώνοντας το επίπεδο πολιτικής συμφωνίας και ανεβάζοντας την κίνηση των λαϊκών μαζών και β) μια πιο συντηρητική πολιτική τακτική, με έμφαση στην κομματική πειθαρχία και τη συγκέντρωση δυνάμεων για αργότερα.

Του Παναγιώτη Φραντζή

Αν ακολουθούσε την πρώτη επιλογή, σήμερα γενικός γραμματέας της ΚΕ θα ήταν κάποιος σαν το Θανάση Παφίλη ή το Νίκο Μπογιόπουλο. Κάποιο στέλεχος δηλαδή αναγνωρίσιμο και αγαπητό από το λαό, που θα μπορούσε να διευρύνει καταλυτικά την επιρροή του κόμματος – τη στιγμή που ο ΣΥΡΙΖΑ αποδεικνύεται καθημερινά όλο και πιο λίγος. Προτίμησε όμως να αγνοήσει την πίεση της βάσης, και να πάει με τη δεύτερη επιλογή, του δοκιμασμένου, έμπειρου επιτελικού κομματικού στελέχους.

Τι είναι αυτό που βαραίνει στην ψυχολογία και στην απόφαση του κόσμου που συγκροτεί τον κορμό του κόμματος;

Το ΚΚΕ, παρά τα αγωνιστικά του χαρακτηριστικά, ακούει περισσότερο απ’ ό,τι νομίζει κανείς τη φοβισμένη μάζα του λαού που κρατιέται όρθια από την οικογένεια, τη μικρή ιδιοκτησία, την ηθική παράδοση. Είναι η κοινωνική του σύνθεση τέτοια, που το αναγκάζει να έχει μια κρατημένη αντίδραση σε όσα συμβαίνουν. Όπως γράφει ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου στο βιβλίο του «Η μεγάλη πρόκληση», αντλεί δυνάμεις κυρίως από την παραδοσιακή εργατική τάξη και τα παλιά μεσαία στρώματα που έχουν χάσει το δυναμισμό τους. Αυτή είναι μια πλευρά που οι θέσεις του συνεδρίου δεν είδαν, το άνοιγμα δηλαδή σε πιο δυναμικά μεσαία στρώματα και στη νέα εργατική τάξη στους κλάδους αιχμής της σύγχρονης οικονομίας.

Από την άλλη υπάρχουν πάντα οι θαρραλέοι που υπολογίζουν πιο αισιόδοξα το συσχετισμό δύναμης. Πολλοί από εκείνους που βιάζονταν να εγκαταλείψουν το ΚΚΕ το 1989, μετά τη στροφή της ηγεσίας του στον τακτικισμό και στη συναλλαγή με τη ΝΔ που έφερε την κυβέρνηση Τζανετάκη, οδηγήθηκαν τελικά στην αγκαλιά της σοσιαλδημοκρατίας, της επιχειρηματικότητας, του ατομικού δρόμου. Από το μεγάλο ρεύμα αριστερής διαφωνίας, στον δρόμο της κομμουνιστικής υπόθεσης έμεινε μια πρωτοπορία της μισθωτής διανόησης και της νεολαίας. Ενώ η εργατική βάση έμεινε σε μεγάλο βαθμό πιστή στο ΚΚΕ έστω και αν διαφωνούσε με την τότε γραμμή του Χαρίλαου Φλωράκη. (Ο οποίος, ειρήσθω εν παρόδω, πριμοδοτούσε στελέχη όπως ο Μίμης Ανδρουλάκης, που έμελλε να διακριθεί από άλλη διαδρομή στη συνέχεια.)

Η πειθαρχία στο συλλογικό, χωρίς επαναστατικό πολιτισμό, γίνεται ανυπόφορη για στελέχη με ατομικές ικανότητες εξέλιξης και διάκρισης. Μπορεί και σήμερα να εκδηλωθούν τάσεις φυγής από το κόμμα αυτό. Θα είναι από τα πιο δυναμικά στρώματα και όχι από τον παραδοσιακό εργατικό κορμό. Η ηγεσία του δείχνει πως έχει πάρει το ρίσκο. Στην ουσία ωστόσο αρνείται να αναλάβει ένα μεγαλύτερο ρίσκο. Ποιο είναι αυτό;

Μια απότομη όξυνση της ταξικής πάλης σε συνθήκες υποχώρησης του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος ενέχει σοβαρούς κινδύνους. Όσοι ασκούν κριτική θυμίζοντας το ΕΑΜ, θα πάρουν την απάντηση ότι ο διεθνής συσχετισμός εκείνη την εποχή ευνοούσε την επαναστατική δράση, αφού η πανίσχυρη ΕΣΣΔ ήταν το στήριγμα της Αντίστασης σε κάθε χώρα ενάντια στο φασισμό. Η σημερινή επιθετικότητα των Γερμανών, που συνδέεται με τον πυρήνα του καπιταλισμού της εποχής μας, το πολυεθνικό διακλαδικό μονοπώλιο, μπορεί να αντιμετωπιστεί χωρίς μια νέα Διεθνή των λαών;

Οι θέσεις και η απόφαση του 19ου συνεδρίου δεν απαντούν στο βασικό ερώτημα: αν αυτή η επίθεση του κεφαλαίου και της Ε.Ε. μπορεί να ανατραπεί σε μία χώρα.

Υπογραμμίζουν ότι η επαναστατική κατάσταση διαμορφώνεται αντικειμενικά, δεν έχει να κάνει με την πρωτοβουλία των κομμάτων και των δρώντων υποκειμένων. Επαναστατική κατάσταση δεν είναι μόνο η απότομη αφύπνιση των μαζών και η εμφάνισή τους στο δρόμο. Οι πλατείες του καλοκαιριού του 2011 είχαν αυτό το στοιχείο, της απότομης εισόδου λαϊκών μαζών στο προσκήνιο. Όμως η πολιτική και οικονομική ηγεσία της χώρας διέθετε εναλλακτικές λύσεις (Παπαδήμο, Σαμαρά, ΔΗΜΑΡ) με τις οποίες απορρόφησαν τμήμα της αγανάκτησης.

Εμφανίστηκαν ακόμα στην πορεία συντηρητικές αντιμνημονιακές πολιτικές δυνάμεις (Ανεξάρτητοι Έλληνες, Χρυσή Αυγή) που άντλησαν ένα μέρος της λαϊκής αγανάκτησης των πλατειών και ακόμα και τώρα καρπώνονται, με τη βοήθεια των φανερών και κρυφών υποστηρικτών τους στα ΜΜΕ και στα μπλογκ, μερίδα του χυδαίου αντιγερμανισμού των μαζών – όχι βέβαια σε ανατρεπτική αντικαπιταλιστική κατεύθυνση, αλλά σε κατεύθυνση αναζήτησης προστασίας προς την άλλη όχθη του Ατλαντικού ή προς τη μητέρα των ορθοδόξων Ρωσία.

Το ΚΚΕ απέφυγε να εμπλακεί ενεργά στην κίνηση των αγανακτισμένων μαζών, γιατί φοβήθηκε την έκβαση αυτής της κινητοποίησης. Αν δεν είσαι έτοιμος να φτάσεις  μια εξέγερση ως το τέλος, καλύτερα να μην την ξεκινήσεις. Αυτό είναι ένα βασικό δίδαγμα από την ιστορία των επαναστατικών κινημάτων. Στην εισήγηση της ΚΕ προς το συνέδριο γίνεται λόγος για μια καλά προετοιμασμένη λαϊκή εξέγερση:

«Σε συνθήκες επαναστατικής κατάστασης ανεβαίνει κατακόρυφα η ταξική πάλη, μπαίνουν στη μάχη δυνάμεις αποφασισμένες να πάρουν την τύχη τους στα χέρια τους, να συγκρουστούν ευρύτερες εργατικές και καταπιεσμένες λαϊκές μάζες (…) Όμως ο συνειδητός επαναστατικός πυρήνας των εξεγερμένων, για να αξιοποιήσει τη λαϊκή πρωτοβουλία, πρέπει να είναι ισχυρός και έμπειρος, να στηριχτεί στη γερή βάση των οργανωμένων εργατών στη βιομηχανία, στα εμπορικά και συγκοινωνιακά κέντρα, στα κέντρα επικοινωνιών και ενέργειας, ώστε να επιτευχθεί η αδρανοποίηση των μηχανισμών της αστικής εξουσίας και η εξουδετέρωσή τους».

Σε μη επαναστατικές συνθήκες, σύμφωνα με τις θέσεις του συνεδρίου, διαμορφώνονται «τα φύτρα της λαϊκής συμμαχίας». Αυτές οι δυνάμεις, όπως το ΠΑΜΕ, δεν συγκροτούνται μετωπικά ούτε παλεύουν για μια συνολική ανατροπή άμεσα. Συνεπές προς αυτό και το ΚΚΕ, ενώ επιτίθεται στο ΣΥΡΙΖΑ στρατηγικά, αποφεύγει να οξύνει την αντιπαράθεση με την κυβέρνηση. Ενώ στηρίζει επιμέρους αγώνες (πχ ναυτεργάτες) αρνείται την κοινή δράση με άλλες αγωνιστικές δυνάμεις για ένα γενικό σχέδιο συντονισμού και κλιμάκωσης.

Σε αυτό το πλαίσιο, η επιλογή του Δημήτρη Κουτσούμπα για τη θέση του Γενικού Γραμματέα της Κεντρικής Επιτροπής του ΚΚΕ εξηγείται σαν μια υπολογισμένη κίνηση πειθαρχημένης και όχι απότομης ανάπτυξης του κόμματος. Επιλογή που θα δοκιμαστεί όμως από την κλιμάκωση της αντιδημοκρατικής επίθεσης της κυβέρνησης η οποία θα ωθεί αντικειμενικά τις πρωτοπόρες δυνάμεις των εργαζομένων και της νεολαίας σε θέσεις μάχης. Αυτή η πίεση, από τα κάτω, θα φτάνει στην ΚΕ του κόμματος η οποία καλείται να λύσει την αντίφαση, που το συνέδριο δημιούργησε: επαναστατική στρατηγική χωρίς ανατρεπτική πολιτική τακτική.

http://www.unfollow.gr.com/blog/item/193-koutsoumpas.html

 

Advertisements

Καταστολή, αναστολή και ματαιώσεις

του Στρατή Μπουρνάζου

Σχέδιο του Γιόζεφ Νέμες Λάμπεθ, 1913

Σχέδιο του Γιόζεφ Νέμες Λάμπεθ, 1913

Για τον κόσμο της Αριστεράς (και πολλούς άλλους, βέβαια) ένα ήταν το ζήτημα, τις τελευταίες μέρες: η απεργία των καθηγητών, η επιστράτευση και το άδοξο –αν μη τι άλλο– τέλος της απεργίας προτού καν αρχίσει. Το συζητήσαμε και συνεχίζουμε να το συζητάμε, με πάθος και ένταση, όλοι μας, αριστεροί και αριστερές όλων των αποχρώσεων και τάσεων. Και αυτή η σχεδόν περιγραφική διατύπωση υποδεικνύει αμέσως και ένα μείζον πρόβλημα: ενώ η απεργία και η επιστράτευση ήταν το ζήτημα για όλους μας, ως Αριστερά και ως αριστεροί, δεν καταφέραμε να κάνουμε κάτι πολύ περισσότερο (αν εξαιρέσουμε την πορεία της Δευτέρας)  από το να το συζητήσουμε.

Γι’ αυτό δεν αρκεί να καταγγείλουμε την απερίγραπτη στάση της ΑΔΕΔΥ-ΓΣΕΕ, ούτε να εκφράσουμε την οργή μας για το ότι η προληπτική επιστράτευση αποφασίστηκε από μια κυβέρνηση που έχει μέσα ένα κόμμα που λέγεται –κατά διπλή αντίφραση, πλέον– Δημοκρατική Αριστερά κ.ο.κ. Όλα αυτά, και πολλά άλλα, είναι αναγκαία, αλλά είναι τα δεδομένα και τα «εύκολα». Χρειάζεται να μπούμε στα δύσκολα: στον βαθμό που είμαστε κομμάτι αυτής της υπόθεσης (όχι ως εκπαιδευτικοί, αλλά ως Συριζαίοι, ως αριστεροί, ως πολίτες που αγωνίζονται) να αναζητήσουμε τις δικές μας ευθύνες, όσα κάναμε και δεν  όσα κάναμε, όσα έκαναν και  όσα δεν έκαναν οι χώροι που ανήκουμε. Σκέψεις, λοιπόν, σε αυτή την κατεύθυνση:

1. Αν αποτιμήσουμε συνολικά το τελευταίο δεκαήμερο, είχαμε μια σοβαρή ήττα: όχι μόνο για την ΟΛΜΕ και τους καθηγητές, αλλά και για το συνδικαλιστικό κίνημα, γενικότερα για το κίνημα και την Αριστερά, και ακόμα γενικότερα για τη δημοκρατία. Το γεγονός ότι όχι μόνο «δεν ξεσηκώθηκαν οι πέτρες, δεν άνοιξαν οι ουρανοί, δεν σχίστηκε το καταπέτασμα του ναού» ενάντια στο τερατώδες μέτρο της «προληπτικής επιστράτευσης» (όπως έγραφε η Αυγή την Πέμπτη), αλλά ότι τελικά οδηγηθήκαμε στην αναστολή της απεργίας, συνιστά ξεκάθαρη ήττα για μας – και επιτυχία της κυβέρνησης.

Άκουσα, επ’ αυτού, δύο σοβαρές ενστάσεις. Πρώτον, ότι  η εμμονή στην απεργία θα μπορούσε να οδηγήσει σε μεγαλύτερη ήττα, ακόμα και καταστροφή. Δεύτερον, ότι η κυβερνητική νίκη θα αποδειχθεί πύρρεια, αφού δεν μπορείς να κυβερνάς μόνο με το ρόπαλο, επιστρατεύοντας τους πάντες. Ακόμα  και αν αποδεχτούμε πλήρως τις δύο παραπάνω απόψεις –θα το κάνω, για λόγους οικονομίας της συζήτησης το κάνω, παρότι η άποψη μου διαφέρει αρκετά– αυτό δεν σημαίνει ότι η αναστολή της απεργίας μπορεί να βαφτιστεί «σχετική επιτυχία», «καλύτερη δυνατή εκδοχή» κ.ο.κ. Ούτε ωφελούν, αντίθετα βλάπτουν πολύ, τα μισόλογα, οι ωραιοποιήσεις και οι παρακάμψεις.

2. Η απόφαση της Τετάρτης, και με το περιεχόμενό της και με τον τρόπο που πάρθηκε, είναι πολύ προβληματική,  καθώς, εκτός όλων των άλλων, δημιουργεί ζητήματα φερεγγυότητας και  αξιοπιστίας, — όχι μόνο για τους συνδικαλιστές της ΟΛΜΕ, αλλά  συνολικότερα για τον συνδικαλισμό και τον ΣΥΡΙΖΑ. Και αυτό, ο κλονισμός της πολιτικής εμπιστοσύνης,  η ματαίωση είναι, κατά τη γνώμη μου, πολύ σοβαρότερο από το αν μια απόφαση είναι δεξιότερη ή αριστερότερη.

3. Ταυτόχρονα, με τις δεδομένες συνθήκες (στάση ΑΔΕΔΥ-ΓΣΕΕ, φόβος απόλυσης, γενικότερη παγωμάρα στην κοινωνία) όλες οι αποφάσεις ήταν δύσκολες,  όλες ήταν πολύ πιθανό να οδηγήσουν σε ήττα  (βέβαια, από εκεί και πέρα τίθεται το ζήτημα ότι δεν είναι όλες οι ήττες ίδιες, με λυδία λίθο και πάλι το ζήτημα της πολιτικής εμπιστοσύνης). Και ασφαλώς δεν πρέπει να φαντασιωνόμαστε μια κατάσταση γενικευμένης ανυπακοής, όπου χιλιάδες εκπαιδευτικοί θα έκαιγαν τα φύλλα επιστράτευσης. Δεν βρισκόμασταν στο παρά πέντε της εξέγερσης — αλλιώς  τα χαράματα Πέμπτης τα γραφεία των ΕΛΜΕ και της ΟΛΜΕ θα πολιορκούνταν από πλήθη αγανακτισμένων καθηγητών και λαού.

4. Το τελευταίο δεκαήμερο μας υποχρεώνει να συζητήσουμε ξανά συνολικά για το συνδικαλιστικό κίνημα. Εκτός και πέρα από τις ευθύνες προσώπων, μακριά από ανέξοδες λογικές αγωνιστικής πλειοδοσίας  ή οδηγιών του τύπου «Αριστερότερα, Κουροπάτκιν!»,[1] είναι σίγουρο ότι οι διαδοχικές ήττες (Χαλυβουργία, μετρό, καθηγητές) κάνουν αναγκαίο έναν κριτικό στοχασμό. Με δυο λόγια, γιατί τη στιγμή που το συνδικαλιστικό κίνημα είναι αναγκαίο περισσότερο από ποτέ, δεν μπορεί να εκπληρώσει τον ρόλο του, πηγαίνει από ήττα σε ήττα.

5. Φτάνω στον ΣΥΡΙΖΑ. Και, όσο πλησιάζουμε στα δικά μας χωράφια, μπορούμε, και πρέπει, να είμαστε πιο αυστηροί με τα «οικεία κακά». Ως ΣΥΡΙΖΑ, λοιπόν, ενώ όλα τα δεδομένα ήταν γνωστά εδώ και μέρες, δεν δείξαμε τα πολιτικά αντανακλαστικά που έπρεπε. Δεν αξιολογήσαμε το ζήτημα ως κεντρικό, πρώτης γραμμής που υπερβαίνει πολύ τους εκπαιδευτικούς, αφορώντας συνολικά τη δημοκρατία και τα δικαιώματα. Δεν εκτιμήσαμε την απεργία ως έναν αγώνα που  στην πιο προωθημένη –και εξαιρετικά δύσκολη, ίσως και απίθανη– περίπτωση της επιτυχίας μπορούσε ακόμα και να ρίξει την κυβέρνηση, ενώ στη χειρότερη (και πιο πιθανή) να δημιουργήσει σοβαρά προβλήματα, ακόμα και να καταρρακώσει τον συνδικαλισμό και την Αριστερά. Η κριτική μου, εδώ, δεν είναι ότι ο ΣΥΡΙΖΑ ήταν «συγκρατημένος» ή «δεν βγήκε στα κεραμίδια», αλλά ότι δεν αντελήφθη την κεντρικότητα και την κρισιμότητα του αγώνα, ιδίως μετά την επιστράτευση[2] – και αυτό είναι αυτοτελές κεφάλαιο από τη στάση και τις ευθύνες  της ΟΛΜΕ, αφού το ζήτημα, όπως είπαμε, ξεπερνούσε κατά πολύ  και τα σχολεία, τους καθηγητές και τους μαθητές.

***

Η κυβέρνηση  έχει δείξει  επανειλημμένα ότι δεν μπλοφάρει. Όσο και αν, με τις παραστάσεις και τα νοητικά εργαλεία του παρελθόντος, δυσκολευόμαστε να το συλλάβουμε, είναι σχεδόν βέβαιο ότι από εδώ και πέρα οι απεργίες θα κηρύσσονται συλλήβδην παράνομες και καταχρηστικές (βλ. και ΕΡΤ, προχθές), οι επιστρατεύσεις θα δίνουν και θα παίρνουν. Η κυβέρνηση θα κινηθεί έτσι, επειδή η πυγμή είναι το βασικό, ίσως και το μόνο, πολιτικό εργαλείο που της απομένει. Σε ένα κομμάτι της κοινωνίας η λογική «νόμος και τάξη», «Ξένιος Δίας»  κ.ο.κ. συναντά αποδοχή, και  η κυβέρνηση χτίζει συναινέσεις σε ένα πεδίο προνομιακό γι’ αυτήν. Αν έτσι έχουν τα πράγματα, η Αριστερά δεν μπορεί να αποτελεί απλώς  ένα «παρατηρητήριο» ή «διαπιστωτή» της κοινωνικής αδράνειας. Πρέπει να οργανώνει τους τρόπους που θα σπάσει η αδράνεια, που οι διάχυτες αντιδράσεις, η οργή, η απογοήτευση, η ματαίωση θα γίνονται πολιτική πράξη  – αυτό που δεν κατάφερε απεργία των εκπαιδευτικών. Είναι κάτι που αφορά όχι τα μόνο την πολιτική επιβίωσή της, αλλά και την επιβίωση της δημοκρατίας και της κοινωνίας.

***

 «Αν οι εκλογές άλλαζαν κάτι, θα απαγορεύονταν» έλεγε ένα γνωστό παλιό αναρχικό σύνθημα. Φαίνεται πως σήμερα  αυτό ισχύει, αντίστροφα,  για τις απεργίες. Παρά την τρομοκρατία, παρά τα προβλήματα και τη γραφειοκρατία του συνδικαλιστικού κινήματος, παρά την ιδιώτευση και τον φόβο της απόλυσης, φαίνεται ότι  οι απεργίες μπορούν κάτι να αλλάξουν, να απειλήσουν, πραγματικά και συμβολικά, την καθεστηκυία τάξη. Γι’ αυτό και απαγορεύονται, η μία μετά την άλλη.

ΥΓ. Δύο διευκρινίσεις. Παρότι το άρθρο εστιάζεται στην Αριστερά, ασφαλώς δεν πιστεύω ότι το θέμα αφορά μόνο την Αριστερά· αφορά και πολλούς άλλους: τους εκπαιδευτικούς (αριστερούς και μη), τους δημοκράτες πολίτες κλπ. Επίσης, ξέρω ότι πολλοί σύντροφοι πιστεύουν πως σε τέτοιες στιγμές δεν είναι ώρα για κριτική, ότι προέχει η άμυνα. Αν έγραψα, καθόλου εύκολα, τα παραπάνω, το έκανα έχοντας την εντελώς αντίθετη πεποίθηση: ότι σε τέτοιες ακριβώς δύσκολες στιγμές η πολιτική και προσωπική ειλικρίνεια, η κριτική είναι όρος πολιτικής αξιοπρέπειας και δύναμης. Το να βλέπουμε τα λάθη –με πρώτα τα δικά μας– μπορεί να είναι ακόμα λυτρωτικό, σημείο εκκίνησης για να τα ξεπεράσουμε. Με το βλέμμα μπροστά, για να προχωρήσουμε.


[1] Ο  Π. Κανελλίδης, εκδότης των Καιρών, καλύπτοντας με πάθος τον Ρωσοϊαπωνικό Πόλεμο του 1905, είχε φτάσει να δίνει, από τις στήλες της εφημερίδας του, λεπτομερείς οδηγίες στον ρώσο αρχιστράτηγο Αλεξέι Κουροπάτκιν  πώς να κινήσει τα στρατεύματά του για να νικήσει τους Ιάπωνες — με αποκορύφωμα τον περίφημο τίτλο-προτροπή: «Δεξιότερα, Κουροπάτκιν!».

[2] Αντίθετα, η πρόταση νόμου για κατάργηση του θεσμού της πολιτικής επιστράτευσης, που κατέθεσε ο ΣΥΡΙΖΑ την Παρασκευή το πρωί, πρέπει να επισημανθεί σαφώς  ως θετική πρωτοβουλία.

http://enthemata.wordpress.com/2013/05/19/bournazos-41/

Μανχάταν – Μπαγκλαντές – Ελλάδα

Μανχάταν – Μπαγκλαντές – Ελλάδα

 

Το δυστύχημα του Μπαγκλαντές είχε επαναληφθεί πριν από έναν αιώνα στις ΗΠΑ. Πόσο πιθανό είναι να το ζήσουμε και στην Ευρώπη;

Οι εργάτες στη βιομηχανία ένδυσης έτρεχαν πανικόβλητοι να σωθούν καθώς το κτίριο κατέρρεε. Καταλάβαιναν ότι δεκάδες ή εκατοντάδες συνάδελφοί τους δεν θα έβρισκαν ποτέ την έξοδο. Η πυροσβεστική ήρθε με καθυστέρηση και τα σωστικά συνεργεία δεν ήταν σε θέση να αντιμετωπίσουν το μέγεθος της καταστροφής.

Δεκάδες δημοσιογράφοι κατέγραψαν παρόμοιες σκηνές στο τραγικό δυστύχημα που σημειώθηκε πριν από μερικές εβδομάδες στο Μπαγκλαντές αφήνοντας πίσω του τουλάχιστον 400 νεκρούς. Μόνο που η δική μας ιστορία δεν έρχεται από την «τριτοκοσμική» Ασία του του 2013 αλλά από τη Νέα Υόρκη.

Το ημερολόγιο έγραφε 25 Μαρτίου 1911 όταν μια πυρκαγιά κατάπιε σχεδόν κυριολεκτικά τη βιομηχανία ενδυμάτων Triangle Waist Company στην καρδιά του Μανχάταν. Τουλάχιστον 146 εργάτες βρήκαν τραγικό θάνατο αφού οι εργοδότες τους είχαν κλειδώσει τις πόρτες για να μην κάνουν διαλείμματα από την εργασία τους.

Για χιλιάδες εργάτες οι συνθήκες εργασίας αλλά και τα μέτρα ασφαλείας που λαμβάνονταν στο Μανχάταν των αρχών του 1911 δεν διαφέρουν σχεδόν σε τίποτα από την κατάσταση που συναντά κανείς στα λεγόμενα sweatshop, τα εργασιακά κολαστήρια της Ασίας. Στην περίπτωση των ΗΠΑ όμως το συγκεκριμένο δυστύχημα αποτέλεσε σημείο καμπής για την εργατική νομοθεσία του δυτικού κόσμου καθώς μετά την καταστροφή θεσπίστηκαν αυστηροί κανονισμοί ασφαλείας.

Παρόλα αυτά τα δυο τραγικά περιστατικά στις ΗΠΑ και το Μπαγκλαντές, αν και έχουν χρονική διαφορά ενός αιώνα και σημειώνονται στις δυο άκρες του πλανήτη, έχουν πολύ περισσότερες ομοιότητες από αυτές που κατάφεραν να εντοπίσουν αναλυτές και δημοσιογράφοι τις τελευταίες εβδομάδες. Γιατί ουσιαστικά το δυστύχημα στο Μπαγκλαντές δεν είναι εικόνα από την ιστορία αλλά από το μέλλον της Δύσης.

Ειδική οικονομική ζώνη θανάτου

Αν και το Μπαγκλαντές υπήρξε από την πρώτη στιγμή της δημιουργίας του ως κράτος μια από τις φτωχότερες χώρες του πλανήτη η κατάσταση των εργασιακών δικαιωμάτων δεν ήταν πάντα η ίδια. Στις αρχές της δεκαετίας του 70 ένα αρκετά ισχυρό συνδικαλιστικό κίνημα, το οποίο αποτέλεσε μετεξέλιξη του αντιαποικιακού αγώνα, κατάφερνε να αντιστέκεται στις συνεχείς πιέσεις των τοπικών εργοδοτών.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ’70 όμως όταν άρχισε το κύμα μαζικών ιδιωτικοποιήσεων και λίγα χρόνια αργότερα η δημιουργία ειδικών οικονομικών ζωών εξαγωγικού εμπορείου, η χώρα άρχισε να μετατρέπεται σε μια εργασιακή κόλαση.

Το υποτιθέμενο άνοιγμα στην ελεύθερη διεθνή αγορά απαιτούσε ένα πανίσχυρο, κρατικό μηχανισμό ο οποίος ανέλαβε να συνθλίψει τη δύναμη των συνδικάτων. Ακόμη και σήμερα οι διώξεις εναντίον συνδικαλιστών είναι καθημερινό φαινόμενο ενώ ακόμη και μέλη ανθρωπιστικών οργανώσεων που κατήγγειλαν τις συνθήκες μισθωτής σκλαβιάς που επιβάλλουν οι μεγάλες βιομηχανίες ένδυσης της Δύσης, βρέθηκαν δολοφονημένα.

Ακόμη όμως και αν οι ενώσεις εργαζομένων μπορούσαν να λειτουργήσουν νόμιμα το καθεστώς που δημιουργείται στις ειδικές οικονομικές ζώνες ακυρώνει στην πράξη κάθε διεκδίκηση από την πλευρά των εργαζομένων.

Ακόμη όμως και η στάση του κράτους, των κυρίαρχων ΜΜΕ και των εργοδοτικών ενώσεων απέναντι στους εργαζόμενους-σκλάβους μοιάζει βγαλμένη από εγχειρίδια δυτικών κυβερνήσεων. Είναι χαρακτηριστικό πως όταν χιλιάδες εργάτες βγήκαν στους δρόμους στο Μπαγκλαντές, για να διαμαρτυρηθούν για τις τρομακτικές ελλείψεις ασφαλείας στους χώρους εργασίας, ο πρόεδρος του συνδέσμου βιοτεχνών ένδυσης, Ατικούλ Ισλάμ, δήλωσε ότι αυτού του είδους οι κινητοποιήσεις και ταραχές βλάπτουν την… ανάπτυξη της χώρας. «Η βία των εργαζομένων στρέφεται εναντίον της βιμηχανίας ενδυμάτων» είπε χαρακτηριστικά ο Ισλάμ την ώρα που εκατοντάδες οικογένειες θρηνούσαν ακόμη τα θύματά τους.

Τηρουμένων των αναλογιών ο σύνδεσμος βιοτεχνών ένδυσης είναι κάτι ανάλογο με τους συνδέσμους βιομηχάνων στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ, δεδομένου ότι τουλάχιστον το 80% του ΑΕΠ του Μπαγκλαντές στηρίζεται στις εξαγωγές ετοίμων ενδυμάτων και υφασμάτων. Τουλάχιστον τέσσερα εκατομμύρια εργαζόμενοι απασχολούνται, συνήθως κάτω από απάνθρωπες συνθήκες, στον κλάδο της παραγωγής έτοιμων ενδυμάτων.

Πολλοί από αυτούς πληρώνονται με μόλις 18 σεντς του δολαρίου την ώρα ενώ οποιαδήποτε προσπάθεια δημιουργίας συνδικάτων ή απεργίας οδηγεί σε άμεση απόλυση. Πρόκειται για πολιτικές που εφαρμόστηκαν με την απόλυτη στήριξη (έαν όχι επιβολή) του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου το οποίο ελέγχει τη χώρα μέσω του γνωστού μηχανισμού δανειοδοτήσεων για την αντιμετώπιση του χρέους.

H ευθύνη φυσικά των ξένων εταιρειών που αναζητούν υπεργολάβους σε χώρες όπως το Μπαγκλαντές είναι τεράστια. Γνωστές εταιρείες όπως τα GAP η Benetton αλλά και η αμερικανική αλυσίδα σούπερ μάρκετ Walmart γνωρίζουν εδώ και τουλάχιστον μια δεκαετία κάθε λεπτομέρεια για τις συνθήκες εργασίας στο Μπαγκλαντές.

Ήδη από το 2005 όταν κατέρρευσε εννιαόροφη βιοτεχνία (η οποία είχε άδεια κατασκευής για τέσσερις ορόφους) και σκοτώθηκαν 64 άνθρωποι ήρθαν στο φως λεπτομέρειες για το ρόλο αρκετών ευρωπαϊκών πολυεθνικών στην περιοχή. Όπως συμβαίνει όμως συνήθως οι υποσχέσεις των εταιρειών να επανεξετάσουν τις συνεργασίες τους με απάνθρωπους υπεργολάβους έμειναν στα χαρτιά. Για την ακρίβεια όπως αποκάλυψε το Spiegel μια από τις γερμανικές εταιρείες που τελικά διέκοψαν τη συνεργασία τους με τις βιοτεχνίες του θανάτου δεν το έκανε για να προστατεύσει τους εργαζόμενους αλλά γιατί δεν ήταν ικανοποιημένη από την ποιότητα της δουλειάς.

Όπως εξηγούσε παλαιότερα στην εφημερίδα USA Today ο Τζος Γκριν, διευθύνων σύμβουλος μιας βιοτεχνίας από το Μπαγκλαντές που προμηθεύει ορισμένες από τις μεγαλύτερες πολυεθνικές, οι χαμηλές τιμές που προτίθενται να πληρώσουν οι εταιρείες της Δύσης είναι πρακτικά αδύνατο να επιτευχθούν αν εφαρμοστούν ακόμη και στοιχειώδης κανόνες ασφαλείας στα εργοστάσια.

Με δεδομένο ότι τα μεροκάματα δεν μπορούν να μειωθούν περισσότερο, καθώς μετά δεν θα επαρκούν για να τραφούν οι εργάτες ενώ η παραγωγικότητα των εργαζομένων δεν μπορεί να αυξηθεί, οι ξένες εταιρείες γνωρίζουν πολύ καλά ότι οι τιμές που ζητούν επιτυγχάνονται μόνο αν εγκαταλειφθούν τα εργοστάσια και ο εξοπλισμός στα όρια της κατάρρευσης.

Συνειδητά λοιπόν αγοράζουν προϊόντα γνωρίζοντας ότι η παραγωγή τους μετριέται σε εκατοντάδες ανθρώπινες ζωές. Μόνο τα τελευταία χρόνια ο αριθμός των εργατών που καταπλακώνονται ή καίγονται ζωντανοί σε βιοτεχνίες και εργοστάσια του Μπαγκλαντές αγγίζει τους χίλιους.

Το λάθος των κυβερνήσεων του Μπαγκλαντές δεν ήταν ότι παραβίασαν τους κανόνες ασφαλείας αλλά ότι αποδέχθηκαν άνευ όρων τους κανόνες που επέβαλε η ίδια η «αγορά», δηλαδή συγκεκριμένες εταιρείες με τη βοήθεια του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου.

Άρης Χατζηστεφάνου
Επίκαιρα Μάιος 2013

http://info-war.gr/2013/05/%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CF%87%CE%AC%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BC%CF%80%CE%B1%CE%B3%CE%BA%CE%BB%CE%B1%CE%BD%CF%84%CE%AD%CF%82-%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1/

Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος: «Υπάρχει ένας κόσμος που μας αφορά περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε»

Ο «Μανάβης», το ακαταμάχητο, βραβευμένο ντοκιμαντέρ κάνει στάση στην Αθήνα κι ο σκηνοθέτης του βγάζει ντελάλη στο Flix.

 

Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος είναι ο ένας από τους σκηνοθέτες που έφεραν το ελληνικό κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ κοντά στο κοινό, ήδη από το τέλος της δεκαετίας του ’90, με το «Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η Γιαγιά μου». Τώρα, με τη νέα του ταινία, χαράζει μια πρωτότυπη διαδρομή, ακολουθώντας την καρότσα ενός περιοδεύοντος μανάβη στα χωριά της Πίνδου, παρακολουθώντας τους κατοίκους που, καθώς ψωνίζουν τα ζαρζαβατικά τους, αποκαλύπτουν μικρά κομμάτια της ζωής τους, σε όλη την κλίμακα από το ξεκαρδιστικό στο σπαρακτικό, από το πολιτικό στο ερωτικό και το… κλιματολογικό!

Ο «Μανάβης» έκανε την πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με το Βραβείο Κοινού. Ξεκίνησε, με τρόπο ασυνήθιστο και τόσο ταιριαστό, τις προβολές του από τα Τρίκαλα, στην περιοχή όπου γυρίστηκε άλλωστε. Συνέχισε με τη Θεσσαλονίκη κι έρχεται τώρα στην Αθήνα, για να συστήσει τον κόσμο του στους θεατές, στην Ταινιοθήκη. Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος μίλησε στο Flix για την ταινία του, για όσα αγαπάει στο σινεμά και για πράγματα που είναι πιο κοντά μας απ’ όσο νομίζουμε.

manavissmall

Τι σημαίνει για σένα «ανθρωποκεντρικό ντοκιμαντέρ», αν συμφωνείς ότι αυτός ο ορισμός χαρακτηρίζει τις ταινίες σου. Γιατί το προτιμάς από τις ταινίες μυθοπλασίας;

Ο όρος «ανθρωποκεντρικό ντοκιμαντέρ» πιστεύω πως χαρακτηρίζει περισσότερο τη θεματολογία των ταινιών μου παρά το ύφος τους. Με την έννοια ότι σε κάθε ταινία μου μέχρι τώρα εστιάζω σε χαρακτήρες ενταγμένους σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον εύκολα αναγνωρίσιμο από τους περισσότερους ανθρώπους. Ομως προσπαθώ να τους προσεγγίζω κάθε φορά διαφορετικά. Οσον αφορά το αν το προτιμώ από τις ταινίες μυθοπλασίας δεν θα το έλεγα. Ντοκιμαντέρ και μυθοπλασία είναι για μένα δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, της κινηματογραφικής ταινίας. Δεν το διαχωρίζω. Αγαπώ και μ’ αρέσει να ασχολούμαι και με τις δυο πλευρές του. Ασε που και το ντοκιμαντέρ είναι κι αυτό ως ένα βαθμό μια μορφή… μυθοπλασίας.

Πόσο συνειδητή επιλογή ήταν στην ταινία να διαφαίνονται διακριτικά οι επιδράσεις της οικονομικής κρίσης στην ελληνική επαρχία;

Ηταν κάτι το οποίο με έκπληξη διαπίστωσα στο γύρισμα και μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Σίγουρα η κρίση είναι κάτι που τους απασχολεί αλλά για αυτούς τους ανθρώπους οι δυσκολίες δεν είναι κάτι καινούριο. Και πριν την «κρίση» δύσκολα περνούσαν. Οπότε… συνηθισμένα τα βουνά απ’ τα χιόνια. Ισως και να αισθάνονται σε κάποια πράγματα πιο ασφαλείς από τον άνθρωπο της πόλης. Δηλαδή ξέρουν πως ό,τι και να γίνει αποκλείεται να πεινάσουν. Γιατί έμαθαν να ζουν μέσα στην φύση.

Πώς κατάφερες να κερδίσεις την εμπιστοσύνη του μανάβη, της οικογένειάς του και των ντόπιων;

Σ’ αυτό που είναι ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι για έναν κινηματογραφιστή που κάνει ντοκιμαντέρ, να δημιουργήσει δηλαδή μια σχέση εμπιστοσύνης με τους ανθρώπους που είναι μπροστά από την κάμερα, εγώ στάθηκα τυχερός. Επειδή κατάγομαι από αυτήν την περιοχή και αυτή η ταινία δεν είναι η πρώτη που κάνω εκεί, αυτό λειτούργησε καταλυτικά και οι άνθρωποι ένιωσαν εμπιστοσύνη απέναντί μου. Αισθάνθηκαν δηλαδή πως είμαι ένας από αυτούς και δεν θα τους «προδώσω». Ετσι ανοίχτηκαν.

Πώς πιστεύεις ότι η ταινία μπορεί να είναι «χρήσιμη» για το θεατή της; Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος για αυτό που θα πω γιατί οι ταινίες λειτουργούν πολλές φορές με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο στο θεατή. Μακάρι οι θεατές να απολαύσουν την ταινία και να προβληματιστούν πάνω σε ένα κόσμο που πιστεύω ότι μας αφορά περισσότερο από όσο ίσως νομίζουμε.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να κάνεις ένα ντοκιμαντέρ – ή μια οποιαδήποτε ταινία – στην Ελλάδα σήμερα και τι δυσκολίες ή χαρές αντιμετώπισες εσύ στην παραγωγή σου;

Η κατάσταση στον κινηματογράφο στην Ελλάδα είναι λίγο… τραγελαφική. Σίγουρα τώρα είναι πιο εύκολο να βρεις μηχανήματα και υπηρεσίες σε καλές τιμές. Επίσης υπάρχουν πολλές και καλές ιδέες! Γιατί όπως γνωρίζουμε οι εποχές κρίσης κινητοποιούν τους καλλιτέχνες. Από την άλλη πλευρά όμως το γεγονός πως δεν υπάρχουν καθόλου μα καθόλου χρήματα – ιδιαίτερα για τον κινηματογράφο – είναι εφιαλτικό. Γιατί μια καλή ταινία είναι πάνω απ’ όλα αποτέλεσμα της διαθεσιμότητας των συντελεστών της. Κι αυτό σήμερα δεν μπορείς να το ζητήσεις απ’ τους συνεργάτες σου. Μπορείς μόνο να παρακαλάς…

«Ο Μανάβης» προβάλλεται στην Αθήνα από την Πέμπτη, 16 Μαΐου. Διαβάστε εδώ τη γνώμη του Flix για την ταινία.

http://flix.gr/articles/dhmhtrhs-koytsiampasakos-o-manabhs.html

Ρώμη: Χιλιάδες στους δρόμους κατά της λιτότητας

Xιλιάδες διαδήλωσαν στη Ρώμη, διαμαρτυρόμενοι για τις πολιτικές λιτότητας και την υψηλή ανεργία, και ζητώντας από τον νέο πρωθυπουργό της χώρας Ενρίκο Λέτα να εστιάσει σε πολιτικές που δημιουργούν θέσεις εργασίας.

«Δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλο» και «Χρειαζόμαστε χρήματα για να ζήσουμε» ήταν μερικά από συνθήματα της διαδήλωσης.

«Ελπίζουμε πως αυτή η κυβέρνηση τελικά θα αρχίσει να μας ακούει γιατί χάνουμε την υπομονή μας» είπε ένας από τους διαδηλωτές.

Ο Λέτα βρίσκεται στην εξουσία λιγότερο από μήνα, στηριζόμενος από κυβέρνηση συνασπισμού, στην οποία συμμετέχει το κεντροαριστερό Δημοκρατικό Κόμμα και το κεντροδεξιό κόμμα του Σίλβιο Μπερλουσκόνι.

Μάλιστα, ήδη η εμπιστοσύνη στην κυβέρνηση έχει αρχίσει να φθίνει, σύμφωνα με τις τελευταίες δημοσκοπήσεις.

Η Ιταλία βρίσκεται σε ύφεση, ενώ οι δείκτες της ανεργίας είναι κοντά σε επίπεδα ρεκόρ, με την ανεργία των νέων να είναι περίπου 38%.

 

 

Crisi, Fiom in piazza: 50mila in corteo "Non possiamo più aspettare"

 

 

 

 

Ναυτεμπορική

 

 

——————————————————————

 

 

Ιταλία: «Τα περιθώρια εξαντλήθηκαν, όχι άλλη λιτότητα», λέει το συνδικάτο Cgil, μέσω των εργατών του

«Η προτεραιότητα είναι η δουλειά, όχι ο φόρος ακινήτων» θέλησε να υπογραμμίσει το ιταλικό συνδικάτο Cgil, με διαδήλωση της οργάνωσής του Fiom, στην οποία είναι εγγεγραμμένο μεγάλο ποσοστό των εργατών βιομηχανιών της χώρας.

Στη σημερινή κινητοποίηση της Fiom, στην Ρώμη, συμμετείχαν πενήντα χιλιάδες εργάτες των βιομηχανικών εγκαταστάσεων της Ιταλίας, με κύριο σύνθημα «τέρμα στη λιτότητα, δεν μπορούμε να περιμένουμε άλλο».

«Η κυβέρνηση Λέτα πρέπει να ασχοληθεί με τα καυτά κοινωνικά προβλήματα, αρχίζοντας από τη μείωση της ανεργίας, και να προσέξει να μην φανεί υπερβολικά ευαίσθητη μόνο προς τα αιτήματα του Μπερλουσκόνι», δήλωσε ο γραμματέας της Fiom-Cgil, Μαουρίτσιο Λαντίνι.

«Επιβάλλεται να σπάσουμε τον φαύλο κύκλο της μοναξιάς και της απελπισίας που ώθησε τόσους συμπολίτες μας στο να αυτοπυρποληθούν. Η κρίση αυτή, σκοτώνει την ευρωπαϊκή Δημοκρατία», πρόσθεσε ο Λαντίνι.

Την σημερινή διαδήλωση στήριξαν το μικρό κόμμα «Αριστερά και Ελευθερία», του περιφερειάρχη του Μπάρι, Νίκι Βέντολα (έχει το 5% της πρόθεσης ψήφου) αντιπροσωπείες φοιτητών, όπως και μέλη του κεντροαριστερού «Δημοκρατικού Κόμματος» και του κινήματος «Πέντε Αστέρων», του Μπέπε Γκρίλο. «Η μόνη σωστή πολιτική συνταγή είναι εκείνη που επικεντρώνεται στο μέλλον των νέων και στην καταβολή κάθε προσπάθειας για να δημιουργηθούν θέσεις εργασίας», τόνισε ο Βέντολα ο οποίος δεν θέλησε με το κόμμα του, να πάρει μέρος στην κυβέρνηση συνασπισμού του Ενρίκο Λέτα.

Λίγο πριν ξεκινήσει η κινητοποίηση της Fiom-Cgil, ο πρόεδρος της συνέλευσης Καθολικών Επισκόπων Ιταλίας, ‘Αντζελο Μπανιάσκο, θέλησε να υπογραμμίσει ότι «το θέμα της εργασίας είναι το πιο αιχμηρό και κοφτερό μαχαίρι που σκίζει τη σάρκα των ανθρώπων» προσθέτοντας ότι «αποτελεί το κύριο κριτήριο για να κριθεί κάθε επείγουσα και αποτελεσματική παρέμβαση».

News Room «Κέρδος» με πληροφόρηση από το ΑΠΕ – ΑΜΠ

 

http://left.gr/news/romi-hiliades-stoys-dromoys-kata-tis-litotitas

Η κρίση «γεννά» τα ναρκωτικά της

Φθηνές, δύσκολα ελεγχόμενες ουσίες κάνουν θραύση στην Ελλάδα της κρίσης. Πρόκειται για τα συνθετικά ναρκωτικά, η εξάπλωση της χρήσης των οποίων αποτελεί πρόβλημα διεθνών διαστάσεων. Στην Ελλάδα, η αύξηση της διάθεσής τους (αρχές του 2011) συνδέεται στενά με τη φτηνή τους τιμή, αφού μπορούν να παρασκευαστούν ακόμη και στο σπίτι, αλλά και με τα αυξημένα επίπεδα κατάθλιψης, που έχουν ως αποτέλεσμα οι χρήστες να ενδιαφέρονται λιγότερο για την προστασία της υγείας τους.

Με αφορμή την παρουσίαση της έκθεσης, ο κ. Πουλόπουλος μίλησε στο tvxs.gr για την εξάπλωση της χρήσης των ουσιών αυτών στην Ελλάδα της κρίσης, κάνοντας ειδική αναφορά στη Σίσα. Η ουσία αυτή είναι ιδιαίτερα διαδεδομένη στους ανοικτούς χώρους συνάθροισης των χρηστών («πιάτσες») της Αθήνας. Φτιάχνεται από την ουσία Shisha, που καπνίζεται κυρίως σε χώρες της Μέσης Ανατολής, και είναι μεθαμφεταμίνη, η οποία ενώνεται με υδροχλωρικό οξύ και υγρά μπαταρίας. Βάσει στοιχείων, κυρίως καπνίζεται, αλλά γίνεται και ενδοφλέβια. Οι κυριότερες παρενέργειες της ουσίας που αναφέρθηκαν ήταν αϋπνία, παραισθήσεις και επιθετικότητα.

Ένας από τους βασικούς λόγους διάδοσης της Σίσα και άλλων συνθετικών ναρκωτικών είναι η φτηνή τιμή τους, καθώς παρασκευάζονται πιο εύκολα σε σχέση με την ηρωίνη ή άλλες ουσίες. Το κόστος της Σίσα, η οποία είναι γνωστή και ως«κοκαΐνη των φτωχών», εκτιμάται στα τρία ευρώ ανά δόση.

Τα ναρκωτικά αυτά προτιμώνται και σε σχέση με τις διώξεις, καθώς, όπως εξηγεί ο κ. Πουλόπουλος, «κάποιος μπορεί να αισθάνεται πιο προστατευμένος όταν τα παρασκευάζει μόνος του από το να βγει στη μαύρη αγορά και να πάρει ναρκωτικά». 

Πέρα από το οικονομικό, ο διευθυντής του ΚΕΘΕΑ επισημαίνει πως ένα ακόμη στοιχείο είναι η ίδια η κατάσταση της κρίσης, που δημιουργεί μεγαλύτερηκατάθλιψη, περισσότερη αυτοκαταστροφικότητα και οι χρήστες ενδεχομένως παίρνουν λιγότερα μέτρα προστασίας για την υγεία τους.

«Το θέμα είναι ότι και με την κρίση στην Ελλάδα δημιουργούνται μικρά εργαστήρια όπου παρασκευάζονται συνθετικά ναρκωτικά. Τα συνθετικά διακινούνται κυρίως μέσω του διαδικτύου ή και μέσω ταχυδρομείου, δηλαδή μπορεί κάποιος μπορεί να παραγγέλνει από διάφορες χώρες, όπου μπορεί να είναι νόμιμες κάποιες ουσίες ή κάποια συστατικά. Το αποτέλεσμα είναι να διακινούνται πιο εύκολα και να είναι πολύ δύσκολος ο έλεγχος της διακίνησής τους», εξηγεί ο κ. Πουλόπουλος.

Το σημαντικότερο πρόβλημα είναι η συνεχής εμφάνιση νέων συνθετικών. Όπως προκύπτει και από την έκθεση του ΟΗΕ, στην Ευρώπη ο αριθμός των ανακοινώσεων για την εμφάνιση νέων ουσιών έχει αυξηθεί από πέντε το χρόνο, όπως ήταν μεταξύ 2000 και 2005, σε περίπου δεκαπλάσιο νούμερο το 2011, αριθμός που αντιστοιχεί στην εμφάνιση μίας νέας ουσίας σχεδόν κάθε εβδομάδα«Αυτή είναι μια πολύ σημαντική αλλαγή. Όπως καταλαβαίνετε το παράνομο εμπόριο συνεχώς εξελίσσεται»,επισημαίνει ο κ. Πουλόπουλος, τονίζοντας πως το γεγονός ότι «δεν έχει γίνει κανένας έλεγχος, υπάρχει αρκετή αυθαιρεσία στον τρόπο παρασκευής τους και στον τρόπο ελέγχου τους» καθιστά τα νέα αυτά ναρκωτικά περισσότερο επικίνδυνα για την υγεία. Σε πολλές χώρες αυξάνονται τα περιστατικά στα επείγοντα και οι τηλεφωνικές κλήσεις στα κέντρα δηλητηριάσεων, ενώ έχουν σημειωθεί και θάνατοι μετά από χρήση αυτών των ουσιών.

Για τον διευθυντή του ΚΕΘΕΑ, το θέμα είναι «να υπάρξει ένας μηχανισμός – που έχει αναπτυχθεί στη χώρα μας – έγκαιρης ενημέρωσης, δηλαδή ένα σύστημα όπου συμμετέχουν περισσότεροι οργανισμοί και ενημερωνόμαστε ουσιαστικά από τους χρήστες που φτάνουν στα δικά μας θεραπευτικά προγράμματα για να ξέρουμε ποιες είναι οι νέες ουσίες που κυκλοφορούν και ποιους κινδύνους εγκυμονούν. Επίσης χρειάζεται οπωσδήποτε να αναπτυχθούν τα προγράμματα πρόληψης και παρέμβασης, κυρίως για αυτές τις ουσίες. Δηλαδή τα προγράμματα πρόληψης θα πρέπει να αναπτυχθούν και μέσω του διαδικτύου πλέον – και δεν αναφέρομαι μόνο στην ενημέρωση, αναφέρομαι σε διαδραστικά προγράμματα που να απευθύνονται σε όσο το δυνατόν περισσότερους νέους και να τους βάλουν σε μια διαδικασία μη χρήσης αυτών των ουσιών ή κατανόησης των κινδύνων που εγκυμονούν αυτές οι ουσίες».

 

http://tvxs.gr/news/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1/%CE%B7-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7-%C2%AB%CE%B3%CE%B5%CE%BD%CE%BD%CE%AC%C2%BB-%CF%84%CE%B1-%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%BA%CF%89%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AC-%CF%84%CE%B7%CF%82

 

και :

http://tvxs.gr/news/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1/%CF%83%CE%AF%CF%83%CE%B1-%C2%AB%CE%B7-%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CE%B1%CE%90%CE%BD%CE%B7-%CF%84%CF%89%CE%BD-%CF%86%CF%84%CF%89%CF%87%CF%8E%CE%BD%C2%BB