Αγαπημένε Che

Σήμερα συμπληρώνονται 46 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε. Το Barikat δημοσιεύει, στα πλαίσια αυτής της ημέρας μνήμης, μια συνέντευξη ενος από τους σημαντικότερους ανθρώπους της διανόησης του πολιτισμού στην αμερικανική ήπειρο, του Eduardo Galeano στον Iosu Perales που δημοσιεύθηκε στο βιβλιo με τίτλο «Αγαπημένε Che».

 

 

 

Ας αρχίσουμε την συζήτηση μιλώντας για την προσωπικότητα του Τσε. Ο αντάρτης της Σιέρα Μαέστρα, ο μύθος της Βολιβίας, είναι ίσως ο πιο γνωστός παγκοσμίως. Ωστόσο ο Τσε έχει μια πολύπλευρη συνεισφορά, που επικεντρώνεται στην ανάδειξη του υποκειμενικού παράγοντα της επανάστασης. Αναδεικνύεται δηλαδή, στα γραπτά του, στην συμπεριφορά του, ο ρόλος του ανθρώπου στον μετασχηματισμό της κοινωνίας , η σταθερή του προσήλωση στην ουτοπία του κομμουνισμού.

Τον κατηγόρησαν για βολονταρισμό επειδή επέμενε πολύ στον παράγοντα άνθρωπο. Εγώ πιστεύω ότι αυτό δεν είναι βολονταρισμός, με την αστική έννοια, αλλά απλή επαναφορά στην πραγματικότητα αυτού που είναι αυτονόητο, γιατί οι αιτιοκρατικές μηχανιστικές αντιλήψεις, για τις οποίες ο Μαρξ δεν ευθύνεται, θέτουν την ελευθερία έξω από τον άνθρωπο, όπως ο Πλεχάνοφ που σε ορισμένα γραπτά του, μοιάζει να υποβαθμίζει την ελευθερία του ανθρώπου, στην ελευθερία που έχει το φεγγάρι να περιστρέφεται γύρω από την γη. Ο Τσε τοποθετεί την ελευθερία στην συνείδηση και στον πρωταγωνιστικό ρόλο που αυτή παίζει στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι οικονομίστικες αντιλήψεις προδίδουν τον μαρξισμό, και τον υποβαθμίζουν σε έναν απλό ωρολογιακό μηχανισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο σοσιαλισμός είναι εφικτός επειδή ήρθε η ώρα του και έχει ήδη καθοριστεί τι πρέπει να συμβεί. Ακόμα και με το άσθμα του ήταν ολοκληρωμένος. Θα πρέπει να σημειώσουμε το ιστορικό γεγονός ότι στον Τσε δεν υπήρχε αντίφαση σε αυτό που είπε και σε αυτό που έκανε, και αυτό είναι που δεν του συγχωρούν οι δογματικοί. Αμφισβήτησε την εξουσία και το χρήμα και έπαιξε τη ζωή του κορώνα-γράμματα. Τοποθετήθηκε ενάντια σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα με δύο μέτρα και σταθμά. Ο Τσε προειδοποιούσε για τον κίνδυνο της απληστίας, λέγοντας «προσέξτε  τους κινδύνους της απληστίας» και γι αυτό, αυτοσαρκαζόταν που τα χαρτονομίσματα είχαν την υπογραφή του, όταν ήταν πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας.Έλεγε, προσέξτε τις παραχωρήσεις που κάνουν τον εγωισμό κινητήριο μοχλό της επανάστασης και της ζωής, γιατί αυτές οι παγίδες με έναν μαγικό τρόπο βάζουν τέλος στην επανάσταση , εμπεριέχονται μέσα στην κοινωνική επανάσταση και επιβιώνουν στον καπιταλισμό, σαν ένα δηλητήριο που μπορεί να γαμήσει την διαδικασία οικοδόμησης της νέας κοινωνίας.

Μιλάτε για έναν εξαιρετικό άνθρωπο. Πολλές φορές όμως αναρωτιέμαι, ότι δεν έχουμε σταματήσει να εξιδανικεύουμε τον Τσε, οικοδομώντας μια θεϊκή εικόνα γι αυτόν, και παρασυρόμαστε σε αυτό, γιατί τελικά έχουμε ανάγκη από έναν νέο θεό.

Μετά τον θάνατό του, το σύστημα διαπίστωσε ότι αυτό που αντιπροσώπευε ο Τσε ήταν πολύ επικίνδυνο, και στην συνέχεια προσπάθησε να το ελέγξει. Πώς να το πω; Η προσπάθεια εμπορευματοποίησής του επιχείρησε να λανσάρει ένα είδος Mπούφαλο Μπίλ της αριστεράς. Ταυτίζουν τον Τσε με την ένοπλη βία και προσπαθούν να υποβαθμίζουν το έργο και την σκέψη του, μόνο στο στρατιωτικό τομέα. Ακόμα και η αριστερά το άφησε να πλανάται, δεν έχει βέβαια σημασία, γιατί ένας μύθος αληθινός και όχι ψεύτικος, είναι ένας μύθος επικίνδυνος. Ο Τσε θα μπορούσε να κάνει λάθος σε κάποια ζητήματα. Η αποτυχία στη Βολιβία δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από την προδοσία της αριστεράς εκεί, αλλά θεωρώ ότι ήταν λάθος εκτίμηση του χρόνου και του τόπου. Επέλεξε ένα μέρος αραιοκατοικημένο, ερημωμένο, που η αγροτική μεταρρύθμιση θα έκανε περισσότερο κακό παρά καλό, και η γενικότερη κατάσταση δεν ήταν αυτή που πίστευε. Εκεί διεξήχθη ένας διάλογων κωφών, για τον αντάρτικο «εστιασμό» και το χώρο , για το αν είναι η υποτιθέμενη σπίθα που θα αναφλέξει το λιβάδι ή αν το λιβάδι ήταν ευνοϊκό για τη σπίθα. Ο Τσε και οι άνθρωποί του βρισκόταν σε απόλυτη μοναξιά. Όμως το ουσιαστικό μήνυμά του δεν ήταν σε λάθος χρόνο και τόπο, παρότι αλλοιώθηκε με μια εικόνα του, που εμφανίζεται ως κυρίαρχη και έφτασε σε σημείο να υποβαθμίσει και να αμβλύνει την ουσία, που αναπαράγεται στο χρόνο. Με άλλα λόγια, το μήνυμά του ξεπερνάει την αντίληψή του για τον «εστιασμό», και μπορεί να συζητηθεί, να αμφισβητηθεί και να τροφοδοτηθεί με επιχειρήματα.

Θέλετε να πείτε, ότι το σημαντικό είναι η ουσία και όχι το φαινομενικό και συγκυριακό;

Φυσικά, τα γεγονότα ολοκληρώνονται όταν αποδεικνύονται. Η αντίληψή του για την διεύρυνση και όχι την απομόνωση της επανάστασης – αυτό ήταν το δράμα της επανάστασης στην Σοβιετική Ένωση – είναι το σημαντικό. Η αντίληψη του εξειδικεύεται για την επανάσταση σε όλη την ήπειρο (Λατινική Αμερική). Και νομίζω ότι ο Τσε είχε πάντα την ανησυχία να μην καταλήξει η Κούβα ένα είδος «λεκέ στη θάλασσα», μια εξαίρεση στον κανόνα. Δυστυχώς, δεν έζησε για να δει την νίκη της Επανάστασης στη Νικαράγουα, που ήταν μια επιβεβαίωση ότι η Κούβα δεν είναι μόνη. Από το 1979 εκεί κάτω, η ίδια η κουβανική επανάσταση που έπαιξε ζωτικό ρόλο στον θρίαμβο των Σαντινίστας, κατά κάποιο τρόπο τροφοδοτείται από την εμπειρία της Νικαράγουα. Γι’ αυτό, και σωστά λένε οι Νικαραγουάνοι ότι δεν πρόκειται να κάνουν μια άλλη Κούβα, αλλά μια άλλη Νικαράγουα. Αλλά αυτή η εμπειρία, η οποία δεν είναι πρότυπο, δεν αντιγράφεται, επηρεάζει την Κουβανική εμπειρία και το αντίστροφο. Είναι αναγκαίος ο διάλογος, και οι διάλογοι που γίνονται με τον καθρέπτη ή τον τοίχο, δεν είναι πραγματικοί. Αυτό που είναι λυπηρό είναι ότι ο Τσε δεν πρόλαβε να δει με τα μάτια του, να αισθανθεί τα νέα επαναστατικά σκιρτήματα της Λατινικής Αμερικής.

Μου φαίνεται ελκυστική η ιδέα των κατόπτρων, με την έννοια ότι ένα μόνο, δεν είναι αρκετό. Δεν νομίζω ωστόσο ότι η στρατηγική του Τσε για την Λατινική Αμερική ήταν τόσο μονολιθική.

Η ιστορία της Λατινικής Αμερικής είναι μία ιστορία τρελή, και η πραγματικότητά της είναι πολύπλευρη και σύνθετη, και απαιτείται πάνω από ένας καθρέπτης για να εξετάσουμε το υπόλοιπό της πρόσωπο. Και γι αυτό, τα συστήματα της Λατινικής Αμερικής βαδίζουν αργά ή γρήγορα στο τέλος τους και θα ναυαγήσουν πάνω στα βράχια της πραγματικότητας. Ο Τσε δεν έκανε λάθος όταν έλεγε ότι οι επιφανειακές αλλαγές δεν θα επιβιώσουν, και οι βαθιές αλλαγές απαιτούν την αναγκαία βία, αλλά είπε επίσης ότι δεν πρέπει να υπάρχει σύγχυση, ότι ο ένοπλος αγώνας για να αποκρυσταλλώσει αυτές τις βαθιές αλλαγές, απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις και όταν υπάρχει ανοικτό πολιτικό πεδίο πρέπει τα βήματά μας να είναι πολύ προσεχτικά. Πολλές γκάφες έγιναν επικαλούμενες τον Τσε, ενάντια στις παραινέσεις του και σε αντίθεση με τις θέσεις του.

Με σοκάριζε πάντα αυτή η ιδέα του Τσε, ότι ο επαναστάτης πρέπει πάντα να κινείται με συναισθήματα αγάπης. Όταν χρειάζεται να συσσωρευτεί τόσο μίσος, ώστε να πούμε «φτάνει πια», πως είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτή η αρμονία αγάπης και μίσους;

Πιστεύω ότι η αγάπη και το μίσος πάνε μαζί, είναι απόλυτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Όποιος αγαπά την ελευθερία, μισεί το αντίθετό της, κάθε αγάπη που δεν περιλαμβάνει το μίσος είναι ατελής και υποκριτική. Σε αυτή την ιδέα του Τσε δεν υπάρχει ίχνος πουριτανισμού. Η πραγματικότητα της ζωής δεν έχει καμία σχέση με την υποκριτική ηθική.

Ο Τσε ζει;

Κοίτα, σε μια γη σαν την Λατινική Αμερική, που η ασθένεια της ανικανότητας είναι χρόνια και που στο όνομα του ρεαλισμού κηρύσσουν την παραίτηση και μας καλούν να περιμένουμε και να περιμένουμε, ελπίζοντας να κουραστούμε από την αναμονή, ο Τσε είναι ο ανυπόμονος, ο άνθρωπος της ελπίδας και γι’αυτό είναι ένας προφήτης, ένας είδος Ησαΐα της Λατινικής Αμερικής, ένας κήρυκας μιας άλλης εποχής. Ίσως πρέπει να πούμε ότι και εμείς επίσης, έχουμε την υπομονή να περιμένουμε τον Τσε, την επιστροφή του Τσε. Σίγουρα, ο Τσε ζει στον καθένα που πιστεύει σε αυτά που ο ίδιος πίστευε, και ζει μέσα στα μεγάλα λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα, σε αυτή τη γη που δεν την έχει καταδικάσει κανένας θεός σε αυτή την δυστυχία.

 

Πηγή: Nuestra America, 2003 (Fuente: SoloLiteratura.com y Bolivianet.com). Μετάφραση κειμένου: Βαγ. Γονατάς & Λ. Κωνσταντίνου από το Guevaristas

 

https://barikat.gr/content/agapimene-che

Advertisements

Ο Μιχαλολιάκος εκβιάζει τον Σαμαρά με εκλογές (βίντεο)

Ο Μιχαλολιάκος απειλεί τον Σαμαρά ότι θα έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ!

 

 

Σκληρό παζάρι επιβίωσης και δικαστικού κουκουλώματος κάνει η Χρυσή Αυγή, απειλώντας τον Α. Σαμαρά με εκλογές στις οποίες νικητής θα αναδειχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα, κλείνει και το μάτι για συνεργασία ή με την κυβέρνηση Σαμαρά «αν αλλάξει πολιτική» ή με ένα «νέο κόμμα».

 

Πρόκειται για ένα σχέδιο «εκλογικού ανταρτοπολέμου» με την παραίτηση ενός βουλευτή κάθε μήνα, όπως προκύπτει από συνέντευξη του αρχηγού της και ρεπορτάζ για τον προβληματισμό που αναπτύσσεται στη ΧΑ. Στόχος, η διατήρηση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και των συναφών προνομίων της ΧΑ και η διεξαγωγή συμπληρωματικών εκλογών κάθε μήνα. Εκλογών, στις οποίες η κυβέρνηση Σαμαρά θα πρέπει να αποδεικνύει ότι έχει μεγαλύτερη λαϊκή υποστήριξη από τον ΣΥΡΙΖΑ.

 

Στην περίπτωση αυτή, ο Α. Σαμαράς μην μπορώντας να αντέξει το μαρτύριο των συνεχών εκλογών θα είναι αναγκασμένος να προκηρύξει γενικές εκλογές. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Μιχαλολιάκος από τη μία απειλεί τον Σαμαρά ότι αν ο ίδιος πέσει, θα τον πάρει μαζί του και από την άλλη τείνει χείρα βοηθείας με το αζημίωτο, ή μάλλον με το ακαταδίωκτο.

 

Θα μπορούσε να σχολιάσει κανείς ότι η χούντα απειλεί τη δημοκρατία με τα όπλα της δημοκρατίας. Όπλα τα οποία η κυβέρνηση έχει όμως θάψει επειδή φοβάται τον λαό. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως, προφανώς και δεν φοβάται το όπλο των εκλογών, το όπλο της εκφρασμένης λαϊκής βούλησης και έχει δηλώσει ότι θα μετατρέψει ενδεχόμενη συμπληρωματική εκλογή σε διπλό δημοψήφισμα κατά της Χ.Α και του Μνημονίου.

 

(σχόλιο του Γ.Κ στην «Αυγή»)

 

 

«Αν η ΝΔ φύγει απ’ το μνημόνιο, αν διώξει τους λαθρομετανάστες, αν κόψει τους δεσμούς με την οικονομική ολιγαρχία, αν δώσει δυνατότητες στον λαό για προκοπή, τότε τίποτα δεν αποκλείεται, αν είναι να σωθεί η πατρίδα» απάντησε  σε σχετική ερώτηση, ενώ νωρίτερα είχε «τροποποιήσει» την απειλή για παραίτηση των βουλευτών του  με την ιδέα ότι θα μπορούσε να παραιτηθεί μόνον ο βουλευτής επικρατείας και να προκληθούν εκλογές μόνον γι αυτόν.

 

Σε κάθε περίπτωση, όπως είπε ο ίδιος, αν κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση Σαμαρά θα είναι κυβέρνηση μειοψηφίας. O αρχηγός της ΧΑ είπε επίσης οτι ακόμα δεν έχει ληφθει απόφαση για το αν και πόσοι βουλευτες θα παραιτηθούν και για το αν αυτο θα γίνει πριν ή μετα την παρέλευση του 18μήνου απο τις εκλογές του Ιουνίου 2012

 

 

 

 

Πηγή: avgi.gr

 

 

Επίδοξε ψηφοφόρε της Χ.Α. , θα είσαι το επόμενο θύμα των Φύρερ σου

Ο πολίτης Παύλος Φύσσας δεν είχε την τύχη να προστατευτεί

από τον υπουργό Προστασίας του Πολίτη,  είχε ωστόσο την τύχη να του αφιερώσει ο Νικόλαος  Δένδιας  ένα  πύρινο διάγγελμα. Ο Παύλος δεν ζούσε για να το ακούσει, αλλά μην τα θέλουμε και όλα δικά μας. Όπως και να το κάνουμε, το διάγγελμα του Δένδια ήταν ιστορικής σημασίας,  για πρώτη φορά  κορυφαίο στέλεχος της κυβέρνησης ονομάτισε την Χρυσή Αυγή. Μέχρι χθες, όλοι, με προεξάρχοντα τον Σαμαρά, μιλούσαν για ναζιστικό μόρφωμα, λες και το όνομα της Χρυσής Αυγής ήταν για το καθεστώς  ό, τι είναι για τους Εβραίους  το όνομα του Γιαχβέ:  Άμα το ξεστομίσεις, πεθαίνεις ακαριαία. Τελικά, πέθανε ο Παύλος Φύσσας και το καθεστώς αναγκάσθηκε  να πιάσει στο στόμα του το απαγορευμένο όνομα, με εξαίρεση τον εκπρόσωπο της Αστυνομίας, που αποκάλεσε τον δολοφόνο «οπαδό πολιτικού κόμματος». Ποιανού πολιτικού κόμματος; Των Οικολόγων, μήπως;

Τουλάχιστον  Παύλος Φύσσας αξιώθηκε  ένα διάγγελμα,  είναι βλέπετε ο πρώτος Έλληνας νεκρός, θύμα της Χρυσής Αυγής. Είχαν προηγηθεί δεκάδες νεκροί και τραυματίες, Πακιστανοί, Αφγανοί, Μπαγκλαντεσιανοί, Ινδοί, Πολωνοί, Αλβανοί. Είχε προηγηθεί ο 14χρονος Αφγανός  που χαρακώθηκε στο πρόσωπο, οι Αιγύπτιοι ψαράδες του Περάματος και οι Πακιστανοί εργαζόμενοι στους Μολάους, που δέχθηκαν δολοφονικές επιθέσεις  μέσα στα σπίτια τους.  Όλοι αυτοί  όχι μόνο υπουργικό διάγγελμα δεν αξιώθηκαν, ούτε καν το δάκρυ της Τρέμη δεν απάλυνε τον πόνο και τα εγκαύματά τους. Στα ψιλά των δελτίων περάσανε τα πάθη τους,  και στο κάτω- κάτω, αν θέλουνε οι μούρες τους, οι χαρακωμένες μούρες τους, διαγγέλματα, να γυρίσουν στις πατρίδες τους.

Ο Παύλος Φύσσας είναι ο πρώτος Έλληνας νεκρός, θύμα της Χρυσής Αυγής και αυτό ίσως  δημιουργήσει νέα δεδομένα, ίσως αναγκάσει  κάποιους από αυτούς που ψηφίζουν ή σκέφτονται να ψηφίσουν το ναζιστικό μόρφωμα να δουν το πράγμα με άλλο μάτι.  Δεν αναφέρομαι στους ναζιστές, τους φασίστες, τους δωσίλογους, τους ταγματασφαλίτες, αυτοί είναι τελειωμένες υποθέσεις. Εννοώ τους χιλιάδες ανθρώπους, τους  νέους κυρίως ανθρώπους, που νομίζουν ότι ψηφίζοντας την Χρυσή Αυγή τιμωρούν το σύστημα, που νομίζουν ότι θα κάνουν επανάσταση , τρομάρα τους, μέσω του Μιχαλολιάκου και του Κασιδάρη. Τώρα είδαν με τα μάτια τους το πτώμα ενός νέου έλληνα, ενός συμπατριώτη τους  που έχει το ίδιο πρόσωπο με αυτούς, το είδαν με τα μάτια τους και ίσως τώρα να αρχίσουν τα μάτια τους σιγά- σιγά να ανοίγουν.

Να ανοίξουν τα μάτια τους και να διαβάσουν κανένα βιβλίο , για να μάθουν ότι οι ναζί δεν σκότωναν μόνο τους ξένους, σκότωναν και τους δικούς τους, τους Γερμανούς. Τους Εβραίους Γερμανούς, τους τσιγγάνους Γερμανούς, τους ανάπηρους Γερμανούς, τους ομοφυλόφιλους Γερμανούς, τους εχθρούς  του καθεστώτος, τους εχθρός εντός του καθεστώτος. Να διαβάσουν για  τη νύχτα της 2ας Ιουλίου του 1934, τη Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών,  τότε που  ο Χίτλερ δολοφόνησε  το στενό του συνεργάτη Ερνστ  Ρεμ και τους 200 στρατιώτες του από τα SA, τα περίφημα Τάγματα Εφόδου. Κι αν δεν θέλουν να διαβάσουν βιβλία,  ας δούνε τους «Καταραμένους» του Λουκίνο Βισκόντι,  για να απολαύσουν την άνεση με την οποία η ναζί σκότωναν τα δικά τους παιδιά.  Ας δούνε έστω ένα από τα δεκάδες ντοκιμαντέρ για τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, μπας και μάθουν επιτέλους ότι η ναζιστική εποποιία άφησε ξοπίσω της επτά εκατομμύρια νεκρούς Γερμανούς, πέντε εκατομμύρια στρατιώτες και δύο εκατομμύρια αμάχους.

Στην αρχή το κτήνος θα μαχαιρώσει  τους άλλους, τους διαφορετικούς, τους κακούς , μετά θα πάρει  το  μαχαίρι που εσύ ο ίδιος του έχεις  δώσει και θα σου το καρφώσει στην καρδιά. Και τότε, φίλε μου, δεν θα έχει μείνει κανείς για να σε θρηνήσει.

«Η ουδετερότητα είναι συνενοχή»

Κείμενο από την Kαλλιτεχνική Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης Αγάπη Ρε+ για τη δολοφονία του Π. Φύσσα και «τη νύχτα που θα πέσει οριστικά αν δεν αντιδράσουμε άμεσα»

Η στενοχώρια μας σήμερα δεν χωράει σε λόγια και δεν θέλουμε καθόλου να εκμεταλλευτούμε ένα τραγικότατο γεγονός για ανούσια ρητορική. Γίνεται όμως πολύ μεγαλύτερη η θλίψη, όταν σκεφτούμε πως οι τόσες ως τώρα κρυφές ή φανερές δολοφονίες αλλοδαπών δεν συγκίνησαν παρά ένα ελάχιστο κομμάτι της κοινής γνώμης.

Θέλουμε λοιπόν να πούμε μόνο κάτι που σε μας ήταν ξεκάθαρο εξ αρχής: η ουδετερότητα είναι συνενοχή. Δεν μπορούμε να συζητάμε πολιτικάντικα για νεοναζιστικά μορφώματα με κοινοβουλευτικό μανδύα. Η μόνη τους ιδεολογία είναι ο φόνος-καθαρά και ξάστερα. Ένας υποστηρικτής τους -με την ψήφο ή με τα λόγια- δολοφονίες υποθάλπει.

Να γνωρίζει ότι το ξέρουμε. Οφείλουμε να αντιδράσουμε άμεσα-ως πολίτες, όχι ως εκδικητές (δεν θα πέσουμε στην εφιαλτική παγίδα). Αλλιώς-πολύ πιο σύντομα κι απ’ό,τι νομίζουμε-η νύχτα θα πέσει οριστικά.

Σπύρος Γραμμένος
Φοίβος Δεληβοριάς
Στάθης Δρογώσης
Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Γιώργος Καραδήμος
Θέμης Καραμουρατίδης
Κωστής Μαραβέγιας
Νατάσσα Μποφίλιου
Μανώλης Φάμελλος
Μαριέττα Φαφούτη
RadioSol

 

Πηγή: Αγάπη Ρε+

 

Η Χρυσή Αυγή σκοτώνει, γιατί Σαμαράς και Βενιζέλος σιχαίνονται τα αίματα

 

Του Κώστα Βαξεβάνη

Ο Παύλος Φύσσας, μέλος του αντιφασιστικού κινήματος δολοφονήθηκε από αγέλη φασιστών. Είναι μια πολιτική δολοφονία στην Ελλάδα του success story. Θα συνέβαινε κάποια στιγμή, όχι μόνο γιατί στο φασισμό μετά τους μετανάστες, τους ρομά, τους ομοφυλόφιλους, έρχεται η σειρά σου. Χτυπάει η πόρτα και είναι αυτοί στους οποίους δεν αρέσεις. Η πολιτική δολοφονία θα συνέβαινε γιατί ο φασισμός, δεν είναι ανατροπή, είναι καλογυαλισμένο γρανάζι στο μηχανισμό υποταγής. Δεν είναι αντίσταση, είναι τυφλή βία για να μην υπάρξει καμιά αντίσταση και κυρίως σε συγκεκριμένη κατεύθυνση.

Η θεωρία των «δύο άκρων», ήθελε νεκρό για να αποκτήσει υπόσταση και πειστικότητα. Συστηματικά καλλιεργούν αυτή την αντίληψη που εξισώνει το φασισμό με δημοκρατικά πολιτικά κόμματα, που δίνουν μάχη για μια Δημοκρατία που χάνει όλο και περισσότερα εξαιτίας των πολιτικών τους. Θέλουν έτσι να φοβίσουν τον κόσμο, να συκοφαντήσουν και βέβαια να δικαιολογηθούν. Με τον τρόπο αυτό οδηγούν σιωπηλά στο συμπέρασμα «μπορεί να είμαστε απατεώνες, κλέφτες, ψεύτες, αλλά μαζί μας είσαστε ασφαλείς».

Η τακτική τους όμως έχει μια αντίφαση. Από την μία η θεωρία των δύο άκρων φαίνεται να αναγνωρίζει πολιτικές αιτίες σε αυτό που γίνεται (σύγκρουση άκρων) και ταυτόχρονα ζητάνε μια απολίτικη, «οικουμενική» συνστράτευση. Η άνοδος του φασισμού στην Ελλάδα έχει πολιτικές αιτίες. Ο Σαμαράς έθεσε τους μετανάστες στην πολιτική ατζέντα ως το βασικό πρόβλημα φτιάχνοντας μάλιστα στρατόπεδα συγκέντρωσης. Ο Σαμαράς μετέτρεψε τις ακροδεξιές απόψεις στο κόμμα του που κυκλοφορούσαν λάθρα, σε επίσημη γραμμή. Ο Σαμαράς ταυτίζει τον πατριώτη με τον ακροδεξιό και τον θρήσκο. Ο Σαμαράς έβαλε σε επιτελικές και κυβερνητικές θέσεις χουντικούς, αρνητές του ολοκαυτώματος και αναθεωρητές του ναζισμού. Ο Βενιζέλος συμφώνησε και χρησιμοποίησε τον μπαμπούλα της Χρυσής Αυγής για να κρύψει πόσο τέρας είναι ο ίδιος και η πολιτική του.

Ο φασισμός δεν φυτρώνει ως μανιτάρι στο δάσος. Κάποιοι τον ποτίζουν συστηματικά. Την δεκαετία του ‘60, από τα απομεινάρια των εθνικοφρόνων φασιστών δημιούργησαν το παρακράτος για να αναχαιτίσουν την Αριστερά. Σήμερα δουλεύουν με τη Χρυσή Αυγή. Τόσο απλά.

Όσοι πραγματικά ανησυχούν για το φαινόμενο, είναι υποχρεωμένοι να το κατεβάσουν από το κάδρο του φόβου και να το δουν κατάματα. Είναι δυνατόν να σε φοβίζει η Χρυσή Αυγή, αλλά όχι η καταστροφή μιας χώρας η οποία της δίνει τη δυνατότητα να σπεκουλάρει; Είναι δυνατόν να φοβάσαι πως θα καταλυθεί η Δημοκρατία από τη Χρυσή Αυγή, αλλά να μην βλέπεις πως δεν θα μείνουν και πολλά να καταλύσει η Χρυσή Αυγή; Είναι δυνατόν να φοβάσαι τα ζώα του φασισμού, αλλά να μην φοβάσαι τη ζούγκλα που έχει μετατραπεί η χώρα που της έκοψαν σχολεία, νοσοκομεία, τους μισθούς, την ίδια την ανάσα και το όνειρο; Είναι δυνατόν να σε φοβίζει ο φασισμός και να μην καταλαβαίνεις πως στην Ελλάδα του Σαμαρά και του Βενιζέλου, ο φασισμός δεν θα υπήρχε αν δεν υπήρχε ο νεοφιλελευθερισμός τους; Αν δεν έπαιρναν από αυτούς που δεν έχουν για να κάνουν πιο πλούσιους αυτούς που έχουν; Αν δεν εξόργιζαν τον κόσμο για να στρατολογήσουν οι φασίστες οργή και απόγνωση;

Τα 3 τελευταία χρόνια συστηματικά δημιουργείται η εντύπωση, πως χρειάζεται μια στάση ευθύνης, που δεν είναι τίποτα άλλο από πραότητα και αποδοχή. Επιδοτημένοι ψευτοδιανοούμενοι, καθηγητές Πανεπιστημίου που είναι δημιουργήματα των δημοσίων σχέσεων και του κομματισμού, ξεπεσμένοι λαϊφστυλάδες που αντικατέστησαν τις συνταγές ωχαδερφισμού και καλοπέρασης με το προσκύνημα του νεοφιλελευθερισμού της συλλογικής ευθύνης, προτάσσουν την απομάκρυνση από την ένταση «απ όπου κι αν προέρχεται». Αρκεί να μην δούμε την πολιτική από εκεί που προέρχεται.

Σε αυτό ακριβώς το κλίμα, εχθρός είναι η Χρυσή Αυγή που σκοτώνει, αλλά όχι οι πολιτικές που σκοτώνουν. Οι φασίστες που θα φτιάξουν γκέτο, αλλά όχι οι κυβερνήσεις που ήδη έφτιαξαν. Μπορεί να μην είναι ανοιχτά οπαδοί του ευγονισμού του Χίτλερ, αλλά αποδέχονται στην κοινωνία να επικρατεί η φυσική επιλογή και ο οικονομικός ευγονισμός. Όποιος δεν αντέξει, είναι γιατί δεν άξιζε να ζει και όχι γιατί τον σκότωσε ο Άδωνις. Μπορεί να μην διαχωρίζουν τους ανθρώπους σε λευκούς και μαύρους ακόμη, αλλά τους διαχωρίζουν σε αυτούς που έχουν δικαίωμα στη μόρφωση, την υγεία, τη ζωή και σε αυτούς που δεν έχουν.

Σε μια δημοκρατία που λειτουργεί, σε μια χώρα με κοινωνική Δικαιοσύνη, σε μια Ελλάδα που όλοι μπορούν να ζήσουν, δεν μπορεί ούτε να υπάρξει Χρυσή Αυγή, ούτε να σκοτώσει. Σε μια χώρα που καταρρέει η Χρυσή Αυγή είναι εργαλείο. Το εργαλείο του Σαμαρά και του Βενιζέλου. Και καμιά φορά αυτό το εργαλείο είναι μαχαίρι που σκοτώνει με θράσος έναν άνθρωπο (όχι μετανάστη πια) μπροστά στα μάτια δεκάδων άλλων. Δεν έχω καμιά αμφιβολία πως οι ίδιοι σιχαίνονται τα αίματα. Όπως και όλοι οι ηθικοί αυτουργοί.

Πανεπιστήμιο όχι μόνο για όλους, αλλά για όλα!

Πώς φτάσαμε ως εδώ;

Του Παναγιώτη Δήμα

«Από τα πολλά άτομα τα οποία είμαι, από τα οποία είμαστε, δεν μπορώ να κατασταλάξω σε ένα μόνο.»
Πάμπλο Νερούδα, “Είμαστε πολλοί”

Ας μην γελιόμαστε, το δημόσιο πανεπιστήμιο βρίσκεται σε κρίση… Οι ίδιοι οι όροι για τη συνέχιση της λειτουργίας του κάθε μέρα γίνονται πιο δύσκολοι και ανυπέρβλητοι. Σε πολλά ιδρύματα κόβονται μια και καλή οι πανεπιστημιακές σημειώσεις και εκδόσεις, οι εκφωνήσεις για τις ασκήσεις και τις εργασίες τυπώνονται πια από τους φοιτητές, τα εργαστήρια και οι αίθουσες διδασκαλίας ψάχνουν απεγνωσμένα λέκτορες, βοηθούς και διδακτικό προσωπικό για να τις γεμίσουν. Οι διάδρομοι έχουν χάσει αυτή την ευχάριστη ανακατωσούρα με τα σπρωξίματα, το συνωστισμό, τις αναπάντεχες (και πολλές φορές ακόμη και αμήχανες) συναντήσεις με ανθρώπους που μοιράζονται μαζί σου τα ίδια άγχη και τις ίδιες ανησυχίες, τα ίδια όνειρα και την ίδια καθημερινότητα.

Το «άλλο»

Οι αιτίες γι΄ αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση είναι πολύπλευρες και διαφορετικές, αλλά σίγουρα κάποιες από αυτές είναι αντικειμενικές και άλλες υποκειμενικές. Με άλλα λόγια, πολλές από αυτές πηγάζουν από τον ίδιο το χαρακτήρα του πανεπιστημίου: οι περισσότεροι φοιτητές ψάχνουν πως θα μαζέψουν όλο και περισσότερες δεξιότητες και ατομικές ικανότητες, τα μαθήματα τα αντιμετωπίζουμε σαν ένα εργαλείο για να γίνουμε καλύτεροι επαγγελματίες από τον διπλανό μας, ενώ συχνά καταλαβαίνουμε τη σχέση μας με τους διδάσκοντες (όποιοι κι αν είναι αυτοί) σε ένα μεταφυσικό επίπεδο, όπου ο ένας κατέχει την απόλυτη αυθεντία ενώ ο άλλος τίποτα. Παράλληλα, τα μαθήματά μας φαίνεται να χωρίζονται από κάποια στεγανά, κάποιους διαχωριστικούς τοίχους όπου δεν τα αφήνουν να μπλεχτούν, να αλληλοαμφισβητηθούν, να σχηματίσουν κρίση και προβληματισμούς. Ακόμη κι ο ελεύθερος χρόνος μας έχει μετατραπεί σε μια γκρίζα ζώνη, σε μια μαύρη τρύπα που καταπίνει τις ανάγκες μας. Έχει γίνει μια αχαρτογράφητη περιοχή που χρησιμεύει μόνο στην προετοιμασία των μαθημάτων και των υποχρεώσεων της επόμενης μέρας και όχι στη δοκιμασία όλων όσων αποκομίζουμε από το πανεπιστήμιο εκεί που πραγματικά μετράνε: έξω στους δρόμους και στην κοινωνία.

Το «δικό μας»

Από την άλλη, πολλές από τις αιτίες έχουν να κάνουν με εμάς τους ίδιους και φυσικά με τον τρόπο που όλη αυτή η γενικευμένη μελαγχολία μας έχει επηρεάσει και μας επηρεάζει κάθε μέρα. Μέσα στο πανεπιστήμιο γίνεται δύσκολο έως ακατόρθωτο να εντοπίσουμε την κοινότητα. Όχι τη λέξη φυσικά, αυτή μπορεί να την βρει οποιοσδήποτε αν δει μερικούς ανθρώπους μαζεμένους έξω από ένα κυλικείο ή ένα αμφιθέατρο, αλλά την έννοια. Την αντίληψη ,δηλαδή, ότι το πανεπιστήμιο δεν είναι χώρος κατάρτισης αλλά πάνω απ’ όλα είναι κοινωνικός χώρος. Την αντίληψη που πάνω και πέρα απ’ όλα είναι συναντίληψη, είναι η δύναμη που μας κινητοποιεί να συζητάμε μεταξύ μας, να αποφασίζουμε για τη ζωή και τις αξίες μας, να διαφωνούμε και να συνθέτουμε, να βρισκόμαστε όλοι μαζί όταν όλος ο κόσμος μας θέλει χώρια και απομονωμένους. Την έννοια που θέλει και επιδιώκει ένα ελεύθερο πανεπιστήμιο όπου η επανοικειοποίηση και η επανάχρηση ενός κλειστού δημόσιου χώρου (όπως ένα κυλικείο ή μια άδεια αίθουσα) δε θα συμβολίζει μια παράνομη πράξη αλλά μια νέα καθημερινότητα.

Τα όνειρά μας κομμάτι ενός νέου παραδείγματος

Όμως, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από την παραπάνω κατάσταση μπορούμε αλήθεια να το κάνουμε βασισμένοι σε παλιές έννοιες και σε παλιά εργαλεία? Ή μήπως ενώ αντιστεκόμαστε στην εντεινόμενη εξαθλίωση επιδιώκουμε να γυρίσουμε σε μια παλιά κατάσταση πριν την κρίση όπου όλα ήταν καλώς καμωμένα? Η απάντηση οφείλει να είναι όχι και στα δύο. Από τη μια μεριά γιατί δε μπορούμε να φανταστούμε μια διαδικασία που θα μετασχηματίσει το πανεπιστήμιο χωρίς να μετασχηματίσει και τους ίδιους τους φορείς και τα υποκείμενά της, δηλαδή τους ίδιους τους φοιτητές. Από την άλλη μεριά γιατί το παλιό πανεπιστήμιο δημιουργούσε ακριβώς τις προϋποθέσεις και έστρωνε το έδαφος για τον πλήρη εξευτελισμό του, αναπαράγοντας τον αποκλεισμό και την εκμετάλλευση των φοιτητών-μελλοντικών εργαζόμενων μέσα από τις δομές και τις πρακτικές του…

Όμως τελικά εμείς ποιο πανεπιστήμιο θέλουμε;

Η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο άμα δούμε όλοι μας τις διαφορετικές αφετηρίες μας, τις προσωπικές και συλλογικές μας ανησυχίες, τις διαφορετικές όψεις των χαρακτήρων, των προσωπικοτήτων, των εαυτών μας. Αν όλοι αναρωτηθούμε για τις κοινωνικές μας ανάγκες αλλά και τις πολλαπλές μας ταυτότητες εν τέλει. Σίγουρα, όμως, ξεκινώντας από την διαίσθηση και την εμπειρία μπορούμε να «πιάσουμε» φευγαλέα κάποιες όψεις του…
Πρώτα-πρώτα, είναι ξεκάθαρη η απόσταση ανάμεσα στον καθηγητή-διδάσκοντα και τον φοιτητή-διδασκόμενο. Η απόσταση αυτή, όμως, δεν πρέπει να διανυθεί αλλά να καταργηθεί: να αμφισβητήσουμε και τις δύο έννοιες. Μέσα από διαδικασίες που έχουν στον πυρήνα τους το συμμετοχικό και το αντιπαρατιθέμενο. Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, ένα σχήμα όπου για την εκπόνηση ενός θέματος οι φοιτητές θα λειτουργούν σε ομάδες σε μια αίθουσα. Με τους καθηγητές να κατεβαίνουν από την έδρα ή το βήμα τους και να περπατούν ανάμεσα στους φοιτητές, όχι λύνοντας απορίες αλλά εμπλεκόμενοι κι οι ίδιοι στη διαδικασία μάθησης. Από την άλλη, οι φοιτητές βοηθούν άλλες ομάδες ενώ εξερευνούν πολλαπλές προσεγγίσεις στο ίδιο πρόβλημα ξεκινώντας από πολλά διαφορετικά ερεθίσματα. Σκεφτείτε μια διάλεξη όπου δε θα εκφωνείται μία αλήθεια και μία αντίληψη, αλλά δύο ή περισσότερες διαφορετικές και μετά θα ακολουθεί συζήτηση ανάμεσα στον “από πάνω” και τους “από κάτω”. Συζήτηση που θα αποτυπώνεται σε επόμενες διαλέξεις που θα προετοιμάζουν οι ίδιοι οι φοιτητές, αναλαμβάνοντας περιοδικά το ρόλο του διδάσκοντα.

Σε ένα δεύτερο χρόνο, είναι μεγάλη η αντίθεση και ο διαχωρισμός ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική. Μια αντίθεση που ιστορικά δεν δικαιολογείται αν δούμε την παραγωγή επιστημονικής θεωρίας ως απότοκο της παρατήρησης και του πειράματος. Η λογική αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα από ένα μοντέλο που θα βασίζεται στο πανεπιστήμιο του παραδείγματος, των εργαστηρίων και των workshop, του κοινωνικού πειραματισμού και της αυτενέργειας. Ένα εργοτάξιο σε μικρογραφία, η εκπόνηση ενός σχεδίου ανάπλασης για μια περιοχή στο κέντρο μιας πόλης, η συνέντευξη από κατοίκους περιοχών για το πώς φαντάζονται τη γειτονιά τους, μια μορφή και ένα πλαίσιο συμμετοχικού σχεδιασμού μιας επαρχίας-πόλης-κοινότητας καταργούν τα στεγανά ανάμεσα στο πανεπιστήμιο που σκέφτεται και την κοινωνία που εκτελεί. Η ίδια η κοινωνία εμπλέκεται σε μια συνεχή διαδικασία αναθεώρησης, σκέψης και παραγωγής γνώσης. Το πανεπιστήμιο και η γνώση με άλλα λόγια κοινωνικοποιούνται ενώ το κοινωνικό στοιχείο πολιτικοποιείται μέσω της αυτοθέσμισης των διαφόρων ομάδων (οργανωμένων ή αυθόρμητων).

Παράλληλα, ένα πανεπιστήμιο εκφράζει και μια χωρικότητα. Και όταν λέμε χωρικότητα δεν εννοούμε μόνο την έκταση που καταλαμβάνει, αλλά τους μετασχηματισμούς και τις αλλαγές που προκαλεί στον ίδιο το χώρο και την αντίληψη που τρέφουμε και αναπαράγουμε γι αυτόν. Μια ομάδα φοιτητών που “μπουκάρει” σε ένα άδειο δωμάτιο για να το μετατρέψει σε χώρο διαλόγου, ζύμωσης και ικανοποίησης καθημερινών αναγκών ανοίγει καινούριους δημόσιους χώρους εντός των σχολών, μετατοπίζει τους παλιούς, αναγκάζει απόμακρο κόσμο να ξαναβρεί το κοινωνικό, να θυμηθεί ή να μάθει πως συζητάμε. Ένα πανεπιστήμιο ή ένας φοιτητικός σύλλογος που διοργανώνει μια εξωστρεφή δράση σε μια πλατεία ή σε ένα κεντρικό χώρο διευρύνει την έννοια του ασύλου και της αντίστασης εκτός των τειχών του, ενώ αναδεικνύει τις αρχές της αλληλεγγύης και της αυτονομίας. Ένα κοινωνικό παντοπωλείο σε κάθε σχολή γεννά αποκεντρωμένα πρότυπα παραγωγής, ενώ πολεμά την υπεραξία που αποσπάται από το κόστος μετακίνησης των αγαθών.

Συν τοις άλλοις, ένα ριζοσπαστικό πανεπιστήμιο είναι αυτό που συνδέεται οργανικά με την παραγωγή. Όχι όμως με μια παραγωγή που βασίζεται στη στοχοθεσία του κέρδους και της εμπορευματικής ολοκλήρωσης, αλλά μια παραγωγή που θα δημιουργεί μέσα στο πανεπιστήμιο εστίες αποανάπτυξης, παράγοντας ιδέες και καινοτομίες σε πολλά επιμέρους σημεία και διασπαρμένους χώρους και αντιστεκόμενη σε ένα πρότυπο που θέλει τις ιδέες να δημιουργούνται κεντρικά σε ένα “καταξιωμένο θύλακα γνώσης” και έπειτα να διανέμονται. Μια παραγωγή που θα δημιουργεί ανθρώπους με ολόπλευρες προσωπικότητες, που θα αφομοιώνουν στην πράξη το σύνολο των διαδικασιών και θα περνούν από τον ένα κλάδο στον άλλο, σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας ή με την ατομική τους κλίση.

Ταυτόχρονα, υπό καθαρή αμφισβήτηση οφείλει να μπει και η ίδια οντότητα της γνώσης, το αντικείμενό της, καθώς και οι πυρήνες που την εκπέμπουν. Ήρθε μάλλον η στιγμή να πιστέψουμε σε ένα πανεπιστήμιο, στο οποίο η γνώση, δεν θα κατοικεί στα κεφάλια λίγων και εκλεκτών, ούτε θα σαπίζει σε σκονισμένες βιβλιοθήκες, αλλά θα ανανεώνεται και θα αλληλεπιδρά πλήρως με την καθημερινότητα και τις ανάγκες των φοιτητών. Αυτό καταβαραθρώνει το πρότυπο μιας πανεπιστημιακής ελίτ, που ανταγωνίζεται σε ένα υψηλό επίπεδο, πίσω από κλειστές πόρτες εργαστηρίων, αλλά παράλληλα δίνει την ευκαιρία για μια ανατροφοδότηση στην πανεπιστημιακή έρευνα, και την καθοδήγηση της σε πιο ανθρωποκεντρικούς δρόμους.

Φτάνοντας στο τέλος αυτού του κειμένου ίσως να αντηχήσουν περίεργες φωνές, φωνές της κανονικότητας. Μα η αγορά μας θέλει ανταγωνιστικούς με χαρτιά και εργασιακές εμπειρίες, εργαζόμενους χωρίς σύνορα! Θέλω άμεσες λύσεις θα σκεφτείς, οι οποίες θα μου δώσουν το χαρτζιλίκι, ή γιατί όχι και την καριέρα της επόμενης ημέρας. Το πανεπιστήμιο οφείλει να μου δώσει εφόδια, τα οποίο θα έχουν αντίκρισμα επαίνων και αργότερα οικονομικών απολαβών.

Μα κάπου εδώ μπαίνει σα σφήνα η πολιτική. Γιατί πολιτική δεν είναι μόνο ο βαρετός τύπος στο τραπεζάκι της σχολής που θα μιλήσει για καλύτερες μέρες, ούτε μόνο η παρουσία και η ψήφος σε μια συνέλευση. Πολιτική είναι και ο τρόπος που επιλέγεις να μάθεις, πολιτική είναι και η καθημερινή παρουσία στη Σχολή, πολιτική είναι και η επιλογή ή μη να συλλογικοποιούμε τις προβληματικές μας, να βγάζουμε τον μπαμπούλα απ’ την ντουλάπα, να μιλάμε για ελλείπεις σημειώσεις, για εντατικοποίηση των ρυθμών ζωής και διαβάσματος, για αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών, πράγματα που μας αφορούν άμεσα  και μέχρι τώρα ρυθμίζονταν από μια αόρατη αυθεντία: τους εκάστοτε τεχνοκράτες και ειδικούς.

Να μην μπει λουκέτο στην ιστορία του ΕΜΠΡΟΣ

Για μια ακόμη φορά, το ελληνικό δημόσιο επιχειρεί να σφραγίσει το Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ, έναν αυτοδιαχειριζόμενο χώρο πολιτισμού στην καρδιά της πόλης. Μετά το σφράγισμα του θεάτρου, χτες το πρωί, από υπαλλήλους του ΤΑΙΠΕΔ, με εντολή εισαγγελέα και αστυνομική συνοδεία, οι ομάδες που δραστηριοποιούνται στο ΕΜΠΡΟΣ καλούν σήμερα σε ανοιχτή συνέλευση για να αποφασίσουν τη συνέχιση των δράσεών τους.

Της Έφης Γιαννοπούλου

 

Το ιστορικό κτίριο του τυπογραφείου ΕΜΠΡΟΣ, στη Ρήγα Παλαμήδου 2, στου Ψυρρή, έχει φιλοξενήσει από το 1933 πολλές ιστορίες. Τυπογραφείο της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ από το 1933 μέχρι το 1985, φιλοξενεί από το 1989 τον θεατρικό οργανισμό «Μορφές» των Τάσου Μπαντή, Ράνιας Οικονομίδου και Δημήτρη Καταλειφού, αφήνοντας εποχή στα θεατρικά πράγματα της πόλης τόσο με τις παραστάσεις του όσο και με τη δραματική σχολή του από την οποία αποφοίτησαν μερικοί από τους καλύτερους ηθοποιούς της νέας γενιάς. Εγκαταλελειμμένο και ρημαγμένο για επτά χρόνια, ξεκινά έναν νέο κύκλο ζωής το 2011 όταν η Κίνηση Μαβίλη αποφασίζει να επανενεργοποιήσει το χώρο σε ένα εγχείρημα καλλιτεχνικό αλλά και με την ευρεία έννοια πολιτικό. Για ένα χρόνο το ΕΜΠΡΟΣ γίνεται και πάλι το κέντρο μιας πρωτοποριακής ιστορίας. Πέρα από τις πεπατημένες προσεγγίσεις και αναζητώντας δομές που θα ανταποκρίνονται στη σύγχρονη κατάσταση, η Κίνηση Μαβίλη ορίζει τους δικούς της άξονες δράσης: Δωρεάν είσοδος σε παραστάσεις και εκδηλώσεις, συλλογικότητα στη διαχείριση, προσκλήσεις σε νέους καλλιτέχνες, άνοιγμα στη γειτονιά και σε συλλόγους μεταναστών, συνεργασίες με καλλιτέχνες και εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού, επέκταση σε νέα καλλιτεχνικά και επιστημονικά πεδία, ερευνητική δουλειά, είναι μόνο κάποιοι από αυτούς.

Ένα χρόνο μετά, τον Οκτώβριο του 2012, το ΕΜΠΡΟΣ βρίσκεται για πρώτη φορά στο στόχαστρο της Πολιτείας και της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας. Μια πρώτη απόπειρα σφραγίσματος του χώρου θα αποτύχει χάρη σε μια ευρεία κινητοποίηση, που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της Κίνησης Μαβίλη, με στόχο το ΕΜΠΡΟΣ να παραμείνει ανοιχτό και αυτοδιαχειριζόμενο. Με την κινητοποίηση συντάσσονται ανοιχτά και δύο από τις δημοτικές παρατάξεις του Δήμου Αθηναίων (Ανοιχτή Πόλη, ΑΝΤΑΡΣΥΑ), ενώ το δημοτικό συμβούλιο σε μια συνεδρίαση του παίρνει απόφαση υπέρ της συνέχισης της λειτουργίας του θεάτρου, απόφαση που όμως ποτέ δεν καταγράφεται σε επίσημα πρακτικά. Σε μια συγκυρία που ιστορικές καταλήψεις της Αθήνας δέχονται επίθεση από το κράτος και κλείνουν μέσα σε έναν καταιγισμό συκοφαντιών, παραπλάνησης της κοινής γνώμης και λογυδρίων περί νομιμότητας, τάξης και ασφάλειας, το ΕΜΠΡΟΣ καταφέρνει να μείνει ανοιχτό, γυρίζοντας για μια ακόμα φορά σελίδα στην ιστορία του.

Από το Δεκέμβριο του 2012 μέχρι σήμερα το θέατρο ΕΜΠΡΟΣ λειτουργεί ως «Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ» και στεγάζει πολλές συλλογικότητες και άτομα που βρέθηκαν αντιμέτωπα με μια μεγάλη πρόκληση: τη συνύπαρξη πολλών διαφορετικών απόψεων, τόσο για την καλλιτεχνική δημιουργία όσο και για την πολιτική παρέμβαση. Με κεντρικό όργανό του την ανοιχτή του συνέλευση, το ΕΜΠΡΟΣ έχει προσφέρει μέχρι σήμερα, σε έναν χώρο που διατηρεί πολλά από τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης περιόδου του (Κίνηση Μαβίλη), πλήθος εκδηλώσεων: μίνι θεματικά φεστιβάλ (Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, QueerFestival) και πολυθεματικά ολιγοήμερα φεστιβάλ («Πού είμαστε τώρα» και «Τι κόντεψα να στερηθώ»), συζητήσεις σχετικά με την πολιτική επικαιρότητα (Σκουριές και μεταλλεία, Διαπόμπευση οροθετικών, «4η Αυγούστου σήμερα / Μέρες του ‘36», «Συζήτηση για το κέντρο της Αθήνας), κινηματογραφικές προβολές, τακτικό χαριστικό παζάρι βιβλίων, συλλογικές κουζίνες, καλλιτεχνικές και λογοτεχνικές δράσεις από μετανάστες («Με νύχια και με δόντια για τα δικαιώματά μας»), παρουσιάσεις βιβλίων κ.ά. Ταυτόχρονα ο χώρος ήταν ανοιχτός σε οποιαδήποτε ομάδα ήθελε να τον χρησιμοποιήσει προκειμένου να προετοιμάσει ή να παρουσιάσει το έργο της.

Χτες για μια ακόμη φορά, το ΕΜΠΡΟΣ βρίσκεται στο στόχαστρο του Δημοσίου. Υπάλληλοι του ΤΑΙΠΕΔ, με εντολή εισαγγελέα και συνοδευόμενοι από αστυνομικούς, σφράγισαν χτες το πρωί το θέατρο. Βαριές σιδερένιες μπάρες φράζουν πλέον την είσοδο και ο χώρος φυλάσσεται από ιδιωτικό αστυνομικό. Τόσο η ανακοίνωση του ΤΑΙΠΕΔ, που βγήκε λίγες ώρες αργότερα, όσο και άρθρο σε διαδικτυακό τόπο προαναγγέλλουν την πώληση του κτιρίου της Ρήγα Παλαμήδου 2 μέχρι το τέλος του χρόνου μέσω ηλεκτρονικής δημοπρασίας. Μεταξύ άλλων το ΤΑΙΠΕΔ επικαλείται ζητήματα ασφάλειας, νομιμότητας, αλλά και διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος, ανάδειξης της ιστορικής αξίας του κτιρίου και αναβάθμισης της περιοχής. Τίποτα από αυτά όμως δεν ανήκει στις αρμοδιότητές του, οι οποίες περιορίζονται στην πώληση δημόσιας περιουσίας αποκλειστικά και μόνο για την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας.

Σε μια δύσκολη συγκυρία και σε μια από τις δυσκολότερες γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, το ΕΜΠΡΟΣ αποτέλεσε για δύο χρόνια και μέχρι σήμερα ένα κοινό αγαθό, έναν ζωντανό χώρο συνάντησης, ανταλλαγής, πειραματισμού, καλλιτεχνικής δημιουργίας. Πώς αποτιμάται άραγε το δημόσιο συμφέρον που επικαλείται η ανακοίνωση του ΤΑΙΠΕΔ για να δικαιολογήσει την πώλησή του; Ποιο τίμημα μπορεί να υπερβεί τη σημασία ενός ανοιχτού σε όλους χώρου πολιτισμού στο κέντρο της πόλης; Θα θυσιαστεί το ΕΜΠΡΟΣ για μερικές χιλιάδες ευρώ που θα καταλήξουν στη μαύρη τρύπα του χρέους;

Άτομα και συλλογικότητες που δραστηριοποιούνται τους τελευταίους μήνες στο ΕΜΠΡΟΣ απευθύνουν έκκληση για συμπαράσταση και καλούν σήμερα Τρίτη 17/9 στις 7:00 μ.μ. σε ανοιχτή συνέλευση στην πλατεία Αγ. Αναργύρων, έξω από το θέατρο, για να αποφασίσουν τη δράση τους από εδώ και στο εξής.

http://unfollow.com.gr/blog/item/291-embros.html