Πανεπιστήμιο όχι μόνο για όλους, αλλά για όλα!

Πώς φτάσαμε ως εδώ;

Του Παναγιώτη Δήμα

«Από τα πολλά άτομα τα οποία είμαι, από τα οποία είμαστε, δεν μπορώ να κατασταλάξω σε ένα μόνο.»
Πάμπλο Νερούδα, “Είμαστε πολλοί”

Ας μην γελιόμαστε, το δημόσιο πανεπιστήμιο βρίσκεται σε κρίση… Οι ίδιοι οι όροι για τη συνέχιση της λειτουργίας του κάθε μέρα γίνονται πιο δύσκολοι και ανυπέρβλητοι. Σε πολλά ιδρύματα κόβονται μια και καλή οι πανεπιστημιακές σημειώσεις και εκδόσεις, οι εκφωνήσεις για τις ασκήσεις και τις εργασίες τυπώνονται πια από τους φοιτητές, τα εργαστήρια και οι αίθουσες διδασκαλίας ψάχνουν απεγνωσμένα λέκτορες, βοηθούς και διδακτικό προσωπικό για να τις γεμίσουν. Οι διάδρομοι έχουν χάσει αυτή την ευχάριστη ανακατωσούρα με τα σπρωξίματα, το συνωστισμό, τις αναπάντεχες (και πολλές φορές ακόμη και αμήχανες) συναντήσεις με ανθρώπους που μοιράζονται μαζί σου τα ίδια άγχη και τις ίδιες ανησυχίες, τα ίδια όνειρα και την ίδια καθημερινότητα.

Το «άλλο»

Οι αιτίες γι΄ αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση είναι πολύπλευρες και διαφορετικές, αλλά σίγουρα κάποιες από αυτές είναι αντικειμενικές και άλλες υποκειμενικές. Με άλλα λόγια, πολλές από αυτές πηγάζουν από τον ίδιο το χαρακτήρα του πανεπιστημίου: οι περισσότεροι φοιτητές ψάχνουν πως θα μαζέψουν όλο και περισσότερες δεξιότητες και ατομικές ικανότητες, τα μαθήματα τα αντιμετωπίζουμε σαν ένα εργαλείο για να γίνουμε καλύτεροι επαγγελματίες από τον διπλανό μας, ενώ συχνά καταλαβαίνουμε τη σχέση μας με τους διδάσκοντες (όποιοι κι αν είναι αυτοί) σε ένα μεταφυσικό επίπεδο, όπου ο ένας κατέχει την απόλυτη αυθεντία ενώ ο άλλος τίποτα. Παράλληλα, τα μαθήματά μας φαίνεται να χωρίζονται από κάποια στεγανά, κάποιους διαχωριστικούς τοίχους όπου δεν τα αφήνουν να μπλεχτούν, να αλληλοαμφισβητηθούν, να σχηματίσουν κρίση και προβληματισμούς. Ακόμη κι ο ελεύθερος χρόνος μας έχει μετατραπεί σε μια γκρίζα ζώνη, σε μια μαύρη τρύπα που καταπίνει τις ανάγκες μας. Έχει γίνει μια αχαρτογράφητη περιοχή που χρησιμεύει μόνο στην προετοιμασία των μαθημάτων και των υποχρεώσεων της επόμενης μέρας και όχι στη δοκιμασία όλων όσων αποκομίζουμε από το πανεπιστήμιο εκεί που πραγματικά μετράνε: έξω στους δρόμους και στην κοινωνία.

Το «δικό μας»

Από την άλλη, πολλές από τις αιτίες έχουν να κάνουν με εμάς τους ίδιους και φυσικά με τον τρόπο που όλη αυτή η γενικευμένη μελαγχολία μας έχει επηρεάσει και μας επηρεάζει κάθε μέρα. Μέσα στο πανεπιστήμιο γίνεται δύσκολο έως ακατόρθωτο να εντοπίσουμε την κοινότητα. Όχι τη λέξη φυσικά, αυτή μπορεί να την βρει οποιοσδήποτε αν δει μερικούς ανθρώπους μαζεμένους έξω από ένα κυλικείο ή ένα αμφιθέατρο, αλλά την έννοια. Την αντίληψη ,δηλαδή, ότι το πανεπιστήμιο δεν είναι χώρος κατάρτισης αλλά πάνω απ’ όλα είναι κοινωνικός χώρος. Την αντίληψη που πάνω και πέρα απ’ όλα είναι συναντίληψη, είναι η δύναμη που μας κινητοποιεί να συζητάμε μεταξύ μας, να αποφασίζουμε για τη ζωή και τις αξίες μας, να διαφωνούμε και να συνθέτουμε, να βρισκόμαστε όλοι μαζί όταν όλος ο κόσμος μας θέλει χώρια και απομονωμένους. Την έννοια που θέλει και επιδιώκει ένα ελεύθερο πανεπιστήμιο όπου η επανοικειοποίηση και η επανάχρηση ενός κλειστού δημόσιου χώρου (όπως ένα κυλικείο ή μια άδεια αίθουσα) δε θα συμβολίζει μια παράνομη πράξη αλλά μια νέα καθημερινότητα.

Τα όνειρά μας κομμάτι ενός νέου παραδείγματος

Όμως, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από την παραπάνω κατάσταση μπορούμε αλήθεια να το κάνουμε βασισμένοι σε παλιές έννοιες και σε παλιά εργαλεία? Ή μήπως ενώ αντιστεκόμαστε στην εντεινόμενη εξαθλίωση επιδιώκουμε να γυρίσουμε σε μια παλιά κατάσταση πριν την κρίση όπου όλα ήταν καλώς καμωμένα? Η απάντηση οφείλει να είναι όχι και στα δύο. Από τη μια μεριά γιατί δε μπορούμε να φανταστούμε μια διαδικασία που θα μετασχηματίσει το πανεπιστήμιο χωρίς να μετασχηματίσει και τους ίδιους τους φορείς και τα υποκείμενά της, δηλαδή τους ίδιους τους φοιτητές. Από την άλλη μεριά γιατί το παλιό πανεπιστήμιο δημιουργούσε ακριβώς τις προϋποθέσεις και έστρωνε το έδαφος για τον πλήρη εξευτελισμό του, αναπαράγοντας τον αποκλεισμό και την εκμετάλλευση των φοιτητών-μελλοντικών εργαζόμενων μέσα από τις δομές και τις πρακτικές του…

Όμως τελικά εμείς ποιο πανεπιστήμιο θέλουμε;

Η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο άμα δούμε όλοι μας τις διαφορετικές αφετηρίες μας, τις προσωπικές και συλλογικές μας ανησυχίες, τις διαφορετικές όψεις των χαρακτήρων, των προσωπικοτήτων, των εαυτών μας. Αν όλοι αναρωτηθούμε για τις κοινωνικές μας ανάγκες αλλά και τις πολλαπλές μας ταυτότητες εν τέλει. Σίγουρα, όμως, ξεκινώντας από την διαίσθηση και την εμπειρία μπορούμε να «πιάσουμε» φευγαλέα κάποιες όψεις του…
Πρώτα-πρώτα, είναι ξεκάθαρη η απόσταση ανάμεσα στον καθηγητή-διδάσκοντα και τον φοιτητή-διδασκόμενο. Η απόσταση αυτή, όμως, δεν πρέπει να διανυθεί αλλά να καταργηθεί: να αμφισβητήσουμε και τις δύο έννοιες. Μέσα από διαδικασίες που έχουν στον πυρήνα τους το συμμετοχικό και το αντιπαρατιθέμενο. Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, ένα σχήμα όπου για την εκπόνηση ενός θέματος οι φοιτητές θα λειτουργούν σε ομάδες σε μια αίθουσα. Με τους καθηγητές να κατεβαίνουν από την έδρα ή το βήμα τους και να περπατούν ανάμεσα στους φοιτητές, όχι λύνοντας απορίες αλλά εμπλεκόμενοι κι οι ίδιοι στη διαδικασία μάθησης. Από την άλλη, οι φοιτητές βοηθούν άλλες ομάδες ενώ εξερευνούν πολλαπλές προσεγγίσεις στο ίδιο πρόβλημα ξεκινώντας από πολλά διαφορετικά ερεθίσματα. Σκεφτείτε μια διάλεξη όπου δε θα εκφωνείται μία αλήθεια και μία αντίληψη, αλλά δύο ή περισσότερες διαφορετικές και μετά θα ακολουθεί συζήτηση ανάμεσα στον “από πάνω” και τους “από κάτω”. Συζήτηση που θα αποτυπώνεται σε επόμενες διαλέξεις που θα προετοιμάζουν οι ίδιοι οι φοιτητές, αναλαμβάνοντας περιοδικά το ρόλο του διδάσκοντα.

Σε ένα δεύτερο χρόνο, είναι μεγάλη η αντίθεση και ο διαχωρισμός ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική. Μια αντίθεση που ιστορικά δεν δικαιολογείται αν δούμε την παραγωγή επιστημονικής θεωρίας ως απότοκο της παρατήρησης και του πειράματος. Η λογική αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα από ένα μοντέλο που θα βασίζεται στο πανεπιστήμιο του παραδείγματος, των εργαστηρίων και των workshop, του κοινωνικού πειραματισμού και της αυτενέργειας. Ένα εργοτάξιο σε μικρογραφία, η εκπόνηση ενός σχεδίου ανάπλασης για μια περιοχή στο κέντρο μιας πόλης, η συνέντευξη από κατοίκους περιοχών για το πώς φαντάζονται τη γειτονιά τους, μια μορφή και ένα πλαίσιο συμμετοχικού σχεδιασμού μιας επαρχίας-πόλης-κοινότητας καταργούν τα στεγανά ανάμεσα στο πανεπιστήμιο που σκέφτεται και την κοινωνία που εκτελεί. Η ίδια η κοινωνία εμπλέκεται σε μια συνεχή διαδικασία αναθεώρησης, σκέψης και παραγωγής γνώσης. Το πανεπιστήμιο και η γνώση με άλλα λόγια κοινωνικοποιούνται ενώ το κοινωνικό στοιχείο πολιτικοποιείται μέσω της αυτοθέσμισης των διαφόρων ομάδων (οργανωμένων ή αυθόρμητων).

Παράλληλα, ένα πανεπιστήμιο εκφράζει και μια χωρικότητα. Και όταν λέμε χωρικότητα δεν εννοούμε μόνο την έκταση που καταλαμβάνει, αλλά τους μετασχηματισμούς και τις αλλαγές που προκαλεί στον ίδιο το χώρο και την αντίληψη που τρέφουμε και αναπαράγουμε γι αυτόν. Μια ομάδα φοιτητών που “μπουκάρει” σε ένα άδειο δωμάτιο για να το μετατρέψει σε χώρο διαλόγου, ζύμωσης και ικανοποίησης καθημερινών αναγκών ανοίγει καινούριους δημόσιους χώρους εντός των σχολών, μετατοπίζει τους παλιούς, αναγκάζει απόμακρο κόσμο να ξαναβρεί το κοινωνικό, να θυμηθεί ή να μάθει πως συζητάμε. Ένα πανεπιστήμιο ή ένας φοιτητικός σύλλογος που διοργανώνει μια εξωστρεφή δράση σε μια πλατεία ή σε ένα κεντρικό χώρο διευρύνει την έννοια του ασύλου και της αντίστασης εκτός των τειχών του, ενώ αναδεικνύει τις αρχές της αλληλεγγύης και της αυτονομίας. Ένα κοινωνικό παντοπωλείο σε κάθε σχολή γεννά αποκεντρωμένα πρότυπα παραγωγής, ενώ πολεμά την υπεραξία που αποσπάται από το κόστος μετακίνησης των αγαθών.

Συν τοις άλλοις, ένα ριζοσπαστικό πανεπιστήμιο είναι αυτό που συνδέεται οργανικά με την παραγωγή. Όχι όμως με μια παραγωγή που βασίζεται στη στοχοθεσία του κέρδους και της εμπορευματικής ολοκλήρωσης, αλλά μια παραγωγή που θα δημιουργεί μέσα στο πανεπιστήμιο εστίες αποανάπτυξης, παράγοντας ιδέες και καινοτομίες σε πολλά επιμέρους σημεία και διασπαρμένους χώρους και αντιστεκόμενη σε ένα πρότυπο που θέλει τις ιδέες να δημιουργούνται κεντρικά σε ένα “καταξιωμένο θύλακα γνώσης” και έπειτα να διανέμονται. Μια παραγωγή που θα δημιουργεί ανθρώπους με ολόπλευρες προσωπικότητες, που θα αφομοιώνουν στην πράξη το σύνολο των διαδικασιών και θα περνούν από τον ένα κλάδο στον άλλο, σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας ή με την ατομική τους κλίση.

Ταυτόχρονα, υπό καθαρή αμφισβήτηση οφείλει να μπει και η ίδια οντότητα της γνώσης, το αντικείμενό της, καθώς και οι πυρήνες που την εκπέμπουν. Ήρθε μάλλον η στιγμή να πιστέψουμε σε ένα πανεπιστήμιο, στο οποίο η γνώση, δεν θα κατοικεί στα κεφάλια λίγων και εκλεκτών, ούτε θα σαπίζει σε σκονισμένες βιβλιοθήκες, αλλά θα ανανεώνεται και θα αλληλεπιδρά πλήρως με την καθημερινότητα και τις ανάγκες των φοιτητών. Αυτό καταβαραθρώνει το πρότυπο μιας πανεπιστημιακής ελίτ, που ανταγωνίζεται σε ένα υψηλό επίπεδο, πίσω από κλειστές πόρτες εργαστηρίων, αλλά παράλληλα δίνει την ευκαιρία για μια ανατροφοδότηση στην πανεπιστημιακή έρευνα, και την καθοδήγηση της σε πιο ανθρωποκεντρικούς δρόμους.

Φτάνοντας στο τέλος αυτού του κειμένου ίσως να αντηχήσουν περίεργες φωνές, φωνές της κανονικότητας. Μα η αγορά μας θέλει ανταγωνιστικούς με χαρτιά και εργασιακές εμπειρίες, εργαζόμενους χωρίς σύνορα! Θέλω άμεσες λύσεις θα σκεφτείς, οι οποίες θα μου δώσουν το χαρτζιλίκι, ή γιατί όχι και την καριέρα της επόμενης ημέρας. Το πανεπιστήμιο οφείλει να μου δώσει εφόδια, τα οποίο θα έχουν αντίκρισμα επαίνων και αργότερα οικονομικών απολαβών.

Μα κάπου εδώ μπαίνει σα σφήνα η πολιτική. Γιατί πολιτική δεν είναι μόνο ο βαρετός τύπος στο τραπεζάκι της σχολής που θα μιλήσει για καλύτερες μέρες, ούτε μόνο η παρουσία και η ψήφος σε μια συνέλευση. Πολιτική είναι και ο τρόπος που επιλέγεις να μάθεις, πολιτική είναι και η καθημερινή παρουσία στη Σχολή, πολιτική είναι και η επιλογή ή μη να συλλογικοποιούμε τις προβληματικές μας, να βγάζουμε τον μπαμπούλα απ’ την ντουλάπα, να μιλάμε για ελλείπεις σημειώσεις, για εντατικοποίηση των ρυθμών ζωής και διαβάσματος, για αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών, πράγματα που μας αφορούν άμεσα  και μέχρι τώρα ρυθμίζονταν από μια αόρατη αυθεντία: τους εκάστοτε τεχνοκράτες και ειδικούς.

«El pueblo unido»: Μνήμη Σαλβαδόρ Αλιέντε

 

Στις 26 Ιουνίου του 1908 έρχεται στη ζωή μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του 20ου αιώνα, που χάραξε με τρόπο ανεξίτηλο την ιστορία της παγκόσμιας Αριστεράς. Στην πόλη του Βαλπαραΐζο γεννιέται από μια προοδευτική μεγαλοαστική οικογένεια ο Σαλβαδόρ Αλιέντε: ο άνθρωπος που εξήντα δύο χρόνια μετά θα εκλεγεί πρόεδρος της χώρας του, εγκαινιάζοντας μια λαμπρή σελίδα για τη Χιλή αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο
Του Τάσου Ξένου

Ο Αλιέντε σπουδάζει ιατρική γιατί θέλει να βοηθά ανήμπορους και φτωχούς ανθρώπους που δεν έχουν καμιά δυνατότητα περίθαλψης στο ανάλγητο αμερικανόφιλο καθεστώς που κυβερνά τη χώρα από τα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια μυείται στον μαρξισμό και ασπάζεται τα προτάγματα και τις αξίες του. Το 1933, σε ηλικία 25 ετών, ο Αλιέντε συμμετέχει στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Χιλής. Παλεύει από τη πρώτη στιγμή για τον κοινωνικό εκδημοκρατισμό και την πολιτική χειραφέτηση της χώρας του. Οργίζεται από το καθεστώς του «αφανούς» προτεκτοράτου των Η.Π.Α και επιθυμεί την ανατροπή αυτής της κατάστασης.

Ως υπουργός Υγείας στη κυβέρνηση του Πέντρο Αγκίρε Σέντρα (1937-1941) επιβεβαιώνει τον ριζοσπαστισμό του παίρνοντας φιλολαϊκά μέτρα. Θεσπίζει τη δωρεάν περίθαλψη για τους άνεργους και τους αγρότες, εκσυγχρονίζει τα νοσοκομεία και ξεκινά μια σπουδαία προσπάθεια εθνικοποίησης του συστήματος υγείας. Όλες οι προσπάθειες του όμως αναιρούνται από τους επόμενους συντηρητικούς κυβερνώντες.

Χάρη στην πολιτική που ακολουθεί ο Αλιέντε ως υπουργός, καθιερώνεται ως ηγετική προσωπικότητα της Αριστεράς, αλλά και μια από τις πλέον μισητές φιγούρες για τη Δεξιά. Άλλωστε η μαρξιστική του ιδεολογία, η εκπεφρασμένη εναντίωσή του στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και η εμμονή του στην ενότητα όλων των αριστερών δυνάμεων της Χιλής, δικαιολογεί τη στάση συντρόφων και ορκισμένων εχθρών.

Το 1952 κατεβαίνει για πρώτη φορά υποψήφιος πρόεδρος της Χιλής. Τερματίζει τελευταίος, καθώς στο μεταξύ έχει διαγραφεί από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, λόγω της στήριξης που του παρέχει το παράνομο –τότε– Κομμουνιστικό Κόμμα. Το 1958, με τη στήριξη αυτή τη φορά του Σοσιαλιστικού κόμματος και του –νόμιμου πλέον– κομμουνιστικού κόμματος, τερματίζει δεύτερος στις προεδρικές εκλογές. Από εκείνη τη στιγμή ο Αλιέντε γίνεται σχεδόν αμέσως το σύμβολο αντίστασης των καταπιεσμένων και των υποτελών. Στο πρόσωπό του, οι εξαθλιωμένες μάζες βλέπουν την περηφάνια και την ευκαιρία για χειραφέτηση. Ο ίδιος χτίζει γέφυρες με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις του τόπου και στέκεται αποφασιστικά απέναντι σε κάθε πρακτική που ακολουθούν οι «πουλημένες στις Η.Π.Α κυβερνήσεις μας», όπως λέει.

Η πραγματικότητα όμως δείχνει να διαψεύδει πολλά από τα οράματα και  τις απόψεις του Χιλιανού ηγέτη. Η ενότητα στους κόλπους της Αριστεράς αποδεικνύεται δύσκολη υπόθεση. Μολονότι έχουν προϋπάρξει πολλές κυβερνήσεις αριστερών μετώπων από το 1933 μέχρι το 1952 –πάντα υπό τον πρωταγωνιστικό ρόλο του κραταιού τότε Ριζοσπαστικού Κόμματος–, ωστόσο η ιδεολογική περιχαράκωση τόσο του σοσιαλιστικού, όσο και του κομμουνιστικού κόμματος, ταλανίζουν τον χώρο. Ο Αλιέντε, άνθρωπος με ιδεολογική συνέπεια αλλά «διπλωματικός» και συναινετικός καταφέρνει να υπερκεράσει εντέλει τις αγκυλώσεις των δύο κύριων εργατικών κομμάτων και να τα φέρει πιο κοντά.

Αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών είναι η δημιουργία ενός μεγάλου και μοναδικού για την εποχή αριστερού μετώπου, με το όνομα Λαϊκή Ενότητα (Unidad Popular), την οποία αποτελούν το Κομμουνιστικό Kόμμα, το Σοσιαλιστικό Kόμμα του Αλιέντε, το Σοσιαλδημοκρατικό Kόμμα, το Ριζοσπαστικό Kόμμα, η Κίνηση της Ενωμένης Λαϊκής δράσης (MAPU), η Ανεξάρτητη Λαϊκή Δράση και ένας μεγάλος αριθμός ανένταχτων αριστερών. Πρόκειται για έναν ετερόκλητο σχηματισμό και ο Αλιέντε είναι ο κύριος παράγοντας σταθερότητάς του.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 γίνεται εμφανές σε όλους ότι μια δημοκρατική κατάληψη της εξουσίας από την ενωμένη Αριστερά θα γίνει μόνο με την ανοχή του μεγάλου κεντρώου κόμματος της χώρας, του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος – που δεν πρέπει να ταυτίζεται όμως σε καμία περίπτωση με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά χριστιανοδημοκρατικά κόμματα. Οι συγκρούσεις εντός της Λαϊκής Ενότητας θα είναι συχνές και ορισμένες φορές ο Αλιέντε θα αδυνατεί να βρει συμβιβαστική λύση. Το 1969 το Κομμουνιστικό Κόμμα, θέλοντας να αποσπάσει την ανοχή των Χριστιανοδημοκρατών, σκέφτεται να προτείνει για υποψήφιο στις επικείμενες προεδρικές εκλογές κάποιον από το MAPU, κόμμα που προήλθε από τη διάσπαση της αριστερής πτέρυγας των Χριστιανοδημοκρατών. Γρήγορα όμως εγκαταλείπει αυτή την ιδέα, γιατί αναγνωρίζουν στον Αλιέντε τον μόνο πολιτικό που θα μπορούσε να ασκήσει σοσιαλιστική διακυβέρνηση χωρίς την αντίθεση των Χριστιανοδημοκρατικών.

Οι Χριστιανοδημοκράτες θα απαιτήσουν από τον Αλιέντε σοβαρά ανταλλάγματα προκειμένου να «παραιτηθούν» από τη διεκδίκηση της προεδρίας. Ο «Νόμος Δημοκρατικών Εγγυήσεων», όπως ονομάσθηκε το consensus της Λαϊκής Ενότητας και των Χριστιανοδημοκρατών, ορίζει τη συνέχιση των δημοκρατικών θεσμών και τη διασφάλιση της ουδετερότητας του Στρατού. Με λίγα λόγια, οποιαδήποτε ριζική μεταρρύθμιση θα επιχειρούσε ο Αλιέντε όσο θα ήταν στην εξουσία, θα έπρεπε να περνάει από τη Βουλή, με το στρατό να αναλαμβάνει τον ρόλο του τελικού εγγυητή των –αστικών– θεσμών. Η Λαϊκή Ενότητα θα πιστέψει ότι αυτή είναι η χρυσή ευκαιρία για τη χιλιανή Αριστερά. Ο Αλιέντε θα τιμήσει αυτή τη συμφωνία για καιρό, παρόλο που οι Χριστιανοδημοκράτες δείχνουν να την εγκαταλείπουν σχεδόν αμέσως. Αυτό θα αποδεικνυόταν και το μεγαλύτερο λάθος στην εποχή της διακυβέρνησής του. Ένα λάθος που θα βύθιζε τη χώρα στην πιο αιμοσταγή δικτατορία που γνώρισε ο κόσμος μετά την Γερμανία του Χίτλερ.

Στις προεδρικές  εκλογές του 1970 ο Αλιέντε κερδίζει με σχετική μονάχα πλειοψηφία τον ακροδεξιό αντίπαλο του Αλεσσάντρι, με ποσοστό 36,2%, έναντι 34,9%. Οι Χριστιανοδημοκράτες, που έχουν παρακινήσει πολλά στελέχη τους να ψηφίσουν την Λαϊκή Ενότητα, τερματίζουν τρίτοι με ποσοστό 27,8%. Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, η Βουλή πρέπει να διαλέξει το νέο πρόεδρο της χώρας ανάμεσα στους δύο πρώτους υποψηφίους. Οι Χριστιανοδημοκράτες θα στηρίξουν τελικά την Λαϊκή Ενότητα και έτσι ο Αλιέντε θα γίνει ο πρώτος μαρξιστής πρόεδρος που εκλέγεται δημοκρατικά σ’ ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο. Δίπλα του στέκεται και ο άνθρωπος σύμβολο της χιλιανής αντίστασης και διανόησης, ο ποιητής Πάμπλο Νερούντα.

Από τη πρώτη στιγμή η κυβέρνηση του Αλιέντε φαίνεται να περπατά σε τεντωμένο σχοινί. Από τη μια πλευρά στέκεται ο εξαθλιωμένος λαός και από την άλλη ο στρατός. Από τη μία η διχασμένη στους ριζοσπάστες και τους μετριοπαθείς Λαϊκή Ενότητα, και από την άλλη μια ηττημένη πολιτικά αστική τάξη που δείχνει να ανασυγκροτείται με γοργούς ρυθμούς. Ο Αλιέντε δηλώνει στους συντρόφους του πως ο «Νόμος Δημοκρατικών Εγγυήσεων» είναι μια τακτική αναγκαιότητα και ότι σύντομα το αστικό κράτος θα καταρρεύσει. Ο ίδιος θα προσπαθήσει να επιβάλει μια πολιτική ριζοσπαστική στην οικονομία και ταυτόχρονα κατευναστική προς τον στρατό. Στα τρία χρόνια που θα μείνει στην εξουσία η Λαϊκή Ενότητα, θα πέτυχε μόνο στο πρώτο.

Το πρόγραμμα που εφαρμόζει η Λαϊκή Ενότητα είναι ένα εξαιρετικά προοδευτικό και ρηξικέλευθο μείγμα πολιτικής. Μέσα σε λίγους μόνο μήνες θα γίνει ο μεγαλύτερος αναδασμός γης που γνώρισε μέχρι τότε η αμερικανική ήπειρος. Εκατομμύρια εκτάρια γης θα δοθούν σε ακτήμονες στο πλαίσιο της αγροτικής μεταρρύθμισης, το γάλα θα μοιράζεται δωρεάν στα παιδιά, ο μισθός των στρατιωτικών θα αυξηθεί, η θέση των εργατών θα βελτιωθεί ραγδαία με την ίδρυση συνδικάτων, οι μισθοί θα αυξηθούν. Επιπλέον, θα ψηφιστεί ένας νέος εργατικός νόμος, θα εισαχθεί ο θεσμός της αυτοδιαχείρισης σε πολλές εταιρίες και θα επιβληθεί η εθνικοποίηση ενός τεράστιου αριθμού επιχειρήσεων. Ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας θα συρρικνωθεί στο ελάχιστο και ο δημόσιος θα αρχίζει να παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που του αναλογεί. Την ίδια περίοδο θα ιδρυθεί ο Αναπτυξιακός Συνεταιρισμός Ιθαγενών Πληθυσμών και το Ινστιτούτο εκπαίδευσης των Μαπούτσε, προκειμένου να καλυφθούν οι τρομακτικές ανάγκες των αυτοχθόνων της Χιλής.

Στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής, ο Αλιέντε θα επιδιώξει να απαγκιστρωθεί από την κηδεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών και θα συνάψει σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση, την Κίνα και την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο. Θα ασκήσει ανεξάρτητη πολιτική εντός του Ο.Η.Ε και θα παγώσει τις σχέσεις της Χιλής με τις άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου έχουν επιβληθεί φιλοαμερικανικές κυβερνήσεις –ή δικτατορίες. Αυτό θα εξοργίσει τον Νίξον, που θα δηλώσει: «Τώρα με τον Κάστρο στην Κούβα και τον Αλιέντε στη Χιλή έχουμε στην Λατινική Αμερική ένα κόκκινο σάντουιτς και μοιραία όλη θα γίνει κόκκινη».

Από την πρώτη στιγμή, ο αμερικανικός παράγοντας στέκεται ανοιχτά απέναντι στον Αλιέντε. Ξαφνιάζεται από την νίκη του, μιας και ο Αλεσσάντρι –που έχει πριμοδοτηθεί για τον προεκλογικό του αγώνα από τις Η.Π.Α με το ποσό των 350 χιλιάδων δολαρίων μέσω της μεγάλης εταιρίας τηλεπικοινωνιών ITT– διαβεβαιώνει ότι θα είναι αυτός νικητής.

Ο Νίξον γρήγορα θα επιβάλει έναν «αόρατο οικονομικό αποκλεισμό» της Χιλής ήδη από τη πρώτη μέρα της κατάκτησης της εξουσίας από την ενωμένη Αριστερά. Θα ανακόψει κάθε ενδεχόμενο σύναψης εξωτερικού οικονομικού δανείου από την Παναμερικανική Τράπεζα και θα διατάξει τη CIA και τον ΥΠΕΞ Χένρι Κίσινγκερ να «σώσει τη Χιλή από τα χέρια αυτού του σοσιαλιστή».

Το σχέδιο πραξικοπήματος σχεδιάζεται ήδη πριν από την εκλογή του Αλιέντε. Μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου, ο Νίξον δεν θέλει να δει άλλη μια χώρα της αμερικανικής ηπείρου να πέφτει στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης. Ο ίδιος θα πει στον τότε αρχηγό της CIA, Ρίτσαρντ Χέλμς: «Κάνε αυτό που πρέπει να κάνεις, ξόδεψε όσα χρήματα χρειάζεσαι, λύγισε την Οικονομία, αλλά σώσε την Χιλή. Koίτα να εμποδίσεις τον Αλιέντε να είναι ο πρώτος ελεύθερα εκλεγμένος Σοσιαλιστής Πρόεδρος. Κάνε αυτό που πρέπει».

Η CIA πλησιάζει τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων της Χιλής Σνάιντερ, και του ζητά να ρίξει την κυβέρνηση Φρέι –για να μη χρεωθεί η ίδια το πραξικόπημα–, εκείνος όμως αρνείται. Έτσι, δύο μέρες πριν από την κρίσιμη ψηφοφορία που θα έβαζε τον Αλιέντε στον προεδρικό θώκο, τρία αμάξια κλείνουν τον δρόμο του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων και οι άγνωστοι επιβάτες τους τον δολοφονούν.  Η επιχείρηση αυτή της CIA είναι σήμερα γνωστή με το όνομα «Επιχείρηση FU BELT».

Εκείνο όμως που ωθεί τις Η.Π.Α να ξοδέψουν εκατομμύρια δολάρια για την ανατροπή του Αλιέντε είναι η κρατικοποίηση των μεταλλείων χαλκού. Ο χαλκός είναι το κύριο εξαγωγικό προϊόν της Χιλής και τα μεταλλεία ανήκουν εξολοκλήρου σε μεγάλες εταιρίες των Η.Π.Α. Η καταστροφή των συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ολοκληρωτική. Από την επομένη, λοιπόν, των εκτεταμένων κρατικοποιήσεων στη βαριά βιομηχανία, η CIA θέτει σε εφαρμογή το σχέδιο της ανατροπής του προέδρου Αλιέντε. Πληρώνει περίπου 400 εκατομμύρια δολάρια για να εξαγοράσει το συνδικάτο των οδηγών Φορτηγών, το οποίο κηρύσσει αμέσως απεργία. Για μια χώρα σαν τη Χιλή, αυτή η απεργία είναι καταστροφική, καθώς κοστίζει στο κράτος 200 εκατομμύρια δολάρια.

Ο Αλιέντε όμως δείχνει αλώβητος στην συνείδηση του λαού. Η δημοτικότητα του αυξάνεται κατακόρυφα και πλατιές μάζες δείχνουν να συμμερίζονται τις αντιαμερικανικές του απόψεις. «Λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος», φωνάζουν τα πλήθη κάθε φορά που εμφανίζεται, ανησυχώντας τη χιλιανή αστική τάξη και τον στρατό. Τα σχέδια των εχθρών του Αλιέντε και του καθημαγμένου λαού είναι γνωστά πλέον. Στις δημοτικές εκλογές του Απριλίου του 1971, η Λαϊκή Ενότητα κερδίζει το 50,08% και παρόλο που το Σύνταγμα δίνει δυνατότητα στον πρόεδρο να διαλύσει τη Βουλή μετά από δημοψήφισμα, ο Αλιέντε τηρεί την συμφωνία με τους Χριστιανοδημοκράτες και δεν παρεμβαίνει στην ανεξαρτησία του στρατού ή στη διάλυση του κοινοβουλίου. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ένα μήνα πριν τις δημοτικές εκλογές έχει αποτύχει απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, την οποία έχει στηρίξει υπογείως και το κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών.

Ο Αλιέντε ακάθεκτος συνεχίζει τις επαναστατικές μεταρρυθμίσεις του. Η πρόοδος στην αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού είναι θεαματική. Η παιδική θνησιμότητα μειώνεται κατά 20,01% και η ανεργία πέφτει από το 8,8% στο 3%. Το πρόβλημα του πληθωρισμού όμως έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, αφού ο οικονομικός στραγγαλισμός των Η.Π.Α δυσκολεύει πολύ τον Αλιέντε. Η CIA δεν θα αργήσει να κάνει φανερή τη προσπάθεια της να τον ανατρέψει.

Ο πρόεδρος, στην προσπάθειά του να περιορίσει τη δράση του στρατού, κάνει ανασχηματισμό και βάζει στο νέο υπουργικό συμβούλιο τρεις στρατιωτικούς, ανάμεσά τους και τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγό Πρατς. Τον Μάρτιο του 1973 γίνονται νέες εκλογές και η αντιπολίτευση χάνει και πάλι. Αυτή τη φορά όμως η Λαϊκή Ενότητα παίρνει 44% από το 50,08% που είχε πετύχει δύο χρόνια πριν.

Με διάφορες αφορμές, η αντιπολίτευση υποκινεί ταραχές και απεργίες, προσπαθώντας να δημιουργήσει εμφυλιακό κλίμα. Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1972 γίνεται η δεύτερη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Αλιέντε, η οποία αποτυγχάνει και πάλι. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, το –ταγμένο στο πλευρό των Η.Π.Α– συνδικάτο Ιδιοκτητών Φορτηγών κηρύσσει απεργία που παραλύει τη χώρα. Τον Ιούλιο του 1973 αποτρέπεται νέα προσπάθεια πραξικοπήματος και έτσι το «σχέδιο Ζ» της CIA αποτυγχάνει.

Την κατάσταση έρχεται να εντείνει λίγο αργότερα και ένα κύμα διώξεων και βασανισμών που υφίστανται δημοκρατικοί αξιωματικοί σε ολόκληρη τη χώρα. Ο ίδιος ο στρατηγός Πρατς προπηλακίζεται δημόσια στον δρόμο και παραιτείται, καταγγέλλοντας την ύπαρξη νέων σχεδίων πραξικοπήματος. Ο Αλιέντε δείχνει να αγνοεί την παραίνεση του Πρατς να ανοίξει της αποθήκες των όπλων και να οπλίσει τον λαό. Αντ’ αυτού, τοποθετεί αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, τον στρατηγό Πινοσέτ, τον άνθρωπο που θα εγκαταστήσει σε λίγο καιρό το πιο άγριο καθεστώς που γνώρισε ποτέ η Λατινική Αμερική.

Η νέα απεργία των Ιδιοκτητών Φορτηγών στα τέλη του Ιουλίου του 1973 είναι η αρχή του τέλους για την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας. Οι μέρες που περνούν είναι δραματικές. Τελικά στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973, ο Πινοσέτ, με υπόδειξη της CIA, εξαπολύει συντονισμένη επίθεση από ξηράς και αέρα εναντίον του προεδρικού μεγάρου. Ο λαός υπερασπίζεται τον πρόεδρο Αλιέντε. Λίγο μετά το μεσημέρι, οι δυνάμεις του Πινοσέτ καταλαμβάνουν το προεδρικό μέγαρο, μέσα στο οποίο βρίσκεται ο νεκρός πλέον Αλιέντε. Έχει αυτοκτονήσει λίγο μετά την τελευταία ραδιοφωνική του ομιλία, στην οποία καλεί τον λαό να αντισταθεί, με το όπλο που του είχε δωρίσει ο Φιντέλ Κάστρο όταν επισκέφτηκε τη Χιλή τον Νοέμβριο του 1971. Αυτή είναι η επίσημη εκδοχή του θανάτου του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστήριξαν ότι ο πρόεδρος σκοτώθηκε προσπαθώντας να υπερασπιστεί το προεδρικό μέγαρο μαζί με τους ελάχιστους συντρόφους του. Αξίζει να αναφερθεί πως ο στρατηγός Κάρλος Πρατς, φίλος και σύντροφος του Αλιέντε, δολοφονήθηκε από μία ακροδεξιά οργάνωση στην Αργεντινή το 1974, πληρώνοντας κι αυτός με τη ζωή του τις προσπάθειες εκδημοκρατισμού του χιλιανού στρατού.

Σήμερα είναι γνωστό ότι ο Αλιέντε είχε εγκρίνει τη σύσταση της δημιουργίας της Εργατικής Πολιτοφυλακής μετά από εισήγηση της Συνομοσπονδίας Εργατών. Ο εξοπλισμός και η ανάπτυξή της, όμως, γίνονταν με απελπιστικά αργούς ρυθμούς, ώστε οι αμερικανοί να πετύχουν τελικά αυτό για το οποίο πάλευαν ήδη από το 1969.

Το καθεστώς Πινοσέτ βύθισε τη χώρα στην τρομοκρατία. Διέλυσε κάθε κατάκτηση των εργαζομένων και των αγροτών και επέβαλε την πιο άγρια μορφή νεοφιλελευθερισμού που γνώρισε ποτέ η υφήλιος μέχρι τότε. Δεκαεφτά χρόνια έμεινε στην εξουσία και τα αποτελέσματα της βάναυσης διακυβέρνησής του είναι ορατά μέχρι και σήμερα. Η Χιλή είναι μία διαλυμένη χώρα και η Αριστερά εκεί βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τον Αλιέντε. Για την αποφασιστικότητά του να εφαρμόσει μια ριζοσπαστική σοσιαλιστική πολιτική, αλλά και για την ατολμία του να παλέψει ενάντια στον στρατό, παρόλο που είχε τη λαϊκή νομιμοποίηση. Η ηθική του τον έκανε να υποβαθμίζει τα σχέδια εκείνων που στήριζαν και υποκινούσαν δολοφονικές απόπειρες εναντίον του. Ο Αλιέντε έμεινε εντούτοις στην ιστορία ως ο γνήσιος λαϊκός ήρωας της Χιλής. Είναι εκείνος που πήρε έναν καθημαγμένο λαό και τον εξύψωσε, εφαρμόζοντας μια δίκαιη σοσιαλιστική πολιτική. Σήμερα πολλά καθεστώτα στον κόσμο εμπνέονται από αυτόν τον χαρισματικό πολιτικό και τα οράματά του.  Το πείραμα της Λαϊκής Ενότητας άνοιξε νέους δρόμους σκέψης και πολιτικής στοχοθεσίας στο παγκόσμιο αριστερό κίνημα. Ήταν κάτι τόσο ελπιδοφόρο και δυναμικό, που προκειμένου να κατασταλεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάστηκε να ξοδέψουν δισεκατομμύρια δολαρίων και να αιματοκυλίσουν έναν ολόκληρο λαό.

***

«Αξιώνουμε να δημιουργήσουμε έναν διαφορετικό κόσμο, να αποδείξουμε ότι μπορούν να γίνουν βαθιές αλλαγές που αποτελούν επανάσταση. Πρέπει να δημιουργήσουμε μια κυβέρνηση δημοκρατική, εθνική, επαναστατική και λαϊκή που θα οδηγήσει στον Σοσιαλισμό».

Σαλβαδόρ Αλιέντε

Ο Πάμπλο Νερούντα, που στήριξε τον Αλιέντε, όταν ο Πινοσέτ κατέλαβε την εξουσία έγραψε το ποίημα Σατράπες:

Νίξον, Φρέϋ και Πινοτσέτ
ως τώρα, ως τούτο τον πικρό
μήνα Σεπτέμβρη του 1973,
με τον Μπορνταμπέρι, τον Γκαρατσάτσου και τον Μπαντζέρ,
ύαινες αχόρταγες, τρωκτικά,
σιγοτρώνε τα λάβαρα,
τα καταχτημένα με τόσο αίμα, με τόση φωτιά,
στα τσιφλίκια ποδοπατημένα,
διαβολικοί δραγουμιστές,
σατράπες, μύριες φορές πουλημένοι,
ξεπουλητάδες βαλτοί
από τους λύκους της Νέας Υόρκης…

πεινασμένες για δολλάρια μηχανές,
σημαδεμένοι από τα θύματα
των λαών που θυσιάσατε,
εκπορνευμένοι μικροπωλητές
ψωμιού και αέρα αμερικάνικου,
εγκληματικοί βούρκοι, συμμορίες
από μαστρωπούς μπόσηδες
δίχως άλλο νόμο απ’τα βασανιστήρια
και την πείνα που μαστιγώνει τους λαούς…

«Λάθος η «εθνική σύγκρουση» με τη Γερμανία»

«Κεντρώες λύσεις δεν υπάρχουν», δηλώνει στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» ο βουλευτής και εκ των υπευθύνων της οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ Ευκλείδης Τσακαλώτος, υπογραμμίζοντας ότι η Αριστερά πρέπει να είναι ηγεμονική σε αυτή τη φάση και οι όποιες συμμαχίες γίνουν να έχουν προγραμματική βάση ρήξης.

 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΣΠΥΡΟ ΚΑΡΑΛΗ 

Ο κ. Τσακαλώτος χαρακτηρίζει «σενάριο επιστημονικής φαντασίας» την κυβερνητική αισιοδοξία ότι η ελληνική οικονομία θα έχει στα επόμενα χρόνια πλεονάσματα της τάξης του 4% και ανάπτυξη πάνω από το 3%. Τονίζει ακόμη πως μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα κάνει λάθος αν παρουσιάσει τη σύγκρουση με τους Γερμανούς σαν εθνική υπόθεση ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία, αλλά πρέπει να τη διευρύνει απευθυνόμενη και στις αντίστοιχες κοινωνικές ομάδες στην Ευρώπη που έχουν συμφέρον για ριζική αλλαγή πορείας.

* Κύριε Τσακαλώτε, η Γερμανία προϊδεάζει για ένα τρίτο δάνειο που στον ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζετε ότι θα πρόκειται για τρίτο Μνημόνιο. Τι δείχνει, κατά τη γνώμη σας, αυτή η εξέλιξη;

– Οτι όταν μπει κανείς στην παγίδα χρέους, δύσκολα βγαίνει. Για να βγεις πρέπει να αμφισβητήσεις την κυρίαρχη ιδεολογία, πρέπει να αλλάξεις το ερώτημα. Από το «πώς θα μειώσω τα δημοσιονομικά ελλείμματα» στο πώς θα έχουμε ανάπτυξη, αλλά με άλλους όρους: με μια άλλη σχέση της οικονομίας με την κοινωνία, υπηρετώντας τις κοινωνικές ανάγκες. Γιατί σε μια κρίση αυτές οι ανάγκες είναι μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος. Αντιθέτως, οι μνημονιακές δυνάμεις είχαν την ακριβώς αντίθετη λογική: ας μειωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις, ας συρρικνωθεί το κοινωνικό κράτος, ας ανοίξουν νέα πεδία για το κέρδος και μετά βλέπουμε πώς θα μειωθεί το χρέος. Μόνο που το πράγμα έχει ξεφύγει. Η παγίδα χρέους εκδικείται αυτούς που πίστεψαν ότι το ταξικό τους συμφέρον πάντα ευθυγραμμίζεται με τις ανάγκες για στοιχειώδη σταθερότητα της πολιτικής, της οικονομίας, της κοινωνίας. Και βεβαίως υπάρχει και ο λαϊκός παράγοντας, που οι ελίτ έχουν μια εγγενή τάση να υποτιμούν. Η αλαζονεία έρχεται πακέτο με μια αίσθηση παντοδυναμίας. Μετά έρχεται η νέμεση. Θυμηθείτε τη Μαρία Αντουανέτα και πιο πρόσφατα τον κ. Σταυρίδη.

Μη βιώσιμο χρέος

Ο υπουργός Οικονομικών Γ. Στουρνάρας υποστηρίζει ότι η διόγκωση του χρέους είναι πρόσκαιρη και οφείλεται στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Θα ήθελα τη δική σας εξήγηση για την εκτίναξη του χρέους στα 321 δισ.

– Το πιο σημαντικό είναι ότι το χρέος είναι μη βιώσιμο, αυτό το αναγνώρισε στην ουσία και ο κ. Σταϊκούρας πριν από λίγες μέρες. Η κυβέρνηση πιστεύει ότι χτίζει ένα Σινικό Τείχος μέσω των μελλοντικών πλεονασμάτων στα οικονομικά του κράτους. Στην ουσία, όμως, κατασκευάζει μια νέα Γραμμή Μαζινό. Και όπως οι Γερμανοί στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παρέκαμψαν τη Μαζινό, περνώντας από το δάσος των Αρδεννών, έτσι και το χρέος θα «ξεφεύγει» μέσω υψηλών επιτοκίων και χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης. Η υπόθεση ότι η ελληνική οικονομία θα έχει στα επόμενα χρόνια πλεονάσματα της τάξης του 4% και ανάπτυξη πάνω από 3% αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

Οι πολίτες αναμένουν από τον ΣΥΡΙΖΑ τη δική του πρόταση εξόδου από την κρίση. Αυτή η πρόταση, ώς τώρα, δεν έχει γίνει τόσο ευκρινής. Θα υπάρξουν εξειδικευμένες προγραμματικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ;

– Η εξειδίκευση του προγράμματός μας αποτελεί μια συνεχή διαδικασία. Πριν από το συνέδριό μας ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε σε 6 εκδηλώσεις, σε όλη την Ελλάδα, για τα μέτρα άμεσης ανακούφισης, για την παραγωγική ανασυγκρότηση, για την αντιμετώπιση της ανεργίας κ.λπ. Αυτή η διαδικασία δεν θα τελειώσει ποτέ, μιας και δημιουργούμε μια Αριστερά που συνεχώς μαθαίνει, που είναι ανοικτή σε νέες ιδέες, που ξέρει ότι κανείς δεν έχει το μονοπώλιο της αλήθειας. Το επόμενο στάδιο είναι η εξειδίκευση του εκλογικού μας προγράμματος και ένα προγραμματικό συνέδριο.

Αλλά οι βασικοί μας άξονες είναι σαφείς, για το χρέος και για το τέλος των πολιτικών λιτότητας. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς, βέβαια, δεν μπορεί να μείνει σε αυτά. Πρέπει γρήγορα να προχωρήσει σε παρεμβάσεις που αναδεικνύουν πως το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις μπορούν να δουλέψουν υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Να ενισχύσει τα πειράματα στην κοινωνική οικονομία, στους συνεταιρισμούς. Πρέπει να αμφισβητήσουμε και τους στόχους και τα μέσα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

Υποστηρίζετε ότι είναι απαραίτητη η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους. Γιατί όμως οι Γερμανοί και οι δανειστές να δεχθούν αυτή τη διαγραφή;

– Δεν έχουμε καμία αυταπάτη ότι θα δεχθούν τις δημοκρατικές διεκδικήσεις του ελληνικού λαού έπειτα από εθνικές εκλογές. Ούτε ότι χαμπαριάζουν και πολύ από οικονομικά επιχειρήματα. Ως καθηγητής οικονομικής θεωρίας, πρέπει να σας πω πως οι δηλώσεις των Ευρωπαίων αξιωματούχων ποτέ δεν σταματάνε να με σοκάρουν. Το θέμα, βεβαίως, είναι ο συσχετισμός δυνάμεων. Εχουμε πλήρη επίγνωση των δυσκολιών, αλλά και του μεγέθους της ανθρωπιστικής κρίσης που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Το δεύτερο μας κάνει πιο αποφασισμένους να δουλέψουμε για τις αναγκαίες ανατροπές. Πρέπει, βέβαια, να γίνει σαφές ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς έχει μόνο να χάσει αν παρουσιάσει αυτή τη σύγκρουση ως εθνική, δηλ. Ελλάδα εναντίον Γερμανίας και χωρών του Βορρά. Αντίθετα, πρέπει να αναδείξει ότι η σύγκρουση αυτή είναι ιδεολογική, κοινωνική και πολιτική. Οτι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα προασπίσει τα συμφέροντα του κοινωνικού μπλοκ που εκπροσωπεί απέναντι στις ελίτ, εγχώριες και ευρωπαϊκές. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα απευθυνθεί και στις αντίστοιχες κοινωνικές ομάδες σε όλη την Ευρώπη που έχουν συμφέρον για μια ριζική αλλαγή πορείας.

Εχετε πει, εσείς και άλλα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ότι το χρέος είναι ταξικό. Πως δεν τα φάγαμε όλοι μαζί. Και πως η Κεντροαριστερά δεν αντιπροσωπεύει πια τις λαϊκές τάξεις. Ωστόσο, βλέπουμε τον ΣΥΡΙΖΑ να μην αποκλείει το ενδεχόμενο συνεργασίας με τμήματα αυτού του πολιτικού χώρου. Πώς απαντάτε σε όσους σας κατηγορούν για αντιφάσεις;

– Η ταξική μας «μεροληψία» δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και επιβεβαιώθηκε στο πρόσφατο συνέδριό μας. Κεντρώες λύσεις δεν υπάρχουν. Αν υπήρχαν θα τις είχαν αναδείξει οι δυνάμεις του κέντρου. Η λαϊκή βάση των κομμάτων του δικομματισμού είτε τα έχει ήδη εγκαταλείψει είτε βρίσκεται σε απόγνωση. Η Αριστερά πρέπει να είναι ηγεμονική σε αυτή τη φάση. Και αυτό σημαίνει ότι οι όποιες συμμαχίες θα έχουν προγραμματική βάση ρήξης με ό,τι ζήσαμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια και ολόκληρη την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού.

Η Αριστερά που συνθέτει

Στην ομιλία σας από το βήμα του ιδρυτικού συνεδρίου ορίσατε το δεύτερο κύμα ριζοσπαστισμού σαν την «Αριστερά που δεν θέλει άλλες ηρωικές ήττες, αλλά μια Αριστερά που θα νικήσει». Πώς νοηματοδοτείται το περιεχόμενο μιας νίκης της Αριστεράς;

– Μια Αριστερά που ξέρει να συνθέτει, να δημιουργεί, να συνδέει τις άμεσες προτεραιότητες του κοινωνικού μπλοκ που περιθωριοποιούν οι δυνάμεις του Μνημονίου με το στρατηγικό μας στόχο για το σοσιαλισμό. Που ξέρει να μιλάει για αναγκαίες ρήξεις, για τομές, αλλά που παίρνει υπόψη τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς. Που ασχολείται με τα μεγάλα αλλά και τα μικρά ζητήματα. Που παλεύει τις «μεταρρυθμίσεις» που προωθούν οι ελίτ χωρίς να υπερασπίζεται το παρελθόν.

…Και το περιεχόμενο της ήττας;

– Δεν θέλω να το σκέφτομαι! Αλλά καλό θα ήταν να το σκεφτούν πιο σοβαρά οι υποστηρικτές της θεωρίας των δύο άκρων.

Πηγή: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

Υπερασπιζόμαστε τη συριακή λαϊκή επανάσταση – Όχι στην ξένη επέμβαση

 

οινή ανακοίνωση των: Επαναστάτες Σοσιαλιστές (Αίγυπτος) – Ρεύμα Επαναστατικής Αριστεράς (Συρία) – Ένωση Κομμουνιστών (Ιράκ) – Al-Mounadil-a (Μαρόκο) – Σοσιαλιστικό Φόρουμ (Λίβανος)

 

Πάνω από 150.000 άν­θρω­ποι έχουν σκο­τω­θεί, εκα­το­ντά­δες χι­λιά­δες είναι τραυ­μα­τί­ες και ανά­πη­ροι, εκα­τομ­μύ­ρια άν­θρω­ποι έχουν φύγει πρό­σφυ­γες στο εξω­τε­ρι­κό ή έχουν εκτο­πι­στεί εντός Συ­ρί­ας. Πό­λεις, χωριά και γει­το­νιές έχουν κα­τα­στρα­φεί πλή­ρως ή με­ρι­κώς, από τη χρήση κάθε εί­δους όπλων: μα­χη­τι­κά αε­ρο­πλά­να, πύ­ραυ­λοι Σκουντ, βόμ­βες και τανκς, όλα πλη­ρω­μέ­να από τον ιδρώ­τα και το αίμα του συ­ρια­κού λαού, με την πρό­φα­ση της υπε­ρά­σπι­σης της πα­τρί­δας και της επί­τευ­ξης στρα­τιω­τι­κής ισορ­ρο­πί­ας με το Ισ­ρα­ήλ (ενώ η κα­το­χή συ­ρια­κής γης από το Ισ­ρα­ήλ, στην πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, προ­στα­τεύ­ε­ται από το συ­ρια­κό κα­θε­στώς, το οποίο δεν έχει απα­ντή­σει σε καμία από τις διαρ­κείς επι­θε­τι­κές ενέρ­γειες του Ισ­ρα­ήλ).

Κι όμως, παρ’ όλες αυτές τις τε­ρά­στιες απώ­λειες που ανα­φέρ­θη­καν πα­ρα­πά­νω, παρ’ όλα τα δεινά και τη δυ­στυ­χία που υπο­φέ­ρει όλος ο συ­ρια­κός λαός, κα­νέ­νας διε­θνής ορ­γα­νι­σμός, καμιά με­γά­λη χώρα -ή κά­ποια μι­κρό­τε­ρη- δεν ένιω­σαν την ανά­γκη να πα­ρέ­χουν πρα­κτι­κή αλ­λη­λεγ­γύη και υπο­στή­ρι­ξη στους Σύ­ριους, στον αγώνα τους για τα πιο βα­σι­κά τους δι­καιώ­μα­τα, την αν­θρώ­πι­νη αξιο­πρέ­πεια και την κοι­νω­νι­κή δι­καιο­σύ­νη.

Η μόνη εξαί­ρε­ση ήταν κά­ποιες χώρες του Κόλ­που, πιο συ­γκε­κρι­μέ­να το Κατάρ και η Σα­ου­δι­κή Αρα­βία. Όμως, ο στό­χος τους ήταν να ελέγ­ξουν το χα­ρα­κτή­ρα της σύ­γκρου­σης και να τον κα­τευ­θύ­νουν σε μια σε­χτα­ρι­στι­κή κα­τεύ­θυν­ση, αλ­λοιώ­νο­ντας τη συ­ρια­κή επα­νά­στα­ση με στόχο να την ακυ­ρώ­σουν, εξαι­τί­ας του βα­θύ­τε­ρου φόβου τους ότι η επα­να­στα­τι­κή φλόγα μπο­ρεί να φτά­σει στις ακτές τους. Έτσι, υπο­στή­ρι­ξαν σκο­τει­νές ομά­δες φα­να­τι­κών τακ­φί­ρι (στμ: ο όρος πε­ρι­γρά­φει έναν μου­σουλ­μά­νο που θε­ω­ρεί κά­ποιον άλλο μου­σουλ­μά­νο «αι­ρε­τι­κό». Πλέον χρη­σι­μο­ποιεί­ται ιδιαί­τε­ρα για πε­ρι­γρά­ψει κυ­ρί­ως σα­λα­φι­στι­κές ομά­δες που υπο­κι­νούν το μίσος ενά­ντια σε όποιον δεν ασπά­ζε­ται τη δική τους εκ­δο­χή του Ισλάμ), που στην πλειο­ψη­φία τους ήρθαν στη Συρία από τις τέσ­σε­ρις γω­νιές του κό­σμου, για να επι­βάλ­λουν μια γκρο­τέ­σκα εκ­δο­χή εξου­σί­ας στη­ριγ­μέ­νης στην Ισλα­μι­κή Σαρία. Αυτές οι ομά­δες έχουν εμπλα­κεί, πολ­λές φορές, σε τρο­μα­κτι­κές σφα­γές ενά­ντια σε Σύ­ριους πο­λί­τες που ενα­ντιώ­θη­καν στα κα­τα­πιε­στι­κά τους μέτρα και στην επι­θε­τι­κό­τη­τά τους, είτε σε πε­ριο­χές που βρί­σκο­νται υπό τον έλεγ­χό τους είτε σε πε­ριο­χές όπου εξα­πο­λύ­ουν επί­θε­ση, όπως το πρό­σφα­το πα­ρά­δειγ­μα στα χωριά στην ύπαι­θρο της Λα­τά­κια.

Ένα με­γά­λο μπλοκ εχθρι­κών δυ­νά­με­ων, από όλο τον πλα­νή­τη, συ­νω­μο­τεί ενά­ντια στην επα­νά­στα­ση του συ­ρια­κού λαού, η οποία ξέ­σπα­σε ως συ­νέ­χεια των εξε­γέρ­σε­ων που έχουν εξα­πλω­θεί σε ένα με­γά­λο μέρος της αρα­βι­κής πε­ριο­χής και του Μά­γκρεμπ τα τε­λευ­ταία τρία χρό­νια. Οι λαϊ­κές εξε­γέρ­σεις είχαν στόχο να βά­λουν τέλος σε μια ιστο­ρία βαρ­βα­ρό­τη­τας, αδι­κί­ας και εκ­με­τάλ­λευ­σης, και να κα­τα­κτή­σουν το δι­καί­ω­μα στην ελευ­θε­ρία, την αξιο­πρέ­πεια και την κοι­νω­νι­κή δι­καιο­σύ­νη.

Όμως, αυτό το κί­νη­μα δεν έχει να αντι­με­τω­πί­σει μόνο τις το­πι­κές βάρ­βα­ρες δι­κτα­το­ρί­ες, αλλά και τις πε­ρισ­σό­τε­ρες ιμπε­ρια­λι­στές δυ­νά­μεις που επι­διώ­κουν να συ­νε­χι­στεί η λε­η­λα­σία των λαών μας, όπως και διά­φο­ρες αντι­δρα­στι­κές κοι­νω­νι­κές τά­ξεις και δυ­νά­μεις στις πε­ριο­χές όπου ξέ­σπα­σαν εξε­γέρ­σεις, αλλά και στις γει­το­νι­κές τους χώρες.

Όσον αφορά ει­δι­κά τη Συρία, η συμ­μα­χία που μά­χε­ται ενά­ντια στην λαϊκή επα­νά­στα­ση απαρ­τί­ζε­ται από μια σειρά αντι­δρα­στι­κών σε­χτα­ρι­στι­κών δυ­νά­με­ων, που έχει επι­κε­φα­λής το Ιράν, και συμ­με­τέ­χουν οι «δογ­μα­τι­κές» (στμ: confessional, συ­γκρο­τη­μέ­νες πάνω σε ένα συ­γκε­κρι­μέ­νο δόγμα του Ισλάμ, με αντί­πα­λό τους όσους ανή­κουν σε άλλα δόγ­μα­τα) πο­λι­το­φυ­λα­κές του Ιράκ, αλλά και -δυ­στυ­χώς, προς με­γά­λη μας θλί­ψη- το ένο­πλο σκέ­λος της Χεζ­μπο­λά, η οποία βυ­θί­ζε­ται στο αδιέ­ξο­δο του να υπε­ρα­σπί­ζε­ται ένα εμ­φα­νώς διεθ­φαρ­μέ­νο και εγκλη­μα­τι­κό δι­κτα­το­ρι­κό κα­θε­στώς.

Αυτή η επι­λο­γή έχει γίνει δυ­στυ­χώς και από μια με­γά­λη με­ρί­δα της πα­ρα­δο­σια­κής Αρα­βι­κής Αρι­στε­ράς, η οποία έχει στα­λι­νι­κές κα­τα­βο­λές, είτε στην ίδια τη Συρία, είτε στο Λί­βα­νο, την Αί­γυ­πτο και τον υπό­λοι­πο αρα­βι­κό κόσμο -αλλά και διε­θνώς- η οποία είναι θε­τι­κά προ­κα­τει­λημ­μέ­νη υπέρ της άθλιας συμ­μα­χί­ας που υπο­στη­ρί­ζει το κα­θε­στώς Άσαντ. Η αι­τιο­λό­γη­ση είναι πως κά­ποιοι το αντι­με­τω­πί­ζουν ως «ανυ­πό­τα­κτο» ή ακόμα και «αντι­στα­σια­κό» κα­θε­στώς, παρά τη μακρά του ιστο­ρία –στη διάρ­κεια της εξου­σί­ας του- προ­στα­σί­ας της Σιω­νι­στι­κής κα­το­χής των Υψι­πέ­δων του Γκο­λάν, την διαρ­κή του αι­μα­τη­ρή κα­τα­στο­λή διά­φο­ρων ομά­δων που αντι­στέ­κο­νται στο Ισ­ρα­ήλ, είτε Πα­λαι­στι­νια­κών, είτε Λι­βα­νέ­ζι­κων (ή Συ­ρια­κών), την αδρά­νεια και την δου­λο­πρέ­πεια που έχει δεί­ξει, μετά τον πό­λε­μο του Οκτώ­βρη του 1973, απέ­να­ντι όλες τις Ισ­ραη­λι­νές επι­θέ­σεις στα συ­ρια­κά εδάφη. Αυτή η εύ­νοια στο κα­θε­στώς Άσαντ, θα έχει σο­βα­ρές συ­νέ­πειες στη φήμη της Αρι­στε­ράς συ­νο­λι­κά και στην άποψη που δια­μορ­φώ­νουν οι απλοί Σύ­ριοι για αυτήν.

Εν τω με­τα­ξύ ο ΟΗΕ και συ­γκε­κρι­μέ­να το Συμ­βού­λιο Ασφα­λεί­ας, ήταν ανί­κα­νοι να κα­τα­δι­κά­σουν τα εγκλή­μα­τα ενός κα­θε­στώ­τος, ενά­ντια στο οποίο ο Συ­ρια­κός λαός πά­λευε αστα­μά­τη­τα και ει­ρη­νι­κά για πάνω από 7 μήνες, ενώ οι σφαί­ρες των ελεύ­θε­ρων σκο­πευ­τών και οι «σα­μπί­χα» (στμ: «φα­ντά­σμα­τα», έτσι απο­κα­λού­νται οι πα­ρα­στρα­τιω­τι­κές, φι­λο­κα­θε­στω­τι­κές ομά­δες) επι­τί­θο­νταν στη μία δια­δή­λω­ση μετά την άλλη, σε κα­θη­με­ρι­νή βάση, ενώ οι πιο ση­μα­ντι­κοί αγω­νι­στές συλ­λαμ­βά­νο­νταν, υπο­βάλ­λο­νταν στα χει­ρό­τε­ρα βα­σα­νι­στή­ρια και εξα­φα­νί­ζο­νταν στις φυ­λα­κές και τα κέ­ντρα κρά­τη­σης. Ενώ συ­νέ­βαι­ναν όλα αυτά, ο πλα­νή­της πα­ρέ­με­νε απο­λύ­τως σιω­πη­λός, σχε­δόν σε κα­τά­στα­ση πλή­ρους άρ­νη­σης.

Αυτή η κα­τά­στα­ση συ­νε­χι­ζό­ταν μέχρι που διά­φο­ροι άν­θρω­ποι που συμ­με­τεί­χαν στην επα­νά­στα­ση απο­φά­σι­σαν να πά­ρουν τα όπλα και δη­μιουρ­γή­θη­κε αυτό που αρ­γό­τε­ρα έγινε γνω­στό ως Ελεύ­θε­ρος Συ­ρια­κός Στρα­τός (FSA) –του οποί­ου η διοί­κη­ση και οι στρα­τιώ­τες προ­έρ­χο­νταν, σε με­γά­λο βαθμό, από τον τα­κτι­κό στρα­τό- ενώ το κα­θε­στώς κλι­μά­κω­νε τρο­μα­κτι­κά τα εγκλή­μα­τά του.

Ο ρω­σι­κός ιμπε­ρια­λι­σμός, ο ση­μα­ντι­κό­τε­ρος σύμ­μα­χος του Μπα­α­θι­κού κα­θε­στώ­τος στη Δα­μα­σκό, ο οποί­ος του πα­ρέ­χει όλα τα είδη υπο­στή­ρι­ξης, πα­ρα­μέ­νει σε επι­φυ­λα­κή για να μπλο­κά­ρει κάθε προ­σπά­θεια να βγει από­φα­ση κα­τα­δί­κης αυτών των εγκλη­μά­των από το Συμ­βού­λιο Ασφα­λεί­ας. Οι ΗΠΑ, από την άλλη μεριά, δεν έχουν κα­νέ­να πραγ­μα­τι­κό πρό­βλη­μα με το να συ­νε­χι­στεί η ση­με­ρι­νή κα­τά­στα­ση, μαζί με όλες τις εμ­φα­νείς συ­νέ­πειές της και την κα­τα­στρο­φή της χώρας. Αυτό ισχύ­ει, παρ’ όλες τις απει­λές που χρη­σι­μο­ποιεί ο πρό­ε­δρος των ΗΠΑ, κάθε φορά που κά­ποιο μέλος της αντι­πο­λί­τευ­σης ανα­κι­νεί το ζή­τη­μα της χρή­σης χη­μι­κών όπλων από το κα­θε­στώς, μέχρι και την τε­λευ­ταία κλι­μά­κω­ση, που θε­ω­ρή­θη­κε πα­ρα­βί­α­ση μιας «κόκ­κι­νης γραμ­μής».

Είναι εμ­φα­νές ότι ο Ομπά­μα, που δίνει την εντύ­πω­ση ότι τώρα θα υλο­ποι­ή­σει τις απει­λές του, θα τα­πει­νω­νό­ταν αν δεν το έκανε. Καθώς δεν θα θι­γό­ταν μόνο η ει­κό­να του προ­έ­δρου, αλλά και η ει­κό­να του ισχυ­ρού και αλα­ζο­νι­κού κρά­τους του οποί­ου ηγεί­ται, στα μάτια των αρα­βι­κών σύμ­μα­χων χωρών του και στα μάτια όλου του πλα­νή­τη.

Το ανα­με­νό­με­νο χτύ­πη­μα ενά­ντια στις Συ­ρια­κές ένο­πλες δυ­νά­μεις κα­θο­δη­γεί­ται ου­σια­στι­κά από τις ΗΠΑ. Όμως θα συμ­βεί με την συμ­φω­νία και την συ­νερ­γα­σία των συμ­μά­χων τους ιμπε­ρια­λι­στι­κών κρα­τών, ακόμα και χωρίς την δι­καιο­λό­γη­ση της επί­θε­σης μέσα από τη συ­νη­θι­σμέ­νη φάρσα, που είναι γνω­στή ως «διε­θνής νο­μι­μο­ποί­η­ση» (δη­λα­δή τις απο­φά­σεις του ΟΗΕ, ο οποί­ος ήταν και πα­ρα­μέ­νει εκ­πρό­σω­πος των συμ­φε­ρό­ντων των με­γά­λων δυ­νά­με­ων, είτε αυτές βρί­σκο­νται σε σύ­γκρου­ση είτε σε συμ­μα­χία, ανά­λο­γα τις συν­θή­κες, τις δια­φο­ρο­ποι­ή­σεις και τον συ­σχε­τι­σμό δυ­νά­με­ων με­τα­ξύ τους). Με άλλα λόγια, το χτύ­πη­μα δεν θα πε­ρι­μέ­νει από­φα­ση του Συμ­βου­λί­ου Ασφα­λεί­ας για να γίνει, καθώς είναι ανα­με­νό­με­νο το Ρω­σο-Κι­νε­ζι­κό βέτο.

Δυ­στυ­χώς, αρ­κε­τοί στη Συ­ρια­κή αντι­πο­λί­τευ­ση πο­ντά­ρουν σε αυτό το χτύ­πη­μα και γε­νι­κά στην στάση των ΗΠΑ. Πι­στεύ­ουν ότι αυτό θα τους δη­μιουρ­γή­σει την ευ­και­ρία να αρ­πά­ξουν την εξου­σία, πα­ρα­κάμ­πτο­ντας το κί­νη­μα, τις μάζες και τις δικές τους ανε­ξάρ­τη­τες απο­φά­σεις. Δεν είναι έκ­πλη­ξη, λοι­πόν, ότι οι εκ­πρό­σω­ποι αυτής της αντι­πο­λί­τευ­σης και του FSAδεν είχαν κα­νέ­να δι­σταγ­μό να πα­ρέ­χουν πλη­ρο­φό­ρη­ση στις ΗΠΑ όσον αφορά τους προ­τει­νό­με­νους στό­χους του χτυ­πή­μα­τος.

Σε κάθε πε­ρί­πτω­ση, συμ­φω­νού­με στα πα­ρα­κά­τω:

 

  • – Η δυ­τι­κή ιμπε­ρια­λι­στι­κή συμ­μα­χία θα χτυ­πή­σει αρ­κε­τές θέ­σεις και πο­λύ­τι­μα τμή­μα­τα της στρα­τιω­τι­κής και πο­λι­τι­κής υπο­δο­μής της Συ­ρί­ας (με πολ­λές απώ­λειες αμά­χων, όπως πάντα). Ωστό­σο, όπως ήταν πρό­θυ­μοι να ανα­κοι­νώ­σουν, οι επι­θέ­σεις δεν έχουν στόχο να ανα­τρέ­ψουν το κα­θε­στώς. Έχουν στόχο απλώς να τι­μω­ρή­σουν, με τα λόγια του Ομπά­μα, την ση­με­ρι­νή Συ­ρια­κή ηγε­σία και να σώ­σουν την υπό­λη­ψη της αμε­ρι­κα­νι­κής κυ­βέρ­νη­σης, μετά από όλες τις απει­λές που έχει εξα­πο­λύ­σει όσον αφορά τη χρήση χη­μι­κών όπλων.
  • – Οι προ­θέ­σεις του προ­έ­δρου των ΗΠΑ να τι­μω­ρή­σει τη συ­ρια­κή ηγε­σία δεν προ­κύ­πτουν, με κα­νέ­να τρόπο ή μορφή, από κά­ποια αλ­λη­λεγ­γύη της Ουά­σινγ­κτον με τα παι­διά που υπέ­φε­ραν στις σφα­γές της Ghouta, αλλά από τη δέ­σμευ­σή της σε αυτό που ο Ομπά­μα απο­κά­λε­σε πο­λύ­τι­μα συμ­φέ­ρο­ντα των ΗΠΑ, όπως και από τη δέ­σμευ­σή της στα συμ­φέ­ρο­ντα και την ασφά­λεια του Ισ­ρα­ήλ.
  • – Ο συ­ρια­κός στρα­τός και οι πε­ρι­φε­ρεια­κοί του σύμ­μα­χοι, υπό την ηγε­σία του Ιρα­νι­κού κα­θε­στώ­τος, δεν θα έχουν αρ­κε­τό κου­ρά­γιο, το πι­θα­νό­τε­ρο, να υλο­ποι­ή­σουν αυτά που ακού­στη­καν ως απει­λές των ηγε­σιών τους ότι οποια­δή­πο­τε δυ­τι­κή επί­θε­ση στη Συρία θα προ­κα­λέ­σει πό­λε­μο σε όλη την πε­ριο­χή. Αλλά αυτή η επι­λο­γή πα­ρα­μέ­νει στο τρα­πέ­ζι, ως μια τε­λι­κή επι­λο­γή με κα­τα­στρο­φι­κά απο­τε­λέ­σμα­τα.
  • – H ανα­με­νό­με­νη δυ­τι­κή ιμπε­ρια­λι­στι­κή επί­θε­ση δεν στο­χεύ­ει να υπο­στη­ρί­ξει τη Συ­ρια­κή επα­νά­στα­ση με κα­νέ­ναν τρόπο. Θα έχει ως στόχο να πιέ­σει τη Δα­μα­σκό στο τρα­πέ­ζι των δια­πραγ­μα­τεύ­σε­ων, να διευ­κο­λύ­νει την απο­χώ­ρη­ση του Άσαντ από το προ­σκή­νιο, δια­τη­ρώ­ντας όμως το κα­θε­στώς στη θέση του, ενώ πα­ράλ­λη­λα θα βελ­τιώ­νει τις προ­ϋ­πο­θέ­σεις για να ενι­σχυ­θεί η θέση του αμε­ρι­κα­νι­κού ιμπε­ρια­λι­σμού στην μελ­λο­ντι­κή Συρία, ενά­ντια στον ρω­σι­κό ιμπε­ρια­λι­σμό.
  • – Όσο πε­ρισ­σό­τε­ρο κα­τα­λά­βουν αυτοί που συμ­με­τέ­χουν στις συ­νε­χι­ζό­με­νες λαϊ­κές κι­νη­το­ποι­ή­σεις –αυτοί που είναι πιο συ­νει­δη­το­ποι­η­μέ­νοι, πιο τί­μιοι και πιο αφο­σιω­μέ­νοι στο μέλ­λον της Συ­ρί­ας και του λαού της- αυτήν την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, τις συ­νέ­πειές της, τα απο­τε­λέ­σμα­τά της, και δρά­σουν ανά­λο­γα, τόσο πε­ρισ­σό­τε­ρο θα ενι­σχυ­θεί η προ­σπά­θεια να επι­λέ­ξει ο συ­ρια­κός λαός μια πραγ­μα­τι­κά επα­να­στα­τι­κή ηγε­σία. Στη δια­δι­κα­σία ενός απο­φα­σι­στι­κού αγώνα στη­ριγ­μέ­νου στα ση­με­ρι­νά και μελ­λο­ντι­κά συμ­φέ­ρο­ντα του λαού, θα προ­κύ­ψει και ένα ρι­ζο­σπα­στι­κό πρό­γραμ­μα, συμ­βα­τό με αυτά τα συμ­φέ­ρο­ντα, το οποίο θα μπο­ρέ­σει να προ­βλη­θεί και να δο­κι­μα­στεί στο δρόμο προς τη νίκη.

Όχι σε όλες τις μορ­φές ιμπε­ρια­λι­στι­κές επέμ­βα­σης, είτε από τις ΗΠΑ είτε από τη Ρωσία

Όχι σε όλες τις μορ­φές αντι­δρα­στι­κών σε­χτα­ρι­στι­κών πα­ρεμ­βά­σε­ων, είτε από το Ιράν, είτε από τις χώρες του Κόλ­που

Όχι στην πα­ρέμ­βα­ση της Χεζ­μπο­λά, η οποία δι­καιο­λο­γεί τη μέ­γι­στη κα­τα­δί­κη

Κάτω όλες οι αυ­τα­πά­τες για το ανα­με­νό­με­νο αμε­ρι­κα­νι­κό στρα­τιω­τι­κό χτύ­πη­μα

Διαρ­ρήξ­τε τις απο­θή­κες όπλων για τον συ­ρια­κό λαό και τον αγώνα του για ελευ­θε­ρία, αξιο­πρέ­πεια και κοι­νω­νι­κή δι­καιο­σύ­νη

Νίκη σε μια ελεύ­θε­ρη, δη­μο­κρα­τι­κή Συρία και κάτω η δι­κτα­το­ρία του Άσαντ και όλες οι δι­κτα­το­ρί­ες μια για πάντα

Ζήτω η επα­νά­στα­ση του Συ­ρια­κού λαού

 

Σάβ­βα­το, 31 Αυ­γού­στου

Επα­να­στά­τες Σο­σια­λι­στές (Αί­γυ­πτος) – Ρεύμα Επα­να­στα­τι­κής Αρι­στε­ράς (Συρία) – Ένωση Κομ­μου­νι­στών (Ιράκ) – Al-Mounadil-a (Μα­ρό­κο) – Σο­σια­λι­στι­κό Φό­ρουμ (Λί­βα­νος)

 

 

*Δη­μο­σιεύ­τη­κε στα αρα­βι­κά εδώ: http://​www.​al-manshour.​org/​node/​4499

*Η με­τά­φρα­ση είναι από το κεί­με­νο στα αγ­γλι­κά, όπως δη­μο­σιεύ­τη­κε εδώ: http://​syriafreedomforever.​wordpress.​com/​2013/​08/​31/​we-stand-behind-the-…​

– See more at: http://rproject.gr/article/yperaspizomaste-ti-syriaki-laiki-epanastasi-ohi-stin-xeni-epemvasi#sthash.lIrx7rXD.dpuf

http://rproject.gr/article/yperaspizomaste-ti-syriaki-laiki-epanastasi-ohi-stin-xeni-epemvasi

O πόλεμος στη Συρία ή ο πόλεμος για τη Συρία

Ένα πολύ διαφωτιστικό κείμενο για την ιστορία της Συρίας και το τι διακυβεύεται στην περιοχή.  Αλιευμένο από το online περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ.

 Του Σωτήρη Ρούσσου

zaimΑπό το 1949 ώς το 1970 η Συρία ήταν ίσως η πιο ασταθής χώρα στον κόσμο. Ισχνά κοινοβουλευτικά διαλείμματα παρεμβάλλονταν ανάμεσα σε συνεχή στρατιωτικά πραξικοπήματα, περίπου ένα κάθε χρόνο. Μια χώρα μωσαϊκό εθνοθρησκευτικών ομάδων: Άραβες σουνίτες μουσουλμάνοι (περισσότεροι από το 50%), αλαουίτες (κλάδος των σιιτών μουσουλμάνων με πολλά στοιχεία όμως συγκρητισμού, περίπου 10%), χριστιανοί (ορθόδοξοι, Συροχαλδαίοι, καθολικοί, 10% του πληθυσμού), Κούρδοι (οι περισσότεροι σουνίτες μουσουλμάνοι, επίσης 10%), Δρούζοι και Αρμένιοι. Η ανάπτυξη του συριακού αραβικού εθνικισμού μονοπωλήθηκε στα χρόνια του μεσοπολέμου από τη σουνιτική μεγάλη γαιοκτημονική τάξη και λιγότερο από χριστιανούς ριζοσπάστες διανοούμενους. Η άνοδος του παναραβικού κινήματος Μπάαθ ήρθε κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ως αντίδραση μεσαίων στρωμάτων (επιστημόνων, επαγγελματιών και μετέπειτα στρατιωτικών) στη γαιοκτημονική πολιτική κυριαρχία και στην αδυναμία της να αντιπαρατεθεί στο Ισραήλ στον πόλεμο του 1948.

Τρία ρήγματα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο

Το Μπάαθ αποτελεί την απάντηση στα τρία ρήγματα στη Συρία, τον εθνοθρησκευτικό διαχωρισμό, το κοινωνικοοικονομικό χάσμα μεταξύ των μεγάλων πόλεων και της υπαίθρου και τη μεγάλη ανισοκατανομή εισοδήματος μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων. Στον πρώτο διαχωρισμό αντιτάσσει έναν δυναμικό παναραβισμό στην αρχή, και στη συνέχεια, μετά την αποτυχία της ένωσης με τη νασερική Αίγυπτο (1958-61), την προώθηση του συριακού αραβικού εθνικισμού αντιιμπεριαλιστικής πρωτοπορίας των αραβικών λαών. Για να ξεπεραστεί η κοινωνικοοικονομική διαίρεση, το Μπάαθ κηρύσσει την ανάγκη αναδιανομής της γης και ουσιαστικής εξαφάνισης της μεγάλης σουνιτικής γαιοκτημονικής τάξης. Τέλος, για την εισοδηματική ανακατανομή, προωθεί ένα πείραμα «αραβικού σοσιαλισμού» με ευρεία επιδοματική πολιτική και προστασία της εγχώριας παραγωγής με ένα σύστημα υψηλών δασμών. Παρόλο που το Μπάαθ είναι πολιτικά ισχυρό ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η εξουσία θα περάσει πραγματικά και σταθερά στα χέρια του όταν θα συνδεθεί με τους αλαουίτες στρατιωτικούς και ειδικά τον Χαφέζ αλ-Άσαντ το 1970.

Ο πατέρας Άσαντ και η κυριαρχία του κινήματος Μπάαθ

3879548-3x2-700x467Ο Χαφέζ αλ-Άσαντ θα εγκαθιδρύσει την κυριαρχία του Μπάαθ στη Συρία και θα τη μετατρέψει σε ένα σταθερό καθεστώς για τριάντα χρόνια, πράγμα απολύτως πρωτοφανές μέχρι τότε για τη Συρία. Πέρα από τις μπααθικές πολιτικές που ήδη περιγράφηκαν, ο Άσαντ θα στηρίξει την εξουσία του σε τέσσερις πυλώνες. Ο πρώτος είναι ο ίδιος ο ρόλος του προέδρου ως τελικού «κριτή» και πηγής κάθε άλλης εξουσίας. Δεύτερος, ένας κύκλος πιστών συνεργατών του (πολλοί από αυτούς, μέλη της οικογένειας Άσαντ) που σχημάτισε μια καθεστωτική ελίτ η οποία εξουσίαζε όλη την πολιτική και την οικονομική δραστηριότητα στη χώρα με τον έλεγχο πελατειακών δικτύων. Ο τρίτος πυλώνας ήταν οι υπηρεσίες ασφαλείας με τεράστια διείσδυση στην κοινωνία. Τέλος, η αλαουιτική κοινότητα στην οποία ανήκε ο Άσαντ, θα αποτελέσει κατεξοχήν σημείο στήριξης του καθεστώτος. Βέβαια το ασαντικό καθεστώς διεύρυνε τη βάση στήριξής του συμμαχώντας με συντηρητικά στρώματα σουνιτών εμπόρων και επιχειρηματιών των μεγάλων πόλεων, της Δαμασκού και του Χαλεπίου, με τους συντηρητικούς σουνίτες θρησκευτικούς ηγέτες, τους χριστιανούς και τις βεδουίνικες φυλές.

Στην εξωτερική πολιτική το καθεστώς του Άσαντ (πατρός) εστιάστηκε σε τρεις στόχους. Πρώτον, την αποτροπή ιδεολογικής και πολιτικής απειλής από το μπααθικό Ιράκ, δεύτερον, τον έλεγχο του Λιβάνου, και τρίτον, τη διατήρηση ηρεμίας στα σύνορα με το Ισραήλ μετά την ήττα του 1973 διατηρώντας όμως την αντιισραηλινή, παναραβική ρητορική του. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 το καθεστώς φαινόταν ότι είχε επιτυχίες σε αυτά τα μέτωπα. Στον Λίβανο είχε επιτευχθεί μια pax syriana. Με άλλα λόγια, ο συριακός στρατός και οι υπηρεσίες ασφαλείας εγγυήθηκαν την εφαρμογή της συμφωνίας του Τάεφ1 για τον τερματισμό του λιβανικού εμφυλίου το 1989. Το Ιράκ είχε πλήρως αποδυναμωθεί από τον πόλεμό του με το Ιράν και κυρίως από την καταστροφική εισβολή στο Κουβέιτ το 1991. Η επιλογή του Άσαντ να συμμαχήσει με το ισλαμικό καθεστώς του Ιράν ήδη από το 1980 αποδεικνυόταν εύστοχη, και την ίδια στιγμή το συριακό καθεστώς διατηρούσε ανήσυχες αλλά μάλλον φιλικές σχέσεις με τους Σαουδάραβες, ιδιαίτερα μετά τη συμμετοχή της Συρίας στην εκστρατεία κατά του Ιράκ στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου (1991) και λόγω της συνεννόησης των δύο κρατών για την εφαρμογή της συμφωνίας του Τάεφ.

Ο υιός Άσαντ και η οικονομική φιλελευθεροποίηση

syria_civil_war_escalatesΟ θάνατος του Χαφέζ αλ-Άσαντ οδήγησε στη διαδοχή του από τον γιο του Μπασάρ το 2000. Είναι η μόνη επιτυχημένη «κληρονομική» διαδοχή σε αυτά που ο Ρότζερ Όουεν ονομάζει μη μοναρχικά (republican) καθεστώτα με ισόβιο πρόεδρο. Το μέλλον όμως δεν προοιωνιζόταν ανέφελο. Στοιχεία της παλαιάς φρουράς του καθεστώτος δεν τον εμπιστεύονταν και η κρατική οικονομία δεν μπορούσε να αντέξει σε ένα διεθνές περιβάλλον άγριου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, νέων τεχνολογιών και φθηνής εργασίας στη Νότια και Ανατολική Ασία. Στο εξωτερικό περιβάλλον ανέρχονταν νέες δυνάμεις στον Λίβανο, η σιιτική πολιτική και στρατιωτική Χεζμπολλάχ και τα πλούσια στρώματα σουνιτών μουσουλμάνων. Η πρώτη με εκτεταμένο δίκτυο κοινωνικής αλληλεγγύης και στρατιωτικές νίκες κατά του Ισραήλ στον νότιο Λίβανο και οι δεύτεροι με εκφραστή τον δισεκατομμυριούχο και εκλεκτό των Σαουδαράβων πρωθυπουργό του Λιβάνου Ραφίκ Χαρίρι. Η δολοφονία του Χαρίρι από πράκτορες των συριακών υπηρεσιών το 2005 και οι εξαιρετικές διεθνείς πιέσεις που ακολούθησαν οδήγησαν στην αποχώρηση της Συρίας από τον Λίβανο. Ο Μπασάρ βρέθηκε απομονωμένος και αποδυναμωμένος να προσκολλάται όλο και περισσότερο στον σιιτικό άξονα Τεχεράνης-Χεζμπολλάχ. Ο πατέρας του, αν και διατηρούσε μακρά συμμαχία και με τη Σοβιετική Ένωση (έπειτα και με τη Ρωσία) και με το Ιράν, δεν ήταν ποτέ ολοσχερώς εξαρτημένος από μία δύναμη.

Στο εσωτερικό της χώρας το άνοιγμα της οικονομίας συνοδεύτηκε από δραστική μείωση των δασμών και των βοηθημάτων ή επιδοτήσεων που διατηρούσαν την κοινωνική συνοχή. Ως αποτέλεσμα, οι κρατικές εταιρείες που ιδιωτικοποιούνταν και οι νέες επιχειρηματικές δράσεις, όπως η κινητή τηλεφωνία, πέρασαν στα χέρια των γόνων της αλαουιτικής καθεστωτικής ελίτ σε βάρος των νέων σουνιτικών επιχειρηματικών στρωμάτων τραυματίζοντας την παλαιά συμμαχία αλαουιτικής μπααθικής ελίτ και σουνιτικής επιχειρηματικής τάξης. Τέλος, η νέα γενιά του καθεστώτος δεν προερχόταν από αγροτικά στρώματα, όπως ο πατέρας Άσαντ και η σύντροφοί του, και δεν έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον για την ύπαιθρο, ιδιαίτερα μετά τη μείωση των δασμών και των επιδοτήσεων, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση του κοινωνικού και οικονομικού χάσματος μεταξύ υπαίθρου και μεγάλων πόλεων. Δεν είναι τυχαίο που οι πρώτες αντικαθεστωτικές εξεγέρσεις συνέβησαν σε περιοχές όπως η Ντεράα, αγροτικές, φτωχές και σουνιτικές. Οι ελπίδες και οι προσπάθειες από οργανώσεις πολιτών να συνοδευτεί η οικονομική φιλελευθεροποίηση από πολιτικό εκδημοκρατισμό και φιλελεύθερα ανοίγματα, μετά από μια μικρή άνθηση από το 2000 ώς το 2004, αντιμετωπίστηκαν με ωμή καταστολή αφού το καθεστώς προέκρινε τον «κινεζικό» δρόμο προς τον καπιταλισμό.

Οι τρεις διαχωριστικές γραμμές της Συρίας ξεθάφτηκαν μετά από τριάντα και πλέον χρόνια και προκάλεσαν σοβαρές ρωγμές σε συνδυασμό και με την αποδυνάμωση της Συρίας στο περιφερειακό παιχνίδι. Η τυνησιακή έκρηξη και κυρίως η ανατροπή του Μουμπάρακ διέλυσε τον διάχυτο κοινωνικό φόβο στον οποίο στηρίζονταν τα ομοειδή καθεστώτα της Αιγύπτου και της Τυνησίας και οδήγησαν σε εξέγερση τη Συρία. Η απόφαση του καθεστώτος να αντιδράσει με δυσανάλογη στρατιωτική βία εναντίον ειρηνικών διαδηλωτών και η δράση άτακτων αλαουιτικών συμμοριών αλ-σαμπίχα (φαντάσματα), συνδεδεμένων με τις υπηρεσίες ασφαλείας, βασανίζοντας και δολοφονώντας, όχι μόνο στρατιωτικοποίησε τη σύγκρουση αλλά και της έδωσε εθνοθρησκευτικό χαρακτήρα, αλαουίτες εναντίον σουνιτών.

Τα πολλά πρόσωπα της αντιπολίτευσης

syria-1_2072670bΗ αντιπολίτευση στον Άσαντ και στο καθεστώς, η οποία συνήθως εκπροσωπείται από την οργάνωση-ομπρέλα του Εθνικού Συριακού Συμβουλίου, έχει πολλά πρόσωπα. Μια ομάδα αποτελούν οι εξόριστοι φιλελεύθεροι και αριστεροί που διέφυγαν από την καταστολή του καθεστώτος αλλά παρ’ όλη την απήχησή τους στα διεθνή Μ.Μ.Ε. δεν έχουν επιρροή στο εσωτερικό. Μια άλλη ομάδα αποτελείται από παλαιά μεγάλα στελέχη της καθεστωτικής ελίτ που έπεσαν σε δυσμένεια ή συγκρούστηκαν για τη νομή εξουσίας, τώρα βρίσκονται στο εξωτερικό και διατείνονται, όχι πολύ πειστικά, ότι μπορούν να αποτελέσουν τη «γέφυρα» προς μέρη του καθεστώτος και μεταβατική λύση. Τέλος, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, οι οποίοι αποτελούν το 30% της δύναμης του Εθνικού Συριακού Συμβουλίου, κυρίως στο εξωτερικό. Η δύναμή τους στο εσωτερικό είναι περιορισμένη λόγω της σφαγής τους στη Χάμα το 1980 από τον πατέρα Άσαντ, όπου σκοτώθηκαν πάνω από 10.000 άνθρωποι. Πάντως διατηρούν βάσεις επιρροής και οργάνωσης στο εσωτερικό και αποτελούν ίσως την πιο συνεκτική και συγκροτημένη οργάνωση.

Στο εσωτερικό της χώρας βασικό ρόλο παίζουν οι τοπικές επαναστατικές ομάδες, οι οποίες ουσιαστικά φέρουν το βάρος τόσο της στρατιωτικής σύγκρουσης με το καθεστώς όσο και της φροντίδας για τον πληθυσμό. Παρά τη συγκρότηση του Ελεύθερου Συριακού Στρατού δεν έχει επιτευχθεί πρόοδος στη δημιουργία επιτελικού κέντρου.

Άλλες δύο αντικαθεστωτικές δυνάμεις, εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, βρίσκονται εκτός των παραπάνω σχηματισμών. Η μία είναι οι τζιχαντικές οργανώσεις τύπου αλ-Κάιντα, όπως η Τζαμπάτ αλ-Νούσρα, οι οποίες συνδέονται με τη χαοτική κατάσταση στο γειτονικό κεντρικό Ιράκ, την περιοχή των σουνιτών μουσουλμάνων. Οι οργανώσεις αυτές σταματούν το νομαδικό τζιχάντ ανά τον κόσμο και εγκαθίστανται σε περιορισμένες περιοχές τις οποίες ελέγχουν. Σκοπός τους είναι σε καταστάσεις χάους και διάλυσης των εθνικών κρατών να ενώσουν αυτούς τους εδαφικούς πυρήνες σε ένα μεγάλο «εμιράτο» του εξτρεμιστικά συντηρητικού Ισλάμ. Οι ομάδες αυτές αποτελούνται σε μεγάλο βαθμό από βετεράνους άλλων πολέμων από το Ιράκ, τη Λιβύη και την Υεμένη αλλά και από Σύρους εξτρεμιστές και χρηματοδοτούνται από ιδιωτικές κυρίως πηγές στις μοναρχίες του Κόλπου.

Η άλλη δύναμη είναι οι Κούρδοι, οι στρατιωτικές δυνάμεις των οποίων ελέγχουν μια εκτεταμένη ζώνη στη βορειοανατολική Συρία, στα ευαίσθητα σύνορα με το ιρακινό και το τουρκικό Κουρδιστάν. Η βασική πολιτική τους οργάνωση, το Κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας (P.Y.D.), και η στρατιωτική της πτέρυγα έχουν ήδη από το 1980 αναπτύξει στενή σύνδεση με το P.K.K. στο τουρκικό Κουρδιστάν. Οι Κούρδοι της Συρίας βρίσκονταν πάντα στο περιθώριο του συριακού αραβικού εθνικισμού χωρίς πολιτικά και μειονοτικά δικαιώματα. Η δημιουργία μιας de facto αυτόνομης ζώνης, του Δυτικού Κουρδιστάν, όπως το ονομάζουν, που επικοινωνεί άμεσα με το ημιανεξάρτητο ιρακινό Κουρδιστάν και τις προβληματικές κουρδικές περιοχές της Τουρκίας, δημιουργεί νέα δεδομένα για μια συνολική διευθέτηση του κουρδικού προβλήματος.

Οι έριδες για την περιφερειακή ηγεμονία και τον έλεγχο της Συρίας

104890-syria-the-good-old-cold-war-gameΑπέναντι σε αυτή την εξέγερση βρίσκονται δύο συμμαχίες που ερίζουν για την περιφερειακή ηγεμονία μετατρέποντας τον συριακό εμφύλιο σε μια περιφερειακή σύγκρουση για τον έλεγχο της Συρίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ηγετικές δυνάμεις των δύο συμμαχιών δεν είναι, ίσως για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της περιοχής, αραβικά κράτη. Πρόκειται για το Ιράν και την Τουρκία.

Το Ιράν θεωρεί τη Συρία ως το πιο ζωτικό στήριγμα της επιρροής του στη Μέση Ανατολή, τον ομφάλιο λώρο που το συνδέει με τη Χεζμπολλάχ και την πρόσβασή του στην ανατολική Μεσόγειο και την άμεση περιφέρεια του Ισραήλ. Σύμφωνα με Ιρανό στρατιωτικό, θα είναι πιο σημαντική για το Ιράν η απώλεια της Συρίας παρά μιας επαρχίας του με αραβικό πληθυσμό.

Η Τουρκία του A.K.P., από την άλλη, θεωρεί ότι μπορεί να αποτελέσει το μοντέλο διακυβέρνησης του μετριοπαθούς πολιτικού Ισλάμ και να συγκροτήσει μια στέρεη βάση ήπιας ισχύος στα ανερχόμενα σουνιτικά, κοινωνικά συντηρητικά μεσαία στρώματα σε όλη τη Μέση Ανατολή. Αυτή η βάση θα στηρίξει την τουρκική οικονομική διείσδυση και πιθανόν την περιφερειακή πολιτική ηγεμονία. Η συμμαχία αυτή περιλαμβάνει εναλλακτικά τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, καθώς οι δύο αυτές πολύ πλούσιες αλλά στρατιωτικά αδύναμες χώρες διαγκωνίζονται για το ποια θα αποτελέσει τον «φάρο» του σουνιτικού Ισλάμ. Πολλοί πιστεύουν ότι η μόνη διέξοδος για τη Συρία θα ήταν ένα «νέο Τάεφ», μια περιφερειακή συνεννόηση με τη συμμετοχή τώρα της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας, της Ρωσίας, των Η.Π.Α. και του Ιράν.

Το Ισραήλ βλέπει ένα ηφαίστειο στα σύνορά του και βρίσκεται σε στρατηγική σύγχυση. Ο Μπασάρ ήταν, σύμφωνα με Ισραηλινούς αναλυτές, εξαρτημένος από το Ιράν, γι’ αυτό και επικίνδυνος, αλλά και μια ισλαμιστική κυβέρνηση στη Δαμασκό με τους τζιχαντικούς πυρήνες σε πλήρη δράση είναι εξίσου απευκταίο σενάριο. Οι Ισραηλινοί θα ήθελαν να επαναλάβουν για τον εμφύλιο στη Συρία αυτό που είπε για τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ ο τότε πρωθυπουργός Γιτζάκ Σαμίρ: «Ευχόμαστε να νικήσουν και οι δύο». Αλλά η Συρία είναι μόλις μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από το Τελ-Αβίβ. Βασική θέση των Ισραηλινών παραμένει πάντως ότι οποιαδήποτε εξέλιξη αποδυναμώνει αποφασιστικά το ασαντικό καθεστώς, προκαλεί μεγάλο πρόβλημα στο Ιράν και συνεπώς είναι καλοδεχούμενη.

syria600_260712Ποιο είναι όμως το βασικό διακύβευμα; Το αυταρχικό και πατερναλιστικό κράτος του αραβικού εθνικισμού στη Συρία και στο Ιράκ υπήρξε η μεγαλύτερη εγγύηση για τη μακροημέρευση των συνόρων που χάραξαν οι αποικιοκρατικές δυνάμεις στη Μεσοποταμία και την ανατολική Μεσόγειο. Συγκρατώντας τις εθνοθρησκευτικές διαφορές με έναν συνδυασμό ριζοσπαστικού αραβικού εθνικισμού, επιλεκτικών συμμαχιών, πελατειακών δικτύων και ωμού αυταρχισμού δίχως όρια, δημιουργούσαν μια αίσθηση σταθερών συνόρων και κίνησης προς την πολιτική και κοινωνική νεωτερικότητα. Τώρα αυτά τα σιδερένια καλούπια έσπασαν, η λάβα των κοινωνικών και εθνοθρησκευτικών διαχωρισμών τα ξεπερνά, ξεπερνώντας και τα σύνορα της Συρίας, του Ιράκ, του Λιβάνου, της Ιορδανίας και της Τουρκίας. Πώς θα στερεοποιηθεί αυτό το μάγμα που φέρνει παλαιά και νέα στοιχεία; Θα οδηγηθεί η περιοχή σε πολιτικές οντότητες όπως το Ιρακινό Κουρδιστάν; Βασισμένες στις εθνοθρησκευτικές ομάδες που μπορούν να ελέγξουν ως πλειονότητα μια συγκεκριμένη περιοχή; Χωρίς διεθνή αναγνώριση και επίσημη κυριαρχία αλλά ως κρατικές οντότητες υπό διαμόρφωση; Ένας νέος τύπος πολιτικής «κρατικής» οργάνωσης που θα συνδυάζει προνεωτερικά (εθνοθρησκευτικά) και μετανεωτερικά (σύνδεση με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία) στοιχεία; Ή τελικά η νέα εγγύηση για τα παλαιά σύνορα θα είναι το πολιτικό Ισλάμ των Αδελφών Μουσουλμάνων και του τουρκικού A.K.P.; Η λάβα είναι ακόμη ρευστή και καυτή και ίσως έτσι να εξηγείται η διστακτικότητα της Ουάσινγκτον και κυρίως η άρνηση των έμπειρων Βρετανών να επέμβουν.

 

Αναδημοσίευση από Παραλληλογράφο 

Θ. Κοστιφάκης: Αναγκαίος ο πανεκπαιδευτικός και πανεργατικός συντονισμός

Συνέντευξη του προέδρου της ΟΛΜΕ στην Εποχή και την Ιωάννα Δρόσου

Η κυβέρνηση προσπαθεί να μας διαχωρίσει από τους μαθητές. Όμως, αυτό είναι αντικειμενικά αδύνατο αφού καθημερινά συνεργαζόμαστε και συζητάμε μαζί τους καθημερινά. Ζούμε τις αγωνίες τους.

 

________________

 

Την Τετάρτη πραγματοποιήθηκε συνάντηση των ομοσπονδιών για συντονισμό του αγώνα όλων των εργαζόμενων, ενώ την Πέμπτη το ΔΣ της ΟΛΜΕ κατέληξε σε μια πρόταση για να συζητηθεί στις τοπικές ΕΛΜΕ. Τι κατευθύνσεις προέκυψαν από αυτές τις συσκέψεις;

Στη σύσκεψη των ομοσπονδιών εκτιμήθηκε ότι αναπτύσσεται μια πρωτοφανής επίθεση ενάντια στην κοινωνία και τους εργαζόμενους από κυβέρνηση-ΕΕ-ΔΝΤ. Και απαιτούνται κοινοί και συντονισμένοι αγώνες για να τους σταματήσουμε.

Απαιτείται μια γενικευμένη απεργιακή κινητοποίηση σε δημόσιο και ιδιωτικό τομέα για την ανατροπή της πολιτικής κυβέρνησης-τρόικας.

Όσον αφορά τη συνεδρίαση του ΔΣ της ΟΛΜΕ, τελικά αποφασίστηκε να κατατεθούν στις Γενικές Συνελεύσεις των καθηγητών που θα γίνουν την επόμενη εβδομάδα, όλες οι απεργιακές προτάσεις (48ωρη ή πενθήμερα επαναλαμβανόμενα) για την αγωνιστική διεκδίκηση των αιτημάτων μας. Μια μεγάλη μάχη αρχίζει…

 

Η σχολική χρονιά ξεκινά με 16.000 λιγότερους καθηγητές και με λιγότερα σχολεία. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι η διαθεσιμότητα, οι μετατάξεις, οι συγχωνεύσεις σχολείων είναι αναγκαίο κακό. Πώς απαντά η ΟΛΜΕ;

Μέσα σε ένα καλοκαίρι το καθηγητικό δυναμικό της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης μειώθηκε κατά 20%, με την κυβέρνηση και τα ΜΜΕ να στηρίζονται στην προπαγάνδα της τεχνητής υπεραριθμίας, προκειμένου να δικαιολογήσουν τη μείωση του προσωπικού κατά 16.000 εκπαιδευτικούς. Όμως, η επιχειρηματολογία τους έχει στηριχθεί στις καταργήσεις σχολείων και εκπαιδευτικών δομών, όπως η ενισχυτική διδασκαλία και τα κέντρα περιβαλλοντικής εκπαίδευσης. Για παράδειγμα προκειμένου να τεθούν σε διαθεσιμότητα 2.500 εκπαιδευτικοί, καταργήθηκαν τρεις τομείς στην επαγγελματική εκπαίδευση, αδιαφορώντας για το τι θα απογίνουν οι 20.000 μαθητές που ακολούθησαν αυτές τις κατευθύνσεις.

 

 

Οι μαθητές και οι γονείς πώς αντιδρούν;

Προσπαθούμε να τους ενημερώσουμε για τις επιπτώσεις της μείωσης του προσωπικού στο σχολείο. Ο άμεσος στόχος μας είναι η δημιουργία ενός μετώπου μέσα στην εκπαίδευση με τη συμμετοχή των εκπαιδευτικών, των μαθητών και των γονιών και ύστερα η διεύρυνσή του σε όλη την κοινωνία γιατί το δημόσιο αγαθό της παιδείας αφορά τους πάντες.

 

 

Η σχετική αρθρογραφία έχει μια σχεδόν πανομοιότυπη αναφορά ότι η νέα σχολική χρονιά έχει «άρωμα Μαΐου» εννοώντας ότι και πάλι οι καθηγητές βάζουν σε δεύτερη μοίρα τους μαθητές ξεκινώντας κινητοποιήσεις.

Η κυβέρνηση προσπαθεί να μας διαχωρίσει από τους μαθητές. Όμως, αυτό είναι αντικειμενικά αδύνατο αφού καθημερινά συνεργαζόμαστε και συζητάμε μαζί τους καθημερινά. Ζούμε τις αγωνίες τους. Η εισαγωγή πανελλαδικού τύπου εξετάσεων σε όλες τις τάξεις του Λυκείου μπορεί να εκληφθεί ότι είναι υπέρ των μαθητών; Το αντίθετο. Σύμφωνα με μελέτες, αυτό θα οδηγήσει, πρώτον, σε αύξηση της μαθητικής διαρροής, δηλαδή περισσότερα παιδιά θα εγκαταλείψουν το σχολείο ή θα ακολουθήσουν τη φτηνή πρόωρη κατάρτιση, δεύτερον, σε αλλοίωση του παιδαγωγικού χαρακτήρα του σχολείου, αφού στρέφει τους μαθητές στο ανταγωνιστικό κυνήγι του βαθμού και, τρίτον, σε αύξηση της φροντιστηριοποίησης.

 

 

Αναφέρθηκες στην ανάγκη δημιουργίας ενός ενιαίου μετώπου υπεράσπισης των δημόσιων αγαθών. Πώς οργανώνεται ο αγώνας αυτός;

Η κυβέρνηση πλήττει αυτό που ονομάζουμε κοινωνικό κράτος έχοντας στοχοποιήσει την υγεία και την παιδεία. Και όλοι οι εργαζόμενοι πρέπει ενωμένοι να υπερασπιστούμε τα δημόσια αγαθά και την ύπαρξη του κοινωνικού κράτους. Απαιτείται, λοιπόν, ένας πανεκπαιδευτικός αλλά και πανεργατικός συντονισμός. Το κύριο μέλημά μας, όμως, είναι ο συντονισμός να μην περιοριστεί σε επίπεδο κορυφής αλλά να εξαπλωθεί σε κάθε σχολείο, σε κάθε γειτονιά. Και, βεβαίως, πρέπει ο συντονισμός να συμπεριλάβει και να εμπλέξει τα σωματεία όλων των εργαζομένων, ώστε να συμβάλλουμε στη δημιουργία ενός μετώπου που θα ανατρέψει αυτή την πολιτική.

 

 

Η κυβέρνηση προσπαθεί να απομονώσει τους εκπαιδευτικούς και να αποκόψει την ηγεσία της ΟΛΜΕ από την εκπαιδευτική κοινότητα ταυτίζοντάς την με τον ΣΥΡΙΖΑ…

Κατ’ αρχάς να διευκρινίσουμε ότι η ηγεσία της ΟΛΜΕ εκλέγεται κάθε δύο χρόνια και εδώ και λίγους μήνες εκλέξαμε νέο ΔΣ, όπου καμία παράταξη δεν έχει την πλειοψηφία. Επίσης, καταστατικά οι αποφάσεις του ΔΣ της ΟΛΜΕ επικυρώνονται από τις συνελεύσεις των τοπικών ΕΛΜΕ. Η επίθεση της κυβέρνησης είναι αναμενόμενη αφού η συνήθης τακτική της πλέον είναι η δυσφήμηση των αγώνων και η επίρριψη ευθυνών στον ΣΥΡΙΖΑ για να αποποιηθεί τις δικές της ευθύνες. Είναι λογικό, όμως, ο ΣΥΡΙΖΑ ή οποιοδήποτε άλλο κόμμα να έχει τη δυνατότητα να παρασύρει χιλιάδες εργαζόμενους να απεργήσουν και να χάσουν το μισθό τους; Αυτά είναι αστεία πράγματα…

 

Ένα από τα επιχειρήματα της κυβέρνησης ότι οι εκπαιδευτικοί δεν συντάσσονται με την ηγεσία της ΟΛΜΕ είναι ότι τελικά οι αιτήσεις για υποχρεωτικές μετατάξεις ήταν περισσότερες από τις θέσεις. Η ΟΛΜΕ είχε δώσει κατεύθυνση στους εκπαιδευτικούς να μην καταθέσουν τα χαρτιά τους;

Δεν υπήρχε τέτοια γραμμή από την ΟΛΜΕ, απλώς είχαμε επισημάνει την αντίθεσή μας στις υποχρεωτικές μετατάξεις, να γίνονταν μόνο εθελοντικά και οι εκπαιδευτικοί να μην μετακινηθούν σε άλλη διεύθυνση από αυτή που ανήκουν οργανικά. Από εκεί και πέρα δεν σημαίνει ότι όσοι εκπαιδευτικοί κατέθεσαν αιτήσεις συμφωνούν με την πολιτική της κυβέρνησης. Άλλωστε, όταν σου βάζει κάποιος το μαχαίρι στο λαιμό και σου λέει «ή μετάταξη ή απολύεσαι», ποιος μπορεί να μιλήσει για ελεύθερη επιλογή από τον εκπαιδευτικό;

Πηγή: Εποχή

Η οικολογική κρίση: Μια μαρξιστική ανάλυση

του Κώστα Σκορδούλη[1]

(Με αφορμή την επαναφορά στη συζήτηση της καταστροφής της Φουκοσίμα, μετά τις νέες αποκαλύψεις για τις διαρροές στο νερό, αλλά και τη διαρκώς επίκαιρη συζήτηση για το περιβάλλον και την ανάπτυξη δημοσιεύουμε το παρόν κείμενο του Κώστα Σκορδούλη. Εμπεριέχεται στην έκδοση Τετράδια Ανυπόταχτης Θεωρίας #1, που εκδόθηκε τον Ιούνη του 12. Περισσότερα για την έκδοση και παλαιότερα αναρτημένα κείμενα θα βρείτε εδώ) 

 

Εισαγωγή

Το γεγονός της όλο και εντεινόμενης καπιταλιστικής κρίσης και ο τρόπος που αυτή εκφράζεται μέσα από την άνευ προηγουμένου επίθεση του κεφαλαίου στην εργασία δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει να υποβαθμίσουμε ένα ιδιάζον και μόνιμο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κρίσης: την οικολογική κρίση.

Το άρθρο αυτό θα προσπαθήσει να αναδείξει τις δύο σημαντικότερες εκφάνσεις της οικολογικής κρίσης την περασμένη περίοδο: α) τη διαρκώς εντεινόμενη «κλιματική αλλαγή» και β) το πρόβλημα της πυρηνικής ενέργειας όπως αυτό αναδείχθηκε με το «ατύχημα» στη Φουκουσίμα.

Στο πλαίσιο αυτό επιχειρείται μια μαρξιστική ανάλυση της οικολογικής κρίσης η οποία αγγίζει τον πυρήνα ενός γενικότερου θεωρητικού προβληματισμού για τη σχέση της οικολογίας με το μαρξισμό.

1. Οι κλιματικές αλλαγές

 

Οι δραστηριότητες που έχουν άμεση σχέση με την παραγωγή ενέργειας και τις μεταφορές και οι γεωργικές δραστηριότητες που συμβάλλουν στην μεγάλης κλίμακας καταστροφή των δασών, αποτελούν την βασική αιτία της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Οι δραστηριότητες αυτές ευθύνονται για την έκλυση στην ατμόσφαιρα 7 δισεκατομμυρίων τόνων αερίων (CO2, CH4, N2Ο) ανά έτος τα οποία έχουν καταλυτική επίδραση στο «Φαινόμενο του Θερμοκηπίου». Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ποσότητας δεν μπορεί να ανακυκλωθεί με αποτέλεσμα το φαινόμενο του Θερμοκηπίου το οποίο διατηρεί τη θερμοκρασία του πλανήτη σε επίπεδα που επιτρέπουν τη διατήρηση της ζωής, να γίνει εντελώς ανεξέλεγκτο, διαταράσσοντας το κλιματικό σύστημα.

Η υπερθέρμανση αποτελεί μία μόνο από τις όψεις του προβλήματος. Οι διαταραχές του υδρολογικού κύκλου αποτελούν επίσης μια αιτία διαταραχής του κλίματος, καθώς προκαλούν μεταβολές στο ρυθμό εξάτμισης των υδάτινων μαζών αυξάνοντας τον αριθμό και την ένταση των τροπικών καταιγίδων.

Η Διεθνής Επιτροπή του ΟΗΕ για τις κλιματικές αλλαγές (IPCC) υπολόγισε ότι τον 20ο αιώνα η αύξηση της θερμοκρασίας στο πλανήτη ήταν 0,6 0C κατά μέσο όρο. Τον 21ο αιώνα και έως το 2095, η IPCC προβλέπει ότι η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη θα κυμανθεί από 1,1 ως 6,4 0C και ότι η στάθμη της θάλασσας θα ανέβει έως και 80 cm. Αν η υπερθέρμανση ενταθεί, υπάρχει το ενδεχόμενο να λειώσουν τα ανώτερα στρώματα των πάγων της Γροιλανδίας γεγονός που θα οδηγήσει σε άνοδο της στάθμης της θάλασσας κατά 6 – 7 μέτρα. Οι διαταραχές στους ρυθμιστικούς μηχανισμούς του περιβάλλοντος του πλανήτη θα γίνονται αισθητές καθ’ όλη τη διάρκεια του 21ου αιώνα. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη να ενσωματωθούν τα οικολογικά προτάγματα στην προοπτική μιας νέας οργάνωσης των κοινωνιών.

2. Η πυρηνική ενέργεια

Τα οικονομικά συμφέροντα των πολυεθνικών επιβάλλουν την ολοένα και με ταχύτερους ρυθμούς εφαρμογή νέων τεχνικών παραγωγής χωρίς καμία προηγούμενη αξιολόγηση των συνεπειών τους που αποδεδειγμένα επιφέρουν ανεπανόρθωτες καταστροφές στο περιβάλλον όπως στην περίπτωση του πυρηνικού ατυχήματος στη Φουκουσίμα.

Η πυρηνική βιομηχανία στην Ιαπωνία, όπως και σε ολόκληρο τον κόσμο, βασίζεται στο κέρδος, δίνοντας στους ιδιοκτήτες των εταιρειών, στους προμηθευτές και στους φορείς εκμετάλλευσης της ενέργειας ένα συνεχές κίνητρο για να παρακάμψουν τους κανόνες ασφάλειας.

Ο αντιδραστήρας της Φουκουσίμα βασίζεται σε τεχνολογία σχεδιασμού της General Electric πριν από 40 χρόνια. Αυτός ο τύπος, που είναι ήδη ξεπερασμένος, βρίσκεται σε άλλες 6 πυρηνικές εγκαταστάσεις στην Ιαπωνία και σε τουλάχιστον 21 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η εταιρεία εκμετάλλευσης του συγκροτήματος Φουκουσίμα, η TEPCO, έχει ένα αμαρτωλό παρελθόν όσον αφορά τη συμμόρφωση με τους κανόνες ασφαλείας. Το 2003, οι 17 πυρηνικοί σταθμοί της έκλεισαν προσωρινά λόγω ενός σκανδάλου που αφορούσε παραποιημένες εκθέσεις επιθεώρησης, ενώ το 2006 βγήκε στην επιφάνεια ένα άλλο σκάνδαλο που αφορούσε ψεύτικα στοιχεία τα οποία παρουσίασε η ίδια εταιρεία.

Οι επιστήμονες ήδη έχουν εκφράσει βαθιά ανησυχία για την ασφάλεια πολλών από τις πυρηνικές εγκαταστάσεις της Ιαπωνίας, ορισμένες από τις οποίες χρονολογούνται από τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, μεταξύ των άλλων και για τη Φουκουσίμα, εδώ και πολύ καιρό, όπως και για το εργοστάσιο Hamaoka, μόλις 100 μίλια νοτιοδυτικά του Τόκιο.

Σε μια ορθολογικά σχεδιασμένη παγκόσμια οικονομία, η τοποθέτηση δεκάδων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής στην πιο ενεργή γεωλογικά ζώνη του πλανήτη και σε μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του θα θεωρούταν παραφροσύνη. Αλλά για την καπιταλιστική οικονομία του ανταγωνισμού των εθνών-κρατών, και συγκεκριμένα για την ιαπωνική αστική τάξη, είναι περισσότερο επιτακτική η ανάγκη για την επίτευξη εσωτερικής ενεργειακής επάρκειας, καθώς η χώρα δεν διαθέτει κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου ή άνθρακα.

Επιπλέον, η ιαπωνική άρχουσα τάξη είχε πικρή εμπειρία με προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις πολύ πριν από το 1973. Ήδη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα από τα σημαντικότερα κίνητρα του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού για την έναρξη προληπτικού πολέμου κατά των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν το εμπάργκο της κυβέρνησης Roosevelt σε καύσιμα ως αντίποινα για την ιαπωνική επίθεση στην Κίνα.

Η συζήτηση, βέβαια, δεν αφορά μόνο την Ιαπωνία, δεδομένου ότι ήδη στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργούν 143 εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας εγκατεστημένα σε έξι κράτη-μέλη που παράγουν περίπου το 34% της χρησιμοποιούμενης ηλεκτρικής ενέργειας.

Με αφορμή τα ατυχήματα στα πυρηνικά εργοστάσια του Harrisburg (Βρετανία) και του Three Mile Island (ΗΠΑ) τη δεκαετία του ’70 αλλά και του Τσερνομπίλ το 1986, τέθηκε από το αντιπυρηνικό κίνημα το ζήτημα της ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Η συζήτηση συνδεόταν και με το ζήτημα των πυρηνικών εξοπλισμών και το ενδεχόμενο ενός παγκόσμιου πυρηνικού πολέμου, όπως και τις επαπειλούμενες καταστροφές. Η συζήτηση αλλά και η δράση ενάντια στις πυρηνικές εγκαταστάσεις έρχεται σήμερα ξανά στην επικαιρότητα.

Για τους επαναστάτες μαρξιστές, βασικό ζήτημα είναι ο κεντρικός έλεγχος των ενεργειακών πόρων. Όσο η παραγόμενη ενέργεια ελέγχεται κεντρικά από τις εταιρείες του κράτους και του ιδιωτικού τομέα, δεν είναι δυνατόν να πραγματωθεί ο βασικός στόχος της πολιτικής του οικολογικού κινήματος για την ενεργειακή αυτονομία των πολιτών και των κοινοτήτων, καθώς δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών. Το αίτημα για ενεργειακή αυτονομία των πολιτών και των κοινοτήτων, που συμπυκνώνεται στο αίτημα για εργατικό έλεγχο στα συστήματα παραγωγής και διανομής ενέργειας, είναι το βασικό μεταβατικό αίτημα σε αυτή τη φάση του «Ύστερου Καπιταλισμού».

3. Οικολογική Κρίση

 

Η βιομηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα αύξησε κατά πολύ το επίπεδο εκπομπής ατμοσφαιρικών ρύπων υπονομεύοντας σοβαρά την υγεία όχι μόνο των εργαζομένων στα εργοστάσια αλλά και γενικά όλων των κατοίκων των πόλεων. Εξαπολύθηκε μια καθολική επίθεση στη φύση με σκοπό την όσο δυνατόν αποδοτικότερη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, γεγονός που κλόνισε τις οικολογικές ισορροπίες.

Και όμως η οικολογική κρίση, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, δεν είναι η γραμμική έκβαση της βιομηχανικής ανάπτυξης από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Είναι αποτέλεσμα ενός ποιοτικού άλματος που έχει άμεση σχέση με τη γενίκευση της χρήσης του πετρελαίου και με την ανάπτυξη της χημικής βιομηχανίας που τροφοδοτήθηκε από την εντατικοποίηση της γεωργίας. Από τη δεκαετία του 1970, το ποιοτικό αυτό άλμα έχει αποκτήσει ακόμη πιο εντυπωσιακές διαστάσεις λόγω της ανεξέλεγκτης εκβιομηχάνισης του «Τρίτου Κόσμου».

Η οικολογική κρίση, αν και δημιουργεί νέα προβλήματα που αναζητούν άμεση λύση, δεν βάζει στο περιθώριο τα παραδοσιακά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα. Αντίθετα όλα τα στοιχεία της κρίσης είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους.

Η οικολογική κρίση είναι ένα φαινόμενο που συνεχώς εντείνεται και οδηγεί, προς το παρόν, σε τοπικές καταστροφές. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι καταστροφές αυτές είναι μη αναστρέψιμες, σ’ άλλες περιπτώσεις είναι δυνατόν να αναστραφούν είτε βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Αυτό εξαρτάται από τις συνειδητές επιλογές που θα κάνουν οι ανθρώπινες κοινωνίες, δηλαδή σε τελική ανάλυση από την έκβαση των ταξικών συγκρούσεων.

Μολονότι δε μπορεί να ξεφύγει από τους νόμους της φύσης, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έρχεται σε αντίθεση με τη φύση και τις εξελικτικές της διαδικασίες. Για το κεφάλαιο, μόνο η ποσοτική σχέση μεταξύ χρόνου εργασίας και χρήματος, στο πλαίσιο του νόμου της αξίας, έχει σημασία.

Η καπιταλιστική παραγωγή βασίζεται στην ολοκλήρωση των διαδικασιών του οικονομικού κύκλου στο μικρότερο δυνατό χρόνο με σκοπό να αποσβεστεί το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τους σταθερούς χρόνους ανανέωσης των φυσικών πόρων (των βιογεωχημικών κύκλων) οι οποίοι έχουν σταθερούς χρόνους διάρκειας πολλές φορές χιλιάδων ετών. Η χρονική ασυμβατότητα του οικονομικού με τους βιογεωχημικούς κύκλους είναι η αιτία της οικολογικής κρίσης.

Θα πρέπει οι εργαζόμενοι να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι η έλλειψη λογικής του συστήματος που προκαλεί την καταστροφή του περιβάλλοντος, αλλά η ίδια η λογική που βρίσκεται πίσω από το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής. Γι’ αυτό οι διακηρύξεις για μια «αειφόρο ανάπτυξη», δε μπορεί παρά να διαψεύδονται από τη λογική του κεφαλαίου: «αειφόρος ανάπτυξη» και νόμος της αξίας αποκλείονται αμοιβαία.

Όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της ρύπανσης των νερών, της ατμόσφαιρας και του εδάφους, οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις αποποιούνται των ευθυνών τους με συνέπεια το περιβάλλον να πληρώνει το τίμημα. Επιπλέον, ο ανταγωνισμός οδηγεί σε περιοδικές κρίσεις υπερπαραγωγής, αποκαλύπτοντας ότι μια σημαντική ποσότητα πρώτων υλών έχει επενδυθεί σε προϊόντα που δε μπορούν να πουληθούν.

Ο έλεγχος της οικολογικής κρίσης απαιτεί χρόνο και επενδύσεις που θα σήμαιναν την αναίρεση βασικών θεωρήσεων για τον κύκλο του κεφαλαίου. Ακριβώς όπως και στις κλασικές οικονομικές κρίσεις, οι εργαζόμενοι καλούνται να φέρουν το μεγαλύτερο βάρος το οποίο τώρα είναι πολλαπλάσιο με δεδομένη την αλληλεπίδραση της οικονομικής κρίσης με την οικολογική.

Η συνειδητοποίηση της οικολογικής κρίσης έχει ως αποτέλεσμα την αμφισβήτηση της ιδέας ότι ο καπιταλισμός είναι ικανός να εγγυηθεί τη συνεχή «πρόοδο για όλους» και ότι η καταλήστευση της φύσης είναι αναγκαία καθώς και ότι όλα τα προβλήματα που έχουν σχέση με αυτήν μπορούν να λυθούν.

Τα τελευταία χρόνια, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται διάφορα οικονομικά προγράμματα σχετικά με την «οικολογική οικονομία της αγοράς». Μέχρι αυτή τη στιγμή όμως, οι απόπειρες ανα-προσανατολισμού του καπιταλισμού σε μια φιλική προς το περιβάλλον λειτουργία δεν έχουν ξεπεράσει το στάδιο του ευχολόγιου για τον απλούστατο λόγο, όπως τονίστηκε και παραπάνω, ότι η λογική του κέρδους είναι εντελώς ασύμβατη με μια πολιτική σεβασμού της φύσης και των λειτουργιών της.

4. Η σύνθεση του μαρξισμού με τη ριζοσπαστική οικολογική σκέψη

 

Ο οικολογικός προβληματισμός επανέφερε τις συζητήσεις για την ανάγκη της ριζικής αλλαγής του κοινωνικού συστήματος και την υιοθέτηση ενός διαφορετικού τρόπου ζωής και παραγωγής στη βάση των οικολογικών προταγμάτων.

Το θεμελιακό όμως επίτευγμα του οικολογικού κινήματος (δηλ. η ανάδειξη του μεγέθους της παγκόσμιας οικολογικής κρίσης) είναι ταυτόχρονα και το όριό του.  Οι λύσεις που προβάλλονται από την πολιτική οικολογία για την αντιμετώπιση της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη είναι ανεπαρκείς γιατί παραγνωρίζουν τον εγγενή δεσμό μεταξύ της οικολογικής καταστροφής και της λογικής του κέρδους που κυριαρχεί στον καπιταλισμό. Προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τους κινδύνους που απειλούν το περιβάλλον είναι αναγκαίο να έλθουμε σε ρήξη με το υπάρχον οικονομικό σύστημα υποστηρίζοντας την προοπτική μιας δημοκρατικά σχεδιασμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Σήμερα, η πρόταση για ένα οικολογικό σοσιαλισμό τείνει να ενταχθεί στον προγραμματικό λόγο της Αριστεράς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα θεωρητικά ζητήματα που αφορούν τη σύνθεση του μαρξισμού με τη ριζοσπαστική οικολογική σκέψη έχουν λυθεί ή ότι έχει υπάρξει μια γενικότερη συμφωνία σε μια σειρά από αντιπαραθέσεις που σημάδεψαν τις προηγούμενες δεκαετίες.

Παρακάτω θα παρουσιάσουμε μια από τις γονιμότερες προσεγγίσεις της σύνθεσης του μαρξισμού με την οικολογική σκέψη. Συγκεκριμένα τη θέση του James O’Connor, ιδρυτή και ιστορικού εκδότη του περιοδικού “Capitalism, Nature, Socialism”, ο οποίος υποστηρίζει ότι εκτός από τη βασική αντίθεση μεταξύ παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων, στον καπιταλισμό λειτουργεί και μια δεύτερη αντίθεση μεταξύ των σχέσεων παραγωγής και των συνθηκών παραγωγής.

5. Η “δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού”

 

Η θεώρηση του O’Connor βασίζεται στο έργο του Κ. Polanyi και αποδίδει την οικολογική κρίση στην παράλληλη λειτουργία αυτής της δεύτερης αντίθεσης μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα.

Ο James O’Connor περιγράφει τη λεγόμενη δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού ως εξής:

«Θα πρέπει να προσθέσουμε στην πρώτη αντίφαση του καπιταλισμού που εξέτασε ο Μαρξ (την αντίθεση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής) μια δεύτερη αντίφαση, την αντίφαση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των συνθηκών παραγωγής, οι οποίες και αφορούν τους εργαζόμενους, τον αστικό χώρο και τη φύση. Με την ίδια του την επεκτατική δυναμική, το κεφάλαιο θέτει σε κίνδυνο ή καταστρέφει τις ίδιες του τις συνθήκες παραγωγής, αρχίζοντας από το φυσικό περιβάλλον».

Εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ της οικονομίας, της φύσης, και της κοινωνίας, ο O’Connor υποστηρίζει ότι η περιβαλλοντική κρίση αποτελεί μια διαρκώς διογκούμενη απειλή για τον ίδιο τον καπιταλισμό. Οι μελέτες του καταδεικνύουν την ισχύ της μαρξιστικής ανάλυσης για την κατανόηση της περιβαλλοντικής και κοινωνικής ιστορίας.

Σύμφωνα με την κλασική μαρξιστική θεωρία, η κοινωνία αρθρώνεται σε δύο επίπεδα: το επίπεδο της οικονομικής (παραγωγικής) βάσης και το επίπεδο του πολιτικού εποικοδομήματος. Αφενός μεν η οικονομική βάση καθορίζει το πολιτικό εποικοδόμημα, αφ’ ετέρου δε το εποικοδόμημα έχει επιπτώσεις στην οικονομική βάση. Με μια άλλη διατύπωση, οι δυνάμεις παραγωγής καθορίζουν τις σχέσεις παραγωγής αλλά και οι σχέσεις παραγωγής αντεπιδρούν στις δυνάμεις παραγωγής. Αυτή η διαλεκτική ανάλυση υποστηρίζει ότι η οικονομική βάση είναι η βάση ολόκληρης της κοινωνίας και επομένως ένας κοινωνικός μετασχηματισμός δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς την αλλαγή της οικονομικής βάσης.

Ο O’Connor θεωρεί ότι στην κυρίαρχη αντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, που εξέτασε ο Μαρξ, περιλαμβάνεται και μια δεύτερη αντίφαση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των συνθηκών παραγωγής οι οποίες αφορούν τους εργαζόμενους, τον αστικό χώρο και τη φύση.

Ο Ο’Connor αναλύει την έννοια των συνθηκών παραγωγής. Το φυσικό περιβάλλον είναι η βάση των συνθηκών παραγωγής, δηλαδή των ανθρώπινων στοιχείων συμπεριφοράς, και των στοιχείων συμπεριφοράς της φύσης. Οι όροι του φυσικού περιβάλλοντος καθορίζουν την παραγωγή και αντίστροφα η παραγωγή έχει επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον. Αυτό το είδος διαλεκτικής ανάλυσης παρέχει μια στέρεη βάση για μια νέα επιστημονική μεθοδολογία. Η διαλεκτική επιστήμη θεωρεί τις αλλαγές ως κρίση μεταξύ αντιμαχόμενων παραδειγμάτων (με την ορολογία του T. S. Kuhn) και ότι όλα στον κόσμο είναι δυναμικά και διασυνδεδεμένα, αντίθετα από τη μηχανιστική επιστήμη που θεωρεί τα αντικείμενα του κόσμου στατικά.

Κατά την άποψη του Ο’Connor, η διαλεκτική ανάλυση αποδέχεται ότι τα πράγματα δεν είναι απόλυτα αλλά σχεσιακά (συνδέονται μεταξύ τους με συγκεκριμένες σχέσεις). Επίσης σε όλες τις θεωρίες και τις ιδέες πρέπει να αποδοθεί ένας ιστορικός και κοινωνικός χαρακτήρας, με άλλα λόγια οι θεωρίες και οι ιδέες εκφράζονται και λειτουργούν σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο.

Ένα από τα χαρακτηριστικά του έργου του O’Connor είναι η αποδοχή ότι υπάρχουν φυσικά όρια στην επέκταση της παραγωγής. Αυτό βασίζεται στην αποδοχή ότι η χρήση πρώτων υλών δεν είναι ανεξάντλητη. Με άλλα λόγια τα συμβατικά ενεργειακά αποθέματα του πλανήτη αλλά και οι φυσικοί πόροι είναι πεπερασμένοι και ως εκ τούτου η ανάπτυξη της παραγωγής είναι επίσης πεπερασμένη.

Η διατύπωση της «δεύτερης αντίφασης του καπιταλισμού» παρέχει ένα όχημα για την κατανόηση για το πώς διαμορφώνονται οι συνθήκες παραγωγής και για το πώς η διαδικασία συσσώρευσης υποβάλλει τις συνθήκες παραγωγής σε αυξανόμενες πιέσεις που υπονομεύουν την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, των κοινοτήτων, του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος και των οικολογικών συστημάτων γενικότερα.

Η οικονομική ανάπτυξη από τη βιομηχανική επανάσταση έχει επιτευχθεί με μεγάλο κόστος στο φυσικό περιβάλλον και στην αυτονομία των κοινοτήτων.

Το έργο του O’Connor φιλοδοξεί να απαντήσει επίσης στις μεταμαρξιστικές κριτικές, σύμφωνα με τις οποίες ο ιστορικός υλισμός δεν εκτιμά επαρκώς τη σημασία των νέων κοινωνικών κινημάτων. Πράγματι, ένα κρίσιμο στοιχείο στη θεωρία του O’Connor για τη δεύτερη αντίφαση, είναι η θεώρηση των κοινωνικών δυνάμεων που μπορούν να αντισταθούν στην επίθεση του κεφαλαίου. Η διατύπωση της δεύτερης αντίφασης παρέχει ένα μεθοδολογικό πλαίσιο για την εκτίμηση της θέσης των κοινωνικών κινημάτων, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών κινημάτων που σύμφωνα με κάποιες θεωρήσεις δεν περιγράφονται πλήρως με ταξικούς όρους, στη διαμόρφωση των κοινωνικών συσχετισμών. Συγχρόνως, αναγνωρίζει τη σύνθετη υφή των παραγωγικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων και των συνθηκών παραγωγής, ανακαλώντας την παρατήρηση του Marx «ότι αυτές οι (παραγωγικές) δυνάμεις είναι φυσικές καθώς επίσης και κοινωνικές στο χαρακτήρα».

Σύμφωνα με αυτήν τη θεώρηση, η δυναμική της καπιταλιστικής ανάπτυξης πρέπει να γίνει κατανοητή ως μια πιο σύνθετη σειρά κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών διαδικασιών, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η θεώρηση των συνθηκών παραγωγής.

Στόχος είναι η διατύπωση μιας μεθόδου που θα συμπεριλαμβάνει τη θεώρηση των κοινωνικών δυνάμεων αλλά και των οικολογικών ορίων ώστε να παράσχει μια πληρέστερη θεώρηση του αντιφατικού χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Σύμφωνα με το έργο του O’Connor, η διαδικασία συσσώρευσης υπονομεύει τις συνθήκες τις απαραίτητες για την παραγωγή και την πραγματοποίηση της αξίας, καθώς επίσης και τους απαραίτητους όρους για την αναπαραγωγή των συνθηκών παραγωγής, και έτσι ο αντιφατικός χαρακτήρας του καπιταλισμού εμφανίζεται ευκρινέστερα από ό,τι στην κλασική προσέγγιση. Αυτή η θεώρηση εξυπηρετεί ως βάση για την κατανόηση του ρόλου των νέων κοινωνικών κινημάτων που αναπτύσσονται πάνω στις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και έχουν στόχο να αμφισβητήσουν τις αρχές του κεφαλαίου και να οικοδομήσουν τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός οικολογικού σοσιαλιστικού μέλλοντος.

Αλλά η πραγματικά νέα πτυχή των προσεγγίσεών του είναι η θεώρηση της «ανισόμερης και συνδυασμένης ανάπτυξης» ως αιτίας των κρίσεων. Ο O’Connor συνδέει την αυστηρή οικολογική ανάλυση με τη λογική των προσπαθειών αντίστασης τόσο στο κέντρο όσο και στην περιφέρεια του καπιταλισμού.

Ο James O’Connor ορίζει ως οικοσοσιαλιστικές τις θεωρίες εκείνες και τα κινήματα που φιλοδοξούν να υποτάξουν την ανταλλακτική αξία στην αξία χρήσης, με το να οργανώνουν την παραγωγή ώστε να υπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες και τις απαιτήσεις για τη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος.

Ο οικοσοσιαλισμός προϋποθέτει την ανάπτυξη μιας νέας παγκόσμιας πολιτικής τάξης, πρώτον, λόγω της αυξανόμενης οικονομικής εκμετάλλευσης, και δεύτερον, επειδή η οικολογική υποβάθμιση είναι όλο και περισσότερο ένα ταξικό και «χωρο-ταξικό» ζήτημα. Αυτό υποδεικνύεται από την ανάπτυξη των κινημάτων για την περιβαλλοντική (και οικονομική και κοινωνική) δικαιοσύνη στο Βορρά και τον «περιβαλλοντισμό των φτωχών» στο Νότο. Οι κυρίαρχες ομάδες του Βορρά οφείλουν ένα «οικολογικό χρέος» στις καταπιεσμένες μειονότητες και τον τρίτο κόσμο συνολικά. Η ευημερία των κυρίαρχων ομάδων στο Βορρά βασίζεται στην οικολογική ζημία που γίνεται στις μειονότητες στο Βορρά και το Νότο.

Τελικά θα εξαρτηθεί από τα οικοσοσιαλιστικά ρεύματα η δημιουργία ενός κινήματος που θα είναι σε θέση να συνθέσει τις διαφορετικές και συχνά ανοργάνωτες φωνές διαμαρτυρίας ενάντια στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, σε μια συνεπή δύναμη διεθνιστικής και πολυπολιτισμικής αλληλεγγύης.

6. Για έναν οικολογικό σοσιαλισμό

Σήμερα, η σοσιαλιστική οικολογία αποτελεί μια από τις βασικότερες συνιστώσες του ευρύτερου κινήματος ενάντια στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η οποία αναπτύσσεται με την ίδια ένταση και στο Βόρειο και στο Νότιο Ημισφαίριο του πλανήτη.

Ο οικοσοσιαλισμός, καθώς έχει έλθει σε ρήξη με ένα μοντέλo παραγωγής και κατανάλωσης που αποδείχθηκε καταστροφικό για το περιβάλλον, αντιπροσωπεύει την πλέον θεωρητικά προχωρημένη τάση του αντικαπιταλιστικού κινήματος, έχοντας συνειδητοποιήσει την αδυναμία επίτευξης της «είτε βιώσιμης είτε αειφόρου ανάπτυξης» μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς.

Ο οικοσοσιαλισμός προτείνει μία μορφή θεωρίας και δράσης  που οικειοποιείται τα κεκτημένα του μαρξισμού και της ριζοσπαστικής οικολογικής σκέψης. Για τους οικοσοσιαλιστές, η λογική του κέρδους και του γραφειοκρατικού αυταρχισμού, είναι ασύμβατες με τις απαιτήσεις που έχει η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.

Ένας οικολογικός σοσιαλισμός, θα απέβλεπε σε μια κοινωνία οικολογικά ορθολογική, θεμελιωμένη πάνω στο δημοκρατικό έλεγχο στην παραγωγή και στην κοινωνική δικαιοσύνη. Μια τέτοια κοινωνία προϋποθέτει τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, έναν δημοκρατικό προγραμματισμό που επιτρέπει στην κοινωνία να καθορίζει η ίδια τους στόχους της παραγωγής και τέλος προϋποθέτει μια νέα τεχνολογική συγκρότηση των παραγωγικών δυνάμεων.

Η ανάπτυξη της οικολογικής συνείδησης μέσα στο εργατικό κίνημα και γενικότερα, στους αγώνες των καταπιεσμένων, συνιστά ένα από τα μείζονα καθήκοντα του επαναστατικού μαρξισμού. Αυτό το καθήκον απαιτεί να βρεθούν εναλλακτικές πρακτικές στο επίπεδο του χώρου εργασίας, στο επίπεδο του εργατικού κινήματος στο σύνολό του αλλά και στο επίπεδο της κοινωνικής κινηματικής δράσης. Αυτές οι πρακτικές εγγράφονται στη γενικότερη απελευθερωτική προσέγγιση του επαναστατικού μαρξισμού που στοχεύει να αναπτύξει την αυτοπεποίθηση των εργαζομένων μέσα από την αυτοοργάνωση και τον εργατικό έλεγχο. Το ζήτημα του εργατικού ελέγχου στην παραγωγή είναι αποφασιστικής σημασίας για την ανάδειξη μιας πολιτικής οικολογίας των παραγωγών, η οποία μπορεί να επιτύχει τη σύγκλιση της ταξικής και της οικολογικής συνείδησης με στόχο την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

[1]

Ο Κώστας Σκορδούλης είναι καθηγητής Φυσικής και Επιστημολογίας Φυσικών Επιστημών και διευθυντής στο Εργαστήριο Διδακτικής και Επιστημολογίας των Φυσικών Επιστημών και Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Kent στη Βρετανία και δίδαξε σε αρκετές χώρες της Ευρώπης. Συμμετέχει στη Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού «Κριτική – Επιστήμη & Εκπαίδευση». Είναι από τους σημαντικότερους μελετητές και εκφραστές της ριζοσπαστικής οικολογικής θεωρίας και του οικο-σοσιαλισμού στην Ελλάδα με σημαντικό συγγραφικό έργο. Είναι μέλος της ΟΚΔΕ- Σπάρτακος και της 4ης Διεθνούς.

https://ilesxi.wordpress.com/2013/08/22/%CE%B7-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CE%BD%CE%AC/