Ο Καβάφης και η «εργολαβία» του μοντερνισμού

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Το 1999, τη στιγμή που ο πόλεμος στο Κόσσοβο και η επέμβαση του ΝΑΤΟ δίχαζαν την καθ’ ημάς διανόηση και επαναπροσδιόριζαν τα «ιδεολογικά μέτωπα», από τις σελίδες της Αυγής (και άλλων εφημερίδων) διεξήχθη μια καθόλου άσχετη με όλα αυτά συζήτηση, έστω κι αν φαινόταν πως είχε αμιγώς λογοτεχνικό θέμα. Αφορμή υπήρξε η ανθολογία Σικελιανού από τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, ο οποίος στον πρόλογο αποφαινόταν: «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα». Ο καθείς μπορεί να φανταστεί την «πόλωση» της συζήτησης: Σικελιανός ή Καβάφης; Με όλα τα συμπαρομαρτούντα, περί ορθοδόξων αδελφών και «συνείδησης της φυλής» ή περί ανοιχτών κοινωνιών και οριζόντων, ενώ η συναίνεση των ευρωπαίων διανοουμένων στους βομβαρδισμούς δημιουργούσε μια πρώτη ρωγμή στα ιστορικά αυτονόητα. Ο καθείς επίσης μπορεί να εικάσει ποιος ήταν ο ποιητής υπέρ του οποίου επιχειρηματολογούσε η δικιά μου παρέμβαση…
Έκτοτε, έχουν περάσει μόλις δεκατέσσερα χρόνια. Υφίσταται το ερώτημα Σικελιανός ή Καβάφης; Μάλλον θυμηδία θα προκαλούσε εάν ετίθετο. Παρ’ ότι σήμερα η συνείδηση της ευρωπαϊκότητας καταστρέφεται και αναδύονται πάλι εθνικές εμμονές, ο χρόνος έχει κυλήσει πολύ μακριά από το ελληνοκεντρικό κοσμοείδωλο.
Θυμηδία επίσης θα προκαλούσε η φράση του Σεφέρη αν την εκστόμιζε κάποιος σήμερα: «ο Καβάφης είναι ένα τέλος, δεν είναι αρχή», εννοώντας ως «αρχή» τον Παλαμά. Ναι, αλλά (θα ρωτούσε κάποιος καλοπροαίρετος) τι εννοούσε ο Σεφέρης; Μέσα σε ποια συμφραζόμενα το είπε αυτό;
«Με τον Παλαμά μπαίνει πια στον κανονικό της δρόμο η ελληνική λογοτεχνία. Από τις δυο παραδόσεις που συνεχίζουνται αδιάκοπα από την εποχή της πρώτης ‘κοινής’, η μια, η περίλαμπρη και η νεκρή, η λογία, βρίσκει το τέλος της στη ζωή της ποίησης με τον Καβάφη∙ η άλλη, η καταφρονεμένη και η ζωντανή, η λαϊκή παράδοση, αφού πήρε φωτιά από τα Τάρταρα και φως από τα Ηλύσια, ξέσπασε στον απάνω κόσμο με τον Παλαμά. Από τον Παλαμά και πέρα, ύστερα από δυο χιλιάδες χρόνια, για πρώτη φορά, η διπλή ελληνική παράδοση ενώνεται σε μια γραμμή».
Μία ακόμα προσπάθεια μείωσης και υπονόμευσης του Καβάφη; Προφανώς. Αλλά το πεδίο της γλώσσας, καθαρεύουσας ή δημοτικής, που αποτελεί, όπως φαίνεται κι εδώ, μείζον κριτήριο για τον Σεφέρη, είναι απρόβλεπτο. Στο ως άνω παράθεμα ο Σεφέρης δείχνει βέβαιος, πως έχει βρει μια πολύ ισχυρή, οχυρωμένη θέση, μέσα σε εκείνη τη γλώσσα που πιστεύει ότι θα κυριαρχήσει στο μέλλον ως «κοινή», κι έτσι θεωρεί πως μπορεί, διά της γλώσσας, να σχετικοποιήσει τον Καβάφη. Αλλά η γλώσσα εκδικείται. Όχι μόνο γιατί η «μικτή» είναι αυτή που κυριαρχεί σήμερα, ιδιαίτερα ως γλώσσα της ποίησης, αλλά και γιατί εκείνο το «συνεχίζουνται» του Σεφέρη δεν μιλιέται πια. Όπως δεν διαβάζονται ούτε ο Παλαμάς (του), ούτε ο Σικελιανός του Λορεντζάτου. Ό,τι περισσεύει απ’ αυτούς τους δύο ποιητές, και περισσεύουν αρκετά, βρίσκεται υποφωτισμένο, σχεδόν καταχωνιασμένο μέσα στις εκφάνσεις του λυρισμού τους – όχι στην «εθνική» ή την «παιδευτική» ή την «κανονιστική» τους χρηστικότητα.
Και αν πάμε ακόμα πιο πέρα, στο λορεντζάτειο γλωσσικό ιδίωμα και στο συνακόλουθο κοσμοείδωλό του, θα δούμε, πολύ πιο ανάγλυφα απ’ ό,τι στον Σεφέρη, το πεποιημένο της γλώσσας των δύο «αποτιμητών», δηλαδή τον λαϊκισμό τους, καθώς και τις προφανείς ιδεολογικές στοχεύσεις και πολιτικές αξιώσεις μέσα από τον «δημοτικισμό» τους.
Η ανηλεής αυτή μάχη (τέτοιες ήταν, και είναι πάντα, οι ουσιώδεις λογοτεχνικές αντιπαραθέσεις) διεξήχθη και διεξάγεται όχι απλώς στο πεδίο της υστεροφημίας και της ποιητικής κατίσχυσης, αλλά πρώτα απ’ όλα στο πεδίο της ιδεολογικής ηγεμονίας. Με ποιες ιδεολογικές και αισθητικές δεσπόζουσες θα οργανωθεί η νεοελληνική αφήγηση; Ποιος ποιητής θα χρισθεί σύμβολο της μετάβασης στη μοντέρνα εποχή; Και, ακόμα, σε ποιον ποιητή προστρέχουμε για να αναστοχαστούμε την ταυτότητά μας σήμερα, δηλαδή για να οριστούμε μέσα στο δύσκολο παρόν της μεταμοντέρνας εποχής; Ποιος ποιητής είναι περισσότερο συμβατός με τα ερωτήματα του καιρού μας; Και τι ιδεολογικές συνέπειες έχει, σήμερα, η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα;
Είναι μια ακολουθία διακυβευμάτων που περιγράφει ένα «παιχνίδι» εξουσίας. Ανηλεές και ανοιχτά πολιτικό. Που αρχίζει ακριβώς το 1922. Όταν ο Βάρναλης και ο Καρυωτάκης στήνουν οδοφράγματα στην παλαμική λεωφόρο της Μεγάλης Ιδέας και στις παρόδους της («Εγώ είμαι η τέχνη των μωρών, των τσαρλατάνων […]/ Είμαι ‘η Φλογέρα’ εγώ ‘του Βασιλιά’/ και ‘το Πάσχα των Ελλήνων’», γράφει ο Βάρναλης στο Φως που καίει, κλείνοντας εν ταυτώ τους λογαριασμούς του με τον Παλαμά και τον Σικελιανό). Κι έτσι, Βάρναλης, και στη συνέχεια Καρυωτάκης (ενδεικτικό και κορυφαίο το ποίημά του για τις Δελφικές εορτές του Σικελιανού), περνούν τη νεοελληνική ποίηση οριστικά στην αστική εποχή, στις αντιθέσεις, τα διλήμματά της και τις αντιφάσεις της, ενώ ο Καβάφης κινείται κι αυτός μαζί τους προς το μέλλον, επιλέγοντας όμως να διανοίξει, ανεπαισθήτως, μια παρακαμπτήριο.
Βάρναλης και Καρυωτάκης απωθήθηκαν, βιαίως, έξω από το καθεστωτικό μυθόπλασμα του νεοελληνικού μοντερνισμού, αλλά επίσης και ο Καβάφης. Ήδη το 1929, ο Θεοτοκάς, στο Ελεύθερο πνεύμα του, θέτει με πιο καθαρούς όρους το απαξιωτικό προς τον Καβάφη επιχείρημα: «Ο κ. Καβάφης είναι ένα τέλος κ’ η πρωτοπορεία είναι μια αρχή. Είναι δύο κόσμοι αντίθετοι και ασυμβίβαστοι. Η μόνο επίδραση που μπορεί να εξασκήσει ο κ. Καβάφης σε μια ζωντανή νέα γενιά είναι μια επίδραση αρνητική. Επιταχύνοντας το τέλος μιας εποχής των ελληνικών γραμμάτων βοηθεί ίσως τη γέννηση μιας νέας εποχής». Η απάντηση του Καβάφη ήρθε το 1932, όταν επισκέφθηκε την Αθήνα για ιατρικές εξετάσεις και, με καβαφική αβρότητα, κάλεσε μέσω κοινού γνωστού τον νεοσσό Θεοτοκά, στο αθηναϊκό ξενοδοχείο «Κοσμοπολίτ» όπου διάμενε. «Είναι ρωμαντικοί! Ρωμαντικοί! Ρωμαντικοί!», είπε στον Θεοτοκά, για τους «ποιητάς των Αθηνών», διευκρινίζοντας πως περιλαμβάνει συλλήβδην τους πάντες, άρα, κατά καβαφική συνεκδοχικότητα, και τους νεόκοπους… (Δες την εργοβιογραφία Καβάφη, των Δασκαλόπουλου-Στασινοπούλου, εκδόσεις Μεταίχμιο).
Ο Θεοτοκάς, ο Σεφέρης, ο Λορεντζάτος και η συντροφία επιχείρησαν λοιπόν συστηματικά να απαξιώσουν την ήδη συντελεσμένη μοντερνιστική τομή, διεκδικώντας για λογαριασμό τους, για λογαριασμό της ιδεολογίας τους και του πολιτικού τους χώρου, τη διαχείριση της αστικής εποχής, προσφέροντας στο λόγο τής εξουσίας τα κρίσιμα εργαλεία. Δεν δίστασαν να προβάλλουν, έναντι του Καβάφη, την ήδη παρωχημένη ποιητική του Παλαμά ή τού Σικελιανού, δηλαδή να «πετάνε τη μπάλα στην εξέδρα», να  ακυρώνουν κάθε δυνατότητα σοβαρής συζήτησης, διεκδικώντας όμως έτσι την αποκλειστική αντιπροσωπεία του μοντέρνου, αλλά και της «ευρωπαϊκότητας» (εξορίζοντας, φυσικά, από το κάδρο τον ευρωπαίο, και όχι μεταπράτη «ευρωπαϊστή», συγγραφέα τηςΠάπισσαςΕμμανουήλ Ροΐδη), κλπ, κλπ. Κι αν η εγχώρια αστική τάξη χρησιμοποίησε τελικά τα εργαλεία που της προσέφεραν απλώς για να αναπαραγάγει τον παρασιτισμό της, με αυτή πάντως τη διαδικασία ορίστηκε μέχρι σήμερα το λογοτεχνικό πεδίο, καθώς κι εκείνο της εκπαίδευσης, με βάση αυτή την αφήγηση, στην οποία ομνύει και το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου αριστεράς. (Η στάση της οποίας απέναντι στον Καβάφη δεν υπήρξε ιδιαίτερα θετική: θυμίζω τη θυελλώδη συζήτηση το 1955 στην Επιθεώρηση Τέχνης, όπου και το  εξόχως διορατικό κείμενο του Μανόλη Λαμπρίδη, «Καβάφης, Βάρναλης, Καρυωτάκης…»).
Η καθεστωτική αφήγηση/κατασκευή της ιστορίας του νεοελληνικού μοντερνισμού διαθέτει ακόμα τεράστια ισχύ. Για παράδειγμα, πριν από ένα μήνα, σε μία από τις δύο νεοφιλελεύθερες, και λογοτεχνικά «μεταμοντέρνες» (τρομάρα τους) αθηναϊκές επιθεωρήσεις βιβλίου, γνωστός νεοελληνιστής του εξωτερικού άρχιζε έτσι, με απίστευτη φιλολογική αυταρέσκεια, ένα κείμενό του για τον Καβάφη: «Το 1935 ήταν μια κρίσιμη χρονιά για την ελληνική λογοτεχνία∙ γεννήθηκ[ε] ο μοντερνισμός –αν μου επιτρέπεται αυτή η κάπως θετικιστική απλούστευση- με το Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη». Οι καθεστωτικές αφηγήσεις διαρκούν πολύ…
***
Πριν από λίγες μέρες, εκδόθηκε (από τον Ίκαρο) η αλληλογραφία του Ε. Μ. Forster με τονΚαβάφη (1916-1932), ένα μοναδικό τεκμήριο, όπου βλέπουμε έναν χειραφετημένο νεοέλληνα ποιητή, ο οποίος αντιμετωπίζει με αφοπλιστική ευγένεια, αλλά και καβαφικά υπόρρητη ειρωνεία, τον ίδιο τον Forster (που μάλιστα μεσολαβεί για τη δημοσίευση ποιημάτων τού Καβάφη σε περιοδικά και προσφέρεται για την έκδοσή τους σε βιβλίο στην Βρετανία), τον Τ. Σ. Έλιοτ και το περιοδικό του Kritirion (που δημοσίευσε κάποια ποιήματα του Καβάφη), κλπ, κλπ… Όλα αυτά συνιστούν μια εικόνα του Καβάφη που απέχει πολύ από εκείνη που μας παρέδωσε η κατεστημένη φιλολογία. Βεβαιώνουν ακόμα και την πραγματολογική γνώση του επί των τεκταινομένων του μοντερνισμού, πέρα από την πασιφανή, χειραφετημένη και όχι μεταπρατική, δηλαδή ισότιμη ποιητική του συμμετοχή σ’ αυτή την καλλιτεχνική κοσμογονία. Ο καθένας επιλέγει με ποια εικόνα του Καβάφη και της ποίησής μας ταυτίζεται, σε ποια εικόνα του εαυτού του προσβλέπει, σε ποια ταυτότητα ομνύει, πώς πορεύεται σε τούτη τη ζωή.
Πάντως, τα παιχνίδια εξουσίας, οι γραμματολογικές μανούβρες και οι πρόσκαιρες επιτυχίες παλιώνουν γρήγορα∙ αυτό που διαρκεί είναι το κατορθωμένο έργο, όπως το γνώριζε καλύτερα από κάθε άλλον ο Καβάφης, αφήνοντάς μας ένα διαρκές μέτρο των πραγμάτων. Κι αυτό το έργο δεν έχει καμιά σημασία αν αντιστοιχεί ή όχι στην έκτακτη εικόνα του Εμπειρίκου, ότι «Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου», αν και η καβαφική ποίηση σίγουρα αντιστοιχεί στην ουσία τού εμπειρίκειου ορισμού: «Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. […] Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος».
Ετούτο έχει να μας προσφέρει, ο τόσο οικείος πια, αλλά διαρκώς τόσο απόμακρος Καβάφης, και στη σημερινή, δύσκολη ιστορική στιγμή, μέσα στην κρίση. Δηλαδή, ό,τι πιο μείζον και ανθεκτικό. Γι’ αυτό και το παρόν αφιέρωμα, ογδόντα χρόνια από τον θάνατό του και εκατόν πενήντα από τη γέννησή του.
Γιατί, όπως το είπε ο ίδιος, «Ο Καβάφης, κατά την γνώμη μου, είναι ποιητής υπερμοντέρνος, ποιητής των μελλουσών γενεών».
Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s