Ένας εξεγερμένος μετανάστης στην Ελλάδα

Ας εξιτάρουμε λίγο το φαντασιακό μας μιλώντας για την πραγματικότητα!

Δεν έχω όνομα, περιπλανιέμαι ανά τους αιώνες με μια απρόσωπη ταυτότητα…Ναι, θα ήθελα να έχω ταυτότητα, θα ήθελα να έχω πατρίδα και ένα ζεστό καταφύγιο. Κάποτε με αποκαλούσαν Εβραίο, τώρα με αποκαλούν λαθραίο, μετά από λίγα χρόνια θα με φωνάζουν Καλλιόπη; Μα σήμερα, με λένε λαθραίο και δεν γνωρίζω το γιατί…

Zούσα στο Αφγανιστάν στην περιοχή Γκάζνι με την οικογένεια μου, τη γυναίκα μου και τον ανήλικο γιο μου . Ο γιος μου δεν μπορούσε να κοιμηθεί τα βράδια γιατί είχε αποκτήσει κροτοφοβία από τους βομβαρδισμούς του πολέμου μεταξύ των εγχώριων ενόπλων και των στρατιωτών του ΝΑΤΟ. Πάντα με ρώταγε , γιατί συμβαίνει αυτό, γιατί πολεμάνε; H απάντηση μου ποτέ δεν ήταν ξεκάθαρη, άλλωστε πως μπορεί να είναι, αφού το παιχνίδι παίζεται για τους «από πάνω» και όχι για μένα και την οικογένεια μου, ούτε καν για τον νεκρό στρατιώτη του ΝΑΤΟ που πέθανε στο ρέμα πιο κάτω και κάποιοι συμπολίτες μου πήγαν να βγάλουν φωτογραφίες με το νεκρό πτώμα του.

Κάποια μέρα όμως πήρα τη μεγάλη απόφαση. Δεν αντέχαμε άλλο τους βομβαρδισμούς και την απελπισία της αβέβαιης ζωής στον τόπο που γεννηθήκαμε να βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση. Η ξενιτιά ήταν μια λέξη που όταν την πρόφερα, η γυναίκα μου χωρίς να την ακούει, αλλά την αισθανόταν.. έκλαιγε.

Όμως, πόσες επιλογές είχαμε;

Αυτή η αναθεματισμένη η τηλεόραση μας δείχνει κάτι σκηνές ευημερίας και απολαύσεων που ζηλεύω…Άραγε υπάρχει μέρος που οι πολίτες μπορούν να κυκλοφορούν ελεύθεροι, χωρίς βομβαρδισμούς, λογοκρισία και λιθοβολισμούς; Αν υπάρχει αυτό το μέρος θα ήθελα να μεγαλώσω το παιδί μου. Δεν ζητάω πολλά, απλά να μην υπάρχουν βομβαρδισμοί όλη τη μέρα αλλά λίγες ώρες, αφού κοιμηθεί ο γιός μου, λίγο φαγητό αρκεί να μην πεθάνουμε από ασιτία, πιο ανώδυνους λιθοβολισμούς, να μην πεθαίνουν οι ένοχοι αλλά να παραδειγματίζονται για τα λάθη τους. Αν αυτά μπορεί να μου τα εξασφαλίσει κάποιος, εγώ θα φύγω σήμερα και θα αναγκάσω την οικογένεια να έρθει για το καλό της.

Κάνεις δεν μου τα εξασφάλισε αυτά, αλλά εγώ τόλμησα…Έτσι και έπραξα , βγήκα τον κήπο και έβαλα σε ένα βάζο λίγο χώμα από την πατρίδα μου για να έχω στο ταξίδι για μια καλύτερη ζωή. Φυσικά και σκέφτομαι τον επαναπατρισμό, άλλωστε ο γιος μου, μου ορκίστηκε ότι θα πάει να συναντήσει τους μεγάλους στη δύση και θα τους πει να σταματήσουν τον πόλεμο δίνοντας τους μια ζωγραφιά που έφτιαξε τελευταία. Έχει ταλέντο ο μικρός, αν και το περιστέρι που ζωγράφησε το έφτιαξε “κόκκινο”, αλλά θα έχει λόγο που το έκανε…

Απευθύνθηκα στους ειδικούς, δυστυχώς όπως πολλοί πριν από εμένα δεν κατάφεραν να εξασφαλίσουν ταξιδιωτικά έγγραφα, έτσι έγινα και εγώ και η γυναίκα μου και το παιδί μου, αυτό που αποκαλούν παράτυποι μετανάστες, στην συνέχεια επονομαζόμασταν παράνομοι και μετά λαθραίοι. Τέλος πάντων ο προορισμός μας ήταν η Σουηδία, είχα ακούσει για την καλή ζωή εκεί και για τους δύο μήνες που διαρκεί η αίτηση για “άσυλο”. Σπουδαία λέξη αυτή, “άσυλο”. Άραγε τι να σήμαινε; Aπλά μου είχαν πει κάποιοι άλλοι… ότι αυτή τη λέξη πρέπει να την χρησιμοποιώ ως κύριο εργαλείο για να μην απελαθώ και επιστρέψω στους ανατριχιαστικούς κρότους. Πήρα τα κάποια χαρτιά μας για να μπορέσω να φύγω για το ταξίδι μας…

Έπρεπε να περάσουμε τα βουνά Χίντου Κους. Η αποστολή μας αποτελούνταν από 23 ανθρώπους, τα 7 ήταν παιδιά, ο δικός μου ήταν μόλις 14 χρονών, ήταν εξαντλημένος.. εγώ το έβλεπα, αλλά είχε καρφωμένο το βλέμμα του προς τη δύση και ενώ οι συνταξιδιώτες έτρεμαν από τον φόβο να διαβούμε τα βουνά, ο μικρός μου αποκρίθηκε, “ότι τα όνειρα μας δεν μπορούν να σταματήσουν επειδή κάποιοι διαλέγουν να βάζουν βουνά στο δρόμο μας”. Αυτή η φράση παραφράστηκε ανάλογα τα εμπόδια που ήταν να περάσουμε.

Πλέον αισθανόμουν πολύ δυνατός από αποθέματα ψυχής, ότι μπορούμε να τα καταφέρουμε. Είχαν πει σε μερικούς να πάνε στο νοτιοδυτικό μέρος της πατρίδας, αλλά ενημερώθηκα “ευτυχώς εγκαίρως” ότι το Ιράν έχει υψώσει φράχτη 147 χλμ που περιφράζει τα σύνορα από κάποιους σαν εμάς. Δεν λέω, από την πείνα, ίσως να γινόμουν επικίνδυνος, να έκλεβα καμιά κότα για να φάει ο μικρός, αλλά να προκαλέσω άλλο κακό δεν μου περνάει από το μυαλό. Άκου εκεί, “παράτυπος” και “φράχτες”. Σταματήσαμε στην Κουέτα και μετά περάσαμε στο Ιράν από αλλού, ωραία περιοχή, κάτσαμε και λίγες μέρες, νομίζω είχαμε φάει και κάτι εκεί.

Αλλά στο Ιράν οι καιρικές συνθήκες είναι πολύ άσχημες, η γυναίκα μου είχε ανεβάσει πυρετό και ο ένας κολλούσε τον άλλο, αντί να βρούμε κάποια περίθαλψη μας πλησίασαν κάποιοι άγνωστοι μέσα στις κουραστικές βραχώδεις οροσειρές φαινόταν περίεργο να κυκλοφορούν άνθρωποι, ήταν και νύχτα. Η συνάντηση δεν φαινόταν καλή, μας επιτέθηκαν, μας έβγαλαν μαχαίρια, τρομοκρατήθηκα, δεν αντέδρασα εγκαίρως, κάποιοι άλλοι..δικοί μας αντιστάθηκαν και η φασαρία τους ανάγκασε να αποχωρήσουν, όμως δεν αποχώρησαν άπραγοι, καθότι φαινόταν να εκτελούσαν κάποιο επάγγελμα.
Απήγαγαν 2 παιδιά και μια μεσήλικη γυναίκα. Για να πάρουμε πίσω τους ανθρώπους θα έπρεπε να πληρώσουμε, τα λεφτά μας ήταν περιορισμένα, τα χρονικά περιθώρια επιβίωσης στένευαν, η νύχτα μας τρομοκρατούσε. Καταβάλαμε όλοι και όλες από λίγα χρήματα, όσα μας περίσσευαν, τις επόμενες μέρες θα έπρεπε να μειώσουμε την τροφή που καταναλώναμε. Πήραμε τα δύο παιδιά, τη μεσήλικη γυναίκα δεν την γνώριζε κανένας, δεν είχαμε λεφτά για εκείνην, την αφήσαμε πίσω, ήταν μια πράξη κακίας αλλά ταυτόχρονα και επιβίωσης για τον καθένα ξεχωριστά, το “εμείς” ήταν απλά ένα ευχολόγιο, εγώ σκεφτόμουν τη γυναίκα και το παιδί και δεν με ένοιαζε πολύ η τύχη των υπολοίπων. Άλλωστε κάποιοι δεν πλήρωσαν για τα παιδιά, αυτοί ήταν και οι πρώτοι που διαχώρισαν τη στάση τους.

Επόμενος προορισμός μας η Τουρκία, άκουσα και για μια “κουζίνα”, ούτε καν που θυμάμαι πια ακριβώς, πάντως ακουγόταν θεσπέσια μπροστά στη δική μας που είχε χαλάσει πρόσφατα. Η πόλη “Βαν” και μετά η Κωνσταντινούπολη”, δεν ήταν και άσχημα, αλλά πράγματι κυνηγάμε το κάτι παραπάνω για να ζήσουμε αξιοπρεπώς. Στην Κωνσταντινούπολη πήραμε καράβι, μπορεί να μην ήταν και το πιο ασφαλές, σίγουρα δεν ήταν το πιο ασφαλές, είχε κύμα και τέτοια αλλά κάπως τα καταφέραμε. Το “κάπως” δεν είναι και το πιο ευχάριστο, καθώς ένα κύμα παρέσυρε δύο μετανάστες και μάλλον πνίγηκαν, παρά τις κλήσεις μας για βοήθεια, η ανταπόκριση του λιμενικού σώματος ήταν μηδενική. Περάσαμε και άλλα σύνορα, η μυρωδιά άλλαξε.

Φτάσαμε σε μια υπέροχη χώρα, έχω διαβάσει γι αυτή, για τον πολιτισμό και την φιλοξενία, μυρίζαμε την αλμύρα της θάλασσας και θαυμάζαμε τις ομορφιές του απέραντου γαλάζιου. Κάποιος φώναξε “ Αυτή είναι η Ελλάδα”! Με σαγήνευσε δεν το κρύβω, μακάρι να μην ήμουν “παράτυπος” και να μπορούσα να περάσω λίγες μέρες σε αυτή τη χώρα, αλλά βιαζόμασταν. Καθώς φτάναμε στη στεριά ακούσαμε έναν περίεργο θόρυβο, δεν είναι ο ήχος που θα περίμενα να ακούσω. Είχα ονειρευτεί αυτή τη μέρα, ως μια μέρα υποδοχής κάποιων κατατρεγμένων ανθρώπων. Όποτε γιατί να μην μας χειροκρόταγαν κιόλας; Λίγο αλαζονικό βεβαίως, αλλά όταν το λιμενικό σώμα μας κατέβασε στη στεριά και με αυστηρό ύφος μας πρόσταζε να κάνουμε κάποια πράγματα. Εγώ έλεγα με ύφος αγανάκτησης “Ξέρετε τι έχουμε περάσει εμείς για να φτάσουμε εδώ”.  Ένας-δύο από εμάς ήξεραν και Αγγλικά, από τους λιμενικάριους θαρρώ ότι αυτά που μας έλεγαν δεν ήταν και πολύ…Αγγλικά, μάλλον Γαλλικά μου έμοιαζαν.  Πήγαμε σε ένα γραφείο, είχαμε γίνει και περισσότεροι, μας έκαναν κάποιες βασικές ερωτήσεις με διερμηνέα. Οι επιλογές δεν ήταν και οι πιο εύλογες. Μας μιλούσαν για μια κακιά λέξη “απέλαση”. Ο διερμηνέας μου εξήγησε την κακιά της σημασία και τότε έγινα έξω φρενών, νομίζω ότι για λίγα δευτερόλεπτα, υιοθέτησα και εγώ την “γαλλική”, για λίγο όμως, όχι σαν τους άλλους, τους λιμενικούς. Τέλος πάντων, το ξέσπασμα μου τελείωσε με τη φράση “έχει κρότους”.

Εγώ τότε χρησιμοποίησα το εργαλείο των πολλών…”άσυλο”. Τότε και αυτοί μου είπαν, “Τότε θα πας στην Αθήνα και εκεί θα σε περιποιηθούν καλά”. Το ύφος του δεν ήταν και το ποιο φερέγγυο, μάλιστα κάποιοι μου είπαν, ότι σε ειρωνευόταν. Αλλά δεν μπορούσε να κατανοήσω γιατί το έκανε αυτό. Εγώ γνώριζα ότι οι αιτούντες “άσυλο” χαίρουν προστασίας και αξιοπρεπών συνθηκών παραμονής.

Εξέφρασα την προς στιγμή απορία μου και επέστεψα τη σκέψη μου στον φόβο της αβεβαιότητας. “Το αίτημα ασύλου θα το πάρεις στην Πέτρου Ράλλη μας είπε κάποιος Έλληνας στον Έβρο”. Μας μετέφεραν με ένα φορτηγό στην Αθήνα , εγώ είχα στο μυαλό αυτή την κυρία “Πέτρου Ράλλη”, είχε και ωραίο όνομα.

Λοιπόν, κυρία δεν την λες, πάντως εγώ την αίτηση την έκανα και περιμένω. …

Που ζούμε; Mα φυσικά και θα σας πω, μας μετέφεραν σε ένα υπέροχο κέντρο κράτησης μεταναστών με την επωνυμία “Αμυγδαλέζα” και γυναίκες και παιδιά και βρώμα και απελπισία. Μόλις φτάσαμε ο μικρός λιποθύμησε από τον χώρο που του είπαν ότι θα κοιμηθεί. Οι περισσότεροι μετανάστες και μετανάστριες που είναι εκεί, συνεχώς διαμαρτύρονται, οι συνθήκες υγιεινής είναι άθλιες.

Σαπούνια και περίεργα καθαριστικά για να αποφύγουμε την ψώρα, δεν έχουμε και έτσι δεν την αποφύγαμε. Πολλοί και πολλές έχουν κολλήσει ψώρα από τη βρώμα. Ξέχασα να πω ότι έχουμε και καρτοτηλέφωνο, έχουμε ένα, λίγο χαλασμένο βέβαια, αλλά μέσα στην όλη απελπισία των “καυτών” κοντέινερ, εξαιτίας της έλλειψης air condition μοιάζει το λιγότερο. Άραγε με ποιον να επικοινωνήσεις, αφού τα σκουπίδια δεν μιλάνε. Γιατί και εμένα και το παιδί μου και τη γυναίκα μου, μόνο σαν σκουπίδια μας συμπεριφέρονται. Έμαθα ότι και έξω όμως κυκλοφορούν “σκούπες” για εμάς και η γυναίκα μου έχει δίκιο όταν μου λέει ότι όλα συγκλίνουν προς τη χωματερή στην οποία μας οδήγησαν να ζούμε.

Ήμουν στην χωματερή“Αμυγδαλέζα”  , για περίπου 10 μήνες, τώρα δεν είμαι πλέον εκεί, διότι μια μέρα ξύπνησα και είδα τον γιο μου άρρωστο από λοίμωξη του αναπνευστικού και το ίδιο βράδυ συμμετείχα στην εξέγερση για την παράταση της διαμονής μας από τους 12 στους 18 μήνες σε αυτό το κολαστήριο, που κάποιοι το ονομάζουν “κέντρο φιλοξενίας”.

Αναζητώ την φιλοξενία όλων αυτών των σεβαστών Ελλήνων πολιτών που θέλω να γνωρίσω, αλλά πουθενά δεν βρίσκω. Αναζητώ συμπαράσταση για να μην αποτελέσει η εξέγερση ένα πυροτέχνημα αλλά να καούν όλα τα παρόμοια κολαστήρια στον κόσμο, αναζητώ τους υπεύθυνους αυτής της κατάστασης για να τους δώσω την ζωγραφιά του κόκκινου περιστεριού και να τους πω ότι ο γιος μου χρειάζεται γιατρό.

Αυτή τη στιγμή τρέχω να βρω κάποιον, κάποιους και να τους μιλήσω, να τους θέσω το μεγάλο “Γιατί” αυτής της κατάστασης. Είμαι ένας από τους δραπέτες της εξέγερσης που σημειώθηκε στην Αμυγδαλέζα στις 10/8 για μια ελάχιστη αξιοπρεπή διαμονή, για να μην αναφέρω όλα τα υπόλοιπα που αυτή τη στιγμή μου έρχονται στο μυαλό. Περιφέρομαι πλέον στο άγνωστό, χωρίς το παιδί και τη γυναίκα μου, σε μια ξένη χώρα.

Πέρασα ένα στενό, μια παρέα νεαρών ατόμων με ξυρισμένα κεφάλια γύρισε και με κοίταξε άγρια. Αυτοί δεν είναι “Έλληνες” ψιθύρισα και συνέχισα τον δρόμο της ξενιτιάς και της ομίχλης.

Είμαι μονάχα ένας “μετανάστης στην Ελλάδα”. Ξέρω πολύ καλά, ότι αυτές οι “χωματερές” δεν έχουν φτιαχτεί μόνο για μένα, την οικογένεια μου και τους υπόλοιπους που βρίσκονται τώρα εκεί, αλλά υπάρχουν πολλές και για τους ντόπιους και για εμάς τους μετανάστες, απλά αλλάζουν χρόνο και χώρο. Άλλωστε πως μπορώ να ξεχάσω την γριούλα που έτρωγε από τα σκουπίδια πριν λίγο. Σκουπίδια και πάλι σκουπίδια…

Αυτή είναι η “Ελλάδα”;

Aναρωτιέμαι…

 

Η ιστορία αυτή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα…ή μήπως ανταποκρίνεται;

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s