Τράφικινγκ, Πορνεία και Ανισότητα

 

Με το νομοσχέδιο «Πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας του ανθρώπου και προστασία των θυμάτων αυτής» (ημ. κατάθεσης: 22.8.2013), η ελληνική Βουλή πρόκειται να ενσωματώσει στην εθνική νομοθεσία την ευρωπαϊκή οδηγία 2011/36/ΕΕ για την αντιμετώπιση του τράφικινγκ
Με αφορμή την κατάθεση του νομοσχεδίου, αναδημοσιεύουμε από την Αυγή απόσπασμα εισήγησης της Catharine MacKinnon σε σεμινάριο που οργανώθηκε από το κέντρο Μελέτης Κοινωνικού Φύλου και Σεξουαλικότητας του Πανεπιστημίου του Σικάγο στις 14/11/2011 με θέμα: Διεθνή ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών: Παραδείγματα, παράδοξα και πιθανότητες. Η συγγραφέας αναδεικνύει τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ πορνείας και τράφικινγκ, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει τον λογικά ανερμάτιστο χαρακτήρα απόψεων που εξομοιώνουν την πορνεία με οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα αγνοώντας το κοινωνικό πλαίσιο αναπαραγωγής της καθώς και την οικονομική της διάσταση.

Της Catharine MacKinnon

Αυτό που έχω παρατηρήσει, λοιπόν, είναι ότι σε όλο τον κόσμο η διαμάχη για το ζήτημα αλλά και ο νόμος οργανώνονται γύρω από πέντε ηθικής βάσης διακρίσεις που διαχωρίζουν τα υποτιθέμενα «πραγματικά κακά» από τα «λιγότερο κακά»: Η ενήλικη πορνεία διαχωρίζεται από την πορνεία των ανηλίκων, η πορνεία που ασκείται σε οίκους ανοχής διαχωρίζεται από την πορνεία που ασκείται στους δρόμους, η νόμιμη πορνεία διαχωρίζεται από την παράνομη πορνεία, η «οικειοθελής» από την εξαναγκαστική πορνεία αλλά και η πορνεία καθαυτή από το τράφικινγκ. (…) Αν όμως λάβουμε υπόψη ορισμένες από τις βασικές – πραγματικές διαστάσεις του εμπορίου του σεξ, αυτοί οι διαχωρισμοί αναδεικνύονται στις περισσότερες περιπτώσεις κάπως πλασματικοί. Επιπλέον, αυτοί οι ηθικού τύπου διαχωρισμοί έχουν τελικά ιδεολογική προέλευση και επιφέρουν σοβαρές συνέπειες στον νόμο, στην εφαρμοζόμενη πολιτική και στον πολιτισμό.

Αν θελήσουμε να σχηματοποιήσουμε τα μέρη της διαμάχης αναφορικά με το ζήτημα, μπορούμε να διακρίνουμε δύο πόλους – έτσι κι αλλιώς πρόκειται για μια βαθύτατα πολωμένη συζήτηση: από τη μία είναι το μοντέλο της «σεξουαλικής εργασίας», από την άλλη είναι η προσέγγιση της «σεξουαλικής εκμετάλλευσης».

Όταν η πορνεία ορίζεται ως σεξουαλική εργασία (sex work), συνήθως γίνεται αντιληπτή ως το «αρχαιότερο επάγγελμα», ένα παγκόσμιο πολιτισμικό φαινόμενο, συναινετική επειδή πληρώνεται, στιγματισμένη όταν είναι παράνομη, μια δουλειά «σαν όλες τις άλλες» ακόμη και ως μία μορφή σεξουαλικής απελευθέρωσης. Οι εκδιδόμενες γυναίκες παρουσιάζονται να «αυτοδιαθέτουν» ελεύθερα τον εαυτό τους. Ο όρος αυτοδιάθεση -αν και συχνά τον χρησιμοποιούν αποφεύγοντας να ορίζουν το περιεχόμενό του- σημαίνει μεταξύ άλλων ελευθερία βούλησης, ορθολογική απόφαση μεταξύ διαθέσιμων επιλογών, απόρριψη παραδοσιακών όψεων της θηλυκότητας και ως αντίσταση σε ηθικιστικά στερεότυπα. Από την άλλη, σύμφωνα με την προσέγγιση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης, η πορνεία γίνεται αντιληπτή ως η αρχαιότερη μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης, ως μια θεσμοποιημένη μορφή σεξουαλικής ανισότητας, ως μια διαδικασία σταδιακής «απανθρωποποίησης» των ανθρώπων που συμμετέχουν σ΄ αυτή. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης για να εξηγηθεί η κατάσταση χρησιμοποιούνται ρήματα στην παθητική φωνή: οι γυναίκες ωθούνται στην εκπόρνευση μέσα από μια υπάρχουσα κοινωνική δομή και εξαιτίας περιορισμένων επιλογών και απουσίας διεξόδων. Από αυτή τη σκοπιά, το φαινόμενο της πορνείας παρουσιάζεται να είναι αποτέλεσμα της έλλειψης επιλογών και είναι απειλητικό για τη σωματική και ψυχική υγεία των γυναικών.

Από την άλλη, σε ό,τι αφορά τη μακροοικονομική σφαίρα, η πορνεία παρουσιάζεται ως πεδίο ακραίας οικονομικής εκμετάλλευσης, αφού οι προαγωγοί είναι αυτοί που απολαμβάνουν τα κέρδη από τη σεξουαλική εργασία των γυναικών. Υπό την έννοια αυτή η πορνεία όχι μόνο δεν μπορεί ποτέ να είναι συναινετική, αλλά αναδεικνύεται τελικά να είναι μία μορφή επαναλαμβανόμενου βιασμού. Στο πλαίσιο αυτής της ανάλυσης δε φαίνεται να υπάρχει καμία διάσταση «ισότητας» ή «ισοτιμίας» σε ό,τι αφορά την πορνεία. (…)

Κάθε μία από τις προσεγγίσεις που ανέφερα έχει και την αντίστοιχη νομική προσέγγιση του ζητήματος: η προσέγγιση της «σεξουαλικής εργασίας» αξιώνει τη νομιμοποίηση διάφορων εκδοχών πορνείας και την ένταξη τους στο πλαίσιο ενός τύπου κρατικού ελέγχου. Κεντρικό στόχο αποτελεί η εξάρθρωση οποιαδήποτε παράνομης και εγκληματικής δραστηριότητας, έτσι ώστε η πορνεία να αποτελεί μία νόμιμη βιοποριστική δραστηριότητα όπως όλες οι άλλες. Χώρες όπως η Ολλανδία, η Γερμανία, η Νέα Ζηλανδία, η Αυστραλία, αλλά και δέκα κομητείες στη Νεβάδα των ΗΠΑ έχουν υιοθετήσει μέρος τέτοιων προτάσεων. Αντίθετα, η προσέγγιση της «σεξουαλικής εκμετάλλευσης» αξιώνει την εξάλειψη του φαινομένου της πορνείας μέσω κυρίως της ποινικοποίησης της ζήτησης, δηλαδή των «αγοραστών» υπηρεσιών πορνείας, όπως βέβαια και μέσω της ποινικοποίησης των «πωλητών», δηλαδή των προαγωγών και των διαμεσολαβητών στην περίπτωση του τράφικινγκ, ενώ από την άλλη αξιώνει να απαλλάσσονται από κάθε είδους ποινική ευθύνη τα θύματα της πορνείας και του τράφικινγκ. Ταυτόχρονα προβλέπεται η δημιουργία δομών στήριξης των θυμάτων καθώς και η πολιτική επαγγελματικού τους προσανατολισμού σε διάφορες βιοποριστικές δραστηριότητες της προτίμησης και του ενδιαφέροντος τους. Αυτή η προσέγγιση έχει υιοθετηθεί στη Σουηδία, στη Νορβηγία, στην Ιρλανδία, ενώ επίσης στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν εισαχθεί κάποιες μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο, οι οποίες προσανατολίζονται σ΄ αυτή την κατεύθυνση.

(…) Η επείγουσα οικονομική ανάγκη αναφέρεται με μεγαλύτερη συχνότητα από τα εκδιδόμενα πρόσωπα ως ο λόγος που τους οδήγησε στην πορνεία. Από την άλλη, ενώ η φτώχεια οδηγεί στην πορνεία, έχει παρατηρηθεί ότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των εκδιδόμενων προσώπων η πορνεία δεν αποτελεί ποτέ μέσο διεξόδου από τη φτώχεια. Εξάλλου, θεωρείται «τύχη» για ένα εκδιδόμενο πρόσωπο να μπορεί να προστατεύει τη σωματική του ακεραιότητα και την ίδια του τη ζωή μέσα σ΄ αυτές τις συνθήκες. Μάλιστα, δεν είναι ασυνήθιστο τα πρόσωπα αυτά να γίνονται ακόμη φτωχότερα μόλις εμπλακούν στην πορνεία. Επιπλέον, τα πρόσωπα που γίνονται θύματα της πορνείας συνήθως προέρχονται από τα πιο ακραία εκμεταλλευόμενα κοινωνικά στρώματα… Λαμβάνοντας υπόψη τα προηγούμενα, καταλαβαίνουμε ότι, όπως κανένας άνθρωπος δεν επιλέγει να γεννηθεί φτωχός, έτσι και κανείς δεν επιλέγει στην πραγματικότητα την πορνεία…

Τι είναι όμως το τράφικινγκ; Και γιατί κάποιοι με το πρόσχημα της πολιτικής ορθότητας επιμένουν να διαχωρίζουν το τράφικινγκ από την πορνεία; Σύμφωνα με τον ορισμό που απορρέει από το πρωτόκολλο του Παλέρμο και ο οποίος χρησιμοποιείται διεθνώς, το τράφικινγκ είναι το εμπόριο – διακίνηση ανθρώπων με σκοπό την απλήρωτη εργασία, τη σεξουαλική εκμετάλλευση και την υπαγωγή τους σε ένα νέου τύπου καθεστώς δουλείας. Όμως για τις περιπτώσεις της σεξουαλικής εκμετάλλευσης αυτός ο ορισμός επεκτείνεται και περιλαμβάνει τη σεξουαλική εκμετάλλευση διά της βίας ή εξαπάτησης με σκοπό τη συντήρηση της βιομηχανίας του αγοραίου σεξ. Επίσης, σε αυτή την κατάσταση περιλαμβάνονται η κατάχρηση εξουσίας, η κακοποίηση, ψυχολογική και σωματική, και φυσικά ο βιασμός. (…) Οι αγοραστές υπηρεσιών τραφικινγκ, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι καθιστούν δυνατό αυτές οι γυναίκες να πωλούνται ως σεξουαλικά αντικείμενα σχεδόν ποτέ δεν ενοχοποιούνται, όπως επίσης στις περισσότερες χώρες του κόσμου δε διώκονται ποινικά. Θα μπορούσα να πω ότι το γεγονός ότι φτωχές γυναίκες παρουσιάζονται ως παραβάτες του νόμου, ενώ την ίδια στιγμή οι αγοραστές της πορνείας είναι πλήρως απενοχοποιημένοι αποτελεί μια πράξη θεσμοποιημένου σεξισμού σε βάρος των γυναικών αυτών.

Αυτό που έκανε η Σουηδία είναι ο χαρακτηρισμός της πορνείας – τράφικινγκ ως μορφών βίας κατά των γυναικών, ενοχοποιώντας θεσμικά τους αγοραστές «υπηρεσιών» εξαναγκαστικής πορνείας και χαρακτηρίζοντας αυτή τη σεξουαλική πρακτική ως έγκλημα. Ταυτόχρονα, αναπτύσσουν δομές στήριξης των γυναικών θυμάτων του τράφικινγκ. (…)

Στη Σουηδία πάντως έχουν κατορθώσει να έχουν το χαμηλότερο ποσοστό δραστηριότητας που σχετίζεται με το τράφικινγκ σε όλη την Ευρώπη. Ακόμη κι αν είναι πολλά που πρέπει ακόμη να γίνουν, φαίνεται ότι αυτή η νομική προσέγγιση είναι η μοναδική σε ολόκληρο τον κόσμο που έχει πετύχει κάποια αξιόλογα αποτελέσματα στην κατεύθυνση της προστασίας των γυναικών θυμάτων. Αντίθετα, σε όποιο μέρος του κόσμου το νομικό πλαίσιο σχεδιάζεται στη βάση της προσέγγισης της «σεξουαλικής εργασίας», εκεί το τράφικινγκ βρίσκει προνομιακό πεδίο για να εδραιωθεί και να εξαπλωθεί».

* Η Catharine MacKinnon είναι φιλόσοφος και φεμινίστρια. Διδάσκει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν και ειδικεύεται σε θέματα διακρίσεων και ανισοτήτων λόγω φύλου στο πλαίσιο του διεθνούς και του συνταγματικού δικαίου.


Μετάφραση: Αλίκη Κοσυφολόγου
Πηγή: University of Chicago – Law SchoolΑυγή

 

Advertisements

Ταινία : ΝΑ ΜΗΝ ΖΗΣΟΥΜΕ ΣΑΝ ΔΟΥΛΟΙ

Μια ταινία του Γιάννη Γιουλούντα (Αύγουστος 2013 Διάρκεια 89′)Διαθέσιμο σε ελεύθερη κυκλοφορία. Μπορείτε να αντιγράψετε την ταινία και οργανώσετε δωρεαν δημόσιες και ιδιωτικές προβολές (Creative Commons).

Μουσική: Τα Λιμάνια Ξένα, Cyril Gontier, Serge Utge-Royo, Jean-Francois Brient, Χασμωδία, Raoul Vaneigem, Madame Nesia, Martyn Jacques, Μεθυσμένα Ξωτικά, Horror Vacui, Alpha Bang

Ελληνικοί Υπότιτλοι: Λίζα Γιουλούντα
Συντονισμός Διάχυση: Μοντ Γιουλούντα και Λουκάς Γιουλούντας

Website: http://www.nevivonspluscommedesesclav…
Facebook: https://www.facebook.com/NeVivonsPlus…

Ο Άνθρωπος Που Τον Δαγκώναν Τα Φίδια

Όταν η μητέρα του είπε: ‘’Να προσέχεις εκεί που θα πας έχω ακούσει πως έχει πολλά φίδια.  Αν σε δαγκώσουν τα φίδια θα πονάς και αργότερα σίγουρα θα πεθάνεις’’, ο Άνθρωπος Που Τον Δαγκώναν Τα Φίδια, ήτανε τότε μόλις Ο Άνθρωπος Που Φοβόταν Τα Φίδια.
Μα εκεί που πήγε τον δάγκωσαν τα φίδια και βεβαίως άρχισε να πονά μα τελικά δεν πέθανε.
Από τότε πάντα τον δαγκώνουνε φίδια. Οχιές εκνευρισμένες και Δεντρογαλιές ενθουσιασμένες, Κόμπρες Ινδικές και Αμερικανοί Κροταλίες. Βόες, Πύθωνες και Ανακόντες. Φίδια δηλητηριώδη ή φίδια τραμπούκοι. Το Νανόφιδο, το Θαμνόφιδο, το Αστραπόφιδο. Η Σαΐτα, η Βουνόχεντρα και η Μαύρη Μάμπα αλλά πιο πολύ ο Θαμνόφις ο Κομψός ο Χερσαίος.
Όπου και αν πάει τον δαγκώνουν τα φίδια. Στο σπίτι, στη δουλειά, στη διασκέδαση. Ενώ χτυπά εισιτήριο, ενώ δένει τα κορδόνια του ή ενώ περιμένει στην ουρά. Στην πισίνα, στα δημόσια ουρητήρια ή στο μέγαρο μουσικής. Όταν ανοίγει την ομπρέλα του, όταν κλείνει την ομπρέλα του, ακόμα και όταν δεν έχει μαζί του ομπρέλα. Ναι. Είναι ο άνθρωπος αυτός και τα φίδια συνεχώς τον δαγκώνουν. Ο ίδιος δεν βαρυγκωμά, ενοχλείται βέβαια μα δέχεται την μοίρα του στωικά.
Και είναι αλήθεια περίεργο, το πώς οι στιγμές μας κλέβουνε τους ανθρώπους. Και επίσης περίεργο το ότι ο Άνθρωπος Που Τον Δαγκώναν Τα Φίδια δολοφονήθηκε τελικά από θάνατο, ξεχασμένος κάπου μακριά
                          και τώρα τον χωνεύει το φως
(Στο τεύχος 3 του περιοδικού »Η κουτσή Μαρία»)

Η οικολογική κρίση: Μια μαρξιστική ανάλυση

του Κώστα Σκορδούλη[1]

(Με αφορμή την επαναφορά στη συζήτηση της καταστροφής της Φουκοσίμα, μετά τις νέες αποκαλύψεις για τις διαρροές στο νερό, αλλά και τη διαρκώς επίκαιρη συζήτηση για το περιβάλλον και την ανάπτυξη δημοσιεύουμε το παρόν κείμενο του Κώστα Σκορδούλη. Εμπεριέχεται στην έκδοση Τετράδια Ανυπόταχτης Θεωρίας #1, που εκδόθηκε τον Ιούνη του 12. Περισσότερα για την έκδοση και παλαιότερα αναρτημένα κείμενα θα βρείτε εδώ) 

 

Εισαγωγή

Το γεγονός της όλο και εντεινόμενης καπιταλιστικής κρίσης και ο τρόπος που αυτή εκφράζεται μέσα από την άνευ προηγουμένου επίθεση του κεφαλαίου στην εργασία δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει να υποβαθμίσουμε ένα ιδιάζον και μόνιμο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κρίσης: την οικολογική κρίση.

Το άρθρο αυτό θα προσπαθήσει να αναδείξει τις δύο σημαντικότερες εκφάνσεις της οικολογικής κρίσης την περασμένη περίοδο: α) τη διαρκώς εντεινόμενη «κλιματική αλλαγή» και β) το πρόβλημα της πυρηνικής ενέργειας όπως αυτό αναδείχθηκε με το «ατύχημα» στη Φουκουσίμα.

Στο πλαίσιο αυτό επιχειρείται μια μαρξιστική ανάλυση της οικολογικής κρίσης η οποία αγγίζει τον πυρήνα ενός γενικότερου θεωρητικού προβληματισμού για τη σχέση της οικολογίας με το μαρξισμό.

1. Οι κλιματικές αλλαγές

 

Οι δραστηριότητες που έχουν άμεση σχέση με την παραγωγή ενέργειας και τις μεταφορές και οι γεωργικές δραστηριότητες που συμβάλλουν στην μεγάλης κλίμακας καταστροφή των δασών, αποτελούν την βασική αιτία της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Οι δραστηριότητες αυτές ευθύνονται για την έκλυση στην ατμόσφαιρα 7 δισεκατομμυρίων τόνων αερίων (CO2, CH4, N2Ο) ανά έτος τα οποία έχουν καταλυτική επίδραση στο «Φαινόμενο του Θερμοκηπίου». Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ποσότητας δεν μπορεί να ανακυκλωθεί με αποτέλεσμα το φαινόμενο του Θερμοκηπίου το οποίο διατηρεί τη θερμοκρασία του πλανήτη σε επίπεδα που επιτρέπουν τη διατήρηση της ζωής, να γίνει εντελώς ανεξέλεγκτο, διαταράσσοντας το κλιματικό σύστημα.

Η υπερθέρμανση αποτελεί μία μόνο από τις όψεις του προβλήματος. Οι διαταραχές του υδρολογικού κύκλου αποτελούν επίσης μια αιτία διαταραχής του κλίματος, καθώς προκαλούν μεταβολές στο ρυθμό εξάτμισης των υδάτινων μαζών αυξάνοντας τον αριθμό και την ένταση των τροπικών καταιγίδων.

Η Διεθνής Επιτροπή του ΟΗΕ για τις κλιματικές αλλαγές (IPCC) υπολόγισε ότι τον 20ο αιώνα η αύξηση της θερμοκρασίας στο πλανήτη ήταν 0,6 0C κατά μέσο όρο. Τον 21ο αιώνα και έως το 2095, η IPCC προβλέπει ότι η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη θα κυμανθεί από 1,1 ως 6,4 0C και ότι η στάθμη της θάλασσας θα ανέβει έως και 80 cm. Αν η υπερθέρμανση ενταθεί, υπάρχει το ενδεχόμενο να λειώσουν τα ανώτερα στρώματα των πάγων της Γροιλανδίας γεγονός που θα οδηγήσει σε άνοδο της στάθμης της θάλασσας κατά 6 – 7 μέτρα. Οι διαταραχές στους ρυθμιστικούς μηχανισμούς του περιβάλλοντος του πλανήτη θα γίνονται αισθητές καθ’ όλη τη διάρκεια του 21ου αιώνα. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη να ενσωματωθούν τα οικολογικά προτάγματα στην προοπτική μιας νέας οργάνωσης των κοινωνιών.

2. Η πυρηνική ενέργεια

Τα οικονομικά συμφέροντα των πολυεθνικών επιβάλλουν την ολοένα και με ταχύτερους ρυθμούς εφαρμογή νέων τεχνικών παραγωγής χωρίς καμία προηγούμενη αξιολόγηση των συνεπειών τους που αποδεδειγμένα επιφέρουν ανεπανόρθωτες καταστροφές στο περιβάλλον όπως στην περίπτωση του πυρηνικού ατυχήματος στη Φουκουσίμα.

Η πυρηνική βιομηχανία στην Ιαπωνία, όπως και σε ολόκληρο τον κόσμο, βασίζεται στο κέρδος, δίνοντας στους ιδιοκτήτες των εταιρειών, στους προμηθευτές και στους φορείς εκμετάλλευσης της ενέργειας ένα συνεχές κίνητρο για να παρακάμψουν τους κανόνες ασφάλειας.

Ο αντιδραστήρας της Φουκουσίμα βασίζεται σε τεχνολογία σχεδιασμού της General Electric πριν από 40 χρόνια. Αυτός ο τύπος, που είναι ήδη ξεπερασμένος, βρίσκεται σε άλλες 6 πυρηνικές εγκαταστάσεις στην Ιαπωνία και σε τουλάχιστον 21 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η εταιρεία εκμετάλλευσης του συγκροτήματος Φουκουσίμα, η TEPCO, έχει ένα αμαρτωλό παρελθόν όσον αφορά τη συμμόρφωση με τους κανόνες ασφαλείας. Το 2003, οι 17 πυρηνικοί σταθμοί της έκλεισαν προσωρινά λόγω ενός σκανδάλου που αφορούσε παραποιημένες εκθέσεις επιθεώρησης, ενώ το 2006 βγήκε στην επιφάνεια ένα άλλο σκάνδαλο που αφορούσε ψεύτικα στοιχεία τα οποία παρουσίασε η ίδια εταιρεία.

Οι επιστήμονες ήδη έχουν εκφράσει βαθιά ανησυχία για την ασφάλεια πολλών από τις πυρηνικές εγκαταστάσεις της Ιαπωνίας, ορισμένες από τις οποίες χρονολογούνται από τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, μεταξύ των άλλων και για τη Φουκουσίμα, εδώ και πολύ καιρό, όπως και για το εργοστάσιο Hamaoka, μόλις 100 μίλια νοτιοδυτικά του Τόκιο.

Σε μια ορθολογικά σχεδιασμένη παγκόσμια οικονομία, η τοποθέτηση δεκάδων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής στην πιο ενεργή γεωλογικά ζώνη του πλανήτη και σε μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του θα θεωρούταν παραφροσύνη. Αλλά για την καπιταλιστική οικονομία του ανταγωνισμού των εθνών-κρατών, και συγκεκριμένα για την ιαπωνική αστική τάξη, είναι περισσότερο επιτακτική η ανάγκη για την επίτευξη εσωτερικής ενεργειακής επάρκειας, καθώς η χώρα δεν διαθέτει κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου ή άνθρακα.

Επιπλέον, η ιαπωνική άρχουσα τάξη είχε πικρή εμπειρία με προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις πολύ πριν από το 1973. Ήδη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα από τα σημαντικότερα κίνητρα του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού για την έναρξη προληπτικού πολέμου κατά των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν το εμπάργκο της κυβέρνησης Roosevelt σε καύσιμα ως αντίποινα για την ιαπωνική επίθεση στην Κίνα.

Η συζήτηση, βέβαια, δεν αφορά μόνο την Ιαπωνία, δεδομένου ότι ήδη στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργούν 143 εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας εγκατεστημένα σε έξι κράτη-μέλη που παράγουν περίπου το 34% της χρησιμοποιούμενης ηλεκτρικής ενέργειας.

Με αφορμή τα ατυχήματα στα πυρηνικά εργοστάσια του Harrisburg (Βρετανία) και του Three Mile Island (ΗΠΑ) τη δεκαετία του ’70 αλλά και του Τσερνομπίλ το 1986, τέθηκε από το αντιπυρηνικό κίνημα το ζήτημα της ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Η συζήτηση συνδεόταν και με το ζήτημα των πυρηνικών εξοπλισμών και το ενδεχόμενο ενός παγκόσμιου πυρηνικού πολέμου, όπως και τις επαπειλούμενες καταστροφές. Η συζήτηση αλλά και η δράση ενάντια στις πυρηνικές εγκαταστάσεις έρχεται σήμερα ξανά στην επικαιρότητα.

Για τους επαναστάτες μαρξιστές, βασικό ζήτημα είναι ο κεντρικός έλεγχος των ενεργειακών πόρων. Όσο η παραγόμενη ενέργεια ελέγχεται κεντρικά από τις εταιρείες του κράτους και του ιδιωτικού τομέα, δεν είναι δυνατόν να πραγματωθεί ο βασικός στόχος της πολιτικής του οικολογικού κινήματος για την ενεργειακή αυτονομία των πολιτών και των κοινοτήτων, καθώς δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών. Το αίτημα για ενεργειακή αυτονομία των πολιτών και των κοινοτήτων, που συμπυκνώνεται στο αίτημα για εργατικό έλεγχο στα συστήματα παραγωγής και διανομής ενέργειας, είναι το βασικό μεταβατικό αίτημα σε αυτή τη φάση του «Ύστερου Καπιταλισμού».

3. Οικολογική Κρίση

 

Η βιομηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα αύξησε κατά πολύ το επίπεδο εκπομπής ατμοσφαιρικών ρύπων υπονομεύοντας σοβαρά την υγεία όχι μόνο των εργαζομένων στα εργοστάσια αλλά και γενικά όλων των κατοίκων των πόλεων. Εξαπολύθηκε μια καθολική επίθεση στη φύση με σκοπό την όσο δυνατόν αποδοτικότερη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, γεγονός που κλόνισε τις οικολογικές ισορροπίες.

Και όμως η οικολογική κρίση, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, δεν είναι η γραμμική έκβαση της βιομηχανικής ανάπτυξης από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Είναι αποτέλεσμα ενός ποιοτικού άλματος που έχει άμεση σχέση με τη γενίκευση της χρήσης του πετρελαίου και με την ανάπτυξη της χημικής βιομηχανίας που τροφοδοτήθηκε από την εντατικοποίηση της γεωργίας. Από τη δεκαετία του 1970, το ποιοτικό αυτό άλμα έχει αποκτήσει ακόμη πιο εντυπωσιακές διαστάσεις λόγω της ανεξέλεγκτης εκβιομηχάνισης του «Τρίτου Κόσμου».

Η οικολογική κρίση, αν και δημιουργεί νέα προβλήματα που αναζητούν άμεση λύση, δεν βάζει στο περιθώριο τα παραδοσιακά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα. Αντίθετα όλα τα στοιχεία της κρίσης είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους.

Η οικολογική κρίση είναι ένα φαινόμενο που συνεχώς εντείνεται και οδηγεί, προς το παρόν, σε τοπικές καταστροφές. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι καταστροφές αυτές είναι μη αναστρέψιμες, σ’ άλλες περιπτώσεις είναι δυνατόν να αναστραφούν είτε βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Αυτό εξαρτάται από τις συνειδητές επιλογές που θα κάνουν οι ανθρώπινες κοινωνίες, δηλαδή σε τελική ανάλυση από την έκβαση των ταξικών συγκρούσεων.

Μολονότι δε μπορεί να ξεφύγει από τους νόμους της φύσης, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έρχεται σε αντίθεση με τη φύση και τις εξελικτικές της διαδικασίες. Για το κεφάλαιο, μόνο η ποσοτική σχέση μεταξύ χρόνου εργασίας και χρήματος, στο πλαίσιο του νόμου της αξίας, έχει σημασία.

Η καπιταλιστική παραγωγή βασίζεται στην ολοκλήρωση των διαδικασιών του οικονομικού κύκλου στο μικρότερο δυνατό χρόνο με σκοπό να αποσβεστεί το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τους σταθερούς χρόνους ανανέωσης των φυσικών πόρων (των βιογεωχημικών κύκλων) οι οποίοι έχουν σταθερούς χρόνους διάρκειας πολλές φορές χιλιάδων ετών. Η χρονική ασυμβατότητα του οικονομικού με τους βιογεωχημικούς κύκλους είναι η αιτία της οικολογικής κρίσης.

Θα πρέπει οι εργαζόμενοι να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι η έλλειψη λογικής του συστήματος που προκαλεί την καταστροφή του περιβάλλοντος, αλλά η ίδια η λογική που βρίσκεται πίσω από το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής. Γι’ αυτό οι διακηρύξεις για μια «αειφόρο ανάπτυξη», δε μπορεί παρά να διαψεύδονται από τη λογική του κεφαλαίου: «αειφόρος ανάπτυξη» και νόμος της αξίας αποκλείονται αμοιβαία.

Όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της ρύπανσης των νερών, της ατμόσφαιρας και του εδάφους, οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις αποποιούνται των ευθυνών τους με συνέπεια το περιβάλλον να πληρώνει το τίμημα. Επιπλέον, ο ανταγωνισμός οδηγεί σε περιοδικές κρίσεις υπερπαραγωγής, αποκαλύπτοντας ότι μια σημαντική ποσότητα πρώτων υλών έχει επενδυθεί σε προϊόντα που δε μπορούν να πουληθούν.

Ο έλεγχος της οικολογικής κρίσης απαιτεί χρόνο και επενδύσεις που θα σήμαιναν την αναίρεση βασικών θεωρήσεων για τον κύκλο του κεφαλαίου. Ακριβώς όπως και στις κλασικές οικονομικές κρίσεις, οι εργαζόμενοι καλούνται να φέρουν το μεγαλύτερο βάρος το οποίο τώρα είναι πολλαπλάσιο με δεδομένη την αλληλεπίδραση της οικονομικής κρίσης με την οικολογική.

Η συνειδητοποίηση της οικολογικής κρίσης έχει ως αποτέλεσμα την αμφισβήτηση της ιδέας ότι ο καπιταλισμός είναι ικανός να εγγυηθεί τη συνεχή «πρόοδο για όλους» και ότι η καταλήστευση της φύσης είναι αναγκαία καθώς και ότι όλα τα προβλήματα που έχουν σχέση με αυτήν μπορούν να λυθούν.

Τα τελευταία χρόνια, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται διάφορα οικονομικά προγράμματα σχετικά με την «οικολογική οικονομία της αγοράς». Μέχρι αυτή τη στιγμή όμως, οι απόπειρες ανα-προσανατολισμού του καπιταλισμού σε μια φιλική προς το περιβάλλον λειτουργία δεν έχουν ξεπεράσει το στάδιο του ευχολόγιου για τον απλούστατο λόγο, όπως τονίστηκε και παραπάνω, ότι η λογική του κέρδους είναι εντελώς ασύμβατη με μια πολιτική σεβασμού της φύσης και των λειτουργιών της.

4. Η σύνθεση του μαρξισμού με τη ριζοσπαστική οικολογική σκέψη

 

Ο οικολογικός προβληματισμός επανέφερε τις συζητήσεις για την ανάγκη της ριζικής αλλαγής του κοινωνικού συστήματος και την υιοθέτηση ενός διαφορετικού τρόπου ζωής και παραγωγής στη βάση των οικολογικών προταγμάτων.

Το θεμελιακό όμως επίτευγμα του οικολογικού κινήματος (δηλ. η ανάδειξη του μεγέθους της παγκόσμιας οικολογικής κρίσης) είναι ταυτόχρονα και το όριό του.  Οι λύσεις που προβάλλονται από την πολιτική οικολογία για την αντιμετώπιση της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη είναι ανεπαρκείς γιατί παραγνωρίζουν τον εγγενή δεσμό μεταξύ της οικολογικής καταστροφής και της λογικής του κέρδους που κυριαρχεί στον καπιταλισμό. Προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τους κινδύνους που απειλούν το περιβάλλον είναι αναγκαίο να έλθουμε σε ρήξη με το υπάρχον οικονομικό σύστημα υποστηρίζοντας την προοπτική μιας δημοκρατικά σχεδιασμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Σήμερα, η πρόταση για ένα οικολογικό σοσιαλισμό τείνει να ενταχθεί στον προγραμματικό λόγο της Αριστεράς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα θεωρητικά ζητήματα που αφορούν τη σύνθεση του μαρξισμού με τη ριζοσπαστική οικολογική σκέψη έχουν λυθεί ή ότι έχει υπάρξει μια γενικότερη συμφωνία σε μια σειρά από αντιπαραθέσεις που σημάδεψαν τις προηγούμενες δεκαετίες.

Παρακάτω θα παρουσιάσουμε μια από τις γονιμότερες προσεγγίσεις της σύνθεσης του μαρξισμού με την οικολογική σκέψη. Συγκεκριμένα τη θέση του James O’Connor, ιδρυτή και ιστορικού εκδότη του περιοδικού “Capitalism, Nature, Socialism”, ο οποίος υποστηρίζει ότι εκτός από τη βασική αντίθεση μεταξύ παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων, στον καπιταλισμό λειτουργεί και μια δεύτερη αντίθεση μεταξύ των σχέσεων παραγωγής και των συνθηκών παραγωγής.

5. Η “δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού”

 

Η θεώρηση του O’Connor βασίζεται στο έργο του Κ. Polanyi και αποδίδει την οικολογική κρίση στην παράλληλη λειτουργία αυτής της δεύτερης αντίθεσης μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα.

Ο James O’Connor περιγράφει τη λεγόμενη δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού ως εξής:

«Θα πρέπει να προσθέσουμε στην πρώτη αντίφαση του καπιταλισμού που εξέτασε ο Μαρξ (την αντίθεση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής) μια δεύτερη αντίφαση, την αντίφαση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των συνθηκών παραγωγής, οι οποίες και αφορούν τους εργαζόμενους, τον αστικό χώρο και τη φύση. Με την ίδια του την επεκτατική δυναμική, το κεφάλαιο θέτει σε κίνδυνο ή καταστρέφει τις ίδιες του τις συνθήκες παραγωγής, αρχίζοντας από το φυσικό περιβάλλον».

Εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ της οικονομίας, της φύσης, και της κοινωνίας, ο O’Connor υποστηρίζει ότι η περιβαλλοντική κρίση αποτελεί μια διαρκώς διογκούμενη απειλή για τον ίδιο τον καπιταλισμό. Οι μελέτες του καταδεικνύουν την ισχύ της μαρξιστικής ανάλυσης για την κατανόηση της περιβαλλοντικής και κοινωνικής ιστορίας.

Σύμφωνα με την κλασική μαρξιστική θεωρία, η κοινωνία αρθρώνεται σε δύο επίπεδα: το επίπεδο της οικονομικής (παραγωγικής) βάσης και το επίπεδο του πολιτικού εποικοδομήματος. Αφενός μεν η οικονομική βάση καθορίζει το πολιτικό εποικοδόμημα, αφ’ ετέρου δε το εποικοδόμημα έχει επιπτώσεις στην οικονομική βάση. Με μια άλλη διατύπωση, οι δυνάμεις παραγωγής καθορίζουν τις σχέσεις παραγωγής αλλά και οι σχέσεις παραγωγής αντεπιδρούν στις δυνάμεις παραγωγής. Αυτή η διαλεκτική ανάλυση υποστηρίζει ότι η οικονομική βάση είναι η βάση ολόκληρης της κοινωνίας και επομένως ένας κοινωνικός μετασχηματισμός δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς την αλλαγή της οικονομικής βάσης.

Ο O’Connor θεωρεί ότι στην κυρίαρχη αντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, που εξέτασε ο Μαρξ, περιλαμβάνεται και μια δεύτερη αντίφαση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των συνθηκών παραγωγής οι οποίες αφορούν τους εργαζόμενους, τον αστικό χώρο και τη φύση.

Ο Ο’Connor αναλύει την έννοια των συνθηκών παραγωγής. Το φυσικό περιβάλλον είναι η βάση των συνθηκών παραγωγής, δηλαδή των ανθρώπινων στοιχείων συμπεριφοράς, και των στοιχείων συμπεριφοράς της φύσης. Οι όροι του φυσικού περιβάλλοντος καθορίζουν την παραγωγή και αντίστροφα η παραγωγή έχει επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον. Αυτό το είδος διαλεκτικής ανάλυσης παρέχει μια στέρεη βάση για μια νέα επιστημονική μεθοδολογία. Η διαλεκτική επιστήμη θεωρεί τις αλλαγές ως κρίση μεταξύ αντιμαχόμενων παραδειγμάτων (με την ορολογία του T. S. Kuhn) και ότι όλα στον κόσμο είναι δυναμικά και διασυνδεδεμένα, αντίθετα από τη μηχανιστική επιστήμη που θεωρεί τα αντικείμενα του κόσμου στατικά.

Κατά την άποψη του Ο’Connor, η διαλεκτική ανάλυση αποδέχεται ότι τα πράγματα δεν είναι απόλυτα αλλά σχεσιακά (συνδέονται μεταξύ τους με συγκεκριμένες σχέσεις). Επίσης σε όλες τις θεωρίες και τις ιδέες πρέπει να αποδοθεί ένας ιστορικός και κοινωνικός χαρακτήρας, με άλλα λόγια οι θεωρίες και οι ιδέες εκφράζονται και λειτουργούν σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο.

Ένα από τα χαρακτηριστικά του έργου του O’Connor είναι η αποδοχή ότι υπάρχουν φυσικά όρια στην επέκταση της παραγωγής. Αυτό βασίζεται στην αποδοχή ότι η χρήση πρώτων υλών δεν είναι ανεξάντλητη. Με άλλα λόγια τα συμβατικά ενεργειακά αποθέματα του πλανήτη αλλά και οι φυσικοί πόροι είναι πεπερασμένοι και ως εκ τούτου η ανάπτυξη της παραγωγής είναι επίσης πεπερασμένη.

Η διατύπωση της «δεύτερης αντίφασης του καπιταλισμού» παρέχει ένα όχημα για την κατανόηση για το πώς διαμορφώνονται οι συνθήκες παραγωγής και για το πώς η διαδικασία συσσώρευσης υποβάλλει τις συνθήκες παραγωγής σε αυξανόμενες πιέσεις που υπονομεύουν την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, των κοινοτήτων, του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος και των οικολογικών συστημάτων γενικότερα.

Η οικονομική ανάπτυξη από τη βιομηχανική επανάσταση έχει επιτευχθεί με μεγάλο κόστος στο φυσικό περιβάλλον και στην αυτονομία των κοινοτήτων.

Το έργο του O’Connor φιλοδοξεί να απαντήσει επίσης στις μεταμαρξιστικές κριτικές, σύμφωνα με τις οποίες ο ιστορικός υλισμός δεν εκτιμά επαρκώς τη σημασία των νέων κοινωνικών κινημάτων. Πράγματι, ένα κρίσιμο στοιχείο στη θεωρία του O’Connor για τη δεύτερη αντίφαση, είναι η θεώρηση των κοινωνικών δυνάμεων που μπορούν να αντισταθούν στην επίθεση του κεφαλαίου. Η διατύπωση της δεύτερης αντίφασης παρέχει ένα μεθοδολογικό πλαίσιο για την εκτίμηση της θέσης των κοινωνικών κινημάτων, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών κινημάτων που σύμφωνα με κάποιες θεωρήσεις δεν περιγράφονται πλήρως με ταξικούς όρους, στη διαμόρφωση των κοινωνικών συσχετισμών. Συγχρόνως, αναγνωρίζει τη σύνθετη υφή των παραγωγικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων και των συνθηκών παραγωγής, ανακαλώντας την παρατήρηση του Marx «ότι αυτές οι (παραγωγικές) δυνάμεις είναι φυσικές καθώς επίσης και κοινωνικές στο χαρακτήρα».

Σύμφωνα με αυτήν τη θεώρηση, η δυναμική της καπιταλιστικής ανάπτυξης πρέπει να γίνει κατανοητή ως μια πιο σύνθετη σειρά κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών διαδικασιών, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η θεώρηση των συνθηκών παραγωγής.

Στόχος είναι η διατύπωση μιας μεθόδου που θα συμπεριλαμβάνει τη θεώρηση των κοινωνικών δυνάμεων αλλά και των οικολογικών ορίων ώστε να παράσχει μια πληρέστερη θεώρηση του αντιφατικού χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Σύμφωνα με το έργο του O’Connor, η διαδικασία συσσώρευσης υπονομεύει τις συνθήκες τις απαραίτητες για την παραγωγή και την πραγματοποίηση της αξίας, καθώς επίσης και τους απαραίτητους όρους για την αναπαραγωγή των συνθηκών παραγωγής, και έτσι ο αντιφατικός χαρακτήρας του καπιταλισμού εμφανίζεται ευκρινέστερα από ό,τι στην κλασική προσέγγιση. Αυτή η θεώρηση εξυπηρετεί ως βάση για την κατανόηση του ρόλου των νέων κοινωνικών κινημάτων που αναπτύσσονται πάνω στις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και έχουν στόχο να αμφισβητήσουν τις αρχές του κεφαλαίου και να οικοδομήσουν τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός οικολογικού σοσιαλιστικού μέλλοντος.

Αλλά η πραγματικά νέα πτυχή των προσεγγίσεών του είναι η θεώρηση της «ανισόμερης και συνδυασμένης ανάπτυξης» ως αιτίας των κρίσεων. Ο O’Connor συνδέει την αυστηρή οικολογική ανάλυση με τη λογική των προσπαθειών αντίστασης τόσο στο κέντρο όσο και στην περιφέρεια του καπιταλισμού.

Ο James O’Connor ορίζει ως οικοσοσιαλιστικές τις θεωρίες εκείνες και τα κινήματα που φιλοδοξούν να υποτάξουν την ανταλλακτική αξία στην αξία χρήσης, με το να οργανώνουν την παραγωγή ώστε να υπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες και τις απαιτήσεις για τη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος.

Ο οικοσοσιαλισμός προϋποθέτει την ανάπτυξη μιας νέας παγκόσμιας πολιτικής τάξης, πρώτον, λόγω της αυξανόμενης οικονομικής εκμετάλλευσης, και δεύτερον, επειδή η οικολογική υποβάθμιση είναι όλο και περισσότερο ένα ταξικό και «χωρο-ταξικό» ζήτημα. Αυτό υποδεικνύεται από την ανάπτυξη των κινημάτων για την περιβαλλοντική (και οικονομική και κοινωνική) δικαιοσύνη στο Βορρά και τον «περιβαλλοντισμό των φτωχών» στο Νότο. Οι κυρίαρχες ομάδες του Βορρά οφείλουν ένα «οικολογικό χρέος» στις καταπιεσμένες μειονότητες και τον τρίτο κόσμο συνολικά. Η ευημερία των κυρίαρχων ομάδων στο Βορρά βασίζεται στην οικολογική ζημία που γίνεται στις μειονότητες στο Βορρά και το Νότο.

Τελικά θα εξαρτηθεί από τα οικοσοσιαλιστικά ρεύματα η δημιουργία ενός κινήματος που θα είναι σε θέση να συνθέσει τις διαφορετικές και συχνά ανοργάνωτες φωνές διαμαρτυρίας ενάντια στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, σε μια συνεπή δύναμη διεθνιστικής και πολυπολιτισμικής αλληλεγγύης.

6. Για έναν οικολογικό σοσιαλισμό

Σήμερα, η σοσιαλιστική οικολογία αποτελεί μια από τις βασικότερες συνιστώσες του ευρύτερου κινήματος ενάντια στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η οποία αναπτύσσεται με την ίδια ένταση και στο Βόρειο και στο Νότιο Ημισφαίριο του πλανήτη.

Ο οικοσοσιαλισμός, καθώς έχει έλθει σε ρήξη με ένα μοντέλo παραγωγής και κατανάλωσης που αποδείχθηκε καταστροφικό για το περιβάλλον, αντιπροσωπεύει την πλέον θεωρητικά προχωρημένη τάση του αντικαπιταλιστικού κινήματος, έχοντας συνειδητοποιήσει την αδυναμία επίτευξης της «είτε βιώσιμης είτε αειφόρου ανάπτυξης» μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς.

Ο οικοσοσιαλισμός προτείνει μία μορφή θεωρίας και δράσης  που οικειοποιείται τα κεκτημένα του μαρξισμού και της ριζοσπαστικής οικολογικής σκέψης. Για τους οικοσοσιαλιστές, η λογική του κέρδους και του γραφειοκρατικού αυταρχισμού, είναι ασύμβατες με τις απαιτήσεις που έχει η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.

Ένας οικολογικός σοσιαλισμός, θα απέβλεπε σε μια κοινωνία οικολογικά ορθολογική, θεμελιωμένη πάνω στο δημοκρατικό έλεγχο στην παραγωγή και στην κοινωνική δικαιοσύνη. Μια τέτοια κοινωνία προϋποθέτει τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, έναν δημοκρατικό προγραμματισμό που επιτρέπει στην κοινωνία να καθορίζει η ίδια τους στόχους της παραγωγής και τέλος προϋποθέτει μια νέα τεχνολογική συγκρότηση των παραγωγικών δυνάμεων.

Η ανάπτυξη της οικολογικής συνείδησης μέσα στο εργατικό κίνημα και γενικότερα, στους αγώνες των καταπιεσμένων, συνιστά ένα από τα μείζονα καθήκοντα του επαναστατικού μαρξισμού. Αυτό το καθήκον απαιτεί να βρεθούν εναλλακτικές πρακτικές στο επίπεδο του χώρου εργασίας, στο επίπεδο του εργατικού κινήματος στο σύνολό του αλλά και στο επίπεδο της κοινωνικής κινηματικής δράσης. Αυτές οι πρακτικές εγγράφονται στη γενικότερη απελευθερωτική προσέγγιση του επαναστατικού μαρξισμού που στοχεύει να αναπτύξει την αυτοπεποίθηση των εργαζομένων μέσα από την αυτοοργάνωση και τον εργατικό έλεγχο. Το ζήτημα του εργατικού ελέγχου στην παραγωγή είναι αποφασιστικής σημασίας για την ανάδειξη μιας πολιτικής οικολογίας των παραγωγών, η οποία μπορεί να επιτύχει τη σύγκλιση της ταξικής και της οικολογικής συνείδησης με στόχο την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

[1]

Ο Κώστας Σκορδούλης είναι καθηγητής Φυσικής και Επιστημολογίας Φυσικών Επιστημών και διευθυντής στο Εργαστήριο Διδακτικής και Επιστημολογίας των Φυσικών Επιστημών και Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Kent στη Βρετανία και δίδαξε σε αρκετές χώρες της Ευρώπης. Συμμετέχει στη Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού «Κριτική – Επιστήμη & Εκπαίδευση». Είναι από τους σημαντικότερους μελετητές και εκφραστές της ριζοσπαστικής οικολογικής θεωρίας και του οικο-σοσιαλισμού στην Ελλάδα με σημαντικό συγγραφικό έργο. Είναι μέλος της ΟΚΔΕ- Σπάρτακος και της 4ης Διεθνούς.

https://ilesxi.wordpress.com/2013/08/22/%CE%B7-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CE%BD%CE%AC/

Χτίζοντας ένα νέο συνεταιριστικό κίνημα – βήμα βήμα ο δρόμος για τη δημιουργία συνεταιρισμών

Τι είναι η κοινωνική οικονομία;

Η συζήτηση για την κοινωνική κ αλληλέγγυα οικονομία βρίσκεται σε εξέλιξη κυρίως τα τελευταία χρόνια, πόσο μάλλον μέσα στη μνημονιακή περίοδο.

Η επικαιρότητα της Κοινωνική Οικονομίας έχει πολλές αναγνώσεις και διαφορετικές οπτικές.

Αφενός, για το ίδιο το σύστημα θα μπορούσε να αποτελέσει βαλβίδα εκτόνωσης της κρίσης, εργαλείο για την απάλυνση των κοινωνικών αντιδράσεων αλλά και μηχανισμό εξομάλυνσης των ραγδαία οξυμένων κοινωνικών ανισοτήτων.

Αφετέρου, η δική μας επικαιρότητα, «βλέπει» την κοινωνική οικονομία , σαν μια προσπάθεια συλλογικής δράσης που ξεφεύγει από τα εξαρτημένα σχήματα, ανοίγεται στην κοινωνία, επανανοηματοδοτεί την κοινωνική δράση, προτάσσει την αυτοοργάνωση και την αλληλεγγύη.

Στον παρόντα οδηγό λοιπόν επιχειρείται μια τοποθέτηση πάνω στην κοινωνική κ αλληλέγγυα οικονομία, γίνεται μια προσπάθεια επανακαθορισμού του περιεχομένου των συνεταιρισμών, για ένα νέο, δυναμικό συνεταιριστικό κίνημα.

Κατεβάστε τον οδηγό (pdf, 638KB)

Καστοριάδης: Λόμπι και Χόμπι

Τίθεται το ερώτημα αν μπορούν ακόμα οι δυτικές κοινωνίες να κατασκευάσουν το είδος εκείνο του ατόμου που είναι απαραίτητο για τη συνέχιση της λειτουργίας τους.

Το πρώτο και κύριο εργαστήριο κατασκευής σύμμορφων προς την κοινωνία ατόμων είναι η οικογένεια. Η κρίση της σύγχρονης οικογένειας δεν έγκειται μόνο ούτε κυρίως στη στατιστική της διάλυση· το βασικό είναι ο θρυμματισμός και η αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων -άντρας, γυναίκα, γονείς, παιδιά– και η συνέπειά τους: ο άμορφος αποπροσανατολισμός των νέων γενεών.

‘Όσα είπαμε προηγουμένως για τα κινήματα των τελευταίων είκοσι χρόνων ισχύουν και για αυτόν τον τομέα (αν και, στην περίπτωση της οικογένειας, η διαδικασία χρονολογείται από πολύ παλιότερα. Έχει αρχίσει, προκειμένου για τις πιο «εξελιγμένες» χώρες, εδώ και τρία τέταρτα του αιώνα). Η αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων αντανακλά τη ροπή των ατόμων προς την αυτονομία και περιέχει σπέρματα χειραφέτησης. Έχω όμως επισημάνει από παλιά τηναμφισημία των συνεπειών της. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο δικαιούμαστε ν’ αμφιβάλλουμε κατά πόσον η διαδικασία αυτή οδηγεί στην εκκόλαψη νέων τροπών ζωής και όχι στον αποπροσανατολισμό και την ανομία.

Ένα κοινωνικό σύστημα όπου ο ρόλος της οικογένειας περνά σε δεύτερη μοίρα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται ο ρόλος άλλων θεσμών ανατροφής και διάπλασης, δεν έχει τίποτα το αδιανόητο. Πολλές αρχαϊκές φυλές, όπως άλλωστε και η Σπάρτη, διαμόρφωσαν τέτοια συστήματα. Στη Δύση, από μια περίοδο και μετά, το ρόλο αυτό τον έπαιξε όλο και περισσότερο από τη μια τοεκπαιδευτικό σύστημα και από την άλλη η περιρρέουσα κουλτούρα -γενική και ειδική (τοπική: χωριό· η δεμένη με τη δουλειά: εργοστάσιο κ.λπ.).

To δυτικό όμως εκπαιδευτικό σύστημα έχει μπει εδώ και είκοσι χρόνια σε φάση επιταχυνόμενης διάλυσης. Υφίσταται κρίση περιεχομένου: τι μεταδίδεται, και τι πρέπει να μεταδίδεται, και με βάση ποια κριτήρια; Δηλαδή: κρίση των «προγραμμάτων» και κρίση του στόχου προς τον οποίο καταρτίζονται τα προγράμματα. Διέρχεται επίσης κρίση της εκπαιδευτικής σχέσης: ο παραδοσιακός τύπος της αναντίρρητης αυθεντίας έχει γκρεμιστεί, και νέοι τύποι -ο δάσκαλος-συμμαθητής, για παράδειγμα- δεν καταφέρνουν ούτε να διαμορφωθούν, ούτε να αναγνωριστούν, ούτε να διαδοθούν.

Όμως όλες αυτές οι διαπιστώσεις θα παρέμεναν αφηρημένες, αν δεν τις συσχετίζαμε με την πιο εξόφθαλμη και εκτυφλωτική εκδήλωση της κρίσης του εκπαιδευτικού συστήματος, που κανείς δεν τολμά καν να την αναφέρει. Ούτε οι μαθητές ούτε οι δάσκαλοι ενδιαφέρονται πια γι’ αυτό που συμβαίνει μέσα στο σχολείο σαν τέτοιο, και οι μετέχοντες δεν επενδύουν πια στην παιδεία ως παιδεία. Για τους εκπαιδευτικούς έχει γίνει αγγαρεία το προς το ζην, ενώ για τους μαθητές, για τους οποίους έχει πάψει να είναι το μοναδικό άνοιγμα προς τον εξωοικογενειακό κόσμο, και οι οποίοι δεν έχουν ακόμα την απαιτούμενη ηλικία (ή ψυχική δομή) ώστε να μπορούν να τη δουν ως εργαλειακή επένδυση (ολοένα προβληματικότερης άλλωστε αποδοτικότητας), έχει καταντήσει μια βαρετή υποχρέωση.

Με δυο λόγια, το ζητούμενο είναι η απόκτηση ενός «χαρτιού» που θα επιτρέπει την άσκηση ενός επαγγέλματος (εφόσον βρει κανείς δουλειά). Θα μας απαντήσουν ότι, στην ουσία, πάντα έτσι ήταν. Ίσως. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Άλλοτε -έως πρόσφατα- όλες οι διαστάσεις του εκπαιδευτικού συστήματος (και οι αξίες στις όποιες παρέπεμπαν) ήταν αδιαμφισβήτητες· τώρα δεν είναι πια.

Το νεαρό άτομο προέρχεται από μια παραπαίουσα οικογένεια, συχνάζει -ή και όχι- σ’ ένα σχολείο που το βλέπει σαν αγγαρεία, βρίσκεται τέλος μπροστά σε μια κοινωνία, στην οποία όλες οι «αξίες» και οι «νόρμες» έχουν λίγο πολύ αντικατασταθεί από το «βιοτικό επίπεδο», την «οικονομική επιφάνεια», τις ανέσεις και την κατανάλωση. Ούτε θρησκεία, ούτε «πολιτικές» ιδέες, ούτε κοινωνική αλληλεγγύη με κάποια τοπική ή εργασιακή κοινότητα, με κάποιους «ταξικούς συντρόφους». Αν δεν περιθωριοποιηθεί (ναρκωτικά, εγκληματικότητα, «χαρακτηρολογική» αστάθεια), του μένει η βασιλική οδός της ιδιώτευσης, που μπορεί αν θέλει να την εμπλουτίσει με μία ή περισσότερες προσωπικές μανίες.Ζούμε στην κοινωνία των λόμπι και των χόμπι,

Κορνήλιος Καστοριάδης – Η άνοδος της ασημαντότητας (εκδ. Ύψιλον, 2000, μετάφραση Κώστα Κουρεμένου). Εδώ μπορείτε να ξεφυλλίσετε ή να διαβάσετε τοβιβλίο.

http://eagainst.com/articles/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CE%BB%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%87%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B9/

Συνέντευξη του Αντρέ Γκόρζ: Άτομο, κοινωνία, κράτος (I)

Via: Ερανιστής

Ο ΓΑΛΛΟΣ φιλόσοφος Αντρέ Γκορζ, ο συνιδρυτής του «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» το 1964, έφυγε από την ζωή σε ηλικία 84 ετών αυτοκτονώντας με την σύντροφο της ζωής του Ντορίν στην κατοικία τους στο Βοσνόν (στ’ ανατολικά του Παρισιού) – μετά από μία αρμονική συμβίωση 58 ετών. Ο Αντρέ Γκορζ ήταν 84 ετών, ενώ η σύζυγος Ντορίν ήταν 83, ήταν αγγλικής καταγωγής, έπασχε δε από ανίατη ασθένεια τα τελευταία έτη της ζωής της. Ο Γκορζ γεννήθηκε τον Φεβρουάριο 1923, στη Βιέννη, και έλαβε τη γαλλική υποκοότητα στη διάρκεια του 1954 όπως και το νέο του ληξιαρχικό ονοματεπώνυμο: Ζεράρ Χορστ. Διέπρεψε στην πολιτική οικολογική θεωρία ενώ βασικά έργα του θεμελιώνονται στον «αντι-καπιταλισμό». «Οικολογία και Πολιτική», «Οικολογία και Ελευθερία», «Αντίο στο Προλεταριάτο», «Μεταμορφώσεις της Εργασίας» είναι σπουδαία έργα του. Με το ψευδώνυμο «Μισέλ Μποσκέ» υπήρξε συνιδρυτής το 1964 του παρισινού εβδομαδιαίου πολιτικού περιοδικού «Νουβέλ Ομπσερβατέρ». Το 1983 συνταξιοδοτήθηκε. Ακολούθως, πολύ αφοσιωμένος στην Ντορίν, έζησε μαζί της κυρίως στα όρια της κατοικίας που τότε επέλεξαν, στο Βοσνόν, σχετικά κοντά στο Παρίσι, ως «φιλόξενοι και απλοί χωρικοί», όπως δήλωναν στους γείτονες τους. Μία στενή φίλη αντιλήφθηκε το δραματικό τέλος της 58χρονης κοινής ζωής του αγαπημένου ζευγαριού την Δευτέρα το πρωί. Μάλιστα πάνω στην κεντρική θύρα του σπιτιού τους υπήρχε η επιγραφή με την ένδειξη «ειδοποιείστε την χωροφυλακή». Τα πτώματα βρέθηκαν το ένα πλάι στο άλλο, κοντά βρέθηκαν και γράμματα με αποδέκτες οικείους. Προ ημερών, ο Γκορζ εκμυστηρεύθηκε σε στενή φίλη ότι τον προβλημάτιζε πολύ η ραγδαία επιδείνωση της υγείας της Ντορίν. Πηγή: Καθημερινή


Πότε μπορούμε να πούμε για κάποιο άτομο πως είναι αυτόνομο; Πώς εκδηλώνεται η αυτονομία του στις σχέσεις του με την κοινωνία:

Όταν κάποιος συλλαμβάνει και υλοποιεί ένα προσωπικό σχέδιο με κατεύθυνση στόχους που έχει ο ίδιος επινοήσει και σύμφωνα με κριτήρια επιτυχίας που δεν είναι κοινωνικά προκαθορισμένα, τότε λέμε ότι είναι αυτόνομος. Ο όρος προέρχεται από τα ελληνικά: «Αυτός που ακολουθεί τον δικό του νόμο». Από την φύση της, η αυτόνομη συμπεριφορά δεν υπακούει σε κοινωνιολογικές ερμη­νείες. Φυσικά ξεδιπλώνεται πάντα σ’ ένα κοινωνικά καθορισμένο πεδίο, με εργαλεία που έχουν διαμορφωθεί κοινωνικά. Αλλά αυτό το πεδίο και αυτά τα εργαλεία ξεπερνιούνται και υποτάσσονται σε προσωπικούς σκοπούς και στην προσωπική περιπέτεια του καθε­νός.

Αυτό ισχύει κυρίως -αλλά όχι μόνο- για εκείνους που αποκα­λούμε «δημιουργικούς»· και οι οποίοι, είτε είναι καλλιτέχνες είτε μαθηματικοί, εφευρέτες, επιχειρηματίες, φιλόσοφοι, είτε παλεύουν για νέους τρόπους ζωής, νέα παιδαγωγικά μοντέλα, κλπ., βρίσκο­νται πάντα σε ρήξη με τους κανόνες και τους κώδικες της κοινωνίας τους. Και είναι αυτό ακριβώς για το οποίο τους κατηγορεί η κοινω­νία, όταν είναι έντονα συγκεντροποιημένη, ή το ολοκληρωτικό κράτος: χαρακτηρίζονται «ακοινωνικοί»», «ανήθικοι»», επικίνδυνοι για την καθεστηκυία τάξη, κλπ., και διώκονται.

Η αυτονομία συνεπάγεται υποχρεωτικά την μοναξιά, με την υ­παρξιακή έννοια, δηλαδή τη συνείδηση, που οι φαινομενολόγοι ονομάζουν «cogito», ότι είναι αδύνατο να μοιραστώ τις προσωπικές μου αβεβαιότητες με τους άλλους και, αντίστροφα, πως οι αποφά­σεις μου σαν κοινωνικό άτομο είναι αδύνατο να εσωτερικευτούν και να βιωθούν σαν προσωπικές αλήθειες. Με λίγα λόγια, η κοινω­νική ύπαρξη εμπεριέχει υποχρεωτικά ένα ποσοστό αλλοτρίωσης γιατί η κοινωνία δεν μπόρεσε ποτέ και δεν μπορεί να παραχθεί και να αναγνωριστεί από τον καθένα σαν το έργο που δημιούργησε ελεύθερα, σε εθελοντική σύμπραξη με όλους τους υπόλοιπους.

Στην αρχή του βιβλίου του Μαλρώ, Οι κατακτητές, υπάρχει ο αστυνομικός φάκελος ενός επαγγελματία επαναστάτη, του Γκάριν, με την παρακάτω σημείωσή του: «Είμαι ακοινωνικός όπως είμαι άθεος»·. Μου αρέσει πολύ αυτή η διατύπωση. Γιατί ο πιστός πι­στεύει ότι, πέρα από τη σκέψη του, υπάρχει μια απόλυτη και αληθι­νή σκέψη που τον διαλογίζεται και με την οποία προσπαθεί απεγνω­σμένα να συμπέσει. Όμοια, οι άνθρωποι που συμπεριφέρονται σύμ­φωνα με τους κανόνες και τις αξίες που κυριαρχούν στον κοινωνικό τους περίγυρο, θεωρούν την κοινωνία ένα ολιστικό υποκείμενο που τους διαλογίζεται σύμφωνα με μια αλήθεια που τους υπερβαίνει. Υπάρχει θρησκευτικότητα σε κάθε συμπεριφορά που πιστεύει πως τα άτομα πρέπει να υπηρετούν την κοινωνία και να αποτελούν τα εργαλεία της ακεραιότητάς της. Αυτές οι συμπεριφορές έχουν πά­ντα κάτι το «άνομο»»: οι αξίες, το Καλό, το Αληθινό, αντιμετωπίζο­νται σαν άπιαστα δεδομένα στα οποία υποτασσόμαστε από ένα πα­θητικό ή συναγωνιστικό κονφορμισμό. Αντίστροφα, εκείνος που νιώθει τον εαυτό του μοναδικό κριτή, «στην ψυχή και τη συνείδησή του»» όπως λένε, του Καλού και του Αληθινού, είναι «ακοινωνικός όπως είναι και άθεος»: πιστεύει πως η κοινωνία πρέπει να μπαίνει στην υπηρεσία της ολόπλευρης ανάπτυξης των ανθρώπων μέσα από τον πλούτο των εργαλείων και των χώρων που προσφέρει στη δημιουργικότητά τους.

Πώς όμως εξηγείται το γεγονός ότι υπάρχουν άτομα πιο αυτόνομα από άλλα:

Πριν απ’ όλα από το οικογενειακό περιβάλλον. Υπάρχει αυτή η περίφημη έρευνα του Κορνχάουζερ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, που δείχνει πως τα άτομα είναι τόσο πιο «άνομα» (δηλαδή στερούνται αυτονομίας και σέβονται την ιεραρχία) όσο περισσότερο η εργασία τους είναι επαναληπτική και χωρίς πρωτοβουλία. Αλλά αυτός ο φαινομενικός κοινωνικός ντετερμινισμός έχει προφανή όρια. Υ­πάρχουν κατ’ αρχήν όλοι αυτοί που κάνουν επαναληπτική δουλειά ανειδίκευτου εργάτη προσωρινά, για να βγάλουν κάποια χρήματα που θα τους επιτρέψουν να υλοποιήσουν κάποιο προσωπικό στόχο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ιδιαίτερα πολυάριθμοι στις Ηνωμένες Πο­λιτείες όπου δεν είναι σπάνιο να δουλεύει κανείς σε εργοστάσιο ή σαν χειρώνακτας για να πληρώσει τις σπουδές του. Ο Αντρέ Σβαρτς-Μπαρτ, στη Γαλλία, δούλεψε σαν ανειδίκευτος εργάτης στη Ρενώ για να μπορέσει να γράψει τον Τελευταίο των Δικαίων.

Από την άλλη πλευρά, από τότε που ο Κορνχάουζερ δημοσίευσε την έρευνά του, είδαμε να αναπτύσσεται σ’ όλο τον κόσμο η εξέ­γερση των ανειδίκευτων εργατών, ιδιαίτερα στους νέους. Εδώ το κοινωνικό δεν εξηγεί πολλά πράγματα: υπήρξε μια πολιτιστική μεταλλαγή, δηλαδή άλλαξε η αντίληψη για την εργασία, για την κατάσταση του εργάτη, γι’ αυτό που είναι αποδεκτό κι εκείνο που δεν είναι. Αλλά αυτή η πολιτιστική σχέση των ατόμων προς το κοινωνικό σύμπαν διαμορφώνεται πριν απ’ όλα στο οικογενειακό περιβάλλον: πιο συχνά σε αντίδραση προς αυτό παρά σε συμφωνία μαζί του. Όσο πιο αντιφατικό είναι ένα οικογενειακό περιβάλλον, τόσο πιο αδύνατο γίνεται να προσχωρήσει κανείς στις αξίες του, ή να τις δει έστω σαν αξίες , τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να νιώσει το παιδί καταδικασμένο στην αυτονομία. Για να την πραγματώσει αυτή την αυτονομία θα του χρειαστούν ακόμα πολιτι­σμικά μέσα που, στις κοινωνίες μας, μπορούν να προσφέρουν μονά­χα οι γονείς ή αυτοί που τους αντικαθιστούν. Χοντρικά, τα αυτόνο­μα άτομα, και κυρίως οι δημιουργοί, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμε­νοι, κλπ., προέρχονται τις περισσότερες φορές από οικογένειες όπου η πατρική εξουσία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη ή ελλιπής και όπου κάποιος άλλος είχε μια προτίμηση στις ιδέες, τα βιβλία, την τέχνη ή απλά μια αφυπνισμένη περιέργεια.

“Όσο πιο αντιφατικό είναι ένα οικογενειακό περιβάλλον, τόσο πιο αδύνατο γίνεται να προσχωρήσει κανείς στις αξίες του, ή να τις δει έστω σαν αξίες , τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να νιώσει το παιδί καταδικασμένο στην αυτονομία. Για να την πραγματώσει αυτή την αυτονομία θα του χρειαστούν ακόμα πολιτι σμικά μέσα που, στις κοινωνίες μας, μπορούν να προσφέρουν μονά χα οι γονείς ή αυτοί που τους αντικαθιστούν. Χοντρικά, τα αυτόνο μα άτομα, και κυρίως οι δημιουργοί, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμε νοι, κλπ., προέρχονται τις περισσότερες φορές από οικογένειες όπου η πατρική εξουσία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη ή ελλιπής και όπου κάποιος άλλος είχε μια προτίμηση στις ιδέες, τα βιβλία, την τέχνη ή απλά μια αφυπνισμένη περιέργεια.” Αντρέ Γκορζ.

Με μια λέξη, τα αυτόνομα άτομα είναι άτομα στα οποία η κοινω­νικοποίηση παρέμεινε ελλιπής: σ’ αυτούς το κομμάτι της μη κοι­νωνικοποιημένης ύπαρξης υπερτερεί πάνω στο κοινωνικοποιημένο κομμάτι. Η κοινωνία, η κάθε κοινωνία, τους εμφανίζεται σαν τυχαία, σχεδόν συμπτωματική, μάλλον παράλογη και σε κάθε περί­πτωση εξωτερική. Έχουν μόνιμα συνείδηση ότι οι κανόνες και οι νόμοι λειτουργίας της κοινωνίας δεν συμπίπτουν με την ίδια την απαίτηση, ηθική ή αισθητική, του ατόμου και των σχέσεων ανάμε­σα στα άτομα. Υπάρχει μια αξεπέραστη αλλοτρίωση, όποιος και αν είναι ο τύπος της κοινωνίας.

Και θεωρείς πως αυτή η αλλοτρίωση δεν μπορεί να εξαλειφθεί:

Μπορούμε να την μειώσουμε, να περιορίσουμε τη σημασία της στο χρόνο και τον χώρο, αλλά όχι να την εξαλείψουμε πλήρως. Αντίθετα, πιστεύω πως ο ισχυρισμός ότι θα εξαλειφθεί πλήρως οδηγεί μονάχα στο να την αρνούμαστε και αυτή η άρνηση είναι ίδιον του ολοκληρωτισμού, συμπεριλαμβανομένου ιδιαίτερα, του σοσιαλιστικού ολοκληρωτισμού. Αυτός, με τον ένα ή άλλο τρόπο, λέει πάντα στα άτομα: «Βρισκόμαστε στην καλύτερη δυνατή κοινωνία, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και αδερφοί, άρα αν εσύ δεν είσαι ευτυχισμένος, αν δεν ταυτίζεσαι ανεπιφύλακτα με τον κοινωνικό σου ρόλο, είναι γιατί είσαι άτομο διεστραμμένο, κακό, εγκληματι­κό ή τρελό, ή ακόμα ένας εχθρός του λαού πληρωμένος από τους ιμπεριαλιστές».

Αλλά όποιο και αν είναι το πολιτικό καθεστώς, η κάθε κοινωνία είναι από μερικές πλευρές μια μεγάλη μηχανή, για την καλή λει­τουργία της οποίας απαιτείται από τα άτομα να υποτάσσονται κά­ποιες στιγμές σε τεχνικές επιταγές που η εκτέλεσή τους δεν έχει τίποτα το ενθουσιαστικό ή το ευεργετικό. Στην Κίνα, για παράδειγ­μα, μια από αυτές τις επιταγές είναι να ρίξουν σαν λίπασμα στα χωράφια τα ανθρώπινα κόπρανα. Μπροστά σ’ αυτή την αναγκαιό­τητα υπάρχουν δύο δυνατές στάσεις:

—μπορεί κανείς να πει, εντάξει, είναι μια απαίσια αγγαρεία που κανένας δεν έχει όρεξη να αναλάβει. Θα την μοιραστούμε λοιπόν έτσι ώστε ό καθένας ν’ ασχοληθεί μ’ αυτό τον λιγότερο δυνατό χρόνο·

—μπορούμε όμως επίσης, πράγμα που-έγινε στην Κίνα, να ξεκι­νήσουμε από την αρχή ότι το συλλογικό συμφέρον του θριάμβου της Μεγάλης Προλεταριακής Επανάστασης απαιτεί από τον καθέ­να να ταυτιστεί με τη συλλογική υπόθεση και να αρνηθεί την προ­σωπική του απαίτηση, για να υπηρετήσει καλύτερα την κοινωνία. Έτσι ο καλός πολίτης χαρακτηρίζεται ήρωας που θυσιάζεται ευχα­ρίστως για την Επανάσταση και που βρίσκει τη μεγαλύτερη προ­σωπική του ικανοποίηση στη λίπανση των αγρών.

Αυτή η εργασία παρουσιάζεται όχι πια σαν αγγαρεία αλλά σαν ένα ηθικό και πα­τριωτικό καθήκον. Για να είναι κανείς καλός πολίτης πρέπει να του αρέσει αυτή η δουλειά. Και καθώς υπάρχουν άνθρωποι, οι διανοού­μενοι, για τους οποίους έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι δεν τους αρέσει αυτή η δουλειά, θα τους στείλουμε σ’ αυτή πριν απ’ όλους και από πάνω θα τους ζητήσουμε να την εξυμνήσουν και να ευχαριστήσουν τον Μεγάλο Τιμονιέρη που τους βοήθησε ν’ ανα­καλύψουν τη χαρά αυτής της ασκητικής ζωής.

Μέχρι τώρα, όλα τα σοσιαλιστικά καθεστώτα επέβαλαν αυτή τη θρησκεία της εργασίας και την εξυμνούσαν αρνούμενοι την αλλο­τρίωση που εμπεριέχει. Αν η εργασία ήταν πράγματι ευχάριστη και ευεργετική, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να εξυμνείται. Στην πραγματικότητα, ξέρουμε πως δεν έχει αλλάξει και πως, σοσιαλι­στική ή καπιταλιστική, μια κοινωνία μεγάλων μονάδων παραγωγής διατηρεί την πλευρά μεγάλη μηχανή και βάζει τους ανθρώπους στην υπηρεσία της λειτουργίας των μεγάλων υλικών συστημάτων αντί τα υλικά συστήματα να χρησιμεύουν στην ολόπλευρη ανάπτυ­ξη του καθένα και όλων.

Ωστόσο, αναπτύσσοντας την αυτόνομη εργασία, δεν σκοπεύουμε α­κριβώς σε μια υλική αναδιοργάνωση της κοινωνίας που θα της αφαιρεί αυτή την πλευρά της μεγάλης μηχανής; Ο σκοπός δεν είναι να κομματια­στεί όλο αυτό που, εξαιτίας των μεγάλων του διαστάσεων, δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο αυτοδιαχείρισης, ώστε να ανακαλύψουμε ξανά την αυ­τόνομη εργασία; Μέσα στην ιδέα της αυτόνομης εργασίας, ενυπάρχει σαφώς η ιδέα της επιστροφής σε μια σχέση κατανοητή και βιωμένη ανάμεσα στις ανάγκες του ατόμου και της ομάδας από τη μια και την παραγωγή του, τις ανταλλαγές του με τους άλλους από την άλλη. Μέχρι πού λοιπόν μπορεί να φτάσει αυτή η σφαίρα της αυτονομίας; Για ποιους οικονομικούς, κοινωνικούς ή πολιτικούς λόγους Θα εξακολουθεί να συ­ναντά αξεπέραστα όρια, ανεξάρτητα από την κατεύθυνση της ιστορίας;

Αν επιμένω στο γεγονός ότι κάθε κοινωνία έχει την πλευρά μεγά­λη μηχανή και αποτελεί για τα άτομα μια κάποια κοινωνική αλλο­τρίωση, το κάνω γιατί πρέπει, ξεκινώντας από την αναγνώριση αυτού του γεγονότος, να προσπαθήσουμε να περιορίσουμε στο ελά­χιστο τους θεσμούς, τα «εργαλεία», με την έννοια που τους δίνει ο Ίλλιτς, και τις δραστηριότητες που προϋποθέτουν και διατηρούν αυτή τη λειτουργία μεγάλης μηχανής. Αλλά δεν πρόκειται να τα εξαλείψουμε ολοσχερώς: για να μην υπάρχουν εξωτερικά όρια στη σφαίρα των αυτόνομων δραστηριοτήτων, θα έπρεπε ο κόσμος ν’αποτελείται αποκλειστικά από μικρο-επιχειρήσεις, αυτοδιαχειριζόμενες από τα μέλη τους, που θα ενώνονται εθελοντικά και, ακόμα, αυτές οι μικρο-επιχειρήσεις να είναι τέλειες νησίδες. Πράγμα που, χοντρικά, αντιστοιχεί στο στάδιο των κοινωνιών των φυλών, τέ­τοιων που υπήρχαν μέχρι πρόσφατα ακόμα στην Αμαζονία, εντε­λώς απομονωμένες η μία από την άλλη.

Η αυτόνομη παραγωγή είναι στην ουσία της μια βιοτεχνική πα­ραγωγή στην οποία το άτομο ή η συμβιωτική ομάδα έχει τον έλεγ­χο των μέσων παραγωγής, της εργασιακής διαδικασίας και του προϊόντος τόσο στη σύλληψη όσο και στην ποιότητά του. Αλλά φυσικά, το ζήτημα δεν είναι να επιστρέψουμε στον τροχό, τον νε­ρόμυλο και την οικιακή οικονομία ή την οικονομία του χωριού για να καλύψουμε το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών. Η αυτόνομη παραγωγή, έτσι όπως την αντιμετωπίζουμε σήμερα, γίνε­ται ή θα γίνεται με μια πλειοψηφία πολύ τελειοποιημένων και εξε­ζητημένων εργαλείων, εργαλεία που μπορεί να ελέγχει κάθε άτομο ή ομάδα αλλά που δεν μπορούν να κατασκευαστούν στην κλίμακα της ομάδας ή της κοινότητας. Για παράδειγμα, οι μικροϋπολογι­στές και τα περιφερειακά τους, ακόμα και τα ποδήλατα ή τα συστα­τικά στοιχεία ενός ηλιακού θερμοσίφωνα (και πολύ περισσότερο μιας ηλιακής μπαταρίας), απαιτούν ένα καταμερισμό εργασίας στην κλίμακα μιας χώρας ή μιας ηπείρου. Χρειάζεται μια ιδιαίτερα εξελιγμένη λεπτή μεταλλουργία, όργανα οπτικά, λεπτής χημείας, ηλεκτροχημείας, εργοστάσια για ρουλεμάν με τις ειδικές μηχανές τους, κλπ.

Κανένα άτομο και καμιά ομάδα δεν μπορεί να ελέγχει το σύνολο των γνώσεων και των τεχνολογιών που χρειάζονται για να κατα­σκευαστεί ένα ποδήλατο ή ένα μικρό ρομπότ. Επομένως, για να διατίθενται αυτά τα εργαλεία, χρειάζονται μονάδες παραγωγής και άνθρωποι ειδικευμένοι στην κατασκευή και τον σχεδιασμό των κομματιών και των οργάνων που δεν έχουν σαν τέτοια κάποια αξία χρήσης: για παράδειγμα, μονάδες μνήμης ή αλυσίδες ποδηλάτων. Συνεπώς, ο έλεγχος του τελικού προϊόντος αναπόφευκτα τους δια­φεύγει. Παράγουν για ένα ευρύτερο σύνολο πάνω στο οποίο, κατά την εργασία τους, δεν έχουν κανένα έλεγχο. Αυτή η εργασία μπορεί να παρουσιάζει όψεις περιορισμένης αυτονομίας, μπορεί να είναι έξυπνη, όχι δυσάρεστη, κλπ., αλλά δεν θα γίνει ποτέ αυτόνομη δρα­στηριότητα. Προορίζεται εξαρχής για την αγορά και όχι για ανθρώ­πους με τους οποίους έρχεται κανείς σε σχέση. Μ’ αυτό θέλω να πω πως θα αμειφθεί ανάλογα με την αξία της, με την έννοια που δίνει ο Μαρξ: ανταλλάσσονται ώρες εργασίας και όχι αξίες χρήσης. Για τις ώρες δουλειάς μου εισπράττω ένα μισθό που, αν καταργηθεί η εκμετάλλευση, θα μου επιτρέψει να αγοράσω πράγματα που αντι­προσωπεύουν τόσες ώρες εργασίας όσες εργάστηκα. Έτσι λοιπόν οι εμπορευματικές σχέσεις δεν καταργούνται, ούτε η αλλοτρίωση του μισθού, ούτε ο εξωτερικός προσδιορισμός της φύσης και των ιδιαιτεροτήτων των προϊόντων τα οποία βοηθάω να παραχθούν. Ο σοσιαλισμός δεν αλλάζει τίποτε σ’ αυτό. Στην καλύτερη περίπτω­ση μπορεί να επιτρέψει στους εργαζόμενους να αυτοκαθορίσουν τις συνθήκες εργασίας με την ευρύτερη έννοια.

Έτσι λοιπόν, η σφαίρα της αυτονομίας, στην πράξη, αφαιρείται πάντα από τη σφαίρα της κοινωνικοποιημένης ετερόνομης παρα­γωγής. Γιατί χάρη στην αποτελεσματικότητα, την παραγωγικότητα της τελευταίας μπορούμε να έχουμε στη διάθεσή μας εργαλεία και χρόνο που να επιτρέπουν μια αυξανόμενη αυτονομία και ένα μεγά­λο πλούτο και ποικιλία δυνατών δραστηριοτήτων. Δίχως τη σφαίρα της κοινωνικής παραγωγής με τον καταμερισμό εργασίας που απαι­τεί και τις σχετικά μεγάλες και σύνθετες μονάδες παραγωγής, θα έπρεπε να δουλεύουμε πολύ περισσότερο για να παράγουμε το απο­λύτως αναγκαίο.

Ποιά θα ήταν όμως η φύση αυτής της εργασίας; Δεν θα ήταν ακριβώς περισσότερο αυτόνομη;

Και ναι και όχι. Στην αγροτική-βιοτεχνική κοινωνία, οι άνθρω­ποι ήταν πιο αυτόνομοι στον βαθμό που έλεγχαν τον χρόνο τους, τον ρυθμό της εργασίας τους και τις μεθόδους της. Ωστόσο αυτή η αυτονομία δεν βιωνόταν σαν τέτοια εφόσον εργάζονταν από τα χαράματα μέχρι το δειλινό για να παράγουν τα μέσα διαβίωσής τους, συχνά χωρίς κανένα περιθώριο ασφαλείας. Ο ευεργετικός χαρακτήρας που έχουν σήμερα οι αυτόνομες δραστηριότητες που διεξάγονται με συμβιωτικές τεχνολογίες, βρίσκεται στο ότι μας ξεκουράζουν από την ετερόνομη εργασία και έχουν δημιουργικό ανατρεπτικό χαρακτήρα: σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί η μεγάλη εμπορευματική παραγωγή, οριοθετούμε νησίδες που συνιστούν ε­ναλλακτικά πολιτιστικά και κοινωνικά πρότυπα. Αν αυτά τα πρότυ­πα ήταν κυρίαρχα, αν είμαστε από το νόμο υποχρεωμένοι να δου­λεύουμε κύρια με ήπιες τεχνολογίες σε οικιακή ή κοινοτική κλίμα­κα, δεν θα το θεωρούσαμε αυτό ούτε δημιουργικό ούτε ευεργετικό.

Η συνέχεια στο δεύτερο μέρος.

*H συνέντευξη  του Αντρέ Γκορζ δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Αυτοδιαχειρίσεις, τεύχος 8/9, την άνοιξη του 1982 και  πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία των Ολιβιέ Κορπέ, Ζοσλίν Γκοντέν, Μίκαελ Γκρουπ και Μπρούνο Ματέι. Το κείμενο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Οι δρόμοι του Παραδείσου που κυκλοφόρησε το 1986 από τις εκδόσεις Κομμούνα. Τη μετάφραση έκανε η Χριστίνα Σταματοπούλου.

http://eagainst.com/articles/groz/