Επίδοξε ψηφοφόρε της Χ.Α. , θα είσαι το επόμενο θύμα των Φύρερ σου

Ο πολίτης Παύλος Φύσσας δεν είχε την τύχη να προστατευτεί

από τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη,  είχε ωστόσο την τύχη να του αφιερώσει ο Νικόλαος  Δένδιας  ένα  πύρινο διάγγελμα. Ο Παύλος δεν ζούσε για να το ακούσει, αλλά μην τα θέλουμε και όλα δικά μας. Όπως και να το κάνουμε, το διάγγελμα του Δένδια ήταν ιστορικής σημασίας,  για πρώτη φορά  κορυφαίο στέλεχος της κυβέρνησης ονομάτισε την Χρυσή Αυγή. Μέχρι χθες, όλοι, με προεξάρχοντα τον Σαμαρά, μιλούσαν για ναζιστικό μόρφωμα, λες και το όνομα της Χρυσής Αυγής ήταν για το καθεστώς  ό, τι είναι για τους Εβραίους  το όνομα του Γιαχβέ:  Άμα το ξεστομίσεις, πεθαίνεις ακαριαία. Τελικά, πέθανε ο Παύλος Φύσσας και το καθεστώς αναγκάσθηκε  να πιάσει στο στόμα του το απαγορευμένο όνομα, με εξαίρεση τον εκπρόσωπο της Αστυνομίας, που αποκάλεσε τον δολοφόνο «οπαδό πολιτικού κόμματος». Ποιανού πολιτικού κόμματος; Των Οικολόγων, μήπως;

Τουλάχιστον  Παύλος Φύσσας αξιώθηκε  ένα διάγγελμα,  είναι βλέπετε ο πρώτος Έλληνας νεκρός, θύμα της Χρυσής Αυγής. Είχαν προηγηθεί δεκάδες νεκροί και τραυματίες, Πακιστανοί, Αφγανοί, Μπαγκλαντεσιανοί, Ινδοί, Πολωνοί, Αλβανοί. Είχε προηγηθεί ο 14χρονος Αφγανός  που χαρακώθηκε στο πρόσωπο, οι Αιγύπτιοι ψαράδες του Περάματος και οι Πακιστανοί εργαζόμενοι στους Μολάους, που δέχθηκαν δολοφονικές επιθέσεις  μέσα στα σπίτια τους.  Όλοι αυτοί  όχι μόνο υπουργικό διάγγελμα δεν αξιώθηκαν, ούτε καν το δάκρυ της Τρέμη δεν απάλυνε τον πόνο και τα εγκαύματά τους. Στα ψιλά των δελτίων περάσανε τα πάθη τους,  και στο κάτω- κάτω, αν θέλουνε οι μούρες τους, οι χαρακωμένες μούρες τους, διαγγέλματα, να γυρίσουν στις πατρίδες τους.

Ο Παύλος Φύσσας είναι ο πρώτος Έλληνας νεκρός, θύμα της Χρυσής Αυγής και αυτό ίσως  δημιουργήσει νέα δεδομένα, ίσως αναγκάσει  κάποιους από αυτούς που ψηφίζουν ή σκέφτονται να ψηφίσουν το ναζιστικό μόρφωμα να δουν το πράγμα με άλλο μάτι.  Δεν αναφέρομαι στους ναζιστές, τους φασίστες, τους δωσίλογους, τους ταγματασφαλίτες, αυτοί είναι τελειωμένες υποθέσεις. Εννοώ τους χιλιάδες ανθρώπους, τους  νέους κυρίως ανθρώπους, που νομίζουν ότι ψηφίζοντας την Χρυσή Αυγή τιμωρούν το σύστημα, που νομίζουν ότι θα κάνουν επανάσταση , τρομάρα τους, μέσω του Μιχαλολιάκου και του Κασιδάρη. Τώρα είδαν με τα μάτια τους το πτώμα ενός νέου έλληνα, ενός συμπατριώτη τους  που έχει το ίδιο πρόσωπο με αυτούς, το είδαν με τα μάτια τους και ίσως τώρα να αρχίσουν τα μάτια τους σιγά- σιγά να ανοίγουν.

Να ανοίξουν τα μάτια τους και να διαβάσουν κανένα βιβλίο , για να μάθουν ότι οι ναζί δεν σκότωναν μόνο τους ξένους, σκότωναν και τους δικούς τους, τους Γερμανούς. Τους Εβραίους Γερμανούς, τους τσιγγάνους Γερμανούς, τους ανάπηρους Γερμανούς, τους ομοφυλόφιλους Γερμανούς, τους εχθρούς  του καθεστώτος, τους εχθρός εντός του καθεστώτος. Να διαβάσουν για  τη νύχτα της 2ας Ιουλίου του 1934, τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών,  τότε που  ο Χίτλερ δολοφόνησε  το στενό του συνεργάτη Ερνστ  Ρεμ και τους 200 στρατιώτες του από τα SA, τα περίφημα Τάγματα Εφόδου. Κι αν δεν θέλουν να διαβάσουν βιβλία,  ας δούνε τους «Καταραμένους» του Λουκίνο Βισκόντι,  για να απολαύσουν την άνεση με την οποία η ναζί σκότωναν τα δικά τους παιδιά.  Ας δούνε έστω ένα από τα δεκάδες ντοκιμαντέρ για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μπας και μάθουν επιτέλους ότι η ναζιστική εποποιία άφησε ξοπίσω της επτά εκατομμύρια νεκρούς Γερμανούς, πέντε εκατομμύρια στρατιώτες και δύο εκατομμύρια αμάχους.

Στην αρχή το κτήνος θα μαχαιρώσει  τους άλλους, τους διαφορετικούς, τους κακούς , μετά θα πάρει  το  μαχαίρι που εσύ ο ίδιος του έχεις  δώσει και θα σου το καρφώσει στην καρδιά. Και τότε, φίλε μου, δεν θα έχει μείνει κανείς για να σε θρηνήσει.

Advertisements

Η Χρυσή Αυγή σκοτώνει, γιατί Σαμαράς και Βενιζέλος σιχαίνονται τα αίματα

 

Του Κώστα Βαξεβάνη

Ο Παύλος Φύσσας, μέλος του αντιφασιστικού κινήματος δολοφονήθηκε από αγέλη φασιστών. Είναι μια πολιτική δολοφονία στην Ελλάδα του success story. Θα συνέβαινε κάποια στιγμή, όχι μόνο γιατί στο φασισμό μετά τους μετανάστες, τους ρομά, τους ομοφυλόφιλους, έρχεται η σειρά σου. Χτυπάει η πόρτα και είναι αυτοί στους οποίους δεν αρέσεις. Η πολιτική δολοφονία θα συνέβαινε γιατί ο φασισμός, δεν είναι ανατροπή, είναι καλογυαλισμένο γρανάζι στο μηχανισμό υποταγής. Δεν είναι αντίσταση, είναι τυφλή βία για να μην υπάρξει καμιά αντίσταση και κυρίως σε συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Η θεωρία των «δύο άκρων», ήθελε νεκρό για να αποκτήσει υπόσταση και πειστικότητα. Συστηματικά καλλιεργούν αυτή την αντίληψη που εξισώνει το φασισμό με δημοκρατικά πολιτικά κόμματα, που δίνουν μάχη για μια Δημοκρατία που χάνει όλο και περισσότερα εξαιτίας των πολιτικών τους. Θέλουν έτσι να φοβίσουν τον κόσμο, να συκοφαντήσουν και βέβαια να δικαιολογηθούν. Με τον τρόπο αυτό οδηγούν σιωπηλά στο συμπέρασμα «μπορεί να είμαστε απατεώνες, κλέφτες, ψεύτες, αλλά μαζί μας είσαστε ασφαλείς».

Η τακτική τους όμως έχει μια αντίφαση. Από την μία η θεωρία των δύο άκρων φαίνεται να αναγνωρίζει πολιτικές αιτίες σε αυτό που γίνεται (σύγκρουση άκρων) και ταυτόχρονα ζητάνε μια απολίτικη, «οικουμενική» συνστράτευση. Η άνοδος του φασισμού στην Ελλάδα έχει πολιτικές αιτίες. Ο Σαμαράς έθεσε τους μετανάστες στην πολιτική ατζέντα ως το βασικό πρόβλημα φτιάχνοντας μάλιστα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Σαμαράς μετέτρεψε τις ακροδεξιές απόψεις στο κόμμα του που κυκλοφορούσαν λάθρα, σε επίσημη γραμμή. Ο Σαμαράς ταυτίζει τον πατριώτη με τον ακροδεξιό και τον θρήσκο. Ο Σαμαράς έβαλε σε επιτελικές και κυβερνητικές θέσεις χουντικούς, αρνητές του ολοκαυτώματος και αναθεωρητές του ναζισμού. Ο Βενιζέλος συμφώνησε και χρησιμοποίησε τον μπαμπούλα της Χρυσής Αυγής για να κρύψει πόσο τέρας είναι ο ίδιος και η πολιτική του.

Ο φασισμός δεν φυτρώνει ως μανιτάρι στο δάσος. Κάποιοι τον ποτίζουν συστηματικά. Την δεκαετία του ‘60, από τα απομεινάρια των εθνικοφρόνων φασιστών δημιούργησαν το παρακράτος για να αναχαιτίσουν την Αριστερά. Σήμερα δουλεύουν με τη Χρυσή Αυγή. Τόσο απλά.

Όσοι πραγματικά ανησυχούν για το φαινόμενο, είναι υποχρεωμένοι να το κατεβάσουν από το κάδρο του φόβου και να το δουν κατάματα. Είναι δυνατόν να σε φοβίζει η Χρυσή Αυγή, αλλά όχι η καταστροφή μιας χώρας η οποία της δίνει τη δυνατότητα να σπεκουλάρει; Είναι δυνατόν να φοβάσαι πως θα καταλυθεί η Δημοκρατία από τη Χρυσή Αυγή, αλλά να μην βλέπεις πως δεν θα μείνουν και πολλά να καταλύσει η Χρυσή Αυγή; Είναι δυνατόν να φοβάσαι τα ζώα του φασισμού, αλλά να μην φοβάσαι τη ζούγκλα που έχει μετατραπεί η χώρα που της έκοψαν σχολεία, νοσοκομεία, τους μισθούς, την ίδια την ανάσα και το όνειρο; Είναι δυνατόν να σε φοβίζει ο φασισμός και να μην καταλαβαίνεις πως στην Ελλάδα του Σαμαρά και του Βενιζέλου, ο φασισμός δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε ο νεοφιλελευθερισμός τους; Αν δεν έπαιρναν από αυτούς που δεν έχουν για να κάνουν πιο πλούσιους αυτούς που έχουν; Αν δεν εξόργιζαν τον κόσμο για να στρατολογήσουν οι φασίστες οργή και απόγνωση;

Τα 3 τελευταία χρόνια συστηματικά δημιουργείται η εντύπωση, πως χρειάζεται μια στάση ευθύνης, που δεν είναι τίποτα άλλο από πραότητα και αποδοχή. Επιδοτημένοι ψευτοδιανοούμενοι, καθηγητές Πανεπιστημίου που είναι δημιουργήματα των δημοσίων σχέσεων και του κομματισμού, ξεπεσμένοι λαϊφστυλάδες που αντικατέστησαν τις συνταγές ωχαδερφισμού και καλοπέρασης με το προσκύνημα του νεοφιλελευθερισμού της συλλογικής ευθύνης, προτάσσουν την απομάκρυνση από την ένταση «απ όπου κι αν προέρχεται». Αρκεί να μην δούμε την πολιτική από εκεί που προέρχεται.

Σε αυτό ακριβώς το κλίμα, εχθρός είναι η Χρυσή Αυγή που σκοτώνει, αλλά όχι οι πολιτικές που σκοτώνουν. Οι φασίστες που θα φτιάξουν γκέτο, αλλά όχι οι κυβερνήσεις που ήδη έφτιαξαν. Μπορεί να μην είναι ανοιχτά οπαδοί του ευγονισμού του Χίτλερ, αλλά αποδέχονται στην κοινωνία να επικρατεί η φυσική επιλογή και ο οικονομικός ευγονισμός. Όποιος δεν αντέξει, είναι γιατί δεν άξιζε να ζει και όχι γιατί τον σκότωσε ο Άδωνις. Μπορεί να μην διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε λευκούς και μαύρους ακόμη, αλλά τους διαχωρίζουν σε αυτούς που έχουν δικαίωμα στη μόρφωση, την υγεία, τη ζωή και σε αυτούς που δεν έχουν.

Σε μια δημοκρατία που λειτουργεί, σε μια χώρα με κοινωνική Δικαιοσύνη, σε μια Ελλάδα που όλοι μπορούν να ζήσουν, δεν μπορεί ούτε να υπάρξει Χρυσή Αυγή, ούτε να σκοτώσει. Σε μια χώρα που καταρρέει η Χρυσή Αυγή είναι εργαλείο. Το εργαλείο του Σαμαρά και του Βενιζέλου. Και καμιά φορά αυτό το εργαλείο είναι μαχαίρι που σκοτώνει με θράσος έναν άνθρωπο (όχι μετανάστη πια) μπροστά στα μάτια δεκάδων άλλων. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως οι ίδιοι σιχαίνονται τα αίματα. Όπως και όλοι οι ηθικοί αυτουργοί.

Μετά τη βιομηχανία του καλοκαιριού

Tου
Θω­μά Τσα­λα­πά­τη

Τα κα­λο­καί­ρια, ε­δώ και και­ρό, προ­κύ­πτουν ως προ­βο­λή και διά­θλα­ση δύο χρο­νιών, της χρο­νιάς που πέ­ρα­σε και της χρο­νιάς που α­κο­λου­θεί. Μέ­σα στις αλ­λα­γές της κρί­σης, το κα­λο­καί­ρι προ­κύ­πτει δι­πλά αλ­λαγ­μέ­νο, τό­σο ως παύ­ση ε­νός πα­ρελ­θό­ντος που μό­λις στα­μά­τη­σε, ό­σο και ως α­που­σία μιας προσ­δο­κίας που δεν πλη­σιά­ζει.
Από την δε­κα­ε­τία του ’80 μέ­χρι και τα πρώ­τα χρό­νια της κρί­σης –με α­πο­κο­ρύ­φω­μα τα χρό­νια της ο­λυ­μπια­κής φού­σκας- το κα­λο­καί­ρι α­πο­τέ­λε­σε κο­ρύ­φω­ση της ε­πί­δει­ξης ε­νός τρό­που ζωής, ο ο­ποίος ε­μπε­ριεί­χε το σύ­νο­λο των ι­δε­ο­λο­γη­μά­των, των τρό­πων και των ταυ­το­τή­των της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής κυ­ρίαρ­χης κουλ­τού­ρας. Το lifestyle που ό­λο πε­ρι­γρά­φου­με ως νε­κρό, ξε­ψυ­χά δυ­να­τό­τε­ρα τα κα­λο­καί­ρια. Οι ό­ροι και οι συν­θή­κες που δη­μιουρ­γή­θη­καν έ­τσι ώ­στε μέ­σα στο θέ­ρος να το φέρ­νουν στην κο­ρύ­φω­σή του, τώ­ρα λει­τουρ­γούν α­ντί­στρο­φα ως μια ε­νι­σχυ­μέ­νη η­χώ του γκρε­μί­σμα­τός του.
Τα νη­σιά και οι λοι­ποί κα­λο­και­ρι­νοί προο­ρι­σμοί του κυ­ρίαρ­χου, τα τε­λευ­ταία χρό­νια υ­πάρ­χουν ως πα­σα­ρέ­λες νε­κρών προ­τε­ραιο­τή­των για τις διά­φο­ρες α­ντρι­κές και γυ­ναι­κείες ταυ­τό­τη­τες: της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής ε­πι­τυ­χίας, του γρή­γο­ρου πο­λι­τι­σμού, της ε­πι­δει­κτι­κής κα­τα­νά­λω­σης και του νο­μι­μο­ποιη­μέ­νου ναρ­κισ­σι­σμού. Η μα­ζι­κό­τη­τα του στε­ρε­ο­τύ­που που πε­ριέ­γρα­φε το Ελλη­νι­κό Κα­λο­καί­ρι, συ­νε­χώς συρ­ρι­κνώ­νε­ται. Ο πυ­ρε­τός του Σαβ­βα­τό­βρα­δου που ε­πέ­βα­λε πέ­ντε μέ­ρες δου­λειάς με α­ντάλ­λαγ­μα τη δια­σκέ­δα­ση της έ­κτης μέ­ρας, α­πλω­νό­ταν η­με­ρο­λο­για­κά α­νά το έ­τος. Έτσι δού­λευες έ­ναν χρό­νο ώ­στε να σβή­σεις τον πυ­ρε­τό σου στις δια­κο­πές, ή πιο πρό­σφα­τα δα­νει­ζό­σουν έ­ναν ο­λό­κλη­ρο χρό­νο ώ­στε να ξο­δέ­ψεις στις μέ­ρες της ά­δειας μέ­σα α­πό ε­ορ­το­δά­νεια, δια­κο­πο­δά­νεια και λοι­πά φι­λι­κά πα­κέ­τα. Και σή­με­ρα που πρέ­πει να πει­στού­με πως ό­λα εί­ναι δα­νει­κά, ο α­φε­λής πυ­ρε­τός σβή­νει α­πό­το­μα με μνη­μο­νια­κές α­σπι­ρί­νες.

Με δα­νει­κό μαύ­ρι­σμα

Η βιο­μη­χα­νία του κα­λο­και­ριού δεν μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει χω­ρίς το λά­δι των κα­τα­σκευα­σμέ­νων προ­τύ­πων και των ε­πι­βε­βλη­μέ­νων προο­ρι­σμών. Όμως τα σα­χλοέ­ντυ­πα κλεί­νουν, οι πρώην Κω­στό­που­λοι πτω­χεύουν και οι α­ντί­στοι­χες εκ­πο­μπές τσι­ρί­ζουν πιο φάλ­τσα α­πό πο­τέ. Όλοι ό­σοι προ­σπα­θού­σαν ε­δώ και δε­κα­ε­τίες να πα­ρα­γε­μί­σουν με πού­που­λα σο­βα­ρό­τη­τας την πιο βα­ριά ε­λα­φρό­τη­τα και τον πιο ά­δειο τρό­πο, τώ­ρα μοιά­ζουν πα­ρο­πλι­σμέ­νοι. Έτσι ο πα­ρα­θε­ρι­στής που κα­τα­νά­λω­νε κα­λο­καί­ρι, πε­ρι­φέ­ρε­ται με το άγ­χος της ε­πί­δει­ξης και έ­να μαύ­ρι­σμα δα­νει­κό, σε πα­λιούς προο­ρι­σμούς, πα­λιό­τε­ρες κα­τευ­θύν­σεις. Σε ό­λα αυ­τά τα μέ­ρη που θυ­μί­ζουν ξε­πε­σμέ­νους α­στέ­ρες, α­μεί­λι­κτα ητ­τη­μέ­νους α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και τον χρό­νο, νε­α­νί­ζο­ντες α­φό­ρη­τα πί­σω α­πό έ­να ρυ­τι­δια­σμέ­νο χα­μό­γε­λο πα­γω­μέ­νο α­πό τα μπό­το­ξ, τό­ποι χω­ρίς καν τη συ­μπά­θεια που προ­κα­λεί έ­να α­νεκ­πλή­ρω­το και τώ­ρα στρα­μπου­λιγ­μέ­νο πά­θος.
Τα πρό­τυ­πα σβή­νουν και ο πα­ρα­θε­ρι­στής μέ­νει χω­ρίς κα­θρέ­φτες (αυ­τούς τους τό­σο α­πει­λη­τι­κούς ο­δη­γούς). Χω­ρίς διέ­ξο­δο στον μι­μη­τι­σμό του, κα­τα­λή­γει τε­λι­κά να μι­μεί­ται τον ε­αυ­τό του των προ­η­γού­με­νων ε­τών, ό­ταν το α­πλό ταυ­τι­ζό­ταν με το α­πλοϊκό, ό­ταν το μέλ­λον υ­πήρ­χε μό­νο ως ε­πι­βε­βαίω­ση του πα­ρελ­θό­ντος, πεν­θώ­ντας σιω­πη­λά και α­νο­μο­λό­γη­τα το Κά­πρι της ε­πί­δει­ξης του, την Ίμπι­ζα του η­δο­νι­σμού του, το Μαν­χά­ταν της ε­πι­τυ­χίας του.

Χα­ρά­τσι κα­λο­και­ριού

Αλλά α­κό­μη και αν τα πρό­τυ­πα ξε­θυ­μαί­νουν πρέ­πει να πε­ρι­φρου­ρη­θούν με κά­θε τρό­πο. Έτσι οι ε­ναλ­λα­κτι­κές πρέ­πει να ποι­νι­κο­ποιη­θούν. Δεν εί­ναι άλ­λω­στε τυ­χαίο πως το πρό­στι­μο για τους ε­λεύ­θε­ρους κα­τα­σκη­νω­τές υ­περ­δι­πλα­σιά­στη­κε. Ο νέ­ος Κώ­δι­κας Οδι­κής Κυ­κλο­φο­ρίας (ΚΟΚ) προ­βλέ­πει αύ­ξη­ση του προ­στί­μου για το ε­λεύ­θε­ρο κά­μπιν­γκ α­πό τα 147 ευ­ρώ στα 300 ευ­ρώ. Ταυ­τό­χρο­να οι συλ­λή­ψεις και οι μη­νύ­σεις κα­τά των κα­τα­σκη­νω­τών αυ­ξά­νο­νται, ε­νώ πλη­θαί­νουν και τα άρ­θρα σε έ­ντυ­πες και δια­δι­κτυα­κές εκ­δο­χές (Protagon, Κα­θη­με­ρι­νή) που πε­ρι­γρά­φουν το ε­λεύ­θε­ρο κά­μπιν­γκ ως μά­στι­γα. Η ε­λεύ­θε­ρη κα­τα­σκή­νω­ση ταυ­τί­ζε­ται με τη βρό­μα, την ε­ξαλ­λο­σύ­νη, την μα­ζι­κή ε­ξα­χρείω­ση και την κα­τα­στρο­φή του πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Όπως σε τό­σες και τό­σες πε­ρι­πτώ­σεις (ά­σχε­τα με το μέ­γε­θος και την πρα­κτι­κή ση­μα­σία του φαι­νο­μέ­νου ο τρό­πος της ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γίας μέ­νει ί­διος π.χ. δη­μό­σιοι υ­πάλ­λη­λοι, κα­θη­γη­τές κτλ) έ­να φαι­νό­με­νο ταυ­τί­ζε­ται με κά­ποιο ε­πί μέ­ρους σύ­μπτω­μα, στη συ­νέ­χεια οι μειο­ψη­φι­κές αυ­τές πε­ρι­πτώ­σεις πε­ρι­γρά­φο­νται ως κα­νό­νας, ε­νώ οι κά­ποιες ε­πί μέ­ρους ε­ξαι­ρέ­σεις (στην πε­ρί­πτω­σή μας πα­λιοί κα­τα­σκη­νω­τές που ε­πί της ου­σίας συμ­φω­νούν με το άρ­θρο και πε­ρι­γρά­φο­νται πε­ρί­που ως γρα­φι­κοί γυ­μνι­στές της δε­κα­ε­τίας του ’80) έρ­χο­νται α­πλά για να ε­πι­βε­βαιώ­σουν τον κα­νό­να αυ­τό. Μέ­σα στο μνη­μο­νια­κό πα­ρόν μας, το κα­λο­καί­ρι έρ­χε­ται να πλη­ρώ­σει το δι­κό του χα­ρά­τσι.
Πλη­σιά­ζο­ντας το φθι­νό­πω­ρο με νέα α­γω­νία για τις ό­ποιες ε­ξε­λί­ξεις και τις ό­ποιες νέες α­γριό­τη­τες, ο Αύ­γου­στος μα­ζεύει τις φθαρ­μέ­νες τέ­ντες του πα­λιού lifestyle καρ­να­βα­λιού. Τώ­ρα το μπιτ του ξέ­φρε­νου κα­λο­και­ριού χτυ­πά στον ου­ρα­νό μιας ά­δειας πα­ρα­λίας. Σαν καρ­διά κου­ρα­σμέ­νη, μιας τα­χυ­καρ­δίας χω­ρίς κα­φεΐνη.

http://tsalapatis.blogspot.gr/

Καστοριάδης: Λόμπι και Χόμπι

Τίθεται το ερώτημα αν μπορούν ακόμα οι δυτικές κοινωνίες να κατασκευάσουν το είδος εκείνο του ατόμου που είναι απαραίτητο για τη συνέχιση της λειτουργίας τους.

Το πρώτο και κύριο εργαστήριο κατασκευής σύμμορφων προς την κοινωνία ατόμων είναι η οικογένεια. Η κρίση της σύγχρονης οικογένειας δεν έγκειται μόνο ούτε κυρίως στη στατιστική της διάλυση· το βασικό είναι ο θρυμματισμός και η αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων -άντρας, γυναίκα, γονείς, παιδιά– και η συνέπειά τους: ο άμορφος αποπροσανατολισμός των νέων γενεών.

‘Όσα είπαμε προηγουμένως για τα κινήματα των τελευταίων είκοσι χρόνων ισχύουν και για αυτόν τον τομέα (αν και, στην περίπτωση της οικογένειας, η διαδικασία χρονολογείται από πολύ παλιότερα. Έχει αρχίσει, προκειμένου για τις πιο «εξελιγμένες» χώρες, εδώ και τρία τέταρτα του αιώνα). Η αποσύνθεση των παραδοσιακών ρόλων αντανακλά τη ροπή των ατόμων προς την αυτονομία και περιέχει σπέρματα χειραφέτησης. Έχω όμως επισημάνει από παλιά τηναμφισημία των συνεπειών της. Όσο περνούν τα χρόνια, τόσο περισσότερο δικαιούμαστε ν’ αμφιβάλλουμε κατά πόσον η διαδικασία αυτή οδηγεί στην εκκόλαψη νέων τροπών ζωής και όχι στον αποπροσανατολισμό και την ανομία.

Ένα κοινωνικό σύστημα όπου ο ρόλος της οικογένειας περνά σε δεύτερη μοίρα, ενώ ταυτόχρονα ενισχύεται ο ρόλος άλλων θεσμών ανατροφής και διάπλασης, δεν έχει τίποτα το αδιανόητο. Πολλές αρχαϊκές φυλές, όπως άλλωστε και η Σπάρτη, διαμόρφωσαν τέτοια συστήματα. Στη Δύση, από μια περίοδο και μετά, το ρόλο αυτό τον έπαιξε όλο και περισσότερο από τη μια τοεκπαιδευτικό σύστημα και από την άλλη η περιρρέουσα κουλτούρα -γενική και ειδική (τοπική: χωριό· η δεμένη με τη δουλειά: εργοστάσιο κ.λπ.).

To δυτικό όμως εκπαιδευτικό σύστημα έχει μπει εδώ και είκοσι χρόνια σε φάση επιταχυνόμενης διάλυσης. Υφίσταται κρίση περιεχομένου: τι μεταδίδεται, και τι πρέπει να μεταδίδεται, και με βάση ποια κριτήρια; Δηλαδή: κρίση των «προγραμμάτων» και κρίση του στόχου προς τον οποίο καταρτίζονται τα προγράμματα. Διέρχεται επίσης κρίση της εκπαιδευτικής σχέσης: ο παραδοσιακός τύπος της αναντίρρητης αυθεντίας έχει γκρεμιστεί, και νέοι τύποι -ο δάσκαλος-συμμαθητής, για παράδειγμα- δεν καταφέρνουν ούτε να διαμορφωθούν, ούτε να αναγνωριστούν, ούτε να διαδοθούν.

Όμως όλες αυτές οι διαπιστώσεις θα παρέμεναν αφηρημένες, αν δεν τις συσχετίζαμε με την πιο εξόφθαλμη και εκτυφλωτική εκδήλωση της κρίσης του εκπαιδευτικού συστήματος, που κανείς δεν τολμά καν να την αναφέρει. Ούτε οι μαθητές ούτε οι δάσκαλοι ενδιαφέρονται πια γι’ αυτό που συμβαίνει μέσα στο σχολείο σαν τέτοιο, και οι μετέχοντες δεν επενδύουν πια στην παιδεία ως παιδεία. Για τους εκπαιδευτικούς έχει γίνει αγγαρεία το προς το ζην, ενώ για τους μαθητές, για τους οποίους έχει πάψει να είναι το μοναδικό άνοιγμα προς τον εξωοικογενειακό κόσμο, και οι οποίοι δεν έχουν ακόμα την απαιτούμενη ηλικία (ή ψυχική δομή) ώστε να μπορούν να τη δουν ως εργαλειακή επένδυση (ολοένα προβληματικότερης άλλωστε αποδοτικότητας), έχει καταντήσει μια βαρετή υποχρέωση.

Με δυο λόγια, το ζητούμενο είναι η απόκτηση ενός «χαρτιού» που θα επιτρέπει την άσκηση ενός επαγγέλματος (εφόσον βρει κανείς δουλειά). Θα μας απαντήσουν ότι, στην ουσία, πάντα έτσι ήταν. Ίσως. Αλλά δεν είναι αυτό το ζήτημα. Άλλοτε -έως πρόσφατα- όλες οι διαστάσεις του εκπαιδευτικού συστήματος (και οι αξίες στις όποιες παρέπεμπαν) ήταν αδιαμφισβήτητες· τώρα δεν είναι πια.

Το νεαρό άτομο προέρχεται από μια παραπαίουσα οικογένεια, συχνάζει -ή και όχι- σ’ ένα σχολείο που το βλέπει σαν αγγαρεία, βρίσκεται τέλος μπροστά σε μια κοινωνία, στην οποία όλες οι «αξίες» και οι «νόρμες» έχουν λίγο πολύ αντικατασταθεί από το «βιοτικό επίπεδο», την «οικονομική επιφάνεια», τις ανέσεις και την κατανάλωση. Ούτε θρησκεία, ούτε «πολιτικές» ιδέες, ούτε κοινωνική αλληλεγγύη με κάποια τοπική ή εργασιακή κοινότητα, με κάποιους «ταξικούς συντρόφους». Αν δεν περιθωριοποιηθεί (ναρκωτικά, εγκληματικότητα, «χαρακτηρολογική» αστάθεια), του μένει η βασιλική οδός της ιδιώτευσης, που μπορεί αν θέλει να την εμπλουτίσει με μία ή περισσότερες προσωπικές μανίες.Ζούμε στην κοινωνία των λόμπι και των χόμπι,

Κορνήλιος Καστοριάδης – Η άνοδος της ασημαντότητας (εκδ. Ύψιλον, 2000, μετάφραση Κώστα Κουρεμένου). Εδώ μπορείτε να ξεφυλλίσετε ή να διαβάσετε τοβιβλίο.

http://eagainst.com/articles/%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B7%CF%82-%CE%BB%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B9-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CF%87%CF%8C%CE%BC%CF%80%CE%B9/

Οι άθλιοι του 21ου αιώνα

 

Μη φοβάστε τους ληστές και τους δολοφόνους. Οι προ­καταλήψεις είναι ο αληθινός ληστής. Η κακία είναι ο πραγματικός δολοφόνος»

Οι Αθλιοι – Βικτόρ Ουγκό

Το πνεύμα του Ιαβέρη, του Βικτόρ Ουγκό, αναβιώνει στις κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης και των ΗΠΑ, που εξαντλούν την αυστηρότητά τους στους σύγχρονους Αγιάννηδες των γκέτο και των προαστίων

Πριν από περίπου μία δεκαετία οι μαθητές των γαλλικών σχολείων επέστρεψαν στις αίθουσες, μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, με μια δυσάρεστη έκπληξη: στα θερινά τμήματα της γαλλικής εθνοσυνέλευσης είχε ψηφιστεί νομοθεσία που όριζε ότι παιδιά από 13 ετών θα φυλακίζονταν έως και για έξι μήνες εάν «προσέβαλλαν» τους δασκάλους τους ή τους ελεγκτές στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Η ποινή συνοδευόταν από πρόστιμο 7.500 ευρώ και προφανώς ένα «λερωμένο» ποινικό μητρώο που θα τους συνόδευε για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Οσο για τους γονείς των ανήλικων παραβατών, κινδύνευαν να χάσουν σειρά κρατικών επιδομάτων, γεγονός που θα μπορούσε να ρίξει αρκετές οικογένειες κάτω από το όριο της φτώχειας χωρίς κανένα δίχτυ κοινωνικής ασφάλισης.

Εξίσου ανατριχιαστικές με την επιβαλλόμενη ποινή ήταν και ορισμένες λεπτομέρειες στη διατύπωση του νόμου: τα παιδιά των 13 ετών θα κατέληγαν στη φυλακή ή σε κάποιο ίδρυμα όχι για την τέλεση συγκεκριμένου εγκλήματος αλλά για την «άρνηση επίδειξης του απαιτούμενου σεβασμού». Ο νόμος πρόσφερε επίσης ανωνυμία στους «αυτόπτες μάρτυρες», δηλαδή σε κάθε επίδοξο «καταδότη» που θα παρέδιδε τα παιδιά στις Αρχές.

Ο ευρωπαϊκός Τύπος εντόπισε γρήγορα το πνεύμα του Ιαβέρη, από τους «Αθλιους» του Βικτόρ Ουγκό, να πλανάται πάνω από τον ουρανό του Παρισιού. «Ενα σκληρό μάθημα από τους “Αθλιους”» τιτλοφορούσε τη σχετική ανταπόκρισή της η βρετανική εφημερίδα «Guardian», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η κυβέρνηση της χώρας σερνόταν στη γραμμή του «νόμου και της τάξης» που χάρασσε το νεοφασιστικό κόμμα του Λε Πεν.

Η γαλλική κυβέρνηση δεν ήταν η μόνη που διολίσθαινε ταχύτατα στον αυταρχισμό. Λίγα χρόνια από τη στιγμή που οι Γάλλοι ξύπνησαν το φάντασμα του Ουγκό, στην Αγγλία κάποιοι αποφάσισαν να συνδυάσουν τη φρίκη του Οργουελ με τον παραλογισμό της ταινίας «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Κιούμπρικ: τοπικές αρχές τοποθετούσαν σε κεντρικές πλατείες ηχεία που έπαιζαν υπέρηχους, που γίνονταν αντιληπτοί μόνο από παιδιά και εφήβους.

Οι ήχοι ήταν ένα «δώρο» στους καταστηματάρχες που ενοχλούνταν από την παρουσία νεαρών ατόμων στις γειτονιές τους. Σήμερα παρόμοιες συσκευές, με τον τίτλο «απωθητικά νέων» πωλούνται στη Μεγάλη Βρετανία σε τιμές που ξεκινούν από 400 στερλίνες.

Στην αντίπερα πλευρά του Ατλαντικού τα δρακόντεια μέτρα εναντίον παιδιών και εφήβων επιβάλλονται συχνά με τους λεγόμενους «νόμους των τριών χτυπημάτων», που προβλέπουν ότι ακόμη και ασήμαντα πταίσματα (όπως λόγου χάρη η επίπληξη για διατάραξη κοινής ησυχίας) μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές ποινές φυλάκισης ή και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων εάν επαναληφθούν τρεις φορές. Πρόσφατα όμως αρκετές πολιτείες σκέφτονται να υιοθετήσουν και τη γαλλική πρακτική της διακοπής επιδομάτων σε οικογένειες των οποίων τα παιδιά έχουν διαγωγή… κοσμία ή απλώς δεν παρακολουθούν με επιμέλεια τα μαθήματά τους στο σχολείο.

Γινόμαστε, λοιπόν, μάρτυρες της επιστροφής του Ιαβέρη που θα διώκει ανελέητα ένα σύγχρονο Γιάννη Αγιάννη; Στη Γαλλία και τη Βρετανία αρκετοί σχολιαστές έσπευσαν να αμφισβητήσουν τον παραλληλισμό τονίζοντας ότι οι διώξεις εναντίον των νέων δεν έχουν τα ταξικά χαρακτηριστικά, τα οποία καταδίκαζε στο έργο του ο συγγραφέας των «Αθλίων». Η πραγματικότητα όμως φαίνεται να τους διαψεύδει.

Οπως αποδείχθηκε στην πράξη, η εφαρμογή των νόμων είναι πάντα πιο σκληρή στα προάστια του Παρισιού, όπου ζουν οι αποκλεισμένοι του γαλλικού ονείρου. Στη Μεγάλη Βρετανία οι έφηβοι, που απωθούνται σαν τα κουνούπια, είναι τα φτωχά παιδιά που μεγαλώνουν στη μεταθατσερική εποχή των ιδιωτικοποιημένων δημόσιων χώρων και της έλλειψης εγκαταστάσεων αναψυχής και άθλησης.

Οσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όλες οι έρευνες αποδεικνύουν ότι η σκληρότερη αστυνόμευση των νέων και η επιβολή των αυστηρότερων ποινών σημειώνεται στα γκέτο των μαύρων και των ισπανόφωνων. Οσο για την οικονομική τιμωρία των γονιών, μέσω της διακοπής επιδομάτων, είναι προφανές ότι φτάνει την έννοια του ταξικού διαχωρισμού στα άκρα, αφού ουσιαστικά θίγει μόνο τις φτωχές οικογένειες που εξαρτώνται από την κρατική βοήθεια για την επιβίωσή τους.

Φτάσαμε, λοιπόν, στην ηθική της προεπαναστατικής Γαλλίας και των πρώτων χρόνων της βιομηχανικής επανάστασης, όταν η πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου επέβαλε έναν απάνθρωπο αυταρχισμό στα πιο ευάλωτα τμήματα της κοινωνίας; Οσοι αμφιβάλλουν θα μπορούσαν να βρουν μερικές ακόμη ομοιότητες στην οργή που προκαλούσαν οι «Αθλιοι» του Ουγκό στην καθεστωτική διανόηση της εποχής του. «Είναι αδύνατο να διαβάσεις (το βιβλίο) χωρίς να νιώσεις μια ανίκητη αηδία» έγραφε στις 17 Αυγούστου του 1862 η γαλλική «Monde».

Την ίδια αηδία, προς κάθε έννοια ανθρωπισμού, που νιώθουν ακόμη και σήμερα οι καλοπληρωμένες πένες των οικονομικά ισχυρών –οι απάνθρωποι, υπάνθρωποι υπερασπιστές του νόμου και της τάξης.

Άρης Χατζηστεφάνου

Εφημερίδα των Συντακτών 17/8/2013

Info

Διαβάστε

«Οι Αθλιοι»

Ενα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά δημιουργήματα του 19ου αιώνα, που αηδίασε, ως όφειλε, τους κριτικούς των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης της εποχής του.

Δείτε

«Το κουρδιστό πορτοκάλι»

Ο Κιούμπρικ, στα καλύτερά του, περιγράφει τον φαύλο κύκλο του κρατικού αυταρχισμού και της παραβατικότητας σε μια δυστοπική αλλά απόλυτα υπαρκτή πραγματικότητα.

Το ιδεολογικό «βάθος» των στρατοπέδων συγκέντρωσης

Του Ανδρέα Καρίτζη

Συχνά δημιουργείται η αίσθηση ότι η ακροδεξιά ρητορική και πρακτική της κυβέρνησης στο ζήτημα των μεταναστών και των προσφύγων είναι μια συνοδευτική αλλά σχετικά ανεξάρτητη πολιτική επιλογή από την εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής. Υπάρχει η εκτίμηση ότι η ακροδεξιά γραμμή στο θέμα αυτό επιλέγεται για να αποπροσανατολίσει, να καλλιεργήσει φόβο στους ημεδαπούς, να διεγείρει συντηρητικά αντανακλαστικά και τελικά να δημιουργήσει μια νέα σφαίρα συναίνεσης αυτών που υποφέρουν, γύρω από τη μνημονιακή παράταξη.

 

Ενώ ισχύουν τα παραπάνω, εκτιμώ ότι δεν ευσταθεί η εκτίμηση ότι πρόκειται για σχετικά ανεξάρτητη πολιτική επιλογή που οφείλεται στη συγκυριακή και άρα συμπτωματική επικράτηση ακροδεξιών απόψεων στην ηγεσία της μνημονιακής παράταξης. Αντιθέτως, η μνημονιακή πολιτική ηγεσία δεν θα μπορούσε να είναι αποτελεσματικά μνημονιακή χωρίς να είναι ταυτόχρονα ακροδεξιά. Και τούτο διότι η ακροδεξιά πολιτική στο ζήτημα των μεταναστών είναι κεντρικής σημασίας για την επιτυχία της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής σήμερα για βαθύτερους λόγους από τους προαναφερθέντες. Σε αυτή την περίπτωση απαιτείται από τη μεριά μας η στάθμιση του «βάθους» της ακροδεξιάς μεταναστευτικής πολιτικής στον νεοφιλελεύθερο σχεδιασμό και η εκπόνηση μιας κατάλληλης στρατηγικής που θα λαμβάνει υπόψη αυτό το βάθος.

 

Η νεοφιλελεύθερη λογική υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει κοινωνία η οποία βουλεύεται (ακόμη και με συγκρούσεις) για να αντιμετωπίσει συλλογικά όσα την αφορούν, αλλά άτομα, ο ανταγωνισμός των οποίων οφείλει να ρυθμίσει όλα τα ζητήματα. Η δημοκρατία και η κοινωνική αλληλεγγύη είναι «δεισιδαιμονίες» που νοθεύουν τον «ορθολογικό» ανταγωνισμό της αγοράς. Ενδεχόμενες ανισότητες είναι αποτέλεσμα αυτού του ανταγωνισμού και άρα οφείλουν να γίνονται σεβαστές και γιατί όχι καλοδεχούμενες. Η (οικονομική) ιεραρχία δεν εκπορεύεται βεβαίως από τον θεό (όπως στον Μεσαίωνα) αλλά από τον «ορθολογικό» ανταγωνισμό, γεγονός που την καθιστά «αντικειμενική» και υπερασπίσιμη με κάθε μέσο. Συνεπώς μια πολιτική που ενισχύει τη θέση των οικονομικά ισχυρών (διάβαζε: νικητές στον ανταγωνισμό) έναντι των υπολοίπων είναι η μόνη έλλογη επιλογή, ενώ όποιοι διαφωνούν κινούνται στη σφαίρα της δεισιδαιμονίας (του λαϊκισμού).

 

Αυτή η λογική διέπει τη μνημονιακή πολιτική, η οποία θυσιάζει τις λαϊκές τάξεις για να ενισχύσει τους οικονομικά ισχυρούς, υπηρετώντας την «αντικειμενική» ιεραρχία. Η μνημονιακή ανάπτυξη ακολουθεί επίσης αυτό το μοτίβο: η ζωή των λαϊκών τάξεων επιτρέπεται να τύχει βελτίωσης μόνο ως συνέπεια της υψηλής κερδοφορίας των οικονομικά ισχυρών. Οτιδήποτε διαρρηγνύει αυτή την ιεραρχία προτεραιοτήτων συνιστά μείζον «έγκλημα» από αυτά που ονειρεύεται ο «επικίνδυνος» ΣΥΡΙΖΑ.

 

Ας έρθουμε τώρα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων και μεταναστών. Η αγριότητα απέναντι στους πρόσφυγες και τους μετανάστες, όπως και η μνημονιακή αγριότητα, εκπορεύεται από την προαναφερθείσα λογική και προς όφελος των ίδιων συμφερόντων. Το ενδιαφέρον είναι η επιπρόσθετη ιδεολογική αξιοποίηση της εν λόγω αγριότητας. Η προηγούμενη λογική, η οποία μόνο υπαινικτικά διατυπώνεται όταν αφορά τα Μνημόνια και πάντα διανθισμένη με ωραίες εκφράσεις, στο θέμα αυτό διατυπώνεται ευθαρσώς και χωρίς ωραιοποιήσεις. Η ιεραρχία διαπλέκεται με την εθνικότητα και το χρώμα και η σφοδρότητα της επίθεσης στους πιο αδύναμους αποτελεί αντικείμενο υπερηφάνειας. Ο στόχος αυτής της επιλογής είναι βαθύτατα ιδεολογικός και στοχεύει σε πολύ περισσότερα από όσα φαίνονται σε μια πρώτη ανάγνωση. Ο στόχος είναι τα γηγενή θύματα του Μνημονίου να ταυτιστούν με τους θύτες τους και να εθιστούν στη λογική τους αποδεχόμενοι σιωπηρά την «ορθολογικότητα» της βίας που υφίστανται εν τέλει και οι ίδιοι.

 

Η αποδοχή από κάποιον που σήμερα πλήττεται από το Μνημόνιο ότι κάποια άλλη ανθρώπινη ζωή είναι σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τις επιδιώξεις αυτών που προηγούνται στην ιεραρχία, ότι κάποιοι άλλοι άνθρωποι είναι απλά «ενοχλητικά» νούμερα, ότι η ωμή βαρβαρότητα σε κάποιους άλλους είναι «λύση», ότι η ύπαρξη κάποιου άλλου από μόνη της είναι απειλή κ.ο.κ. έχει ως συνέπεια την άρρητη συναίνεση και στη δική του αντιμετώπιση με τον ίδιο τρόπο. Αποδέχεται τη λογική της μνημονιακής πολιτικής που τον ισοπεδώνει, στην οποία ο άλλος είναι προφανώς αυτός. Τι άλλο είναι η περικοπή των συντάξεων και ο αποκλεισμός από το νοσοκομείο παρά το αποτέλεσμα της αντίληψης ότι η βαρβαρότητα είναι «λύση» στο δημοσιονομικό πρόβλημα;

 

Αν συναινεί κάποιος στο να κλείνονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης αυτοί που βρίσκονται από κάτω του, τότε ασυναίσθητα χάνει κάθε ηθικό έρεισμα για την αντίσταση στη μείωση του μισθού του ή την απόλυση που του επιβάλλει ο αμέσως από πάνω του. Αν ένας συνταξιούχος αποδέχεται ότι στον μετανάστη επιτρέπεται κάθε αγριότητα, τότε δεν μπορεί να αρνηθεί την εγκυρότητα της ίδιας σκέψης από τη μεριά του τραπεζίτη: για το συμφέρον μου επιτρέπεται κάθε αγριότητα απέναντι στους συνταξιούχους.

 

Η υιοθέτηση της λογικής του θύτη από το θύμα συνιστά κεντρικό στοιχείο για την επιτυχία της μνημονιακής πολιτικής και η ακροδεξιά πολιτική στο μεταναστευτικό είναι ο τόπος όπου επιχειρείται αυτή η βαθύτατη και εν πολλοίς ασυναίσθητη συναίνεση. Μια τέτοια συναίνεση είναι σε θέση να αμβλύνει καταλυτικά αλλά με ανεπαίσθητο τρόπο το δυναμικό της λαϊκής αντίστασης στη μνημονιακή πολιτική. Συνεπώς, η υιοθέτηση της λογικής του ισχυρού στο μεταναστευτικό από αυτούς που πλήττονται από τα Μνημόνια διαμορφώνει έναν βαθύτερο ιδεολογικό συσχετισμό που σε περιόδους όπως αυτή που ζούμε επιδρά αποφασιστικά στον πολιτικό συσχετισμό ανταγωνιζόμενος τις υλικές συνέπειες του Μνημονίου. Γι’ αυτό η επιδέξια σύγκρουση με την ακροδεξιά πολιτική στο μεταναστευτικό είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την έκβαση της κεντρικής πολιτικής μάχης στη χώρα μας, καθώς αυτή η πολιτική δεν αποτελεί απλώς αποπροσανατολισμό ή μια επιδερμική προσπάθεια προσωρινού προσεταιρισμού συντηρητικών ακροατηρίων.

 

* Ο Ανδρέας Καρίτζης είναι μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: avgi.gr

 

Η αιγυπτιακή κρίση

Άρθρο του Βαγγέλη Πισσία*, μεγάλο μέρος του οποίου δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο «Ξετυλίγοντας το… αιγυπτιακό κουβάρι» στην Εφημερίδα των Συντακτών την 20η Αυγούστου 2013.

Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για την δραματική τροπή της πολιτικής κατάστασης στην Αίγυπτο προπαντός αν αυτό πρέπει να γίνει εν μέσω πένθους πολλών εκατοντάδων νεκρών. Ιδιαίτερα όταν δεν προτίθεσαι να περιοριστείς σε μια μανιχαϊστική περιγραφή της και να μιλήσεις μόνο για κάποια  αυτονόητα.

Η έλευση στην εξουσία του ανατραπέντος από τον στρατό προέδρου  Μόρσι συντελέστηκε με την μεγάλη  εξέγερση του αιγυπτιακού λαού το 2011. Σε αυτήν πρωτοστάτησαν κινήματα, οργανώσεις αλλά και οργισμένο πλήθος προερχόμενο από ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, μεταξύ αυτών και της (αιγυπτιακής)  γης οι κολασμένοι. Τα κεντρικά αιτήματα αφορούσαν στις πολιτικές ελευθερίες, στα κοινωνικά δικαιώματα και   στην κοινωνική δικαιοσύνη. Στην εξέγερση άρχισε να συμμετέχει βαθμιαία, μετά από μια περίοδο επιφυλακτικότητας και αναμονής, το κίνημα των Αδελφών Μουσουλμάνων (Α.Μ.), το οποίο, προσθέτοντας το ανθρώπινο και οργανωτικό του βάρος, καθόρισε την μορφή αλλά και το περιεχόμενο της ανατροπής.

Στην μεταβατική περίοδο διαπραγματεύσεων, χειρισμών και αναδιατάξεων που ακολούθησε, κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτισε ο στρατός, που οδήγησε τη χώρα στις προεδρικές εκλογές (Ιούνης 2012). Ο υποψήφιος της αιγυπτιακής Μουσουλμανικής Αδελφότητας Μόρσι, εκλέχτηκε στον δεύτερο γύρο των εκλογών λαμβάνοντας ποσοστό 51,7% υποστηριζόμενος από τους σαλαφιστές του κόμματος Αλ Νουρ (που αποκλείστηκε) αλλά και μέρος των αντιπάλων του παλιού καθεστώτος.

Στον πρώτο γύρο ωστόσο, ο Μόρσι έλαβε  ποσοστό μόνον 24,8%, έναντι του διαγραμμένου αντιπάλου του από το ίδιο κόμμα Αμπούλ Φοτούχ ο οποίος έλαβε το 17,5%, υποστηριζόμενος κυρίως από τμήματα της  εξεγερμένης μουσουλμανικής νεολαίας όλων των πολιτικών «οριζόντων». Ο Νασερικός υποψήφιος Χαμντίν Σαμπάχι  έλαβε 21%, ενώ ο υποψήφιος του παλιού καθεστώτος έλαβε 23,7%. Η αποχή ανήλθε στο  54%. Συμπέρασμα συνεπώς πρώτο, η παρούσα ηγετική ομάδα των Α.Μ. υπερψηφίστηκε στον ανοιχτό πρώτο γύρο των εκλογών από το 13% του εγγεγραμμένου εκλογικού σώματος  και το συνολικό ρεύμα του πολιτικού Ισλάμ από το 20%.

* * *

Στην παραπάνω περιγραφή, που δείχνει ότι η πρωτογενής υποστήριξη της ηγετικής ομάδας Μόρσι από τον Αιγυπτιακό λαό ήταν μάλλον περιορισμένη, θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός  ότι οι θρησκευτικές και πολιτικές διαφορές εντός του πολιτικού Ισλάμ,  σε θεμελιώδη ζητήματα, ήταν και παραμένουν πολύ σημαντικές. Συμπέρασμα δεύτερο: Η έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης -για την πραξικοπηματική παραβίαση της οποίας γίνεται μεγάλη συζήτηση-  ήταν σχετικά μόνον υποστηρικτική προς την ηγετική ομάδα Μόρσι και το, όποιο, πρόγραμμά της. Αντίθετα εξέφραζε, μάλλον  πρόδηλα,  την θέλησή του αιγυπτιακού λαού να συν-διακυβερνηθεί, εξαιρουμένων βέβαια από αυτήν των παλαιο-καθεστωτικών. Στην περίπτωση αυτή οι διαιρέσεις θρησκευόμενων και κοσμικών, οι ενδο-θρησκευτικές και ενδο-μουσουλμανικές διαιρέσεις καθώς και οι πολιτικο-ιδεολογικές διαιρέσεις θα ετίθεντο προσωρινά υπό καθεστώς συνύπαρξης και ασταθούς, έστω, ισορροπίας.

Η ηγετική ομάδα Μόρσι δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να λάβει αυτό το μήνυμα. Ακόμη και όταν, αρχές Ιούνη, οι περίπου χίλιοι Άραβες πολίτες, από όλες τις αραβικές χώρες και την διασπορά, άνθρωποι με πολιτική ιστορία και πολιτική δράση δεκαετιών, όπως και πολλοί νεότεροι που πήραν μέρος στις εξεγέρσεις,  εκπρόσωποι ενός ευρύτατου  πολιτικο-ιδεολογικού και θρησκευτικού φάσματος, συναντήθηκαν στο Κάϊρο  και  συζήτησαν επι 4 μέρες, καταλήγοντας σ’ενα συνθετικό  και προνοητικό «φετφά», η ηγετική ομάδα Μόρσι δεν κατάλαβε. Υποβόσκουσα  θρησκευτική καθεστωτική εμμονή,  μοναρχομανία, μεσιανισμός ή / και κάτι άλλο;

Μετά τις εκλογές, η κυβέρνηση Μόρσι επέλεξε να συγκυβερνήσει  μόνο με τον στρατό, με τον υποτίθεται ευμενώς διακείμενο στους Α.Μ. στρατηγό Αμπντέλ Φατάχ Αλ-Σίσι (τον οποίο ο ίδιος ο Μόρσι έχρισε αρχηγό του στρατεύματος), αποσπώντας και την άμεση ευλογία ενός τμήματος του διεθνούς παράγοντα. Επιδίωξε την ευμενή ουδετερότητα των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα, όπως και την άμεση υποστήριξη κρατών που ασκούν περιφερειακή πολιτική (κυρίως Τουρκία και Κατάρ). Ενεπλάκη συνακόλουθα στις κρίσεις της Λιβύης και της Συρίας, αποδεχόμενη το αιτούμενο  αντίτιμο υποστήριξης των σχεδίων τους. Παράλληλα προσχώρησε στον υποστηριζόμενο από τα πλούσια σε πετρέλαιο σουνιτικά βασίλεια και εμιράτα  της Αραβικής Χερσονήσου θρησκευτικό διχασμό Σουνιτών-Σιϊτών.  Στο θέμα της Παλαιστίνης τα βήματα που έκανε –ή μάλλον δεν έκανε-, παρά τις κατηγορίες που τώρα του προσάπτονται, υπήρξαν πολύ συγκρατημένα και οι σχέσεις με την Χαμάς απέβλεπαν κυρίως στην ένταξή της στο αντισιϊτικό σχέδιο.

Η πολιτική του Μωχάμεντ Μόρσι, ιδιαίτερα η εσωτερική, θεωρήθηκε από αυτούς που πρωτοστάτησαν στην εξέγερση του 2011 οικονομικά ανύπαρκτη, πολιτικά αυταρχική και κοινωνικά διχαστική. Γι’ αυτό και βγήκαν την περασμένη άνοιξη (2013) στους δρόμους ξανά, με αιτήματά δίκαια  που βρήκαν απρόσμενη απήχηση. Βέβαια, στις κινητοποιήσεις τους εισχώρησαν  καιροσκοπικά και οι νοσταλγοί  του παλαιού καθεστώτος. Τον Ιούνη  η κυβέρνηση Μόρσι  κατέστειλε με την βία τους διαδηλωτές, οδηγώντας, αυτή πρώτη, την χώρα στο χείλος της μεγάλης ρήξης.

* * *

Αντίθετα με τις μεγάλες προσδοκίες που γέννησε η ανατροπή του Μουμπάρακ, η ηγετική ομάδα Μόρσι, δεν επιδίωξε την ευρύτερη εφικτή συσπείρωση του αιγυπτιακού λαού προκειμένου να προχωρήσει στην ανόρθωση της χώρας του, αλλά υιοθέτησε καθεστωτική λογική και, ακόμη χειρότερα, εκτέθηκε στα περιφερειακά γεωπολιτικά παιχνίδια. Έτσι εντάχθηκε, με την προτροπή και των ΗΠΑ, στον βραχύβιο, ασταθή και αμφίβολης σκοπιμότητας άξονα Κατάρ-Τουρκίας, προσφέροντας ένα ακόμη πολιτικό εργαλείο για την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ στην Συρία.

Αυτά όμως ίσχυαν ως τις αρχές του 2013. Γιατί τότε τα δεδομένα άλλαξαν, ο Άσαντ με την στήριξη της Ρωσίας και όχι μόνον αυτής, δεν έπεσε. Συγχρόνως, τόσο η Δύση όσο και το Ισραήλ, αντιλήφθηκαν ότι η εργαλειοποίηση σαλαφιστών πολεμιστών και οι οσμώσεις διαφορετικών εκφάνσεων του πολιτικού Ισλάμ φέρνουν προς αυτούς μαύρα σύννεφα που μπορούν να υπερβούν τα ανεπαρκώς ελεγχόμενα από αυτούς όρια. Τότε η γεωπολιτική θεώρηση του Αμερικανο-ισραηλινού άξονα αναθεωρήθηκε και η αντίστροφη μέτρηση άρχισε. Στο Κατάρ τον εμίρη πατέρα διαδέχθηκε ο υιός, η γηρασμένη αλλά ακόμη ισχυρή Σαουδική Αραβία πήρε προβάδισμα, ενώ ο Μόρσι κλήθηκε να πραγματοποιήσει την  αναδίπλωσή του. Τότε η ηγετική ομάδα των Α.Μ. προσπάθησε να βγει από την αυτοπαγίδευσή της με φυγή προς τα μπρος.  Με την επιλογή της όμως αυτή έδωσε στον αμφίθυμο μέχρι τότε στρατό την αφορμή για να επέμβει.

* * *

Ο στρατός στην σημερινή Αίγυπτο δεν είναι, όπως άλλοτε, το ίδιο το καθεστώς. Είναι όμως πυλώνας  καθεστωτικός, ιδιοτελής αλλά και εν μέρει αυτοτελής, με ισχυρή οικονομική βάση. Λειτουργεί ως εργαλείο, με περιθώρια όμως διαπραγμάτευσης ή και αποστασιοποίησης από το όλον κράτος και τον ξένο επικυρίαρχο. Η μετά Μουμπάρακ ηγεσία του στρατού -και κυρίως το σώμα του στρατεύματος που τον αποτελεί- δεν διαθέτουν, από την ίδια τους την φύση, δημοκρατική ηθική καθώς προτάσσουν μια ρεαλιστική -εν’ πολλοίς αμοραλιστική- λογική εθνικού συμφέροντος. Η λογική αυτή του αιγυπτιακού στρατού, αποκομμένη από το ευρύ κοινωνικό, αδέσμευτο και πατριωτικό φαντασιακό  της εποχής του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, είναι αυτή που τον ώθησε σε μια ενέργεια μονοσήμαντα κατασταλτική, μιλιταριστική, υπεράσπισης της εθνικής ακεραιότητας και αποτροπής του προδιαγραφόμενου εμφυλίου. Ενός εμφυλίου που πιθανόν, όπως στην Συρία, θα αντιπαρέθετε τους παλαιο-καθεστωτικούς, στηριζόμενους στα ισχυρά εσωτερικά και εξωτερικά ερείσματά τους, από την μια πλευρά, και τους σκληρούς πυρήνες του πολιτικού και θεοκρατικού Ισλάμ, υποστηριζόμενους από τα αντίστοιχα δικά τους ερείσματα, από την άλλη πλευρά. Αυτή η λογική του στρατού ενθαρρύνθηκε και αξιοποιήθηκε στην παρούσα κρίση από τους παράγοντες εκείνους –Αμερικανοϊσραηλινός άξονας, Σαουδική Αραβία και Η.Α. Εμιράτα- που είδαν τους Α.Μ., όταν κατέρευσε ο Μουμπάρακ, ως μια προσωρινά αναγκαία γι’ αυτούς παρένθεση.

Εάν η πολιτική στρατηγική των Αδελφών Μουσουλμάνων που περιγράψαμε, σύμφωνα με την γνωστή ρήση του Φουσέ, δεν ήταν απλά έγκλημα αλλά ήταν λάθος, η βιαιότητα της επέμβασης του Αιγυπτιακού στρατού, την φονική Τετάρτη της 14 Αυγούστου, ήταν και έγκλημα και λάθος.

Η αποξένωση της ηγετικής ομάδας των Α.Μ. από μεγάλο τμήμα της αιγυπτιακής κοινωνίας, που την έφτασε στην εχθρότητα και την κατασταλτική βιαιότητα, καθώς και η περιχαράκωση της σε ένα και μοναδικό αίτημα, αυτό της διατήρησης του Μόρσι στην προεδρία, ήταν δρόμος αποδυνάμωσης της επιρροής της και φθοράς. Τα περιθώρια επιβίωσης των κινητοποιήσεων, μέρα με την μέρα μίκραιναν. Ήταν προδιαγεγραμμένο πως αργά ή γρήγορα  θα οδηγούνταν σε κρίση και σε αυτό που θεωρούσαν συμβιβασμό.

Ο στρατός δεν είχε λόγο να σπεύσει να επέμβει κατασταλτικά και η αγριότητα της επέμβασης του ήταν απολύτως ασύμμετρη με το ίδιο το φθίνον γεγονός των καθιστικών διαμαρτυριών. Ο λόγος που την προκάλεσε πρέπει συνεπώς να αναζητηθεί σε κάποιες «αδιερεύνητες σκοπιμότητες» αλλά και στην υπερίσχυση στους κόλπους του της εγγενούς ανορθολογικότητας της μιλιταριστικής λογικής. .

* * *

Συμπτωματικά ή όχι, στην δυτική πολιτική σκέψη τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς, κυριαρχούν δύο στερεότυπα που θεωρούν την δημοκρατία συνώνυμη με την δημοκρατική επιλογή της πολιτικής εξουσίας και την πολιτική εξουσία επικαθοριστική και κυρίαρχη επί των άλλων εξουσιών. Πέρα όμως από το γεγονός της απροσμέτρητης υποκρισίας που εμπεριέχεται στην προβολή αυτών των στερεοτύπων στις καθ’ ημάς δυτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες υπάρχει και η μεσανατολική πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που δημιουργήθηκε, εξελίχθηκε και ακόμη διατηρείται με την χρήση των περισσότερο αποτρόπαιων και αντιδημοκρατικών εργαλείων της παλαιάς και νεότερης αποικιοκρατίας. Μια πραγματικότητα που υποστηρίζεται από μηχανισμούς έξωθεν ελεγχόμενους και η οποία δεν επέτρεψε σε αυτήν την κεντρική για τον πλανήτη περιοχή να χειραφετηθεί.

Ο Γκαλάλ Αμίν, θεωρούμενος και πατέρας των Αιγύπτιων οικονομολόγων, στο πολύ πρόσφατο έργο του «Ιστορία της Αιγυπτιακής οικονομίας» αναφέρεται στον «φαύλο κύκλο του εξωτερικού χρέους» και στο, αν και ευτελές, επί 2 χρόνια αιωρούμενο αλλά ουδέποτε καταβαλλόμενο δάνειο των 4.8 δισ. $ του ΔΝΤ. Αυτό το ασήμαντο για μια τόσο μεγάλη χώρα ποσό, μαζί με τα δάνεια του Κατάρ, αποτέλεσαν ωστόσο το διακύβευμα και τον μοχλό ενός εκβιασμού που πληρώθηκε με το βαρύ, για τον αιγυπτιακό λαό, αντίτιμο που αναφέρθηκε πιο πάνω.

Τελευταίο, επί του παρόντος, συμπέρασμα. Ο στρατός στην σημερινή Αίγυπτο δεν προτίθεται να κυβερνήσει. Αν και ισχυρός, με αυτοτελή οικονομική βάση, συνδεδεμένος άμεσα με το αμερικανικό γεωπολιτικό κέντρο διατηρείται σε κάποιο βαθμό αυτόνομος, ιδιότροπα εθνικός. Η Αίγυπτος είναι η μεγαλύτερη αραβική μουσουλμανική χώρα (σε ποσοστό 87%), το πολιτικό Ισλάμ επηρεάζει ικανό, όχι όμως το πλειοψηφικό, τμήμα τους, οι Α.Μ. είναι η σεβαστή, σημαντικότερη αλλά όχι ενιαία έκφρασή του. Η Αίγυπτος έχει συγχρόνως βαθειά, αυτοτελή, κοσμική πολιτική παράδοση. Εκτός από Ιστορία έχει πολλών γενεών και ειδών νεότερο πολιτισμό, είναι χώρα-έθνος ανοιχτό. Είναι όμως βυθισμένη σε βαθειά κοινωνική και οικονομική-εξαρτησιακή κρίση. Αυτές είναι οι πολλές της πραγματικότητες. Εάν μπορέσει, εξαιρώντας τους παλαιο-καθεστωτικούς και αντιρροπώντας τις ξένες επιρροές, να τις ανασυνθέσει σ’ ένα μεταβατικό σχέδιο συν-υπαρκτικό, θα βρει τον δρόμο της.

 

*  Δρ. Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, συντονιστής πρωτοβουλίας «ένα καράβι για τη Γάζα- F.F.C.»

http://omniatv.com/blog/3249-%CE%B7-%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7