Ένα ντόρος αντιφασιστικός

Διά βοής, με εκκωφαντικό τρόπο, ζήλο και αυταπάρνηση και άλλα γλαφυρά συνοδευόταν το περίφημο αντιρατσιστικό νομοσχέδιο με πρόσημο κουρεμένης δημοκρατίας του Αντώνη Ρουπακιώτη που θα κατάθεταν στην βουλή, όμως τελευταία στιγμή προέκυψε το γραφικό και ελληνικότατο «αλλά». Ένα «αλλά» που βεβαίως αποτελεί σύνηθες φαινόμενο της ελληνικής κοινοβουλευτικής (τάχα μου) δημοκρατίας, συνοδευόμενο υπό την δικαιολογία των προβληματικών διατάξεων που εντόπισαν ο γ.γ της κυβέρνησης Τάκης Μπαλτάκος και ο υπουργός Επικρατείας Δημήτρης Σταμάτης. Αλήθεια, εγώ ως πολιτικό ενεργά υποκείμενο αυτά τα ονόματα της κυβέρνησης δεν τα ακούω συχνά και γι αυτό τον λόγο από δημοσιογραφικό ενδιαφέρον ανάθεσα στην 16η συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ που αγγίζει την νομιμότητα και είμαι μέλος της να βρει τα πραγματικά ονόματα και αυτή ανακάλυψε ότι τα δύο πρόσωπα που πραγματικά με την internετική παρέμβαση τους ανάγκασαν την κυβέρνηση να αποσύρει το νομοσχέδιο δεν είναι άλλοι από τον Φαήλο Κρανιδιώτη και τον Μουρούτη (Πουραώ) που με μεροληπτικό τρόπο ώθησαν ως ειδήμονες την κυβέρνηση να το αποσύρει. Ερωτηματικό παραμένει αν ήταν οι ίδιοι που συμφώνησαν στο κούρεμα του Ρουπακιώτη, με σιγουριά όμως η 16η συνιστώσα του ΣΥΡΙΖΑ απάντησε πως δεν δεν το έπραξαν τουλάχιστον για την ελληνική οικονομία και ιδού τα αποτελέσματα.

 

***Σίγουρα η παραπάνω σύντομη διατύπωση θα μπορούσε να αποτελέσει μια μικρή περιγραφή της τηλεγραφικής απόσυρσης του εν λόγω νομοσχεδίου με τρόπο χιουμοριστικό που όμως καυτηριάζει την αντιδημοκρατική πραγματικότητα που βιώνουμε. Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε ότι τα παραπάνω γλαφυρά σχόλια ουδέποτε προέκυψαν από τον δικό μου σουρεαλισμό, αντίθετα παρατηρούμε ότι η μεταστροφή του ζήλου σε δισταγμό ήταν μαγική ως προς τον χρόνο και πραγματική ως προς τον χώρο. Αλλά σίγουρα αυτό δεν μπορεί να εκπλήξει μια κοινωνία επιστρατευμένη από τα μνημόνια που γι αυτά βεβαίως η μεταστροφή δεν ήταν ποτέ η ίδια.

Αφορμή για την παρακάτω ανάλυση είναι η απόσυρση του σχεδίου νόμου «για την καταπολέμηση ορισμένων μορφών και εκδηλώσεων ρατσισμού και ξενοφοβίας μέσω του Ποινικού Δικαίου» και η τελευταία προκλητική στάση της Nαζιστικής χρυσής Αυγής στο κοινοβούλιο με πρωταγωνιστή των «15 χρόνο» εγκεφαλικά χιτλερικό Ηλιόπουλο και το «Heil Hitler» του. Αλλά δεν θα σταθώ τόσο στο γεγονός της έκφρασης του ναζιστή βουλευτή αλλά στην μετέπειτα δήλωση του σ. Δραγασάκη που εκτελούσε χρέη προέδρου εκείνη την μέρα. Εκείνος φάνηκε να διατυπώνει μια θέση αρκετά σημαντική, πέραν της αυτονόητης υπεράσπισης όπως λέει του ελληνικού κοινοβουλίου, δεν διστάζει να διατυπώσει πως δεν θεωρεί ότι ο φασισμός καταπολεμάτε με διοικητικά μέτρα αλλά από τη δημοκρατική εγρήγορση, τη συλλογική δράση της κοινωνίας και με την εξάλειψη των κοινωνικών αιτιών που τον τροφοδοτούν και πράγματι αποτελεί αξιότιμη πολιτική στάση να εκφέρεις γνώμη ένστασης στο προκείμενο διοικητικό μέτρο. Αυτή η τοποθέτηση είναι αρκετά πλουραλιστική και ταυτόχρονα ικανή να ανοίξει μια κριτική ανάλυση στην ενδεχόμενη κινηματική θέση που πρέπει να πάρει η κοινωνία και στην διοικητική μεταρρύθμιση που πρέπει να ληφθεί από το ελληνικό κοινοβούλιο. Μάλιστα η κακώς απόσυρση του νομοσχεδίου θα πρέπει να τροφοδοτήσει την αριστερά σε μια περαιτέρω συζήτηση όσον αφορά τις διατάξεις του νομοσχεδίου και την κινηματική της συνεισφορά που ανοίγει πολλά ερωτηματικά.

1) Απονομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής;

Η έκθεση του ευρωπαϊκού επιτρόπου για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα του Συμβουλίου της Ευρώπης Νίλς Μούιζνιεκς κατέγραψε τη δυνατότητα απαγόρευσης της Χρυσής Αυγής με βάση τη Διεθνή Σύμβαση για την Κατάργηση Κάθε Μορφής Φυλετικών Διακρίσεων και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Μια τοποθέτηση που τουλάχιστον στο αριστερό κοινό έδωσε την δυνατότητα να επιρριφθούν επιπλέον κατηγορίες στην Χρυσή Αυγή αλλά και στην κυβέρνηση με την ψήφο ανοχής που επιδεικνύει στην ρατσιστική της βια. Το πασιφανές ακωδικοποίηται, είναι η δυνατότητα να βγάλεις την Χρυσή Αυγή εκτός νόμου βάση των ευρωπαϊκών θεσμών. Μια συζήτηση που είχε ανοίξει στις τάξεις της αριστεράς αλλά δεν έχει καταφέρει να διατυπώσει μια σαφή θέση. Διότι αποτελεί τουλάχιστον αφέλεια στα του οίκου του ΣΥΡΙΖΑ να μην έχει ανοίξει μια συζήτηση στα μέλη σχετικά με τη στάση του κόμματος στο φαινόμενο εκφασισμού της κοινωνίας και των ρατσιστικών επιθέσεων και αναλωνόμαστε στα κατά τόπους ατομικά αντανακλαστικά αγνοώντας την συλλογική απάντηση.

Κατά γενική ομολογία η απονομιμοποίηση της Χρυσής Αυγής γεννάει πολλά αρνητικά. Πρώτον, μια τέτοια ενέργεια θα τροφοδοτούσε την αντισυστημική ρητορεία της και θα αυτοπροσδιοριζόταν ως ηρωική αντιμνημονιακή παράταξη. Σε μια κοινωνία που αναζητά διαφορετικό πολιτικό εκφραστή μια τέτοια ενέργεια θα ενίσχυε αυτήν την ανάγκη. Δεύτερον, θα πρέπει να εκτιμήσουμε ότι η επικινδυνότητα της Χρυσής Αυγής εντοπίζετε εκτός κοινοβουλίου, που σημαίνει ότι πρέπει να αναζητήσουμε το μέτρο-εργαλείο που θα βάζει φραγμό στο παρακρατικό της έργο. Άρα μια περαιτέρω λαική νομιμοποίηση που μπορεί να επωφεληθεί η Χ.Α από την ηρωοποίηση της, αν τεθεί εκτός κοινοβουλίου πρέπει να ληφθεί υπόψιν. Αλλά εδώ προκύπτει ένα ερώτημα, η βουλευτική ασυλία και η επιδότηση της Χ.Α ως κόμμα του κοινοβουλίου δεν αφήνει τα περιθώρια για να μονοτωνούν γεγονότα ρατσιστικού μίσους; Σε αυτό το ουσιαστικό ερώτημα θα πρέπει να απαντήσουμε ερευνώντας νέα μέσα αντιμετώπισης, αλλά ομολογουμένως σε ένα ομιχλώδες κομματικό τοπίο εντός ΣΥΡΙΖΑ πορευόμεθα με αυτά που κατέχομε.

Επομένως δεν μπορούμε να μην επωφεληθούμε από το νομοσχέδιο του υπ. Δικαιοσύνης που τολμά κάτι πρωτόγνωρο για τα ελληνικά δεδομένα, πόσο μάλλον για την αντιδημοκρατική κυβέρνηση Σαμαρά. Πέραν της εύλογης ποινικοποίησης της πράξης προβλέπει τον ποινικό κολασμό της α)δη­μό­σιας υ­πο­κί­νη­σης βίας ή μί­σους που στρέ­φε­ται κα­τά ο­μά­δας ή προ­σώ­που που προσ­διο­ρί­ζε­ται βά­σει φυ­λής, χρώ­μα­τος, θρη­σκείας, γε­νε­τή­σιου προ­σα­να­το­λι­σμού, ε­θνι­κής ή ε­θνο­τι­κής κα­τα­γω­γής, κα­τά τρό­πο που μπο­ρεί να εκ­θέ­σει σε κίν­δυ­νο τη δη­μό­σια τά­ξη και β) του ε­γκω­μια­σμού, της άρ­νη­σης ή της εκ­μη­δέ­νι­σης της ση­μα­σίας ε­γκλη­μά­των γε­νο­κτο­νίας, ε­γκλη­μά­των κα­τά της αν­θρω­πό­τη­τας και ε­γκλη­μά­των πο­λέ­μου, ό­πως αυ­τά συ­γκε­κρι­μέ­να ο­ρί­ζο­νται, ε­φό­σον η πρά­ξη αυ­τή στρέ­φε­ται κα­τά ο­μά­δας προ­σώ­πων που προσ­διο­ρί­ζε­ται με βά­ση τη φυ­λή, το χρώ­μα, τη θρη­σκεία, την ε­θνι­κή ή ε­θνο­τι­κή κα­τα­γω­γή ή το γε­νε­τή­σιο προ­σα­να­το­λι­σμό κα­τά τρό­πο που μπο­ρεί να προ­κα­λέ­σει ή διε­γεί­ρει σε βιαιο­πρα­γίες ή εχ­θρο­πά­θεια κα­τά μιας τέ­τοιας ο­μά­δας ή μέ­λους της.  Εδώ επίσης προκύπτει ένα ερώτημα του ιδεολογικά ευαισθητοποιημένου κοινού σχετικά με το πως μπορείς να διώκεις ποινικά τις απόψεις και τις ιδέες ανθρώπων. Θεωρώ πως ένα τέτοιο ψευτοερώτημα δεν μπορεί να είναι σημείο συζήτησης της αριστεράς διότι απλούστατα δημιουργείται από τις παραπάνω αντιλήψεις οι οποίες είναι κοινωνικά παράνομες και υπαίτιες για τον θάνατο εκατομμύριων ανθρώπων και διαφέρει από το ταξικό μίσος που μπορεί να κάποιοι να συμψηφίσουν.

2) Οι δυνατότητες αντιφασιστικού κινήματος

Ο φασισμός δημιουργείται από την έλλειψη ταξικού ρεαλισμού και τις ιστορικές ανακρίβειες που υπερκαλύπτουν τον πραγματικό οικονομικό εχθρό που ονομάζεται καπιταλισμός. Αυτό το σύστημα έχει εξαπλωθεί σε παγκόσμια εμβέλεια με αποτέλεσμα στην πράξη λόγω της ελεύθερης αγοράς να καταργεί τα κράτη- έθνη. Ωστόσο για να υπάρχει χρειάζεται να ανάγει εφεδρείες που θα πραγματοποιούν τον αντιπερισπασμό που θα τον επωφελή. Αυτές είναι οι ευάλωτες κοινωνικές ομάδες και μειονότητες που λόγω της αδύναμης ταξικά θέσης τους αποτελούν το εύκολο θύμα, βλέπε μετανάστες. Όλα αυτά αναπαράγονται στην κοινωνία και αποτελούν ζωτικά εργαλεία του καπιταλισμού και έιναι δύσκολο να αποδομηθούν. Στην ελληνική ιδιαιτερότητα δυστυχώς κατέχουμε μια φασιστική παρακαταθήκη όπως τους χίτες, ταγματασφαλίτες κλπ του Β’ παγκοσμίου πολέμου που συνεργάστικαν με του Ναζί και τάχθηκαν εναντίον των πατριωτικών μετώπων και της αριστεράς. Αν και το τέλος του Β΄ παγκοσμίου πολέμου, ενταφίασε τις ναζιστικές συμμορίες αυτές δεν έπαψαν ποτέ να υπάρχουν, απλά περιορίστηκαν και αναζητούσαν μανιωδώς ένα κομματικό συνομιλητή. Η δεξιά συγκροτήθηκε κυρίως σε μια οικονομική θέση αυτή του νεοφιλελευθερισμού και δευτερευόντως σε αξιακά ζητήματα. Σήμερα αναβιώνει ένα μόρφωμα που ξανά βγάζει με τον ποιο σκληρό τρόπο τις αξιακές συντηρητικές αναφορές στο προσκήνιο και διαφοροποιείται φαινομενικά από τον νεοφιλελευθερισμό, προτάσσοντας την εθνοτική απελευθέρωση ως λύση στα αδιέξοδα της δικομματικής πολιτικής.

Όλα τα παραπάνω παρατέθηκαν ώστε να βρεθεί η μήτρα που γεννάει τον φασισμό καθώς και οι μοχλοί ενίσχυσης του, που δεν είναι άλλοι από την κοινωνική διάρθρωση και τα νεοφιλελεύθερα κόμματα αντίστοιχα. Για να αλλάξουν δηλαδή οι κοινωνικοί συσχετισμοί, πρέπει να βγουν νέες γενιές ταξικά διαπαιδαγωγημένων πολιτών που θα εκφέρουν άποψη για τα κοινά και θα μαθαίνουν την παγκόσμια ιστορία και όχι αποκλειστικά την εθνοκεντρική. Επομένως χρειάζεται μια βαθιά πολιτική μεταρρύθμιση,  που θα δημιουργεί συνέχεια νέους στόχους προς την κοινωνική απελευθέρωση και θα ξεκινά από την εκπαίδευση. Αυτή η ανάγκη για αλλαγή των κοινωνικών συσχετισμών πρέπει να ξεκινήσει από τώρα με ένα κίνημα εκπαιδευτικών που θα χειραφετεί τον νέο με δημοκρατία και αλληλεγγύη προς τους συνανθρώπους του. Είναι ιστορική αναγκαιότητα να δημιουργηθεί ένα μαχητικό εκπαιδευτικό κίνημα που θα δίνει τη μάχη του αντιφασισμού στους σχολικούς χώρους και δεν θα περιορίζεται μόνο στο εκπαιδευτικό δυναμικό της αλλά μέσα και από το έργο που αυτοί θα παράγουν θα συσπειρώνει την πλέον ευαίσθητη κοινωνική ομάδα που ονομάζεται μαθητική νεολαία. Διότι το μαθητικό αντιφασιστικό κίνημα δεν μπορεί να δημιουργηθεί μόνο από έξω αλλά και μέσα στο ίδιο σχολικό συγκρότημα.

Η αριστερά του αέναου διαλόγου πρέπει να συμμεριστεί ότι χωρίς ένα αντιφασιστικό μέτωπο από τα κάτω, όσες διοικητικές μεταρρυθμίσεις και να γίνουν δεν θα ξεριζώνουν τον φασισμό αλλά θα τον ξανά βρίσκουν σαν κακό εφιάλτη μπροστά τους. Αυτό το μέτωπο πρέπει να συσπειρώνει και να είναι μαζικό αλλά παράλληλα να διακρίνει αυτόν που ενσωματώνει και συνεργάζεται. Πέραν του τομέα της εκπαίδευσης, δεν μπορεί να μην υπολογισθεί η ανάγκη για πολιτισμική αλλαγή για την εναλλακτική προώθηση νέων καλλιτεχνικών ιδεών και πρωτοβουλιών που θα προωθούν σχέσεις ισότητας και αλληλεγγύης.

Αυτή η κινηματική πρωτοβουλία πρέπει να βρίσκεται σε μια εγρήγορση και πέραν της συντονισμένης συνολικής δράσης θα πρέπει να απαντά σε επιμέρους γειτονίες. Να έχει τα απαραίτητα αντανακλαστικά η κάθε γειτονιά ξεχωριστά μέσω της συγκρότησης αντιφασιστικών επιτροπών να εμποδίζει και να απομονώνει τα φασιστικά κρούσματα, να προστατεύει με πολιτική και νομική στήριξη εκείνους και να ενθαρρύνει τους  μετανάστες, τους ομοφυλόφιλους, τους τρανς, τους Ρομά κλπ.  Αυτό προϋποθέτει μια σοβαρή προετοιμασία στην κίνηση που ο καθένας δρα, στην περιοχή του, με την μορφή της συλλογικής πάλης και της ατομικής συνεισφοράς. Ο καθένας στην περιοχή όπου δραστηριοποιείται μπορεί από αύριο κιόλας να κάνει μια προσπάθεια συντονισμού και συγκρότησης τέτοιων πρωτοβουλιών και ο καθένας με την δουλειά και ιδιότητα που επικαλείται μπορεί να προσφέρει σε αυτόν τον αγώνα! Γιατροί, καλλιτέχνες, δικηγόροι, φοιτητές, μαθητές, εκπαιδευτικοί, απλοί πολίτες.

3) Φεμινισμός-Αντιφασισμός

Ένα ερώτημα που περιχαρακώνει το καθηλωμένο φεμινιστικό κίνημα στην Ελλάδα και το περιορίζει στη δράση είναι η μη ξεκάθαρη θέση που παίρνει στην κοινωνία του 21ου αιώνα, καθότι η αστική δημοκρατία θεσπίζει την ισότητα των δύο φίλων. Αν παραμείνουμε σε αυτό το γεγονός, θα απαντούσαμε ότι το φεμινιστικό κίνημα δεν θα έχει λόγω ύπαρξης και απλά θα παρουσιαζόταν μεμονωμένα στην κοινωνία για να καταγγείλει. Κάτι τέτοιο είναι μια λάθος εκτίμηση της αναγκαιότητας που παίρνει σήμερα η φεμινιστική δράση η οποία πρέπει να βρει τα κατάλληλα στηρίγματα αναδίπλωσης και επικαιροποίησης. Από την άλλη παραμένει αναπάντητο αν οι φεμινιστικές πρωτοβουλίες είναι αυτές που υπαρξιακά δημιουργούν την ανισότητα και υπερβάλουν πάνω σε αυτήν. 

Κοντολογίς μπορούμε να διαπιστώσουμε ότι το φεμινιστικό κίνημα πολύ καλώς έχει καταφέρει και συνεργάζεται με το loatk κίνημα που του δίνει την κατάλληλη ορμή. Τα θύματα σεξουαλικού προσανατολισμού από την πατριαρχία της κοινωνίας πληθαίνουν, διότι αυτή η κοινωνία πλήρως συντηρητικοποιμένη δεν μπορεί να τους αποδεχθεί και καθετί το καινούριο το αντιμετωπίζει με μισαλλόδοξο τρόπο. 

Άρα 1) είναι να δημιουργήσεις την κινηματική πρωτοβουλία που θα δίνει ιδεολογική μάχη και θα συγκρούεται με τα συντηρητικά ένστικτά της κοινωνίας. 2) Μια πρωτοβουλία που αντιμετωπίζει τα κρούσματα σεξιστικής βιας κλπ.

Το δεύτερο σημείο είναι σημαντικό ώστε να καθορίσουμε την ιδεολογική συσκότιση της κοινωνικής συνολικής πάλης, είτε αυτό ονομάζεται φεμινισμός, είτε loatk, είτε αντιφασισμός, πρέπει να το δούμε σε ένα συλλογικό πλαίσιο, πέραν του καθένα ξεχωριστά. Ο «Δράκος» της Πάρου για παράδειγμα που ασέλγησε πάνω σε ένα νεαρό κορίτσι και το κακοποίησε, δεν ήταν ένα μεμονωμένο περιστατικό. Ήταν ένα θύμα σεξιστικής βιας και σαφώς αυτό το έγκλημα δεν έχει εθνική καταγωγή. Η κοινωνία όμως πως το αντιμετώπισε; Το αντιμετώπισε με ρατσιστικό και τοπικιστικό τρόπο, μην εντοπίζοντας την αιτία της πράξης που αναπαράγει αυτά τα περιστατικά. Δηλαδή της πατριαρχίας και της υπερ-αρρενωπής διαδραστικότητας της κοινωνίας. Πρέπει να υπάρξει διαφοροποίηση από τους τοπικιστές που καταγγέλλουν μια πράξη βιας και μάλιστα επιζητούν λιντσαρίσματα του θύτη και από την άλλη το φεμινιστικό κίνημα δεν μπορεί να μένει στο κλουβί του και να μην γίνεται ευρύτερο. Η λεπτή τομή που πλατειάζει το φεμινιστικό-loatk κίνημα πρέπει να επιμείνει στο “με ποιους”; Εδώ η κοινωνική πραγματικότητα μας απαντάει με τον χειρότερο βιαστή της. Τον εκφασισμό και την δράση της Χρυσής Αυγής που ενισχύει την πατριαρχία. 

Εκεί δηλαδή που το κράτος δεν μπορεί να αντιμετωπίσει την εγκληματικότητα, η Χ.Α έρχεται να επέμβει και να καλύψει το κενό, προωθώντας ρατσισμό, λιντσαρίσματα κοκ. Συνεπώς είναι αναγκαίο το φεμινιστικό κίνημα να αλληλεπιδράσει με το αντιφασιστικό. Διότι αν δεν καταλάβουμε ότι ο σεξισμός είναι φασισμός του άνδρα προς την γυναίκα, ο ρατσισμός είναι φυλετικός και έμφυλος φασισμός τότε δεν θα κατανοήσουμε ποιο είναι επιτέλους το αυγό του φιδιού

4) Με ποιους;

To ερώτημα έχει δύο άξονες, το κομματικό μέτωπο συνεργασίας και το κινηματικό. Όπως έχει επεξηγηθεί παραπάνω μεγαλύτερη σημασία έχει το κίνημα από τα κάτω. Ωστόσο η κοινοβουλευτική αριστερά κωλυσιεργεί με έναν φαύλο τρόπο . Για παράδειγμα, πώς απαντάς στο ποινικό διακομματικό αντιφασιστικό μέτωπο του Βενίζελου και γιατί επαναλαμβάνεται το αφερέγγυο δημοκρατικό τόξο; Αν θέλουμε να χρησιμοποιούμε αυτό το τόξο πρέπει να ρίχνουμε τα βέλη μας σωστά. Όταν το ΠΑΣΟΚ  καθορίζει μόνο ποινικά το μέτωπο του και πολύ περισσότερο όταν είναι υπαίτιο για τον εκφασισμό της κοινωνίας εξαιτίας της εξαθλίωσης που επέβαλε, τότε συνεργασία ούτε στο ελάχιστο δεν μπορεί να προκύψει. Το ίδιο και για πολλούς λόγους παραπάνω ισχύει και για την ΝΔ του Δένδια, Βορίδη, Άδωνι που είναι ταυτισμένη με την Χρυσή Αυγή η πολιτική που ασκεί και εξισώνει ως άκρα την αριστερά και την Χ.Α. Με τόσο επικίνδυνο τρόπο που γίνεται αρωγός του ακροδεξιού εξτρεμισμού στην Ελλάδα και όχι μόνο, χτίζοντας ένα ηγεμονικό αυταρχικό συντηρητικό πόλο εμφυλιοπολεμικού χαρακτηρά χωρίζοντας δύο στρατόπεδα. Τους φασίστες και τους δημοκράτες. Επιπλέον και η ΔΗΜΑΡ με την κυβερνητική στήριξη που προσδίδει, κρίνεται αντιδημοκρατική παράταξη, άλλωστε ποτέ η κουλτούρα από μόνο της δεν μπόρεσε να καταπολεμήσει τον φασισμό. Όλα αυτά σημαίνουν ότι η διακομματική πάλη μάλλον ανώφελη κρίνεται εξετάζοντας το κάθε κόμμα ξεχωριστά, αυτό ισχύει και για τους ΑΝΕΛ για ευνόητους λόγους. Μοναδική εξαίρεση αποτελεί το ΚΚΕ αλλά είναι ξεκάθαρο ότι η «συνεργασία με την οπορτουνιστική πτέρυγα είναι αντιλαϊκή». Άλλωστε οι κομματικές τους ομπρέλες δεν καλύπτουν την αυξημένες απαιτήσεις της σύγχρονης αντιφασιστικής πάλης. Άρα θεμιτά καταλήγουμε ότι η λύση βρίσκεται σε συλλογικότητες της εξωκοινοβουλευτικής αριστεράς, μέχρι τον αντιεξουσιαστικό χώρο σε επίπεδο κινήματος.

Ένα κίνημα που θα έρθει σε σύγκρουση με την πολιτική ηγεμονία που ασκεί η κυβέρνηση και η έτερη ναζιστική οργάνωση της. Αλλά κυρίως που θα ξεπερνά το ιδεαλιστικό της στοιχείο θα απαντά στα υλικά προβλήματα της κοινωνίας. Ένα κύριο από αυτά είναι ο φασισμός ως κοινωνικό φαινόμενο που καταπολεμάτε με την καθημερινή ιδεολογική πάλη και οι ρατσιστικές πράξεις που απαντούντε με την κινηματική εγρήγορση και επαγρύπνηση του αριστερού-αντιμνημονιακού μετώπου, διότι δεν αρκεί η δημοκρατία των ειδικών.

Άλλωστε δημοκρατία δεν έχουμε, ρωτήστε τον Φαήλο!

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s