Γιατί μας ελκύει το καφέ – μπαρ με την επωνυμία «Utopia»;

Του Παναγιώτη Νούτσου

Στη Χώρα της Μήλου; Ψάχνουμε να βρούμε ό,τι προτάσσεται στην αρχική έκδοση του Libellus vere aureus […] deque nova insula Utopia, δηλαδή μια επιστολή (1516). Όχι για να ασκήσουμε τη γραμματολογική μας περιέργεια αλλά για να εννοήσουμε τον μηχανισμό σκέψης του Ραφαήλ: «Πολλά και διάφορα διαδίδονται γι’ αυτόν τον άνθρωπο. Άλλοι νομίζουν πως χάθηκε ταξιδεύοντας. Άλλοι πάλι πως ξαναγύρισε στην πατρίδα του. Κι άλλοι πως ξαναπήγε στην Ουτοπία, είτε γιατί ήταν συνεπαρμένος από τη γοητεία της είτε γιατί δεν μπορούσε να βαστάξει τις συνήθειες του τόπου του».

 

Συνιστά οξύμωρο το εγχείρημα να οριοθετήσεις εκείνο που δεν έχει «τόπο» στην εποχή σου; Δηλαδή, να ανατάμεις ένα γίγνεσθαι που προφανώς ακόμη δεν έχει συντελεσθεί; Κι αν μάλιστα σε διακατέχει μια περιφρονητική στάση για τα ουτοπικά σχεδιάσματα, δηλαδή να τα αντιμετωπίζεις σαν «άχρηστες φαντασιώσεις και οράματα των φιλοσόφων για να περάσουν τον καιρό τους και να εξασκήσουν το μυαλό τους», τότε η προκατανόηση για ό,τι φαίνεται να συμβαίνει δεν επιτρέπει καμιά παραχώρηση σε ό,τι υπερβαίνει το υπάρχον; Δηλαδή, καθίσταται περιττός ο μηχανισμός εκείνος που σου επιτρέπει να διαχειρίζεσαι το «αδύνατο ως δυνατό».

 

Εξακολουθεί να παραμένει χρήσιμη η υπόδειξη ότι «εκείνο που κατηγορείται σαν ‘ουτοπία’ δεν είναι πια ό,τι ‘δεν έχει τόπο’ και επομένως δεν έχει κάποια θέση μέσα στο ιστορικό σύμπαν, αλλά μάλλον εκείνο που εμποδίζεται να γεννηθεί από την εξουσία των κατεστημένων κοινωνιών». Συναφώς η διαλεκτική της ουτοπικής δημιουργίας δεν αποτελεί ex definitione κάποια μόνο «θετική υπέρβαση» («positive Aufhebung») του παρόντος, αλλά και τη σκιαγράφηση του απευκταίου που συνιστά την «αρνητική» του υπέρβαση. Τούτο, συνακόλουθα, σημαίνει ότι η πολλαπλότητα των διακυβευμάτων προϋποθέτει τον συγκεκριμένο τρόπο αντιμετώπισης της υπάρχουσας κοινωνίας, με ιδεολογικά σύνολα και υποσύνολα που αντιστοιχούν -διαμεσολαβημένα ή όχι- σε ορισμένη πολιτική πρακτική. Γι’ αυτό ένας πολιτικός, του προηγούμενου αιώνα, δεν δίσταζε να συμβουλεύει ότι «πρέπει να ονειροπολούμε».

 

Για να δοκιμασθεί κάθε απόπειρα διαχείρισης του «αδύνατου» ως «δυνατού» προϋποτίθεται η διακρίβωση των μορφών γείωσης των ουτοπικών σχεδιασμάτων στο παρόν που τα κυοφορεί, με συγκεκριμένες ιστορικές δυνάμεις που αντιτίθενται στην ανάδυσή τους. Έτσι, κάθε φορά το αρχικό βήμα αφορά την κατανόηση των συνιστωσών της σημερινής κοινωνίας, ώστε να τεθεί αβίαστα το ερώτημα σε ποια «πραγματικότητα» ζούμε και συνακόλουθα πώς και γιατί στοιχειοθετείται η «αντι-κοινωνία», στο πλαίσιο μιας «ρεαλιστικής ουτοπίας». Σ’ αυτήν ακριβώς τη διεργασία η κοινωνική κριτική δεν «παράγει» μόνο ένα αντικείμενο για τα υποκείμενα που το οριοθετούν, αλλά και αντίστροφα, τα υποκείμενα για το αντικείμενο που διαγράφεται ως ιστορική αναγκαιότητα υπέρβασης του παρόντος.

 

* Ο Παναγιώτης Νούτσος διδάσκει Κοινωνική και Πολιτική Φιλοσοφία στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Απόσπασμα από το βιβλίο του Κοινωνική και πολιτική αγορατολμία, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις «Παπαζήση» (Αθήνα, 2013)

 

Πηγή: Αυγή

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s