Συγκέντρωση αλληλεγγύης στους εξεγερμένους της Τουρκίας

Τη Δευτέρα 3 Ιουνίου στις 5:30 μ.μ. στην τουρκική πρεσβεία Βασ Σοφίας και Ρηγίλλης.

Η Τουρκία συγκλονίζεται από ένα μεγαλειώδη λαϊκό ξεσηκωμό για ελευθερία και δικαιοσύνη. Αυτό που ξεκίνησε ως κίνημα υπεράσπισης του πάρκου Γκεζί από τις αδηφάγες ορέξεις των εργολάβων και της κυβέρνησης, εξελίχθηκε σε κοινωνική εξέγερση ενάντια στη φτώχεια, τον κρατικό αυταρχισμό, την καταπίεση. Παρά την κτηνώδη καταστολή της κυβέρνησης Ερντογάν, οι διαδηλωτές επιμένουν να βρίσκονται στο δρόμο, επιμένουν να αντιστέκονται. Δεν πρέπει να μείνουν μόνοι! Τώρα είναι η ώρα να δείξουμε τη διεθνιστική αλληλεγγύη μας. Πολύ περισσότερο που μόλις χτες η Ελληνική κυβέρνηση σε συνεργασία με ξένες μυστικές υπηρεσίες παρέδωσαν στην Τουρκία τον αριστερό αγωνιστή Μπουλούτ Γιαϊλά.
Το Ταξίμ είναι και δικιά μας πλατεία.

Αποκλεισμός της Φρανκφούρτης, ημέρα 2η: Αστυνομική βία κατά των ακτιβιστών του Blockupy

Συνεχίστηκαν για δεύτερη μέρα οι διαδηλώσεις του Blockupy ενάντια στη λιτότητα – Μηνύματα αλληλεγγύης στον εξεγερμένο λαό της Τουρκίας

Σάββατο, 1/6:

 

Πάνω από 7.000 διαδηλωτές κατέκλυσαν το κέντρο της Φρανκφούρτης, έδρας της ΕΚΤ,  συνεχίζοντας τη διαμαρτυρία ενάντια στη λιτότητα. Το κίνημα «Βlockupy», για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα κάλεσε σε μαζική αντίσταση ενάντια στις πολιτικές λιτότητας και σε αλληλεγγύη τόσο στην Τουρκία όσο και στον ευρωπαϊκό Νότο, όπου οι λαοί αντιδρούν στην τρόικα και τα Μνημόνια. Συνδικάτα και οργανώσεις της Αριστεράς (Verdi, IG Metall, το κόμμα Die Linke, Attac, κ.α) ανταποκρίθηκαν στην πρωτοβουλία αυτή με κεντρικό σύνθημα «οι άνθρωποι πάνω από τα κέρδη».

 

 

 

————– Τελευταία ενημέρωση από ΑΠΕ, 6.00 μ.μ. Σαββάτου 1η Ιουνίου —————–

 

Διαδηλωτές συγκρούστηκαν με αστυνομικούς κατά την κινητοποίηση κατά της λιτότητας στη Φρανκφούρτη

Χρησιμοποιώντας σπρέι πιπεριού και γκλομπ η γερμανική αστυνομία προσπάθησε να διαλύσει τη συγκέντρωση του αντικαπιταλιστικού κινήματος Blockupy που είχε οργανωθείσήμερα, για δεύτερη συνεχόμενη ημέρα, στη Φραγκφούρτη, σε ένδειξη διαμαρτυρίας για την πολιτική λιτότητας που εφαρμόζεται στην Ευρώπη.

Περίπου 7.000 διαδηλωτές συμμετείχαν στην πορεία και πολλοί από αυτούς κρατούσαν πανώ με συνθήματα όπως «Έξω το ΔΝΤ από την Ελλάδα» και «Κάντε έρωτα, όχι πόλεμο». Η έναρξη της κινητοποίησης ήταν ειρηνική αλλά στη συνέχεια μικρές ομάδες κουκουλοφόρων άρχισαν να εκτοξεύουν πέτρες και καπνογόνα εναντίον των αστυνομικών που απάντησαν δυναμικά. Πολλοί διαδηλωτές και αστυνομικοί τραυματίστηκαν.

Διαδηλώσεις εναντίον της τρόικας των διεθνών πιστωτών –ΔΝΤ, ΕΚΤ και ΕΕ– επρόκειτο να πραγματοποιηθούν σήμερα και σε πολλές άλλες χώρες της Ευρώπης μετά την επιτυχημένη κινητοποίηση της Παρασκευής στη Φραγκφούρτη, όταν οι συγκεντρωμένοι κατάφεραν να αποκόψουν την πρόσβαση στα γραφεία της ΕΚΤ και την έδρα της Deutsche Bank.

Σήμερα ωστόσο οι αστυνομικοί σταμάτησαν τους διαδηλωτές προτού πλησιάσουν στο κτίριο της ΕΚΤ. Σε ανακοίνωσή του το κίνημα Blockupy κατηγορεί την αστυνομία ότι θέλει «να κλιμακώσει την ένταση» και ότι σταμάτησε μια νόμιμη κινητοποίηση.

«Είναι σκανδαλώδες. Η αρχική διαδρομή της πορείας είχε εγκριθεί από πολλούς νόμιμους φορείς», είπε η εκπρόσωπος του κινήματος Άνι Ντίσελμαν.

Η αστυνομία από την πλευρά της απάντησε ότι αξιωματικοί της δέχτηκαν κατ’ επανάληψη επίθεση από μια μικρή ομάδα διαδηλωτών και κατέστη αναγκαίο να χρησιμοποιηθεί βία.

Πηγή ΑΠΕ – ΑΜΠ

 

————————————————

 

 

Riot police stand guard in front of protesters during an anti-capitalism 'Blockupy' demonstration in Frankfurt June 1, 2013. REUTERS-Ralph Orlowski

 

 

 

Η αστυνομία της Φρανκφούρτης «απάντησε» με γκλοπ, σπρέϋ πιπεριού και υπέρμετρη βία τραυματίζοντας αρκετούς διαδηλωτές. Τα μέλη του κινήματος «Blockupy» κατηγορούν την αστυνομία ότι τεχνηέντως προκάλεσε εντάσεις με στόχο να καταστείλει μια καθ’ όλα νόμιμη διαδήλωση που θα έφτανε  ως την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα, καθώς σήμερα, 1η Ιουνίου, συμπληρώνονται 15 χρόνια από την ίδρυσή της.   Δείτε το σχετικό ρεπορτάζ του δικτύου «RussiaToday» για τη δεύτερη ημέρα του «Blockupy».

 

 

 

 

Οι ρεπόρτερ και οι τεχνικοί του RT καταγγέλλουν ότι η αστυνομία εμπόδισε το ρεπορτάζ περιφράσσοντας το χώρο της κινητοποίησης και διαχωρίζοντας τους δημοσιογράφους από τους διαδηλωτές. Ωστόσο, τόσο από τα ΜΜΕ όσο κυρίως από τα social media, φτάνουν πολλές εικόνες από τη βίαιη καταστολή της σημερινής διαδήλωσης:

 

 

Το σχετικό #hashtag στο twitter (απ’ όπου και η παραπάνω φωτογραφία):https://twitter.com/Blockupy

 

 

Αλληλεγγύη στους λαούς της Ευρώπης

 

Οι διαδηλωτές στη Φρανκφούρτη αναφέρθηκαν εκτενώς κατά τη διάρκεια των ομιλιών στην εξέγερση στην Τουρκία, εκφράζοντας επιπλέον την αμέριστη συμπαράσταση και αλληλεγγύη τους. Ακόμη, ένα από τα σλόγκαν, σύμφωνα με το Reuters, του «Blockupy» ήταν:  «Έξω το ΔΝΤ από την Ελλάδα, καθώς σήμερα είναι η «Παγκόσμια ημέρα κατά της τρόικας». Οι συμμετέχοντες στο κίνημα αναδεικνύουν την ανάγκη για αλληλεγγύη μεταξύ των λαών ενάντια στις οικονομικές και πολιτικές ελίτ που έχουν καταδικάσει μια ολόκληρη ήπειρο στην ύφεση και έχουν σπρώξει το 1/4 των ανθρώπων σε Ελλάδα και Ισπανία στην ανεργία και εκατομμύρια ευρωπαίων στη φτώχεια. Όπως δήλωσε ο Hanno Bruchmann, διαδηλωτής, στο RT, η κρίση ξεκίνησε ως χρηματοπιστωτική, μεταβλήθηκε σε κρίση δημόσιου χρέους και τώρα παίνρει χαρακτηριστικά μόνιμης κρίσης του καπιταλισμού σε μεγάλη κλίμακα, κρίσης που αφορά τους εργαζόμενους όλης της Ευρώπης.

 

 

Περισσότερες φωτογραφίες από τη δεύτερη ημέρα του «Blockupy»:

 

Photo from twitter.com user @PeterGOliver_RT

 

Photo from twitter.com user @PeterGOliver_RT

 

Photo from twitter.com user @PeterGOliver_RT

 

Riot police stand guard during an anti-capitalism "Blockupy" demonstration in Frankfurt June 1, 2013.(Reuters / Kai Pfaffenbach)

 

 

Οι δράσεις του κινήματος την Παρασκευή 31/5 στο αναλυτικό ρεπορτάζ του left.gr:

Σε εξέλιξη οι δράσεις του Blockupy στη Φρανκφούρτη (ενημέρωση)

 

Ζωντανή μετάδοση των δράσεων: http://www.castortv.de/

Η «δασκάλα του Κεμάλ» μιλά για τον φανατισμό και τη λογοκρισία

Η δασκάλα που δέχθηκε επίπληξη από γονέα και τη διευθύντρια του σχολείου στο οποίο εργάζεται, με την κατογορία ότι κάνει «ισλαμική προπαγάνδα» επειδή δίδαξε στην τάξη τον Κεμάλ του Μάνου Χατζιδάκι, απέστειλε προς δημοσίευση επιστολή της, στον συνεργάτη του TvxsΓιώργο Πήττα, στην οποία περιγράφει λεπτομερώς όσα συνέβησαν.

«Εν έτει 2013 ζούμε (και που; στα δημοτικά σχολεία) φαινόμενα φανατισμού, λογοκρισίας», αναφέρει μεταξύ άλλων στην επιστολή της η δασκάλα, η οποία επιθυμεί να διατηρήσει την ανωνυμία της.

Ολόκληρη η επιστολή

«Έπειτα από την ανεπίσημη ανάρτησή μου στο διαδίκτυο για το περιστατικό “λογοκρισίας” του Κεμάλ και μετά την τεράστια ανταπόκριση των ΜΜΕ αλλά και συναδέλφων εκπαιδευτικών από τη Ελλάδα και το εξωτερικό, θεωρώ σημαντικό να σας ενημερώσω κατ’ αρχάς για το ίδιο το συμβάν και για την εξέλιξή του και έπειτα να διευκρινίσω ποιος ήταν ο σκοπός της κοινοποίησης μου.

Την προηγούμενη εβδομάδα σε δημοτικό σχολείο της Θεσσαλονίκης όπου εργάζομαι ως αναπληρώτρια μουσικός, στα πλαίσια ενός μαθήματος για τη ζωή και το έργο του Μάνου Χατζιδάκι, δίδαξα στα παιδιά της Ε’ δημοτικού το γνωστό τραγούδι “Κεμάλ”, τραγούδι το οποίο έχω επανειλημμένα διδάξει και παρουσιάσει σε σχολικές γιορτές, χωρίς ποτέ να μου δημιουργηθεί πρόβλημα.

Δύο μέρες μετά εμφανίστηκε στο σχολείο γονιός ο οποίος διαμαρτυρήθηκε στη διευθύντρια για το τραγούδι, υποστηρίζοντας πως το περιεχόμενό του αποτελεί “ισλαμική προπαγάνδα”. Η αντίδραση της διευθύντριας ήταν η εξής: μπήκε στην τάξη και μπροστά στη δασκάλα των παιδιών ζήτησε να της δώσουν πίσω τις φωτοτυπίες που είχα μοιράσει, λέγοντας πως η μουσικός έκανε λάθος και πως οι φωτοτυπίες δεν προορίζονταν για εκείνη την τάξη. Έπειτα με κάλεσε στο γραφείο της για να μου εκφράσει τη δυσαρέσκειά της. Με επέπληξε για την επιλογή του τραγουδιού λέγοντας πως δεν είναι κατάλληλο για παιδιά δημοτικού και πως μοναδικό μας μέλημα στο δημοτικό είναι να τονώνουμε το εθνικό φρόνημα των παιδιών.

Φυσικά ανέφερα το περιστατικό κατευθείαν στη σχολική σύμβουλο, η οποία και μετέφερε το θέμα στον προϊστάμενο. Μετά από επικοινωνία που είχα μαζί της με διαβεβαίωσε πως το θέμα εξετάζεται πια από την Περιφερειακή Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας μέσα στην οποία χαρακτηρίστηκε υπερβολική η αντίδραση για το συγκεκριμένο τραγούδι,  καθώς πολύ συχνά διδάσκεται και τραγουδιέται σε δημοτικά σχολεία.

Όσον αφορά την έκταση που πήρε το θέμα, θεωρώ σημαντικό να ξεκαθαρίσω το εξής για την πρόθεσή μου:  

Μετά την πρώτη μου επικοινωνία με τη σχολική σύμβουλο και αφού εκείνη μου ανέφερε πως υπάρχουν πολλά παρόμοια περιστατικά  ιδίως στη βαθμίδα της Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης, αποφάσισα να προβώ στην κοινοποίηση του συμβάντος στα πλαίσια ενός forum εκπαιδευτικών στο διαδίκτυο, δίνοντας την ηλεκτρονική μου διεύθυνση για να επικοινωνήσουν μαζί μου όσοι εκπαιδευτικοί αντιμετώπισαν αντίστοιχα προβλήματα, παροτρύνοντας τους να κάνουμε μια κίνηση από κοινού έτσι ώστε να μην προβληθεί το γεγονός ως ένα τυχαίο περιστατικό, που συνέβη σε ένα μόνο δημοτικό σχολείο.

Η ανταπόκριση των εκπαιδευτικών αλλά και όσων έλαβαν το μήνυμα ήταν τόσο μεγάλη στο να προωθήσουν την γνωστοποίηση του συμβάντος, ώστε το θέμα έφτασε να γίνει γνωστό παντού (ακόμη και στα αρμόδια όργανα του Υπουργείου Παιδείας απ’ ό, τι με πληροφόρησαν) και να προκύψει το τεράστιο ενδιαφέρον των ΜΜΕ στο να μάθουν λεπτομέρειες για να καλύψουν ειδησεογραφικά το γεγονός.

Απαντώ λοιπόν σε όλους τους δημοσιογράφους των έντυπων και τηλεοπτικών μέσων που επικοινωνούν μαζί μου συνεχώς για να δημοσιοποιήσουν τα στοιχεία του σχολείου και της συγκεκριμένης διευθύντριας , ή με καλούν να μιλήσω για την «προσωπική μου εμπειρία» σε τηλεοπτικά και ραδιοφωνικά μέσα, πως η πρόθεσή μου σε καμία περίπτωση δεν έχει μορφή προσωπική, και ότι μιλώ εν ονόματι πολλών συναδέλφων οι οποίοι αντιμετωπίζουν παρόμοια περιστατικά καθημερινά στη δουλειά τους στα σχολεία.

Από τη στιγμή που το θέμα εξετάζεται ήδη από τους αρμόδιους, θεωρώ περιττό να ασχολούμεθα με τις λεπτομέρειες.

Ας εστιάσουμε στην ουσία αυτού του γεγονότος, ότι δηλαδή εν έτη 2013 ζούμε (και που; στα δημοτικά σχολεία) φαινόμενα φανατισμού, λογοκρισίας και τέτοιου είδους παρεμβάσεων στο γνωστικό αντικείμενο που έχουμε σπουδάσει και καλούμαστε να διδάξουμε σε συνθήκες ήδη πάρα πολύ δύσκολες. 

Σας ευχαριστώ όλους για τη συμπαράσταση και την άμεση ανταπόκριση. Θέλω να πιστεύω πως η φωνή μας μπορεί ακόμη να ακουστεί και παραφράζοντας τον στίχο του μεγάλου Γκάτσου :

«Καληνύχτα Κεμάλ, αυτός ο κόσμος”… ίσως και να μπορεί να αλλάξει».

 

http://tvxs.gr/news/%CE%B5%CE%BB%CE%BB%CE%AC%CE%B4%CE%B1/%CE%B7-%C2%AB%CE%B4%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%AC%CE%BB%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%B5%CE%BC%CE%AC%CE%BB%C2%BB-%CE%BC%CE%B9%CE%BB%CE%AC-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CF%86%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%84%CE%B7-%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B9%CF%83%CE%AF%CE%B1

Terry Eagleton: Γιατί ο Μαρξ είχε δίκιο

Συνέντευξη στους Αλεξάντερ Μπάρκερ και Άλεξ Νίβεν, με αφορμή το νέο του βιβλίο, με τίτλο «Γιατί ο Μαρξ είχε δίκιο»

  

Σε όλη τη διάρκεια μιας καριέρας που μετράει αρκετές δεκαετίες ο Terry Eagleton έχει υπάρξει οργανικό κομμάτι της βρετανικής διανόησης. Γεννημένος και μεγαλωμένος στο Σάλφορντ του Μάντσεστερ, από γονείς μετανάστες ιρλανδούς και μέλη της εργατικής τάξης, ο Ήγκλετον κέρδισε μια υποτροφία για το Cambridge, όπου σπούδασε αγγλική λογοτεχνία υπό την επίβλεψη του Raymond Williams. Ως ακαδημαϊκός, στο  Cambridge και αργότερα στην Οξφόρδη, έγινε γνωστός για τις μαρξιστικές του προσεγγίσεις στην αγγλική λογοτεχνία και για την υπεράσπιση της ηπειρωτικής φιλοσοφίας, σε μια εποχή που κάτι τέτοιο ήταν σχεδόν αδιανόητο. Το βιβλίο του  Θεωρία της Λογοτεχνίας (1983) έγινε το κλασικό «αλφαβητάρι» για το θέμα και στα χρόνια που ακολούθησαν ο Ήγκλετον συνέχισε να προσφέρει θεωρητικές αναλύσεις για μια σειρά από θέματα, από την προσωδία ως το μεταμοντερνισμό, με μια κριτική φωνή που είναι εξ ορισμού προκλητική, εκλαϊκευτική και ευρυμαθής. Το πρόσφατο βιβλίο του Ήγκλετον, με τίτλο Γιατί ο Μαρξ είχε δίκιο, επιδιώκει να συνοψίσει και να εκσυγχρονίσει τις μαρξιστικές αρχές στο πλαίσιο της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης και σε ένα κλίμα διογκούμενου αντικαπιταλισμού.   

Λοιπόν;  γιατί είχε δίκιο ο Μαρξ;

Κάποιος με ρώτησε εχθές το βράδυ σε μια ομιλία, και ανέφερα την Ελλάδα. Είναι πολύ ειρωνικό το γεγονός πως, εν μέσω μιας εποχής τεράστιας παραγωγής πλούτου,  βλέπουμε ανθρώπους να ψάχνουν σε κάδους απορριμμάτων για φαγητό. Αυτό είναι το είδος της αντίφασης, νομίζω, για το οποίο μιλούσε ο Μαρξ. Ανέφερα επίσης το πόσο ο Μαρξ θαύμαζε τον τρόπο με τον οποίο ο καπιταλισμός συσσώρευσε τόσο πλούτο σε τόσο σύντομο διάστημα -υλικό, πνευματικό, πολιτισμικό-, ενώ δεν θα μπορούσε να το κάνει αυτό χωρίς την αντίφαση του να γεννά ανισότητα την ίδια στιγμή. Σήμερα βλέπουμε στην Ελλάδα ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αυτής της αντίφασης. Λοιπόν, αυτό είναι το είδος του παραδείγματος που θα επικαλούμουν για να δείξω την επικαιρότητα του Μαρξ. Ακόμα και εντός του αντικαπιταλιστικού κινήματος, ο Μαρξ δεν είναι πλειοψηφική παρουσία. Πρέπει να το πούμε αυτό. Αυτό οφείλεται μερικώς στην απαξίωση του μαρξισμού λόγω του σταλινισμού, από την οποία η μαρξιστική αριστερά θα κάνει καιρό να συνέλθει. Όμως, εγώ δεν ενδιαφέρομαι τόσο για το αν οι άνθρωποι θα κολλήσουν την ταμπέλα «μαρξιστής» στον εαυτό τους, εφόσον υιοθετούν μια κριτική στάση σε σχέση με την παρούσα κατάσταση. Δεν έχει σημασία πώς αυτοαποκαλούνται.

Θεωρείτε πως σ΄ αυτό το σημείο της ιστορίας οι όροι «μαρξισμός», «κομμουνισμός», «σοσιαλισμός» «αριστερισμός» είναι βασικά εναλλάξιμοι; Θα επιμένατε σε κάθετους διαχωρισμούς;

Όχι. Κατά μία έννοια, αυτό που είπα υπονοεί πως δεν είναι. Μπορείς να είσαι ένα καλός αριστεριστής και στοχαστής του αντικαπιταλιστικού κινήματος χωρίς να χρωστάς πολλά στο μαρξισμό. Δεν θα επένδυα πάρα πολλά στην αναγκαιότητα να είναι ο Μαρξ σωστός, αν και είναι αληθές, υποθέτω, πως ο μαρξισμός έχει υπάρξει το βασικό ρεύμα στην αντικαπιταλιστική κριτική εντός της αριστεράς. Αυτό που μου κάνει εντύπωση είναι ο δραματικός τρόπος με τον οποίο έχει αλλάξει η κατάσταση, για παράδειγμα απ’ την αλλαγή της Χιλιετίας. Στο γύρισμα της Χιλιετίας υποτίθεται πως η ιστορία είχε τελειώσει. Ο καπιταλισμός ήταν καλά εδραιωμένος, σίγουρος για τον εαυτό του και  αλαζονικός. Και έπειτα, απ την πτώση του Παγκόσμιου Κέντρου Εμπορίου και δώθε, έχει υπάρξει ο επονομαζόμενος «πόλεμος ενάντια στην τρομοκρατία», η τεράστια καπιταλιστική κρίση, η Αραβική Άνοιξη, κοινωνίες σαν την Ελλάδα παραπαίουν στο όριο της ριζικής αλλαγής, η πλειοψηφία της αμερικανικής νεολαίας δηλώνει πως προτιμά το σοσιαλισμό απ τον καπιταλισμό.  Κανείς δεν θα μπορούσε να τα έχει προβλέψει αυτά πριν από 10 χρόνια.  Νομίζω, λοιπόν, πως αυτό που έκανε ξανά επίκαιρο το μαρξισμό ή τουλάχιστον το σοσιαλισμό, είναι, φυσικά, η καπιταλιστική κρίση. Δεν είναι επειδή οι άνθρωποι ξεκίνησαν ξαφνικά να διαβάζουν Μαρξ ή επειδή μια καινούρια γενιά αριστερών έχει αναδυθεί.  Είναι η κρίση που κάνει πάντα ένα σύστημα ορατό, που κάνει πάντα τα όριά του ορατά -και στα συστήματα, συνήθως αυτό δεν αρέσει. Επομένως, οι άνθρωποι μπορούν να αρχίσουν να τα βλέπουν με μια άλλη οπτική, κριτικά.

 
Μιλήσατε για το γεγονός πως ο Μαρξ δεν θεωρούσε πως μια επανάσταση έπρεπε να είναι κατ’ ανάγκη βίαιη. Αισθάνεστε πως αυτό που συμβαίνει τώρα ως απάντηση στην κρίση  και τα επακόλουθά της είναι η αρχή μιας επανάστασης με το νόημα που της έδινε;

Πιστεύω πως ίσως να είναι λιγάκι βιαστικό να πει κανείς κάτι τέτοιο. Νομίζω πως  θά’ θελα να περιμένω να δω. Οι σοσιαλιστές, παραδοσιακά, μιλούσαν για προ-επαναστατικές καταστάσεις. Δεν είμαι σίγουρος αν θα την χαρακτήριζα ως τέτοια. Επίσης, ο Μαρξ ήταν ενάντια στις προβλέψεις και όσες προβλέψεις έκανε ήταν σχεδόν όλες λανθασμένες.  Θα έλεγα πως είναι πάντα βεβιασμένο το να υπερεκτιμούμε την πτώση της ισχύος του συστήματος. Έχουν πιο πολλά τανκς απ’ ότι εμείς! Από την άλλη, ο καπιταλισμός, όπως και κάθε άλλο πολιτικό σύστημα, δεν μπορεί να δουλέψει πραγματικά χωρίς έναν δεδομένο βαθμό συναίνεσης. Δεν χρειάζεται οι άνθρωποι να είναι υπέρ του, αλλά χρειάζεται να είναι τουλάχιστον παθητικά συναινετικοί. Η κατάσταση στην Ελλάδα δεν είναι τώρα τέτοια, αυτό που επικρατεί στην Ελλάδα είναι η ωμή οργή ανθρώπων που δεν είναι με κανέναν τρόπο εκ φύσεως ριζοσπάστες. Και δεν είναι εκτός συζήτησης – δεν το ξέρουμε- το αν αυτή η διάθεση θα μπορούσε να εξαπλωθεί στην Ευρώπη. Οι άνθρωποι, κατά τη γνώμη μου, καταλήγουν σε μια ριζοσπαστική εναλλακτική μόνο όταν πιστεύουν πως το υπάρχον σύστημα είναι φθαρμένο σε σημείο που δεν επιδέχεται διόρθωση. Εφόσον νομίζουν πως θα τους αποφέρει κάποια πενιχρά οφέλη, είναι πιθανό να επαναπαυθούν, γιατί οι κίνδυνοι και οι ασάφειες της αλλαγής είναι τέτοιοι που πτοούν τους ανθρώπους. Αν αποδειχθεί όμως ότι το σύστημα δεν μπορεί να  παράσχει τα βασικά στους ανθρώπους  -γιατί το να ψάχνει ένα ολόκληρο έθνος στους σκουπιδοτενεκέδες είναι αδιανόητο- δεν υπάρχει λόγος γιατί οι άνθρωποι να μην εξετάσουν μια εναλλακτική λύση.

Λέτε κάπου, νομίζω πως είναι στο The Gatekeeper (2002), στην αυτοβιογραφία  σας, πως είναι μεγάλη παρηγοριά για εσάς που αποφύγατε την κλασική πορεία από ριζοσπάστης νέος να γίνετε ένας γέρος Συντηρητικός. Έχει υπάρξει όμως μια κάποια μετακίνηση προς την ενασχόληση με μεταφυσικά θέματα στο πρόσφατο έργο σας, πιστεύω: τραγωδία, το κακό, η θρησκεία, η αγάπη, ο θάνατος. Έχετε συνείδηση αυτής της στροφής;

Ως προς την αποφυγή του κλισέ του οργισμένου νέου που γίνεται χολερικός, αντιδραστικός, υποθέτω πως ένας λόγος που δεν το’ χω κάνει είναι επειδή, όπως υποστηρίζω στο βιβλίο για τον Μαρξ, ο λόγος που οι άνθρωποι σταμάτησαν να είναι αριστεροί τις τελευταίες δεκαετίες δεν ήταν απαραιτήτως επειδή άλλαξαν οι απόψεις τους για το σύστημα, αλλά επειδή θεώρησαν πολύ δύσκολο να το ανατρέψουν. Υπήρχε απογοήτευση ως προς τις εναλλακτικές του νεοφιλελευθερισμού στα αχαλίνωτα χρόνια της μεγάλης ανάπτυξης, της Θάτσερ, του Ρέιγκαν –του καουμπόι του καπιταλισμού.  Απλά, δεν φαινόταν να υπάρχει εφικτός τρόπος να αλλάξεις το σύστημα. Αυτό είναι καταθλιπτικό με μια έννοια, αλλά ενθαρρυντικό με μια άλλη. Δεν είναι πως οι άνθρωποι έβγαλαν το καπέλο στο σύστημα επειδή πίστεψαν ότι ήταν υπέροχο  (εκτός από έναν από τους πιο ριζοσπάστες μαρξιστές φοιτητές που είχα ποτέ, ο οποίος έγινε χρηματιστής γιατί πείστηκε πως ο καπιταλισμός ήταν το καλύτερο πράγμα που συνέβη μετά τον Μιχαήλ Άγγελο).  Έτσι, αυτός ήταν ο λόγος που δεν άλλαξα απόψεις, όπως έκαναν πολλοί άνθρωποι.

Υποθέτω πως ένα από τα πλεονεκτήματα της ύφεσης της αριστεράς, περιέργως, είναι πως σου δίνει χρόνο να σκεφτείς για την πολιτική και να μην τη φετιχοποιείς. Η πολιτική δεν είναι τα πάντα και το τέλος των πάντων. Ποτέ δεν πίστεψα πραγματικά πως ήταν, αλλά όταν η αριστερά είναι σε φάση υπεροχής είναι δύσκολο να μην το πιστεύεις. Έτσι, υπάρχουν περιέργως οφέλη απ’ αυτή την κατάσταση, διότι μπορείς να ξεκινήσεις να ασχολείσαι με ιδέες ή να σκέφτεσαι το ζήτημα, και υποθέτω πως εν μέρει αυτό είναι που έκανα: το να μην εγκαταλείπεις την πολιτική, αλλά να προσπαθείς να της προσδώσεις βάθος, και επίσης, κάνοντας αυτό να σπας την Αγία Τριάδα της τάξης, της φυλής και του φύλου. Όσο ζωτικά θέματα κι αν είναι αυτά, έχουν γίνει οι ράγες πάντως στις οποίες κινείται η πολιτισμική αριστερά.

Θεωρείτε λοιπόν πως μπορεί να υπάρχουν δυνατότητες μιας συμμαχίας ανάμεσα στη θρησκεία και την αριστερή πολιτική;

Με μια έννοια, θα μπορούσατε σχεδόν να πείτε πως αυτό έχει υπάρξει το θέμα της διανοητικής μου καριέρας. Δεν είναι προφανές σε μένα ή σε οποιονδήποτε άλλο το ζήτημα. Αλλά, φυσικά, ξεκίνησα, όταν ήμουν στο Cambridge, σαν αριστερός καθολικός, στις μεθυστικές μέρες της Δεύτερης Βατικανής Συνόδου. Υποθέτω πως θα μπορούσε κανείς να πει πως ο «πολιτικός χριστιανισμός» έχει υπάρξει ένα είδος υπό-ρεύματος μέσα στο έργο μου. Τώρα έρχεται στην επιφάνεια, ενώ υπήρχαν εποχές, ειδικά σε αυτή που θα αποκαλούσα αλτουσσεριανή μου φάση, στην οποία  αυτό δεν ήταν τόσο προφανές.

Πολλοί άνθρωποι θα έβλεπαν μια αντίφαση ανάμεσα στον μαρξισμό και τον καθολικισμό, για παράδειγμα…

Κοιτάξτε,  δεν είμαι σίγουρος πως θα μιλούσα για τον ρωμαιοκαθολικό εαυτό μου. Ανατράφηκα εντός αυτής της κουλτούρας, και είναι πράγματι μια κουλτούρα  -αυτό είναι ένα από τα ελκυστικά πράγματα σχετικά με αυτή. Ξέρετε, συναντάς έναν καθολικό απ τον Κορέα ή από αλλού, και έχετε πάρα πολλά κοινά. Είναι σαν να’ σαι εβραίος, μ’ αυτή  την έννοια. Δεν έχω σχέση με το Βατικανό κι αυτού του είδους τα πράγματα. Υποθέτω όμως πως είναι ένα συγκεκριμένο ιδεολογικό ρεύμα που με ενδιαφέρει, όπως και οι πολιτικές του συνέπειες. Και προφανώς έχει έρθει στο προσκήνιο τα τελευταία χρόνια. Αν σκεφτεί κανείς τον αριθμό αγνωστικιστών και ντεϊστών αριστερών, απ’ τον Agamben και τον Zizek μέχρι τον Habermas και τον Badiou, οι οποίοι εγείρουν θεολογικά ζητήματα, είναι σε μεγάλο βαθμό κομμάτι του πνεύματος της εποχής.

Πόσο σημαντική είναι για σας η Ιρλανδία; Επειδή προφανώς μεγαλώσατε στο Μάντσεστερ, είναι το ενδιαφέρον σαν για την «ιρλανδικότητα» η παρόρμηση ενός εξόριστου;

Βασικά, δεν το γνωρίζω. Έγραψα πολλά για την Ιρλανδία τη δεκαετία του 1990. Έγραψα μια τριλογία βιβλίων για την ιρλανδική ιστορία, κουλτούρα και λογοτεχνία και από τότε απομακρύνθηκα διανοητικά από την Ιρλανδία. Ακόμα ζω εκεί, απλά δεν έχω γράψει πολλά γι’ αυτήν από τότε.  Με εξαίρεση το ότι μόλις έγραψα μια εκτεταμένη κριτική για την  London Review of Books,  σχετικά με ένα μυθιστόρημα που αφορά την ιρλανδικότητα, στην οποία παρατηρώ το πώς οι Ιρλανδοί τοποθετήθηκαν σ’ αυτή τη γη κατά τρόπον ώστε οι άλλοι άνθρωποι να έχουν ρομαντικά αισθήματα γι’ αυτούς. Ένα πράγμα που εκτιμώ στην Ιρλανδία, το οποίο επίσης αναφέρω στην Επιθεώρηση, είναι πως το βασικό μας εξαγωγικό προϊόν παραμένει ο πολιτισμός,  σε όλο του το φάσμα, από τον Μπόνο ως τον   Heaney και τον Friel, και αυτό είναι καλό. Το εκτιμώ αρκετά  αυτό. Το να ζεις όμως σε ένα μικρό, ξακουστό νησί έχει και τα αρνητικά του, ακόμα περισσότερο αν είσαι ημι-ξένος, όπως είμαι εγώ. Πρέπει να είσαι προσεκτικός μερικές φορές. Δεν ξέρω. Υποθέτω πως πάντα ήξερα την Ιρλανδία υπερβολικά καλά για να τρέφω ρομαντικά αισθήματα γι αυτήν.

Και τι συμβαίνει με την «αγγλικότητά» σας; Υπάρχει μεγάλη συζήτηση γι αυτήν αυτό τον καιρό. 

Ναι. Με πολλούς τρόπους αισθάνομαι άγγλος. Μερικές φορές στους ανθρώπους που με ρωτούν τι είμαι, εθνικά, λέω πως δεν με αφορά, κι ότι αυτό είναι ένα προνόμιο. Το τι είσαι εθνοτικά ή εθνικά έχει σημασία μόνο αν είσαι καταπιεσμένος,  αν κάποιος το χρησιμοποιεί εναντίον σου για να σε κάνει να αισθανθείς  άσχημα με αυτό. Λοιπόν, αυτή δεν είναι η περίπτωσή μου, οπότε δεν έχει μεγάλη σημασία.

Ποιες είναι οι απόψεις σας για την υπάρχουσα κατάσταση του ακαδημαϊκού κόσμου; Τον έχετε δει να εξελίσσεται μέσα στα χρόνια.

Οι περισσότεροι άνθρωποι που ξέρω στον ακαδημαϊκό χώρο θέλουν να φύγουν. Αυτό είναι μια αρκετά καινούρια κατάσταση. Ποτέ δεν το’ χω ξανασυναντήσει στο παρελθόν. Όταν έφτασα στο   Oxbridge,  στην τρυφερή ηλικία των 18, ήταν σε συντριπτικό  βαθμό ανώτερης τάξης και πολύ  ελιτίστικο, και πέρασα πολύ δύσκολα εκεί. Σαν tutor στην Οξφόρδη μέσα στα χρόνια είδα όλο αυτό το κλίμα -τουλάχιστον επιφανειακά- να διαφοροποιείται. Ξέρετε, μέλη του Κολλεγίου Eton με κόκκαλα στις μύτες τους  και μέλη του Κολλεγίου Winchester να τραβάνε με επιτήδευση τα φωνήεντα, ταλαιπωρώντας τα τζιν και την προφορά τους. Τουλάχιστον, όμως, εκείνα τα χρόνια το νεομανατζερίστικο ήθος δεν είχε ασκήσει τη γλοιώδη του επιρροή, τόσο πολύ, στα πανεπιστήμια.  Ο νεομανατζερισμός είναι απολύτως ειδεχθής. Εννοώ, έφερε το τέλος  μιας παράδοσης τουλάχιστον διακοσίων ετών, του πανεπιστημίου σαν κέντρου κριτικής, σε μια κοινωνία που κατά τα άλλα είναι αρκετά δύσκολο να συναντήσεις κριτική. Αυτή είναι μια σημαντική ιστορική εξέλιξη, και είμαι πολύ χαρούμενος, μιλώντας προσωπικά, που συμπίπτει με την αποχώρησή μου. Όπου κι αν πάω, απ το Περού ως την Αυστραλία οι άνθρωποι είναι πολύ δυσαρεστημένοι με αυτό που πιθανώς κάποτε ήταν -ξέρετε- «η καλύτερη περίοδος της ζωής ενός ανθρώπου».

Ποια είναι η άποψή σας για την τρέχουσα λογοτεχνική κριτική; Ήσασταν ο ίδιος ένα επεισόδιο στην ιστορία της λογοτεχνικής κριτικής , ένα είδος μεταβατικής φάσης απ τη σχολή του Leavy στην σημερινή κατάσταση…

Πρόκειται να εκδοθεί ένα βιβλίο μου με τον τετριμμένο τίτλο Πως να σπουδάσετε λογοτεχνία, γιατί φοβάμαι πως η λογοτεχνική κριτική, τουλάχιστον όπως την γνώριζα και τη δίδασκα, είναι πια ένα φάντασμα. Αυτό σημαίνει πως όλα τα πράγματα που  διδασκόμουν στο Cambridge —προσεκτική ανάλυση της γλώσσας, ανταπόκριση στην λογοτεχνική μορφή, μια αίσθηση ηθικής σοβαρότητας (όλα αυτά, βέβαια μπορούσαν να έχουν και αρνητικά παρεπόμενα), δεν διδάσκονται πια. Κάπου στην πορεία, αυτή η ευαισθησία για τη γλώσσα, την οποία εκτιμώ απεριόριστα, χάθηκε. Δεν το είχα συνειδητοποιήσει αμέσως αυτό, γιατί είχα ανέβει τα κλιμάκια της ακαδημαϊκής κοινότητας και δεν ήμουν αρκετά κοντά στην πραγματικότητα του προπτυχιακού επιπέδου, ώστε να το γνωρίζω. Όταν όμως πήγα στο Μάντσεστερ, με απώθησε ο τρόπος που οι άνθρωποι μπορούσαν να’ ναι πολύ έξυπνοι σχετικά με τα συμφραζόμενα ενός ποιήματος, αλλά δεν είχαν ιδέα πώς να μιλήσουν γι’ αυτό ως ποίημα. Ακόμα και αν κάποιος το έκανε αυτό με άσχημο τρόπο ή με αδιαφορία, ήταν παρόλα αυτά κάτι που κάναμε αυτόματα στις μέρες μου. Αυτό το βιβλίο, που εκδίδεται την επόμενη χρονιά, είναι πραγματικά μια προσπάθεια να φέρει ξανά στην επικαιρότητα τη λογοτεχνική κριτική όπως την βλέπω εγώ. Και να μιλήσει για ζητήματα όπως η αξία, τι είναι καλό, τι κακό, για τη μορφή, το θέμα, τη γλώσσα, τη φαντασία κλπ.

Δεν είναι ακριβώς μια στροφή 180 μοιρών, αλλά ορισμένοι άνθρωποι θα σας έβλεπαν σαν έναν από τους υπευθύνους για την πορεία απομάκρυνσης από την παραδοσιακή λογοτεχνική κριτική, πορεία που ξεκίνησε στο τέλος του περασμένου αιώνα. Έχει ενδιαφέρον ότι αυτή η συμμαχία ανάμεσα στην παλιά παράδοση του Cambridge και την πολιτική κριτική του τέλους του 20ου αιώνα φαίνεται να βρίσκεται σε παραλληλία με την νέα συμμαχία ανάμεσα στη θρησκεία και την αριστερά για την οποία μιλήσατε νωρίτερα. Έτσι, κάποιος σαν τον  Geoffrey Hill (καθηγητής ποίησης στην Οξφόρδη) θα συμφωνούσε με πολλά από αυτά που λέτε, αλλά είναι αγγλικανός Συντηρητικός. 

Βεβαίως. Αυτό σημαίνει το να κάνεις το δύσκολο εύκολο. Πρέπει να αποδεχθούμε πως κάποιες απ τις θέσεις μας μπορούν να συμπίπτουν με αυτές των αντιπάλων μας, και αυτό είναι μερικές φορές μια κοινή βάση..

Φαίνεται όμως πως υπάρχει μεγάλη κοινή βάση, πιθανώς, αυτή τη στιγμή, σχετικά με τα αγγλικά.

Οποιοσδήποτε, όποια κι αν είναι η θέση του, που να υποστηρίζει κάποιου είδους επιστροφή στην ευαισθησία για την γλώσσα, έχει την υποστήριξή μου ως προς αυτό. Μπορώ να καταλάβω το επιχείρημά σας πως είναι  πιθανώς ειρωνικό πως κάποιος σαν κι εμένα που εν μέρει ξεκίνησε την υψηλή θεωρία σ αυτή τη χώρα να θρηνεί μετά για την απώλεια της παράδοσης της προσεκτικής ανάγνωσης, αλλά, όπως είπα και πριν, δεν νομίζω πως πρόκειται γι’ αυτή την περίπτωση. Πιστεύω πως σχεδόν με ομοιόμορφο τρόπο σε όλο το φάσμα οι μεγάλοι θεωρητικοί ήταν πολύ προσεκτικοί αναγνώστες, απ τον  Hartmann τον Jameson, την Kristeva, τον Derrida, ο οποίος για κάποιους ανθρώπους παραήταν προσεκτικός αναγνώστης. Έτσι, θεωρώ πως στην πραγματικότητα αυτή είναι μια λανθασμένη αντιπαράθεση. Δεν πιστεύω πως αυτός είναι ο λόγος. Πιστεύω πως η αιτία έγκειται πολύ περισσότερο στα ΜΜΕ, τον μεταμοντερνισμό, τις αλλαγές συνολικά στην κουλτούρα, το status του γραπτού κειμένου κλπ.  Φυσικά,  αυτό που μοιραζόμαστε με κάποιον σαν τον Hill είναι αρκετά τυπικό: μια συμφωνία για έναν ορισμένο διαδικαστικό τρόπο να διαβάζεις. Μετά όμως ξεκινούν όλες οι διαφορές, όλες οι διαφορές για το νόημά του, τη θέση του εντός μια ορισμένης κουλτούρας.

Και ποια θα λέγατε πως είναι η θέση της λογοτεχνίας; Ποια είναι η αξία της κουλτούρας;

Έχουν γίνει προσπάθειες να γίνει η κουλτούρα υποκατάστατο της θρησκείας. Ο μοντερνισμός είναι σπαρμένος με αποτυχημένους υποψηφίους, υποκατάστατα για την θρησκεία.  Η κουλτούρα έχει, μάλιστα, υπάρξει πιο επιτυχημένη από πολλά από αυτά. Κατά την άποψή μου, κανένα συμβολικό σύστημα δεν έχει την ισχύ, τη διάχυση, το βάθος της θρησκείας.  Ό,τι και να πιστεύει κανείς για τη θρησκεία, θεωρώ πως αυτό είναι δεδομένο. Όχι πάντοτε ένα δεδομένο που μπορείς να το υπερασπίζεσαι με κάθε τρόπο, αλλά θεωρώ πως είναι ένα δεδομένο. Η κουλτούρα δεν πιάνει μία μπροστά στη θρησκεία. Απ’ την άλλη, το γεγονός ότι δεν μπορεί να κάνει τα πάντα δεν σημαίνει πως πρέπει απλώς να αποσυρθεί και να απομονωθεί σε κάποιο ιδιωτικό, ιερό μέρος. Είναι κομμάτι, υποθέτω, της υλιστικής θεωρίας πως η κουλτούρα  δεν είναι αυτό που ήταν κάποτε, αν και η κουλτούρα έχει υπάρξει τρομερά πιο σημαντική απ το 1900 και μετά στις δυτικές κοινωνίες. Παρόλα αυτά όμως έχει να παίξει έναν σημαντικό ρόλο, και αυτός, ιδανικά, είναι πέραν την ιδιωτικής ή ακαδημαϊκής συγγραφής λογοτεχνικής κριτικής , όπως αυτή υπήρξε.  Θα ήθελα να δω την κριτική να γίνεται για άλλη μια φορά κομμάτι της δημόσιας διανόησης. Αλλά αυτό δεν επιβάλλεται με διατάγματα. Εξαρτάται απ την κουλτούρα σαν όλον, την πολιτική σαν όλον.

Τι συμβουλές θα δίνατε λοιπόν στους νέους κριτικούς; 

Δεν είναι καλή εποχή να είναι κανείς στο πανεπιστήμιο. Αυτό που κάποιος μου περιέγραψε (στην Νότια Αφρική) σαν θατσεροποίηση των πανεπιστημίων συνεχίζεται γρήγορα, με διαφορετικά ονόματα.  Έχω μονάχα μια έμμεση σχέση με τον ακαδημαϊκό κόσμο, όπως ξέρετε, τώρα είμαι εν μέρει στην σύνταξη, αλλά ακόμα και όταν είχα εμπλοκή, όταν ήμουν στην καρδιά του τέρατος, προσπαθούσα πραγματικά να κρατάω τον ρόλο του δημόσιου διανοουμένου. Αυτό είναι πολύ σημαντικό.  Όχι ότι ο καθένας μπορεί να είναι  ένας Edward Said, ή ένας Habermas. Αλλά αυτό είναι που χρειαζόμαστε,  και μάλιστα επιτακτικά και άμεσα, δοθείσης της σχεδόν απόλυτης αφομοίωσης του ακαδημαϊκού κόσμου στον καπιταλισμό.

Πιστεύετε λοιπόν πως υπάρχουν θετικοί τρόπο να καταλάβει κανείς αυτό το δημόσιο ρόλο έξω απ την ακαδημαϊκή ζωή και πιθανώς έξω απ την αγορά;

Τίποτα δεν είναι εξ ολοκλήρου εκτός της αγοράς. Και δεν νομίζω πως θα πρέπει να είμαστε πολύ «καθαρολόγοι» σχετικά μ’ αυτό. Δουλεύουμε με ότι έχουμε, και πρέπει να είμαστε ρεαλιστές. Όμως το πρόβλημα ήταν, τουλάχιστον στα τέλη του 19ου αιώνα, ίσως μετά τον Matthew Arnold, πως βαθμιαία οι διανοούμενοι μετακινήθηκαν στα πανεπιστήμια. Μπορείς σχεδόν να χαρτογραφήσεις αυτή τη μεταστροφή στην ύστερη Βικτωριανή Αγγλία.  Με μια έννοια, αυτό τους έδωσε μια ορισμένη υποστήριξη και εξουσία. Δεν ήταν πια αθυρόστομες μοναχικές φωνές.   Επίσης, όμως, αυτό συνέπεσε με τον αργό θάνατο σημαντικών επιθεωρήσεων και δομών όπου μπορούσες να’ χεις μια μη-ακαδημαϊκή δημόσια διανοητική κουλτούρα.  Υποθέτω πως αντιπροσωπεύω αυτό το πράγμα τώρα, αλλά δεν το έκανα για το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου: δεν το έκανα όταν ήμουν στην ακαδημαϊκή κοινότητα. Ένα από τα πράγματα που με ανησυχεί είναι πως στις ΗΠΑ ακόμα και ριζοσπάστες ακαδημαϊκοί δεν ενδιαφέρονται γι’ αυτό. Αποδέχονται την «ακαδημαϊκοποίηση» της ριζοσπαστικής διανοητικής ζωής πολύ εύκολα.  Αυτό συμβαίνει εν μέρει γιατί ολόκληρη η ακαδημαϊκή κοινότητα είναι πολύ πιο συνειδητά επαγγελματική απ’ ότι εδώ, στην πατρίδα των ερασιτεχνών. Αυτή όμως είναι μια πολύ ανησυχητική εξέλιξη. Όπως είπα πάρα πολλές φορές, βλέπω τον διανοούμενο σαν το αντίθετο του ακαδημαϊκού, με πολλούς τρόπους. Αν μπορείς να προάγεις αυτό το πρότζεκτ από μια ακαδημαϊκή θέση, όπως συχνά συμβαίνει,   αυτό πρέπει να γίνει σε αντίθεση με τον εφησυχασμό, τις ειδικεύσεις και το ναρκισσισμό μεγάλου μέρους της ακαδημαϊκής δουλειάς. Αλλά και πάλι, ρεαλιστικά, με μια υλιστική ανάλυση, οι δυνατότητες δεν εξαρτώνται  από το ακαδημαϊκό επίπεδο, αλλά  από τις γενικότερες πολιτικές εξελίξεις.

Τέλος, τι βλέπετε να γίνεται στη συνέχεια; Στον κόσμο, τη Βρετανία, την Αγγλία, την Ιρλανδία, τον ακαδημαϊκό κόσμο.

Στην Ιρλανδία πρόκειται, στα τέλη του μήνα, να λάβει χώρα ένα δημοψήφισμα για την λιτότητα. Πιθανώς η λιτότητα θα κερδίσει, αλλά δεν θα κερδίσει στην Ελλάδα. Εάν δεν κερδίσει στην Ελλάδα θα υπάρξουν αλλαγές σε όλη την Ευρώπη και ελπίζω πως αυτό θα ενδυναμώσει το κίνημα ενάντια στη λιτότητα ανυπολόγιστα. Πιστεύω ότι υπάρχουν καλές πιθανότητες  αυτό να συμβεί εξαιτίας της Ελλάδας,  με την έννοια πως αυτή είναι το καναρίνι στο ορυχείο, και αυτό δεν μπορούν να το αντέξουν οι έλληνες, όσο περήφανοι κι αν είναι σαν λαός. Και ούτε οι άλλοι λαοί θα το αντέξουν, αν η λιτότητα εξαπλωθεί. Δεν ισχυρίζομαι πως μετά οι λαοί θα βγουν στα οδοφράγματα, αν και η Ελλάδα μπορεί να μην είναι μακριά απ αυτό, σίγουρα δεν είναι μακριά απ τον εμφύλιο πόλεμο. Τουλάχιστον, όμως, θα οξύνει τις πολιτικές επιλογές: θα τις θέσει στο τραπέζι. Και παραδόξως,  όχι λόγω ηρωικών προσπαθειών της Αριστεράς, αλλά εξαιτίας της λογικής του ίδιου του καπιταλισμού, ο οποίος, όπως είπε ο Oliver Hardy, έχει φέρει τον εαυτό του σε αυτό το χάλι. Και όσο περισσότεροι άνθρωποι είναι έτοιμοι, σε βαθμό αυτοθυσίας, να βγουν απ’ αυτό το σύστημα, τόσο περισσότερες επιλογές, νομίζω, θα γίνονται ορατές.

Ο Alexander Barker  είναι υποψήφιος διδάκτορας πολιτικής θεωρίας στο   Lincoln College της Οξφόρδης. Ο Alex Niven είναι υποψήφιος διδάκτορας αγγλικής λογοτεχνίας στο St John’s College της Οξφόρδης. Είναι και οι δυο αρχισυντάκτες του  Oxonian Review.

Αναδημοσίευση από Red Notebook
Πηγή: The Oxonian Review
Μετάφραση: Ντίνα Τζουβάλα
Επιμέλεια: Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης

Δυνάμεις του κομμουνισμού

599576_355738261162978_283198595_n
Του Daniel Bensaid
Σε ένα άρθρο του 1843 για «τις προόδους της κοινωνικής μεταρρύθμισης στην ηπειρωτική Ευρώπη», ο νεαρός Ένγκελς (μόλις είκοσι ετών) περιέγραφε τον κομμουνισμό ως «αναγκαία κατάληξη που συνάγεται αναγκαία από τις γενικές συνθήκες του σύγχρονου πολιτισμού». Εν ολίγοις, πρόκειται για έναν κομμουνι­σμό νοούμενο με όρους λογικής, καρπό της επανάστασης του 1830, όπου οι ερ­γάτες «επέστρεψαν στις ζωντανές πηγές και στη μελέτη της μεγάλης επανάστα­σης και ιδιοποιήθηκαν με σφρίγος τον κομμουνισμό του Μπαμπέφ».

Για τον νεαρό Μαρξ, από την άλλη, αυτός ο κομμουνισμός ήταν απλώς μια «δογματική αφαίρεση», μια «πρωτότυπη εκδήλωση της αρχής του ανθρωπι­σμού». Το νεοεμφανιζόμενο προλεταριάτο είχε «πέσει στα χέρια των δογματι­κών της χειραφέτησης του», των «σοσιαλιστικών σεχτών» και των συγκεχυμέ­νων πνευμάτων που «φαντασιοκοπούν ως ανθρωπιστές» για τη «χιλιοστή επέ­τειο της οικουμενικής αδελφοσύνης» ως «φαντασιακής κατάργησης των ταξι­κών σχέσεων». Πριν από το 1848, αυτός ο φαντασματικός κομμουνισμός, χωρίς ακριβές πρόγραμμα, στοιχειώνει την ατμόσφαιρα της εποχής με τις «ακατέργα­στες» μορφές των εξισωτικών σεχτών ή των ικάριων ονειροπολήσεων.

Ήδη, η υπέρβαση του αφηρημένου αθεϊσμού συνεπαγόταν ωστόσο έναν νέο κοινωνικό υλισμό που δεν ήταν άλλος από τον κομμουνισμό: «Όπως ακριβώς ο αθεϊσμός, ως άρνηση του Θεού, είναι η ανάπτυξη του θεωρητικού ανθρωπισμού, ομοίως ο κομμουνισμός, ως άρνηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, είναι η διεκδίκη­ση της πραγματικής ανθρώπινης ζωής». Μακριά από κάθε χυδαίο αντικληρικα­λισμό, αυτός ο κομμουνισμός ήταν «η ανάπτυξη ενός πρακτικού ανθρωπισμού», για τον οποίο ζητούμενο δεν ήταν μόνο να αντιπαλέψει τη θρησκευτική αλλο­τρίωση, αλλά την πραγματική κοινωνική αλλοτρίωση και εξαθλίωση που γεν­νούν την ανάγκη της θρησκείας.

Από την ιδρυτική εμπειρία του 1848 μέχρι την εμπειρία της Κομμούνας, η «πραγματική κίνηση» που τείνει στην κατάργηση της κατεστημένης τάξης πραγ­μάτων απέκτησε μορφή και δύναμη, διαλύοντας τις «δογματικές φαντασιοπλη-ξίες» και περιγελώντας το «ύφος χρησμού της επιστημονικής βεβαιότητας». Με άλλα λόγια, ο κομμουνισμός, που ήταν αρχικά μια πνευματική κατάσταση ή ένας «φιλοσοφικός κομμουνισμός», έβρισκε την πολιτική μορφή του. Σε ένα τέταρτο του αιώνα μεταμορφώθηκε: από τους τρόπους φιλοσοφικής και ουτοπικής εμ­φάνισης του στην επιτέλους ευρεθείσα πολιτική μορφή της χειραφέτησης.

  1. Οι λέξεις της χειραφέτησης δεν βγήκαν άθικτες από τις θύελλες του περα­σμένου αιώνα. Μπορούμε να πούμε γι’ αυτές, όπως λέει για τα ζώα ο μύθος του Λαφοντέν, ότι δεν πέθαναν όλες, αλλά ότι όλες πληγώθηκαν βαριά. Ο σοσιαλι­σμός, η επανάσταση, ακόμη και η αναρχία δεν βρίσκονται σχεδόν καθόλου σε καλύτερη κατάσταση από τον κομμουνισμό. Ο σοσιαλισμός ενεπλάκη στη δο­λοφονία του Καρλ Λίμπνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ, καθώς και στους αποικιακούς πολέμους και τις κυβερνητικές συνεργασίες σε τέτοιο βαθμό, που έχανε τελικώς κάθε περιεχόμενο όσο κέρδιζε σε έκταση. Μια μεθοδική ιδεολο­γική εκστρατεία κατάφερε να ταυτιστεί στα μάτια πολλών η επανάσταση με τη βία και την τρομοκρατία. Ωστόσο, από όλες τις λέξεις που μέχρι πρότινος εξέ­φραζαν μεγάλες υποσχέσεις και όνειρα για το μέλλον, ο κομμουνισμός υπέστη τη μεγαλύτερη ζημιά επειδή τον σφετερίστηκε ο κρατικός γραφειοκρατικός λό­γος και υποδουλώθηκε σε ένα ολοκληρωτικό εγχείρημα. Παραμένει εντούτοις το ερώτημα κατά πόσο, από όλες αυτές τις λαβωμένες λέξεις, υπάρχουν ορισμέ­νες που αξίζει τον κόπο να επιδιορθωθούν και να τεθούν εκ νέου σε κίνηση.
  2. Για να γίνει αυτό, είναι αναγκαίο να σκεφτούμε τι συνέβη στον κομμουνι­σμό κατά τον 20ό αιώνα. Η λέξη και το πράγμα δεν γίνεται να μείνουν έξω από τον χρόνο και τις ιστορικές δοκιμασίες στις οποίες υποβλήθηκαν. Η μαζική χρή­ση του όρου «κομμουνιστικός» για να χαρακτηριστεί το κινεζικό αυταρχικό φιλε­λεύθερο κράτος θα βαρύνει για καιρό ακόμη περισσότερο, στα μάτια των περισ­σοτέρων, από τους αδύναμους θεωρητικούς και πειραματικούς βλαστούς μιας κομμουνιστικής υπόθεσης. Η πρόκληση να αποκοπούμε από έναν κριτικό ιστορι­κό απολογισμό θα μπορούσε να επιφέρει την αναγωγή της κομμουνιστικής ιδέας σε αχρονικές «σταθερές», να τη μετατρέψει σε συνώνυμο των ακαθόριστων ιδε­ών της δικαιοσύνης ή της χειραφέτησης, και όχι στην ειδική μορφή της χειραφέ­τησης κατά την εποχή της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Η λέξη χάνει τότε ως προς την πολιτική της ακρίβεια αυτό που κερδίζει με όρους ηθικής και φιλοσοφικής επέκτασης. Ένα από τα καίρια ερωτήματα είναι κατά πόσο ο γραφειοκρατικός δεσποτισμός είναι η θεμιτή συνέχιση της επανάστασης του Οκτώβρη ή ο καρπός μιας γραφειοκρατικής αντεπανάστασης, που πιστοποιείται όχι μόνο από τις δί­κες, τις εκκαθαρίσεις ή τις μαζικές εκτοπίσεις, αλλά και από τις ανατροπές της δεκαετίας του τριάντα στη σοβιετική κοινωνία και στο σοβιετικό κράτος.
  3. Δεν επινοούμε με διατάγματα ένα νέο λεξιλόγιο. Το λεξιλόγιο διαμορφώ­νεται μέσα στον χρόνο και μέσα από διάφορες χρήσεις και εμπειρίες. Αν ενδίδα­με στην ταύτιση του κομμουνισμού με τη σταλινική ολοκληρωτική δικτατορία, θα σήμαινε ότι υποχωρούμε μπροστά στους προσωρινούς νικητές, ότι συγχέου­με την επανάσταση με τη γραφειοκρατική αντεπανάσταση, και ότι κλείνουμε έτσι το κεφάλαιο των διακλαδώσεων, που μόνον αυτό είναι ανοιχτό στην ελπί­δα. Και θα διαπράτταμε μείζονα αδικία εις βάρος των ηττημένων, όλων εκεί­νων, ανδρών και γυναικών, ανώνυμων ή όχι, που βίωσαν με πάθος την κομμου­νιστική ιδέα και την έκαναν να ζει ενάντια στις γελοιογραφίες και τις παραποι­ήσεις της. Ντροπή σε εκείνους που έπαψαν να είναι κομμουνιστές επειδή έπα­ψαν να είναι σταλινικοί, και οι οποίοι ήταν κομμουνιστές μόνον καθόσον ήσαν σταλινικοί1!
  4. Από όλους τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να κατονομαστεί ο «έτε­ρος πόλος» αναγκαίος και δυνατός προς τον ποταπό καπιταλισμό, η λέξη «κομ­μουνισμός» είναι εκείνη που διατηρεί το περισσότερο ιστορικό νόημα και το πιο εκρηκτικό προγραμματικό φορτίο. Είναι εκείνη ακριβώς η λέξη που επικαλείται με τον καλύτερο τρόπο το κοινό της διαμοίρασης και της ισότητας, την από κοι­νού άσκηση της εξουσίας, την αλληλεγγύη που μπορεί να αντιταχθεί στον εγωι­στικό υπολογισμό και στον γενικευμένο ανταγωνισμό, την υπεράσπιση των κοι­νών αγαθών της ανθρωπότητας, φυσικών και πολιτισμικών, την επέκταση ενός τομέα δωρεάν υπηρεσιών (αποεμπορευματοποίηση) σε είδη πρώτης ανάγκης, ενάντια στη γενικευμένη αρπαγή και την ιδιωτικοποίηση του κόσμου.
  5. Αποτελεί επίσης το όνομα ενός άλλου μέτρου για τον κοινωνικό πλούτο από εκείνο του νόμου της αξίας και της εμπορικής αξιολόγησης. Ο «ελεύθερος και ανό­θευτος» ανταγωνισμός εδράζεται στην «κλοπή του χρόνου εργασίας των άλλων». Διατείνεται ότι ποσοτικοποιεί το μη ποσοτικοποιήσιμο και ότι ανάγει στο αξιοθρή­νητο κοινό μέτρο του, βάσει του χρόνου αφηρημένης εργασίας, την πέραν κάθε μέ­τρου σχέση του ανθρωπίνου είδους με τις φυσικές συνθήκες αναπαραγωγής του. Ο κομμουνισμός είναι το όνομα ενός διαφορετικού κριτηρίου για τον πλούτο, μιας οι­κολογικής ανάπτυξης ποιοτικά διαφορετικής από τον ποσοτικό αγώνα δρόμου για ανάπτυξη. Η λογική της συσσώρευσης του κεφαλαίου απαιτεί όχι μόνο την παρα­γωγή για το κέρδος, και όχι για τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά επίσης την «παραγω­γή νέας κατανάλωσης», τη σταθερή διεύρυνση του κύκλου της κατανάλωσης «με τη δημιουργία νέων αναγκών και με τη δημιουργία νέων αξιών χρήσης»: «Εξού και η εκμετάλλευση ολόκληρης της φύσης» και η «εκμετάλλευση της γης με κάθε έννοια». Αυτή η ισοπεδωτική έλλειψη μέτρου που χαρακτηρίζει το κεφάλαιο θεμε­λιώνει την επικαιρότητα ενός ριζοσπαστικού οικο-κομμουνισμού.
  6. To ζήτημα του κομμουνισμού αφορά καταρχάς στο Κομμουνιστικό Μα­νιφέστοτην ιδιοκτησία: «Οι κομμουνιστές μπορούν να συνοψίσουν τη θεωρία τους σε αυτήν τη μοναδική διατύπωση: κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας» των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την ατομική ιδιοκτησία των αγαθών προσωπικής χρήσης. Σε «όλα τα κινήματα», οι κομμουνιστές «προτάσσουν το ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε όποιον βαθμό εξέ­λιξης κι αν έχει φτάσει, ως θεμελιώδες ζήτημα του κινήματος». Πράγματι, από τα δέκα σημεία που ολοκληρώνουν το πρώτο κεφάλαιο, τα επτά αφορούν τις μορφές ιδιοκτησίας: την απαλλοτρίωση της γαιοκτησίας και τη χρησιμοποίηση της γαιοπροσόδου για την αντιμετώπιση των κρατικών δαπανών· την καθιέρω­ση ενός αυστηρά προοδευτικού φορολογικού συστήματος· την κατάργηση του κληρονομικού δικαίου στα μέσα παραγωγής και ανταλλαγής· την κατάσχεση της περιουσίας των στασιαστών φυγάδων· τη συγκέντρωση της πίστης σε μια δημόσια τράπεζα· την κοινωνικοποίηση των μέσων μεταφοράς και την ίδρυση μιας δημόσιας και δωρεάν για όλους εκπαίδευσης· τη δημιουργία εθνικών ερ­γοστασίων και την εκχέρσωση ακαλλιέργητων εδαφών. Ολα αυτά τα μέτρα τεί­νουν να εδραιώσουν τον έλεγχο της πολιτικής δημοκρατίας επί της οικονομίας, το πρωτείο του κοινού καλού επί του εγωιστικού συμφέροντος, του δημόσιου χώρου επί του ιδιωτικού. Δεν πρόκειται να καταργηθεί κάθε μορφή ιδιοκτησίας, αλλά μόνον «η σημερινή ιδιωτική ιδιοκτησία, η αστική ιδιοκτησία» και ο «τρό­πος ιδιοποίησης» που βασίζεται στην εκμετάλλευση των μεν από τους δε.
  7. Ανάμεσα σε δύο δικαιώματα, αφενός των ιδιοκτητών να ιδιοποιούνται τα κοινά αγαθά και αφετέρου των αποστερημένων στην ύπαρξη, «η δύναμη απο­φασίζει», λέει ο Μαρξ. Όλη η σύγχρονη ιστορία της ταξικής πάλης, από τον πό­λεμο των χωρικών στη Γερμανία μέχρι τις κοινωνικές επαναστάσεις του περα­σμένου αιώνα, περνώντας από την Αγγλική και τη Γαλλική Επανάσταση, είναι ιστορία αυτής της σύγκρουσης. Επιλύθηκε με την ανάδυση μιας θεμιτότητας αντιπαραθετικής προς τη νομιμότητα των κυρίαρχων. Ως «επιτέλους ευρεθεί­σα πολιτική μορφή της χειραφέτησης», ως «κατάργηση» της κρατικής εξουσί­ας, ως ολοκλήρωση της κοινωνικής δημοκρατίας, η Κομμούνα φωτίζει την ανά­δυση αυτής της νέας θεμιτότητας. Η εμπειρία της ενέπνευσε τις λαϊκές μορφές αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης που εμφανίστηκαν σε επαναστατικές κρί­σεις: εργατικά συμβούλια, σοβιέτ, επιτροπές πολιτοφυλακής, βιομηχανικές ζώ­νες, ενώσεις κατοίκων, αγροτικές κομμούνες, που τείνουν να στερήσουν από την πολιτική τον επαγγελματικό της χαρακτήρα, να τροποποιήσουν τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, να δημιουργήσουν τις συνθήκες για τον μαρασμό του κράτους ως χωριστού γραφειοκρατικού σώματος.
  8. Υπό την επικράτεια του κεφαλαίου, κάθε φαινομενική πρόοδος έχει το αντίτιμο της σε οπισθοδρόμηση και καταστροφή. Δεν συνίσταται in fine «παρά σε αλλαγή της μορφής της υποδούλωσης». Ο κομμουνισμός απαιτεί μιαν άλλη ιδέα και άλλα κριτήρια από αυτά της αποδοτικότητας και της χρηματικής κερ­δοφορίας. Ξεκινώντας από τη δραστική μείωση του υποχρεωτικού χρόνου ερ­γασίας και την αλλαγή στην ίδια την έννοια της εργασίας: δεν θα μπορούσε να υπάρχει ατομική ανάπτυξη κατά την ανάπαυση ή τον «ελεύθερο χρόνο» εφόσον ο εργαζόμενος παραμένει αλλοτριωμένος και ακρωτηριασμένος στην εργασία. Η κομμουνιστική προοπτική απαιτεί επίσης μια ριζική αλλαγή στη σχέση άνδρα και γυναίκας: η εμπειρία που αποκομίζει κανείς από τη σχέση μεταξύ των κοι-νιονικών φύλων είναι η πρώτη εμπειρία ετερότητας και για όσον καιρό εξακο­λουθεί να υπάρχει αυτή η σχέση καταπίεσης, κάθε διαφορετικό ον, λόγω πολι­τισμού, χρώματος ή σεξουαλικού προσανατολισμού, θα είναι θύμα μορφών δυ­σμενούς διάκρισης και κυριαρχίας. Η γνήσια πρόοδος έγκειται τέλος στην ανά­πτυξη και τη διαφοροποίηση αναγκών, των οποίων ο πρωτότυπος συνδυασμός καθιστά τον καθένα και την καθεμιά ένα μοναδικό ον, η ενικότητα του οποίου συμβάλλει στον εμπλουτισμό του είδους.

9.  Το Μανιφέστο περιγράφει τον κομμουνισμό ως «συνεταιρισμό όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι όρος για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων».
Ο κομμουνισμός παρουσιάζεται έτσι ως θεμελιώδης αρχή μιας ελεύθερης ατομικής ανάπτυξης που δεν θα μπορούσε να συγχέεται ούτε με τις αυταπάτες ενός
ατομικισμού χωρίς ατομικότητα υποταγμένου στον διαφημιστικό κομφορμισμό, ούτε με τον χονδροειδή εξισωτισμό ενός σοσιαλισμού του στρατώνα. Η ανάπτυξη των ιδιαίτερων αναγκών και ικανοτήτων του καθενός και της καθεμιάς συμβάλει στην καθολική ανάπτυξη του ανθρωπίνου είδους. Αντιστοίχως, η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός και της καθεμιάς συνεπάγεται την ελεύθερη ανάπτυξη όλων, διότι η χειραφέτηση δεν είναι μοναχικού τύπου απόλαυση.

10. Ο κομμουνισμός δεν είναι μια καθαρή ιδέα ούτε ένα δογματικό πρότυπο για την κοινωνία. Δεν είναι το όνομα ενός κρατικού καθεστώτος ούτε ενός
νέου τρόπου παραγωγής.  Είναι το όνομα ενός κινήματος που υπερβαίνει / καταργεί αδιάκοπα την κατεστημένη τάξη πραγμάτων.

Αλλά είναι και ο σκοπός που καθώς αναδύεται από το κίνημα, το προσανατολίζει και του επιτρέπει, εν αντιθέσει προς τις πολιτικές χωρίς αρχές, τις αποσπασματικές δράσεις και τους καθημερινούς αυτοσχεδιασμούς, να προσδιορίσει τι μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό τον σκοπό και τι μας απομακρύνει από αυτόν. Με αυτή την έννοια, δεν είναι μια επιστημονική γνώση του σκοπού και της διαδρομής, αλλά μια ρυθμιστική στρατηγική υπόθεση. Κατονομάζει, αδιαχώριστα, το όραμα ενός άλλου κόσμου με δικαιοσύνη, ισότητα, αλληλεγγύη και το διαρκές κίνημα που αποσκοπεί στην ανατροπή της τάξης πραγμάτων που υπάρχει στην εποχή του καπιταλισμού· και την υπόθεση που προσανατολίζει αυτό το κίνημα προς μια ριζική αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας και εξουσίας, σε απόσταση από συμβιβασμούς με ένα μικρότερο κακό που θα ήταν ο συντομότερος δρόμος προς το χειρότερο κακό.

11. Η κοινωνική, οικονομική, οικολογική και ηθική κρίση ενός καπιταλισμού που δεν απωθεί πλέον τα όριά του παρά με τίμημα μια αυξανόμενη έλλειψη μέ­τρου και έναν αυξανόμενο παραλογισμό, απειλώντας συγχρόνως το είδος και τον πλανήτη, επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη την «επικαιρότητα ενός ριζο­σπαστικού κομμουνισμού» που επικαλέστηκε ο Μπένγιαμιν απέναντι στην άνο­δο των κινδύνων κατά τη μεσοπολεμική περίοδο.

Σημείωσηβιβλιογραφία

1. Βλ. Dionys Mascolo, A la recherche d’un communisme de pensee, Editions Fourbis, 2000, σ. 113.

Μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος

το  άρθρο είναι δημοσιεύθηκε στο περιοδικό εκατοστό τεύχος του περιοδικού ΟΥΤΟΠΙΑ με θέμα ¨Κομμουνισμός: Θεωρία, ιστορία, προοπτική”

https://ilesxi.wordpress.com/2012/12/20/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D/

Ναόμι Κλέιν, Γιόταμ Μάρομ: Γιατί τώρα; Ποια είναι η συνέχεια;

H Ναόμι Κλάιν και ο Γιόταμ Μάρομ συζητούν για το Occupy Wall Street (*)

N.K: Ένα από τα πιο μυστηριώδη πράγματα σχετικά με τη στιγμή που εκδηλώθηκε αυτό το κίνημα είναι «γιατί τώρα;». Οι άνθρωποι έχουν αντιπαλέψει τα μέτρα λιτότητας και τις τράπεζες αυτά τα τελευταία χρόνια, έχοντας ως βασική ανάλυση το «δεν θα πληρώσουμε εμείς για την κρίση σας». Αλλά τουλάχιστον στις ΗΠΑ, η ανάλυση αυτή δεν φαινόταν να έχει συνεπάρει μαζικά ακροατήρια. Υπήρχαν πορείες, υπήρχαν πολιτικά σχέδια και διαμαρτυρίες, αλλά αυτά σε μεγάλο βαθμό αγνοήθηκαν. Πραγματικά δεν υπήρχε τίποτα σε μαζική κλίμακα που να έπληξε έστω ένα νεύρο του συστήματος. Και τώρα, ξαφνικά, μια ομάδα ανθρώπων σε ένα πάρκο ξεκίνησε κάτι το εξαιρετικό. Ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτό, έχοντας συμμετάσχει από την αρχή στο Occupy Wall Street (OWS), αλλά και σε προηγούμενες διαδηλώσεις ενάντια στην λιτότητα;

Γ.M: Η πρώτη απάντηση είναι ότι δεν έχω ιδέα ̶ κανείς δεν έχει. Ωστόσο, μπορώ να κάνω κάποιες υποθέσεις. Νομίζω ότι υπάρχουν μερικά πράγματα στα οποία πρέπει να δώσουμε προσοχή όταν βλέπουμε στιγμές σαν αυτές. Είναι οι κοινωνικές συνθήκες, η ανεργία, η φτώχεια, ο αποκλεισμός, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι άνθρωποι. Η κατάσταση είναι πραγματικά άσχημη, και δεν μπορούμε να λέμε ψέματα. Μια επιπλέον βάση για κάτι τέτοιο είναι η οργάνωση των ανθρώπων για να προετοιμάσουν στιγμές σαν αυτές. Μας αρέσει να φαντασιωνόμαστε τις εξεγέρσεις και τις μεγάλες πολιτικές στιγμές, και φανταζόμαστε ότι θα ξεσπάσουν από το πουθενά κι ότι αυτό είναι το μόνο που χρειάζεται. Αλλά αυτά τα πράγματα έχουν από πίσω ένα τεράστιο βαθμό οργάνωσης. Είναι όλα όσα συμβαίνουν κάθε μέρα, σε όλο τον κόσμο, σε κοινότητες που είναι πραγματικά περιθωριοποιημένες και αντιμετωπίζουν τις χειρότερες επιθέσεις. Αυτές είναι οι δύο προϋποθέσεις για μια στιγμή σαν αυτή που εμφανίστηκε το κίνημα. Εδώ θα με ρωτήσετε: «ποιο είναι το τρίτο στοιχείο που κάνει όλους να ενώνονται, ποια είναι η σκανδάλη, η μαγική σκόνη;». Δεν είμαι βέβαιος για την απάντηση, ξέρω όμως τι αισθάνεται κάποιος. Αισθάνεται ότι κάτι καινούριο άνοιξε, ένα είδος που κανείς πουθενά δεν ήξερε ότι υπήρχε, και ότι όλα τα πράγματα που πριν ήταν αδύνατα, τώρα έγιναν δυνατά. Έτσι, όλοι οι άνθρωποι που μόλις είδαν ότι αυτό ξεκίνησε, είδαν τους αγώνες τους μέσα σε αυτό, άρχισαν να ταυτίζονται μαζί του, να αυτοπροσδιορίζονται σε σχέση με αυτό. Άρχισαν να αισθάνονται ότι η νίκη είναι εφικτή, ότι υπάρχει εναλλακτική λύση.

Η διπλή δύναμη του κινήματος

N.K: Πιστεύετε ότι υπάρχει μια συνολική συζήτηση σχετικά με την ριζική αλλαγή του οικονομικού συστήματος; Εννοώ ότι εμείς γνωρίζουμε πως υπάρχει μια ισχυρή, ριζοσπαστική, οργισμένη κριτική της διαφθοράς και της εξαγοράς της πολιτικής διαδικασίας από τις επιχειρήσεις. Υπάρχει μια πραγματικά ισχυρή φωνή που ακούγεται. Αυτό που είναι λιγότερο σαφές είναι ο βαθμός στον οποίο οι άνθρωποι είναι έτοιμοι να προχωρήσουν πραγματικά σε κάτι άλλο.

Γ.M: Ναι, πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε μια μοναδική στιγμή για την ανάπτυξη ενός κινήματος που θα είναι όχι μόνο ένα κίνημα διαμαρτυρίας ενάντια σε αυτό που υπάρχει, αλλά και μια προσπάθεια να χτιστεί κάτι καινούριο στη θέση του. Πρόκειται για μια πρώιμη ίσως εκδοχή αυτού που θα αποκαλούσα «διπλή δύναμη του κινήματος». Από τη μια πλευρά το κίνημα προσπαθεί να διαμορφώσει τις αξίες και τους θεσμούς που θέλουμε να δούμε σε μια ελεύθερη κοινωνία, και την ίδια στιγμή δημιουργεί το χώρο γι’ αυτόν τον καινούριο κόσμο, με την αντίσταση και την αποδόμηση των θεσμικών οργάνων που μας εμποδίζουν να τον έχουμε. Σε γενικές γραμμές, η κατάληψη ως τακτική είναι μια εκπληκτική μορφή διπλού αγώνα: είναι ένα σπίτι όπου μπορούμε να «εξασκηθούμε» στην εναλλακτική κοινωνία με τη συμμετοχική δημοκρατία, με τις ριζοσπαστικές βιβλιοθήκες μας, με την ιατρική σκηνή όπου ο καθένας μπορεί να έχει θεραπεία. Τέτοια πράγματα σε μικρή κλίμακα είναι επίσης ένα ορμητήριο προς τα έξω, για τον αγώνα που δίνεται. Είναι το μέρος όπου διεξάγουμε τον αγώνα μας κατά των θεσμικών οργάνων που μας κρατούν μακριά από αυτά που χρειαζόμαστε, ενάντια στις τράπεζες που εκπροσωπούν τον χρηματιστηριακό καπιταλισμό, ενάντια στο κράτος που προστατεύει και προωθεί αυτά τα συμφέροντα. Είναι εκπληκτικό και πραγματικά ενθαρρυντικό αυτό που συμβαίνει, καθώς είναι κάτι που έχει λείψει σε πολλές μάχες στο παρελθόν. Συνήθως είχαμε ή το ένα ή το άλλο. Είχαμε εναλλακτικούς θεσμούς, όπως τα οικολογικά χωριά, τους συνεταιρισμούς τροφίμων και ούτω καθεξής, και στη συνέχεια βλέπαμε κινήματα διαμαρτυρίας και άλλους αντι-θεσμούς, όπως οι αντιπολεμικές ομάδες ή τα εργατικά συνδικάτα. Αλλά πολύ σπάνια όλα αυτά συναντιούνταν και έβλεπαν τον αγώνα τους ως κοινό. Και πολύ σπάνια έχουμε κινήματα που θέλουν να κάνουν και τα δύο μαζί, που να καταλαβαίνουν ότι οι εναλλακτικές λύσεις για τις οποίες αγωνίζονται πρέπει να διεκδικούνται με τρόπο που να αντανακλά τις συνολικές αξίες του κόσμου που θέλουμε να δημιουργήσουμε. Γι’ αυτό νομίζω ότι υπάρχει κάτι πραγματικά ριζοσπαστικό σε αυτό που συμβαίνει, και ότι έχουμε ένα τεράστιο μέγεθος δυνατοτήτων.

Η αντίσταση και οι εναλλακτικές λύσεις

N.K: Συμφωνώ απόλυτα ότι το κλειδί βρίσκεται στο συνδυασμό της αντίστασης και των εναλλακτικών λύσεων. Ένας φίλος μου, ο βρετανός ακτιβιστής τέχνης Τζο Τζόρνταν, λέει ότι οι ουτοπίες και η αντίσταση είναι ο διπλός έλικας στο DNA του ακτιβιστή, και ότι όταν οι άνθρωποι εγκαταλείπουν το σύστημα και απλά προσπαθούν να οικοδομήσουν την ουτοπία τους χωρίς να ασχολούνται με την εξουσία, τότε καθίστανται εξαιρετικά ευάλωτοι στην κρατική εξουσία και συχνά συνθλίβονται. Την ίδια στιγμή, αν μόνο διαμαρτύρεσαι, αν δηλαδή μόνο αντιστέκεσαι και δεν έχεις τις εναλλακτικές λύσεις, νομίζω ότι αυτό αποβαίνει δηλητηριώδες για τα κινήματα. Ακόμα αναρωτιέμαι για το ζήτημα της πολιτικής, για το άλμα από τις εναλλακτικές λύσεις μικρής κλίμακας στις μεγάλες αλλαγές πολιτικής που θα επιτρέψουν να αλλάξει η κουλτούρα. Πολλοί άνθρωποι έχουν συνειδητοποιήσει ότι το σύστημα είναι τόσο χρεοκοπημένο που πραγματικά δεν έχει σημασία ποιος θα είναι στην εξουσία. Ένας από τους τρόπους απάντησης σε αυτό είναι να πεις: «εντάξει, εμείς δεν πρόκειται να σχηματίσουμε ένα πολιτικό κόμμα και να προσπαθήσουμε να διεκδικήσουμε την εξουσία, αλλά θέλουμε να δούμε αυτό το σύστημα, να προσπαθήσουμε να προσδιορίσουμε τα διαρθρωτικά εμπόδια στην πραγματική αλλαγή, και να θέσουμε τους πολιτικούς στόχους που θα μπορούσαν κατ’ αρχάς να διορθώσουν αυτές τις διαρθρωτικές αδυναμίες». Αυτό λοιπόν σημαίνει ότι πρέπει να δούμε πράγματα όπως ο τρόπος με τον οποίο οι εταιρείες είναι σε θέση να χρηματοδοτούν τα κόμματα, τον ρόλο των μίντια, και συνολικά το θέμα της εταιρικής διαπλοκής σε αυτή τη χώρα. Είναι δυνατόν να βρούμε μερικές βασικές αρχές πολιτικής που θα μπορούσαν να δημιουργήσουν μια κατάσταση, ώστε δέκα χρόνια μετά οι άνθρωποι μπορεί να μην αντιμετωπίζουν με τόσο κυνισμό την ιδέα της αλλαγής του πολιτικού συστήματος. Τι πιστεύεις γι’ αυτό;

Γ.M: Έχεις δίκιο πως πρέπει να βρούμε τρόπους να το κάνουμε αυτό. Aλλά τρόπους που δεν θα θέτουν σε κίνδυνο ό,τι έχει επιτευχθεί ως τώρα, από ένα κίνημα που είναι τόσο ευρύ, ώστε τόσοι πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι μπορούν να συνυπάρχουν. Νομίζω ότι μέσα στο ευρύτερο κίνημα έχουμε διαφορετικούς ρόλους, και υπάρχει ένας ιδιαίτερος ρόλος για το OWS. Εγώ προσωπικά δεν θέλω να έχω καμία σχέση με τους ανθρώπους των ομάδων συμφερόντων που τρέχουν για την εξουσία αυτή τη στιγμή, ούτε θέλω να αφιερώσω όλο μου το χρόνο στο να κερδίσω μικρές αλλαγές στην πολιτική. Δεν νομίζω ότι αυτός είναι και ο ρόλος των ΟWS. Ελπίζω ότι όσοι συμμετέχουν στο OWS μπορούν να αναγνωρίζουν πως, ό,τι  συμβαίνει τώρα, είναι η δημιουργία ενός κλίματος που μπορεί να ωθήσει τα πράγματα προς τα αριστερά και να κερδίσει περισσότερα. Δεν θα είμαι ευχαριστημένος με όλους τους συμβιβασμούς που κάποιοι άνθρωποι πρέπει να κάνουν, ούτε νομίζω ότι θα επιβιώσουμε μόνο με μεταρρυθμίσεις, αλλά πρέπει να τα κάνουμε και αυτά. Εάν θέλουμε μια πραγματική, ουσιαστική κοινωνική αλλαγή, πρέπει να κερδίσουμε τα πράγματα στην πορεία, επειδή αυτά θα είναι τα θεμέλια πάνω στα οποία θα μπορούμε να συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε για μεγάλο διάστημα. Έτσι θα γίνουμε ένα κρίσιμο κίνημα που μπορεί να κάνει τελικά μια ριζική τομή σε αυτό το σύστημα. Εν τω μεταξύ, ο ρόλος μας ως ΟWS θα είναι να στηρίξουμε ένα όνειρο μεγαλύτερο από αυτό. Νομίζω ότι είναι υποχρέωσή μας να κοιτάξουμε πολύ πιο μπροστά, να διεκδικήσουμε το όραμα, να δημιουργήσουμε εναλλακτικές λύσεις και να παρέμβουμε στις πολιτικές και οικονομικές διαδικασίες που επιδρούν στη ζωή των ανθρώπων. Πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι οι θεσμοί που διέπουν τις ζωές μας έχουν πραγματικά δύναμη, αλλά εμείς δεν είμαστε υποχρεωμένοι  να συμμετέχουμε σε αυτούς σύμφωνα με τους δικούς τους κανόνες. Νομίζω ότι ο ρόλος του ΟWS είναι να τους αποτρέψει από το να χρησιμοποιούν αυτή την εξουσία, και να δημιουργήσει ανοίγματα για τις εναλλακτικές λύσεις που προσπαθούμε να οικοδομήσουμε.

Το παράδειγμα της Χιλής

N.K: Ξέρεις, είμαι διχασμένη σχετικά με αυτό. Από τη μια πλευρά, το OWS είναι τόσο ευρύ, ώστε ένα τεράστιο φάσμα ανθρώπων έχει βρει μια θέση σε αυτό. Και έχει σίγουρα μεγάλη αξία και μόνο το ότι είναι ένα τόσο πολύ δυναμικό κίνημα που είναι σε θέση να παρεμβαίνει στις πολιτικές εξελίξεις. Ιδιαίτερα γιατί, εξετάζοντας τι συμβαίνει στην Ευρώπη αυτή τη στιγμή, νομίζω ότι πρέπει να προετοιμαστούμε για το επόμενο οικονομικό σοκ. Είναι μια πολύ μεγάλη υπόθεση ότι στον επόμενο γύρο των μέτρων λιτότητας στις ΗΠΑ θα υπάρξει ένα μαζικό κίνημα έτοιμο να πει: «δεν υπάρχει άλλος τρόπος, δεν θα πληρώσουμε εμείς – αν χρειάζεστε χρήματα, να φορολογηθεί το 1% και να μειωθούν οι στρατιωτικές δαπάνες, δεν θα κόψετε την εκπαίδευση και τα δελτία τροφίμων». Αλλά πρέπει να είμαστε σαφείς: δεν είναι αυτό που θα κάνει τα πράγματα καλύτερα. Αυτό προσπαθεί να αποτρέψει τα πράγματα να πάρα πολύ χειρότερα. Για να γίνουν τα πράγματα καλύτερα, πρέπει να υπάρξει μια θετική πρόταση. Κοιτάξτε τις φοιτητικές διαδηλώσεις της Χιλής, για παράδειγμα. Είναι ένα πολύ αξιόλογο κίνημα και έχει τεράστια ιστορική σημασία, γιατί αυτό είναι πραγματικά το τέλος της χιλιανής δικτατορίας μετά από είκοσι -και περισσότερα- χρόνια από τότε που τελείωσε στην πραγματικότητα. Ο Πινοσέτ ήταν στην εξουσία για πάρα πολύ καιρό, πολλές από τις πολιτικές του παγιώθηκαν κατά τη διάρκεια της μετάβασης, όταν η αριστερά στη Χιλή πραγματικά δεν μπορούσε να ανακάμψει, έως ότου ήρθε αυτή η γενιά των νέων που βγήκαν στους δρόμους. Και βγήκαν στους δρόμους γιατί προκλήθηκαν από τα μέτρα λιτότητας που πλήττουν σκληρά την εκπαίδευση. Όμως, αντί να πουν: «εντάξει, είμαστε ενάντια σε αυτές τις τελευταίες περικοπές λιτότητας», είπαν: «απαιτούμε δωρεάν δημόσια εκπαίδευση και θέλουμε να αναθεωρηθεί το σύνολο της ατζέντας των ιδιωτικοποιήσεων». Και αυτό μπορεί να φαίνεται μία στενή απαίτηση, αλλά ήταν σε θέση να το κάνουν γιατί η ανισότητα υπάρχει παντού. Το έκαναν δείχνοντας πώς η ιδιωτικοποίηση της εκπαίδευσης στη Χιλή και η δημιουργία ενός βάναυσου εκπαιδευτικού συστήματος δύο επιπέδων, εμβάθυναν την ανισότητα, στερώντας από τους φτωχούς φοιτητές οδούς διαφυγής από τη φτώχεια. Οι διαμαρτυρίες έβαλαν φωτιά στη χώρα, και τώρα δεν είναι απλά ένα φοιτητικό κίνημα. Αυτό λοιπόν είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση από το OWS, επειδή ξεκίνησε με αιτήματα. Παράλληλα δείχνει πως, αν τα αιτήματα είναι αρκετά ριζοσπαστικά, μπορεί να ανοίξει μια ευρύτερη συζήτηση για το τι είδους κοινωνία θέλουμε. Νομίζω ότι έχει να κάνει περισσότερο με το όραμα, από ό, τι με τα αιτήματα. Ανησηχώ ότι υπάρχουν κάποιες ομάδες που προσπαθούν να σφετεριστούν το κίνημα, επιδιώκοντας να συγκεντρώσουν χρήματα από αυτό, και ότι το κίνημα κινδυνεύει να προσδιοριστεί από κάτι που δεν είναι το ίδιο – και κυρίως: από αυτό που θα μπορούσε να γίνει. Εάν το κίνημα πρέπει συνεχώς να λέει: «όχι, δεν είμαστε αυτό ή το άλλο», τότε ο κίνδυνος είναι να εγκλωβιστούμε σε μια αμυντική ταυτότητα που θα έχει επιβληθεί από τα έξω. Πιστεύω ότι κάτι τέτοιο συνέβη με το αντιπαγκοσμιοποιητικό κίνημα μετά το Σιάτλ, και δεν θα ήθελα να δω αυτά τα λάθη να επαναλαμβάνονται.

Η οικοδόμηση του κινήματος

Γ.M: Νομίζω ότι έχεις δίκιο γι’ αυτό και για όσα λες σε σχέση με το όραμα. Δεν έχουμε αιτήματα με τον τρόπο που οι άλλοι θέλουν να ακούσουν ένα αίτημα. Αλλά φυσικά έχουμε αιτήματα, φυσικά θέλουμε να αλλάξουν τα πράγματα. Όταν κάποιος αποκλεισμένος διεκδικεί ένα αξιοπρεπές σπίτι για την οικογένειά του ή οργανώνονται ομάδες οπυ κάνουν ξαφνικές καταλήψεις ή ακτιβιστές επιτίθενται σε τράπεζες που επενδύουν σε άνθρακα, αυτοί είναι οι τρόποι να επικοινωνούμε τα αιτήματά μας σε μια νέα γλώσσα της αντίστασης. Το ΟWS είναι μια πραγματικά μεγάλη σκηνή που μπορεί να μην έχει μία φωνή, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι το σύνολο των ομάδων εξαφανίζεται όταν συμμετέχουν στο κίνημα. Υπάρχουν ομάδες για τα δικαιώματα στέγασης που ζητούν να τεθεί τέλος στον αποκλεισμό ή εργατικά συνδικάτα που απαιτούν αξιοπρεπείς θέσεις εργασίας, και ούτω καθεξής. Προσπαθούμε να οικοδομήσουμε ένα κίνημα όπου τα άτομα και οι ομάδες θα έχουν την αυτονομία να κάνουν ό, τι πρέπει να κάνουν και να δώσουν τις μάχες που χρειάζονται, ενώ θα είναι σε αλληλεγγύη με κάτι πολύ ευρύτερο και μακρόπνοο, κάτι ριζοσπαστικό και ουτοπικό. Και αυτός είναι ένας από τους λόγους που το όραμα είναι τόσο σημαντικό, αφού ενώνει όλους αυτούς τους αγώνες. Πιστεύω όμως ότι πρέπει να κερδίσουμε πράγματα, έχεις απόλυτο δίκιο σ’ αυτό. Τώρα, ελπίζω ότι είμαστε έτοιμοι να κάνουμε μια μετάβαση από το συμβολικό στο πραγματικό, τόσο στη σφαίρα της δημιουργίας εναλλακτικών λύσεων όσο και στην ανάπτυξη των αντιστάσεων. Πρέπει να διεκδικήσουμε τα σπίτια, όχι μόνο ως σύμβολα, αλλά για να ζήσουν οι άνθρωποι σε αυτά. Να ανοίξουν τα κλειστά νοσοκομεία και να μπουν μέσα οι γιατροί. Να επιτεθούμε ενάντια στο δόγμα «business as usual», να περάσουμε από τη διαμαρτυρία στην αντίσταση. Θα έχουμε καταφέρει να επιδρούμε πραγματικά όταν το Κογκρέσο δεν θα μπορεί να ψηφίσει αυτά που θέλει επειδή θα υπάρχει μεγάλη αντίσταση, επειδή θα υπάρχουν χιλιάδες άνθρωποι στους δρόμους. Θα έχουμε πραγματικό αντίκτυπο όταν δεν θα κλείνουμε μόνο τα υποκατάστημα του τραπεζικού λόμπι, αλλά θα αποκλείουμε τις εισόδους των κεντρικών τους γραφείων, όπου σχεδιάζουν την πολιτική τους. Πρέπει να αναγκάσουμε τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής να επαναξιολογήσουν τις αποφάσεις τους, και πρέπει να οικοδομήσουμε τη δύναμη για να τους αντικαταστήσουμε όλους αυτούς εντελώς: όχι μόνο στο περιεχόμενο αλλά και στη μορφή. Αν αυτά μείνουν μόνο λόγια, τότε θα έχουμε χάσει μια απίστευτη ευκαιρία να επηρεάσουμε πραγματικά τη ζωή των ανθρώπων με ουσιαστικό τρόπο. Αυτά δεν είναι παιχνίδι. Μια κοινωνία όπου υπάρχουν άδεια σπίτια, αλλά οι άνθρωποι δεν έχουν τα σπίτια, είναι αποκρουστική, είναι απαράδεκτη, δεν μπορεί να επιτρέψουμε να υπάρχει. Μπορούμε να πούμε το ίδιο και για πολλά άλλα: για τον πόλεμο, για την πατριαρχία, για τον ρατσισμό. Έχουμε μια πολύ μεγάλη ευθύνη.

Ο συλλογικός φόβος όταν το αδύνατο γίνεται δυνατό

N.K: Και κανείς δεν ξέρει πώς να κάνει αυτό που προσπαθούμε να κάνουμε. Βλέπουμε όσα έγιναν στην Ισλανδία ή αυτά που συνέβηκαν στην Αργεντινή. Όμως αυτοί είναι εθνικοί αγώνες, κατά κάποιο τρόπο βρίσκονται στην οικονομική περιφέρεια. Κανένα κίνημα δεν έχει ποτέ αμφισβητήσει επιτυχώς το υπερ-κινητικό παγκόσμιο κεφάλαιο στην πηγή του. Έτσι, αυτό για το οποίο μιλάμε είναι τόσο νέο που είναι τρομακτικό. Νομίζω ότι οι άνθρωποι θα πρέπει να παραδεχτούν ότι είναι τρομοκρατημένοι, ίσως να μην ξέρουν πώς να κάνουν αυτό που ονειρεύονται να κάνουν, γι’ αυτό και δεν το κάνουν, αλλά ο φόβος τους -ή μάλλον ο φόβος μας- υποσυνείδητα διαμορφώνει τις πολιτικές μας και μπορεί να καταλήξει σε μια κατάσταση όπου θα λες «όχι, δεν θέλω καμία δομή» ή «όχι, δεν θέλω να διεκδικήσω οποιαδήποτε ανάγκη μου ή ότι έχει να κάνει με την πολιτική». Πραγματικά, αυτό είναι που φοβούνται πάρα πολύ, παρά το γεγονός ότι δεν έχουν ιδέα πώς να κάνουν αυτό που θέλουν. Αν λοιπόν παραδεχτούμε όλοι ότι είμαστε τρομοκρατημένοι, τότε ο φόβος χάνει λίγη από τη δύναμή του.

Γ.M: Ναι, αυτό είναι πραγματικά σημαντικό. Αυτό που μόλις είπες μου θύμισε μια στιγμή που υπήρξε σημείο καμπής για μένα. Πριν από τρεις εβδομάδες περίπου, καθόμουν και μιλούσα με μια ομάδα ανθρώπων που είχα μόλις συναντήσει, σκεφτόμασταν για το κίνημα και ποιος θα μπορούσε να είναι επικεφαλής, και θυμάμαι αυτή την τρελή στιγμή που με χτύπησε ένα: «ω, κερδίζουμε». Ήταν σουρεαλιστικό. Και στη συνέχεια η σκέψη αυτή έδωσε τη θέση της στο ερώτημα: «τι θέλουμε;». Ξέρεις, δεν είχαμε κερδίσει πολλά, και ακόμα δεν έχουμε, και είμαστε πολύ μακριά από την κοινωνία που θέλουμε να ζούμε. Αλλά ήταν εκείνο το έντονο συναίσθημα, ότι η αφήγηση έγινε μετατόπιση, ότι όλος ο κόσμος παρακολουθούσε, ότι υπήρχε μια μεγάλη δυνατότητα μπροστά μας. Ήταν η πρώτη φορά που το βίωσα αυτό, και νομίζω ότι ήταν η πρώτη φορά και για άλλους πολλούς ανθρώπους. Και αυτή ήταν μια απίστευτη ενδυνάμωση, μια στιγμή που πραγματικά άλλαξε τη ζωή μου. Την ίδια στιγμή ήταν και μια απίστευτα τρομακτική στιγμή, γιατί αυτό σημαίνει πως ό,τι κάνουμε είναι πραγματικά υψηλού ρίσκου, δεν είναι αστείο. Έτσι, λοιπόν, ακολουθώντας το νήμα τού τι είναι δυνατό, σκέφτηκα ότι όλα αυτά ήταν αδύνατα πριν από λίγους μήνες. Όλα αυτά ήταν αδιανόητα. Και προσωπικά ένιωσα ότι ήμουν πολύ κυνικός και έμαθα πολλά από αυτό. Πιθανόν να γνωρίζουμε πολύ λίγα για το τι είναι εφικτό. Και αυτό είναι πραγματικά συγκινητικό, και σημαντικό, και ανοίγει πολλές πόρτες. Τι νομίζεις ότι είναι δυνατό;

Η συνάντηση οικολογικής και οικονομικής κρίσης

N.K: Πρώτα από όλα είναι η στιγμή μιας δυνατότητας που δεν έχω δει ξαναδεί: ποτέ δεν είχαμε τόσους πολλούς ανθρώπους με το μέρος μας όπως τώρα. Εννοώ ότι στο Σιάτλ δεν ήταν έτσι, ήμασταν οριακά· πάντα ήταν οριακά, επειδή ήμασταν σε μια οικονομική έκρηξη. Όμως τώρα το σύστημα έχει παραβεί τους δικούς του κανόνες, έγινε προκλητικό και η αξιοπιστία του αμφισβητείται. Υπάρχει ένα κενό που πολλές φωνές μας ζητούν να το καλύψουμε, κι αυτό είναι συναρπαστικό. Προσωπικά πιστεύω ότι η μεγάλη δυνατότητα που μας ανοίγεται, έγκειται στη συνάντηση της οικολογικής κρίσης και της οικονομικής κρίσης. Βλέπω την κλιματική αλλαγή ως την απόλυτη έκφραση της βίας του καπιταλισμού: το οικονομικό μοντέλο που φετιχοποιεί, δεν είναι μόνο ότι κάνει τη ζωή μίζερη σε σύντομο χρονικό διάστημα, αλλά κι ότι ήδη κάνει τον πλανήτη ακατοίκητο μεσοπρόθεσμα. Ξέρουμε, και έχει αποδειχτεί επιστημονικά, ότι αν συνεχίσουμε με το δόγμα «business as usual», οδεύουμε προς μια γνωστή (χειρότερη) κατεύθυνση. Νομίζω ότι η κλιματική αλλαγή είναι το ισχυρότερο επιχείρημα που είχαμε ποτέ κατά του εταιρικού καπιταλισμού, καθώς και το ισχυρότερο επιχείρημα που έχουμε για την ανάγκη εναλλακτικών λύσεων σε αυτόν. Η επιστήμη βάζει στις ΗΠΑ μια προθεσμία: θα πρέπει να μειώσουμε δραστικά τις εκπομπές αερίου μέχρι το τέλος της δεκαετίας και αυτό σημαίνει: «ξεκινήστε από τώρα». Νομίζω ότι αυτή η προθεσμία πρέπει να είναι μέρος κάθε συζήτησης σχετικά με το τι πρόκειται να γίνει στην συνέχεια, γιατί στην πραγματικότητα δεν έχουμε άπειρο χρόνο. Θα πρέπει επίσης να γνωρίζουμε ότι αυτό το είδος επείγουσας ανάγκης θα μπορούσε να γίνει μια πολύ οπισθοδρομική δύναμη αν το αξιοποιήσουν οι λάθος άνθρωποι. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς ένα απολυταρχικό σύστημα που, χρησιμοποιώντας το κλίμα έκτακτης ανάγκης, να πει: «δεν έχουμε χρόνο για τη δημοκρατία και τη συμμετοχή, πρέπει να τα επιβάλουμε όλα από τα πάνω». Αυτή την στιγμή, η κυρίαρχη τάση στο περιβαλλοντικό κίνημα είναι να λέμε: «αυτό το πρόβλημα είναι τόσο επείγον ώστε το μόνο που μπορούμε να ζητήσουμε είναι συμβιβαστικές λύσεις – αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να ελπίζουμε ότι θα επιτευχθεί». Μιλώντας για τη σχέση ανάμεσα στην οικονομική ανάπτυξη και την κλιματική αλλαγή, το θέμα δεν μπαίνει στο τραπέζι τώρα, επειδή δήθεν δεν έχουμε πολύ χρόνο για να κάνουμε όλες τις βαθιές αλλαγές. Αλλά αυτό ίσχυε πριν από το OWS, γιατί τώρα το OWS θέλει να αλλάξει ό,τι είναι δυνατό. Έτσι, αυτό που λέω όταν μιλάω με περιβαλλοντικές ομάδες είναι: «ας αρχίσουμε να φανταζόμαστε τι θα ήταν δυνατό να πετύχουμε αν το κλιματικό κίνημα δεν ήταν εκεί έξω μόνο του, αν ήταν μέρος ενός πολύ ευρύτερου πολιτικού κινήματος που καταπολεμά την απληστία η οποία χαρακτηρίζει το καπιταλιστικό οικονομικό μοντέλο». Σε αυτό το πλαίσιο είναι «πρακτικό» να μιλήσουμε για την αλλαγή αυτού του συστήματος. Είναι πολύ πιο πρακτικό, στην πραγματικότητα, παρά την παρότρυνση διεφθαρμένων σχεδίων όπως το cap-and-trade, που γνωρίζουμε ότι αποκλείεται να μας πάει εκεί που η επιστήμη λέει ότι πρέπει να πάμε.

Είμαι επίσης ενθουσιασμένη για το γεγονός ότι, κατά την τελευταία δεκαετία, από τότε δηλαδή που κορυφώθηκε το κίνημα κατά της παγκοσμιοποίησης, έχει γίνει πολύ δουλειά που αποδεικνύει ότι η οικονομική δημοκρατία είναι και εφικτή και επιθυμητή. Κοιτάξτε την έκρηξη του τοπικού κινήματος για τα τρόφιμα, τις κοινότητες που υποστηρίζουν την αγρο-κουλτούρα και τις αγορές αγροτών. Ή το πράσινο συνεταιριστικό κίνημα, τα προγράμματα αιολικής και ηλιακής ενέργειας που υποστηρίζονται από τις τοπικές κοινότητες κ.ο.κ. Και τότε έχουμε πόλεις όπως το Ντιτρόιτ ή το Πόρτλαντ, που εργάζονται σε πολλαπλά μέτωπα για να επαναπροσδιορίσουν τις οικονομίες τους. Υπάρχουν πολλά ζωντανά παραδείγματα κοινοτήτων που έχουν αντιμετωπίσει την οικονομική κρίση καλύτερα από εκείνα τα μέρη που εξακολουθούν να εξαρτώνται από μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες, και θα μπορούσε να ισοπεδωθούν σε μια νύχτα, όταν οι εταιρείες κλείνουν τις πόρτες τους. Το πιο σημαντικό: πολλά από τα μοντέλα αυτά αφορούν τόσο τις οικονομικές όσο και τις οικολογικές κρίσεις, δημιουργώντας θέσεις εργασίας, προωθώντας την ανοικοδόμηση της κοινότητας, και ταυτόχρονα μειώνοντας τις εκπομπές αερίων και την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα. Επιστρέφοντας στην ιδέα της αντίστασης και των εναλλακτικών λύσεων, βλέπω ως  πιθανόν μέλλον του OWS ότι θα μπορούσε να αρχίσει να υποστηρίζει τις πολιτικές αυτές ως οικονομικές εναλλακτικές λύσεις για να πάμε στο επόμενο επίπεδο. Οπότε, ναι, εκεί είναι που βλέπω πολλές δυνατότητες, αλλά πιθανώς και πολλές χαμένες ευκαιρίες. Εσύ το βλέπεις;

Η συνέχεια του OWS

Y.M: Νομίζω ότι υπάρχει μια αφάνταστη δυνατότητα, και ότι στο κοντινό μέλλον μπορούμε να κερδίσουμε πολλά που θα βελτιώσουν πραγματικά τις ζωές των ανθρώπων. Μπορούμε να συνεχίζουμε να αλλάζουμε το πολιτικό τοπίο, και να αναπτυχθούμε σε ένα μαζικό κίνημα που θα έχει τη δύναμη να προτείνει έναν άλλο κόσμο. Νομίζω ότι είμαστε μόνο στην αρχή. Και βλέπω επίσης ότι μπορούμε να κερδίσουμε μια πραγματικά ελεύθερη κοινωνία. Είναι απολύτως δυνατό να έχουμε ένα πολιτικό και οικονομικό σύστημα στο οποίο να έχουμε λόγο, να ασκούμε δημοκρατικό έλεγχο, να συμμετέχουμε σε ό,τι είναι δίκαιο και απελευθερωτικό. Μια κοινωνία όπου θα υπάρχει αυτονομία για τους εαυτούς μας και τις κοινότητές μας και αλληλεγγύη μεταξύ τους. Είναι δυνατό και είναι και αναγκαίο. Αυτό είναι το εκπληκτικό που συμβαίνει με το κίνημα OWS: αυτή η στιγμή που καθόμαστε εδώ, και δεν μπορώ να φανταστώ ακόμη τα όρια των δυνατοτήτων μας.

(*) H Ναόμι Κλάιν είναι δημοσιογράφος, ακτιβίστρια και συγγραφέας. Ο Γιόταμ Μάρομ είναι εκπαιδευτικός, συγγραφέας, έχει δραστηριοποιηθεί στο OWS, και είναι μέλος της «Οργάνωσης για μια ελεύθερη κοινωνία» (www.afreesociety.org)

Απόδοση: Δημήτρης Γκιβίσης


Πηγή: The Nation

Αναδημοσίευση από Red Notebook

Οι Αγανακτισμένοι: Κίνημα ανατροπής ή κίνημα-έμβλημα μιας ολόκληρης αστικής Εποχής;

Οι Αγανακτισμένοι: Κίνημα ανατροπής ή κίνημα-έμβλημα μιας ολόκληρης αστικής Εποχής;

 γράφει ο Ονειρμός

 

Με το κείμενο αυτό, η παρέα της Λέσχης μεγαλώνει με τον αγαπητό φίλο και σύντροφο Ονειρμό. Το ιστολόγιο του  Τάξεις και Ηθική αποτελεί μια πολύ σημαντική θεωρητική προσπάθεια που πάντοτε παρακολουθούσαμε με προσοχή. Χαιρόμαστε που βρίσκεται μαζί μας καθώς ο στόχος της θεωρητικής αναζήτησης και του διαλόγου για τον κομμουνισμό της εποχής μας είναι  η βασική στόχευση της Λέσχης… 

.

Πρόλογος

Το παρόν κείμενο έχει σκοπό να προσεγγίσει το «κίνημα» των «Αγανακτισμένων» προτείνοντας απλώς ένα πλαίσιο ανάλυσης του φαινομένου, για αυτό και προϋποθέτω πως ο αναγνώστης έχει μια γενική εικόνα σε σχέση με το ιστορικό του «κινήματος» η οποία δεν απέχει πολύ από τη δική μου. Παραθέτω ενδεικτική βιβλιογραφία στο τέλος του κειμένου.

Η βασική μου θέση είναι ότι η πρόσληψη του φαινομένου των «Αγανακτισμένων» σημαδεύτηκε από δύο εκ διαμέτρου αντίθετες στάσεις. Από τη μία πλευρά, οι επαναστατικές κορώνες που έβγαλαν διάφοροι για το «Πλήθος» και την αδιαμεσολάβητη δημοκρατία που μιλούσε μέσα από τα χείλια του, αποτελούν σύμπτωμα του γενικότερου εκφυλισμού της επαναστατικής θεωρίας όχι μόνο στην Ελλάδα, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά σε ολόκληρο το σύγχρονο κεφαλαιοκρατικό κόσμο. Έφτασαν στη χώρα μας, ετεροχρονισμένα, αναλύσεις που μιλούν για «ριζοσπαστική δημοκρατία» και ένα εξ ορισμού επαναστατικό συνονθύλευμα ανθρώπων, το οποίο άνευ λοιπών προϋποθέσεων, είναι αντικαπιταλιστικό απλά και μόνο επειδή…υπάρχει. Χωρίς κανένα στρατηγικό στόχο και χωρίς καμία στράτευση, αυτό το πλήθος αποδιαρθρώνει το Κράτος με μόνη τη αντίδρασή του και την έκφραση της «επιθυμίας» του, ακριβώς επειδή δεν έχει έναν ενοποιητικό στρατηγικό στόχο που θα επέβαλλε πάνω σε αυτό μια καθορισμένη «Ταυτότητα».

Από την άλλη μεριά, είχαμε μια «ορθόδοξη» μαρξιστική αντιμετώπιση των «Αγανακτισμένων», η οποία ήξερε να τους προσάπτει κατηγορήματα, με πρώτο και κύριο τον «μικροαστικό» χαρακτήρα τους. Ασφαλώς η αντίληψη αυτή απέφυγε να χαρακτηρίσει τους Αγανακτισμένους «επαναστατική δύναμη», αποδεικνύοντας πως ο «ορθόδοξος» μαρξισμός, όταν χρησιμοποιείται σωστά, μπορεί να δώσει μια καλύτερη πρόγνωση του κοινωνικού γίγνεσθαι από όλες τις υπεραισιόδοξες, μεταμοντέρνες και ειδικότερα «μεταμαρξιστικές» προσεγγίσεις που έχουν επικρατήσει ως κυρίαρχες αφηγήσεις. Αναφέρομαι ειδικά στην «Αυτοκρατορία» και το «Πλήθος» των Hardt-Negri (στο εξής, H+N), οι οποίοι, παρά τη ριζικά αντιτελεολογική τους τοποθέτηση, υποστηρίζουν ούτε λίγο ούτε πολύ ότι ο κομμουνισμός χτίζεται μέρα με τη μέρα από τη φυσική πορεία των πραγμάτων με τη διανοητικοποίηση της εργασίας και την παγκοσμιοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών, αλλά και την ήδη συντελεσμένη «συγχώνευση» νομικοπολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού σε μια κοινή, «βιοπολιτική» παραγωγή.

Ωστόσο, αυτή η «μικροαστολογία» από πολλούς μαρξιστές, κατάφερε στις περισσότερες περιπτώσεις να μετατρέψει ένα καταφανώς αντιφατικό κοινωνικό φαινόμενο σε μονοσήμαντο, ξεμπερδεύοντας από αυτό με συνοπτικές διαδικασίες, αφού κρίθηκε προφανώς αναντίστοιχο με τις επαναστατικές αξίες του μαρξισμού-λενινισμού. Η προσέγγιση αυτή, όμως, παραβλέπει τις περισσότερες φορές τον παγκόσμιο χαρακτήρα κινημάτων τύπου αγανακτισμένων, πλήθους κλπ, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, αδιαφορεί δηλαδή ως επί το πλείστον για τις αντικειμενικές ρίζεςτου φαινομένου αυτού στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Ακριβώς αυτή η τελευταία διαπίστωση, δίνει στις αναλύσεις των H+N και πιο πριν των Deleuze-Guattari (στο εξής, D+G) μεγάλη περιγραφική (το τονίζω, περιγραφική) αξία των σύγχρονων κοινωνικών κινημάτων και «αυθόρμητων» εξεγέρσεων , την οποία σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να διαθέτει ο κλασικός μαρξισμός του 19ου αιώνα . Πρέπει να σημειωθεί ότι η «Αυτοκρατορία» και λοιπά sequels αποτελούν ένα μεταμαρξιστικό-οικονομίστικο «ξαναγράψιμο» του δίτομου«Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια» των D+G, ένα «βιβλίο-γεγονός» σύμφωνα με την έκφραση του Φουκώ,  που εξέφρασε τη δυναμική του γαλλικού Μάη του 1968.

Για αυτούς τους λόγους, ο σκοπός μου είναι να χρησιμοποιήσω κάποια αναλυτικά εργαλεία που προσφέρουν στο περιγραφικό επίπεδο οι αναλύσεις των D+G (κυρίως αυτών), τοποθετώντας τες όμως σε ένα μαρξιστικό-διαλεκτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο ανατρέπεται η εικόνα των «νομάδων», του «πλήθους» και κινημάτων όπως οι «Αγανακτισμένοι» ως «επαναστατικών δυνάμεων», χωρίς όμως να παραγνωρίζεται α) η αντικειμενική κοινωνιο-οντολογική θεμελίωση τέτοιων κινηματικών φαινομένων στη σύγχρονη κεφαλαιοκρατία β) η πραγματική ιστορική ανάγκη οι μαρξιστές και άλλοι αντικαπιταλιστές να κατανοήσουν αυτά τα χαρακτηριστικά αυτών των κινημάτων,τα οποία θα τα βλέπουμε, προδικάζω, συνέχεια μπροστά μας, στη μία ή την άλλη τους μορφή. Πράγμα που σημαίνει ότι το ζήτημα της αντικαπιταλιστικής-κομμουνιστικής πολιτικής οργάνωσης δεν μπορεί να παραβλέπει αυτά τα κοινωνικά κινήματα, ακόμη και αν κανείς διατηρεί, όπως εγώ, τη βαθιά λενινιστική πίστη στην αναγκαιότητα μιας στιβαρής, πολιτικής εργατικής-κομμουνιστικής οργάνωσης, ακριβώς γιατί έχουμε το ευτυχές «προνόμιο» να ζούμε σε έναν καπιταλισμό σε καιρό δομικής κρίσης, και όχι στον καπιταλισμό του 1960.

Αρθρώνοντας τους «Αγανακτισμένους» στο αφηγηματικό επίπεδο

Η ανασύσταση του κινήματος των Αγανακτισμένων αναδρομικά, από τη σκοπιά του σήμερα, κατά την παρούσα (χωρίς το χρονικό των γεγονότων) αφήγηση, αρθρώνεται στα εξής επίπεδα, που εμπνέονται από τη σχετική περιοδολόγηση της ανάπτυξης ενός «οργανικού όλου» από τον Β.Α.Βαζιούλιν:

1)      Αρχή (θέση προϋποθέσεων)

2)      Πρωταρχική εμφάνιση

3)      Διαμόρφωση

4)      Ωριμότητα.

Μόνο που εδώ θα θεωρήσουμε τους Αγανακτισμένους όχι μια «ολότητα» αλλά ένα σύστημα, δικτυακού τύπου (οιωνεί σύστημα).

Όπως σε μια συμβατική αφήγηση ή εξ-ιστόρηση,ο χρόνος είναι γραμμικός και ευθύγραμμος, και η ιστορία της αφήγησης εξελίσσεται με αρχή, μέση και τέλος, ακριβώς γιατί κρατά κανείς τις ουσιώδεις στιγμές, αναπτύσσοντας την πλοκή και δίνοντας συνεπώς την αίσθηση μιας ανάπτυξης, η οποία όμως, στο πραγματικό ιστορικό χρόνο, δεν ήταν αναπόφευκτη, αν και υποκινήθηκε προς τη μορφή που τελικά εξέλαβε από ιστορικές κοινωνικές διεργασίες και δυνάμεις, κάποιες από τις οποίες ήταν εξ αρχής πιο εύκολο να κυριαρχήσουν, και τελικά, πράγματι, επικράτησαν.

1)      Αρχή ως θέση προϋποθέσεων

Η θέση των προϋποθέσεων σημαίνει τη θέση των ιστορικών όρων, του ιστορικού χωροχρονικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα αναδυθεί, με τη «πρωταρχική εμφάνισή» του, το εξεταζόμενο σύστημα. Οι ιστορικές αυτές προϋποθέσεις είναι η παγκόσμια κεφαλαιοκρατική κρίση και οι ειδικές συντεταγμένες μέσα στις οποίες αυτή εκδηλώθηκε στο ελληνικό κοινωνικό σύστημα.

Συνεπώς είναι αδύνατη η κατανόηση του φαινομένου των «Αγανακτισμένων» χωρίς τη μακροσκοπική οπτική της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατικής κρίσης και τη συγκριτική αντιπαραβολή των ιστορικών συστημάτων μέσα στους οποίους αναδύθηκαν αυτά τα συγγενή κινήματα. Πολύ περισσότερο, είναι αδύνατη η κατανόηση του φαινομένου των Αγανακτισμένων, χωρίς την εξέταση της κοινωνικοοικονομικής και πολιτισμικής κατάστασης που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα, ιδίως από το 1974 και μετά, στα χρόνια της «μεταπολίτευσης». Ως προς αυτά τα ειδικά καθήκοντα της ανάλυσης, η έννοια του «μικροαστού» δεν έχει να προσφέρει τίποτα. Άλλωστε, το ποιός είναι «μικροαστός» και ποιός εργατική τάξη, είναι κάτι το οποίο θα κριθεί ακριβώς με τη μελέτη της ταξικής σύνθεσης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, όλα αυτά τα χρόνια στην ιστορική συγκρότησή του, σε συνάρτηση με τη θέση του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό γίγνεσθαι. Η κοινότητα στη μορφή και το περιεχόμενο των κινημάτων τύπου Ιndignados, Αγανακτισμένοι, Occupy Wall Street που αναδύονται χωρίς τη πολιτική παρέμβαση κομμουνιστών, δείχνει πως, αφού το «γινόμενο» είναι κοινό στα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, κοινές ενδεχομένως είναι και οι βαθύτερες δομικές διεργασίες, παρά την ποικιλία των ιστορικών συνθηκών εκδήλωσης.

2)    Πρωταρχική Εμφάνιση:

 

α)  Το Όνομα ως νοηματικό σύνορο

Το σύστημα εμφανίζεται για πρώτη φορά μέσα στα σπλάχνα του ιστορικού Κόσμου μέσα στο οποίο γεννήθηκε. Το μαρξικό ανάλογο είναι η πρωταρχική εμφάνιση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων μέσα στα σπλάχνα της φεουδαρχίας, χωρίς να έχουν γίνει ακόμα το εμπόρευμα και η συσσώρευση του κεφαλαίου καθολική κοινωνικοοικονομική σχέση. Ληξιαρχική «πράξη» γέννησης είναι η χάραξη μιας διάκρισης εκείνου που πρωταρχικά εμφανίζεται, έναντι του περιβάλλοντός του.

Η διάκριση ιδρύει την ίδια τη διάσταση εσωτερικού-εξωτερικού. Εν προκειμένω, οι «Αγανακτισμένοι» ως δίκτυο προκύπτουν μέσα στον κοινωνικοπολιτικό Κόσμο του ελληνικού κεφαλαιοκρατικού συστήματς, σε διάκριση από αυτό το κοινωνικοπολιτικό τους περιβάλλον. Οντολογική συνθήκη της διάκρισης σε σύστημα και περιβάλλον θεωρούμε εδώ το πρόβλημα. Η ρήξη μέσα στην «αμεσότητα» του κοινωνικοπολιτικού Κόσμου έρχεται με την ανάδυση ενός προβλήματος. Η σχέση-πρόβλημα είναι η σχέση μεταξύ των Αγανακτισμένων και του κοινωνικοπολιτικού του περιβάλλοντος,με τους Αγανακτισμένους να συγκροτούνται ως προσπάθεια «επίλυσης» αυτού του προβλήματος. Το «προβληματικό πεδίο» είναι για τον Deleuze ένα πεδίο αντικρουόμενων σχέσεων, δυνάμεων, ροπών, τάσεων, βαθμών εντάσης, του οποίου «επίλυση» είναι η συγκεκριμένη ενεργός ύπαρξη. Σε μια διαλεκτική του οικειοποίηση και από τη σκοπιά ενός δεδομένου συστήματος έναντι του περιβάλλοντος, «πρόβλημα» είναι η αντίφαση εσωτερικού (σύστημα) και εξωτερικού (περιβάλλοντος), τα που αποτελούν δύο διακριτά πεδία ενδεχομενικότητας, με τις δυνατότητές τους να περιορίζονται αμοιβαία και τη συγκεκριμένη ύπαρξη του συστήματος να αποτελεί επιλογή κάποιων ενδεχομένων έναντι άλλων, προς επίλυση του προβλήματος. Όταν η διαφορά του συστήματος σε σχέση με το περιβάλλον οξύνεται στο βαθμό της αντίφασης, θεωρούμε πως είναι τότε η στιγμή που το σύστημα πρέπει να αναπροσαρμόσει τη δομή του, τη συγκεκριμένη ύπαρξή του, ώστε να «επιλύσει» το πρόβλημα με μία νέα μορφή ύπαρξής του.

Έτσι λοιπόν, οι Αγανακτισμένοι γεννιούνται από μια κοινωνική αντίφαση-πρόβλημα που εντοπίζεται «εντός» του κοινωνικού Κόσμου, διακρίνονται από τον περιβάλλοντα Κόσμο ως σύστημα-δίκτυο, και κάθε φορά που η διάκριση-διαφορά τους από το περιβάλλον οξύνεται στο βαθμό της αντίφασης, τότε λέμε πως έχουν να αντιμετωπίσουν, όπως κάθε σύστημα, κάποιο πρόβλημα, το οποίο απαιτεί μια επιλογή μεταξύδιαφορετικών ενδεχομένων, και μια «υλοποίηση» του συστήματος (Αγανακτισμένοι) στις διαφορετικές, κάθε φορά, συνθήκες,

Στη περίπτωση των Αγανακτισμένων, μια πρώτη διάκριση από ο,τιδήποτε διαδραματίστηκε έξω από τη νοηματική σφαίρα τους, είναι το ίδιο το όνομα. Ας σταθούμε λίγο σε αυτό. Στους Μάρξ (18 Μπρυμαίρ του Λουβοβίκου Βοναπάρτη, σχετικά με την «ποίηση» των επαναστάσεων, την επανάληψη προτύπων και το όνομα του Ναπολέοντα) και Ένγκελς, και κυρίως ο Λένιν αναφορικά με το όνομα του του κόμματος (στο γνωστό άρθρο του ποιά πρέπει να είναι η ονομασία του κόμματός μας για να είναι επιστημονικά σωστή και να βοηθάει πολιτικά το ξεκαθάρισμα της συνείδησης του προλεταριάτου ;) , έχουν ήδη τοποθετήσει τη διάσταση αυτή του ονόματος ως διακριτικό σημείο και τρόπο οριοθέτησης του εσωτερικού και του εξωτερικού. Το απλό γεγονός της πρόσδωσης ενός ονόματος στα πράγματα και τους ανθρώπους, παίζει έναν ανάλογο ρόλο. Δεν υπάρχει ταυτότητα χωρίς όνομα, που χαράσσει τη διάκριση από αυτό που δεν σημαίνει το όνομα. Το όνομα εξυπηρετεί τη νοηματική κλειστότητα ενός συστήματος.

Το όνομα «Αγανακτισμένοι» χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς. Ήδη είναι αποκαλυπτικό του χαρακτήρα του κινήματος και του προβλήματος που θέλει να επιλύσει. Βλέπουμε σε αυτό τα χαρακτηριστικά τηςπληθυντικότητας και της νομαδικότητας, όπως θα έλεγαν οι D+G και H+N. Οι Αγανακτισμένοι ήταν ένα πλήθος ετερογενών κοινωνικών στρωμάτων, πρακτικών, κοσμοειδώλων και επιθυμιών. Παρά αυτή τους την ανομοιογένεια, έδρασαν υπό τη σκέπη ενός κοινού ονόματος, ταυτοποιούμενοι ως «Αγανακτισμένοι». Εδώ η αγανάκτηση είναι η κοινή ιδιότητα των ετερογενών, η οποία αναβιβάζεται έτσι σε Ενότητα των Πολλών. Η κοινή αυτή ιδιότητα λειτουργεί σαν «σημείο ισορροπίας» των κοινωνικοοικονομικών, ιδεολογικών και ψυχικών-συναισθηματικών αποκλίσεων και διαφορών έντασης μεταξύ των ετερογενών στοιχείων αυτού του πλήθους. Είναι διαφορετικό να πεις ότι η αντισυστημική «Αγανάκτηση» εκφράστηκε ή ενσαρκώθηκε μέσα σε αυτό το κίνημα, και διαφορετικό να πεις ότι πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι βρήκαν σαν κοινή συνισταμένη τους την «αγανάκτηση» τους. Η πρώτη διατύπωση θα έμοιαζε «ουσιοκρατική» και μεταφυσική, ενώ η δεύτερη υλιστική, προϊόν ενός κόσμου «εκκοσμικευμένου». Όπως διαφορετικό είναι να πει κανείς ότι ένα Κομμουνιστικό Κόμμα εκφράζει/ενσαρκώνει το ιδεώδες του Κομμουνισμού και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, και διαφορετικό να πεις ότι το Κόμμα των Κομμουνιστών (πληθυντικός) ή η « Ένωση των Κομμουνιστών» (ακόμη πιο αντιπροσωπευτικό), είναι μια συνάρθρωση διαφορετικών ανθρώπων που κάθε ένας ξεχωριστά πιστεύει στη δυνατότητα του κομμουνισμού, και αυτή η κοινή ιδιότητά τους είναι που τους ενώνει.

Και στη πρώτη όμως περίπτωση, δεν θεωρώ πως πρόκειται άνευ άλλων προϋποθέσεων για «ουσιοκρατία». Προς το παρόν αξίζει να κρατήσουμε μόνο το ότι ο «πληθυντικός» των «Αγανακτισμένων» είναι ήδη δηλωτικός του τρόπου που «από τα κάτω», από την ετερογένεια των πολλών, ανευρίσκεται εκείνο το σημείο ισορροπίας, η κοινή ιδιότητα, η «αγανάκτηση», η οποία αναγορεύεται σε κυρίαρχο γνώρισμα και τελικά επισφραγίζει τη διάκριση του κινήματος αυτού από το περιβάλλον, σαν ξεχωριστή οντότητα.

Άλλο χαρακτηριστικό που έχουν επισημάνει οι D+G πέρα από την πληθυντικότητα-νομαδικότητα-μοριακό χαρακτήρα, είναι η «ρηματικότητα». Αυτό το βλέπουμε ξεκάθαρα στο όνομα του κινήματος «Οccupy Wall Street”. To ρήμα αντιδιαστέλλεται στις έννοιες του υποκειμένου και του αντικειμένου, εκφράζοντας ένα γίγνεσθαι-Κάτι. Σχετική με αυτό, στο επίπεδο της αναλυτικής παράδοσης, είναι η δουλειά του Quine (.http://en.wikipedia.org/wiki/Willard_Van_Orman_Quine), από τον οποίο εμπνέονται και οι D+G (πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Quine με τον «Πήγασο»). Το «οccupy» είναι μια προτροπή που συνεχώς οφείλεται, έχει μια διάρκεια και δείχνει μια κίνηση. Η κίνηση αυτή σχηματίζει μια εικόνα, η οποία μπορεί κάλλιστα να έχει μια φωτογραφική αποτύπωση. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και στους «Αγανακτισμένους». Πρόκειται για ονόματα τα οποία, λόγω ειδικών χαρακτηριστικών τους που αναφέρονται παραπάνω σχηματικά, επιτρέπουν την απεικόνιση. Σε αντίθεση με «αφηρημένα ιδεώδη» όπως κομμουνισμός, καπιταλισμός κλπ, ο Αγανακτισμένος είναι ένας άνθρωπος που ρίχνει μούτζες μπροστά από το Σύνταγμα, ενδεχομένως αναψοκοκκινισμένους. Και το «Οccupy Wall Street» είναι μια κίνηση ανθρώπων προς «κατάληψη» της Wall Street. O ειδικά “υλιστικός» χαρακτήρας των κινημάτων αυτών, επιτρέπει την αποτύπωσή τους σε μεμονωμένες εικόνες ή και σε κολάζ ιδιαίτερων στιγμών (κολάζ προσώπων, ενεργειών, στιγμιότυπα). Εδώ, ένα από τα ελαττώματα της φωτογραφίας (όπως και της λέξης) που είναι η μετωνυμία (το μέρος έναντι του όλου), δεν αποτελεί ελάττωμα, γιατί η «κοινή ιδιότητα» που συνενώνει και χαρακτηρίζει το γενικό νόημα, είναι μια εμπειρική στιγμή, σαφής και πραγματικά εντοπισμένη στο χώρο και το χρόνο, που μπορεί συνεπώς να απαθανατιστεί ως μέρος ή στιγμή, απαθανατίζοντας ταυτόχρονα το  «όλο», έτσι που το κατάλληλο στιγμιότυπο δεν χάνει τίποτα από την «ουσία».

Τέλος, είναι αυτονόητο πως η ίδια η «Αγανάκτηση» ως περιεχόμενο και σημείο ισορροπίας (ή «ελκυστής»), είναι ένα συναίσθημα αρκετά αφηρημένο, όσο αφηρημένη ήταν και η άρνηση τους «Συστήματος» από τους Αγανακτισμένους, ένα συναίσθημα το οποίο δηλώνει απλώς μια εσωτερική διεργασία αλλά και μια απάθεια. Όταν λέμε «έχω αγανακτήσει», αυτό αποτελεί μια δήλωση που περιμένει την απόκριση του συνομιλητή, και δεν αναμένεται απαραίτητα κάποια άλλη ενέργεια από αυτόν που δηλώνει ότι «έχει αγανακτήσει». Είναι χαρακτηριστικό όμως πως κατά τη διάρκεια του «κινήματος» πρότειναν πολλοί τη μετονομασία σε «Αποφασισμένους». Οι «Αποφασισμένοι» εξωτερικεύουν τα συναισθήματά τους και υπονοούν τη δράση (ένας αποφασισμένος που απλώς δηλώνει την αποφασιστικότητά του προετοιμάζει τους συνομιλητές του για μια επόμενη δράση). Η πρόταση αυτή για αλλαγή του ονόματος ήρθε, καθόλου τυχαία, μετά τη πρώτη συνειδητοποίηση ότι απαιτούνται κάποιες συγκεκριμένες δράσεις που πρέπει να έχουν διάρκεια και πυγμή, έναντι του «Συστήματος»-Λεβιάθαν που ορθωνόταν σαν αντίπαλος.

Το όνομα των «Αγανακτισμένων» και κυρίως όσα αυτά σήμαινε στα συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα, είναι ήδη δηλωτικό του προβλήματος που πυροδότηση την ανάδυσή τους. Νομίζω πως το πρόβλημα αυτό ανέκυψε στη διαφορά πολιτικού και κοινωνικού συστήματος, ή «δημόσιας» και «ιδιωτικής» σφαίρας, για να θυμηθούμε κάποιους όρους που είναι ξεχασμένοι. Αστικό Κράτος (δημόσια αρχή) και κοινοβουλευτικό σύστημα, έναντι «κοινωνίας των ιδιωτών». Από τα παραπάνω γίνεται ήδη αντιληπτός, στη γέννησή του, ο μεταρρυθμιστικός χαρακτήρας του κινήματος. Η αντιδιαστολή με το κοινοβουλευτικό σύστημα (κατά της Βουλής, στη πλατεία Συντάγματων, και σε άλλες πλατείες σε δημόσιους χώρους) όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, μας προδιαθέτει ήδη για τη δυναμική και τα όρια του κινήματος. Όπως και το όνομα «Αγανακτισμένοι», με τα χαρακτηριστικά της έννοιας της «αγανάκτισης» που αναφέρθηκαν, μας προδιαθέτει για τους τρόπους και τα όρια επίλυσης του «προβλήματος».

β)  Τα εδαφικά-χωρικά σύνορα και η ιδιαίτερη χρονικότητα

Δεύτερη πηγή «διάκρισης» του συστήματος από το περιβάλλον (η σειρά δεν είναι αξιολογική) είναι η διάκριση στο χώρο. Οι Αγανακτισμένοι ταυτίστηκαν με τη πλατεία Συντάγματος. Ας μην μείνουμε πολύ στους πρόδηλους νοηματικούς συσχετισμούς. Το Σύνταγμα συμβολίζει το κοινοβουλευτικό σύστημα και η αγανάκτηση προς το «πολιτικό σύστημα» και τους βουλευτές στρέφεται κατά της Βουλής, αποτελώντας αφηρημένη άρνηση αλλά και εγκλωβισμό του κινήματος στις επιφανειακές,ορατές συντεταγμένες του αστικού Κράτους, δεν στρέφεται δηλαδή κατά του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και δεν ρίχνει το βάρος στους χώρους εργασίας και στη μισθωτή δουλεία. Υπάρχει βέβαια το στοιχείο της «πλατείας» ως χώρου της εκδίπλωσης του κινήματος σε όλη την Ελλάδα, φαινόμενο γνωστό και από ανάλογες εμπειρίες του εξωτερικού. Έχουν δίκιο οι αναλύσεις που αποδίδουν αυτή την έμφαση στις πλατείες στο δημόσιο χαρακτήρα τους. Η «ανακατάληψη των δημοσίων χώρων» είναι πράγματι ένα εξαρτημένο αντανακλαστικό του σύγχρονου ανθρώπου που θέλει να αντισταθεί, απέναντι σε αυτό που νιώθει σαν ιδιωτικοποίηση των κερδών και ολιγαρχία των πολιτικών και των τραπεζών. Όλες οι «πλατείες» της Ελλάδας συνοψίζονται στη πλατεία Συντάγματος. Η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα, με τις πιο μαζικές συγκεντρώσεις. Η Βουλή είναι ο Ναός του πολιτικού συστήματος, και οι βουλευτές εκφράζουν υποτιθέμενα τη λαϊκή κυριαρχία. Η λαϊκή κυριαρχία «μεταβιβάζεται» στους αντιπροσώπους, εκείνοι όμως λυμαίνονται τα πλούτη και καταχρώνται την εξουσία με τη διαφθορά τους, οδηγώντας μας «ως εδώ», στην ελληνική «κρίση χρέους». Η αρμόζουσα απάντηση λοιπόν φαίνεται να είναι ο Λαός να ζητήσει έμμεσα «Σύνταγμα» όπως στις ένδοξες στιγμές του παρελθόντος, μια ριζική δηλαδή αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος. Όσον αφορά το χωρισμό σε «άνω» και «κάτω» πλατεία σαν εδαφικό χωρισμό δηλωτικό σημαντικών πολιτικών διεργασιών, θα αναφερθώ στη συνέχεια.

Η ιδιαίτερη χρονικότητα εντός αυτού του πλαισίου-χώρου, σε αυτό το στάδιο της πρωταρχικής εμφάνισης-διάκρισης, είναι ετεροπροσδιορισμένη (όπως και ο χώρος-έδαφος) από πολιτικά και ακόμη πιο στενά από νομοθετικά γεγονότων (ψήφιση Μνημονίων, εφαρμοστικών κλπ). Υπάρχει ασφαλώς μια «ιδιαίτερη προτίμηση», οι ώρες και οι ημέρες να μην είναι ώρες και ημέρες εργασίας! Η χρονική πειθαρχία στο Κεφάλαιο δύσκολα θίγεται. Μια Κυριακή με 500.000 κόσμο είναι μια συγκέντρωση που λαμβάνει χώρα έτσι και αλλιώς σε μια μέρα-παρένθεση της κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης.

Ωστόσο η εσωτερική ζωή του συστήματος που διακρίθηκε από το περιβάλλον, αποτελεί ήδη μια σχισμή στην οργανική επανάληψη της κεφαλαιοκρατικής, «κανονικής» ζωής, ένα εξαιρετικό γεγονός από άποψη μαζικότητας, χαρακτήρα και πρωτόγνωρο για τα ελληνικά χρονικά, ξεσπώντας σε μια περίοδο βαθύτατης οικονομικής κρίσης που ήρθε να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα της πολιτικής ζωής του τόπου. Γεννιέται στους κόλπους των «Αγανακτισμένων» και των συμπαθούντων μια ελπίδα, μια υπόσχεση και μια προσδοκία για το μέλλον, που ακριβώς «αντλεί την ποίησή της» από το παρελθόν, από τις «κορυφαίες στιγμές της δημοκρατίας» η οποία μιλά ξανά σε παρόντα χρόνο καθώς «γράφεται ιστορία». Έχουμε εδώ όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας Ιστορικής Στιγμής, μιας τομής, που δεν είναι παρά η εκρηκτική διαφορά μέλλοντος-παρελθόντος. Αυτά τα χαρακτηριστικά επιτρέπουν οι Αγανακτισμένοι να παραγνωριστούν σαν ένα ρηξιακό, επαναστατικό Συμβάν, που καταφέρεται εναντίον της «χρηματοπιστωτικής ολιγαρχίας», σε συντονισμό με ανάλογες κινήσεις του ευρωπαϊκού Νότου. Το τι είδους «συμβάν» είναι αυτό το πράγματι εξαιρετικό γεγονός, παραμένει στη φάση αυτή αμφιλεγόμενο.

γ) Η διαφορά του συστήματος από το περιβάλλον «επανενσωματώνεται»-το Μέτρο και η Απόκλιση

Η εδαφική, χρονική και νοηματική διάκριση των Αγανακτισμένων στη φάση της πρωταρχικής εμφάνισής τους, σημαίνει τη χάραξη της «διαφοράς», σε αυτά τα επίπεδα, του συστήματος από το περιβάλλον. Ωστόσο, η διαφορά αυτή παραμένει ανεξάλειπτη, και καθιστά εξαρτημένο το νόημα του συστήματος από το μη-νόημα, το περιβάλλον, τις συνθήκες ύπαρξής του. Το σύστημα δεν έχει ακόμα εξασφαλίσει εκείνη τη λειτουργική κλειστότητα, που του επιτρέπει να διαχειρίζεται και να απορροφά τις πιέσεις από το περιβάλλον, ενσωματώνοντας τη διαφορά, που εμφανίζεται ως απειλή, κίνδυνος, φόβος, αγωνία, κ.α. Το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον ασκεί στους «Αγανακτισμένους» πιέσεις επιλογής, πράγμα που σημαίνει πως το πρεσάρισμα από τα ΜΜΕ και την πολιτικοοικονομική κατάσταση (νέα μέτρα, διαρκής πτώση του βιοτικού επιπέδου, προβολή αδιεξόδου της δράσης των πλατειών κλπ), απαιτεί ένα «οργανωτικό προχώρημα». Είναι, όπως είπαμε, η επανεμφάνιση της διαφοράς συστήματος-περιβάλλοντος εν είδει προβλήματος που πρέπει να επιλυθεί, καθώς οι ιστορικές συνθήκες (νέα πλαίσια σχέσεων μέσα στις οποίες υπάρχει το σύστημα) αλλάζουν.

Μια πρώτη «γραμμή άμυνας» έναντι του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος, με σκοπό τη διαφύλαξη του νοηματικού και πρακτικού πυρήνα των Αγανακτισμένων, έχει ήδη τεθεί εξ αρχής «αυθόρμητα». Ηποιοτική διαφοροποίηση του κινήματος (μιλήσαμε για συνάρθρωση ετερογενών στοιχείων) και οιποσοτικές (με ευρεία έννοια) διαστάσεις του (πληθυσμός-μέγεθος, έκταση, βαθμοί εντάσης, ετερόκλιτες δυνάμεις κ.α-για όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν ειδικές αναφορές), έχουν ισορροπήσει, όπως ήδη ειπώθηκε, πάνω σε μια κοινή μορφική οριοθέτηση και υλική-χωροχρονική «τελεστικότητα βάσης» (πρακτική). Αυτός ο «αυθόρμητος» σχηματισμός μιας ασαφούς και εύθραστης ισορροπίας είναι ο σχηματισμός ενός Μέτρου των ποιοτικών και ποσοτικών διαφοροποιήσεων. Το «Μέτρο» του συστήματος είναι ανάλογο με την «ομοιόσταση». Σε συνάρτηση με αυτό, κάθε εισβολή του εξωτερικού Κόσμου σε μορφή διαφοράς και διαταραχής, μεταφράζεται ως «αμετρία». Μπορούμε εδώ να χρησιμοποιήσουμε και την έννοια του «ρυθμού», έτσι αντί για αμετρία θα έχουμε «αρρυθμία». Ή ακόμη μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την έννοια «παράσιτο» ή «θόρυβος», για να χαρακτηρίσουμε εκείνο που προκαλεί διαταραχή στην επικοινωνία μεταξύ των Αγανακτισμένων και στην αναπαραγωγή της. Οι Αγανακτισμένοι εξασφαλίζουν εξ αρχής τη διάκρισή τους από το περιβάλλον τους εναρμονίζοντας τις μοναδικές δράσεις τους σε έναν, επισφαλή σε αυτή τη φάση, χωροχρονικό ρυθμό, στο επίπεδο της πρακτικής. Στο επίπεδο του «νοήματος», διακρίνονται όπως είπαμε ως Αγανακτισμένοι, με συγκεχυμένα ακόμη τα λοιπά χαρακτηριστικά της διάκρισης αυτής. Εξ αρχής πάντως, αγανακτισμένος σημαίνει και ακομμάτιστος («πολιτικοποιημένος αλλά όχι κομματοποιημένος-κομματόσκυλο»), δημοκράτης, κριτικός και αντισυστημικός, λαικός, κ.ο.κ.

Το Μέτρο είναι ποιοτικό ποσόν και ποσοτικό ποιόν (μπορούμε να διακρίνουμε επιμέρους είδη «μέτρων», αλλά εδώ αναφερόμαστε στο κατεξοχήν Μέτρο). Έχει όλες τις παραπάνω διαστάσεις. Το περιβάλλον που δεν είναι σύστημα, το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που δεν ανήκει σε αυτό το Μέτρο-Κανόνα των Αγανακτισμένων, αρχικά προσλαμβάνεται σαν «Είναι» που δεν είναι μέτρο και που διαταρράσει τη μετρική σχέση, τη σχέση δηλαδή που συγκεφαλαιώνει όλους τους όρους της πρωταρχικής, πρωτόλειας ύπαρξης. Η διαταραχή αναγνωρίζεται είπαμε ως «αμετρία» ή ως «αρρυθμία» (ή σαν θόρυβος, ανάλογα με τη διάσταση στην οποία θέλουμε να δώσουμε έμφαση). Ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται από το σύστημα. Η απόκλιση αυτή από την ιδεατή τιμή, από τον «κανόνα», είναι σαν κραδασμός που πρέπει να απορροφάται άμεσα.

Έτσι, κάθε κομματικός, κάθε «αντιδημοκρατικός» (εδώ έβαζαν και τους κομμουνιστές βέβαια!), κάθε «μη κανονικός» με γνώμονα το Μέτρο-Κανόνα των Αγανακτισμένων, είναι αποβλητέος, παράσιτο. Ακριβώς για αυτό ανατρέπεται στη πράξη ο μύθος του «ανοιχτού για όλους», κλπ. Βλέπουμε πώς απέβαλλαν οι «Αγανακτισμένοι» κομμάτια του λαού που είχαν κάνει την επιλογή σε αγωνίζονται μέσα από ένα πολιτικό μόρφωμα. «Η δημοκρατία στο απόσπασμα» λοιπόν! Όπως κάθε σύστημα, έτσι και οι Αγανακτισμένοι, αποβάλλουν ό,τι είναι εξωτερικό και διαταρράσει την ισορροπία τους. Διαφορετικά θα έχαναν τα διακριτικά γνωρίσματα αυτής της πρωτοεμφανιζόμενης ύπαρξής τους. Αν έμπαιναν μέσα τα «κομματόσκυλα», οι Αγανακτισμένοι θα γίνονταν κάτι άλλο. Θα έμπαινε πχ ένα πιο σαφές, συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο, το οποίο με τη σειρά του θα απέκλειε κάποιους. Ένα διαφορετικό πεδίο δυνάμεων θα προέκυπτε, και ένα διαφορετικό «modusvivendi» θα γεννιόταν. Θα είχαμε κατάργηση της παλιάς οντότητας και γέννηση κάποιας άλλης, όχι συνέχεια της ανάπτυξης αλλά ασυνέχεια.

Το Μέτρο μετράει τη διαταραχή σαν αμετρία, έτσι η αμετρία αποτελεί συστατική στιγμή της μετρικής σχέσης. Χωρίς τους εχθρούς, δεν υπάρχουν οι φίλοι, ήδη σε αυτό το «ανώριμο» επίπεδο ύπαρξης, χωρίς το αίσθημα της διαταραχής, δεν υπάρχει ισορροπία. Οι πολιτικοιδεολογικοί δεσμοί που ενώνουν τους Αγανακτισμένους δεν υπάρχουν χωρίς μια επιθετική στάση απέναντι σε όσους δεν ανήκουν σε αυτή την «κοινότητα». Φυσικά όλα αυτά δεν έχουνε σχέση με τα των Hart-Negri και Deleuze-Guattari. Βλέπουμε πως κάθε ορισμένη διαφορά επιφέρει μια ταυτότητα και ένα σχετικό «κλείσιμο».

Το Μέτρο έχει ως εσωτερική στιγμή του την αμετρία, η αμετρία επανακάμπει, το Μέτρο την ενσωματώνει ξανά. Μας δίνεται έτσι η εικόνα μιας κυκλικής αναπαραγωγής. Η χωροχρονική (ποιοτική και ποσοτική) μετρική σχέση μοιάζει κυκλική, όπως ακριβώς ένας ρυθμός, αναπαραγωγική. Έχουμε επαναληψιμότητα. Κάθε φορά, ακριβώς επειδή αυτή η επανάληψη δεν είναι εγκεφαλική κατασκευή αλλά πραγματική ιστορική διαδικασία, γεννιέται μια διαφορά και μια διαταραχή, ως έκφραση της σχέσης του περιβάλλοντα Κόσμου και του συστήματος. Η ανα-παραγωγή σε αυτή τη φάση όμως είναι περισσότερο αυτοσυντήρηση, διατήρηση, και όχι συνειδητή παραγωγή.

Αυτό το σημείο είναι κατάλληλο για να γίνει μία ακόμη διευκρίνιση. Το «νόημα» των Αγανακτισμένων που έχει χαραχθεί από τη πρωταρχική διάκρισή τους από το περιβάλλον, δεν είναι ακόμα «νόημα» με την έννοια της αυτοσυνείδησης. Είναι, για να το διατυπώσουμε καλύτερα, μια κοινή«αισθηση πρακτικής» και επικοινωνιακής συνοχής. Η «αίσθηση» είναι αίσθηση ενός εξωτερικού κόσμου και της διάκρισης σε σχέση με αυτόν. Είναι μια κατάσταση τεταμένης διαφοροποίησης, που είναι εν πολλοίς ρευστή και τυχαία. Αυτό συμβαίνει γιατί το σύστημα δεν έχει αρχίσει να αναπτύσσεται πάνω στις δικές του, εσωτερικές διαφορές και αντιφάσεις. Προς το παρόν, ετεροπροσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον του. Όπως οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις μέσα στα σπλάχνα της φεουδαρχίας διαρθρώνουν ένα πλέγμα σχέσεων το οποίο όμως δεν αυτοκαθορίζεται με αυτοδύναμο τρόπο, αντ’αυτού εξαρτάται πολύ από τις αρχικές συνθήκες ύπαρξής του και τις τυχαίες διακυμάνσεις σε σχέση με το περιβάλλον. Δεν έχουμε ακόμη παραγωγή κεφαλαίου με συστηματικό τρόπο και συνοχή, ως κυρίαρχη-δεσπόζουσα και καθολική παραγωγική δραστηριότητα.

Συνεπώς, όπου παραπάνω αναφερθήκαμε σε «νόημα», πρέπει αυτό να εκληφθεί σαν πρωτόλειααίσθηση πρακτικής και επικοινωνιακής ιδιαιτερότητας, που σημαίνει και μια αίσθηση των ορίων μεταξύ του «μέσα» και του «έξω». Και αυτό γιατί δεν έχουμε φτάσει ακόμη στο επίπεδο της «σχέσης με τον εαυτό», που είναι μια μορφή «αυτοσυνείδησης».

3)    Διαμόρφωση

Το Μέτρο, ο κανόνας επανενσωματώνει τη διαφορά σε σχέση με το περιβάλλον ως αμετρία καθορισμένη από αυτό το Μέτρο. Όμως έτσι αφενός η αμετρία, η καθορισμένη διαταραχή εμφανίζεται όχι μόνο ως το αντίθετο του Μέτρου αλλά ως εσωτερική στιγμή του, αφετέρου δημιουργείται ένα φαινόμενο «κυκλικής» επανάληψης του ίδιου συστήματος, παρά τις διαταραχές και τις μεταβολές που προκύπτουν από τη δυναμική σχέση συστήματος-περιβάλλοντος. Aντιδρώντας στις μεταβολές και αναπροσαρμοζόμενο ώστε να διατηρήσει τη μετρική του σχέση, τη δυναμική ισορροπία που εξασφαλίζει τη διάκρισή του από τον έξω Κόσμο, το σύστημα εμφανίζει μια σπερματώδησυνειδητότητα. Αρχίζει να αυτοδιαμορφώνεται ως λειτουργικά, δηλαδή οργανωτικά και δομικά «κλειστό» (σχετικά κλειστό, αφού παραμένει ανοιχτό προς το περιβάλλον του, ανοιχτό σε ενέργεια-κυρίως ανθρώπινους πόρους, και πληροφορία). Αρχίζει επίσης να αναστοχάζεται πάνω στα αποτελέσματα των αποφάσεών του, κατά τη διαδικασία λήψης νέων αποφάσεων.

Το σύστημα αρχίζει να αυτό-διαμορφώνεται, στηριζόμενο πάνω στις δικές του διαφορές και αντιφάσεις. Περνάμε στο επίπεδο της διαμόρφωσης, δηλαδή της οργάνωσης και των ουσιαστικών διεργασιών. Η απλή διάκριση από το περιβάλλον και η πρωτόλεια, εμβρυακή ύπαρξη, που έχει μια ορισμένη σταθερότητα αλλά ασαφή όρια και μεγάλη ρευστότητα, πια δεν αρκεί. Έτσι περνάμε από το «modus vivendi» στο «modus operandi».

Σε αυτό το επίπεδο, οι «Αγανακτισμένοι» δομούν με συνειδητό τρόπο το ιδιαίτερο νόημά τους. Το νόημα εδώ έχει την έννοια μιας «αυτοσυνείδησης», ενός αυτοκαθορισμού που έχει ανάγκη όμως τον ετεροκαθορισμό, την ετερότητα. Η ετερότητα είναι εσωτερική στιγμή της δόμησης της ταυτότητας και όχι «έξω» από αυτή. Αρχίζουν να συγκεκριμενοποιούνται τα διακριτικά γνωρίσματα και να οργανώνονται συνειδητά σε ένα σώμα ιδεών και δράσεων.

Το σημείο τομή για τους Αγανακτισμένους και το πέρασμα από τη πρωταρχική εμφάνιση στη διαμόρφωση είναι η ίδρυση διαδικασιών απόφασης.  Αναφέρομαι στις «θεματικές» συνελέσεις (προσυνελεύσεις) σε μορφή σχημάτων-πυρήνων, οι οποίες προετοιμάζουν το έδαφος για τη γενική συνέλευση (οι πρώτες γίνονταν στο Σύνταγμα κατά τις 7 η ώρα, η δεύτερη το βράδυ, περίπου στις 9). Εδώ αρχίζει η περίφημη «αυτοοργάνωση». Τα όρια, εδαφικα και νοηματικά, γίνονται συνειδητά, προιόν συλλογικών αποφάσεων. Υπάρχει διαφοροποίηση ανά τομείς (θεματικές συζητήσεων/πολιτικός, οικονομικός, εκπαιδευτικός τομέας-τομεακή διαφοροποίηση)και στοιχειώδης λειτουργική διαφοροποίηση, με ανάθεση κάποιων ρόλων (συντονιστές, και διάφορες ομάδες πρώτων βοηθειών, ομάδα νομικής βοήθειας κ.α) . Το νόημα παράγεται ως αναστοχασμός-αναλογισμός του συστήματος, νομιμοποιείται μέσα από διαδικασίες, απομονώνεται όσο απομονώνεται, από αυτό πού δεν έχει νόημα για το σύστημα. Οι διαδικασίες απόφασεις αποκρυσταλλώνουν μια δική τους ιστορία, και κάθε επόμενη απόφαση λαμβάνεται στη βάση κάποιων ιστορικών κεκτημένων. Κάθε στιγμή της συνειδητής παραγωγής του νοήματος ενσωματώνει την «παρελθούσα εργασία» παραγωγής αποφάσεων του συστήματος (εν είδει ιστορικού «κεκτημένου» ή «νομολογιακού προηγούμενου», χωρίς αυστηρότητα και αναγκαστική εφαρμογή λόγω της μορφής δικτύου) αλλά και ανοίγεται στο μέλλον με τη σύγκρουση και συνύφανση προσδοκιών για το μέλλον. Δημιουργούνται επικοινωνιακές μορφές-σχέσεις των παραγωγικών δυνάμεων (βασικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, των ανθρώπινων παραγωγικών δυνάμεων), για να χρησιμοποιήσουμε το λεξιλόγιο του Μάρξ της Γερμανικής Ιδεολογίας, όταν ακόμη χρησιμοποιούσε τον όρο επικοινωνιακές μορφές αντί του όρου «σχέσεις παραγωγής». Η σχέση ταυτότητας και ετερότητας διαμορφώνεται σε ένα πεδίο σύγκλισης και απόκλισης δυνάμεων, εντάσεων και διαμορφούμενων ιδιοτήτων, έτσι ώστε αναδύονται κάποιες υπερβατολογικές αρχές συγκρότησης ομοιότητας/κοινότητας με γνώμονα το ιδεατό περιεχόμενο των «Αγανακτισμένων», σε μίακλίμακα βαθμίδων ομοιότητας (άρα και ανομοιότητας), που έχει τελικό, εσωτερικό όριο τοανόμοιο, το εξωτερικό. Τελικά, ανεξάρτητα από τα υπερβατολογικά κριτήρια, που μπορεί να είναι πολλά (κομματικότητα, «δημοκρατικές» ιδέες, δόγμα της μη βίας, προσωπική στάση και τρόπος συμπεριφοράς , υπευθυνότητα κλπ, διάφορα δηλαδή κριτήρια που ενεργοποιούνται στις προσυνελεύσεις και στις συνελεύσεις), υπάρχει πάντοτε μια γενική πόλωση σε «καλούς» και «κακούς», αντίστοιχους ή αναντίστοιχους με το «Πνεύμα» των Αγανακτισμένων, με την ιδεατή «προσωπικότητά» τους. Μια διάκριση φίλων και εχθρών σε συνειδητό πια επίπεδο, και τελικά μια διάζευξη συμβατικού και αποκλίνοντος (κανονικό και παθολογικό, καλό και κακό, κ.ο.κ) στην οποία μεταφράζεται κάθε δράση και κάθε γεγονός που λαμβάνει χώρα στα πλαίσια των «Αγανακτισμένων».

Ωστόσο, οι Αγανακτισμένοι δεν είναι ένα σύστημα με τη κυριολεκτική σημασία του όρου. Είναι έναδίκτυο χαλαρών σχέσεων, με υψηλό βαθμό ανομοιογένειας, μεγάλη ανοχή στη «διαφορετικότητα», από τη στιγμή που η διαφορετικότητα αναγορεύεται σε αυταξία, μεγάλο δυναμικό ενδεχομενικότητας (πολλά μπορούν να γίνουν, πολλές διαπροσωπικές σχέσεις να συναφθούν, υπάρχει το «αυθόρμητο» και το «απρόοπτο», πολλές δυνατότητες μένουν ανοιχτές, πολλές δυνητικότητες μπορούν να ενεργοποιηθούν). Τα όρια στα δίκτυα είναι εξ ορισμού ασαφή, και όταν μιλάμε για οργανώσεις ανθρώπων, αυτό σημαίνει κυρίαρχα πως δεν υπάρχουν «μέλη» με θεσπισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όποιος θέλει μπαίνει, όποιος θέλει βγαίνει. Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει ανάπτυξη στη βαθμίδα ενός δυαδικού, οργανωτικά, συστήματος, που θα μεταφράζει δηλαδή κάθε γεγονός που λαμβάνει χώρα στη χωροεπικράτειά του και θα το ταξινομεί σε συμβατό(με το νόημα) και αποκλίνονεφαρμόζοντας κυρωτικές διαδικασίες προς αντιστοίχηση ιδεατότητας-πραγματικότητας.

Ωστόσο, και αυτές οι διαφορές και η διαφορετικότητα βρίσκουν το όριό τους στην απαγόρευση των κομμάτων, της κομμουνιστικής ιδεολογίας, και στην απαγόρευση ακόμη και της αμυντικής βίας. Επομένως κάθε διαφορετικό μας προϊδεάζει για το ταυτό, και τελικά έχουμε πράγματι, με έναν ευρύ και συγκεχυμένο τρόπο, μια δυαδική συγκρότηση σε «καλό» και «κακό», σε «αληθές» και «ψευδές» σε σχέση με το υπερβατικό Νόημα. Ωστόσο, μιας και οι Αγανακτισμένοι δεν συγκροτούνται σαν κανονικό σύστημα αλλά σαν οιωνεί σύστημα-δίκτυο, δεν υπάρχουν μέλη, διαδικασίες και κυρώσεις, ώστε να εφαρμοστούν αναγκαστικά οι αποφάσεις ταξινόμησης στο «θετικό» και το «αρνητικό» μητρώο του συστήματος. Άρα τα υπερβατολογικά κριτήρια ταξινόμησης είναι συγκεχυμένα, πολλαπλά, και παρμένα από διαφορετικούς «εξωτερικούς» κώδικες (ηθικές, πολιτισμικές, ιδεολογικές, οικονομικές κλπ αντιλήψεις), χωρίς να υπάρχει κάποια σοβαρή «συστηματοποίηση» των κριτηρών με τρόπο αυστηρό από τους Αγανακτισμένους (κάτι τέτοιο θα ήταν, για παράδειγμα, ένας καταστατικός χάρτης, όπως συμβαίνει στα πολιτικά μορφώματα-χωρίς αυτό να σημαίνει αυτομάτως ότι εξαλείφεται ο δικτυακός χαρακτήρας, αφού πρέπει να συντρέχουν και άλλες προυποθέσεις).

Επαφίεται λοιπόν η «εφαρμογή» του νοήματος στη προαίρεση των συμμετεχόντων, και δεν μπορούμε να πούμε πως πρόκειται καν για «εφαρμογή». Χαρακτηριστική είναι η έλλειψη «ομοψυχίας» σε σχέση με τον αυστηρό και αναγκαστικό αποκλεισμό των κομματικών στελεχών,αφού ανάμεσα στους Αγανακτισμένους είναι και μέλη πολιτικών χώρων, αλλά και άνθρωποι οι οποίοι δεν θα προέβαλλαν αντίρρηση στην ανοιχτή συμμετοχή πολιτικών χώρων. Ωστόσο με διαφορά η πλειοψηφική τάση λέει «έξω τα κόμματα». Επίσης υπήρξαν συνελεύσεις που μίλησαν άνθρωποι ρητά από τη σκοπιά της ιδεολογίας τους (αντικαπιταλιστικής-κομμουνιστικής) χωρίς να αποδοκιμαστούν (συνέβη και στην Αθήνα ορισμένες φορές, αλλά κυρίως συνέβη σε άλλες πόλεις), ενώ σε άλλες συνελεύσεις οι φέροντας ρητά την πολιτική/«κομματική» ιδεολογία τους αποδοκιμάστηκαν, στο πνεύμα της άρνησης οποιασδήποτε «ιδεολογίας» ως κάτι μιαρό και «παρωχημένο». Ωστόσο κάποιοι επέμειναν και κατάφεραν τελικά να κατοχυρώσουν την παρουσία τους, ακριβώς λόγω του σχετικά χαλαρού, «δικτυακού» χαρακτήρα των σχέσεων μεταξύ των Αγαναχτισμένων.

Η οργάνωση των Αγανακτισμένων με διαδικασίες ψηφοφορίας και αποφάσεις, έστω και σε υποτυπώδη μορφή, διασαφηνίζει το χαρακτήρα τους, προσδιορίζει τα όριά τους, και συγκροτεί μια ορισμένη μήτρα παραγωγικών δυνατοτήτων. Η διαδικασία της διαμόρφωσης είναι το ζωντανό γίγνεσθαι της ταυτότητας και της ετερότητας, ή καλύτερα μια ζωντανή διαδικασία μορφο-ποίησης και υλο-ποίησης, που διαθέτει «πλαστικότητα» (στο βαθμό που μιλάμε για ένα σύστημα-δίκτυο). Η ουσία μιας οντότητας είναι η οργάνωσή της ως το αφηρημένο σχεδίασμα των ουσιαστικών της παραγωγικών σχέσεων. Διαμορφώνεται έτσι ένα πλεόνασμα χαρακτηριστικής για το σύστημα δυνητικότητας (αυτό που οι D+G καλούν virtuality), το οποίο ενεργοποιείται, «υλοποιείται» (χωρίς να εξαντλείται) μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες . Αυτό το δυνητικό προσεγγίζεται μόνο με την εξέταση των εκδηλώσεών του, δηλαδή μόνο με τη σύγκριση των ιστορικών ενεργοποιήσεων. Είναι μια αφαίρεση που εξάγεται από το εμπειρικό, όμως «πραγματική», όπως πραγματική αφαίρεση είναι η «αξία» σύμφωνα με τον Μάρξ ως αφηρημένη κοινωνικά αναγκαία εργασία, ως αφηρημένος κοινωνικός παραγωγικός δεσμός. Δεν είναι τυχαίο πως οι D+G παραλληλίζουν τη μαρξική «αξία» με το δυνητικό-το οργανωτικό αφηρημένο διάγραμμα, η δυνητικότητα και η «αξία» είναι εξίσου πραγματικές με τις ενεργοποιήσεις τους. Η ουσία πρέπει να φαίνεται, η ουσία είναι έμφανίση-ύπαρξη αλλά η εμφάνιση δεν ανάγεται στην ουσία, που όπως είπαμε (για τη «δυνητικότητα») πλεονάζει και μπορεί να σημαίνει ποικιλότροπες εμφανίσεις-υπάρξεις, ανάλογα με τις χωροχρονικές συνθήκες ρεαλιστικοποίησης («εξατομίκευσης») της οντότητας. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι πρωτόγνωρες συνθήκες μπορούν να σημαίνουν την ανάδυση νέων ιδιοτήτων της οντότητας, που δεν είχαν φανεί προηγουμένως (βλ. για παράδειγμα, τη στάση των Αγανακτισμένων σε συνθήκες κρατικής καταστολής, που υπερέβη πολλές φορές το ταμπού της «μη βίας»).

Αυτό το «δυνητικό», παρά τη διαμόρφωσή του μέσα σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, υποθέτουμε πως σε μεγάλο βαθμό υπήρξε «κοινό» σε όλα τα συναφή κινήματα τύπου «Πλήθους» και «Πλατειών», κάνοντας σύγκριση των εμφανίσεων-ενεργοποιήσεων. Αυτό δεν οφείλεται σε κάποια μεταφυσική πραγματικότητα, αλλά στο γεγονός πως, παρά τις διαφορετικές ιστορικές συνθήκες σε ποικίλες γωνίες του πλανήτη, κοινή συνθήκη και περιβάλλον εκκόλαψης όλων αυτών των κινημάτων είναι η σύγχρονη κεφαλαιοκρατία, με τη προιούσα, άγουσα τάση «πραγματικής υπαγωγής της κοινωνίας στο Κεφάλαιο».

Όπως έλεγε ο Μπερξόν, όσο πιο διαφορετικές είναι οι «αποκλίνουσες γραμμές ενεργοποίησης», τόσο πιο εντυπωσιακή είναι η αντιστοιχία με το ταυτό δυνητικό. Έτσι, όσο πιο διαφορετικές είναι οι συνθήκες των ενεργοποιήσεων στη γενεαλογία των σύγχρονων «αυθόρμητων», όπως λέμε, κινημάτων, τόσο πιο εντυπωσιακή είναι η ομοιότητά τους σε κοινά, ουσιώδη γνωρίσματα. Βλέπουμε από την Αμερική και το Σιάτλ πριν αρκετά χρόνια, στην Ισπανία και την Ελλάδα, πάλι πίσω στη Wall Street και σε μικροεξεγέρσεις παντού σε όλο το πλανήτη, κοινές πολιτικοιδεολογικές και οργανωτικές ιδιότητες. Πραγματοποιείται στα αλήθεια αυτό που ο Μάρξ είδε ως «ενοποίηση της ανθρωπότητας» από την κεφαλαιοκρατία, εν τούτοις αντιφατικά, λόγω της ανειρήνευτης ταξικής αντίθεσης αλλά και λόγω της πολύ σημαντικής, ακόμη, διάκρισης «Δυτικού» και «Ανατολικού» Κόσμου, με τις πολύ διαφορετικές πολιτισμικές θεμελιώσεις.

Επιστρέφοντας σε ένα προηγούμενο σημείο, μπορούμε να δούμε τη διάκριση σε «πάνω» και «κάτω» Πλατεία στο Σύνταγμα, σαν ένα ξέσπασμα των εσωτερικών διαφορών και εντάσεων,ακριβώς στη δυαδική μορφή με την οποία μας προετοίμασε προηγουμένως η διάκριση συμβατικού και αποκλίνοντος, αληθούς και ψευδούς. Η διάσπαση αυτή εκτόνωσε μια κατάσταση στην οποία η ανισορροπία είχε επέλθει, λόγω της «σχιζοφρενικής» δομής του «αντιφατικού μορφώματος», όπως ονομάστηκε, των Αγανακτισμένων. Θα επανέλθουμε στο σημείο αυτό.

4)    Ωριμότητα

Θεωρώ πως η ίδια η ιστορική πορεία των πραγμάτων μας έδειξε πως οι Αγανακτισμένοι δεν φτάσαν στο σημείο να αναπτύξουν, ως πολιτικοιδεολογικό ρεύμα (πράγμα που ίσως οι ίδιοι θα το αρνούνταν!), μια «ώριμη πολιτική προσωπικότητα», δρώντας τελικά σαν υποκείμενο. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι εφικτό μόνο με τη μετάβαση από το οιωνεί σύστημα στο σύστημα, πράγμα που ισοδυναμεί με τη μετάβαση από την αυθόρμητη κινηματική διαδικασία, με τις υποτυπώδεις μορφές οργάνωσης, στη συνειδητή, πολιτική οργάνωση των υποτελών, εν προκειμένω της εργατικής τάξης του σήμερα. Αντί για αυτό, ο εκφυλισμός των Αγανακτισμένων, σημαδεύτηκε από την άγρια καταστολή, την οποία δεν είχαν τα πολιτικά και ιδεολογικά αλλά και οργανωτικά εφόδια να αντιμετωπίσουν. Ο εκφυλισμός των Αγανακτισμένων ήταν συνέπεια του διεσπαρμένου και πολυτασικού νοήματος που θέλησαν να διατηρήσουν, το οποίο δεν μπόρεσε να αντισταθεί στις πιέσεις του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα τη διάλυση. Το νόημα αυτό, όπως θα δούμε, έχει συστημική διάσταση, και δεν χάθηκε. Η ώριμη έκφραση του κινήματος των Αγανακτισμένων μπορεί να μη πραγματοποιήθηκε με την πολιτική και οργανωτική αυτοσυγκρότηση των ιδίων, ωστόσο πραγματοποιήθηκε μέσα από τους ήδη υπάρχοντες πολιτικούς φορείς του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσής Αυγής. Γιατί αντικειμενικά, αν αφαιρέσουμε όσους επέστρεψαν στα «κόμματα εξουσίας της μεταπολίτευσης» ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, το δυναμικό των αγανακτισμένων καρπώθηκαν, στην «καλύτερή» του εκδοχή, οι δυνάμεις του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ, και στη «χειρότερη», οι φασιστικές δυνάμεις της Χρυσής Αυγής. Μένει να δούμε όμως και πια ήταν αυτή η καλύτερη εκδοχή.

Η παραπάνω εξέλιξη έγινε φανερό πως είναι η πιο πιθανή ήδη κατά τη διάρκεια διαμόρφωσης των Αγανακτισμένων, αφού αυτές οι δύο πολιτικές τάσεις ήταν εκείνες που κυριάρχησαν σε επίπεδο ιδεολογίας και πολιτικών αιτημάτων, πριν από τη διάλυση. Η τεράστια άνοδος του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσής Αυγής, προέκυψε ταυτόχρονα μετά το κίνημα των Αγανακτισμένων και σαν αποκρυστάλλωση του νοήματος που διαμορφώθηκε στην ελληνική κοινωνία, από εκείνες τις ημέρες-τομή (που τερματίστηκαν με την ωμή κρατική καταστολή) και έπειτα. Φυσικά, σπουδαίο ρόλο διαδραμάτισε η ευρύτερη συγκυρία και το βάθεμα της κεφαλαιοκρατικής «πολεμικού» τύπου αναδιάρθρωσης στη χώρα μας. Ωστόσο, νομίζω πως είναι αναντίρρητο ότι οι παραπάνω πολιτικές δυνάμεις ήταν αυτές που ωφελήθηκαν από τον αντίκτυπο των Αγανακτισμένων στην ελληνική κοινωνία (δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιες άλλες, δεδομένης και της στασιμότητας-πτώσης των Ανεξάρτητων Ελλήνων).

Ας φύγουμε όμως τώρα από την αναφορά στους Αγανακτισμένους στη σχετική αυτοτέλειά τους, και ας τους τοποθετήσουμε μέσα στο (ελληνικό) κεφαλαιοκρατικό σύστημα.

Οι Αγανακτισμένοι ως ομοίωμα του κεφαλαιοκρατικού νοήματος

 

α) Χαρτογράφηση στον αφηρημένο χώρο του αστικού συστήματος

Ας δούμε τώρα που μπορούμε να τοποθετήσουμε τους «Αγανακτισμένους» μέσα στο κεφαλαιο-κρατικό σύστημα. Τα κεφαλαιοκρατικά συστήματα δεν είναι δίκτυα. Είναι αναπτυγμένα συστήματα κεφαλαιοκρατικής παραγωγής με Κράτος, με ανεπτυγμένο τομεακό και λειτουργικό καταμερισμό εργασίας, και μάλιστα υποδουλωτικό, από όπου πηγάζει και η ταξική αντίθεση. Υπάρχουν νόμοι, όργανα καταστολής, μια ορισμένη χωροεπικράτεια ως πεδίο εφαρμογής της αστικής-κρατικής ισχύος, σύνορα σε σχέση με τον έξω κόσμο, τόσο εδαφικά όσο και νοηματικά-ιδεολογικά-πολιτισμικά. Τα κρατικά κεφαλαιοκρατικά συστήματα δρουν στο διεθνές προσκήνιο σαν «υποκείμενα», αναγνωρίζοντας το ένα το άλλο (θεσμός της αναγνώρισης, που θυμίζει πολύ την εγελιανή αναγνώριση), συνάπτοντας συμβάσεις μεταξύ τους και εκπροσωπούμενα ως σχετικά αυτόνομες ενότητες από αντιπροσώπους. Τα κεφαλαιο-κρατικά συστήματα αναπτύσσουν πολύ περισσότερο από τα «δίκτυα» αποκλειστικές διαζεύξεις-δυαδικότητες, ώστε να ταξινομούν ταχύτατα κάθε γεγονός και πληροφορία στο «θετικό» ή το «αρνητικό» μητρώο, όπως ειπώθηκε προηγουμένως.

Δυαδικότητες υπάρχουν σε κάθε ανεπτυγμένο υποσύστημα (οικονομικό, νομικό κλπ). Το να χαρακτηρίζουμε ένα κοινωνικό σύστημα ως «κεφαλαιοκρατικό» δηλώνει πως το οικονομικό σύστημα (εμπορευματοχρηματικές σχέσεις και παραγωγή κεφαλαίου) επιβάλλει, ως το ισχυρότερο «μέρος», την αναπτυξιακή του λογική του στο «όλο», χωρίς να σημαίνει πως το κοινωνικό σύστημα ανάγεταιστις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής. Τα αίτια αυτής της υπεροχής (καθολική ανταλλαξιμότητα του χρήματος, ανάγκη εξασφάλισης από τους ανθρώπους των αναγκαίων πόρων για την επιβίωσή τους), δεν μας απασχολούν εδώ.

Μπορούμε να θεωρήσουμε πως οι δυαδικότητες όλων των υποσυστημάτων, στη γλώσσα του μαρξισμού συγκεφαλαιώνονται σε μια κεντρική, ταξική αντίθεση. Η πολλαπλότητα θέσεων στον καταμερισμό της κοινωνικής παραγωγής στα διάφορα υποσυστήματα πολώνεται, σε τελική ανάλυση, σε δύο στρατόπεδα. Όπως είπαμε, στο βαθμό που το σύστημα είναι κεφαλαιο-κρατικό, η πλέον θεμελιακή στιγμή του ταξικού διχασμού εντοπίζεται στο οικονομικό υποσύστημα (η αντίθεση κεφάλαιο-μισθωτή εργασία)

Στο επίπεδο του κεφαλαιοκρατικού συστήματος θα μπορούσαμε, εξαιρετικά απλουστευτικά, να εκφράσουμε τη δυαδικότητα αυτή με όρους πάλι ενός θετικού και ενός αρνητικού πόλου, σε μια διάζευξη μεταξύ των γεγονότων εντός του πεδίου του συστήματος που είναι συμβατά με το σύστημα, και αυτών που αποτελούν διαταραχές για το σύστημα. Έτσι διαμορφώνεται και το γνωστό δίπολο των «συστημικών» και των «αντισυστημικών» πολιτικοιδεολογικών δυνάμεων.

Αν θα θέλαμε λοιπόν να «χαρτογραφήσουμε» όχι στο πραγματικό αλλά στον αφηρημένο, «γεωμετρικό» χώρο του συστήματος, την τοποθέτηση των Αγανακτισμένων, πιστεύω πως αυτή θα ήταν αρχικά στο μεταίχμιο συστημικότητας-αντισυστημικότητας. Αυτό σημαίνει πως οι Αγανακτισμένοι σημαδεύτηκαν από τις πρώτες εκδηλώσεις τους με μια θεμελιώδη αμφισημία. Η αντιφατική τους δομή ήταν μια μικρογραφία των διαφόρων αντικρουόμενων τάσεων της ελληνικής κοινωνίας, περισσότερο ή λιγότερο αντιπροσωπευτική, πάντως αρκετά αντιπροσωπευτική ώστε να μας δώσει ένα αντιφατικό μόρφωμα.

Το όνομα της αντίφασης στη «μη διαλεκτική» ορολογία των D+G, είναι η σχιζοφρένεια. Μια σχιζοφρενική δομή, με παρατακτική σύνδεση των γνωρισμάτων της, και…και…και…Μπορούμε να δούμε καθαρά πως μια «σχιζοφρενική» διάσταση χαρακτήρισε όλη τη δράση των Αγανακτισμένων. Και αντισυστημικοί, και κατά της βίας, ακόμη και της αντισυστημικής! Και «αμεσοδημοκράτες», και χωρίς να αμφισβητούν θεμελιακά αξιώματα του αστικού κοινοβουλευτισμού. Αγανακτισμένοι με το πολιτικό σύστημα, αλλά ζητώντας κιόλας από τους υπάρχοντες πολιτικούς φορείς μεταρρυθμίσεις και κάθαρση! Και ένα σωρό άλλα παραδείγματα, που μπορούν να αναζητηθούν στις αλλοπρόσαλλες, αν προσπαθήσει κανείς να της αναδομήσει σαν μια οργανική ενότητα, αποφάσεις των συνελεύσεων στη Πλατεία Συντάγματος.

Ακριβώς αυτή η θραύση «κάθε» πάγιας ταυτότητας, και η «απελευθέρωση» όλων των διαφορών σε ένα ρευστό μείγμα «δυνητικοτήτων», θα ήταν για τους D+G και είναι για τους H-N εγγύηση της φυγήςτων Αγανακτισμένων και του Πλήθους από τις εγκλειστικές ταυτότητες και διαζεύξεις που επιβάλλει το Κράτος, διασπώντας την συν-ύπαρξη και συμπόρευση όσων θέλουν να αντισταθούν. Αυτό προϋποθέτει ένα σχήμα κοινωνικής οντολογίας, που θέλει το Κράτος να ισοδυναμεί με την επιβολή της Ταυτότητας και την αναπαράσταση της ζωής-επιθυμίας σε αποστεωμένες, διαχειρίσιμες κρατικές φόρμουλες. Από αυτή τη κρατική απορρόφηση και στεγανοποίηση ωστόσο, σύμφωνα με την παραπάνω αφήγηση «πλεονάζει» η επιθυμία ή η «γενική διάνοια» που δεν υπάγεται στο νόμο της αξίας και δημιουργεί κοινότητες «αυτοαξιοποίησης» της κοινωνικής νόησης, χωρίς να είναι αναγκαία η μεσολάβηση του (παρασιτικού) Αυτοκρατορικού μηχανισμού (H-N). Έτσι, πολύ απλά,κάθε κοινωνικό κίνημα που διακρίνεται από τα θεωρούμενα ως αντικρατικά χαρακτηριστικά (πληθυντικότητα, ροή, αυτοοργάνωση, απελευθέρωση της επιθυμίας, μοριακότητα και ρήξη με ρατσιστικές, εθνοφυλετικές κλπ αντιλήψεις, αποεμπορευματοποίηση και ανακατάληψη δημοσίων χώρων, ελευθερογνωμία και αμεσοδημοκρατικές πρακτικές, άρνηση κάθε θεολογίας και συνειδητοποίηση μιας ανοιχτής ενδεχομενικότητας, κλπ κλπ), θεωρείται αυτοστιγμεί κάτι «εκτός» ή κινούμενο «εκτός» του κρατικά συγκροτημένου συστήματος. Περιττό να πούμε πως δεν διαφέρει πάρα πολύ, ως προς όλα αυτά, η καστοριαδική αντίληψη της σχέσης θεσμισμένης (θεσμοί/αλλοτρίωση) και θεσμίζουσας κοινωνίας (μια αντίθεση θα μπορούσαμε να πούμε, νεκρού-ζωντανού),όπως και άλλες έννοιες της καστοριαδικής κοσμοαντίληψης. Άλλωστε, τόσο οι καστοριαδικές όσο και οι νεοντελεζιανές (NegriHart) ιδέες βρήκαν σε καιρούςAγανακτισμένων μεγάλη απήχηση στη χώρα μας.

Αν αλλάξουμε όμως το ερμηνευτικό σχήμα-μοντέλο μέσα από το οποίο «διαβάζουμε» την κοινωνική πραγματικότητα, αλλάζει και το τελικό συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξουμε. Έτσι, υιοθετώντας μια διαλεκτική δυαδικότητα θετικού και αρνητικού μητρώου του συστήματος, μπορούμε να τοποθετήσουμε τους Αγανακτισμένους στη «ζώνη αδιαφορίας», όπως θα έλεγε ο G.Agamben, στο σημείο ασάφειας μεταξύ των δύο πόλων, σαν αντιφατικό μόρφωμα που μοιάζει να περικλείει εσωτερικά τόσο τη «συστημικότητα» όσο και την «αντισυστημικότητα».

Παρέκβαση στην έννοια του «μικροαστού»

Ακριβώς η παραπάνω περιγραφή μας θυμίζει, στα μαρξιστικά συμφραζόμενα, τον «μικροαστό». Άλλωστε, οι Αγανακτισμένοι χαρακτηρίστηκαν από πολλούς μαρξιστές αναλυτές στη χώρα μας, «μικροαστικό» κίνημα. Τι είναι όμως ο μικροαστός;

Θρυλείται ότι μικροαστός καλείται «αντικειμενικά» αυτός που έχει μικρή ιδιοκτησία. Κάτι τέτοιο δεν αληθεύει. Εκτός αν ο χαρακτηρισμός των Αγανακτισμένων ως μικροαστών συνοδεύτηκε από αναλυτική καταγραφή των περιουσιακών τους στοιχείων (αλίμονο). Όχι λοιπόν, μικροαστικό αυτό το κίνημα χαρακτηρίζεται λόγω του έντονα συστημικού-«μικροαστικού» χαρακτήρα του. Επειδή δηλαδή εξ αρχής έφερε τη σφραγίδα της κυρίαρχη ιδεολογίας, με όλα τα χαρακτηριστικά (αντικομματικότητα, τέλος των ιδεολογιών κλπ) τα οποία αναφέρθηκαν. Ακριβώς ο μικροαστός δεν είναι βασικά, όπως έχει καθιερωθεί, αυτός που έχει μικρή ιδιωτική ιδιοκτησία, αλλά κάτι σαν ο μέσος όρος της κοινωνικής συνείδησης και πρακτικής, ο μέσος ανθρωπολογικός τύπος. Ο μικροαστός για τον μαρξισμό πατάει «σε δύο βάρκες», από τη μία στην ιδιωτική του ιδιοκτησία (πράγμα που τον φέρνει, υποτίθεται, από μόνο του ενάντια στην εργατική τάξη), από την άλλη επειδή σε καιρούς κρίσης οι μικροαστοί «προλεταριοποιούνται» απότομα, είναι δυνάμει σύμμαχα στρώματα της εργατικής τάξης. Ήδη σε αυτή τη κλασική διαπίστωση εκφράζεται η αντίφαση ως τέτοια.

Μικροαστός είναι αυτός που δεν ανήκει ούτε στην αστική, ούτε στην εργατική τάξη. Ωστόσο αποτελεί μέλος του κεφαλαιοκρατικού παραγωγικού συστήματος. Αυτό το ούτε-ούτε, αφήνει σαν «υπόλειμμα» την εικόνα ενός γενικού ανθρωπολογικού τύπου, ενός ανθρώπινου «εν γένει» που υπερβαίνει τόσο το αστικό όσο και το εργατικό πρόσημο. Το ούτε αστική, ούτε εργατική τάξη, μοιάζει παραδόξως με τοκαι αστική-και εργατική τάξη. Το και-και, δίνει κάτι που πλεονάζει των δύο πόλων, και είναι η αφηρημένη τους ταυτότητα, το ανθρώπινο εν γένει. Το ούτε-ούτε, δείχνει κάτι που υπολείπεται και των δύο πόλων, και είναι η αφηρημένη ετερότητα που μοιάζει κάτι απολύτως «εκτός» του διπόλου. Και αυτό, ξανά, είναι ο «άνθρωπος εν γένει», «εκτός» ή «πέραν» των διακρίσεων αστός-εργάτης.

Με άλλα λόγια, ο «μικροαστός» και τα μεσαία στρώματα είναι η εσωτερική διαφορά αστικής-εργατικής τάξης. Είναι η ζώνη α-διαφορίας μεταξύ των δύο πόλων. Είναι η αντίφασή των πόλων «ως τέτοια», η θεμελιώδης ασάφεια μιας πραγματικότητας που δεν καταχωρείται ούτε στο ένα μητρώο, ούτε στο άλλο. Εξ’ου και η αντιφατικότητα τόσο του «μικροαστικού χαρακτήρα» (πατάει σε δύο βάρκες), αλλά και του κινήματος των Αγανακτισμένων. Για αυτό και στη περιγραφή του «μικροαστού» από εκείνους που χρησιμοποιούν τον όρο ως αιχμή της ανάλυσής τους, αναγνωρίζουμε κάποια χαρακτηριστικά «μέσου όρου» που απαντώνται, λίγο έως πολύ, σε «κάθε άνθρωπο» της σημερινής κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας.

Κάθε «αυθόρμητη» αντίδραση, τόσο του κάθε «μέσου πολίτη» όσο και ενός ολόκληρου κοινωνικού ρεύματος ή κινήματος, είναι ήδη διαμεσολαβημένη από το κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Όπως συμβαίνει και στη διαλεκτική, η «αμεσότητα», εδώ το «αυθόρμητο», είναι προιόν μιας συστημικής διαμεσολάβησης, την οποία οφείλει κανείς να την αναγνωρίσει, ξεδιπλώνοντας τον μίτο του, εν προκειμένω, πολιτικού «αυθόρμητου» μέχρι τις βαθμίδες πολιτικής συνειδητοποίησής του. Όσο βαθαίνει αυτή η διαδικασία, τόσο η θετικότητα του «αυθόρμητου» αποκαλύπτει τις μύχιες τάσεις και αντιτάσεις, την πολικοκοινωνική πολυσημία και, σε τελική ανάλυση, την αντιφατικότητα της ταξικής κοινωνικής οργάνωσης μέχρι τη διάζευξη επανάστασης-αντεπανάστασης, σε συνθήκες δομικής κεφαλαιοκρατικής κρίσης.

Το ομοίωμα

Η φόρμουλα «και Α, και μη Α», ή «ούτε Α ούτε μη-Α», είναι μια φόρμουλα που υπαινίσσεται κάτι που υπερβαίνει το νόημα της δυαδικότητας. Σε αυτή την αδυναμία καταχώρισης από την διαλεκτική/κρατική αναπαραστατική σκέψη, που λειτουργεί με όρους άσπρο-μαύρο, D+G και οι επίγονοι βλέπουν αυτό που πραγματικά βρίσκεται «εκτός» του κρατικού συστήματος. Ωστόσο, από διαλεκτική σκοπιά, μάλλον αυτό το και-και/ούτε-ούτε, και πιο αντιπροσωπευτικά η οπτική του και-και, είναι αυτό το οποίο περισσότερο από κάθε άλλο βρίσκεται στη καρδιά του συστήματος. Ο μικροαστός (και τα «μεσαία στρώματα») για τον μαρξισμό δεν είναι αυτός που υπερβαίνει τη ταξική σχέση, επειδή δεν ανήκει ούτε στην αστική ούτε στην εργατική τάξη, αλλά είναι αυτός ο «κοινός παρονομαστής» των δύο τάξεων. Είναι αυτό που καμιά φορά λένε (ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη), πως τα μεσαία στρώματα είναι η «ραχοκοκαλιά» του συστήματος.

Ο Deleuze γράφει πως την πρόταση Α και μη Α, μπορεί να τη δει κανείς από δύο σκοπιές. Ως «ταυτότητα της ταυτότητας και της ετερότητας», στο εγελιανό (κατά τον Deleuze) μοτίβο, όπου ο σύνδεσμος «και» δείχνει την ταυτότητα των δύο όρων. H άλλη οπτική είναι να δει κανείς το σύνδεσμο «και» σαν κάτι που δηλώνει όχι τη ταυτότητα των όρων Α, μη Α, αλλά το χάσμα, την άβυσσο, την εσωτερική διαφορά τους. Αυτό το χάσμα και η άβυσσος μοιάζει με μια πύλη που ανοίγει μία «τρίτη» διάσταση, έξω από τη δυαδική πολικότητα. Αυτή η εσωτερική διαφορά, που είναι και ο ένας και ο άλλος πόλος, καταδεικνύει μια αντικρατική, σχιζοφρενική δομή που δεν εγκλείεται σε κρατικές, υπεραπλουστευτικές και αποκλειστικές διαζεύξεις, όπως ήδη αναφέρθηκε.

Αυτή η «εσωτερική διαφορά» είναι το ομοίωμα. Το ομοίωμα το οποίο δεν είναι ούτε αλήθεια ούτε ψεύδος, δεν καταγράφεται ούτε στο θετικό μητρώο, σε σχέση με κάποιο πρότυπο, ούτε στο αρνητικό μητρώο, ως  άρνηση του προτύπου αυτού. Αναφέρεται εσωτερικά και αντιστοιχεί σε κάτι που βρίσκεται σε ένα «βάθος» απρόσιτο, χωρίς να «μοιάζει σε αυτό», υπαινισσόμενο «αόρατες» και αβυθομέτρητες διαστάσεις. Καταργεί την ίδια τη διάκριση πρωτότυπου-αντίγραφου, βρίσκεται πέρα από την αλήθεια και το ψεύδος.

Ωστόσο, μπορούμε να πούμε πως το ομοίωμα, μην όντας ούτε το θετικό ούτε το αρνητικό, μας δίνει σε καθαρή μορφή μια αναφορά στην απόλυτη ταυτότητα των δύο (ή στην απόλυτη ετερότητα των δύο, όπως θα έλεγε ο Χέγκελ, που είναι η ίδια μια απόλυτη ταυτότητα για τον εαυτό της). Έτσι ο μικροαστός, αλλά και οι Αγανακτισμένοι, αποτελούν ομοίωμα του κεφαλαιοκρατικού συστημικού νοήματος, στην πιο καθαρή του ιστορική μορφή, αφού μας δείχνουν όχι τον αστικό ούτε τον εργατικό τρόπο σκέψης και δράσης, αλλά το οριακό σημείο τομής των δύο, το σημείο τεταμένης ισορροπίας και το ελάχιστο λειτουργικό «κύτταρο» της ζωής του κεφαλαιοκρατικούσώματος.

Οι Αγανακτισμένοι δηλαδή (και τα συγγενή τους κινήματα), ως ομοίωμα του Κεφαλαιοκρατικού Νοήματος, μας δείξανε σε καθαρή μορφή αυτό το Νόημα που συνέχει όλα τα λειτουργικά στοιχεία του συστήματος και διαχέεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του, τη συγκεκριμένη ιστορική Εποχή. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε αυτό τον ημι-πυρήνα νοήματος, όπως εξατομικεύεται σε κάθε έναν λιγότερο ή περισσότερο, «ιδεολόγημα», ιδεολογική πρακτική, και στη πρακτική-τελεστική του διάσταση, habitus (παραβλέπω εδώ τελείως την έννοια της ιδεολογίας από τη σκοπιά της αληθούς ή ψευδούς συνείδησης)

Έτσι εξηγούνται και διακηρύξεις του τύπου «είμαστε το 99%». Αυτό είναι αλήθεια. Το 99% του «πλήθους» των σημερινών κεφαλαιοκρατικών συστημάτων,  φέρει πλήρως τη κυρίαρχη ιδεολογία ή αλλιώς ο κάθε ένας από αυτό το 99% ενσαρκώνει το Κεφαλαιοκρατικό Νόημα, αποτελεί εξατομίκευση αυτού και μία από τις πολλές οπτικές γωνίες μέσα από τις οποίες το ίδιο κεφαλαιοκρατικό σύστημα αντικρίζει τον εαυτό του.

Συμβαίνει όμως το εξής παράδοξο. Το σύστημα δεν μπορεί να αναγνωρίζει το ομοίωμά του.Υπάρχει ασάφεια, το ομοίωμα είναι θεμελιακά ασαφές, ένα «αντιφατικό μόρφωμα» όπως ειπώθηκε, σχιζοφρενικό, στο μεταίχμιο αλήθειας και ψεύδους. Το κυρίαρχο νόημα του συστήματος εκπροσωπεί, σαν υπερβατική οντότητα (σαν να ήταν σε ένα μετα-συστημικό επίπεδο), το αστικό Κράτος. Το αστικό Κράτος διαφυλάσσει την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, χρησιμοποιώντας, σε οριακές περιπτώσεις, άγρια καταστολή. Το Κράτος δεν ανέχεται την αντιφατικότητα εντός του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, το πώς συνυπάρχουν αντικρουόμενες τάσεις ταυτόχρονα, και θέλει να εξασφαλίζει την υπαγωγή και την «ορθολογική», μη αντιφατική διάταξη των στοιχείων του.

Έτσι λοιπόν, το αστικό Κράτος κλήθηκε να «ταξινομήσει» το γεγονός των Αγανακτισμένων. Λόγω του αντιφατικού χαρακτήρα του κινήματος, αυτό το γεγονός δεν μπορούσε εύκολα να καταχωρηθεί ούτε στο θετικό ούτε στο αρνητικό μητρώο του συστήματος. Αυτό έγινε φανερό από την αμήχανη στάση των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους και κυρίως των ΜΜΕ, απέναντι στους Αγανακτισμένους. Το αστικό κράτος παρακολουθούσε για καιρό τους αγανακτισμένους προσπαθώντας να αποσαφηνίσει το χαρακτήρα τους, να διαλύσει την ασάφειά τους, και να τους πολώσει είτε στο ένα ημισφαίριο, αυτό των συμβατών με το σύστημα γεγονότων, είτε στο άλλο, αυτό των «αντισυστημικών» γεγονότων-διαταραχών, ώστε να ξεμπερδεύει μαζί του.

Εν τούτοις η δράση των Αγανακτισμένων δεν προσφερόταν για καμία άμεση καταχώριση. Από τη μία, άκακοι και ειρηνιστές διαδηλωτές, εμποτισμένοι κυρίαρχα ιδεολογήματα. Από την άλλοι, μια πυρηνική βόμβα που κανείς δεν ήξερε αν θα εκραγεί με απρόβλεπτες συνέπειες, ένας μαζικότατος όγκος πληττόμενων από την οικονομική κρίση, που προκαλούσε αρκετούς τριγμούς στην ομαλή εφαρμογή των Μνημονίων και της αντιλαϊκής πολιτικής της Ε.Ε κυρίως λόγω της αβεβαιότητας της εξέλιξής του (‘’ποια θα ήταν η αντίδραση των Αγανακτισμένων, με ακόμη σκληρότερα μέτρα; ποια θα ήταν η αντίδρασή τους αν κατάφεραν να πάρουν εργατική στροφή;’’ ίσως σκέφτονταν οι αστοί), κερδίζοντας ευρεία λαική νομιμοποίηση.

Στο νομικό σύστημα, όταν κάτι δεν μπορεί να καταχωρηθεί ευχερώς ως νόμιμο ή ως παράνομο, επεμβαίνουν οι «γενικές αρχές του δικαίου», όπως η αρχή της αναλογικότητας, και η «δίκαιη κρίση» του δικαστή. Φυσικά αυτές οι «αρχές» είναι αξιωματικές, δηλαδή μια μεταφυσική του δικαίου(ωστόσο πάντοτε τα αξιώματα αυτά έχουν ιστορικό χαρακτήρα, πράγμα που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε). Τότε φαίνεται σε καθαρή μορφή ο αξιωματικός και «κατασκευασμένος» χαρακτήρας της συνοχής του συστήματος.

Έτσι και στη προκειμένη περίπτωση, το αστικό Κράτος, μετά από μία μακρά διαδικασία αναγνώρισης, αφού δεν υπήρχε προηγούμενη «μνήμη», επενέβη τελικά, εν είδει θεοδικίας, αποσαφηνίζοντας το κίνημα των Αγανακτισμένων. Κλιμάκωσε τις απαγορεύσεις (βλ. περιστολή του «ζωτικού χώρου» των Αγανακτισμένων στη Πλατεία Συντάγματος) και τελικά κατέστειλε με βία το πλήθος, δείχνοντας ακριβώς τον ωμό, αξιωματικό, μεταφυσικό χαρακτήρα της κρατικής-αστικής κυριαρχίας.

Είναι η στιγμή που η θεωρία του Πουλαντζά για το Κράτος ως συμπύκνωση των ταξικών συσχετισμών καταρρέει. Είναι η στιγμή που το Κράτος προβάλλει, καθαρότερα από ποτέ, σαν όργανο, σαν πράγμα, σαν εργαλείο της άρχουσας τάξης.

Η επέμβαση του «κυρίαρχου» πάνω στην ασάφεια δεν είναι επέμβαση ενός προσώπου, με την έννοια του κυρίαρχου και της κατάστασης εξαίρεσης του Σμιθ. Επεμβαίνει το σύστημα μέσω των φορέων του, για να διατηρηθεί η συνοχή του συστήματος. Ωστόσο, όπως ειπώθηκε, η επέμβαση αυτή έχει μεταφυσικό, αξιωματικό χαρακτήρα, είναι μια κρατική υπερισχύς που πλεονάζει έναντι των στοιχείων του συστήματος, σε ένα βαθμό που είναι αδύνατο να καταμετρηθεί. Ακριβώς αυτή ηξόφθαλμη, ωμή κρατική αυθαιρεσία, είναι η στιγμή που το Κράτος και συνολικά το σύστημα μπορεί θεμελιακά να αμφισβητηθεί. Ένα αξίωμα το δέχεται κανείς ή όχι. Η κρατική καταστολή εναντίον των Αγανακτισμένων, όπως και άλλες καταστάσεις τα τελευταία χρόνια, έδειξε πως η αστική εξουσία στηρίζεται σε μεταφυσικά, αυθαίρετα θεμέλια, και αυτό είναι το πρώτο βήμα της ανατροπής.Το κομμουνιστικό υποκείμενο οφείλει να παρακολουθήσει όλη αυτή τη διαδικασία, σκοπεύοντας ακριβώς στην αποκάλυψη αυτής της μεταφυσικής, αυθαίρετης θεμελίωσης του συστήματος». Η αποκάλυψη αυτή είναι αποκάλυψη του μηδενός, της αβύσσου, της ωμότητας. Ο βασιλιάς, κάτω από τα ρούχα του, είναι γυμνός. Όσο η κρατική βία, τις στιγμές αυτές, είναι στυγνή και ανομιμοποίητη σε βαθμό παράνοιας, άλλο τόσο το αίμα του τεράστιου όγκου των διαδηλωτών αυτές τις στιγμές παραείναι κόκκινο και παραείναι δημόσιο για να γίνουν όλα αυτά αντικείμενο αποτελεσματικής επικοινωνιακής διαχείρισης.

Για να καταλάβουμε την αποκαλυπτικότητα, μέσα στην α-διαφορία, της «μέσης τιμής», μπορούμε να σκεφτούμε, συμπληρωματικά, το «κέντρο» του πολιτικού φάσματος, που ανοίγεται από τα αριστερά προς τα δεξιά. Το «κέντρο» δεν είναι «πέραν» του πολιτικού συστήματος, επειδή δεν είναι «ούτε αριστερά, ούτε δεξιά».

Αντιθέτως, το πολιτικό «κέντρο», πάνω στην οριζόντια διάταξη που θέτει το ίδιο το πολιτικό σύστημα, είναι ομοίωμα του πολιτικού συστήματος, με την έννοια της πλέον αντιπροσωπευτικής εικόνας του αστικού πολιτικού συστήματος . Ας σκεφτούμε σήμερα το πολιτικό «κέντρο». Δεν υπάρχουν πια «δυνάμεις του κέντρου». Η ασάφεια του κέντρου έχει διαλυθεί, κάθε πολιτική δύναμη έχει αποσαφηνιστεί και έχει ακροβολιστεί, στα «αριστερά» ή στα «δεξιά». Ή αλλιώς, αν σώνει και καλά εντοπίζαμε ένα «κέντρο», αυτό θα ήταν ήδη «δεξιά». Προοπτικά, είναι πολύ πιθανό να μην νοείται καν αριστερά και δεξιά, αφού θα ανακάμψει το ριζικό δίλημμα σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Το νόημα της κεφαλαιοκρατίας σήμερα είναι στο πυρήνα του η απόλυτη, άμετρη, αυθαίρετη ταξική καταπίεση, τα ακροδεξιά μαχαίρια, το μίσος κατά των κομμουνιστών, με τον αντίθετο πόλο, τους κομμουνιστές, τις δυνατότητες χειραφέτησης της ανθρωπότητας, την ανθρωπιά και τη κοινωνική αλληλεγγύη, να ποδοπατιούνται όλο και περισσότερο.

Το ίδιο φαίνεται και στον «κοινό νου». Είναι «μέση τιμή», και άρα πιστή εικόνα του κεφαλαιοκρατικού νοήματος. Για αυτό ο κοινός νους είναι μια «συγκεχυμένη κοσμοαντίληψη». Η περιγραφή της «κοινής γνώμης» από τον Χέγκελ, στη παράγραφο 317 της «Φιλοσοφίας του Δικαίου», είναι εκπληκτική. Η κοινή γνώμη έχει μέσα της την αλήθεια και το απύθμενο ψέμα, και οι περιγραφές του Χέγκελ είναι απολύτως σύστοιχες με την ιδέα του «ομοιώματος».

Μπορούμε, συμπερασματικά, να πούμε ότι υπήρξε μια στιγμή που το κίνημα των Αγανακτισμένων ξεπέρασε το «μικροαστικό» του χαρακτήρα. Ήταν η στιγμή που ο μαζικός όγκος διαδηλωτών συγκρούστηκε μαζικά με τη κρατική πολύτροπη καταστολή και τον αστικό Νόμο. Αυτή η σύγκρουση δεν ήταν απλώς σύγκρουση «σώμα με σώμα», δεν θέλω να φετιχοποιήσω το στοιχείο αυτό. Ήταν και σύγκρουση πολιτικοιδεολογική, στο βαθμό που δοκιμάστηκαν οι δυνατότητες και τα όρια των «Αγανακτισμένων». Στη σύγκρουση αυτή, ο εργαζόμενος λαός ηττήθηκε κατά κράτος. Σμπαραλιάστηκε από τη κρατικοπολιτική δύναμη της αστικής τάξης και όλους της τους ιδεολογικούς μηχανισμούς.

Το κίνημα των Αγανακτισμένων, όπως και πολλά αντίστοιχα της τυπολογίας του «Πλήθους», έθεσαν πολλά προβλήματα προς επίλυση στην κομμουνιστική Αριστερά. Έδειξαν σε ποια κατάσταση βρίσκεται η συνείδηση του εργαζόμενου λαού, σε περιόδους επιταχυμένης «πραγματικής υπαγωγής της κοινωνίας στο Κεφάλαιο». Έθεσαν το ζήτημα του ποιά πρέπει να είναι η οργανωτική και γενικότερα πολιτική μορφή της κομμουνιστικής αριστεράς, ώστε να μπορεί να παρέμβει σε τέτοια κινήματα. Πώς θα μπορούσαν τα αντικαπιταλιστικά-κομμουνιστικά μορφώματα να αποκτήσουν την ικανότητα να είναι ευέλικτα, από-συναρμολογούμενα οργανωτικά όταν η περίσταση το επιτάσσει και χωρίς να χάνουν την πολιτική και νοηματική τους συνοχή, και παράλληλα να επανασυναρμολογούνται τις στιγμές που πρέπει να αντιμετωπίσουν, με σκληρούς όρους πολιτικοιδεολογικής ισχύος, τους φορείς και τα όργανα του κεφαλαιο-κρατικού συστήματος. Με ποιό τρόπο θα γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα σε ένα μετακαπιταλιστικό Ιδεώδες και στη πραγματική κοινωνική, ιστορική κίνηση. Με ποιά μέσα, πρακτικές και επιχειρήματα μπορεί μια πολιτική να ξεριζώσει τα αστικά αξιώματα τη στιγμή της αποκάλυψής τους, δηλαδή τη στιγμή της καθαρής γύμνιας τους.

Όταν δεν τίθενται αυτά τα ερωτήματα σήμερα, με επιτακτική απαίτηση την απάντησή τους, τότε ίσως πρέπει να αρχίσουμε να ανησυχούμε.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Κάρλ Μάρξ: Το Κεφάλαιο, 3 τόμοι, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Kάρλ Μάρξ: Grundrisse, 3 τόμοι, εκδόσεις Στοχαστής

Κάρλ Μάρξ: Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, εκδόσεις Παπαζήση

Κάρλ Μάρξ: Γερμανική Ιδεολογία, 2 τόμοι, εκδόσεις Gutenberg

B.I.Λένιν: Κράτος και Επανάσταση, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Β.Ι.Λένιν: Φιλοσοφικά Τετράδια, Άπαντα, τόμος 29, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

B.I.Λένιν: Τι να Κάνουμε, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Α.Νέγκρι- Μ. Χαρντ: Η Αυτοκρατορία, εκδόσεις Scripta

Niklas Luhmann: Law as a Social System, Οxford University Press,

Niklas Luhmann, Ecological communication, The University of Chicago Press

Giorgio Agamben: Βεβηλώσεις, εκδόσεις Άγρα

HellmutWillkeEισαγωγή στη Συστημική Θεωρία, εκδόσεις Κριτική

Γκέοργκ Χέγκελ: Η Επιστήμη της Λογικής, εκδόσεις «Δωδώνη» (πρόκειται για τη λεγόμενη «Μικρή Λογική»

Γκέοργκ Χέγκελ: Η διδασκαλία περί της Ουσίας, από Επιστήμη της Λογικής [«Μεγάλη Λογική»]-Πρώτος Τόμος, Δεύτερο Βιβλίο, εκδόσεις Δωδώνη

Γκέοργκ Χέγκελ, Φιλοσοφία του Δικαίου, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη

Β.Α.Βαζιούλιν: Η Λογική της Ιστορίας, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα

V.A.Vazioulin: Die Logic des Kapitals von Karl Marx

G.Deleuze-F.Guattari: Anti-Oedipus-capitalism and schizofrenia, University of Minnesota Press

G.Deleuze-F.Guattari: A thousand plateaus-capitalism and schizophrenia, University of Minnesota Press

G.Deleuze: The Logic of Sense, the Athlone Press

G.Deleuze: Difference and Repetion, the Athlone Press

Κορνήλιος Καστοριάδης: Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, εκδόσεις Κέδρος

Ζαν Μπωντριγιάρ: Η Καταναλωτική Κοινωνία, εκδόσεις Νησίδες

Φρέντρικ Τζέιμσον:Το Μεταμοντέρνο ή η πολιτισμική λογική του Ύστερου Καπιταλισμού, εκδόσεις Νεφέλη

 

https://ilesxi.wordpress.com/2012/10/07/%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE%CF%82-%CE%AE/#more-5620