Τράφικινγκ, Πορνεία και Ανισότητα

 

Με το νομοσχέδιο «Πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας του ανθρώπου και προστασία των θυμάτων αυτής» (ημ. κατάθεσης: 22.8.2013), η ελληνική Βουλή πρόκειται να ενσωματώσει στην εθνική νομοθεσία την ευρωπαϊκή οδηγία 2011/36/ΕΕ για την αντιμετώπιση του τράφικινγκ
Με αφορμή την κατάθεση του νομοσχεδίου, αναδημοσιεύουμε από την Αυγή απόσπασμα εισήγησης της Catharine MacKinnon σε σεμινάριο που οργανώθηκε από το κέντρο Μελέτης Κοινωνικού Φύλου και Σεξουαλικότητας του Πανεπιστημίου του Σικάγο στις 14/11/2011 με θέμα: Διεθνή ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών: Παραδείγματα, παράδοξα και πιθανότητες. Η συγγραφέας αναδεικνύει τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ πορνείας και τράφικινγκ, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει τον λογικά ανερμάτιστο χαρακτήρα απόψεων που εξομοιώνουν την πορνεία με οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα αγνοώντας το κοινωνικό πλαίσιο αναπαραγωγής της καθώς και την οικονομική της διάσταση.

Της Catharine MacKinnon

Αυτό που έχω παρατηρήσει, λοιπόν, είναι ότι σε όλο τον κόσμο η διαμάχη για το ζήτημα αλλά και ο νόμος οργανώνονται γύρω από πέντε ηθικής βάσης διακρίσεις που διαχωρίζουν τα υποτιθέμενα «πραγματικά κακά» από τα «λιγότερο κακά»: Η ενήλικη πορνεία διαχωρίζεται από την πορνεία των ανηλίκων, η πορνεία που ασκείται σε οίκους ανοχής διαχωρίζεται από την πορνεία που ασκείται στους δρόμους, η νόμιμη πορνεία διαχωρίζεται από την παράνομη πορνεία, η «οικειοθελής» από την εξαναγκαστική πορνεία αλλά και η πορνεία καθαυτή από το τράφικινγκ. (…) Αν όμως λάβουμε υπόψη ορισμένες από τις βασικές – πραγματικές διαστάσεις του εμπορίου του σεξ, αυτοί οι διαχωρισμοί αναδεικνύονται στις περισσότερες περιπτώσεις κάπως πλασματικοί. Επιπλέον, αυτοί οι ηθικού τύπου διαχωρισμοί έχουν τελικά ιδεολογική προέλευση και επιφέρουν σοβαρές συνέπειες στον νόμο, στην εφαρμοζόμενη πολιτική και στον πολιτισμό.

Αν θελήσουμε να σχηματοποιήσουμε τα μέρη της διαμάχης αναφορικά με το ζήτημα, μπορούμε να διακρίνουμε δύο πόλους – έτσι κι αλλιώς πρόκειται για μια βαθύτατα πολωμένη συζήτηση: από τη μία είναι το μοντέλο της «σεξουαλικής εργασίας», από την άλλη είναι η προσέγγιση της «σεξουαλικής εκμετάλλευσης».

Όταν η πορνεία ορίζεται ως σεξουαλική εργασία (sex work), συνήθως γίνεται αντιληπτή ως το «αρχαιότερο επάγγελμα», ένα παγκόσμιο πολιτισμικό φαινόμενο, συναινετική επειδή πληρώνεται, στιγματισμένη όταν είναι παράνομη, μια δουλειά «σαν όλες τις άλλες» ακόμη και ως μία μορφή σεξουαλικής απελευθέρωσης. Οι εκδιδόμενες γυναίκες παρουσιάζονται να «αυτοδιαθέτουν» ελεύθερα τον εαυτό τους. Ο όρος αυτοδιάθεση -αν και συχνά τον χρησιμοποιούν αποφεύγοντας να ορίζουν το περιεχόμενό του- σημαίνει μεταξύ άλλων ελευθερία βούλησης, ορθολογική απόφαση μεταξύ διαθέσιμων επιλογών, απόρριψη παραδοσιακών όψεων της θηλυκότητας και ως αντίσταση σε ηθικιστικά στερεότυπα. Από την άλλη, σύμφωνα με την προσέγγιση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης, η πορνεία γίνεται αντιληπτή ως η αρχαιότερη μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης, ως μια θεσμοποιημένη μορφή σεξουαλικής ανισότητας, ως μια διαδικασία σταδιακής «απανθρωποποίησης» των ανθρώπων που συμμετέχουν σ΄ αυτή. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης για να εξηγηθεί η κατάσταση χρησιμοποιούνται ρήματα στην παθητική φωνή: οι γυναίκες ωθούνται στην εκπόρνευση μέσα από μια υπάρχουσα κοινωνική δομή και εξαιτίας περιορισμένων επιλογών και απουσίας διεξόδων. Από αυτή τη σκοπιά, το φαινόμενο της πορνείας παρουσιάζεται να είναι αποτέλεσμα της έλλειψης επιλογών και είναι απειλητικό για τη σωματική και ψυχική υγεία των γυναικών.

Από την άλλη, σε ό,τι αφορά τη μακροοικονομική σφαίρα, η πορνεία παρουσιάζεται ως πεδίο ακραίας οικονομικής εκμετάλλευσης, αφού οι προαγωγοί είναι αυτοί που απολαμβάνουν τα κέρδη από τη σεξουαλική εργασία των γυναικών. Υπό την έννοια αυτή η πορνεία όχι μόνο δεν μπορεί ποτέ να είναι συναινετική, αλλά αναδεικνύεται τελικά να είναι μία μορφή επαναλαμβανόμενου βιασμού. Στο πλαίσιο αυτής της ανάλυσης δε φαίνεται να υπάρχει καμία διάσταση «ισότητας» ή «ισοτιμίας» σε ό,τι αφορά την πορνεία. (…)

Κάθε μία από τις προσεγγίσεις που ανέφερα έχει και την αντίστοιχη νομική προσέγγιση του ζητήματος: η προσέγγιση της «σεξουαλικής εργασίας» αξιώνει τη νομιμοποίηση διάφορων εκδοχών πορνείας και την ένταξη τους στο πλαίσιο ενός τύπου κρατικού ελέγχου. Κεντρικό στόχο αποτελεί η εξάρθρωση οποιαδήποτε παράνομης και εγκληματικής δραστηριότητας, έτσι ώστε η πορνεία να αποτελεί μία νόμιμη βιοποριστική δραστηριότητα όπως όλες οι άλλες. Χώρες όπως η Ολλανδία, η Γερμανία, η Νέα Ζηλανδία, η Αυστραλία, αλλά και δέκα κομητείες στη Νεβάδα των ΗΠΑ έχουν υιοθετήσει μέρος τέτοιων προτάσεων. Αντίθετα, η προσέγγιση της «σεξουαλικής εκμετάλλευσης» αξιώνει την εξάλειψη του φαινομένου της πορνείας μέσω κυρίως της ποινικοποίησης της ζήτησης, δηλαδή των «αγοραστών» υπηρεσιών πορνείας, όπως βέβαια και μέσω της ποινικοποίησης των «πωλητών», δηλαδή των προαγωγών και των διαμεσολαβητών στην περίπτωση του τράφικινγκ, ενώ από την άλλη αξιώνει να απαλλάσσονται από κάθε είδους ποινική ευθύνη τα θύματα της πορνείας και του τράφικινγκ. Ταυτόχρονα προβλέπεται η δημιουργία δομών στήριξης των θυμάτων καθώς και η πολιτική επαγγελματικού τους προσανατολισμού σε διάφορες βιοποριστικές δραστηριότητες της προτίμησης και του ενδιαφέροντος τους. Αυτή η προσέγγιση έχει υιοθετηθεί στη Σουηδία, στη Νορβηγία, στην Ιρλανδία, ενώ επίσης στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν εισαχθεί κάποιες μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο, οι οποίες προσανατολίζονται σ΄ αυτή την κατεύθυνση.

(…) Η επείγουσα οικονομική ανάγκη αναφέρεται με μεγαλύτερη συχνότητα από τα εκδιδόμενα πρόσωπα ως ο λόγος που τους οδήγησε στην πορνεία. Από την άλλη, ενώ η φτώχεια οδηγεί στην πορνεία, έχει παρατηρηθεί ότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των εκδιδόμενων προσώπων η πορνεία δεν αποτελεί ποτέ μέσο διεξόδου από τη φτώχεια. Εξάλλου, θεωρείται «τύχη» για ένα εκδιδόμενο πρόσωπο να μπορεί να προστατεύει τη σωματική του ακεραιότητα και την ίδια του τη ζωή μέσα σ΄ αυτές τις συνθήκες. Μάλιστα, δεν είναι ασυνήθιστο τα πρόσωπα αυτά να γίνονται ακόμη φτωχότερα μόλις εμπλακούν στην πορνεία. Επιπλέον, τα πρόσωπα που γίνονται θύματα της πορνείας συνήθως προέρχονται από τα πιο ακραία εκμεταλλευόμενα κοινωνικά στρώματα… Λαμβάνοντας υπόψη τα προηγούμενα, καταλαβαίνουμε ότι, όπως κανένας άνθρωπος δεν επιλέγει να γεννηθεί φτωχός, έτσι και κανείς δεν επιλέγει στην πραγματικότητα την πορνεία…

Τι είναι όμως το τράφικινγκ; Και γιατί κάποιοι με το πρόσχημα της πολιτικής ορθότητας επιμένουν να διαχωρίζουν το τράφικινγκ από την πορνεία; Σύμφωνα με τον ορισμό που απορρέει από το πρωτόκολλο του Παλέρμο και ο οποίος χρησιμοποιείται διεθνώς, το τράφικινγκ είναι το εμπόριο – διακίνηση ανθρώπων με σκοπό την απλήρωτη εργασία, τη σεξουαλική εκμετάλλευση και την υπαγωγή τους σε ένα νέου τύπου καθεστώς δουλείας. Όμως για τις περιπτώσεις της σεξουαλικής εκμετάλλευσης αυτός ο ορισμός επεκτείνεται και περιλαμβάνει τη σεξουαλική εκμετάλλευση διά της βίας ή εξαπάτησης με σκοπό τη συντήρηση της βιομηχανίας του αγοραίου σεξ. Επίσης, σε αυτή την κατάσταση περιλαμβάνονται η κατάχρηση εξουσίας, η κακοποίηση, ψυχολογική και σωματική, και φυσικά ο βιασμός. (…) Οι αγοραστές υπηρεσιών τραφικινγκ, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι καθιστούν δυνατό αυτές οι γυναίκες να πωλούνται ως σεξουαλικά αντικείμενα σχεδόν ποτέ δεν ενοχοποιούνται, όπως επίσης στις περισσότερες χώρες του κόσμου δε διώκονται ποινικά. Θα μπορούσα να πω ότι το γεγονός ότι φτωχές γυναίκες παρουσιάζονται ως παραβάτες του νόμου, ενώ την ίδια στιγμή οι αγοραστές της πορνείας είναι πλήρως απενοχοποιημένοι αποτελεί μια πράξη θεσμοποιημένου σεξισμού σε βάρος των γυναικών αυτών.

Αυτό που έκανε η Σουηδία είναι ο χαρακτηρισμός της πορνείας – τράφικινγκ ως μορφών βίας κατά των γυναικών, ενοχοποιώντας θεσμικά τους αγοραστές «υπηρεσιών» εξαναγκαστικής πορνείας και χαρακτηρίζοντας αυτή τη σεξουαλική πρακτική ως έγκλημα. Ταυτόχρονα, αναπτύσσουν δομές στήριξης των γυναικών θυμάτων του τράφικινγκ. (…)

Στη Σουηδία πάντως έχουν κατορθώσει να έχουν το χαμηλότερο ποσοστό δραστηριότητας που σχετίζεται με το τράφικινγκ σε όλη την Ευρώπη. Ακόμη κι αν είναι πολλά που πρέπει ακόμη να γίνουν, φαίνεται ότι αυτή η νομική προσέγγιση είναι η μοναδική σε ολόκληρο τον κόσμο που έχει πετύχει κάποια αξιόλογα αποτελέσματα στην κατεύθυνση της προστασίας των γυναικών θυμάτων. Αντίθετα, σε όποιο μέρος του κόσμου το νομικό πλαίσιο σχεδιάζεται στη βάση της προσέγγισης της «σεξουαλικής εργασίας», εκεί το τράφικινγκ βρίσκει προνομιακό πεδίο για να εδραιωθεί και να εξαπλωθεί».

* Η Catharine MacKinnon είναι φιλόσοφος και φεμινίστρια. Διδάσκει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν και ειδικεύεται σε θέματα διακρίσεων και ανισοτήτων λόγω φύλου στο πλαίσιο του διεθνούς και του συνταγματικού δικαίου.


Μετάφραση: Αλίκη Κοσυφολόγου
Πηγή: University of Chicago – Law SchoolΑυγή

 

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s