Συνέντευξη του Αντρέ Γκόρζ: Άτομο, κοινωνία, κράτος (I)

Via: Ερανιστής

Ο ΓΑΛΛΟΣ φιλόσοφος Αντρέ Γκορζ, ο συνιδρυτής του «Νουβέλ Ομπσερβατέρ» το 1964, έφυγε από την ζωή σε ηλικία 84 ετών αυτοκτονώντας με την σύντροφο της ζωής του Ντορίν στην κατοικία τους στο Βοσνόν (στ’ ανατολικά του Παρισιού) – μετά από μία αρμονική συμβίωση 58 ετών. Ο Αντρέ Γκορζ ήταν 84 ετών, ενώ η σύζυγος Ντορίν ήταν 83, ήταν αγγλικής καταγωγής, έπασχε δε από ανίατη ασθένεια τα τελευταία έτη της ζωής της. Ο Γκορζ γεννήθηκε τον Φεβρουάριο 1923, στη Βιέννη, και έλαβε τη γαλλική υποκοότητα στη διάρκεια του 1954 όπως και το νέο του ληξιαρχικό ονοματεπώνυμο: Ζεράρ Χορστ. Διέπρεψε στην πολιτική οικολογική θεωρία ενώ βασικά έργα του θεμελιώνονται στον «αντι-καπιταλισμό». «Οικολογία και Πολιτική», «Οικολογία και Ελευθερία», «Αντίο στο Προλεταριάτο», «Μεταμορφώσεις της Εργασίας» είναι σπουδαία έργα του. Με το ψευδώνυμο «Μισέλ Μποσκέ» υπήρξε συνιδρυτής το 1964 του παρισινού εβδομαδιαίου πολιτικού περιοδικού «Νουβέλ Ομπσερβατέρ». Το 1983 συνταξιοδοτήθηκε. Ακολούθως, πολύ αφοσιωμένος στην Ντορίν, έζησε μαζί της κυρίως στα όρια της κατοικίας που τότε επέλεξαν, στο Βοσνόν, σχετικά κοντά στο Παρίσι, ως «φιλόξενοι και απλοί χωρικοί», όπως δήλωναν στους γείτονες τους. Μία στενή φίλη αντιλήφθηκε το δραματικό τέλος της 58χρονης κοινής ζωής του αγαπημένου ζευγαριού την Δευτέρα το πρωί. Μάλιστα πάνω στην κεντρική θύρα του σπιτιού τους υπήρχε η επιγραφή με την ένδειξη «ειδοποιείστε την χωροφυλακή». Τα πτώματα βρέθηκαν το ένα πλάι στο άλλο, κοντά βρέθηκαν και γράμματα με αποδέκτες οικείους. Προ ημερών, ο Γκορζ εκμυστηρεύθηκε σε στενή φίλη ότι τον προβλημάτιζε πολύ η ραγδαία επιδείνωση της υγείας της Ντορίν. Πηγή: Καθημερινή


Πότε μπορούμε να πούμε για κάποιο άτομο πως είναι αυτόνομο; Πώς εκδηλώνεται η αυτονομία του στις σχέσεις του με την κοινωνία:

Όταν κάποιος συλλαμβάνει και υλοποιεί ένα προσωπικό σχέδιο με κατεύθυνση στόχους που έχει ο ίδιος επινοήσει και σύμφωνα με κριτήρια επιτυχίας που δεν είναι κοινωνικά προκαθορισμένα, τότε λέμε ότι είναι αυτόνομος. Ο όρος προέρχεται από τα ελληνικά: «Αυτός που ακολουθεί τον δικό του νόμο». Από την φύση της, η αυτόνομη συμπεριφορά δεν υπακούει σε κοινωνιολογικές ερμη­νείες. Φυσικά ξεδιπλώνεται πάντα σ’ ένα κοινωνικά καθορισμένο πεδίο, με εργαλεία που έχουν διαμορφωθεί κοινωνικά. Αλλά αυτό το πεδίο και αυτά τα εργαλεία ξεπερνιούνται και υποτάσσονται σε προσωπικούς σκοπούς και στην προσωπική περιπέτεια του καθε­νός.

Αυτό ισχύει κυρίως -αλλά όχι μόνο- για εκείνους που αποκα­λούμε «δημιουργικούς»· και οι οποίοι, είτε είναι καλλιτέχνες είτε μαθηματικοί, εφευρέτες, επιχειρηματίες, φιλόσοφοι, είτε παλεύουν για νέους τρόπους ζωής, νέα παιδαγωγικά μοντέλα, κλπ., βρίσκο­νται πάντα σε ρήξη με τους κανόνες και τους κώδικες της κοινωνίας τους. Και είναι αυτό ακριβώς για το οποίο τους κατηγορεί η κοινω­νία, όταν είναι έντονα συγκεντροποιημένη, ή το ολοκληρωτικό κράτος: χαρακτηρίζονται «ακοινωνικοί»», «ανήθικοι»», επικίνδυνοι για την καθεστηκυία τάξη, κλπ., και διώκονται.

Η αυτονομία συνεπάγεται υποχρεωτικά την μοναξιά, με την υ­παρξιακή έννοια, δηλαδή τη συνείδηση, που οι φαινομενολόγοι ονομάζουν «cogito», ότι είναι αδύνατο να μοιραστώ τις προσωπικές μου αβεβαιότητες με τους άλλους και, αντίστροφα, πως οι αποφά­σεις μου σαν κοινωνικό άτομο είναι αδύνατο να εσωτερικευτούν και να βιωθούν σαν προσωπικές αλήθειες. Με λίγα λόγια, η κοινω­νική ύπαρξη εμπεριέχει υποχρεωτικά ένα ποσοστό αλλοτρίωσης γιατί η κοινωνία δεν μπόρεσε ποτέ και δεν μπορεί να παραχθεί και να αναγνωριστεί από τον καθένα σαν το έργο που δημιούργησε ελεύθερα, σε εθελοντική σύμπραξη με όλους τους υπόλοιπους.

Στην αρχή του βιβλίου του Μαλρώ, Οι κατακτητές, υπάρχει ο αστυνομικός φάκελος ενός επαγγελματία επαναστάτη, του Γκάριν, με την παρακάτω σημείωσή του: «Είμαι ακοινωνικός όπως είμαι άθεος»·. Μου αρέσει πολύ αυτή η διατύπωση. Γιατί ο πιστός πι­στεύει ότι, πέρα από τη σκέψη του, υπάρχει μια απόλυτη και αληθι­νή σκέψη που τον διαλογίζεται και με την οποία προσπαθεί απεγνω­σμένα να συμπέσει. Όμοια, οι άνθρωποι που συμπεριφέρονται σύμ­φωνα με τους κανόνες και τις αξίες που κυριαρχούν στον κοινωνικό τους περίγυρο, θεωρούν την κοινωνία ένα ολιστικό υποκείμενο που τους διαλογίζεται σύμφωνα με μια αλήθεια που τους υπερβαίνει. Υπάρχει θρησκευτικότητα σε κάθε συμπεριφορά που πιστεύει πως τα άτομα πρέπει να υπηρετούν την κοινωνία και να αποτελούν τα εργαλεία της ακεραιότητάς της. Αυτές οι συμπεριφορές έχουν πά­ντα κάτι το «άνομο»»: οι αξίες, το Καλό, το Αληθινό, αντιμετωπίζο­νται σαν άπιαστα δεδομένα στα οποία υποτασσόμαστε από ένα πα­θητικό ή συναγωνιστικό κονφορμισμό. Αντίστροφα, εκείνος που νιώθει τον εαυτό του μοναδικό κριτή, «στην ψυχή και τη συνείδησή του»» όπως λένε, του Καλού και του Αληθινού, είναι «ακοινωνικός όπως είναι και άθεος»: πιστεύει πως η κοινωνία πρέπει να μπαίνει στην υπηρεσία της ολόπλευρης ανάπτυξης των ανθρώπων μέσα από τον πλούτο των εργαλείων και των χώρων που προσφέρει στη δημιουργικότητά τους.

Πώς όμως εξηγείται το γεγονός ότι υπάρχουν άτομα πιο αυτόνομα από άλλα:

Πριν απ’ όλα από το οικογενειακό περιβάλλον. Υπάρχει αυτή η περίφημη έρευνα του Κορνχάουζερ, στις Ηνωμένες Πολιτείες, που δείχνει πως τα άτομα είναι τόσο πιο «άνομα» (δηλαδή στερούνται αυτονομίας και σέβονται την ιεραρχία) όσο περισσότερο η εργασία τους είναι επαναληπτική και χωρίς πρωτοβουλία. Αλλά αυτός ο φαινομενικός κοινωνικός ντετερμινισμός έχει προφανή όρια. Υ­πάρχουν κατ’ αρχήν όλοι αυτοί που κάνουν επαναληπτική δουλειά ανειδίκευτου εργάτη προσωρινά, για να βγάλουν κάποια χρήματα που θα τους επιτρέψουν να υλοποιήσουν κάποιο προσωπικό στόχο. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ιδιαίτερα πολυάριθμοι στις Ηνωμένες Πο­λιτείες όπου δεν είναι σπάνιο να δουλεύει κανείς σε εργοστάσιο ή σαν χειρώνακτας για να πληρώσει τις σπουδές του. Ο Αντρέ Σβαρτς-Μπαρτ, στη Γαλλία, δούλεψε σαν ανειδίκευτος εργάτης στη Ρενώ για να μπορέσει να γράψει τον Τελευταίο των Δικαίων.

Από την άλλη πλευρά, από τότε που ο Κορνχάουζερ δημοσίευσε την έρευνά του, είδαμε να αναπτύσσεται σ’ όλο τον κόσμο η εξέ­γερση των ανειδίκευτων εργατών, ιδιαίτερα στους νέους. Εδώ το κοινωνικό δεν εξηγεί πολλά πράγματα: υπήρξε μια πολιτιστική μεταλλαγή, δηλαδή άλλαξε η αντίληψη για την εργασία, για την κατάσταση του εργάτη, γι’ αυτό που είναι αποδεκτό κι εκείνο που δεν είναι. Αλλά αυτή η πολιτιστική σχέση των ατόμων προς το κοινωνικό σύμπαν διαμορφώνεται πριν απ’ όλα στο οικογενειακό περιβάλλον: πιο συχνά σε αντίδραση προς αυτό παρά σε συμφωνία μαζί του. Όσο πιο αντιφατικό είναι ένα οικογενειακό περιβάλλον, τόσο πιο αδύνατο γίνεται να προσχωρήσει κανείς στις αξίες του, ή να τις δει έστω σαν αξίες , τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να νιώσει το παιδί καταδικασμένο στην αυτονομία. Για να την πραγματώσει αυτή την αυτονομία θα του χρειαστούν ακόμα πολιτι­σμικά μέσα που, στις κοινωνίες μας, μπορούν να προσφέρουν μονά­χα οι γονείς ή αυτοί που τους αντικαθιστούν. Χοντρικά, τα αυτόνο­μα άτομα, και κυρίως οι δημιουργοί, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμε­νοι, κλπ., προέρχονται τις περισσότερες φορές από οικογένειες όπου η πατρική εξουσία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη ή ελλιπής και όπου κάποιος άλλος είχε μια προτίμηση στις ιδέες, τα βιβλία, την τέχνη ή απλά μια αφυπνισμένη περιέργεια.

“Όσο πιο αντιφατικό είναι ένα οικογενειακό περιβάλλον, τόσο πιο αδύνατο γίνεται να προσχωρήσει κανείς στις αξίες του, ή να τις δει έστω σαν αξίες , τόσο μεγαλύτερες είναι οι πιθανότητες να νιώσει το παιδί καταδικασμένο στην αυτονομία. Για να την πραγματώσει αυτή την αυτονομία θα του χρειαστούν ακόμα πολιτι σμικά μέσα που, στις κοινωνίες μας, μπορούν να προσφέρουν μονά χα οι γονείς ή αυτοί που τους αντικαθιστούν. Χοντρικά, τα αυτόνο μα άτομα, και κυρίως οι δημιουργοί, οι καλλιτέχνες, οι διανοούμε νοι, κλπ., προέρχονται τις περισσότερες φορές από οικογένειες όπου η πατρική εξουσία ήταν σχεδόν ανύπαρκτη ή ελλιπής και όπου κάποιος άλλος είχε μια προτίμηση στις ιδέες, τα βιβλία, την τέχνη ή απλά μια αφυπνισμένη περιέργεια.” Αντρέ Γκορζ.

Με μια λέξη, τα αυτόνομα άτομα είναι άτομα στα οποία η κοινω­νικοποίηση παρέμεινε ελλιπής: σ’ αυτούς το κομμάτι της μη κοι­νωνικοποιημένης ύπαρξης υπερτερεί πάνω στο κοινωνικοποιημένο κομμάτι. Η κοινωνία, η κάθε κοινωνία, τους εμφανίζεται σαν τυχαία, σχεδόν συμπτωματική, μάλλον παράλογη και σε κάθε περί­πτωση εξωτερική. Έχουν μόνιμα συνείδηση ότι οι κανόνες και οι νόμοι λειτουργίας της κοινωνίας δεν συμπίπτουν με την ίδια την απαίτηση, ηθική ή αισθητική, του ατόμου και των σχέσεων ανάμε­σα στα άτομα. Υπάρχει μια αξεπέραστη αλλοτρίωση, όποιος και αν είναι ο τύπος της κοινωνίας.

Και θεωρείς πως αυτή η αλλοτρίωση δεν μπορεί να εξαλειφθεί:

Μπορούμε να την μειώσουμε, να περιορίσουμε τη σημασία της στο χρόνο και τον χώρο, αλλά όχι να την εξαλείψουμε πλήρως. Αντίθετα, πιστεύω πως ο ισχυρισμός ότι θα εξαλειφθεί πλήρως οδηγεί μονάχα στο να την αρνούμαστε και αυτή η άρνηση είναι ίδιον του ολοκληρωτισμού, συμπεριλαμβανομένου ιδιαίτερα, του σοσιαλιστικού ολοκληρωτισμού. Αυτός, με τον ένα ή άλλο τρόπο, λέει πάντα στα άτομα: «Βρισκόμαστε στην καλύτερη δυνατή κοινωνία, όλοι οι άνθρωποι είναι ίσοι και αδερφοί, άρα αν εσύ δεν είσαι ευτυχισμένος, αν δεν ταυτίζεσαι ανεπιφύλακτα με τον κοινωνικό σου ρόλο, είναι γιατί είσαι άτομο διεστραμμένο, κακό, εγκληματι­κό ή τρελό, ή ακόμα ένας εχθρός του λαού πληρωμένος από τους ιμπεριαλιστές».

Αλλά όποιο και αν είναι το πολιτικό καθεστώς, η κάθε κοινωνία είναι από μερικές πλευρές μια μεγάλη μηχανή, για την καλή λει­τουργία της οποίας απαιτείται από τα άτομα να υποτάσσονται κά­ποιες στιγμές σε τεχνικές επιταγές που η εκτέλεσή τους δεν έχει τίποτα το ενθουσιαστικό ή το ευεργετικό. Στην Κίνα, για παράδειγ­μα, μια από αυτές τις επιταγές είναι να ρίξουν σαν λίπασμα στα χωράφια τα ανθρώπινα κόπρανα. Μπροστά σ’ αυτή την αναγκαιό­τητα υπάρχουν δύο δυνατές στάσεις:

—μπορεί κανείς να πει, εντάξει, είναι μια απαίσια αγγαρεία που κανένας δεν έχει όρεξη να αναλάβει. Θα την μοιραστούμε λοιπόν έτσι ώστε ό καθένας ν’ ασχοληθεί μ’ αυτό τον λιγότερο δυνατό χρόνο·

—μπορούμε όμως επίσης, πράγμα που-έγινε στην Κίνα, να ξεκι­νήσουμε από την αρχή ότι το συλλογικό συμφέρον του θριάμβου της Μεγάλης Προλεταριακής Επανάστασης απαιτεί από τον καθέ­να να ταυτιστεί με τη συλλογική υπόθεση και να αρνηθεί την προ­σωπική του απαίτηση, για να υπηρετήσει καλύτερα την κοινωνία. Έτσι ο καλός πολίτης χαρακτηρίζεται ήρωας που θυσιάζεται ευχα­ρίστως για την Επανάσταση και που βρίσκει τη μεγαλύτερη προ­σωπική του ικανοποίηση στη λίπανση των αγρών.

Αυτή η εργασία παρουσιάζεται όχι πια σαν αγγαρεία αλλά σαν ένα ηθικό και πα­τριωτικό καθήκον. Για να είναι κανείς καλός πολίτης πρέπει να του αρέσει αυτή η δουλειά. Και καθώς υπάρχουν άνθρωποι, οι διανοού­μενοι, για τους οποίους έχουμε κάθε λόγο να πιστεύουμε ότι δεν τους αρέσει αυτή η δουλειά, θα τους στείλουμε σ’ αυτή πριν απ’ όλους και από πάνω θα τους ζητήσουμε να την εξυμνήσουν και να ευχαριστήσουν τον Μεγάλο Τιμονιέρη που τους βοήθησε ν’ ανα­καλύψουν τη χαρά αυτής της ασκητικής ζωής.

Μέχρι τώρα, όλα τα σοσιαλιστικά καθεστώτα επέβαλαν αυτή τη θρησκεία της εργασίας και την εξυμνούσαν αρνούμενοι την αλλο­τρίωση που εμπεριέχει. Αν η εργασία ήταν πράγματι ευχάριστη και ευεργετική, δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να εξυμνείται. Στην πραγματικότητα, ξέρουμε πως δεν έχει αλλάξει και πως, σοσιαλι­στική ή καπιταλιστική, μια κοινωνία μεγάλων μονάδων παραγωγής διατηρεί την πλευρά μεγάλη μηχανή και βάζει τους ανθρώπους στην υπηρεσία της λειτουργίας των μεγάλων υλικών συστημάτων αντί τα υλικά συστήματα να χρησιμεύουν στην ολόπλευρη ανάπτυ­ξη του καθένα και όλων.

Ωστόσο, αναπτύσσοντας την αυτόνομη εργασία, δεν σκοπεύουμε α­κριβώς σε μια υλική αναδιοργάνωση της κοινωνίας που θα της αφαιρεί αυτή την πλευρά της μεγάλης μηχανής; Ο σκοπός δεν είναι να κομματια­στεί όλο αυτό που, εξαιτίας των μεγάλων του διαστάσεων, δεν μπορεί να γίνει αντικείμενο αυτοδιαχείρισης, ώστε να ανακαλύψουμε ξανά την αυ­τόνομη εργασία; Μέσα στην ιδέα της αυτόνομης εργασίας, ενυπάρχει σαφώς η ιδέα της επιστροφής σε μια σχέση κατανοητή και βιωμένη ανάμεσα στις ανάγκες του ατόμου και της ομάδας από τη μια και την παραγωγή του, τις ανταλλαγές του με τους άλλους από την άλλη. Μέχρι πού λοιπόν μπορεί να φτάσει αυτή η σφαίρα της αυτονομίας; Για ποιους οικονομικούς, κοινωνικούς ή πολιτικούς λόγους Θα εξακολουθεί να συ­ναντά αξεπέραστα όρια, ανεξάρτητα από την κατεύθυνση της ιστορίας;

Αν επιμένω στο γεγονός ότι κάθε κοινωνία έχει την πλευρά μεγά­λη μηχανή και αποτελεί για τα άτομα μια κάποια κοινωνική αλλο­τρίωση, το κάνω γιατί πρέπει, ξεκινώντας από την αναγνώριση αυτού του γεγονότος, να προσπαθήσουμε να περιορίσουμε στο ελά­χιστο τους θεσμούς, τα «εργαλεία», με την έννοια που τους δίνει ο Ίλλιτς, και τις δραστηριότητες που προϋποθέτουν και διατηρούν αυτή τη λειτουργία μεγάλης μηχανής. Αλλά δεν πρόκειται να τα εξαλείψουμε ολοσχερώς: για να μην υπάρχουν εξωτερικά όρια στη σφαίρα των αυτόνομων δραστηριοτήτων, θα έπρεπε ο κόσμος ν’αποτελείται αποκλειστικά από μικρο-επιχειρήσεις, αυτοδιαχειριζόμενες από τα μέλη τους, που θα ενώνονται εθελοντικά και, ακόμα, αυτές οι μικρο-επιχειρήσεις να είναι τέλειες νησίδες. Πράγμα που, χοντρικά, αντιστοιχεί στο στάδιο των κοινωνιών των φυλών, τέ­τοιων που υπήρχαν μέχρι πρόσφατα ακόμα στην Αμαζονία, εντε­λώς απομονωμένες η μία από την άλλη.

Η αυτόνομη παραγωγή είναι στην ουσία της μια βιοτεχνική πα­ραγωγή στην οποία το άτομο ή η συμβιωτική ομάδα έχει τον έλεγ­χο των μέσων παραγωγής, της εργασιακής διαδικασίας και του προϊόντος τόσο στη σύλληψη όσο και στην ποιότητά του. Αλλά φυσικά, το ζήτημα δεν είναι να επιστρέψουμε στον τροχό, τον νε­ρόμυλο και την οικιακή οικονομία ή την οικονομία του χωριού για να καλύψουμε το σύνολο ή το μεγαλύτερο μέρος των αναγκών. Η αυτόνομη παραγωγή, έτσι όπως την αντιμετωπίζουμε σήμερα, γίνε­ται ή θα γίνεται με μια πλειοψηφία πολύ τελειοποιημένων και εξε­ζητημένων εργαλείων, εργαλεία που μπορεί να ελέγχει κάθε άτομο ή ομάδα αλλά που δεν μπορούν να κατασκευαστούν στην κλίμακα της ομάδας ή της κοινότητας. Για παράδειγμα, οι μικροϋπολογι­στές και τα περιφερειακά τους, ακόμα και τα ποδήλατα ή τα συστα­τικά στοιχεία ενός ηλιακού θερμοσίφωνα (και πολύ περισσότερο μιας ηλιακής μπαταρίας), απαιτούν ένα καταμερισμό εργασίας στην κλίμακα μιας χώρας ή μιας ηπείρου. Χρειάζεται μια ιδιαίτερα εξελιγμένη λεπτή μεταλλουργία, όργανα οπτικά, λεπτής χημείας, ηλεκτροχημείας, εργοστάσια για ρουλεμάν με τις ειδικές μηχανές τους, κλπ.

Κανένα άτομο και καμιά ομάδα δεν μπορεί να ελέγχει το σύνολο των γνώσεων και των τεχνολογιών που χρειάζονται για να κατα­σκευαστεί ένα ποδήλατο ή ένα μικρό ρομπότ. Επομένως, για να διατίθενται αυτά τα εργαλεία, χρειάζονται μονάδες παραγωγής και άνθρωποι ειδικευμένοι στην κατασκευή και τον σχεδιασμό των κομματιών και των οργάνων που δεν έχουν σαν τέτοια κάποια αξία χρήσης: για παράδειγμα, μονάδες μνήμης ή αλυσίδες ποδηλάτων. Συνεπώς, ο έλεγχος του τελικού προϊόντος αναπόφευκτα τους δια­φεύγει. Παράγουν για ένα ευρύτερο σύνολο πάνω στο οποίο, κατά την εργασία τους, δεν έχουν κανένα έλεγχο. Αυτή η εργασία μπορεί να παρουσιάζει όψεις περιορισμένης αυτονομίας, μπορεί να είναι έξυπνη, όχι δυσάρεστη, κλπ., αλλά δεν θα γίνει ποτέ αυτόνομη δρα­στηριότητα. Προορίζεται εξαρχής για την αγορά και όχι για ανθρώ­πους με τους οποίους έρχεται κανείς σε σχέση. Μ’ αυτό θέλω να πω πως θα αμειφθεί ανάλογα με την αξία της, με την έννοια που δίνει ο Μαρξ: ανταλλάσσονται ώρες εργασίας και όχι αξίες χρήσης. Για τις ώρες δουλειάς μου εισπράττω ένα μισθό που, αν καταργηθεί η εκμετάλλευση, θα μου επιτρέψει να αγοράσω πράγματα που αντι­προσωπεύουν τόσες ώρες εργασίας όσες εργάστηκα. Έτσι λοιπόν οι εμπορευματικές σχέσεις δεν καταργούνται, ούτε η αλλοτρίωση του μισθού, ούτε ο εξωτερικός προσδιορισμός της φύσης και των ιδιαιτεροτήτων των προϊόντων τα οποία βοηθάω να παραχθούν. Ο σοσιαλισμός δεν αλλάζει τίποτε σ’ αυτό. Στην καλύτερη περίπτω­ση μπορεί να επιτρέψει στους εργαζόμενους να αυτοκαθορίσουν τις συνθήκες εργασίας με την ευρύτερη έννοια.

Έτσι λοιπόν, η σφαίρα της αυτονομίας, στην πράξη, αφαιρείται πάντα από τη σφαίρα της κοινωνικοποιημένης ετερόνομης παρα­γωγής. Γιατί χάρη στην αποτελεσματικότητα, την παραγωγικότητα της τελευταίας μπορούμε να έχουμε στη διάθεσή μας εργαλεία και χρόνο που να επιτρέπουν μια αυξανόμενη αυτονομία και ένα μεγά­λο πλούτο και ποικιλία δυνατών δραστηριοτήτων. Δίχως τη σφαίρα της κοινωνικής παραγωγής με τον καταμερισμό εργασίας που απαι­τεί και τις σχετικά μεγάλες και σύνθετες μονάδες παραγωγής, θα έπρεπε να δουλεύουμε πολύ περισσότερο για να παράγουμε το απο­λύτως αναγκαίο.

Ποιά θα ήταν όμως η φύση αυτής της εργασίας; Δεν θα ήταν ακριβώς περισσότερο αυτόνομη;

Και ναι και όχι. Στην αγροτική-βιοτεχνική κοινωνία, οι άνθρω­ποι ήταν πιο αυτόνομοι στον βαθμό που έλεγχαν τον χρόνο τους, τον ρυθμό της εργασίας τους και τις μεθόδους της. Ωστόσο αυτή η αυτονομία δεν βιωνόταν σαν τέτοια εφόσον εργάζονταν από τα χαράματα μέχρι το δειλινό για να παράγουν τα μέσα διαβίωσής τους, συχνά χωρίς κανένα περιθώριο ασφαλείας. Ο ευεργετικός χαρακτήρας που έχουν σήμερα οι αυτόνομες δραστηριότητες που διεξάγονται με συμβιωτικές τεχνολογίες, βρίσκεται στο ότι μας ξεκουράζουν από την ετερόνομη εργασία και έχουν δημιουργικό ανατρεπτικό χαρακτήρα: σε μια κοινωνία όπου κυριαρχεί η μεγάλη εμπορευματική παραγωγή, οριοθετούμε νησίδες που συνιστούν ε­ναλλακτικά πολιτιστικά και κοινωνικά πρότυπα. Αν αυτά τα πρότυ­πα ήταν κυρίαρχα, αν είμαστε από το νόμο υποχρεωμένοι να δου­λεύουμε κύρια με ήπιες τεχνολογίες σε οικιακή ή κοινοτική κλίμα­κα, δεν θα το θεωρούσαμε αυτό ούτε δημιουργικό ούτε ευεργετικό.

Η συνέχεια στο δεύτερο μέρος.

*H συνέντευξη  του Αντρέ Γκορζ δημοσιεύτηκε στην επιθεώρηση Αυτοδιαχειρίσεις, τεύχος 8/9, την άνοιξη του 1982 και  πραγματοποιήθηκε με τη συνεργασία των Ολιβιέ Κορπέ, Ζοσλίν Γκοντέν, Μίκαελ Γκρουπ και Μπρούνο Ματέι. Το κείμενο συμπεριλαμβάνεται στο βιβλίο του Οι δρόμοι του Παραδείσου που κυκλοφόρησε το 1986 από τις εκδόσεις Κομμούνα. Τη μετάφραση έκανε η Χριστίνα Σταματοπούλου.

http://eagainst.com/articles/groz/

Advertisements

Οι άθλιοι του 21ου αιώνα

 

Μη φοβάστε τους ληστές και τους δολοφόνους. Οι προ­καταλήψεις είναι ο αληθινός ληστής. Η κακία είναι ο πραγματικός δολοφόνος»

Οι Αθλιοι – Βικτόρ Ουγκό

Το πνεύμα του Ιαβέρη, του Βικτόρ Ουγκό, αναβιώνει στις κοινωνίες της Δυτικής Ευρώπης και των ΗΠΑ, που εξαντλούν την αυστηρότητά τους στους σύγχρονους Αγιάννηδες των γκέτο και των προαστίων

Πριν από περίπου μία δεκαετία οι μαθητές των γαλλικών σχολείων επέστρεψαν στις αίθουσες, μετά τις καλοκαιρινές διακοπές, με μια δυσάρεστη έκπληξη: στα θερινά τμήματα της γαλλικής εθνοσυνέλευσης είχε ψηφιστεί νομοθεσία που όριζε ότι παιδιά από 13 ετών θα φυλακίζονταν έως και για έξι μήνες εάν «προσέβαλλαν» τους δασκάλους τους ή τους ελεγκτές στα μέσα μαζικής μεταφοράς. Η ποινή συνοδευόταν από πρόστιμο 7.500 ευρώ και προφανώς ένα «λερωμένο» ποινικό μητρώο που θα τους συνόδευε για το υπόλοιπο της ζωής τους.

Οσο για τους γονείς των ανήλικων παραβατών, κινδύνευαν να χάσουν σειρά κρατικών επιδομάτων, γεγονός που θα μπορούσε να ρίξει αρκετές οικογένειες κάτω από το όριο της φτώχειας χωρίς κανένα δίχτυ κοινωνικής ασφάλισης.

Εξίσου ανατριχιαστικές με την επιβαλλόμενη ποινή ήταν και ορισμένες λεπτομέρειες στη διατύπωση του νόμου: τα παιδιά των 13 ετών θα κατέληγαν στη φυλακή ή σε κάποιο ίδρυμα όχι για την τέλεση συγκεκριμένου εγκλήματος αλλά για την «άρνηση επίδειξης του απαιτούμενου σεβασμού». Ο νόμος πρόσφερε επίσης ανωνυμία στους «αυτόπτες μάρτυρες», δηλαδή σε κάθε επίδοξο «καταδότη» που θα παρέδιδε τα παιδιά στις Αρχές.

Ο ευρωπαϊκός Τύπος εντόπισε γρήγορα το πνεύμα του Ιαβέρη, από τους «Αθλιους» του Βικτόρ Ουγκό, να πλανάται πάνω από τον ουρανό του Παρισιού. «Ενα σκληρό μάθημα από τους “Αθλιους”» τιτλοφορούσε τη σχετική ανταπόκρισή της η βρετανική εφημερίδα «Guardian», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η κυβέρνηση της χώρας σερνόταν στη γραμμή του «νόμου και της τάξης» που χάρασσε το νεοφασιστικό κόμμα του Λε Πεν.

Η γαλλική κυβέρνηση δεν ήταν η μόνη που διολίσθαινε ταχύτατα στον αυταρχισμό. Λίγα χρόνια από τη στιγμή που οι Γάλλοι ξύπνησαν το φάντασμα του Ουγκό, στην Αγγλία κάποιοι αποφάσισαν να συνδυάσουν τη φρίκη του Οργουελ με τον παραλογισμό της ταινίας «Κουρδιστό Πορτοκάλι» του Κιούμπρικ: τοπικές αρχές τοποθετούσαν σε κεντρικές πλατείες ηχεία που έπαιζαν υπέρηχους, που γίνονταν αντιληπτοί μόνο από παιδιά και εφήβους.

Οι ήχοι ήταν ένα «δώρο» στους καταστηματάρχες που ενοχλούνταν από την παρουσία νεαρών ατόμων στις γειτονιές τους. Σήμερα παρόμοιες συσκευές, με τον τίτλο «απωθητικά νέων» πωλούνται στη Μεγάλη Βρετανία σε τιμές που ξεκινούν από 400 στερλίνες.

Στην αντίπερα πλευρά του Ατλαντικού τα δρακόντεια μέτρα εναντίον παιδιών και εφήβων επιβάλλονται συχνά με τους λεγόμενους «νόμους των τριών χτυπημάτων», που προβλέπουν ότι ακόμη και ασήμαντα πταίσματα (όπως λόγου χάρη η επίπληξη για διατάραξη κοινής ησυχίας) μπορούν να οδηγήσουν σε σημαντικές ποινές φυλάκισης ή και στέρηση πολιτικών δικαιωμάτων εάν επαναληφθούν τρεις φορές. Πρόσφατα όμως αρκετές πολιτείες σκέφτονται να υιοθετήσουν και τη γαλλική πρακτική της διακοπής επιδομάτων σε οικογένειες των οποίων τα παιδιά έχουν διαγωγή… κοσμία ή απλώς δεν παρακολουθούν με επιμέλεια τα μαθήματά τους στο σχολείο.

Γινόμαστε, λοιπόν, μάρτυρες της επιστροφής του Ιαβέρη που θα διώκει ανελέητα ένα σύγχρονο Γιάννη Αγιάννη; Στη Γαλλία και τη Βρετανία αρκετοί σχολιαστές έσπευσαν να αμφισβητήσουν τον παραλληλισμό τονίζοντας ότι οι διώξεις εναντίον των νέων δεν έχουν τα ταξικά χαρακτηριστικά, τα οποία καταδίκαζε στο έργο του ο συγγραφέας των «Αθλίων». Η πραγματικότητα όμως φαίνεται να τους διαψεύδει.

Οπως αποδείχθηκε στην πράξη, η εφαρμογή των νόμων είναι πάντα πιο σκληρή στα προάστια του Παρισιού, όπου ζουν οι αποκλεισμένοι του γαλλικού ονείρου. Στη Μεγάλη Βρετανία οι έφηβοι, που απωθούνται σαν τα κουνούπια, είναι τα φτωχά παιδιά που μεγαλώνουν στη μεταθατσερική εποχή των ιδιωτικοποιημένων δημόσιων χώρων και της έλλειψης εγκαταστάσεων αναψυχής και άθλησης.

Οσο για τις Ηνωμένες Πολιτείες, όλες οι έρευνες αποδεικνύουν ότι η σκληρότερη αστυνόμευση των νέων και η επιβολή των αυστηρότερων ποινών σημειώνεται στα γκέτο των μαύρων και των ισπανόφωνων. Οσο για την οικονομική τιμωρία των γονιών, μέσω της διακοπής επιδομάτων, είναι προφανές ότι φτάνει την έννοια του ταξικού διαχωρισμού στα άκρα, αφού ουσιαστικά θίγει μόνο τις φτωχές οικογένειες που εξαρτώνται από την κρατική βοήθεια για την επιβίωσή τους.

Φτάσαμε, λοιπόν, στην ηθική της προεπαναστατικής Γαλλίας και των πρώτων χρόνων της βιομηχανικής επανάστασης, όταν η πρωταρχική συσσώρευση κεφαλαίου επέβαλε έναν απάνθρωπο αυταρχισμό στα πιο ευάλωτα τμήματα της κοινωνίας; Οσοι αμφιβάλλουν θα μπορούσαν να βρουν μερικές ακόμη ομοιότητες στην οργή που προκαλούσαν οι «Αθλιοι» του Ουγκό στην καθεστωτική διανόηση της εποχής του. «Είναι αδύνατο να διαβάσεις (το βιβλίο) χωρίς να νιώσεις μια ανίκητη αηδία» έγραφε στις 17 Αυγούστου του 1862 η γαλλική «Monde».

Την ίδια αηδία, προς κάθε έννοια ανθρωπισμού, που νιώθουν ακόμη και σήμερα οι καλοπληρωμένες πένες των οικονομικά ισχυρών –οι απάνθρωποι, υπάνθρωποι υπερασπιστές του νόμου και της τάξης.

Άρης Χατζηστεφάνου

Εφημερίδα των Συντακτών 17/8/2013

Info

Διαβάστε

«Οι Αθλιοι»

Ενα από τα σημαντικότερα λογοτεχνικά δημιουργήματα του 19ου αιώνα, που αηδίασε, ως όφειλε, τους κριτικούς των κυρίαρχων μέσων ενημέρωσης της εποχής του.

Δείτε

«Το κουρδιστό πορτοκάλι»

Ο Κιούμπρικ, στα καλύτερά του, περιγράφει τον φαύλο κύκλο του κρατικού αυταρχισμού και της παραβατικότητας σε μια δυστοπική αλλά απόλυτα υπαρκτή πραγματικότητα.

Το ιδεολογικό «βάθος» των στρατοπέδων συγκέντρωσης

Του Ανδρέα Καρίτζη

Συχνά δημιουργείται η αίσθηση ότι η ακροδεξιά ρητορική και πρακτική της κυβέρνησης στο ζήτημα των μεταναστών και των προσφύγων είναι μια συνοδευτική αλλά σχετικά ανεξάρτητη πολιτική επιλογή από την εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής. Υπάρχει η εκτίμηση ότι η ακροδεξιά γραμμή στο θέμα αυτό επιλέγεται για να αποπροσανατολίσει, να καλλιεργήσει φόβο στους ημεδαπούς, να διεγείρει συντηρητικά αντανακλαστικά και τελικά να δημιουργήσει μια νέα σφαίρα συναίνεσης αυτών που υποφέρουν, γύρω από τη μνημονιακή παράταξη.

 

Ενώ ισχύουν τα παραπάνω, εκτιμώ ότι δεν ευσταθεί η εκτίμηση ότι πρόκειται για σχετικά ανεξάρτητη πολιτική επιλογή που οφείλεται στη συγκυριακή και άρα συμπτωματική επικράτηση ακροδεξιών απόψεων στην ηγεσία της μνημονιακής παράταξης. Αντιθέτως, η μνημονιακή πολιτική ηγεσία δεν θα μπορούσε να είναι αποτελεσματικά μνημονιακή χωρίς να είναι ταυτόχρονα ακροδεξιά. Και τούτο διότι η ακροδεξιά πολιτική στο ζήτημα των μεταναστών είναι κεντρικής σημασίας για την επιτυχία της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής σήμερα για βαθύτερους λόγους από τους προαναφερθέντες. Σε αυτή την περίπτωση απαιτείται από τη μεριά μας η στάθμιση του «βάθους» της ακροδεξιάς μεταναστευτικής πολιτικής στον νεοφιλελεύθερο σχεδιασμό και η εκπόνηση μιας κατάλληλης στρατηγικής που θα λαμβάνει υπόψη αυτό το βάθος.

 

Η νεοφιλελεύθερη λογική υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει κοινωνία η οποία βουλεύεται (ακόμη και με συγκρούσεις) για να αντιμετωπίσει συλλογικά όσα την αφορούν, αλλά άτομα, ο ανταγωνισμός των οποίων οφείλει να ρυθμίσει όλα τα ζητήματα. Η δημοκρατία και η κοινωνική αλληλεγγύη είναι «δεισιδαιμονίες» που νοθεύουν τον «ορθολογικό» ανταγωνισμό της αγοράς. Ενδεχόμενες ανισότητες είναι αποτέλεσμα αυτού του ανταγωνισμού και άρα οφείλουν να γίνονται σεβαστές και γιατί όχι καλοδεχούμενες. Η (οικονομική) ιεραρχία δεν εκπορεύεται βεβαίως από τον θεό (όπως στον Μεσαίωνα) αλλά από τον «ορθολογικό» ανταγωνισμό, γεγονός που την καθιστά «αντικειμενική» και υπερασπίσιμη με κάθε μέσο. Συνεπώς μια πολιτική που ενισχύει τη θέση των οικονομικά ισχυρών (διάβαζε: νικητές στον ανταγωνισμό) έναντι των υπολοίπων είναι η μόνη έλλογη επιλογή, ενώ όποιοι διαφωνούν κινούνται στη σφαίρα της δεισιδαιμονίας (του λαϊκισμού).

 

Αυτή η λογική διέπει τη μνημονιακή πολιτική, η οποία θυσιάζει τις λαϊκές τάξεις για να ενισχύσει τους οικονομικά ισχυρούς, υπηρετώντας την «αντικειμενική» ιεραρχία. Η μνημονιακή ανάπτυξη ακολουθεί επίσης αυτό το μοτίβο: η ζωή των λαϊκών τάξεων επιτρέπεται να τύχει βελτίωσης μόνο ως συνέπεια της υψηλής κερδοφορίας των οικονομικά ισχυρών. Οτιδήποτε διαρρηγνύει αυτή την ιεραρχία προτεραιοτήτων συνιστά μείζον «έγκλημα» από αυτά που ονειρεύεται ο «επικίνδυνος» ΣΥΡΙΖΑ.

 

Ας έρθουμε τώρα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων και μεταναστών. Η αγριότητα απέναντι στους πρόσφυγες και τους μετανάστες, όπως και η μνημονιακή αγριότητα, εκπορεύεται από την προαναφερθείσα λογική και προς όφελος των ίδιων συμφερόντων. Το ενδιαφέρον είναι η επιπρόσθετη ιδεολογική αξιοποίηση της εν λόγω αγριότητας. Η προηγούμενη λογική, η οποία μόνο υπαινικτικά διατυπώνεται όταν αφορά τα Μνημόνια και πάντα διανθισμένη με ωραίες εκφράσεις, στο θέμα αυτό διατυπώνεται ευθαρσώς και χωρίς ωραιοποιήσεις. Η ιεραρχία διαπλέκεται με την εθνικότητα και το χρώμα και η σφοδρότητα της επίθεσης στους πιο αδύναμους αποτελεί αντικείμενο υπερηφάνειας. Ο στόχος αυτής της επιλογής είναι βαθύτατα ιδεολογικός και στοχεύει σε πολύ περισσότερα από όσα φαίνονται σε μια πρώτη ανάγνωση. Ο στόχος είναι τα γηγενή θύματα του Μνημονίου να ταυτιστούν με τους θύτες τους και να εθιστούν στη λογική τους αποδεχόμενοι σιωπηρά την «ορθολογικότητα» της βίας που υφίστανται εν τέλει και οι ίδιοι.

 

Η αποδοχή από κάποιον που σήμερα πλήττεται από το Μνημόνιο ότι κάποια άλλη ανθρώπινη ζωή είναι σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τις επιδιώξεις αυτών που προηγούνται στην ιεραρχία, ότι κάποιοι άλλοι άνθρωποι είναι απλά «ενοχλητικά» νούμερα, ότι η ωμή βαρβαρότητα σε κάποιους άλλους είναι «λύση», ότι η ύπαρξη κάποιου άλλου από μόνη της είναι απειλή κ.ο.κ. έχει ως συνέπεια την άρρητη συναίνεση και στη δική του αντιμετώπιση με τον ίδιο τρόπο. Αποδέχεται τη λογική της μνημονιακής πολιτικής που τον ισοπεδώνει, στην οποία ο άλλος είναι προφανώς αυτός. Τι άλλο είναι η περικοπή των συντάξεων και ο αποκλεισμός από το νοσοκομείο παρά το αποτέλεσμα της αντίληψης ότι η βαρβαρότητα είναι «λύση» στο δημοσιονομικό πρόβλημα;

 

Αν συναινεί κάποιος στο να κλείνονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης αυτοί που βρίσκονται από κάτω του, τότε ασυναίσθητα χάνει κάθε ηθικό έρεισμα για την αντίσταση στη μείωση του μισθού του ή την απόλυση που του επιβάλλει ο αμέσως από πάνω του. Αν ένας συνταξιούχος αποδέχεται ότι στον μετανάστη επιτρέπεται κάθε αγριότητα, τότε δεν μπορεί να αρνηθεί την εγκυρότητα της ίδιας σκέψης από τη μεριά του τραπεζίτη: για το συμφέρον μου επιτρέπεται κάθε αγριότητα απέναντι στους συνταξιούχους.

 

Η υιοθέτηση της λογικής του θύτη από το θύμα συνιστά κεντρικό στοιχείο για την επιτυχία της μνημονιακής πολιτικής και η ακροδεξιά πολιτική στο μεταναστευτικό είναι ο τόπος όπου επιχειρείται αυτή η βαθύτατη και εν πολλοίς ασυναίσθητη συναίνεση. Μια τέτοια συναίνεση είναι σε θέση να αμβλύνει καταλυτικά αλλά με ανεπαίσθητο τρόπο το δυναμικό της λαϊκής αντίστασης στη μνημονιακή πολιτική. Συνεπώς, η υιοθέτηση της λογικής του ισχυρού στο μεταναστευτικό από αυτούς που πλήττονται από τα Μνημόνια διαμορφώνει έναν βαθύτερο ιδεολογικό συσχετισμό που σε περιόδους όπως αυτή που ζούμε επιδρά αποφασιστικά στον πολιτικό συσχετισμό ανταγωνιζόμενος τις υλικές συνέπειες του Μνημονίου. Γι’ αυτό η επιδέξια σύγκρουση με την ακροδεξιά πολιτική στο μεταναστευτικό είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την έκβαση της κεντρικής πολιτικής μάχης στη χώρα μας, καθώς αυτή η πολιτική δεν αποτελεί απλώς αποπροσανατολισμό ή μια επιδερμική προσπάθεια προσωρινού προσεταιρισμού συντηρητικών ακροατηρίων.

 

* Ο Ανδρέας Καρίτζης είναι μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: avgi.gr

 

Η παρακμή της κουλτούρας

Από τον Θανάση Γιαλκέτση

 

Ζούμε το τέλος της κουλτούρας, με την έννοια που δίναμε μέχρι τώρα σ’ αυτήν τη λέξη. Ζούμε τον θάνατο μιας μορφής πολιτισμού και τη γέννηση του «πολιτισμού του θεάματος». Ο εκδημοκρατισμός της κουλτούρας, που γεννήθηκε από μια βούληση αλτρουιστική και εξισωτική, οδήγησε στη μαζική παραγωγή ευτελών και επιφανειακών πολιτιστικών προϊόντων, που δικαιολογείται με την επίκληση των προτιμήσεων του μεγάλου αριθμού των «καταναλωτών». Αυτά υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα στο βιβλίο του «Ο πολιτισμός του θεάματος» (ισπανική έκδοση: «La civilización del espetáculo», Alfaguara, 2012). Ο Περουβιανός νομπελίστας λογοτέχνης έδωσε στην «El Pais» τη συνέντευξη που ακολουθεί.

 

• Υποστηρίζετε ότι η κουλτούρα έχει γίνει κοινότοπη, ότι ο ερωτισμός ηττήθηκε από την πορνογραφία, ότι το μεταμοντέρνο είναι εν μέρει ένα αποτυχημένο πείραμα… Υπάρχει κάποια διέξοδος;

 

Μπορούμε βέβαια να ελπίζουμε σε μιαν ανανέωση της πολιτιστικής ζωής και στο ότι αυτή θα εγκαταλείψει τον όλο και πιο επιπόλαιο κι επιφανειακό χαρακτήρα που είναι ένα από τα κύρια γνωρίσματά της σήμερα. Οχι το μοναδικό, επειδή υπάρχουν και εξαιρέσεις στον κανόνα, ευτυχώς. Αυτή η διάδοση της κοινοτοπίας έχει συνέπειες όχι μόνο στο πεδίο της κουλτούρας αλλά και σε όλα τα άλλα. Γι’ αυτό στο βιβλίο μου αναφέρομαι στην πολιτική, στη σεξουαλική ζωή, στις ανθρώπινες σχέσεις. Ολα αυτά τα πεδία μπορεί να δεχτούν σοβαρά πλήγματα αν η κουλτούρα ζει μέσα στην κοινοτοπία, στη διαρκή επιπολαιότητα. Θυμάμαι το σοκ που υπήρξε για μένα, πριν μερικά χρόνια, η επίσκεψη στην Μπιενάλε της Βενετίας, που ήταν μια βιτρίνα του κύρους και της νεωτερικότητας, της πειραματικής τέχνης. Υστερα από ένα ορισμένο σημείο, αφού την είχα διατρέξει για μερικές ώρες, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι εκεί υπήρχαν πολύ περισσότερη επιτήδευση και εξαπάτηση παρά σοβαρότητα και βάθος. Για μένα αυτή υπήρξε μια αρκετά σημαντική εμπειρία, που με οδήγησε να σκεφτώ. Στο τέλος του βιβλίου μου αφηγούμαι το πώς έχουν εμπλουτίσει τη ζωή μου η ανάγνωση καλών βιβλίων, η γνώση της μεγάλης ζωγραφικής παράδοσης, ο κόσμος της μουσικής, το πώς όλα αυτά έχουν δώσει ένα νόημα, μια τάξη, μιαν οργάνωση στον κόσμο. Τον έκαναν πολύ πιο ενδιαφέροντα, πλούσιο, ερεθιστικό. Πιστεύω ότι θα ήταν μια τραγωδία αν, ακριβώς σε μιαν εποχή στην οποία υπάρχει εξαιρετική τεχνολογική, επιστημονική και υλική πρόοδος, η κουλτούρα μετατρεπόταν σε καθαρή διασκέδαση, σε κάτι το επιφανειακό, αφήνοντας ένα κενό που τίποτα δεν μπορεί να το γεμίσει, επειδή τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κουλτούρα, όταν το ζητούμενο είναι να δώσουμε ένα βαθύτερο νόημα στη ζωή.

 

• Το έργο σας δεν είναι ένα παράδειγμα του γεγονότος ότι η ικανότητα αυτοκριτικής επιβιώνει;

 

Ναι, αλλά είναι ανησυχητικό το ότι ο πιο μεγάλος πλούτος βρίσκεται στο παρελθόν μάλλον παρά στο παρόν. Και υπάρχει και μια άλλη πλευρά. Εκτός από τη διάδοση της επιπολαιότητας, υπάρχει και ένας ψευδολόγος σκοταδισμός που ταυτίζει το βάθος με τη σκοτεινότητα και τη δυσνόητη έκφραση και που οδήγησε την κριτική στα άκρα της ειδίκευσης, με αποτέλεσμα αυτή να μπαίνει στο περιθώριο σε σχέση με τον κοινό πολίτη, τον άνθρωπο με μέση καλλιέργεια, στον οποίον προηγουμένως η κριτική χρησίμευε για να προσανατολιστεί μπροστά σε μια τόσο πελώρια προσφορά.

 

• Εσείς προτείνετε όμως να επιστρέψουμε σε πολιτιστικά μοντέλα του παρελθόντος. Είναι δυνατό;

 

Δεν μπορούν όλοι να είναι καλλιεργημένοι με τον ίδιο τρόπο, δεν θέλουν όλοι να είναι καλλιεργημένοι με τον ίδιο τρόπο και δεν θα έπρεπε να είναι όλοι καλλιεργημένοι με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν επίπεδα ειδίκευσης που είναι δικαιολογημένα, υπό τον όρο ότι η ειδίκευση δεν καταλήγει να γυρίζει τις πλάτες στην υπόλοιπη κοινωνία, επειδή τότε η κουλτούρα παύει να διαποτίζει το σύνολο της κοινωνίας, χάνεται εκείνη η συναίνεση, εκείνοι οι κοινοί παρονομαστές που μας επιτρέπουν να διακρίνουμε μεταξύ αυτού που είναι αυθεντικό και αυτού που είναι ψεύτικο, μεταξύ αυτού που είναι καλό και αυτού που είναι κακό, μεταξύ αυτού που είναι ωραίο και αυτού που είναι άσχημο.

 

• Εσείς επεκτείνετε την κριτική σας στη μαγειρική και στη μόδα, που έρχονται να ενταχθούν στην υψηλή κουλτούρα.

 

Αυτή, πράγματι, είναι μια από τις εκδηλώσεις εκείνης της επιπολαιότητας για την οποία μιλάμε. Δεν έχω τίποτα εναντίον της μόδας, αλλά δεν πιστεύω ότι μπορεί να παίρνει τη θέση της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας, της σοβαρής μουσικής, ως πολιτιστική αναφορά. Και όμως, αυτό είναι που συμβαίνει. Σήμερα το να μιλούν για μαγειρική και το να μιλούν για τη μόδα είναι πολύ πιο σημαντικό από το να μιλούν για φιλοσοφία ή για μουσική. Αυτή είναι μια επικίνδυνη παραμόρφωση και μια εκδήλωση τρομερής επιπολαιότητας. Τι είναι η επιπολαιότητα; Είναι η πλήρης σύγχυση των αξιών, είναι η θυσία του μακροπρόθεσμου οράματος στον βωμό του βραχυπρόθεσμου, του άμεσου. Το θέαμα είναι ακριβώς αυτό.

 

• Αυτή η προοπτική δεν εμπεριέχει μιαν ακραία εξιδανίκευση του παρελθόντος;

 

Δεν είμαι συντηρητικός με αυτήν την έννοια και γνωρίζω ότι στο παρελθόν, στον ίδιο τον καιρό του Θερβάντες και του Σέξπιρ, υπήρχαν η δουλεία, ο πιο τρομερός ρατσισμός, ο θρησκευτικός δογματισμός, η Ιερά Εξέταση, το μαρτύριο της πυράς για τους διαφωνούντες. Γνωρίζω πολύ καλά ότι το παρελθόν φέρνει μαζί του όλα αυτά, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι σε εκείνο το παρελθόν υπήρχαν πράγματα πολύ αξιοθαύμαστα, που σημάδεψαν βαθιά το παρόν, που πλούτισαν τη ζωή των προσώπων, την ευαισθησία τους, τη φαντασία τους. Και αυτή ήταν μια λειτουργία που είχε η υψηλή κουλτούρα, ενώ σήμερα δεν μπορούμε καν να μιλάμε για υψηλή κουλτούρα, επειδή δεν θα ήταν πολιτικά ορθό.

 

• Υπάρχει στο βιβλίο σας μια υπεράσπιση του ερωτισμού ως έργου τέχνης απέναντι στο «ωμό σεξ».

 

Ο ερωτισμός υπήρξε στον κόσμο της εμπειρίας η μετατροπή ενός ενστίκτου σε κάτι το δημιουργικό, σε ένα αληθινό έργο τέχνης, και αυτό έγινε δυνατό χάρη στην κουλτούρα. Εδώ αναφέρω πολύ τον Ζορζ Μπατάιγ, ο οποίος υπερασπίστηκε πάντοτε τον ερωτισμό ακριβώς ως μιαν εκδήλωση πολιτισμού και ο οποίος υπήρξε πολύ επιφυλακτικός σε σχέση με την ολική επιτρεπτικότητα, επειδή πίστευε ότι αυτή θα σκότωνε τις μορφές και τελικά θα φτάναμε σε ένα είδος πρωτόγονης, άγριας σεξουαλικότητας. Κάτι παρόμοιο έχει συμβεί στους καιρούς μας.

 

• Αναφέρεστε σε μια νεολαία παθητική, κλεισμένη σε μια συστηματική εχθρότητα. Φαινόμενα όπως εκείνα των αγανακτισμένων ή του κινήματος Occupy Wall Street δεν σας δίνουν ελπίδα;

 

Ναι, λίγη ελπίδα ναι. Πάντα υπό τον όρο ότι δεν θα υιοθετήσουν εσφαλμένους προσανατολισμούς. Επειδή υπάρχει ένας ορισμένος κομφορμισμός και στη διαμαρτυρία. Ο Φουκό έχει γράψει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα γι’ αυτό το θέμα. Ωστόσο πιστεύω ότι υπάρχει αναβρασμός μεταξύ των νέων. Τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο. Αλλά για ορισμένες πλευρές είναι σημαντική μια πολύ ριζική κριτική ενός φαινομένου που αντιπροσωπεύει μια παρακμή […].

 

http://www.efsyn.gr/?p=89566

Πληροφοριοδότες: οι νέοι ήρωες μας. Του Slavoj Zizek

Όλοι θυμόμαστε το χαμογελαστό πρόσωπο του προέδρου Μπαράκ Ομπάμα, γεμάτο ελπίδα και εμπιστοσύνη, όταν διατύπωσε το σύνθημα της πρώτης εκστρατείας του: «Ναι, μπορούμε!». Μπορούμε να απαλλαγούμε από τον κυνισμό της εποχής Μπους και να φέρουμε δικαιοσύνη και ευημερία στον αμερικανικό λαό.

Αλλά καθώς οι Ηνωμένες Πολιτείες συνεχίζουν τις μυστικές επιχειρήσεις και επεκτείνουν το δίκτυο πληροφοριών τους, κατασκοπεύοντας ακόμη και τους συμμάχους τους, μπορούμε να φανταστούμε τους διαδηλωτές να φωνάζουν στον Ομπάμα: «Πώς μπορείς να χρησιμοποιείς μη επανδρωμένα αεροσκάφη για δολοφονίες; Πώς μπορείς να κατασκοπεύεις τους συμμάχους μας;». Ο Ομπάμα τους κοιτά και μουρμουρίζει με ένα σαρδόνιο χαμόγελο: «Ναι, μπορούμε».

Ωστόσο, ένας τέτοιος απλός χαρακτηρισμός χάνει το σημαντικό σημείο. Η απειλή για την ελευθερία μας που αποκαλύφθηκε από τους πληροφοριοδότες (whistle-blowers) έχει πολύ βαθύτερες συστημικές ρίζες. Ο Edward Snowden πρέπει να υποστηριχθεί όχι μόνο επειδή οι αποκαλύψεις του έφεραν σε δύσκολη θέση την κυβέρνηση των ΗΠΑ, αλλά και επειδή  αποκάλυψε ότι πολλές μεγάλες (και όχι τόσο μεγάλες) δυνάμεις όπως η Γαλλία, η Ρωσία, η Γερμανία και το Ισραήλ κάνουν το ίδιο πράγμα. Οι αποκαλύψεις του Snowden προσδίδουν πραγματική βάση στα προαισθήματα μας για το πόσο είμαστε όλοι υπό παρακολούθηση κι έλεγχο.

Το μάθημα είναι παγκόσμιο. Δεν μάθαμε από τον Snowden (ή τον Bradley Manning), πραγματικά κάτι που δεν θεωρούσαμε αληθινό. Αλλά είναι άλλο πράγμα  να το γνωρίζουμε σε γενικές γραμμές, και άλλο να έχουμε συγκεκριμένα στοιχεία. Είναι λίγο σαν κάποιος να γνωρίζει ότι η σεξουαλική σύντροφος του παίζει και να μπορεί να αποδεχθεί αυτή την αφηρημένη γνώση, αλλά ο πόνος θα προκύψει όταν μάθει τις καυτές λεπτομέρειες.

Τα στοιχεία του Snowden προσφέρουν μια ματιά στην παγκόσμια διαδικασία του σταδιακού περιορισμού του χώρου για αυτό που ο Immanuel Kant ονόμαζε «δημόσια χρήση του Λόγου». Στο δοκίμιο «Τι είναι Διαφωτισμός;», ο Kant διακρίνει τη «δημόσια» και την «ιδιωτική» χρήση του λόγου. Για τον Kant, «ιδιωτική» είναι η κοινοτική-θεσμική τάξη στην οποία ζούμε (το κράτος μας, το έθνος μας), και «δημόσια» είναι η διακρατική καθολικότητα της άσκησης του Λόγου.

«Η δηµόσια χρήση του Λόγου πρέπει να είναι κάθε στιγµή ελεύθερη, και µόνον αυτή µπορεί να συντελέσει στο ∆ιαφωτισµό µεταξύ των ανθρώπων. Η ιδιωτική χρήση του Λόγου, από την άλλη, µπορεί συχνά να είναι άκρως περιορισµένη, χωρίς να εµποδίζει ιδιαίτερα την πρόοδο του ∆ιαφωτισµού. Ως δηµόσια χρήση του Λόγου από έναν άνθρωπο, αντιλαµβάνοµαι εκείνη τη χρήση που κάνει ως ειδήµων ενώπιον του αναγνωστικού κοινού. Ιδιωτική χρήση ονοµάζω εκείνη που μπορεί να κάνει σε µια συγκεκριµένη δηµόσια θέση ή αξίωµα που του έχει εµπιστευθεί.»

Βλέπουμε σε ποιο σημείο ο Kant ξεχωρίζει από τη φιλελεύθερη κοινή λογική: το πεδίο του κράτους είναι «ιδιωτικό», περιορίζεται από συγκεκριμένα συμφέροντα, και τα άτομα που εκφράζουν τον προβληματισμό τους σχετικά με γενικά θέματα χρησιμοποιούν τον λόγο με «δημόσιο» τρόπο.

Αυτή η καντιανή διάκριση είναι ιδιαίτερα σχετική με το διαδίκτυο και τα άλλα νέα μέσα που διχάζονται ανάμεσα στην ελεύθερη «δημόσια» χρήση και τον αυξανόμενο «ιδιωτικό» έλεγχο. Στην εποχή του cloud computing, δεν χρειαζόμαστε πλέον ισχυρούς προσωπικούς υπολογιστές. Τα δεδομένα και οι πληροφορίες παρέχονται με τη ζήτηση και οι χρήστες μπορούν να έχουν πρόσβαση σε διαδικτυακά εργαλεία ή εφαρμογές μέσω browsers σαν να ήταν προγράμματα εγκατεστημένα στους υπολογιστές τους.

Αυτός ο υπέροχος νέος κόσμος, όμως, είναι μόνο η μία πλευρά της ιστορίας. Οι χρήστες έχουν πρόσβαση σε προγράμματα και αρχεία που φυλάσσονται πολύ μακριά σε κλιματιζόμενους χώρους με χιλιάδες υπολογιστές. Για να διαχειρίζεται ένα σύννεφο δεδομένων, πρέπει να υπάρχει ένα σύστημα παρακολούθησης που ελέγχει τις λειτουργίες του, και αυτό το σύστημα είναι κρυμμένο από τους χρήστες.

Όσο περισσότερο το gadget που κρατώ στο χέρι μου είναι εξατομικευμένο, εύκολο στη χρήση και «διαφανές» στη λειτουργία του, τόσο περισσότερο το σύνολο της εγκατάστασης πρέπει να βασίζεται στην εργασία που γίνεται αλλού, σε ένα κρυφό κύκλωμα μηχανών. Όσο περισσότερο η εμπειρία μας είναι κοινή, αυθόρμητη και διαφανής, τόσο περισσότερο ρυθμίζεται από ένα αόρατο δίκτυο κι ελέγχεται από κρατικούς φορείς και μεγάλες ιδιωτικές εταιρείες.

Μόλις επιλέξουμε να ακολουθήσουμε το μονοπάτι των κρατικών μυστικών, αργά ή γρήγορα θα φτάσουμε στο μοιραίο σημείο στο οποίο οι ίδιες οι νομικές ρυθμίσεις που ορίζουν ποιο είναι το μυστικό, γίνονται ένα μυστικό. Ο Kant διατύπωσε το αξίωμα του δημοσίου δικαίου: «Όλες οι ενέργειες που σχετίζονται με το δικαίωμα των άλλων ανθρώπων είναι άδικες, αν το αξίωμα τους δεν είναι συνεπές με τη δημοσιότητα». Ένας μυστικός νόμος, άγνωστος σε όσους υπόκεινται σε αυτόν, νομιμοποιεί τον αυθαίρετο δεσποτισμό όσων τον ασκούν.

Επιπλέον, αυτό που κάνει τον σφαιρικό έλεγχο της ζωής μας τόσο επικίνδυνο δεν είναι ότι χάνουμε την προστασία της ιδιωτικής ζωής μας από τον Big Brother. Δεν υπάρχει καμία κρατική υπηρεσία που να είναι σε θέση να ασκήσει τέτοιον έλεγχο, όχι επειδή δεν γνωρίζει αρκετά, αλλά επειδή γνωρίζει πάρα πολλά. Ο όγκος των δεδομένων είναι τεράστιος.

Παρ ‘όλα τα προγράμματα υψηλής τεχνολογίας για την ανίχνευση ύποπτων μηνυμάτων, οι υπολογιστές που καταγράφουν δισεκατομμύρια δεδομένα δεν μπορούν να ερμηνεύσουν και να αξιολογήσουν τα δεδομένα σωστά, με αποτέλεσμα γελοία λάθη όπως αθώοι περαστικοί να καταγράφονται ως εν δυνάμει τρομοκράτες. Το γεγονός αυτό καθιστά τον κρατικό έλεγχο των επικοινωνιών μας ακόμη πιο επικίνδυνο. Χωρίς να γνωρίζουμε το γιατί, χωρίς να κάνουμε τίποτα παράνομο, μπορεί να βρεθούμε ξαφνικά σε μια λίστα παρακολούθησης τρομοκρατών.

Υπάρχει ένας θρύλος για τον μεγιστάνα-εκδότη εφημερίδας William Randolph Hearst. Ρώτησε κάποτε έναν από τους κορυφαίους συντάκτες του, γιατί δεν ήθελε να πάρει την πολυήμερη άδεια που άξιζε, και ο συντάτης απάντησε: «Φοβάμαι ότι αν πάω, θα υπάρξει χάος, τα πάντα θα καταρρεύσουν αλλά φοβάμαι ακόμα περισσότερο ότι, αν πάω, τα πράγματα θα συνεχίσουν κανονικά χωρίς εμένα, αποδεικνύοντας ότι δεν είμαι πραγματικά χρήσιμος!». Κάτι παρόμοιο μπορεί να ειπωθεί για τον κρατικό έλεγχο των επικοινωνιών μας. Θα πρέπει να φοβόμαστε ότι οι κρατικές υπηρεσίες ξέρουν τα πάντα, αλλά θα πρέπει να φοβόμαστε ακόμη περισσότερο που αποτυγχάνουν σε αυτή την προσπάθεια.

Για αυτό οι πληροφοριοδότες διαδραματίζουν καίριο ρόλο στη διατήρηση στη ζωή του «δημόσιου» λόγου. Ο Julian Assange, ο  Manning και ο Snowden είναι οι νέοι ήρωες μας, παραδείγματα μιας νέας ηθικής που ταιριάζει στην εποχή του ψηφιοποιημένου ελέγχου. Οι πληροφοριοδότες δεν καταγγέλλουν πλέον μόνο τις παράνομες πρακτικές των ιδιωτικών εταιρειών στις δημόσιες αρχές, καταγγέλλουν τις ίδιες τις δημόσιες αρχές, όταν επιδίδονται στην «ιδιωτική χρήση του λόγου».

Χρειαζόμαστε περισσότερους Mannings και Snowdens. Υπάρχουν μέρη που είναι πολύ πιο καταπιεστικά από τις ΗΠΑ. Φανταστείτε τι θα είχε συμβεί σε κάποιον σαν τον Manning σε ένα ρωσικό ή κινεζικό δικαστήριο. Ωστόσο, δεν πρέπει να υπερβάλλουμε σχετικά με την ηπιότητα των ΗΠΑ.

Πράγματι, η Αμερική δεν αντιμετωπίζει τους κρατούμενους τόσο βάναυσα όσο η Κίνα ή η Ρωσία. Λόγω της τεχνολογικής υπεροχής της, η Αμερική δεν χρειάζεται να μεταχειρίζεται μια ανοιχτά βίαιη προσέγγιση, αλλά είναι περισσότερο από έτοιμη να την εφαρμόσει όταν χρειάζεται. Με αυτή την έννοια, οι ΗΠΑ είναι ακόμα πιο επικίνδυνες από την Κίνα, στο βαθμό που τα μέτρα ελέγχου δεν γίνονται αντιληπτά ως τέτοια, ενώ η βιαιότητα της Κίνας είναι εμφανής.

Επομένως, δεν είναι αρκετό το να χρησιμοποιήσουμε το ένα κράτος εναντίον του άλλου (όπως ο Snowden, ο οποίος χρησιμοποίησε τη Ρωσία εναντίον των ΗΠΑ). Χρειαζόμαστε ένα διεθνές δίκτυο για να οργανώσει την προστασία των πληροφοριοδοτών και τη διάδοση των μηνυμάτων τους. Οι πληροφοριοδότες είναι οι ήρωες μας, επειδή αποδεικνύουν ότι, αν αυτοί που βρίσκονται στην εξουσία μπορούν, μπορούμε κι εμείς.

Πηγή: Mail & Guardian

Επιμέλεια μετάφρασης: Αντώνης Γαλανόπουλος

afterhistory.blogspot.gr

Η αιγυπτιακή κρίση

Άρθρο του Βαγγέλη Πισσία*, μεγάλο μέρος του οποίου δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο «Ξετυλίγοντας το… αιγυπτιακό κουβάρι» στην Εφημερίδα των Συντακτών την 20η Αυγούστου 2013.

Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για την δραματική τροπή της πολιτικής κατάστασης στην Αίγυπτο προπαντός αν αυτό πρέπει να γίνει εν μέσω πένθους πολλών εκατοντάδων νεκρών. Ιδιαίτερα όταν δεν προτίθεσαι να περιοριστείς σε μια μανιχαϊστική περιγραφή της και να μιλήσεις μόνο για κάποια  αυτονόητα.

Η έλευση στην εξουσία του ανατραπέντος από τον στρατό προέδρου  Μόρσι συντελέστηκε με την μεγάλη  εξέγερση του αιγυπτιακού λαού το 2011. Σε αυτήν πρωτοστάτησαν κινήματα, οργανώσεις αλλά και οργισμένο πλήθος προερχόμενο από ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, μεταξύ αυτών και της (αιγυπτιακής)  γης οι κολασμένοι. Τα κεντρικά αιτήματα αφορούσαν στις πολιτικές ελευθερίες, στα κοινωνικά δικαιώματα και   στην κοινωνική δικαιοσύνη. Στην εξέγερση άρχισε να συμμετέχει βαθμιαία, μετά από μια περίοδο επιφυλακτικότητας και αναμονής, το κίνημα των Αδελφών Μουσουλμάνων (Α.Μ.), το οποίο, προσθέτοντας το ανθρώπινο και οργανωτικό του βάρος, καθόρισε την μορφή αλλά και το περιεχόμενο της ανατροπής.

Στην μεταβατική περίοδο διαπραγματεύσεων, χειρισμών και αναδιατάξεων που ακολούθησε, κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτισε ο στρατός, που οδήγησε τη χώρα στις προεδρικές εκλογές (Ιούνης 2012). Ο υποψήφιος της αιγυπτιακής Μουσουλμανικής Αδελφότητας Μόρσι, εκλέχτηκε στον δεύτερο γύρο των εκλογών λαμβάνοντας ποσοστό 51,7% υποστηριζόμενος από τους σαλαφιστές του κόμματος Αλ Νουρ (που αποκλείστηκε) αλλά και μέρος των αντιπάλων του παλιού καθεστώτος.

Στον πρώτο γύρο ωστόσο, ο Μόρσι έλαβε  ποσοστό μόνον 24,8%, έναντι του διαγραμμένου αντιπάλου του από το ίδιο κόμμα Αμπούλ Φοτούχ ο οποίος έλαβε το 17,5%, υποστηριζόμενος κυρίως από τμήματα της  εξεγερμένης μουσουλμανικής νεολαίας όλων των πολιτικών «οριζόντων». Ο Νασερικός υποψήφιος Χαμντίν Σαμπάχι  έλαβε 21%, ενώ ο υποψήφιος του παλιού καθεστώτος έλαβε 23,7%. Η αποχή ανήλθε στο  54%. Συμπέρασμα συνεπώς πρώτο, η παρούσα ηγετική ομάδα των Α.Μ. υπερψηφίστηκε στον ανοιχτό πρώτο γύρο των εκλογών από το 13% του εγγεγραμμένου εκλογικού σώματος  και το συνολικό ρεύμα του πολιτικού Ισλάμ από το 20%.

* * *

Στην παραπάνω περιγραφή, που δείχνει ότι η πρωτογενής υποστήριξη της ηγετικής ομάδας Μόρσι από τον Αιγυπτιακό λαό ήταν μάλλον περιορισμένη, θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός  ότι οι θρησκευτικές και πολιτικές διαφορές εντός του πολιτικού Ισλάμ,  σε θεμελιώδη ζητήματα, ήταν και παραμένουν πολύ σημαντικές. Συμπέρασμα δεύτερο: Η έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης -για την πραξικοπηματική παραβίαση της οποίας γίνεται μεγάλη συζήτηση-  ήταν σχετικά μόνον υποστηρικτική προς την ηγετική ομάδα Μόρσι και το, όποιο, πρόγραμμά της. Αντίθετα εξέφραζε, μάλλον  πρόδηλα,  την θέλησή του αιγυπτιακού λαού να συν-διακυβερνηθεί, εξαιρουμένων βέβαια από αυτήν των παλαιο-καθεστωτικών. Στην περίπτωση αυτή οι διαιρέσεις θρησκευόμενων και κοσμικών, οι ενδο-θρησκευτικές και ενδο-μουσουλμανικές διαιρέσεις καθώς και οι πολιτικο-ιδεολογικές διαιρέσεις θα ετίθεντο προσωρινά υπό καθεστώς συνύπαρξης και ασταθούς, έστω, ισορροπίας.

Η ηγετική ομάδα Μόρσι δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να λάβει αυτό το μήνυμα. Ακόμη και όταν, αρχές Ιούνη, οι περίπου χίλιοι Άραβες πολίτες, από όλες τις αραβικές χώρες και την διασπορά, άνθρωποι με πολιτική ιστορία και πολιτική δράση δεκαετιών, όπως και πολλοί νεότεροι που πήραν μέρος στις εξεγέρσεις,  εκπρόσωποι ενός ευρύτατου  πολιτικο-ιδεολογικού και θρησκευτικού φάσματος, συναντήθηκαν στο Κάϊρο  και  συζήτησαν επι 4 μέρες, καταλήγοντας σ’ενα συνθετικό  και προνοητικό «φετφά», η ηγετική ομάδα Μόρσι δεν κατάλαβε. Υποβόσκουσα  θρησκευτική καθεστωτική εμμονή,  μοναρχομανία, μεσιανισμός ή / και κάτι άλλο;

Μετά τις εκλογές, η κυβέρνηση Μόρσι επέλεξε να συγκυβερνήσει  μόνο με τον στρατό, με τον υποτίθεται ευμενώς διακείμενο στους Α.Μ. στρατηγό Αμπντέλ Φατάχ Αλ-Σίσι (τον οποίο ο ίδιος ο Μόρσι έχρισε αρχηγό του στρατεύματος), αποσπώντας και την άμεση ευλογία ενός τμήματος του διεθνούς παράγοντα. Επιδίωξε την ευμενή ουδετερότητα των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα, όπως και την άμεση υποστήριξη κρατών που ασκούν περιφερειακή πολιτική (κυρίως Τουρκία και Κατάρ). Ενεπλάκη συνακόλουθα στις κρίσεις της Λιβύης και της Συρίας, αποδεχόμενη το αιτούμενο  αντίτιμο υποστήριξης των σχεδίων τους. Παράλληλα προσχώρησε στον υποστηριζόμενο από τα πλούσια σε πετρέλαιο σουνιτικά βασίλεια και εμιράτα  της Αραβικής Χερσονήσου θρησκευτικό διχασμό Σουνιτών-Σιϊτών.  Στο θέμα της Παλαιστίνης τα βήματα που έκανε –ή μάλλον δεν έκανε-, παρά τις κατηγορίες που τώρα του προσάπτονται, υπήρξαν πολύ συγκρατημένα και οι σχέσεις με την Χαμάς απέβλεπαν κυρίως στην ένταξή της στο αντισιϊτικό σχέδιο.

Η πολιτική του Μωχάμεντ Μόρσι, ιδιαίτερα η εσωτερική, θεωρήθηκε από αυτούς που πρωτοστάτησαν στην εξέγερση του 2011 οικονομικά ανύπαρκτη, πολιτικά αυταρχική και κοινωνικά διχαστική. Γι’ αυτό και βγήκαν την περασμένη άνοιξη (2013) στους δρόμους ξανά, με αιτήματά δίκαια  που βρήκαν απρόσμενη απήχηση. Βέβαια, στις κινητοποιήσεις τους εισχώρησαν  καιροσκοπικά και οι νοσταλγοί  του παλαιού καθεστώτος. Τον Ιούνη  η κυβέρνηση Μόρσι  κατέστειλε με την βία τους διαδηλωτές, οδηγώντας, αυτή πρώτη, την χώρα στο χείλος της μεγάλης ρήξης.

* * *

Αντίθετα με τις μεγάλες προσδοκίες που γέννησε η ανατροπή του Μουμπάρακ, η ηγετική ομάδα Μόρσι, δεν επιδίωξε την ευρύτερη εφικτή συσπείρωση του αιγυπτιακού λαού προκειμένου να προχωρήσει στην ανόρθωση της χώρας του, αλλά υιοθέτησε καθεστωτική λογική και, ακόμη χειρότερα, εκτέθηκε στα περιφερειακά γεωπολιτικά παιχνίδια. Έτσι εντάχθηκε, με την προτροπή και των ΗΠΑ, στον βραχύβιο, ασταθή και αμφίβολης σκοπιμότητας άξονα Κατάρ-Τουρκίας, προσφέροντας ένα ακόμη πολιτικό εργαλείο για την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ στην Συρία.

Αυτά όμως ίσχυαν ως τις αρχές του 2013. Γιατί τότε τα δεδομένα άλλαξαν, ο Άσαντ με την στήριξη της Ρωσίας και όχι μόνον αυτής, δεν έπεσε. Συγχρόνως, τόσο η Δύση όσο και το Ισραήλ, αντιλήφθηκαν ότι η εργαλειοποίηση σαλαφιστών πολεμιστών και οι οσμώσεις διαφορετικών εκφάνσεων του πολιτικού Ισλάμ φέρνουν προς αυτούς μαύρα σύννεφα που μπορούν να υπερβούν τα ανεπαρκώς ελεγχόμενα από αυτούς όρια. Τότε η γεωπολιτική θεώρηση του Αμερικανο-ισραηλινού άξονα αναθεωρήθηκε και η αντίστροφη μέτρηση άρχισε. Στο Κατάρ τον εμίρη πατέρα διαδέχθηκε ο υιός, η γηρασμένη αλλά ακόμη ισχυρή Σαουδική Αραβία πήρε προβάδισμα, ενώ ο Μόρσι κλήθηκε να πραγματοποιήσει την  αναδίπλωσή του. Τότε η ηγετική ομάδα των Α.Μ. προσπάθησε να βγει από την αυτοπαγίδευσή της με φυγή προς τα μπρος.  Με την επιλογή της όμως αυτή έδωσε στον αμφίθυμο μέχρι τότε στρατό την αφορμή για να επέμβει.

* * *

Ο στρατός στην σημερινή Αίγυπτο δεν είναι, όπως άλλοτε, το ίδιο το καθεστώς. Είναι όμως πυλώνας  καθεστωτικός, ιδιοτελής αλλά και εν μέρει αυτοτελής, με ισχυρή οικονομική βάση. Λειτουργεί ως εργαλείο, με περιθώρια όμως διαπραγμάτευσης ή και αποστασιοποίησης από το όλον κράτος και τον ξένο επικυρίαρχο. Η μετά Μουμπάρακ ηγεσία του στρατού -και κυρίως το σώμα του στρατεύματος που τον αποτελεί- δεν διαθέτουν, από την ίδια τους την φύση, δημοκρατική ηθική καθώς προτάσσουν μια ρεαλιστική -εν’ πολλοίς αμοραλιστική- λογική εθνικού συμφέροντος. Η λογική αυτή του αιγυπτιακού στρατού, αποκομμένη από το ευρύ κοινωνικό, αδέσμευτο και πατριωτικό φαντασιακό  της εποχής του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, είναι αυτή που τον ώθησε σε μια ενέργεια μονοσήμαντα κατασταλτική, μιλιταριστική, υπεράσπισης της εθνικής ακεραιότητας και αποτροπής του προδιαγραφόμενου εμφυλίου. Ενός εμφυλίου που πιθανόν, όπως στην Συρία, θα αντιπαρέθετε τους παλαιο-καθεστωτικούς, στηριζόμενους στα ισχυρά εσωτερικά και εξωτερικά ερείσματά τους, από την μια πλευρά, και τους σκληρούς πυρήνες του πολιτικού και θεοκρατικού Ισλάμ, υποστηριζόμενους από τα αντίστοιχα δικά τους ερείσματα, από την άλλη πλευρά. Αυτή η λογική του στρατού ενθαρρύνθηκε και αξιοποιήθηκε στην παρούσα κρίση από τους παράγοντες εκείνους –Αμερικανοϊσραηλινός άξονας, Σαουδική Αραβία και Η.Α. Εμιράτα- που είδαν τους Α.Μ., όταν κατέρευσε ο Μουμπάρακ, ως μια προσωρινά αναγκαία γι’ αυτούς παρένθεση.

Εάν η πολιτική στρατηγική των Αδελφών Μουσουλμάνων που περιγράψαμε, σύμφωνα με την γνωστή ρήση του Φουσέ, δεν ήταν απλά έγκλημα αλλά ήταν λάθος, η βιαιότητα της επέμβασης του Αιγυπτιακού στρατού, την φονική Τετάρτη της 14 Αυγούστου, ήταν και έγκλημα και λάθος.

Η αποξένωση της ηγετικής ομάδας των Α.Μ. από μεγάλο τμήμα της αιγυπτιακής κοινωνίας, που την έφτασε στην εχθρότητα και την κατασταλτική βιαιότητα, καθώς και η περιχαράκωση της σε ένα και μοναδικό αίτημα, αυτό της διατήρησης του Μόρσι στην προεδρία, ήταν δρόμος αποδυνάμωσης της επιρροής της και φθοράς. Τα περιθώρια επιβίωσης των κινητοποιήσεων, μέρα με την μέρα μίκραιναν. Ήταν προδιαγεγραμμένο πως αργά ή γρήγορα  θα οδηγούνταν σε κρίση και σε αυτό που θεωρούσαν συμβιβασμό.

Ο στρατός δεν είχε λόγο να σπεύσει να επέμβει κατασταλτικά και η αγριότητα της επέμβασης του ήταν απολύτως ασύμμετρη με το ίδιο το φθίνον γεγονός των καθιστικών διαμαρτυριών. Ο λόγος που την προκάλεσε πρέπει συνεπώς να αναζητηθεί σε κάποιες «αδιερεύνητες σκοπιμότητες» αλλά και στην υπερίσχυση στους κόλπους του της εγγενούς ανορθολογικότητας της μιλιταριστικής λογικής. .

* * *

Συμπτωματικά ή όχι, στην δυτική πολιτική σκέψη τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς, κυριαρχούν δύο στερεότυπα που θεωρούν την δημοκρατία συνώνυμη με την δημοκρατική επιλογή της πολιτικής εξουσίας και την πολιτική εξουσία επικαθοριστική και κυρίαρχη επί των άλλων εξουσιών. Πέρα όμως από το γεγονός της απροσμέτρητης υποκρισίας που εμπεριέχεται στην προβολή αυτών των στερεοτύπων στις καθ’ ημάς δυτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες υπάρχει και η μεσανατολική πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που δημιουργήθηκε, εξελίχθηκε και ακόμη διατηρείται με την χρήση των περισσότερο αποτρόπαιων και αντιδημοκρατικών εργαλείων της παλαιάς και νεότερης αποικιοκρατίας. Μια πραγματικότητα που υποστηρίζεται από μηχανισμούς έξωθεν ελεγχόμενους και η οποία δεν επέτρεψε σε αυτήν την κεντρική για τον πλανήτη περιοχή να χειραφετηθεί.

Ο Γκαλάλ Αμίν, θεωρούμενος και πατέρας των Αιγύπτιων οικονομολόγων, στο πολύ πρόσφατο έργο του «Ιστορία της Αιγυπτιακής οικονομίας» αναφέρεται στον «φαύλο κύκλο του εξωτερικού χρέους» και στο, αν και ευτελές, επί 2 χρόνια αιωρούμενο αλλά ουδέποτε καταβαλλόμενο δάνειο των 4.8 δισ. $ του ΔΝΤ. Αυτό το ασήμαντο για μια τόσο μεγάλη χώρα ποσό, μαζί με τα δάνεια του Κατάρ, αποτέλεσαν ωστόσο το διακύβευμα και τον μοχλό ενός εκβιασμού που πληρώθηκε με το βαρύ, για τον αιγυπτιακό λαό, αντίτιμο που αναφέρθηκε πιο πάνω.

Τελευταίο, επί του παρόντος, συμπέρασμα. Ο στρατός στην σημερινή Αίγυπτο δεν προτίθεται να κυβερνήσει. Αν και ισχυρός, με αυτοτελή οικονομική βάση, συνδεδεμένος άμεσα με το αμερικανικό γεωπολιτικό κέντρο διατηρείται σε κάποιο βαθμό αυτόνομος, ιδιότροπα εθνικός. Η Αίγυπτος είναι η μεγαλύτερη αραβική μουσουλμανική χώρα (σε ποσοστό 87%), το πολιτικό Ισλάμ επηρεάζει ικανό, όχι όμως το πλειοψηφικό, τμήμα τους, οι Α.Μ. είναι η σεβαστή, σημαντικότερη αλλά όχι ενιαία έκφρασή του. Η Αίγυπτος έχει συγχρόνως βαθειά, αυτοτελή, κοσμική πολιτική παράδοση. Εκτός από Ιστορία έχει πολλών γενεών και ειδών νεότερο πολιτισμό, είναι χώρα-έθνος ανοιχτό. Είναι όμως βυθισμένη σε βαθειά κοινωνική και οικονομική-εξαρτησιακή κρίση. Αυτές είναι οι πολλές της πραγματικότητες. Εάν μπορέσει, εξαιρώντας τους παλαιο-καθεστωτικούς και αντιρροπώντας τις ξένες επιρροές, να τις ανασυνθέσει σ’ ένα μεταβατικό σχέδιο συν-υπαρκτικό, θα βρει τον δρόμο της.

 

*  Δρ. Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, συντονιστής πρωτοβουλίας «ένα καράβι για τη Γάζα- F.F.C.»

http://omniatv.com/blog/3249-%CE%B7-%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7

Η ακτινογραφία της Χρυσής Αυγής

Η εκλογική ανάδυση και εδραίωση της Χρυσής Αυγής στο κομματικό σύστημα της εποχής του μνημονίου συντελέσθηκε σε 2 φάσεις: α) στην περίοδο Φεβρουαρίου-Μαίου 2012 και β) μετά τις εκλογές. Μέχρι τον Ιανουάριο του 2012, η εκλογική επιρροή της παρέμενε ανύπαρκτη (γράφημα 1). Μετά την ψήφιση του ΙΙ Μνημονίου πυροδοτήθηκαν ραγδαίες αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό. Το πολιτικό σύστημα της χώρας εισήλθε σε περίοδο ριζικής αναδόμησης. Του Γιάννη Μαυρή

Διαβάστε στην ίδια σειρά: Η σημερινή ακτινογραφία των πολιτικών κομμάτων

Πολιτικές προϋποθέσεις της ανόδου

Εκτός από τους δομικούς παράγοντες που τροφοδοτούν το ακροδεξιό φαινόμενο, οι πολιτικές προϋποθέσεις που ευνόησαν την άνοδο της ΧΑ, κατά η διάρκεια του 2012, και της επέτρεψαν να καταγραφεί με 7% στις εκλογές του Μαΐου είναι τουλάχιστον τέσσερις: 1) Η νομιμοποίηση της ακροδεξιάς, που το εγχώριο πολιτικό σύστημα επιδίωξε ή αποδέχθηκε, προωθώντας τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Παπαδήμου, παρότι κοινοβουλευτικά δεν ήταν αναγκαία. 2) Η κατάρρευση της εκλογικής επιρροής του ΛΑΟΣ και της εικόνας του αρχηγού του, που επήλθε, ακριβώς εξαιτίας αυτής της συμμετοχής. Από 9% τον Οκτώβριο του 2011, η πρόθεση ψήφου στο ΛΑΟΣ θα κατρακυλήσει δημοσκοπικά μέχρι τον Απρίλιο του 2012 στο 2%. Θα απολέσει, δηλαδή, μέσα σε 6 μήνες, σχεδόν 7 μονάδες. Στις εκλογές του Μαΐου, με ποσοστό 2,9% θα μείνει τελικά εκτός Βουλής. Η απόπειρα του Γ.Καρατζαφέρη να μετατρέψει ένα κόμμα διαμαρτυρίας σε κυβερνητικό εταίρο δεν πέτυχε. Αντιθέτως, το εκλογικό του ακροατήριο δεν ακολούθησε και έστρεψε το ενδιαφέρον του στην νέα αναδυόμενη δύναμη της ακροδεξιάς, τη Χρυσή Αυγή. 3) Η καθυστερημένη εμφάνιση των ΑΝΕΛ, που συνιστά και τον βασικό ανταγωνιστή στο χώρο της λαϊκής δεξιάς. Οι ΑΝΕΛ ιδρύθηκαν στις 24/2/2012, όταν είχε ήδη καταρρεύσει ο ΛΑΟΣ και είχε αρχίσει ήδη η άνοδος της ΧΑ. Ο Νίκος Μιχαλολιάκος πρόλαβε τον Πάνο Καμμένο. 4) Τέλος, ο μετασχηματισμός της ελληνικής ακροδεξιάς και η ανάδειξη της ΧΑ ευνοήθηκε καθοριστικά από την επιχείρηση κατά της λαθρομετανάστευσης, που κήρυξε ο τότε υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Η ανάδειξη της ανασφάλειας και του μεταναστευτικού, του Νόμου και της Τάξης, σε βασικό άξονα της προεκλογικής εκστρατείας γύρισε μπούμερανγκ στα κόμματα της διακυβέρνησης.

 Η τομή των εκλογών

Στις εκλογές του Μαΐου 2012, η ΧΑ έλαβε 441.000 ψήφους (7%). Με την επαναληπτική εκλογή του Ιουνίου εδραίωσε την παρουσία της στην πολιτική σκηνή, διατηρώντας στο ακέραιο την επιρροή της (6,9%, 426.000), παρά την αύξηση της αποχής και κυρίως παρά τη στοχοποίησή της, πλέον, από τα Μέσα Ενημέρωσης. Στις πρώτες εκλογές, 4 στους 10 ψηφοφόρουςτου νεοπαγούς κόμματος (41%) προήλθαν από τη ΝΔ, 2 στους 10 (20%) από το ΠΑΣΟΚ  και  1 στους 10  (9%) από τον ΛΑΟΣ. Στις εκλογές του Ιουνίου, το 71% των ψηφοφόρων του Μαΐου ξαναψήφισε την ΧΑ. Τα δηλωμένα κριτήρια των ψηφοφόρων της είναι αποκαλυπτικά για τον χαρακτήρα της ψήφου της: Το 29% δήλωσε ότι την ψήφισε για «Διαμαρτυρία» και 27% για το θέμα της «Μετανάστευσης» και των «Συνόρων». Μόνον 1 στους 7 (14%) αιτιολόγησε την ψήφο του με βάση το «Πρόγραμμά» της και 1 στους 8 (13%), λόγω των «Εθνικών θεμάτων» ή από «πατριωτικά αισθήματα»  (γράφημα 5). Η επίδραση της ξενοφοβίας γίνεται εύκολα κατανοητή με μια απλή ανάγνωση του εκλογικού χάρτη του Δήμου Αθηναίων.  Στο μεγαλύτερο δήμο της χώρας (7,8%), συγκέντρωσε τα υψηλότερα ποσοστά της στις περιοχές  με την πυκνότερη παρουσία μεταναστών. Πρόκειται για τις δυτικές και κεντρικές συνοικίες, όπως π.χ. η Πλ.Βάθης (12,1%), η Πλ.Αττικής (11,6%), η Πλ.Αμερικής (11%), το Μεταξουργείο (10,9%), ο Κολωνός (10,2%) και το ιστορικό Κέντρο (10%) (γράφημα 3).

 Εκλογική γεωγραφία

Η εκλογική γεωγραφία της ΧΑ αποκαλύπτει ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία ιστορικής «συνέχειας» με την εκλογική γεωγραφία της Δεξιάς παράταξης, μεταπολιτευτικής, αλλά και προδικτατορικής. Η Πελοπόννησος (8,95%), η Στερεά Ελλάδα (8,07%), η Αττική (7,6%) και η Κεντρική Μακεδονία (7,2%) αποδείχθηκαν  οι καλύτερες εκλογικές περιφέρειές της. Στις υπόλοιπες, βρέθηκε κάτω από τον εθνικό μέσο όρο της και κάτω από 5%, στην Ήπειρο (4,8%) και στην Κρήτη (3,9%), κυρίως στην ανατολική. Με όρους του παρελθόντος, στην εκλογική της γεωγραφία φαίνεται να αναβιώνει η διαίρεση «Παλαιάς Ελλάδας / Νέων Χωρών». Η Χρυσή Αυγή, εκτός από την Κρήτη, υστερεί στις «Νέες Χώρες» (Θράκη, Αν.Μακεδονία, Δυτ.Μακεδονία, Ήπειρος), και πλεονεκτεί στην «Παλαιά Ελλάδα» (Πελοπόννησος, Στερεά και Αττική). Στους καλύτερους νομούς της, τον Ιούνιο, (ξεπέρασε το 9%), συγκαταλέγονται η Λακωνία (10,9%), η Κορινθία (10%), η Αργολίδα (9,4%), το υπόλοιπο Αττικής (10%), η Β’ Πειραιώς (9,3%), η Βοιωτία (8,8%) και η Εύβοια (8,6%- γράφημα 2). Σε χαμηλότερο γεωγραφικό επίπεδο ανάλυσης κατά νομό, αποδεικνύεται ότι η ΧΑ συγκέντρωσε υψηλότερα  ποσοστά επιρροής, σε περιοχές με πληθυσμούς αρβανίτικης καταγωγής. Πχ. στη Μάνδρα 13,6%, τη Μαγούλα 12,4%, τη Φυλή 12,9%, τα Σπάτα και το Κορωπί 13% (Αττική), στα Δερβενοχώρια 16,4% και στην Τανάγρα 12% (Βοιωτία), στο Μαρμάρι 12% (Ν.Εύβοια), στην Άνδρο (Γαύριο, Μπατσί) 13,4% (Κυκλάδες), στο Κρανίδι 11,5% και στην Ερμιόνη 10,8% (Αργολίδα), στο Σοφικό 18,5% (Κορινθία), στην Τροιζήνα 11,4% και το Αγκίστρι 11,3% (Α’ Πειραιώς) και στη Σαλαμίνα 13% (Β’ Πειραιώς).

 Διάσπαση της κοινωνικής συμμαχίας της Δεξιάς

Στο επίπεδο της εκλογικής βάσης, η Χρυσή Αυγή (όπως και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες) αποτελεί κοινωνική διάσπαση της συντηρητικής παράταξης, η οποία εκδηλώνεται με διττό τρόπο: α) Η αυξημένη επιρροή της στις περιοχές της «Παλαιάς Ελλάδας» υποδηλώνει σαφώς την πολιτική-ιδεολογική παραταξιακή συνέχεια, αλλά και τη στενή σχέση που διατηρεί με τον κρατικό μηχανισμό. β) Από την άλλη πλευρά, η ενισχυμένη παρουσίαση της στα αστικά κέντρα, συσχετίζεται με την παρουσία των ξένων μεταναστών, την αποβιομηχάνιση και την ύπαρξη υψηλής ανεργίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης τάσης αποτελεί η Λακωνία, περιοχή με ανεξίτηλη την επίδραση του εμφυλίου και ισχυρή αντικομμουνιστική παράδοση. Η Λακωνία, εκτός από καλύτερος νομός της ΧΑ (στην Ανατ. Μάνη πήρε 18,6%, στο Οίτυλο 16%) και δεύτερος της ΝΔ, υπήρξε στο δημοψήφισμα του 1974 καλύτερος νομός της Μοναρχίας (59,5%), αλλά και δεύτερος καλύτερος της διάσπασης της Εθνικής Παράταξης, το 1977 (16,2%). Γενικότερα, από τους 15 καλύτερους νομούς της Μοναρχίας, οι 5 (4 στην Πελοπόννησο) συγκαταλέγονται και στους καλύτερους της Χρυσής Αυγής (Λακωνία, Αργολίδα, Κιλκίς, Μεσσηνία και Ηλεία). Αυτό συμβαίνει και με 6, από τους 15 χειρότερους: Όπως και η Μοναρχία, έτσι και η ΧΑ συγκέντρωσε τα χαμηλότερα ποσοστά της, στους 4 νομούς της Κρήτης (Λασίθι , Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Χανιά), στη Χίο και τη Λέσβο. Ενώ η Λακωνία υποδηλώνει ομοιότητες και «συνέχεια» με την προδικτατορική και μεταπολιτευτική δεξιά, το κέντρο βάρους της κοινωνικής της επιρροής εστιάζεται αλλού. α) Η ΧΑ δεν διαθέτει ιδιαίτερη επιρροή στις αγροτικές περιοχές (κλιμακώνεται από 6% στις αστικές, σε 7% στις αγροτικές), ενώ αντίθετα στη ΝΔ (και παλιότερα στην ψήφο της Μοναρχίας), η ψαλίδα παραμένει ιδιαίτερα έντονη. Επομένως, τα συντηρητικά αγροτικά στρώματα εξακολουθούν να υποστηρίζουν τη ΝΔ. β) Ο κύριος όγκος της επιρροής της συγκεντρώνεται στα αστικά κέντρα. Όχι όμως ομοιόμορφα. Η ΧΑ υστερεί σημαντικά στις κατεξοχήν αστικές περιοχές. Στα Βόρεια και βορειοανατολικά και Νοτιοανατολικά προάστια της Πρωτεύουσας περιορίσθηκε τον Μάιο, σε ποσοστά κάτω από 5% και τον Ιούνιο κάτω από 4% (Εκάλη 2,3%, Φιλοθέη 2,9%, Ψυχικό 3,7%, Βούλα 4,4%, αλλά 4% και στο Πανόραμα της Θεσσαλονίκης).

Αντιθέτως, στις (ιστορικά) κατ’ εξοχήν εργατικές-λαϊκές περιοχές της Πρωτεύουσας, στη συμπαγή δυτική ζώνη της Β’ Αθηνών και κυρίως της Β’ Πειραιώς (9,3%), η επιρροή της υπήρξε διπλάσια (Σαλαμίνα 13%, Ταύρος 11,1%, Πέραμα 10,9%,  Ρέντη 10,3%, Καματερό 9,9%). Εδώ, η εκλογική βάση της Δεξιάς τον Μάιο κυριολεκτικά τριχοτομήθηκε. Ενδεικτικά, στο Περιστέρι, η ΧΑ έλαβε 8,4%, η ΝΔ μόλις 9,9% και οι ΑΝΕΛ προηγήθηκαν και των δύο με 10,8%. Το ίδιο συνέβη στο Αιγάλεω (ΧΑ:7,9%, ΝΔ: 10,3%, ΑΝΕΛ: 11,6%), στο Κερατσίνι(ΧΑ:9,4%, ΝΔ: 8,7%, ΑΝΕΛ: 12,6%) και στη Νίκαια (ΧΑ:8,7%, ΝΔ: 8,9%, ΑΝΕΛ: 11,4%).

Η ανατροπή του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης, που επιχειρεί η νεοφιλελεύθερη πολιτική του Μνημονίου, έχει ως αποτέλεσμα να διαρραγεί η κοινωνική συμμαχία που συγκρότησαν μετεμφυλιακά οι κυρίαρχες τάξεις στην Ελλάδα. Σε ανοικτό κομματικό ανταγωνισμό, με το άλλο τμήμα της αντιμνημονιακής Δεξιάς, τους Ανεξάρτητους Έλληνες, η ΧΑ φιλοδοξεί να αναλάβει την εκπροσώπηση των συντηρητικών λαϊκών, εργατικών, αλλά και «υπο-προλεταριακών» ερεισμάτων της καραμανλικής μεταπολιτευτικής ΝΔ, που δεν ακολουθούν πλέον τον Α.Σαμαρά.

Θα πρέπει τέλος να επισημανθεί, ότι η ΧΑ διατηρεί ισχυρούς δεσμούς πολιτικής εκπροσώπησης και με τον στενό πυρήνα του κρατικού μηχανισμού. Αυτό το γεγονός, με προφανή πολιτική σημασία, αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην εκλογική συμπεριφορά των Σωμάτων Ασφαλείας. Σύμφωνα με μια εμπειρική εκτίμηση, προκύπτει, ενδεικτικά, ότι στους Αμπελόκηπους (27ο και 28ο εκλογικό διαμέρισμα του ΔΑ), όπου ψήφισε το προσωπικό της Δ/νσης Άμεσης Δράσης Αττικής (Ζ, ΔΙΑΣ, ΔΕΛΤΑ), η ΧΑ έλαβε τον Μάιο ποσοστό 50,7%, ενώ στην Καισαριανή (1ο εκλογικό διαμέρισμα), όπου ψήφισε το προσωπικό των Αστυνομικών Επιχειρήσεων Αττικής (ΥΜΕΤ-ΥΑΤ-ΜΑΤ), ποσοστό 46,7%, μεταβάλλοντας ταυτόχρονα και την παραδοσιακή πολιτική φυσιογνωμία του ιστορικού Δήμου (γράφημα 4).

 Το μετεκλογικό άλμα

Η διπλή εκλογική επιτυχία της ΧΑ δημιούργησε δυναμική στο εκλογικό σώμα και ώθησε σε νέα ύψη της κοινωνική της απήχηση. Μετεκλογικά, η ΧΑ ενισχύθηκε στους νέους 18-24 ετών (19,5% +6,5%) και αναδείχθηκε σε 3ο κόμμα. Ταυτόχρονα, διεύρυνε την παρουσία της και στις μεσαίες ηλικιακές ομάδες. Ενισχύθηκε επίσης στους ανέργους (18%, +6%), όπου είναι 2ηδύναμη μετά τον ΣΥΡΙΖΑ, στις νοικοκυρές (13%, +10% – η μεγαλύτερη αύξηση) και στους συνταξιούχους (9%, +6%), όπου εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά.
Η ανοδική της τάση τερματίσθηκε το φθινόπωρο, έχοντας προσεγγίσει τον Οκτώβριο, στην εκτίμηση εκλογικής επιρροής της PI, το 12%. Στο Α’ εξάμηνο του 2013, με μικρές διακυμάνσεις, η επιρροή της έχει σταθεροποιηθεί, σε επίπεδα της τάξης του 10-12%. Τους τελευταίους 2 μήνες, που προηγήθηκαν της κρίσης της ΕΡΤ, παρέμενε σε 11,5% (γράφημα 1). Με μια παράλληλη εκτίμηση, η οποία στηρίζεται στο δείκτη κομματικής ταύτισης, ο σκληρός πυρήνας της ΧΑ υπολογίζεται σε  3,7% και ο άμεσο περίγυρος σε 6,9%, αθροιστικά σε 10,7%.

Η ΝΔ με τη στροφή δεξιά (η οποία προφανώς θα συνεχισθεί) και την κλιμάκωση του νέου αυταρχικού κρατισμού μπορεί ενδεχομένως να έχει συγκρατήσει την περαιτέρω άνοδο της ΧΑ, δεν έχει εντούτοις καταφέρει να τη συμπιέσει στο ελάχιστο. Στο Α’ εξάμηνο του 2013, τα ¾ (75%) των ψηφοφόρων της ΧΑ, το 2012, παραμένουν σταθεροί στην κομματική τους επιλογή, ενώ το εκλογικό ακροατήριο του κόμματος έχει διευρυνθεί περαιτέρω, εις βάρος τόσο της ΝΔ όσο και των ΑΝΕΛ. Λόγω της επιπρόσθετης μετεκλογικής μαζικοποίησης της επιρροής της, οι «παλαιοί» ψηφοφόροι της αντιπροσωπεύουν πλέον μόνον 1 στους 2 (47%) των σημερινών. Εκείνοι που έχουν προστεθεί, προερχόμενοι από τη ΝΔ, αποτελούν το 15%, οι προερχόμενοι από τους ΑΝΕΛ το 10% και από τον ΣΥΡΙΖΑ το 7%. Η μάχη για τη Δεξιά συνεχίζεται.

Δημοσιεύθηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ (1/7/2013)
mavris.gr