Κρατική «εγκυρότητα» και κρίσιμη λογοτεχνία

Δεν υπάρχουν καιροί που να μην είναι κρίσιμοι, δεν υπάρχουν λογοτεχνίες μη κρίσιμες (και δεν αναφέρομαι, εννοείται, στα μάρκετινγκ κούφιων φιλοδοξιών). Ωστόσο, κάποιοι καιροί είναι κρισιμότεροι και επιβάλλουν πιο επιτακτικά το ζήτημα της λογοτεχνίας ως συνείδησης της κρίσης, αποδίδοντας τα ουσιώδη πέρα από κρατικούς καταναγκασμούς του μαστιγίου και ιδιοτελείς προσδιορισμούς του καρότου.
Σε αυτούς τους κρίσιμους καιρούς, τους δικούς μας, διοργανώθηκε η τελετή απονομής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας του 2012 στη στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Σε μια αίθουσα με αραιό κόσμο, το τυπικό της παρελθούσης εκσυγχρονιστικής αίγλης αφέθηκε να αναπαράξει τον εαυτό του σε ακόμα μία κουρασμένη σκηνοθεσία. Όλο το οργανικό πρόβλημα του πολιτισμού της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης εκφράστηκε στην εναρκτήρια τοποθέτηση του αναπληρωτή υπουργού Πολιτισμού, Κων/νου Τζαβάρα.
Ο αναπληρωτής υπουργός προσομοίωσε τους συγγραφείς με «συμβολικό κεφάλαιο» για «εκδοτικές παραγωγές», πανηγύρισε τη νεοφιλελεύθερη ποσοτικοποίηση της αξίας και δεν παρέλειψε να καταδείξει για άλλη μια φορά τις καταβολές του όψιμου πολιτιστικού εγκλιματισμού του, λέγοντας πως «το κράτος τιμά τη λογοτεχνική παραγωγή από το 1956 και εγγυάται με το κύρος του τις πνευματικές αξίες». Αυτές νοούνται, προφανώς, ως ένα είδος «εμφιαλωμένης φύσης» (για να θυμηθούμε τον Ελύτη), ώστε να καταναλωθούν υπεύθυνα, καλοπροαίρετα και θετικά από τον «microastus vulgaris» ή θα πωληθούν αναλόγως και τοις μετρητοίς από τον εις το διηνεκές επιχειρούντα «coreus normalis», χάρη στην έγκυρη σφραγίδα του νυν και του εκάστοτε κ. Τζαβάρα. Ηλιοφορεί με κομπορρημοσύνη, ιδεοφορεί με αποστείρωση και μαχαιροφορεί με επιβραβεύουσα εγκυρότητα αυτό το κράτος, που έχει ρημάξει κάθε μορφωτικό ερέθισμα, κάθε πολιτιστικό προσανατολισμό, κάθε φλέβα αυθεντικής δημιουργίας, τουλάχιστον από το 1956.
Υπό αυτό το πρίσμα, όπως έχει πολλές φορές ειπωθεί, οι κρατικοί θεσμοί περιποιούν ως μοναδική τιμή στη λογοτεχνία το να την αγνοούν και να την μάχονται. Ένας τρόπος με τον οποίον την μάχονται, είναι ενσωματώνοντάς την στο κυνήγι του εξωλογοτεχνικού οφέλους. Τα βραβεία αγνόησαν πολλές φορές πραγματικά σημαντικές μορφές της λογοτεχνίας ή άργησαν επιδεικτικά να τις συναντήσουν, ενώ από την άλλη επέδρασαν ως κίνητρο για ποικίλα «σοφά» στρατηγήματα στην κοινωνία της κατανάλωσης. Οι βραβεύσεις αποκτούν νόημα, όταν ο συγγραφέας δεν επιζητεί, αλλά λαμπρύνει, χωρίς να σκέφτεται συσχετισμούς βραβεύσεων, το ήθος το λογοτεχνικό και το δημόσιο. Όταν δεν πνίγει στο λαρύγγι τα πάθη του «εν γένει πάσχοντος ανθρώπου», μα και όταν διαρκώς ανιχνεύει νέες τάσεις, μοχθεί για να αναταράξει γενετικούς συντελεστές της λογοτεχνικής παραγωγής, σε ευθεία αντίθεση με την «εγκυρότητα» του κράτους και την υποβαλλόμενη αυτολογοκρισία, πριν ή μετά από την ενδεχόμενη βράβευση.
Η στιγμή που έφερε στην αίθουσα της απονομής ατόφια την αίσθηση των κρίσιμων καιρών και της κρίσιμης λογοτεχνίας, ήταν όταν απονεμήθηκε τοβραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα στους Θωμά Ιωάννου και Θωμά Τσαλαπάτη. Στις τοποθετήσεις τους, δεν περιστράφηκαν στην συμπτωματολογία περί διάλυσης του ΕΚΕΒΙ ή στη γενικόλογη υπενθύμιση της καταστροφικής πολιτικής για το βιβλίο. Μίλησαν έχοντας πλήρη επίγνωση της κοινωνικής λειτουργίας του λόγου τους, μίλησαν με το ήθος που θέτει υπό κρίση την κοσμοαντίληψη και επερωτά τις συλλογικές παραστάσεις της εποχής. Με δυο λόγια, εξέφρασαν εκείνο το δυσφημισμένο από τους θεράποντες της «κρατικής εγκυρότητας», εκείνο που είχε γράψει ο Roland Barthes στον «Βαθμό Μηδέν της Γραφής»: «Ο ποιητής βρίσκεται στα μισά του δρόμου ανάμεσα στον αγωνιστή και τον συγγραφέα»-τόσο για το ενέργημα του έργου του όσο και για την ιστορικοκοινωνική του συνείδηση.
Με αναφορά στον Βύρωνα Λεοντάρη, ο Θωμάς Ιωάννου επισήμανε τη βιοθεωρητική στάση του ποιητή, εκεί που αρθρώνεται η εσωτερική αντίσταση της ποίησης ανοίγοντας τομές και γεμίζοντας ρωγμές η ίδια: «[…] Η ποίηση πέρα από έντεχνος λόγος είναι και στάση ζωής. Το ποίημα, μέσα από τα χάσματά του, αφήνει κερκόπορτες να αλωθεί, αλλά και να αλώσει. […] Σε μια εποχή που η ποίηση καλείται να είναι ανοιχτή, φιλική στο περιβάλλον και παρηγορία, ας επιλέξουμε να κρατήσουμε την ποίηση κλεισμένη στον εαυτό της, εχθρική αλλά και τοξική, όπως ένα φάρμακο, που ενώ μπορεί να θεραπεύσει, μπορεί να γίνει και φαρμάκι. Με άλλα λόγια, ας διατηρήσουμε την ποίηση μάχιμη».
Με αναφορά στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, ο Θωμάς Τσαλαπάτης εστίασε στην ποίηση που βρίσκει τις βιωματικές καταβολές της μέσα στα κακοφορμισμένα τραύματα του «μνησιπήμονος» κοινωνικού πόνου, για να ανταποκριθεί στην κρίσιμη αναμέτρηση με τις λέξεις: «[…] Άνθρωποι ονομάζονται λαθραίοι, άρρωστες γυναίκες υγειονομική βόμβα, εγκληματικές συμμορίες νεοναζί ρατσιστών βαφτίζονται πολιτικά κόμματα, η καταστολή ονομάζεται προστασία, τα βασανιστήρια σωφρονισμός. Με ποιες λέξεις να γράψεις; Και να γράψεις για αυτά; Να γράψεις με αυτά; Να γράψεις παρ όλα αυτά; Τελικά απλώς γράφεις, και αν είσαι τυχερός ο κόσμος που σου δόθηκε θα βρεθεί στις λέξεις. Σε όλες αυτές τις λέξεις που έρχονται από μακριά, που σου υπενθυμίζουν και σου επιβάλλουν ειλικρίνεια».
Ας θεωρείται, λοιπόν, η γραφή ως «ενέργημα κοινωνικής αλληλεγγύης» η μέγιστη και δυσκολότερη τιμή.
Ν.Σ.

 

http://www.epohi.gr/portal/politismos/14203–lr

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s