O ρόλος των κρατών στη γένεση του παγκόσμιου καπιταλισμού

Των Λίο Πάνιτς και Σαμ Γκίντιν

Το ζήτημα της σχέσης του κράτους με το κεφάλαιο παραμένει ένα θέμα – και εξακολουθεί να είναι από τα άκρως αμφισβητούμενα – για τους μελετητές, καθώς και για τους ακτιβιστές. Στο έργο των περισσότερων οικονομολόγων, ο καπιταλισμός θεωρείται σχεδόν συνώνυμο των αγορών. Σε αυτό το πλαίσιο, η παγκοσμιοποίηση είναι ουσιαστικά η γεωγραφική επέκταση των ανταγωνιστικών αγορών, μια διαδικασία που εξαρτάται από την άρση των κρατικών εμποδίων και την υπέρβαση της απόστασης μέσω της τεχνολογίας. Από την πλευρά τους, οι πολιτικοί επιστήμονες έχουν συνήθως κατανοήσει ότι οι αγορές δεν είναι φυσικές και πρέπει να δημιουργηθούν, και ότι τα κράτη είναι θεμελιώδεις παράγοντες σε αυτή τη διαδικασία, αλλά σπάνια παρεμβαίνουν στους τρόπους μέσω των οποίων σχηματίστηκαν,  από σημεία συνάντησης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και των δυναμικών της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Η αμοιβαία σύνθεση των κρατών, των τάξεων και των αγορών έχει φυσικά αποτελέσει το επίκεντρο των ερευνητών της πολιτικής οικονομίας, οι οποίοι δουλεύουν εντός ενός ιστορικού υλιστικού πλαισίου. Άλλα, συχνά, έχουν παρεμποδιστεί από τις μαρξιστικές τάσεις να αναλύσουν την τροχιά του καπιταλισμού ως παράγωγο των αφηρημένων οικονομικών νόμων. Οι εννοιολογικές κατηγορίες που ανάπτυξε ο Μαρξ για να καθορίσει τις δομικές σχέσεις και τις οικονομικές δυναμικές που είναι διακριτές στον καπιταλισμό μπορεί να είναι εξαιρετικά πολύτιμες, αλλά μόνο αν οδηγούν στην κατανόηση των επιλογών που έχουν γίνει και των ειδικών θεσμών που δημιουργούνται από συγκεκριμένους ιστορικούς δρώντες. Βασιζόμενη σε προηγούμενες προσπάθειες ανάπτυξης μιας θεωρίας του καπιταλιστικού κράτους προς αυτήν την κατεύθυνση, αυτή είναι η προσέγγιση που καθοδηγεί τη μελέτη μας για το ρόλο του αμερικανικού κράτους στη δημιουργία του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Η πολιτική και η οικονομία στον καπιταλισμό

Σε σύγκριση με τις προ-καπιταλιστικές οικονομίες, ένα από τα καθοριστικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού είναι η νομική και οργανωτική διαφοροποίηση του κράτους και της οικονομίας. Αυτό δεν έχει να κάνει με το γεγονός ότι δεν υπήρξε ποτέ ένας πλήρης διαχωρισμός μεταξύ της πολιτικής και οικονομικής σφαίρας του καπιταλισμού. Πράγματι, όσο ο καπιταλισμός ανέπτυσσε κράτη, τόσο περισσότερο συμμετείχε στην οικονομική ζωή όσο ποτέ άλλοτε, κυρίως στην ίδρυση και οργάνωση του νομικού, κανονιστικού πλαισίου και του πλαισίου υποδομής στο οποίο η ιδιωτική ιδιοκτησία, ο ανταγωνισμός και τα συμβόλαια εμφανίζονταν με σκοπό να λειτουργήσουν. Επίσης, τα καπιταλιστικά κράτη ήταν ολοένα και πιο σημαντικοί παράγοντες στην προσπάθεια να ενσωματώσουν τις καπιταλιστικές κρίσεις και μεταξύ άλλων και ως δανειστές εσχάτης ανάγκης. Ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί και να επεκταθεί αν τα κράτη δεν αποφάσιζαν να κάνουν αυτά τα πράγματα. Αντίθετα, τα κράτη ήταν ολοένα και πιο εξαρτημένα από την επιτυχία της συσσώρευσης κεφαλαίου για φορολογικά έσοδα και λαϊκή νομιμοποίηση.

Ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να υπάρξει αν τα κράτη δεν έκαναν ορισμένα πράγματα, αλλά τι κάνουν τα κράτη στην πράξη και πως καλά πόσο τα κάνουν αυτά, είναι το αποτέλεσμα περίπλοκων σχέσεων μεταξύ κοινωνικών και κρατικών δρώντων, η ισορροπία των ταξικών δυνάμεων, και αν μη τι άλλο, το εύρος και ο χαρακτήρας των ικανοτήτων κάθε κράτους. Τα καπιταλιστικά κράτη έχουν αναπτύξει διάφορα μέσα προώθησης και συντονισμού της καπιταλιστικής συσσώρευσης, καθώς και την ικανότητα πρόβλεψης μελλοντικών προβλημάτων και της συμπερίληψης αυτών όταν εμφανίζονται, και αυτό έχει συχνά ενσωματωθεί σε διαφορετικούς θεσμούς με εξειδικευμένη εμπειρία.

Εντός αυτού του πλαισίου πρέπει να αντιληφθούμε τη «σχετική αυτονομία» των καπιταλιστικών κρατών:  όχι ως ασύνδετη με τις καπιταλιστικές τάξεις, αλλά μάλλον ως αυτόνομη ικανότητα να ενεργεί για λογαριασμό του συστήματος στο σύνολό του. Από αυτήν την άποψη, οι καπιταλιστές είναι λιγότερο πιθανό να είναι ικανοί να δουν το δάσος αντί των δέντρων σε σχέση με τους αξιωματούχους και τους πολιτικούς των οποίων οι αρμοδιότητες είναι διαφορετικής τάξεως από αυτή της δημιουργίας κέρδους για μια επιχείρηση. Αλλά αυτό που τα κράτη μπορούν αυτόνομα να κάνουν, ή να κάνουν προς απάντηση των κοινωνικών πιέσεων, είναι τελικά περιορισμένο αφού εξαρτώνται από την επιτυχία της συσσώρευσης κεφαλαίου. Πάνω απ’ όλα, είναι υπό αυτήν την έννοια που η αυτονομία τους είναι μόνο σχετική.

Η διαφοροποίηση κράτους και οικονομίας άφησε τελικά περιθώριο για την οργάνωση των ταξικών συμφερόντων και την εκπροσώπησή τους έναντι των αντιτιθέμενων τάξεων και του κράτους. Καθώς οι καπιταλιστές, οι αγρότες και οι εργάτες δημιούργησαν διακριτά θεσμικά όργανα, η αυθαίρετη εξουσία των κρατών ήταν περιορισμένη, αλλά την ίδια στιγμή οι ικανότητες των κρατών ήταν γενικώς ενισχυμένες.

Μια πτυχή αυτού ήταν η εδραίωση του κράτους δικαίου ως ένα φιλελεύθερο πολιτικό πλαίσιο για την ιδιοκτησία, τον ανταγωνισμό και τις συμβάσεις. Άλλη πτυχή ήταν η δημιουργία ειδικευμένων οργανισμών για τη διευκόλυνση της συσσώρευσης μέσω ρύθμισης των αγορών. Μια άλλη ήταν η καθιέρωση φιλελεύθερης δημοκρατίας ως η δυνητική μορφή του καπιταλιστικού κράτους, αν και αυτό δεν έγινε αντιληπτό σε κάθε σταθερό τρόπο ακόμα και στα προηγμένα καπιταλιστικά κράτη μέχρι το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

Η ανάμιξη ιμπεριαλισμού–καπιταλισμού

Η μακραίωνη ιστορία των αυτοκρατοριών, όπως εμπλέκει την πολιτική εξουσία σε εκτεταμένες περιοχές, επηρεάστηκε ουσιαστικά από τη διαφοροποίηση μεταξύ κράτους και οικονομίας στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Ως μέρος της διαφοροποίησης της οικονομική και πολιτικής σφαίρας, ιδιαίτερα οι καπιταλιστές επεκτείνουν το φάσμα δραστηριοτήτων τους πέρα από τα χωρικά όρια των αντίστοιχων κρατών τους. Εφόσον τα κράτη συχνά ενθάρρυναν και υποστήριξαν καπιταλιστές για να κάνουν αυτό, υπήρξε πάντα μια ιδιαίτερη εθνική διάσταση στις διαδικασίες καπιταλιστικής διεθνοποίησης.

Και καθώς η αλληλεπίδραση με το ξένο κεφάλαιο επηρέασε τις εγχώριες κοινωνικές δυνάμεις, αυτό με τη σειρά του συνέβαλε στη δημιουργία αυτού του συνδυασμού των εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων σύμφωνα με τις οποίες τα κράτη κατέληγαν να αποδέχονται μια ορισμένη ευθύνη για την αναπαραγωγή του καπιταλισμού διεθνώς. Είναι κυρίως υπό αυτήν την έννοια που μπορούμε να μιλάμε ορθώς για την «διεθνοποίηση του κράτους».

Επομένως, είναι λάθος να υποθέσουμε μια ανυπέρβλητη αντίφαση μεταξύ του διεθνούς χώρου συσσώρευσης και του εθνικού χώρου των κρατών. Αντίθετα, κατά την εξέταση του ρόλου που έχουν διαδραματίσει πάντα τα κράτη στη διεθνή οικονομική σκηνή, χρειάζεται να αναρωτηθούμε κατά πόσον οι δραστηριότητές τους ήταν συνεπείς με την επέκταση των καπιταλιστικών αγορών σε διεθνές επίπεδο –και συνεπείς με τις δραστηριότητες άλλων κρατών. Ο ρόλος ορισμένων κρατών είναι πολύ πιο σημαντικός από ό,τι κάποιων άλλων και αυτό δεν μπορεί να αναλυθεί χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η σχέση μεταξύ κράτους και αυτοκρατορίας στον καπιταλισμό.

Η ανάλυση της διεθνούς διάστασης του καπιταλισμού, και η πεποίθηση ότι η εξαγωγή κεφαλαίου μετασχημάτιζε το ρόλο του κράτους τόσο στις χώρες εξαγωγής, όσο και στις χώρες εισαγωγής κεφαλαίου ήταν η πιο σημαντική συμβολή των θεωρητικών του ιμπεριαλισμού που έγραφαν στις αρχές της δεκαετίας του 20ου αιώνα. Η σύνδεση, όμως, που έκαναν αυτοί οι θεωρητικοί μεταξύ της εξαγωγής κεφαλαίου και της ενδο-ιμπεριαλιστικής αντιπαλότητας εκείνων των χρόνων ήταν προβληματική, και θα ακόμα πιο προβληματική τα χρόνια από το 1945 και μετά. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ότι οι κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού αντιμετώπισαν, κατ’ εντολήν των αντίστοιχων καπιταλιστικών τους τάξεων, τα κράτη ως απλούς δρώντες και ως εκ τούτου δεν έδωσαν επαρκή βαρύτητα στο ρόλο των προ-καπιταλιστικών αρχουσών τάξεων στις ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιπαλότητες της δικής τους εποχής.

Επίσης, αντιμετώπισαν την ίδια την εξαγωγή κεφαλαίου ως ιμπεριαλιστική και έτσι οι θεωρίες τους δεν κατέγραψαν πραγματικά τη διαφοροποίηση της οικονομικής και πολιτικής σφαίρας στον καπιταλισμό και με αυτήν την έννοια της άτυπης αυτοκρατορίας. Αυτό ήταν το ίδιο ένα προϊόν αποτυχίας, όπως κάποτε σημείωσε ο Colin Leys, «να διαχωριστεί η ιδέα του ιμπεριαλισμού από την ιδέα του καπιταλισμού».

Στη «χρυσή εποχή» μετά το 1945 οι εγχώριες αγορές δεν ήταν κορεσμένες, τα κέρδη πραγματοποιήθηκαν μέσω της επέκτασης της κατανάλωσης της εργατικής τάξης, αλλά οι εξαγωγές κεφαλαίου συνεχίστηκαν, καθοδηγούμενες από εντελώς διαφορετικούς παράγοντες, όπως η εξαγωγή του ίδιου του κεφαλαίου μετασχηματίστηκε τον 20ο αιώνα στο πλαίσιο της διεθνούς ολοκλήρωσης του προϊόντος μέσω των πολυεθνικών επιχειρήσεων και της εκτεταμένης ανάπτυξης των διεθνών χρηματοοικονομικών αγορών.

Στο πέρασμα από την, εν μέρει άτυπη, βρετανική αυτοκρατορία στην, κυρίαρχα άτυπη, αμερικανική αυτοκρατορία είχε προκύψει κάτι πολύ πιο διακριτό από την Pax America που αντικατέστησε την Pax Britannica. Το αμερικανικό κράτος, στην ίδια τη διαδικασία υποστήριξης του κεφαλαίου και της επέκτασης των πολυεθνικών επιχειρήσεων, ανέλαβε ολοένα και με πιο έντονο τρόπο την ευθύνη για δημιουργία των πολιτικών και νομικών συνθηκών για την γενική επέκταση και αναπαραγωγή του καπιταλισμού διεθνώς.

Αυτό δεν ήταν απλώς ένα ζήτημα προώθησης της διεθνούς επέκτασης των αμερικανικών πολυεθνικών επιχειρήσεων. Το γεγονός ότι οι κρατικοί δρώντες εξήγησαν τον ιμπεριαλιστικό τους ρόλο με όρους εκτιμήσεων για τον παγκόσμιο κανόνα δικαίου δεν ήταν εμφανώς υποκριτικό, ακόμα κι αν πάντα το βλέμμα τους πέφτει στο εάν αυτός θα ωφελούσε τον αμερικανικό καπιταλισμό. Αναφορικά με την άτυπη περιφερειακή αυτοκρατορία την οποία οι ΗΠΑ εγκαθίδρυσαν στις αρχές του 20ου αιώνα στο δικό τους ημισφαίριο, μια σωστή κατανόηση της άτυπης παγκόσμιας αυτοκρατορίας που εγκαθιδρύθηκε στα μέσα του αιώνα απαιτεί μια κλίμακα ανάλυσης η οποία μπορεί να αναγνωρίσει όχι μόνο τον εγχώριο, αλλά και το διεθνή ρόλο του αμερικανικού κράτος στον καθορισμό των προϋποθέσεων για συσσώρευση κεφαλαίου.

Επίσης, απαιτεί μια αρκετά διαφορετική κατανόηση των καταβολών της αμερικανικής αυτοκρατορίας από εκείνες που προέβαλαν κριτικοί ιστορικοί οι  οποίοι συνέδεσαν την πολιτική των ΗΠΑ τόσο άμεσα με τις καπιταλιστικές ανάγκες τους για εξαγωγές λόγω της υπερ-συσσώρευσης στην εγχώρια αγορά.

Είναι λάθος να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τις ιμπεριαλιστικές πρακτικές των ΗΠΑ προς όφελος των εμπορικών συμφερόντων κυρίως με τους όρους επιβολής τους από τους καπιταλιστές στο αμερικανικό κράτος. Ο κίνδυνος αυτού του τύπου ερμηνείας είναι ότι υπερβάλλει σε σχέση με το βαθμό στον οποίο η συνείδηση των καπιταλιστών για τα συμφέροντά τους ήταν πάντα τόσο σταθερή και σαφής. Επίσης, συχνά οδηγεί στο σχηματισμό πολύ αυστηρών διακρίσεων μεταξύ  διεθνώς προσανατολισμένων και εγχώριων αγορών με γνώμονα στοιχεία της καπιταλιστικής τάξης των ΗΠΑ.

Οι εντάσεις, όπως και οι συνέργειες, μεταξύ ρόλου του αμερικανικού κράτους απέναντι στην ίδια του την κοινωνία και τις αυξανόμενες ευθύνες του για τη διευκόλυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου παγκοσμίως δεν μπορούν να υποβιβαστούν σε μια ανάλυση περί αιτημάτων διαφορετικών «ταξικών τάσεων». Πιο αποφασιστικά, μια τέτοια ερμηνεία δεν επικεντρώνεται επαρκώς στη σχετική αυτονομία του αμερικανικού κράτους ανάπτυξης πολιτικής και στρατηγικών κατευθύνσεων και επίτευξης πολιτικών συμβιβασμών μεταξύ διαφορετικών καπιταλιστικών δυνάμεων – και μεταξύ αυτών και άλλων κοινωνικών δυνάμεων.

Η διεθνοποίηση του καπιταλιστικού κράτους

Η πιο σημαντική καινοτομία της σχέσης μεταξύ καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού, που ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος εδραίωσε, είναι ότι τα τρένα που ήταν από τα πυκνότερα ιμπεριαλιστικά δίκτυα και θεσμικούς δεσμούς, που προηγουμένως είχαν τρέξει στο βορρά – νότο μεταξύ ιμπεριαλιστικών κρατών και των τυπικών ή άτυπων αποικιών τους, τώρα έτρεχαν μεταξύ των ΗΠΑ και των άλλων μεγάλων καπιταλιστικών κρατών. Η δημιουργία σταθερών συνθηκών για την παγκοσμιοποιημένη συσσώρευση κεφαλαίου, την οποία η Βρετανία ήταν ανίκανη να πετύχει τον 19ο αιώνα, τώρα επιτυγχάνεται με την αμερικανική άτυπη αυτοκρατορία, η οποία πέτυχε την ενοποίηση όλων των άλλων καπιταλιστικών δυνάμεων σε ένα αποτελεσματικό σύστημα συντονισμού υπό την αιγίδα της.

Η σημασία αυτού του γεγονότος μπορεί να εκτιμηθεί πλήρως με την κατάλληλη κατανόηση του τι σήμαινε με όρους διεθνοποίησης του καπιταλιστικού κράτους. Η δημιουργία νέων διεθνών θεσμών τη μεταπολεμική περίοδο δεν ισοδυναμεί με τις απαρχές ενός πρώτου παγκόσμιου κράτους. Αυτοί οι θεσμοί αποτελούνταν από εθνικά κράτη και οι ίδιοι είναι ενσωματωμένοι στη νέα αμερικανική αυτοκρατορία. Τα εθνικά κράτη παρέμειναν πρωταρχικώς υπεύθυνα για την αναδιοργάνωση και αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων και θεσμών της τάξης, του νομίσματος, της ιδιοκτησίας, των συμβολαίων και των αγορών. Αλλά ήταν τώρα διεθνοποιημένα με ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι ήταν πριν.

Τώρα, αυτά έπρεπε να αποδεχθούν ένα μέρος της ευθύνης για προώθηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου με έναν τρόπο που θα συνεισέφερε στην αμερικανικά καθοδηγούμενη διαχείριση της διεθνούς καπιταλιστικής τάξης. Το αμερικανικό κράτος δεν έκανε και τόσο πολλά για να υποχρεώσει τα άλλα κράτη, μάλλον έθεσε τις παραμέτρους εντός των οποίων καθοριζόταν η πορεία της δράσης τους.

Πολλές αμερικανικές διοικητικές, νομικές και συνταγματικές μορφές βρήκαν μιμητές σε άλλα κράτη, αλλά αυτό ήταν πάντα μεσολαβημένο και διαθλασμένο από τη συγκεκριμένη ισορροπία κοινωνικών δυνάμεων και αποφάσεων καθενός από αυτά. Η πολιτική τους δεν ήταν ποτέ μια άμεση αντανάκλαση της αμερικανικής οικονομικής διείσδυσης των οικονομιών τους. Ούτε άλλα κράτη είναι απλώς παθητικοί δρώντες στην αμερικανική αυτοκρατορία, καθώς η «σχετική αυτονομία» χαρακτήριζε τη διεθνοποίηση εκείνων των κρατών.

Ήταν η σχετική τους αυτονομία εντός της αμερικανικής αυτοκρατορίας που τους επέτρεψε να πιέσουν τις αμερικανικές κυβερνήσεις να αναλάβουν τις θεωρούμενες ως δικαιωματικές ευθύνες στη διαχείριση του παγκόσμιου καπιταλισμού με τρόπους που δεν θα αντανακλούν απλώς τις πολιτικές και οικονομικές πιέσεις στις οποίες υπόκεινται στο εσωτερικό. Αλλά κάνοντας αυτό, αναγνώρισαν, συνήθως ρητώς, ότι μόνες τους οι ΗΠΑ είχαν την ικανότητα να διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο στην επέκταση, την προστασία και την αναπαραγωγή του καπιταλισμού.

Η αλληλοδιείσδυση των κεφαλαίων

Όπως τα καπιταλιστικά κράτη ολοένα και προσπάθησαν να προσελκύσουν ξένες επενδύσεις, οι πολιτικές έγιναν πιο προσανατολισμένες στην προσφορά ισότιμης μεταχείρισης σε όλους τους καπιταλιστές, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους, ακριβώς αυτό για το οποίο είχε πιεστεί το αμερικανικό κράτος. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις εμφανίστηκαν εξαρτημένες από την ίση εθνική μεταχείριση πολλών κρατών και αυτά τα κράτη ήταν επίσης διεθνοποιημένα με την έννοια ότι ερχόντουσαν να αναλάβουν ολοένα και μεγαλύτερη ευθύνη για δημιουργία και ενίσχυση των προϋποθέσεων για μη διακριτική συσσώρευση εντός των συνόρων τους.

Αυτό τελικά περιελάμβανε νομικές και κανονιστικές αλλαγές που διευκόλυναν την ανάπτυξη των δικών τους πολυεθνικών επιχειρήσεων κατά μήκος των καινοτόμων γραμμών από το αμερικανικό κράτος. Αυτό δεν γέννησε μια «υπερεθνική καπιταλιστική τάξη», ελαστική απέναντι σε κάθε αγκύλωση του παγκόσμιου κράτους, «εθνικό κεφάλαιο», με τη μορφή επιχειρήσεων με πυκνές ιστορικές διασυνδέσεις και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και δεν εξαφανίστηκε, όπως και ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων κέντρων συσσώρευσης.

Αλλά η αλληλοδιείσδυση των κεφαλαίων δεν εξαλείφει σε μεγάλο βαθμό το ενδιαφέρον και την ικανότητα κάθε «εθνικής αστικής τάξης» να ενεργεί ως είδος συνεκτικής δύναμης που ίσως έχει υποστηρίξει προκλήσεις για την εξάπλωση της άτυπης αμερικανικής αυτοκρατορίας. Πράγματι, συνήθως ήταν εχθρικοί προς την ιδέα μιας τέτοιας πρόκλησης, κυρίως επειδή έβλεπαν το αμερικανικό κράτος ως τον έσχατο εγγυητή των συμφερόντων των καπιταλιστών παγκοσμίως.

Η νέα σχέση μεταξύ καπιταλισμού και της άτυπης αμερικανικής αυτοκρατορίας δεν θα πρέπει να γίνει κατανοητή από την άποψη της παλιάς «εδαφικής λογικής της εξουσίας» που σχετίζεται από καιρό με την ιμπεριαλιστική διακυβέρνηση που απλώς συγχωνεύεται με την «καπιταλιστική λογική εξουσίας» συνδεόμενη με τη «συσσώρευση κεφαλαίου στο χώρο και το χρόνο».

Η άτυπη αυτοκρατορία των ΗΠΑ αποτελούσε μια ξεχωριστή νέα μορφή πολιτικής κυριαρχίας. Αντί να έχουν ως στόχο την εδαφική επέκταση κατά μήκος των γραμμών των παλιών αυτοκρατοριών, οι στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ στο εξωτερικό αποσκοπούσαν κατά κύριο λόγο στο να μην υπάρχουν συγκεκριμένα μέρη κλειστά ή ολόκληρες περιφέρειες της παγκόσμιας συσσώρευσης κεφαλαίου. Αυτό ήταν μέρος μιας μεγαλύτερης αποστολής δημιουργία ανοιγμάτων για ή μετακίνηση συνόρων για το κεφάλαιο γενικώς, όχι μόνο για το αμερικανικό κεφάλαιο.

Η διατήρηση και μάλιστα η σταθερή ανάπτυξη των αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων ανά τον κόσμο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως στο έδαφος των ανεξάρτητων κρατών, θα πρέπει να εξεταστεί υπό αυτό το πρίσμα, όχι όσον αφορά στην εξασφάλιση εδαφικού χώρου για την αποκλειστική αμερικανική χρήση των φυσικών πόρων και τη συσσώρευσης από τις αμερικανικές εταιρίες.

Το πιο σημαντικό, όμως, και πολύ διαφορετικό από τους προηγούμενους ιμπεριαλισμούς που βασίζονταν στην εδαφική επέκταση, οι μηχανισμοί του αμερικανικού κράτους όπως το Πεντάγωνο και η CIA είναι στην πραγματικότητα πολύ λιγότερο σημαντικοί στη δημιουργία και τη σχεδιασμό παγκόσμιου καπιταλισμού απ’ ό,τι το Υπουργείο Οικονομικών και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα. Είναι το τελευταίο που έπαιξε κεντρικούς ρόλους, όχι μόνο στην προώθηση της διείσδυσης και της μίμησης των αμερικανικών πρακτικών στο εξωτερικό, αλλά γενικότερα στην προώθηση ελεύθερων κινήσεων κεφαλαίου και ελεύθερου εμπορίου, ενώ προσπαθεί, επίσης, να περιορίσει τις διεθνείς οικονομικές κρίσεις που γεννά ο παγκόσμιος καπιταλισμός.

Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

Πηγή: New Left Project

Advertisements

“Η ναζιστική βία – Μια ευρωπαϊκή γενεαλογία”

130227a.limghandler

Αναδημοσιεύουμε εδώ μια συνέντευξη του Ιταλού ιστορικού, Έντσο Τραβέρσο, σχετικά με τον ναζιστικό ολοκληρωτισμό. Ορισμένες από τις ιδέες του τις έχουμε χρησιμοποιήσει και στη δική μας προσπάθεια να αναλύσουμε το φαινόμενο του φασισμού (βλ. το κείμενό μας, «Η άνοδος της φασιστικής ακροδεξιάς και ο δημοκρατικός αντιφασισμός», περ. Πρόταγμα, τ. 5, Ιούνιος 2012, σ. 43 κ. ε.). Είναι ιδιαίτερα ελπιδοφόρο που οι ιδέες του ιταλού ιστορικού δείχνουν να βρίσκουν μια κάποια διάδοση. Κι αυτό διότι διασώζουν την ευρύτερη θεωρία του ολοκληρωτισμού, δηλαδή τον φιλοσοφικοϊστορικό στοχασμό πάνω σε ένα από τα βασικά και θεμελιώδη χαρακτηριστικά του 20ού αιώνα (αλλά και της νεοτερικότητας συνολικά), από τις δύο σύγχρονες εκχυδαΐσεις της.

Από τη μια μεριά, λοιπόν, έχουμε ένα μεγάλο κομμάτι της αριστεράς, που συνηθίζει να κατακεραυνώνει μόνο τη φασιστική εκδοχή του ολοκληρωτισμού (αναφερόμενη μονάχα στα εγκλήματα του δεξιού ολοκληρωτισμού –Χίτλερ, Μουσολίνι, Φράνκο, Ιαπωνία κ.λπ.- και ποτέ σε αυτά του αριστερού –Λένιν, Στάλιν, Μάο, Κάστρο, Πολ Ποτ κ.λπ.-), ενώ παράλληλα λανσάρει τον εν λόγω όρο απλά και μόνο για να χαρακτηρίσει, με εντελώς λαϊκιστικό και θεωρητικά ανεύθυνο τρόπο, τον σημερινό νεοφιλελευθερισμό («οικονομικός ολοκληρωτισμός», η «Ευρώπη της λιτότητας και του ολοκληρωτισμού» κ.λπ.). Διότι μπορεί το οικονομικό στοιχείο να έχει αυτονομηθεί από την κοινωνία και την πολιτική και να κυριαρχεί σε ολόκληρο το κοινωνικό φάσμα, και τα νεοφιλελεύθερα καθεστώτα να αυταρχοποιούνται όλο και περισσότερο, παρόλα αυτά είναι χονδροειδές σφάλμα να τα ταυτίσουμε με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του παρελθόντος. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αυτά τα λεκτικά πυροτεχνήματα που θα μας επιτρέψουν να αντιπαλέψουμε αυτές τις τάσεις και να προβούμε σε οποιαδήποτε σοβαρή ανάλυση της σύγχρονης κατάστασης (εφόσον στην πραγματικότητα συνιστούν απλώς μια πιο επεξεργασμένη, σε ρητορικό επίπεδο, εκδοχή του λαϊκού κωλοκοτρονισμού περί «χούντας» και «δωσιλόγων»).

Από την άλλη πλευρά έχουμε τη δεξιά/φιλελεύθερη αερολογία, για την οποία ο ολοκληρωτισμός είναι -στη λιγότερο βλακώδη εκδοχή του επιχειρήματος-, προϊόν της αριστερής ιδεολογίας και -στην εντελώς γελοία εκδοχή της υπόθεσης- προϊόν των «άκρων», δηλαδή ιδεολογιών που προτείνουν τη βία ως μέσο λύσης των πολιτικών ζητημάτων. Φυσικά αμφότερα τα επιχειρήματα είναι καφενειακού επιπέδου: ούτε οι ιδεολογίες (πολιτικού, θρησκευτικού ή οποιουδήποτε άλλου τύπου) είναι ικανές από μόνες τους να δημιουργήσουν πολιτικοοικονομικά καθεστώτα και στρατιωτικές μεγαμηχανές -χρειάζεται γι’ αυτό η συνδρομή πλήθους άλλων κοινωνικών, πολιτικών, τεχνολογικών και οικονομικών παραγόντων-, ούτε όμως κι η βία γενικά κι αόριστα, ως κοινωνική πρακτική, οδηγεί απαραίτητα στον ολοκληρωτισμό, εφόσον υπάρχει από καταβολής κόσμου, ενώ ο τελευταίος είναι ένα δημιούργημα του 20ού αιώνα.

Αλλά όταν αυτές οι ασυναρτησίες υποστηρίζονται από την ελληνική δεξιά καθίστανται, εκτός από γελοίες, και πολιτικώς πρόστυχες, αν σκεφτούμε ότι η σημερινή ψευτοφιλελεύθερη δεξιά -οι κατσαπλιάδες του Σαμαρά-, που κόπτεται για τα «άκρα» και τη «σταλινική αριστερά», δεν έχει ποτέ λογοδοτήσει για το αυταρχικό της παρελθόν, το οποίο ταλάνισε τη χώρα μέχρι το 1974. Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα στη γενικότερη αυτή πολιτική μαλάκυνση, είναι δυνατόν να βγαίνει ακόμα και η ΧΑ να ψέγει το ΚΚΕ, αλλά και την αριστερά γενικώς, για ολοκληρωτικές συμπάθειες!

Και ακριβώς αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον οι αναλύσεις του Τραβέρσο έχουν μεγάλη αξία: επειδή μας επιτρέπουν να δούμε το ζήτημα σοβαρά, κάνοντας πέρα αυτές τις γελοιότητες. Ωστόσο, επειδή στο παρόν κείμενο ο ιταλός ιστορικός αναφέρεται μόνον στη γενεαλογία και το ρίζωμα του ναζισμού στην δυτική παράδοση, δεν σημαίνει ότι υποτιμάει  την αριστερή εκδοχή του ολοκληρωτισμού. Μάλιστα, στο τελευταίο κομμάτι της συνέντευξής του διευκρινίζει ότι δεν συμφωνεί με μια χυδαία μαρξιστική αντίληψη η οποία βλέπει τον καπιταλισμό ως την γενεσιουργό αιτία του ναζισμού ή ακόμα περισσότερο τους εξισώνει. Αυτό νομίζουμε έχει σημασία να ειπωθεί, καθώς το πρόσφατο ενδιαφέρον συνιστωσών της αριστεράς και του αναρχικού Χώρου για τη σκέψη του Τραβέρσο, ίσως να αποκρύπτει μια προσπάθεια επαναδιατύπωσης, με πιο επεξεργασμένο τρόπο, των παραδοσιακών αυτών αντιλήψεων. Τέτοιες απλοϊκές και χοντροκομμένες απόψεις συναντάμε σε διάφορους κύκλους και συγγραφείς, όπως παραδείγματος χάριν, στον Φώτη Τερζάκη: «τελικά η Δύση είναι απλώς ο προπομπός του ολοκληρωτισμού» κ.λπ.

Αυτή η οπτική είναι πολλαπλά εσφαλμένη, καθώς δε βλέπει πως η Δύση είναι πολλά άλλα πράγματα εκτός από τον ολοκληρωτισμό, με πρώτο και κύριο: μια βαθειά παράδοση δημοκρατικών και χειραφετητικών κινημάτων, τα οποία είναι, ακριβώς, αυτά που είτε οδήγησαν τελικά τον ολοκληρωτισμό στην ήττα, είτε δεν του επέτρεψαν να επικρατήσει παντού (βλ. π.χ. το χαρακτηριστικό παράδειγμα των ΗΠΑ). Η Δύση χαρακτηρίστηκε ευθύς εξαρχής από αυτή τη διαρκή διαμάχη δημοκρατικών και αντιδημοκρατικών τάσεων και είναι αυτή ακριβώς η πάλη και η σύγκρουση που καθόρισαν την ιστορική της φυσιογνωμία και την πολιτική της (μας) παράδοση και οι οποίες καθορίζουν τη σημερινή της κρίση και παρακμή.

Πρόταγμα: Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία


Φυλακές, εργοστάσια, στρατώνες

Του Enzo Traverso

Στη συζήτηση που ακολουθεί, ο Ιταλός ιστορικός Έντσο Τραβέρσο παρουσιάζει την ιδιαίτερη οπτική του για τη ναζιστική βία και το φαινόμενο του ναζισμού γενικότερα (περιοδικό No pasaran, τχ. 10-11, 2002). Αφορμή για τη συζήτηση ήταν η έκδοση του βιβλίου του Έντσο Τραβέρσο Η ναζιστική βία – Μια ευρωπαϊκή γενεαλογία. Όπως υποδηλώνει και ο υπότιτλος του βιβλίου, ο Έντσο Τραβέρσο επιχειρεί κυρίως να αναδείξει τη σχέση του ναζισμού με τη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία, σε αντιπαράθεση με απόψεις που (σήμερα ακόμα) διατείνονται ότι ο ναζισμός ήταν ξένο σώμα για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Τουναντίον, ο Έντσο Τραβέρσο αναδεικνύει τις ευρωπαϊκές ρίζες του ναζισμού, και τη σύνδεσή του με τις αλλαγές που επήλθαν κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού αιώνα στους θεσμικούς μηχανισμούς των αστικών κρατών και στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία. Από τη συζήτηση παραλείψαμε, για λόγους οικονομίας χώρου, ένα μέρος που αφορούσε κυρίως τη σχέση της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας με το ναζισμό, τις βιολογικές αναφορές του ναζιστικού ρατσισμού και τη σημασία του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.

– Ο ναζισμός θεωρούνταν επί μακρόν μια τραγική παρένθεση για την ιστορία της Δύσης. Παρότι είναι αποδεκτό ότι αποτέλεσε μια τρομακτική εμπειρία που αναδιαμόρφωσε τη δυτική συνείδηση και τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο, από την άλλη υπάρχει συνήθως η αίσθηση ότι ο ναζισμός αναδύθηκε από το πουθενά. Το βιβλίο σας δείχνει ότι η ναζιστική βία δεν προέκυψε τυχαία και ότι εγγράφεται σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον.

Πιστεύω, από αυτή την άποψη, ότι σήμερα καταγράφεται μια ορισμένη οπισθοδρόμηση, ακόμη και στο επίπεδο της ιστοριογραφίας. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αναπτύχθηκε μια πολύ σημαντική ιστοριογραφία για το ναζισμό και το φασισμό, η οποία –τουλάχιστον κατά τις δεκαετίες του 1960, του 1970 και εν μέρει του 1980– προσπαθούσε να αναγάγει το ναζισμό και το φασισμό στις ευρωπαϊκές ρίζες τους. Τουναντίον, εδώ και μια δεκαπενταετία, διαπιστώνω ότι υπάρχει μια ολοένα και εντονότερη τάση να αποσυνδεθεί ο ναζισμός από την πορεία του δυτικού κόσμου και της νεότερης Ευρώπης. Σήμερα για παράδειγμα, ο Ερνστ Νόλτε, σε αρκετά κείμενά του εδώ και μια εικοσαετία τουλάχιστον, υποστηρίζει ότι ο ναζισμός μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά ως αντίδραση στον μπολσεβικισμό, στη Ρώσικη Επανάσταση, και ότι επομένως είναι ένα φαινόμενο που γεννήθηκε από τον κομμουνισμό. Ο Φρανσουά Φυρέ, πολύ γνωστός ιστορικός της Γαλλικής Επανάστασης ο οποίος λίγο πριν από το θάνατό του δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο Το παρελθόν μιας αυταπάτης –μια ιστορία του κομμουνισμού κατά τον 20ό αιώνα–, προτείνει μια νέα ερμηνεία σύμφωνα με την οποία ο φασισμός και ο ναζισμός αφενός και ο κομμουνισμός αφετέρου είναι δύο παράλληλα φαινόμενα αντίδρασης στη φιλελεύθερη Δύση, που ναι μεν αντιτίθενται αμοιβαία αλλά και αλληλοτροφοδοτούνται.

Υπάρχουν και άλλες ερμηνείες, όπως του Γκολντχάγκεν, που έχει συζητηθεί πολύ στη Γαλλία, και ο οποίος ανάγει το ναζισμό σε μια γερμανική παθολογία. Θα επρόκειτο, εκ νέου, για μια αποκλειστικά γερμανική ιστορία η οποία θα είχε τελειώσει το 1945, αφού κατά τον Γκολντχάγκεν μετά το 1945 οι Σύμμαχοι «διαπαιδαγώγησαν» τους Γερμανούς και ξερίζωσαν το «γερμανικό μικρόβιο». Τελικώς, όλες αυτές οι εξηγήσεις, που είναι πολύ διαφορετικές η μία από την άλλη, ενίοτε και αντιφατικές, συμμερίζονται τουλάχιστον μια θέση για το ναζισμό ως κάτι ξένο στη Δύση και την Ευρώπη. Πρόκειται επομένως για μια οπτική άκρως απολογητική προς τη σημερινή δυτική φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων, η οποία διαλαλεί: Έχουμε απαλλαγεί από τα τέρατα του ολοκληρωτισμού από το 1945, η ιστορία επανήλθε στις ράγες της και ζούμε έκτοτε στον καλύτερο δυνατό κόσμο. Αυτή είναι σήμερα η κυρίαρχη ερμηνεία και θεωρώ ότι από ιστοριογραφική σκοπιά σηματοδοτεί μια ορισμένη οπισθοδρόμηση. Συνεπώς, αντιτίθεμαι σε αυτές τις κυρίαρχες αναγνώσεις, τουλάχιστον από την οπτική γωνία αυτού που ονομάζεται δημόσια χρήση της ιστορίας, δηλαδή των ερμηνειών που γνωρίζουν μεγαλύτερη απήχηση και συναντούν περισσότερη συναίνεση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τον Τύπο. Τάσσομαι ενάντια σε όλα αυτά για να επισημάνω τις βαθιές ρίζες του ναζισμού στη δυτική ιστορία.

– Αναφέρεστε στις φυλακές, τα εργοστάσια, τους στρατώνες που αναπτύχθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και που αποτελούν κατά τη γνώμη σας προδρομικές μορφές του σύγχρονου συστήματος στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Θεωρώ ότι για να κατανοήσουμε την εμφάνιση του συστήματος των στρατοπέδων συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, σε γενικές γραμμές μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, πρέπει να προσπαθήσουμε να μελετήσουμε την ανατομία του, να ερευνήσουμε τις δομές του, ώστε να εξηγήσουμε την ανάδυση του φαινομένου των στρατοπέδων συγκέντρωσης σε σχέση με το οποίο τα στρατόπεδα εξόντωσης είναι απλώς μία εκδοχή, με μια νέα επιδίωξη. Για να κατανοήσουμε αυτό το σύστημα πρέπει να συλλάβουμε τις διάφορες πλευρές του που εμφανίζονται πολύ νωρίτερα, από τις αρχές του 19ου αιώνα, διότι το σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης είναι απλώς η συγχώνευση και η σύνθεση όλων αυτών των στοιχείων. Ένα τέτοιο στοιχείο, για παράδειγμα, είναι η σύγχρονη φυλακή την οποία μελέτησε ο Μισέλ Φουκώ, ως τόπο εκγύμνασης των σωμάτων και όχι πλέον μόνο, όπως προηγουμένως, ως τόπο εξιλέωσης και αναμόρφωσης. Η φυλακή της βιομηχανικής επανάστασης είναι ένας καταπιεστικός μηχανισμός που επιδρά τόσο στο πνεύμα όσο και στο σώμα, και αποτελεί ένα μέρος αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί –πάντοτε με βάση τον Φουκώ– σύστημα βιοπολιτικής κυριαρχίας. Η σύγχρονη φυλακή ως τόπος εκμάθησης της πειθαρχίας, των κοινωνικών ιεραρχιών, αλλά και ως τόπος οδύνης, εξαχρείωσης και αποπροσωποποίησης εμφανίζεται ήδη τον 19ο αιώνα. Στη βάση της φυλακής υπάρχει μια αρχή περίκλεισης που λειτουργεί τόσο στα εργοστάσια όσο και στους στρατώνες. Είναι η εδραίωση αυτού που ο Μαξ Βέμπερ θα ονομάσει σύγχρονη ορθολογικότητα, συγχρόνως διοικητική και παραγωγική. Όλα αυτά τα στοιχεία επανεμφανίζονται τελικώς στο σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Θεωρώ λοιπόν ότι πρέπει να εξετάσουμε πώς γεννιούνται όλα αυτά τα στοιχεία με τη Βιομηχανική Επανάσταση, πώς αναπτύσσονται με τον βιομηχανικό καπιταλισμό και, μετά τη μείζονα ιστορική ρήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, πώς ανοίγουν το δρόμο στο σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

– Υπάρχει και το εργοστάσιο, που και αυτό επίσης το θεωρείτε πρόπλασμα των στρατοπέδων συγκέντρωσης και εξόντωσης, κυρίως μέσω των σύγχρονων μεθόδων εργασίας και βιομηχανικής παραγωγής, δηλαδή μέσω του τεϊλορισμού και του φορντισμού.

Ασφαλώς, διότι το Άουσβιτς λειτουργεί ως εργοστάσιο παραγωγής θανάτου και πτωμάτων, ως στρατόπεδο που αναπαράγει όλα τα τυπικά γνωρίσματα του σύγχρονου εργοστασίου με έναν καταμερισμό εργασίας τεϊλορικού τύπου, με μια επιστημονική διοίκηση και οργάνωση της εργασίας, με μια ορθολογική κατάτμηση της «παραγωγικής διαδικασίας». Πέραν του γεγονότος ότι το συγκεκριμένο εργοστάσιο δεν παράγει εμπορεύματα αλλά πτώματα, σκοπός του είναι η εξόντωση μιας ανθρώπινης ομάδας που δεν θεωρείται άξια να ζει ή θεωρείται ασύμβατη με τη ναζιστική φυλετική τάξη πραγμάτων. Αν το Άουσβιτς λειτουργεί ως εργοστάσιο παραγωγής νεκρών, αυτό σημαίνει ότι ο ναζισμός ενσωμάτωσε στη σύλληψη των εγκλημάτων του και στην πολιτική του κάποιες παραμέτρους που προσιδιάζουν στον καπιταλισμό. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει βέβαια ότι ο ναζισμός συνιστά αναπόφευκτη κατάληξη του καπιταλισμού, και ότι ο φορντισμός βρίσκει μοιραία την έκφρασή του στους θαλάμους αερίων ή σε ένα σύστημα εξόντωσης. Υπάρχει ασφαλώς μια διαφορά, δεδομένου ότι ένα εργοστάσιο παράγει εμπορεύματα που ρίχνονται στην αγορά ώστε να πραγματοποιηθούν κέρδη, ενώ στο Άουσβιτς δεν πραγματοποιείται κανένα κέρδος. Αντιθέτως, υπάρχει μια διαδικασία θανάτωσης και εξόντωσης που είναι απολύτως ανορθολογική όχι μόνο από κοινωνική και ανθρώπινη άποψη, αλλά και από οικονομική και στρατιωτική άποψη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Υπάρχει εν προκειμένω χάσμα ανάμεσα στην οικονομική ορθολογικότητα του καπιταλισμού και την «ορθολογικότητα» των ναζιστικών μεθόδων εξόντωσης. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι το σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης ενσωμάτωσε τους μηχανισμούς του εργοστασίου και την ορθολογικότητα που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στον καπιταλισμό. Από αυτή την άποψη, πιστεύω ότι υπάρχει ένας οργανικός δεσμός, ακόμη κι αν δεν πρόκειται για σχέση αιτίας προς αποτέλεσμα ούτε βέβαια για σχέση ταύτισης.

– Με τη δίκη του Άιχμαν και τις συζητήσεις της τελευταίας δεκαετίας στη Γαλλία γύρω από τον Βισύ και τη δίκη του –συνεργάτη των ναζί– Μορίς Παπόν, είναι εξίσου σημαντικό να υπενθυμίσουμε το ρόλο που έπαιξαν σε αυτή τη διαδικασία εξόντωσης οι υπάλληλοι, οι γραφειοκράτες και οι εκτελεστές.

Υπάρχει μια ευρεία βιβλιογραφία που είχε μελετήσει αυτό το φαινόμενο πολύ πριν από εμένα. Η γραφειοκρατία παίζει έναν θεμελιώδη ρόλο στο σύστημα της ναζιστικής κυριαρχίας και εξόντωσης, και αυτή η ναζιστική γραφειοκρατία λειτουργεί ακριβώς όπως κάθε σύγχρονη γραφειοκρατία. Αναπαράγει όλα τα γνωρίσματα της γραφειοκρατίας που, κατά τον Μαξ Βέμπερ, ενσαρκώνει τον δυτικό ορθολογισμό. Αυτή η γραφειοκρατία, που είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του συστήματος, αναλαμβάνει να εκτελεί εντολές, να υλοποιεί καθήκοντα χάρη στις ικανότητες και την εμπειρία που έχει αποκτήσει. Λειτουργεί με βάση την αρχή της ηθικής μη ευθύνης. Ένας καλός υπάλληλος είναι κάποιος που εκτελεί την εργασία του, που είναι έμπιστος, αλλά που δεν αναρωτιέται για τη σκοπιμότητα του καθήκοντός του. Σε αυτό ακριβώς το σημείο επικεντρώνεται η Χάνα Άρεντ όταν μιλά για την κοινοτοπία του κακού. Συνεπώς, η ναζιστική γραφειοκρατία είναι μια σύγχρονη, ορθολογική, βαθιά δυτική γραφειοκρατία ως προς τη φύση και τη λειτουργία της, η οποία είναι απαραίτητη για την έκλυση της ναζιστικής βίας. Μπορεί να λειτουργεί ως εξάρτημα σε αυτό το γρανάζι καταστροφής χωρίς καν να εξετάζει το ρόλο που έχει αναλάβει. Η ορθολογικότητά της είναι απαραίτητη για τη λειτουργία ενός συστήματος θανάτωσης χωρίς υποκείμενο. Οι ευθύνες κατακερματίζονται σε τέτοιο βαθμό που τελικώς εξαφανίζονται και κονιορτοποιούνται.

Εξάλλου, γνωρίζουμε πράγματι ότι μετά τον πόλεμο θα καταδικαστούν, στη Νυρεμβέργη για παράδειγμα, ορισμένοι αξιωματούχοι του ναζιστικού συστήματος εξουσίας. Αλλά για να εδραιωθεί ένα τέτοιο σύστημα καταστροφής, εκτόπισης και εξόντωσης απαιτείται η συμβολή δεκάδων ή μάλλον εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που δεν έχουν κατ’ ανάγκην επίγνωση ότι συμμετέχουν σε μια εγκληματική δραστηριότητα, και οι οποίοι μπορούν ούτως ή άλλως να απεκδυθούν τις ευθύνες τους λέγοντας: «Μα εγώ εκτέλεσα απλώς ένα καθήκον που από μόνο του δεν είχε τίποτα το εγκληματικό». Για παράδειγμα, ζητούν απλώς από κάποιον που είναι υπεύθυνος στους σιδηροδρόμους να επιτρέψει στα τρένα να κινηθούν, και δεν τον αφορά αν τα τρένα μεταφέρουν εμπορεύματα, φαντάρους ή εβραίους που κατευθύνονται σε ένα στρατόπεδο θανάτωσης. Δεν θέτει στον εαυτό του αυτό το ερώτημα που δεν έχει θέση στο πλαίσιο της εργασίας του και υπερβαίνει την επαγγελματική δεοντολογία του. Επομένως, η ναζιστική γραφειοκρατία είναι απλώς η εγκληματική παρεκτροπή μιας λειτουργίας που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες κοινωνίες. Γι’ αυτό ακριβώς ο ναζισμός έχει βαθιές ρίζες στη δυτική κοινωνία. Ζητούμενο δεν είναι, όπως κάνει ο Γκολντχάγκεν, να αποσυνδεθεί ο ναζισμός από την πορεία της Δύσης και να παρουσιαστεί ως κάτι απολύτως αλλόκοτο και παθολογικό. Ασφαλώς, υπάρχει μια ναζιστική παθολογία και, ασφαλώς, το ναζιστικό καθεστώς δεν είναι ένα κανονικό καθεστώς, αλλά ένα καθεστώς εξαίρεσης. Αλλά τούτη η εξαίρεση έχει ρίζες που βυθίζονται στην ιστορία της Δύσης: Πρόκειται για ένα καθεστώς εκτός κανόνα που προϋποθέτει εντούτοις τις κανονικές δομές του σύγχρονου κόσμου.

– Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου σας αναφέρεστε πιο συγκεκριμένα στον ναζιστικό αντισημιτισμό. Βρισκόμαστε κάπως μπροστά σε ένα παράδοξο, καθώς εξηγείτε ότι η κατάληξη του ναζιστικού αντισημιτισμού, δηλαδή η ακραία εξοντωτική βία, ακολούθησε μια βιομηχανική και άκρως ορθολογική διαδικασία, όπως είδαμε, ενώ συγχρόνως ο ναζιστικός αντισημιτισμός βλέπει τους εβραίους ως ενσάρκωση της αφηρημένης και απρόσωπης νεωτερικότητας. Θα μπορούσατε να διασαφηνίσετε αυτό που φαίνεται παράδοξο ή έστω αρκετά εκπληκτικό;

Η αναπαράσταση του εβραίου ως ενσάρκωσης αυτής της αφηρημένης και υπολογιστικής ορθολογικότητας ανήκει στον γερμανικό πολιτισμό, αλλά γενικότερα στον δυτικό πολιτισμό και στον σύγχρονο αντισημιτισμό που αναπτύσσεται, κατά τη μετάβαση από τον 19ο στον 20ό αιώνα, τόσο στη Γαλλία (ας σκεφτούμε την υπόθεση Ντρέιφους) όσο και στη Γερμανία. Για τον ευρωπαϊκό αντισημιτισμό, ο εβραίος είναι κατά κάποιον τρόπο η ενσάρκωση μιας μισητής, απεχθούς και βδελυρής νεωτερικότητας. Ο εβραίος είναι η ενσάρκωση της ανώνυμης πόλης, της μαζικής κοινωνίας, του βιομηχανικού και κυρίως του χρηματιστικού καπιταλισμού, και συνεπώς μιας παρασιτικής οικονομίας. Ο εβραίος είναι επίσης, στο πολιτικό επίπεδο, η ενσάρκωση της δημοκρατίας, διότι αυτή τού επέτρεψε να χειραφετηθεί και να γνωρίσει μια αξιοσημείωτη κοινωνική και πολιτική άνοδο. Ο εβραίος ενσαρκώνει επομένως ό,τι οι Γερμανοί ονομάζουν Zivilisation –που δεν αντιστοιχεί καθόλου στη γαλλική σημασία της λέξης civilisation–, δηλαδή τον νεότερο πολιτισμό με την αμιγώς υλική έννοια του όρου. Ο Zivilisation καταστρέφει τον πολιτισμό. Υπάρχει συνεπώς αυτή η αναπαράσταση για τον εβραίο που είναι αρκετά διαδεδομένη στον ευρωπαϊκό πολιτισμό της εποχής, και την οποία κληρονομεί ο ναζισμός. Η καινοτομία του ναζισμού είναι ότι υιοθετεί αυτή την αντίληψη για τον εβραίο, αλλά ωθεί στα άκρα τον αντισημιτισμό της, διότι για το ναζισμό ο εβραίος δεν είναι μόνο η ενσάρκωση της ορθολογικής νεωτερικότητας, αλλά και η ενσάρκωση της επανάστασης, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της ηγετικής ομάδας της ΕΣΣΔ. Ο ναζισμός μετατρέπει τρόπον τινά τον εβραίο σε μεταφορά, και επινοεί κυρίως αυτή τη νέα φιγούρα του εβραίου διανοούμενου ως έκφραση αυτής της απεχθούς νεωτερικότητας, ως ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης (για παράδειγμα, ο Τρότσκι ή ο Λένιν που γίνεται εβραίος στα μάτια των ναζί) και ως ενσάρκωση της Επανάστασης. Η εξόντωση των εβραίων είναι επομένως αναγκαία για να υλοποιηθεί η κοσμοθεωρία και το σχέδιο κυριαρχίας των ναζί.

Πρέπει να συμπληρώσουμε ότι η εξόντωση των εβραίων είναι επίσης, στα μάτια του ναζισμού, ένα αναγεννητικό καθήκον, ένας αγώνας χειραφέτησης, μια σταυροφορία. Ο πόλεμος εξόντωσης διεξάγεται σε ένα πνεύμα σταυροφορίας, για τη ναζιστική φιλολογία και προπαγάνδα, διότι επιτρέπει στον γερμανικό καπιταλισμό να αναγεννηθεί. Αυτή ακριβώς η αντίφαση βρίσκεται στον πυρήνα του ναζισμού. Ο τελευταίος είναι ένας συνδυασμός ανάμεσα αφενός σε μια ρομαντική εξιδανίκευση του γερμανικού παρελθόντος, μια αποστροφή για τη βιομηχανική κοινωνία, για τις πόλεις που απομακρύνουν τους ανθρώπους από τη φύση και τα δάση της Γερμανίας, μια γερμανική μυθολογία που είναι προσκολλημένη στο παρελθόν, και αφετέρου στη λατρεία της σύγχρονης τεχνικής, τη λατρεία της δύναμης που ταυτίζεται με το χάλυβα, τη βιομηχανία κ.λπ. Ο αντισημιτισμός επιτρέπει έτσι να συμφιλιωθεί η ρομαντική απόρριψη της νεωτερικότητας και η λατρεία της τεχνικής. Ο καπιταλισμός γίνεται γόνιμος, θετικός, δημιουργικός υπό τον όρο να έχει ξεφορτωθεί τη χρηματιστική και κερδοσκοπική του διάσταση την οποία ενσαρκώνει ο εβραίος. Για τους ναζί, η Ευρώπη θα αναγεννηθεί αφ’ ης στιγμής απαλλαγεί από αυτό το υπολογιστικό πνεύμα του εβραίου που είναι ταυτοχρόνως χρηματιστής και επαναστάτης, παρασιτικό στοιχείο, καπιταλιστής και μπολσεβίκος. Ο ναζιστικός αντισημιτισμός παρουσιάζει επομένως αντιφατικές πλευρές, αλλά ενοποιεί αυτή την ορμή που μεταφράζεται σε ένα πόλεμο σταυροφορίας, σε έναν λυτρωτικό αγώνα, για να μιλήσουμε με θρησκευτικούς όρους. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική εξόντωσης, η οποία διεξάγεται με ορθολογικές και σύγχρονες μεθόδους, προκειμένου να καταστραφεί η (εξ ορισμού εβραϊκή) νεωτερικότητα και να υποταχτεί ο Zivilisation στη ναζιστική κοσμοθεωρία. Η έννοια της «συντηρητικής επανάστασης» συνοψίζει καλά αυτή την αντίφαση που επισημάνατε και η οποία βρίσκεται στην καρδιά του ναζισμού.

– Σε σχέση με τη φύση του ναζισμού, υπάρχουν ορισμένες πολύ μειοψηφικές θέσεις που έχουν αναπτυχθεί από μια υπεραριστερή οπτική και οι οποίες γνώρισαν μια ορισμένη απήχηση. Αυτές οι θέσεις εξηγούν –εν συντομία– ότι ο φασισμός και ο ναζισμός είναι απλώς μια μορφή του καπιταλισμού, ταυτίζουν τα δύο συστήματα και δεν διακρίνουν κάποια βαθύτερη διαφορά ανάμεσα στα θεμέλιά τους, τις στοχεύσεις τους, και μάλιστα –για τους πιο ακραίους από όσους υποστηρίζουν τέτοιες θέσεις– ανάμεσα στα χρησιμοποιούμενα μέσα. Καταδεικνύετε, όπως είδαμε, στο βιβλίο σας τη θεμελίωση του ναζισμού στην ιστορία της Δύσης και της φιλελεύθερης Ευρώπης. Κατά τη γνώμη σας, ποια είναι η φύση της ρήξης ανάμεσα στο καπιταλιστικό σύστημα και στο ναζισμό; Υπάρχει μια θεμελιώδης ρήξη και, εάν όντως υπάρχει, σε ποιο επίπεδο τοποθετείται;

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει θεμελιώδης ρήξη, και θεωρώ ότι αυτή είναι μία από τις αδύναμες πλευρές των θεωριών του ολοκληρωτισμού. Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά, για παράδειγμα, ανάμεσα στον σοβιετικό κομμουνισμό αφενός, και στο ναζισμό και το φασισμό αφετέρου, στο βαθμό που ο κομμουνισμός εγκαθιδρύθηκε στην εξουσία, στη Ρωσία, αφού πρώτα απαλλοτρίωσε τις παλαιές κυρίαρχες τάξεις ως επακόλουθο μιας κοινωνικής επανάστασης, ενώ ο φασισμός και ο ναζισμός δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την εξουσία των παραδοσιακών ελίτ. Η φασιστική Ιταλία όπως και η ναζιστική Γερμανία παραμένουν καπιταλιστικές χώρες. Επί Χίτλερ, οι μεγάλες γερμανικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις συνεργάζονται μέχρι το τέλος με το ναζιστικό καθεστώς, και είναι γνωστό ότι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης υπάρχουν γερμανικές επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται το εργατικό δυναμικό των εκτοπισμένων. Υπάρχει μια συνέργεια ή μάλλον μια οργανική σχέση ανάμεσα στον καπιταλισμό και το φασισμό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο Χίτλερ ήταν απλώς πράκτορας του γερμανικού ιμπεριαλισμού ή υποχείριο του μεγάλου γερμανικού κεφαλαίου, σύμφωνα με μια γελοιογραφική οπτική ή κάποιες ερμηνείες που πλέον κανείς δεν υπερασπίζεται. Η ιστοριογραφία (και επίσης αρκετοί μαρξιστές, αν λάβουμε υπόψη τα γραπτά του Τρότσκι ή του Ντανιέλ Γκερέν τη δεκαετία του 1930 ή τα μεταγενέστερα γραπτά ορισμένων θεωρητικών της Σχολής της Φραγκφούρτης) επισήμανε τις πληβειακές ρίζες των φασιστικών κινημάτων και των ηγετών τους. Πιστεύω κυρίως ότι η ναζιστική πολιτική εξόντωσης δεν εξηγείται από τον καπιταλισμό και ότι δεν μπορούμε να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τις ναζιστικές γενοκτονίες ως επακόλουθα μιας πολιτικής που υπερασπιζόταν τα συμφέροντα του γερμανικού μεγάλου κεφαλαίου.

Από την άλλη, κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι ο ναζισμός ήταν μια μορφή αντικαπιταλισμού, αλλά δεν υπάρχει σχέση αιτίας προς αποτέλεσμα, και δεν γίνεται να εξηγηθεί η πολιτική εξόντωσης με βάση το κέρδος ή τα συμφέροντα του γερμανικού καπιταλισμού. Αυτή η θέση, που την υπερασπιζόταν παλιότερα η επίσημη ιστοριογραφία της Ανατολικής Γερμανίας, έχει καθαρά ιδεολογική βάση. Ο ναζισμός έχει μια σχέση με τον καπιταλισμό, αλλά δεν ανάγεται σε αυτόν, καθώς έχει επίσης την αυτονομία του. Η ναζιστική κοσμοθεωρία έχει μια ιστορία και ρίζες βαθύτατα συνδεδεμένες με την ιστορία της Δύσης, χωρίς όμως να απορρέει αυτομάτως από τους μηχανισμούς λειτουργίας του καπιταλισμού ή από τα συμφέροντα των καπιταλιστικών τάξεων. Ο καπιταλισμός προσαρμόζεται σε κάθε πολιτικό καθεστώς και σε κάθε ιδεολογία, αρκεί να μην αμφισβητούν την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, την αγορά, την κυκλοφορία των κεφαλαίων, το κέρδος κ.λπ. Πιστεύω ότι οι εκχυδαϊσμένες μαρξιστικές ερμηνείες, ας τις πούμε έτσι, ή οι υπεραριστερές ερμηνείες επιφέρουν ένα βραχυκύκλωμα που παραμορφώνει τελείως την ιστορική προοπτική.

Μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος
Πηγή: Εκτός γραμμής, Τεύχος 31 / Νοέμβριος 2012

Ο Πωλ Λαφάργκ, η τεμπελιά και η εργασιακή προπαγάνδα του καπιταλισμού

Ο Πωλ Λαφάργκ, η τεμπελιά και η εργασιακή προπαγάνδα του καπιταλισμού

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές (via: Ερανιστής)

Και τι δεν ειπώθηκε για την εργασία. Για την προσφορά της εργασίας στην κοινωνία, αλλά και στον κάθε εργαζόμενο ξεχωριστά. Για την αναγκαιότητα της εργασίας που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Για τον άνθρωπο που δάμασε τη φύση χάρη στην εργασία και μόνο. Για το πόσο οξύνει το πνεύμα και ενεργοποιεί όλες τις ανθρώπινες δεξιότητες. Για το πόσο οργανώνει τη ζωή του ανθρώπου, αφού χωρίς εργασία όλα βουλιάζουν στο χαοτικό πέρασμα του ανεκμετάλλευτου χρόνου, που αδρανοποιεί τον άνθρωπο και τον υποβιβάζει σε ζώο. «Αργία μήτηρ πάσης κακίας». Θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος χωρίς δουλειά, σχεδόν εξ’ ορισμού, ρέπει προς την ακολασία και κάθε είδους αυτοκαταστροφική κι αντικοινωνική συμπεριφορά, ενώ ο εργαζόμενος, κάτω από την ασφαλή στέγη της εργασίας, ξοδεύει το χρόνο του δημιουργικά, αποφεύγοντας όλους αυτούς τους σκοπέλους. Υπό αυτή την έννοια η εργασία αποκτά ακόμη ευεργετικότερες διαστάσεις. Προστατεύει τον άνθρωπο από όλες τις κακοτοπιές της τεμπελιάς και του δίνει ταυτότητα, δηλαδή νόημα ύπαρξης. Το ότι αμέσως μετά το όνομα ακολουθεί η επαγγελματική κατάρτιση σχεδόν σε όλες τις συστάσεις δεν είναι καθόλου τυχαίο. Το επάγγελμα δεν είναι απλώς ιδιότητα ή δραστηριότητα ή πεδίο προσφοράς ή ενασχόληση ή οτιδήποτε τέτοιο. Είναι η βάση της κοινωνικής αποδοχής, η προσωποποίηση της καταξίωσης. Είναι ο ίδιος ο εαυτός που κατατίθεται ολοκληρωμένα, που προσπαθεί με δυο λόγια να αυτοπροσδιοριστεί και που αδυνατεί να βρει οτιδήποτε πληρέστερο πέραν της επαγγελματικής ταυτότητας. Εξάλλου η επαγγελματική καταξίωση και τα διευθυντηλίκια αποδεικνύουν το μόχθο και την αφοσίωση στην εργασία, τα βασικότερα συστατικά του ευυπολήπτου ανθρώπου. Γι’ αυτό και προηγούνται πάντα. Κι εδώ βέβαια δεν μπορούμε να κρύψουμε και την περηφάνια της μισθολογικής υπεροχής, που όμως ποτέ δεν αναφέρεται αλλά πάντα υπονοείται, γιατί προφανώς είναι ανάρμοστο να μιλάς για οικονομική ανωτερότητα μπροστά στο ηθικό κύρος της άσκησης ενός ανώτερου λειτουργήματος. Γιατί τα βουνά της ηθικής ολοκλήρωσης δεν μετρούνται με το χρήμα. Και κάπως έτσι φτάνουμε στη σύγχρονη καπιταλιστική ιδεολογία που έχει την τάση να επιφέρει εργασιακές προαγωγές και επαγγελματικούς τίτλους, δηλαδή ολοκάθαρη αύξηση ευθυνών και ωραρίου, χωρίς όμως χρηματικό αντίκρισμα ή που το χρηματικό αντίκρισμα είναι πενιχρό σε σχέση με τα εργασιακά επακόλουθα. Ακόμη και σήμερα, η πλειοψηφία νιώθει κολακευμένη όταν προάγεται όσο κι αν η προαγωγή τείνει προς την κοροϊδία. Και μόνο η αίσθηση της καριέρας που εξελίσσεται ή της σημαντικής παρουσίας στην εταιρία που τους εκμεταλλεύεται δρα καταλυτικά. Κι εδώ δεν μιλάμε για τον εργασιακό εκβιασμό μπροστά στο φόβο της ανεργίας που έτσι κι αλλιώς λειτουργεί. Μιλάμε για τη μέγιστη εργασιακή αλλοτρίωση που ταυτίζει την εργασία με την ίδια την ύπαρξη και που μόνο ως λανθάνουσα εξουσία μπορεί να ερμηνευτεί.

Παιδιά που δουλέυουν σε εργοστάσιο, 19ος αιώνας

Η εργασιακή προπαγάνδα οργανώνεται και αναπαράγεται σχεδόν από τη βρεφική ηλικία. Τα παιδιά μαθαίνουν για τα επαγγέλματα πριν πάνε σχολείο κι ονειρεύονται ότι θα γίνουν το ένα ή το άλλο. Οι συνήθεις προσχολικές επαγγελματικές επιλογές του γιατρού ή του αστυνόμου κάνουν πάντα τους γονείς περήφανους ακριβώς γιατί νιώθουν ότι το παιδί μαθαίνει, έχει πρότυπα υγιή, με δυο λόγια προσαρμόζεται στην κοινωνική πραγματικότητα. Εξάλλου η στερεότυπη ερώτηση «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;» περιμένει απάντηση και οι συνακόλουθες επευφημίες ανοίγουν τον εργασιακό δρόμο, αφού το παιδί δεν εισπράττει απλώς τη χρησιμότητα του επαγγέλματος που επιλέγει, αλλά τη γενική χρησιμότητα της εργασίας, καθώς, σ’ αυτή την ηλικία τουλάχιστο, κάθε επάγγελμα είναι αποδεκτό. Κι αν τα προσχολικά οικογενειακά χρόνια διατηρούν την αθωότητα της εργασίας το σχολείο αναλαμβάνει την καλλιέργεια των βασικότερων εργασιακών αρχών, της ανταγωνιστικότητας, της αξιολόγησης και κυρίως της προσήλωσης, ως μέγιστο καθήκον, σε δεδομένα που κρίνονται από αδιάφορα έως απεχθή. Η αύξηση των απαιτήσεων της σύγχρονης εκπαίδευσης που ξεκινούν από το δημοτικό δεν λειτουργούν μόνο ως γρήγορος σχολικός αποκλεισμός, αλλά κυρίως ως εντατικοποίηση εργασίας στα μοντέλα του συγχρόνου καπιταλισμού. Το παιδί οφείλει να μάθει ότι ο χρόνος δεν είναι για παιχνίδι και χασομέρι, αλλά για εργασία, δηλαδή για εκπλήρωση απαιτήσεων που δεν είναι επιθυμητές κι ότι το χασομέρι είναι αποδεκτό μόνο αν προηγηθεί σκληρή εργασία. Και κάπως έτσι το καθήκον αποκτά αποθεωτικές διαστάσεις και η εκπαίδευση προσομοιάζει με φάμπρικα οδηγώντας τους μαθητές γυμνασίου σε εξάωρη ή εφτάωρη πρωινή παρακολούθηση στο σχολείο και σε φροντιστηριακές παρακολουθήσεις που ξεκινούν από το μεσημέρι. Τις ελάχιστες ώρες που τους απομένουν οφείλουν να κάνουν τις ασκήσεις και να μάθουν το μάθημα που θα εξεταστούν την άλλη μέρα.

Η εκμάθηση τουλάχιστο δύο ξένων γλωσσών είναι επιβεβλημένη και οι μαθητές γυμνασίου ξέρουν πολύ καλά ότι όλος αυτός ο κόπος καταβάλλεται για ένα καλύτερο εργασιακό μέλλον. Οι καταθλίψεις, ακόμα και αυτοκτονίες, που συναντάμε στο λύκειο είναι η οριστική ματαίωση της σύγχρονης καπιταλιστικής εκπαίδευσης και οι πετυχημένοι όλης αυτής της διαδικασίας είναι αυτοί που θα στελεχώσουν τις εταιρίες και θα δουλεύουν 10 και 12 ώρες ημερησίως, με χυδαίες απολαβές. Γιατί «οι νέοι δεν φοβούνται τη δουλειά» και «η εταιρία είναι η οικογένεια», έτσι τουλάχιστο διαλαλεί η καπιταλιστική προπαγάνδα. Κι όλα είναι τόσο λογικά που ο μαθητής εξοργίζεται περισσότερο με την άδικη ανταμοιβή ενός άλλου, που πήρε μεγάλο βαθμό χωρίς να καταβάλλει τον ανάλογο μόχθο, παρά με την όλη διαστροφή της υπόθεσης. Γιατί ο μαθητής νιώθει την αδικία μόνο μέσα από το πλέγμα της εργασίας που οφείλει να διεκπεραιωθεί. Η υπερεργασία περνά πάντα σε δεύτερο πλάνο, αφού το βασικό ζήτημα είναι να μην αμείβεται όποιος δεν εργάζεται, δηλαδή η έσχατη ανταγωνιστικότητα που μετατρέπεται σε ύψιστη δικαιοσύνη. Κι αυτό είναι το δόγμα της εργασίας.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στον τρομερό Λαφάργκ και στο «Δικαίωμα στην Τεμπελιά»  που από το 1880 κατακεραύνωσε το γαλλικό προλεταριάτο όταν υιοθέτησε το σύνθημα του δικαιώματος της δουλειάς: «Ποιος να φανταζόταν ότι τα παιδιά των ηρώων της επαναστατικής τρομοκρατίας θα είχαν αφήσει να τα εκφυλίσει σε τέτοιο βαθμό η θρησκεία της δουλειάς ώστε να δέχονται, μετά το 1848, σαν επαναστατική κατάκτηση, τον νόμο που περιόριζε σε δώδεκα ώρες τη δουλειά στα εργοστάσια και να προβάλλουν για βασική επαναστατική αρχή το δικαίωμα στη δουλειά! Ντροπή σου γαλλικό προλεταριάτο». (σελ. 15) Και συνεχίζει: «Αυτή τη δουλειά που απαίτησαν με το όπλο στο χέρι οι εργάτες τον Ιούνιο του 1848, την επέβαλαν και στις οικογένειές τους. Ξεπούλησαν στους βαρόνους της βιομηχανίας τις γυναίκες και τα παιδιά τους». (σελ. 15) Η θεοποίηση της εργασίας είναι το μέγιστο καπιταλιστικό δόγμα γιατί εξασφαλίζει υπέρογκα κέρδη και η επικαιρότητα του περιβόητου «δικαιώματος στην εργασία» είναι ο θρίαμβος της καπιταλιστικής προπαγάνδας, που μετατρέπει τον εξαναγκασμό όχι απλώς σε επιλογή, αλλά σε «δικαίωμα». Η υπερεργασία είναι βέβαιο ότι οδηγεί σε υπερπαραγωγή και η υπερπαραγωγή σε κρίση, δηλαδή σε πτώση μισθών και απολύσεις. Η ιστορία του καπιταλισμού το έχει αποδείξει επανειλημμένα κι ακόμα συνεχίζουμε να ζητάμε εργασία, αντί να απαιτούμε την μείωσή της. Η αγορά του δυτικού κόσμου έχει φρακάρει από απούλητα αγαθά και αυτό που διακυβεύεται είναι η σκληρότερη και φθηνότερη εργασία για την παραγωγή κι άλλων. Ο Λαφάργκ βαθύς γνώστης του μαρξισμού και γαμπρός του Μαρξ καταδεικνύει όλο το μεγαλείο του παραλόγου: «Πιστεύοντας τις ψευτιές των οικονομολόγων, οι προλετάριοι παραδίδονται ψυχή τε και σώματι στη διαστροφή της δουλειάς και βυθίζουν την κοινωνία ολόκληρη στις κρίσεις υπερπαραγωγής της βιομηχανίας που σπαράσσουν τον κοινωνικό οργανισμό». (σελ. 20) Η τεχνολογία που εκτοξεύει την παραγωγή σε απίστευτα ύψη λειτουργεί μόνο προς όφελος των καπιταλιστών ιδιοκτητών που απολύουν υπαλλήλους (εξασφαλίζοντας κι άλλα κέρδη) οδηγώντας την κοινωνία στην εξαθλίωση και οι οικονομολόγοι προτείνουν την εργασιακή εντατικοποίηση. Με δυο λόγια κάποιος ή θα είναι άνεργος ή θα δουλεύει 10 και 12 ώρες με εξευτελιστικούς μισθούς, συμβάλλοντας στην ακόμη μεγαλύτερη μελλοντική εξαθλίωσή του.

Τα λόγια του Σερμπυλιέ δεν χρειάζονται επεξηγήσεις: «Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, συντελώντας στη συσσώρευση των παραγωγικών κεφαλαίων, βοηθούν να μειωθεί, αργά ή γρήγορα, ο μισθός τους…».(σελ. 19) Όσο για το ηθικό περιεχόμενο της εργασίας που είναι τιμή και προσφορά και ανάπτυξη δεξιοτήτων και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο ο Λαφάργκ παραθέτει ένα απόσπασμα κάποιου ανώνυμου φυλλαδίου που κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το 1770 δημιουργώντας σάλο: «ο εργαζόμενος όχλος της Αγγλίας έχει βάλει βαθιά στο μυαλό του την ιδέα ότι, αφού είναι Άγγλοι, όλοι οι παρακατιανοί έχουν από καταγωγή το δικαίωμα να είναι πιο ελεύθεροι και πιο ανεξάρτητοι από τους εργάτες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Η ιδέα αυτή μπορεί να έχει κάποια χρησιμότητα για τους στρατιώτες, τονώνει την ανδρεία τους. Αλλά οι βιομηχανικοί εργάτες, όσο λιγότερο την έχουν, τόσο το καλύτερο για τους ίδιους και το κράτος. Οι εργάτες δεν θα έπρεπε ποτέ να θεωρούν πως είναι ανεξάρτητοι από τους ανωτέρους τους……….Η θεραπεία θα έχει ολοκληρωθεί μόνον όταν οι φτωχοί της βιομηχανίας μας θα δέχονται να δουλεύουν έξι μέρες με τα ίδια χρήματα που κερδίζουν τώρα σε τέσσερις». (σελ. 14) Αν ο Λαφάργκ προτείνει το 1880 την τρίωρη εργασία ως αρκετή για την παραγωγή των απαραίτητων αγαθών, το 2012 οικονομολόγοι, πολιτικοί και πολυεθνικές κάνουν τα πάντα για να μας πείσουν ότι η κατάργηση ωραρίων, αργιών κλπ είναι η μόνη λύση.  Εξάλλου «arbeit macht frei» (Η δουλειά απελευθερώνει) όπως έγραφαν και οι ναζί έξω από όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Πωλ Λαφάργκ «το δικαίωμα στην τεμπελιά» εκδόσεις «ΝΗΣΙΔΕΣ» Σκόπελος

http://eagainst.com/articles/work-capitalis/

Ταξισυνειδησία: Η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού

 

 

 

2013 03 14 KARPOZILOS

Συνέντευξη του Κωστή Καρπόζηλου στον Άκη Παλαιολόγο

Την πολιτική και κοινωνική δράση των ελληνοαμερικανικών κοινοτήτων στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα πραγματεύεται το ντοκιμαντέρΤαξισυνειδησία: η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού. Με αφορμή την ολοκλήρωση του ντοκιμαντέρ, ο Κωστής Καρπόζηλος, ιστορικός, μεταδιδακτορικός ερευνητής του Πανεπιστημίου Κολούμπια, εμπνευστής και κινητήριος μοχλός της όλης προσπάθειας, αναφέρεται σε όψεις μιας σχετικά «αχαρτογράφητης» και ταυτόχρονα εξαιρετικά ενδιαφέρουσας πτυχής της ιστορίας του εργατικού κινήματος.

 

Ε. Γ.: Ποιο είναι το θέμα και οι βασικοί συντελεστές του ντοκιμαντέρ;

Κ. Κ.: To ντοκιμαντέρ αναδεικνύει τις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες στις ελληνοαμερικανικές κοινότητες, ξεκινώντας από τις σοσιαλιστικές οργανώσεις των αρχών του 20ού αιώνα και κλείνοντας στα χρόνια του Μακαρθισμού, τα οποία σήμαναν την παρακμή της μακράς παράδοσης του μεταναστευτικού πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού. Πρόκειται για μια φιλόδοξη παραγωγή που στηρίζεται σε πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό από την ιστορία της αμερικανικής Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, ενώ σημαντικό μέρος της έρευνας σχετίζεται με την ενασχόλησή μου με τα ζητήματα αυτά στο πλαίσιο της διδακτορικής μου διατριβής στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης. Σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ είναι ο Κώστας Βάκκας, ένας άνθρωπος της Αριστεράς με παρουσία σε πολιτικοποιημένες κινηματογραφικές καταγραφές ιστορικών γεγονότων. Η Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Αποστόλης Μπερδεμπές» εξασφάλισε τη χρηματοδότηση του όλου εγχειρήματος –η εταιρεία ιδρύθηκε από φίλους και φίλες του αγωνιστή του αντιδικτατορικού κινήματος στις ΗΠΑ, Αποστόλη Μπερδεμπέ, ο οποίος πέθανε πρώιμα το 1979. Οι άνθρωποι της εταιρείας είχαν γνωρίσει βετεράνους του κινήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1970 και προσανατολίζονταν στη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ για τη διαδρομή της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς. Κατά συνέπεια, το ντοκιμαντέρ αυτό είναι προϊόν κοινών επιθυμιών, συλλογικής δουλειάς και ευτυχών συμπτώσεων.

 

Ε. Γ.: Το θέμα του ντοκιμαντέρ είναι σχετικά άγνωστο τόσο για την ελληνική ιστοριογραφία όσο και για την ελληνική Αριστερά. Ποια ήταν τα κίνητρα και ποιοι είναι οι στόχοι της όλης προσπάθειας;

Κ. Κ.: Σωστή παρατήρηση. Η ελληνοαμερικανική ιστοριογραφία έχει υπέρμετρα εστιάσει στις παραδειγματικές περιπτώσεις οικονομικής επιτυχίας των μεταναστών, ενώ συχνά ακόμη και ριζοσπαστικές προσεγγίσεις αδυνατούν να συνδέσουν τις μεταναστευτικές κοινότητες με την ευρύτερη κοινωνική, πολιτική και οικονομική πραγματικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, εμφανίζοντας έτσι τους μετανάστες σε μια ιδιόμορφη «ελληνική» γυάλα. Το ντοκιμαντέρ προτείνει μια εναλλακτική αφήγηση, καταδεικνύοντας τα πολλαπλά νήματα που συνδέουν τους εθνοτικούς προβληματισμούς με τις εκδοχές του πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού. Πρόκειται εντέλει για την ανάδειξη των ρωγμών, των εσωτερικών αντιθέσεων του ελληνοαμερικανικού κόσμου, αλλά και ταυτόχρονα για την επιστροφή στη συζήτηση του αμερικανικού εργατικού κινήματος γύρω από το ερώτημα της ενοποίησης της εργατικής τάξης, την «ταξισυνειδησία» που λέγαν και οι Ελληνοαμερικανοί, μέσα από την ενσωμάτωση της εθνοτικής διαφοράς. Αυτή η συζήτηση είναι άγνωστη στην ελληνική Αριστερά, η οποία ορισμένες φορές σχηματικά αναπαράγει στερεότυπες αναγνώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ παραγνωρίζει τις ριζοσπαστικές παραδόσεις των μεταναστευτικών κοινοτήτων και την ίδια τη διαδρομή της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς.

 

Ε. Γ.: Σε μεγάλο βαθμό το ντοκιμαντέρ συνδέεται με τη διατριβή σου. Πόσο δύσκολη ήταν η μετάβαση από την επιστημονική έρευνα στο οπτικοακουστικό υλικό;
Κ. Κ.: Η διαδικασία αυτή υπήρξε απαιτητική, καθώς φέρνει νομίζω τον ερευνητή μπροστά στις εγγενείς αδυναμίες του και ειδικότερα στο αιτούμενο της συμπύκνωσης εκείνης που δεν θα οδηγήσει στην υπεραπλούστευση. Για μένα υπήρξε μια πολύ χρήσιμη εμπειρία, που μου επιτρέπει σήμερα να αναθεωρήσω ριζικά τη διατριβή στην κατεύθυνση της έκδοσής της. Ταυτόχρονα όμως ο μετασχηματισμός ενός επιστημονικού ερωτήματος σε «σενάριο» αναδεικνύει ένα σημαντικό ζήτημα: Το αμερικανικό εργατικό και επαναστατικό κίνημα έχει επιδείξει μια αξιοσημείωτη φροντίδα στη διατήρηση της ιστορικής του διαδρομής, επιτρέποντας σε μας για, παράδειγμα, να χρησιμοποιήσουμε σήμερα καταπληκτικές σκηνές από τις πρωτομαγιάτικες διαδηλώσεις στη Νέα Υόρκη του 1937 ή πλάνα από εργατικές διεκδικήσεις του Μεσοπολέμου. Αυτές οι γενναιόδωρες αρχειακές διαθεσιμότητες υπογραμμίζουν τις υστερήσεις τού, φαινομενικά πιο προωθημένου, ελληνικού εργατικού κινήματος, το οποίο με αξιοσημείωτες εξαιρέσεις αδιαφορεί για την αυτοδύναμη και παραγωγική διάσωση των αρχειακών του καταλοίπων. Η αμερικανική λοιπόν τεχνογνωσία, τα αρχεία του Κομμουνιστικού Κόμματος των Ηνωμένων Πολιτειών, τα κάθε λογής «επίκαιρα», τα έντυπα της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς μάς επέτρεψαν να έχουμε ένα άρτιο αισθητικά αποτέλεσμα και να υπερβούμε την εγγενή κούραση της ιστορικής αφήγησης!

 

Ε. Γ.: Η ελληνοαμερικανική Αριστερά σε ποιο βαθμό εντάσσεται στις ευρύτερες διεργασίες και μεταβολές του εργατικού και αριστερού κινήματος των ΗΠΑ; Για παράδειγμα, πώς επηρέασε η εθνοτική διάσταση την πολιτική στράτευση και τις πρακτικές των Ελληνοαμερικανών εργατών;

Κ. Κ.: Θα το αντιστρέψω ελαφρά αυτό. Η αμερικανική Αριστερά του 20ού αιώνα υπήρξε σύμφυτη με την ανάπτυξη των μεταναστευτικών ριζοσπαστικών οργανώσεων• από τις γλωσσικές ομοσπονδίες του Σοσιαλιστικού και Κομμουνιστικού Κόμματος έως τις δεκάδες εκδόσεις στις γλώσσες των μεταναστευτικών κοινοτήτων, τις εργατικές λέσχες και τα εκδοτικά προγράμματα. Υπό την οπτική αυτή, η Φωνή του Εργάτου (1918-1923), το Εμπρός (1923-1939), τοΕλληνοαμερικανικό Βήμα (1940-1955), οι Ελληνικοί Εργατικοί Εκπαιδευτικοί Σύνδεσμοι, το ελληνοαμερικανικό Εργατικό Βιβλιοπωλείο αποτελούν εκφάνσεις του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού και ταυτόχρονα οργανικές εκδηλώσεις της ανάπτυξης του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο μεταναστευτικός ριζοσπαστισμός συνιστά ταυτόχρονα έναν δείκτη των μεταναστευτικών μετασχηματισμών: Στις αρχές του 20ού αιώνα οι σοσιαλιστικές ομαδοποιήσεις –και όχι προφανώς μόνο οι ελληνικές– συνδέονταν σε μεγάλο βαθμό με τις εξελίξεις στον «Παλιό Κόσμο». Από τη δεκαετία του 1920, όταν τελειώνει ο αιώνας της υπερατλαντικής μετανάστευσης, σταδιακά καταγράφεται μια μετατόπιση, καθώς λειτουργούν ως εθνικά τμήματα αμερικανικών πολιτικών κομμάτων. Στην ελληνική περίπτωση πρόκειται για μια παράδοση που ξεκινά από την έκδοση της εφημερίδας Οργάνωσις στο βιομηχανικό Σινσινάτι το 1916 ως όργανο των Ελλήνων φίλων του Socialist Labor Party και εξελίσσεται στη συνέχεια στο «ελληνικό γραφείο του ΚΚΗΠΑ» και των μετωπικών οργανώσεων γύρω από αυτό, όπως οι Ελληνικοί Εργατικοί Εκπαιδευτικοί Σύνδεσμοι.

Η εθνοτική διάσταση είναι προφανώς παρούσα στη διαδρομή αυτή. Το ζητούμενο είναι η ανίχνευση των προβληματισμών της αμερικανικής Αριστεράς γύρω από το πώς η εθνοτική διάσταση δεν θα λειτουργούσε ανασταλτικά στην πολιτική και κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση, στην ενότητα των εργατών στους χώρους εργασίας. Από τις αμήχανες προσπάθειες του «προλεταριακού εξαμερικανισμού» της δεκαετίας του 1920, όπου στην ουσία επιχειρήθηκε η παραγνώριση της εθνοτικής διαφοράς, έως τις πιο παραγωγικές –αν και όχι πιο ριζοσπαστικές– της περιόδου του Λαϊκού Μετώπου, όπου η εθνοτική διαφορά εξυμνήθηκε ως στοιχείο δημοκρατικών παραδόσεων κ.λπ., καταγράφονται ποικίλες εκδοχές αυτής της διερεύνησης. Ταυτόχρονα όμως το καθοριστικό δεν είναι οι όποιες επεξεργασίες των επιτελείων, αλλά οι πολλαπλοί τρόποι με τους οποίους η εθνοτική διάσταση παράγει διαφορετικές κατά περίπτωση εκδοχές κοινωνικού ανταγωνισμού: από τις εσωτερικές συγκρούσεις στις τάξεις των κοινοτήτων –ενάντια για παράδειγμα στους «μπόσηδες»– και τους ενδοεργατικούς εμφυλίους έως τις νέες μορφές ενότητας και οργάνωσης, που αποκτούν ιδιαίτερη δυναμική τη δεκαετία του 1930 και στηρίζονται στην βιομηχανική οργάνωση όλων των μισθωτών ανεξαρτήτως εθνότητας, φυλής και ειδικότητας – τα συνδικάτα της Congress of Industrial Organizations.

 

Ε. Γ.: Πού αναπτύχθηκε η βασική επιρροή και οι σημαντικότερες δραστηριότητες της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς; Επίσης, κατά πόσο οι Ελληνοαμερικανοί ριζοσπάστες επηρεάζονταν και τροφοδοτούνταν από τις εξελίξεις στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό;

Κ. Κ.: Τα αστικά κέντρα, οι βιομηχανικές κωμοπόλεις και οι πολυεθνοτικές μητροπόλεις υπήρξαν τα κύρια κέντρα ανάπτυξης των δραστηριοτήτων της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς. Το δίκτυο των Ελληνικών Εργατικών Εκπαιδευτικών Συνδέσμων από τη Νέα Υόρκη έως το Σαν Φρανσίσκο και από το Σικάγο έως τα βιομηχανικά κέντρα του Πίτσμπουργκ συνιστά μια αξιόπιστη ένδειξη αυτής της δυναμικής. Ταυτόχρονα, οι τόποι του μεταναστευτικού ριζοσπαστισμού διαπλέκονται με την ανάπτυξη των εργατικών διεκδικήσεων: Στη δεκαετία του 1930, στις μικρές βιομηχανικές πόλεις του εργοδοτικού φεουδαλισμού, οι βίαιοι και μαχητικοί εργατικοί αγώνες ανατροφοδότησαν την οργανωτική ανάπτυξη της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς. Τέλος, τα βιομηχανικά συνδικάτα, οι νέες μορφές οργάνωσης στους κλάδους του επισιτισμού και κυρίως το «κόκκινο» συνδικάτο των εργατών στην κατεργασία γούνας, το περίφημο Ελληνικό Λόκαλ 70, αποτέλεσαν προπύργια της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς. Άλλωστε δεν θα πρέπει να φανταστούμε τις οργανώσεις της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς ως προϊόντα εγκεφαλικών συλλήψεων πέραν της εργατικής καθημερινότητας – το αντίθετο. Ο μεταναστευτικός ριζοσπαστισμός αναπαράγονταν κοινωνικά μέσα στην ίδια την εργατική καθημερινότητα. Το πρώτο φύλλο της Φωνής του Εργάτου διακήρυσσε ότι «είναι η εφημερίς των εργατών γιατί εργάται την βγάζουν, εργάται την γράφουν, εργάται την διαβάζουν, με χρήματα εργατών συντηρείται (…) Σε κανένα δεν θα υποταχθή, καμμίαν υποχρέωση δεν θα χρωστά σε κανένα, ούτε ηθική, ούτε υλική, εκτός μόνο σε κείνους στους οποίους ανήκει ολοκληρωτικά˙ στο ελληνικό προλεταριάτο της Αμερικής. Η Φωνή του Εργάτου είναι με λίγα λόγια εφημερίς των εργατών, που αποτείνεται προς τους εργάτας για τα συμφέροντα των εργατών».

Η εργατική αυτή διάσταση διαπλέκεται με την προτεραιότητα της «μορφωτικής εργασίας» στις προσπάθειες των Ελληνοαμερικανών ριζοσπαστών να αφυπνίσουν την «ταξισυνειδησία» των ομοεθνών τους. Οι μεταφράσεις, μεταξύ αυτών η πρώτη ελληνική μετάφραση του έργου του Λένιν Κράτος και Επανάστασις, το εργατικό θέατρο, η ανάπτυξη ενός διακριτού εργατικού πολιτισμού συνιστούν εκφράσεις αυτών των δραστηριοτήτων. Ταυτόχρονα, η ελληνοαμερικανική Αριστερά, ιδίως στις δεκαετίες του Λαϊκού Μετώπου, λειτουργούσε ως σημείο συνάντησης ευρύτερων προοδευτικών και ριζοσπαστικών τάσεων γύρω από τις ελληνικές εξελίξεις: τη δικτατορία του Μεταξά, αλλά και την τριπλή Κατοχή. Οι επιτροπές στήριξης του ΕΑΜ, η εγκατάσταση στη Νέα Υόρκη της Ομοσπονδίας των Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ), το παράνομο δίκτυο του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος που συνέδεε την Αθήνα με το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και τη Μόσχα αποτελούν ενδιαφέρουσες εκδοχές του τρόπου με τον οποίο οι «ελληνικές» ή ευρωπαϊκές εξελίξεις διαπλέκονταν με τις ιεραρχήσεις των ελληνοαμερικανών κομμουνιστών. Εδώ θα πρέπει να είναι σαφές ότι δεν έχουμε να κάνουμε με υπερατλαντικές αποκρίσεις σε ένα «ευρωπαϊκό πρόβλημα», αλλά αποκρίσεις στην διεθνοποίηση της σύγκρουσης μεταξύ φασισμού και αντι-φασισμού. Οι περίπου 200 Ελληνοαμερικανοί εθελοντές στον Ισπανικό Εμφύλιο πόλεμο υπογραμμίζουν τις πολλαπλές συνδέσεις του αντιφασιστικού μετώπου: ενάντια στον Φράνκο στην Ισπανία, ενάντια στον Μεταξά στην Ελλάδα, ενάντια στον Φορντ –«ο φορντισμός είναι φασισμός» ήταν ένα δημοφιλές σύνθημα της εποχής– στις Ηνωμένες Πολιτείες.

 

Ε. Γ.: Με μια πρόχειρη περιοδολόγηση, πού τοποθετείται η ακμή και η υποχώρηση της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς;

Κ. Κ.: Η ακμή της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς εντοπίζεται στα χρόνια του Λαϊκού Μετώπου – όπως ακριβώς αυτή η περίοδος συνιστά το απόγειο της δυναμικής του αμερικανικού κομμουνιστικού κινήματος. Η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, που στην αμερικανική περίπτωση ισοδυναμούσε με την κριτική υποστήριξη του New Deal, παρείχε ασφαλώς το αναγκαίο πλαίσιο γι’ αυτή την εξέλιξη, αλλά θα ήταν απλουστευτικό να αναζητήσουμε εκεί αποκλειστικά το αίτιο. Νομίζω ότι μετά την κρίση του 1929 ο κοινωνικός αναπροσανατολισμός προς τις έννοιες της ενότητας και της οργάνωσης ως αναγκαίων αντίρροπων δυνάμεων προς την κοινωνική αποδιάρθρωση επέτρεψε στην αμερικανική Αριστερά να εμφανιστεί ως δυναμικός παράγοντας στη διαμόρφωση του εργατικού και προοδευτικού κινήματος. Η δυναμική αυτή, γύρω από τις ιδέες της ενότητας και της οργάνωσης, στα χρόνια του Πολέμου συμβάδισε με την ιδέα της πλατιάς αντιφασιστικής συνεργασίας και την προοπτική ενός μεταπολεμικού κόσμου όπου η ΕΣΣΔ και οι ΗΠΑ θα εγκαθίδρυαν μια νέα παγκόσμια τάξη η οποία θα αποζημίωνε τους λαούς και τις κοινωνίες για τα δεινά της καπιταλιστικής κρίσης και του πολέμου. Η προσδοκία αυτή, που οδήγησε το ΚΚΗΠΑ στην απόφαση της αυτοδιάλυσής του το 1943, επικοινωνούσε με την ακτινοβολία των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων της Ευρώπης: Είναι χαρακτηριστικό ότι στις επιτροπές στήριξης του ΕΑΜ στις ΗΠΑ συναντιούνταν αστοί πολιτικοί, διανοούμενοι, παράγοντες της ελληνοαμερικανικής ζωής, όπως ο εκδότης του Εθνικού Κήρυκα, Βάσος Βλαβιανός, συνδικαλιστές και φυσικά η ελληνοαμερικανική Αριστερά.

Η αναδίπλωση του εργατικού κινήματος, οι παράλληλες μεταπολεμικές εξελίξεις στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, ο Ελληνικός Εμφύλιος και ο νέος διπολικός κόσμος που διέψευσε τις λαϊκομετωπικές προσδοκίες καθόρισαν την κοινωνική και πολιτική περιθωριοποίηση της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς. Στην εξέλιξη αυτή μπορεί κανείς να διακρίνει τη σύμπτωση της καταστολής –στις μακαρθικές διώξεις τα ηγετικά στελέχη του κινήματος απελάθηκαν και ζήτησαν πολιτικό άσυλο στην Πολωνία– αλλά και της ενσωμάτωσης. Η νέα δυναμική του «Αμερικανικού Ονείρου», τροφοδοτημένη από την εκθετική ανάπτυξη του μεταπολεμικού καπιταλισμού, ενσωμάτωσε τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό της δεκαετίας του 1930 μετατρέποντας τους «ξεχασμένους ανθρώπους» της προηγούμενης μέρας σε εκπροσώπους του μεταπολεμικού αμερικανισμού – είναι η εποχή των προαστίων, του καταναλωτισμού, της αποστολής εμβασμάτων στους χειμαζόμενους συγγενείς στην Ευρώπη.

 

Ε. Γ.: Το όλο εγχείρημα πραγματεύεται τον μεταναστευτικό ριζοσπαστισμό, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στην περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης. Ποια σημασία έχει η μελέτη του θέματος αυτού στη σημερινή εποχή, στο φόντο της οικονομικής κρίσης και της όξυνσης του μεταναστευτικού ζητήματος;

Κ. Κ.: Οι ιστορικές αναλογίες είναι της μοδός σήμερα και εγώ είμαι ιδιαίτερα επιφυλακτικός για τη χρησιμότητά τους. Αυτό που θα μπορούσε να είναι παραγωγικό για τις σημερινές αναζητήσεις μας είναι η έμφαση στην ενδεχομενικότητα της ιστορίας, δηλαδή η κατανόηση του απρόβλεπτου της εξέλιξής της σε περιόδους που το κοινωνικό ζήτημα βρίσκεται στο προσκήνιο, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες ή τις φοβίες των ριζοσπαστών. Ταυτόχρονα, νομίζω ότι παρουσιάζει ενδιαφέρον η μεσοπολεμική –και κυρίως στα χρόνια της κρίσης– αναζήτηση μορφών οργάνωσης και δράσης που συχνά υπερέβαιναν παραδεδομένες πρακτικές και τρόπους σκέψης. Η δημιουργία των βιομηχανικών συνδικάτων, που ενσωμάτωνε φυσικά και παλιότερες αναζητήσεις, η ανάδυση των Επιτροπών Ανέργων, η κυκλοφορία των μεταναστευτικών εφημερίδων αντιστοιχούσαν σε κοινωνικές διεργασίες και προέκυπταν ως απαντήσεις στα πιεστικά προβλήματα της ίδιας της καθημερινότητας μη δίνοντας σημασία στις συμβουλές των κάθε λογής «γνωστικών». Αν και φοβάμαι ότι η υπόμνηση της μεταναστευτικής διαδρομής των Ελλήνων δεν μπορεί να συμβάλει στην αναστροφή του ρατσιστικού παροξυσμού, πιστεύω ότι η άγνωστη ιστορία του μεταναστευτικού ριζοσπαστισμού προσφέρεται για τον κλονισμό των δικών μας βεβαιοτήτων και ίσως μπορεί να χειραφετήσει τη φαντασία μας, γύρω από ερωτήματα αλλά και πρακτικές δράσεις για το πώς μπορούμε να υπερβούμε το αδιέξοδο που μας περιβάλλει.

http://www.ektosgrammis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1867:2013-03-14-12-50-13&catid=107:istoria&Itemid=492

Οι ρίζες του μίσους – του Κορνήλιου Καστοριάδη

Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δυο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία«διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.
Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους «εποικοδομητικούς» κοινωνικούς σκοπούς – την εκμετάλλευση της φύσης, τον συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις «ειρηνικές» αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κτλ). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της«διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολο τους.

Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων – δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η «αιτία» του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του πόλεμοι».

Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού, Η φράση του Αντρέ Μαλρό «είθε η νίκη σε αυτό τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν» εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δεν θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δεν βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητα τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένη, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.

Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών που τόσο επίπονα περιέβαλε στον δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους,

Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό· το καλό είναι οι κανόνες μας· οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους· άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί. Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός· η αλήθεια είναι ο θεός μας· ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους· άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.

Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους ούτε ανώτερους αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μίας κοινωνίας με άλλες συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.

Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δεν συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μία τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματική στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;

Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ωστόσο, δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτή την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες «ανεπτυγμένες» και «δημοκρατικές».

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν τον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να «εξηγήσουμε» γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση, και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική «εξήγηση».

Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά τις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση για λόγους ταύτισης γύρω από τη «θρησκεία», το «έθνος» ή τη «ράτσα» και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιο­ποίηση των παραδοσιακών ση­μείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.

Μία τελευταία παρατήρηση που αφορά τον ρατσισμό. Το κύριο και καθοριστικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι η «απαραίτητη μη μετατρεψιμότητα» του άλλου. Ο θρησκευτικά μισαλλόδοξος δέχεται με χαρά τον προσηλυτισμό των απίστων ο «λογικά» εθνικιστής χαίρεται όταν ξένα εδάφη προσαρτώνται στη χώρα του και οι κάτοικοι τους «αφομοιώνονται» Δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση του ρατσιστή. Οι γερμανοί εβραίοι θα ήθελαν να παραμείνουν πολίτες του Τρίτου Ράιχ· αλλά οι ναζιστές ούτε να το ακούσουν.

Ακριβώς γιατί στην περίπτωση του ρατσισμού το αντικείμενο του μίσους πρέπει να είναι «μη μετατρέψιμο». Γι” αυτό ο ρατσιστής επικαλείται ή εφευρίσκει δήθεν φυσικά (βιολογικά), άρα μη μετατρέψιμα, χαρακτηριστικά του αντικειμένου του μίσους του: το χρώμα του δέρματος του, τα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου του. Τέλος, θα ήταν απολύτως δικαιολογημένο να συνδέσουμε αυτή την ακραία μορφή του μίσους προς τον άλλο με το πιο σκοτεινό, πιο άγνωστο και πιο συγκρατημένο είδος μίσους: το μίσος προς τον εαυτό μας.

Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.

Πηγή Η νέα εποχή

Κορνήλιος Καστοριάδης: «Κανείς δεν θα πάει ποτέ πιο μακριά από τον Αισχύλο»

25/9/2000, Ελευθεροτυπία

Δ: Ο όρος “πρωτοπορία” συνδέεται συνήθως με καλλιτεχνικά ή πολιτικά κινήματα. Ομως γίνεται επίσης λόγος για “τεχνολογική πρωτοπορία”, για “επιστημονική πρωτοπορία”, για “επιστημονική έρευνα αιχμής”. Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα σε όλα αυτά τα διαφορετικά πεδία; Tι σημαίνει “πρωτοπορία”;

KΟPNHΛIΟΣ KAΣTΟPIAΔHΣ: Θα κάνω πρώτα απ’ όλα μια ιστορική παρατήρηση σχετικά με τον όρο “πρωτοπορία”. Δεν πιστεύω ότι ο Σοφοκλής, ο Σαίξπηρ, ο Mπαχ ήταν πρωτοπόροι στην εποχή τους. Aυτό δεν σημαίνει ότι τα έργα τους τύγχαναν καθολικής αποδοχής. Yπήρχαν ασφαλώς διενέξεις, διαφορές απόψεων, γούστου, αισθητικής. Aλλά όμως τότε δεν υπήρχε η έννοια της “πρωτοπορίας”. H έννοια αυτή η οποία προέρχεται από τη στρατιωτική ορολογία και περιγράφει μια ομάδα που προπορεύεται για να εξερευνήσει το χώρο και να κάνει τις πρώτες επαφές με τον εχθρό είναι μια σχετικά πρόσφατη επινόηση. H έννοια της “πρωτοπορίας” συνεπάγεται ότι η Ιστορία είναι και πρέπει να είναι “πορεία προς τα εμπρός” και “πρόοδος”. Στην καλύτερη περίπτωση, η έννοια αυτή στηρίζεται σε τεράστιες φιλοσοφικές και ιστορικές προϋποθέσεις. Στη χειρότερη περίπτωση, είναι απλώς παράλογη. Διότι είναι παράλογο να λες πως “ό,τι είναι καινούργιο είναι καλύτερο”, “ό,τι είναι καινούργιο είναι ωραιότερο” κ.λπ. Kι όμως, αυτή η αντίληψη κυριαρχεί στις μέρες μας.

Δ: Πού και πότε δημιουργήθηκε η “πρωτοπορία”;

Κ.Κ.: Οι πρώτες εκδηλώσεις αυτού του φαινομένου εμφανίστηκαν πιθανότατα στη Γαλλία στο τέλος της Παλινόρθωσης (μέσα του 19ου αιώνα) και ασφαλώς στη διάρκεια της εξουσίας του Ναπολέοντα Γ (1852-1870). Ο Μπωντλέρ καταδικάστηκε για τα “Ανθη του κακού”, διότι θεωρήθηκε ότι προσέβαλε τη δημόσια ηθική· ο Μανέ δημιούργησε σκάνδαλο με τον πίνακά του “Ολυμπία”· ο Ρεμπώ… κ.λπ.

Ομως το φαινόμενο αυτό, σχεδόν ταυτόχρονα με τη Γαλλία, επεκτάθηκε και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στη Γερμανία, ο Βάγκνερ ισχυρίστηκε ότι έγραφε τη “μουσική του μέλλοντος”. Στη Pωσία, πριν από την Eπανάσταση, γύρω στα 1900, παρατηρήθηκε ένας καταπληκτικός οργασμός αντισυμβατικής δημιουργίας στη ζωγραφική, τη γλυπτική, την ποίηση. Aυτή την περίοδο εμφανίστηκε επίσης, ως τύπος και όχι ως ατομική περίπτωση, η λεγόμενη “παρεξηγημένη ιδιοφυΐα” και ο “καταραμένος καλλιτέχνης”. Ο Bαν Γκογκ πέθανε σε έσχατη ένδεια το 1890, ενώ ογδόντα χρόνια αργότερα, οι πίνακές του κατέρριψαν όλα τα ρεκόρ στα χρηματιστήρια της αγοράς των έργων ζωγραφικής.

Mπορούμε να πούμε ότι οι μεγάλοι δημιουργοί ανάμεσα στο 1860 και το 1930 αποκόπηκαν από την κοινωνία και αντιπαρατέθηκαν σ’ αυτήν. Tο έργο τους θεωρήθηκε ανατρεπτικό ή ακατανόητο. Kαι οι ίδιοι, στις περισσότερες περιπτώσεις, θεωρήθηκαν εχθροί του κατεστημένου.

Δ: Πώς εξηγείτε εσείς την περιθωριοποίηση και ρήξη των δημιουργών, που τη χρονική της αφετηρία την εντοπίσατε γύρω στο 1860;

K.K.: H καπιταλιστική αστική τάξη τότε, δηλαδή μετά την πλήρη επικράτησή της, έχασε την ιστορική της δημιουργικότητα και η κουλτούρα της βούλιαξε στην επαναληπτικότητα. Οι αγαπημένοι καλλιτέχνες της ήταν μερικές από τις μετριότητες που τα πομπώδη έργα τους βλέπουμε σήμερα εκτεθειμένα στο Mus e d’ Οrsa y. H επίσημη κοινωνία, οι πλούσιοι, το κράτος (το οποίο έκανε παραγγελίες), δεν δέχονταν παρά μόνο μια τέχνη τελείως συμβατική.

Eτσι, λοιπόν, ήταν περίπου υποχρεωτικό οι αυθεντικοί δημιουργοί να αποκοπούν από την κοινωνία, να γίνουν περιθωριακοί και να αναγνωρίζονται είτε στα τελευταία τους είτε συνήθως μετά θάνατον. Πρόκειται για πολιτιστικό διαχωρισμό των δημιουργών από την υπόλοιπη κοινωνία, που συνέβη, από όσο γνωρίζω, πρώτη φορά στην Ιστορία. Aυτό το φαινόμενο, όπως ανέφερα και προηγουμένως, εντοπίζεται χρονικά ανάμεσα στο 1860 και το 1930.

Mετά το 1930, ιδίως μετά το 1945, και ακόμη περισσότερο στις μέρες μας, το παραπάνω φαινόμενο επαναλαμβάνεται, αλλά με την κωμική του εκδοχή. Σήμερα υπάρχει μια παράλογη κούρσα, ένας αγώνας ταχύτητας απλώς και μόνο για χάρη του νεωτερισμού. H κούρσα αυτή πραγματοποιείται τώρα υπό τα χειροκροτήματα και με τα χρήματα του δήθεν ενημερωμένου κοινού, το οποίο οικειοποιήθηκε την ακόλουθη βλακώδη άποψη: “Το νέο για το νέο”, “είναι καλό γιατί είναι καινούργιο”, “κάτι που έρχεται μετά από κάτι άλλο είναι οπωσδήποτε καλύτερο από κάτι προηγήθηκε”, “ένα καινούργιο έργο είναι καλύτερο από ένα προγενέστερο, μόνο και μόνο επειδή είναι καινούργιο”.

Δεδομένης αυτής της κατάστασης, οι καλλιτεχνικές “επαναστάσεις” και “εξεγέρσεις”, οι οποίες σημειωτέον αποφέρουν μεγάλα και γρήγορα κέρδη, διαδέχονται η μια την άλλη με επιταχυνόμενο ρυθμό. Tελικά, η παράλογη κούρσα με μοναδικό στόχο “το νέο για το νέο” εξαντλείται και καταλήγει ξεκινώντας από την αρχιτεκτονική στον περιβόητο μεταμοντερνισμό.

Ο μεταμοντερνισμός είναι βαρύγδουπος και κενός. Eπειδή δεν έχει τίποτε να πει, επαναλαμβάνει και ξανασυνθέτει τα ήδη ειπωθέντα. “Eπιτέλους, με τον μεταμοντερνισμό απελευθερωθήκαμε από την τυραννία του στιλ”, είπε με καμάρι ένας εκπρόσωπός του στις HΠA. Πρόκειται για στείρα ομολογία η επανάληψη όσων έχουν ήδη ειπωθεί μετατρέπεται σε πρόγραμμα, αλλά, επίσης, πρόκειται και για ομολογία μιας βαθιάς αλήθειας. Ο μοντερνισμός ήταν μεγάλος και ανοικτός (δείτε, π.χ., τις ιαπωνικές, αφρικανικές, ινδιάνικες “επιρροές” στη ζωγραφική των ιμπρεσιονιστών, του Πικάσσο κ.λπ.). Ο μεταμοντερνισμός είναι επίπεδος και ασπόνδυλος. H κύρια αξία του συνίσταται στο ότι έδειξε, διά της αντιθέσεως, πόσο εξαίσια ήταν η μοντέρνα εποχή.

Συνοπτικά: Η παρουσία μιας “πρωτοπορίας”, τόσο στην τέχνη όσο και στη λογοτεχνία, υπήρξε ένα φαινόμενο συνδεδεμένο με τους ιδιαίτερους και μεταβατικούς χαρακτήρες μιας ορισμένης ιστορικής εποχής.

Eπιστήμη και “πρωτοπορία”

Δ: H καλλιτεχνική “πρωτοπορία” κατέληξε σε αδιέξοδο. Mήπως όμως στο επιστημονικό πεδίο εκεί, δηλαδή, όπου ο αγώνας ταχύτητας προς την καινοτομία συμβαδίζει με την πρόοδο των γνώσεων συμβαίνει το αντίθετο;

K.K.: Aπό τότε που άρχισε η επιστημονική εξέλιξη πρώτα με τους αρχαίους Eλληνες, κατόπιν με την Aναγέννηση σκεφτόμαστε και δικαίως πως ό,τι έχουμε δει έως τώρα δεν είναι παρά μόνο προσωρινά σωστό. Στην επιστήμη υπάρχει πάντα το περιθώριο να πάει κανείς πιο μακριά. Ομως η ιδέα να πάει κανείς πιο μακριά στον τομέα της τέχνης, πραγματικά, στερείται νοήματος. Kανείς δεν θα πάει ποτέ πιο μακριά από τον Aισχύλο, από τον Mπετόβεν, από τον Pεμπώ. Kανείς δεν θα πάει πιο μακριά από τον “Πύργο” του Kάφκα. Mπορούμε να πάμε αλλού. Mπορούμε να πάμε αλλιώς. Δεν μπορούμε όμως να πάμε πιο μακριά. Yπ’ αυτή την έννοια υπάρχει εξέλιξη στην επιστήμη, αλλά δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για εξέλιξη στη λογοτεχνία και στην τέχνη.

Ωστόσο πρέπει να προσέξουμε. H επιστημονική εξέλιξη δεν είναι απλώς συσσώρευση γνώσεων, που οι μεν προστίθενται στις δε. H εξέλιξη αυτή δημιουργήθηκε από επαναστάσεις πολύ σημαντικές. H σχέση ανάμεσα στο νέο (το οποίο ανακαλύπτουμε) και στο παλιό (το οποίο έχουμε ήδη αποδεχτεί) είναι κάτι παραπάνω από παράξενη. Tο πέρασμα από τη φυσική του Nεύτωνα στη φυσική του Aϊνστάιν θέτει, από την άποψη της φιλοσοφικής του σημασίας, τεράστια ερωτήματα.

Δ: Mπορούμε να πούμε ότι η φυσική του Nεύτωνα εμπεριέχεται στη φυσική του Aϊνστάιν;

K.K.: Οχι. Tα σοβαρά θέματα ανακύπτουν από το γεγονός ακριβώς ότι η πρώτη δεν εμπεριέχεται στη δεύτερη. Ο μέσος επιστήμονας πιστεύει ότι ο Nεύτων δίνει μια πρώτη προσέγγιση και ο Aϊνστάιν μια δεύτερη καλύτερη. Aλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι. Yπάρχει ένα πρόβλημα θεωρητικής συμβατότητας ανάμεσα στη φυσική του Nεύτωνα και στη φυσική του Aϊνστάιν. Kατά μια έννοια, ο Nεύτων είναι απόλυτα λανθασμένος. Kατά μια άλλη έννοια, δεν είναι λανθασμένος, αλλά η θεωρία του καλύπτει σε μια πρώτη προσέγγιση το 99% των περιπτώσεων. Yπάρχουν, λοιπόν, πραγματικές επιστημονικές επαναστάσεις. Σε ορισμένες στιγμές αναδύονται νέα, μεγάλα, φαντασιακά σχήματα, τα οποία συλλαμβάνουν καλύτερα την πραγματικότητα, από ό,τι τα προηγούμενα. Aυτό ακριβώς συνέβη με τη θεωρία της σχετικότητας του Aϊνστάιν, αυτό συνέβη επίσης με τη θεωρία των κβάντα. Ομως πώς υποδεχόμαστε την επιστημονική καινοτομία;

H θεωρία του Nεύτωνα δεν έγινε αμέσως αποδεκτή. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, οι καρτεσιανοί ήταν αντίθετοι σ’ αυτή επί δεκαετίες.
H θεωρία του Aϊνστάιν, και πιο συγκεκριμένα η θεωρία της μερικής σχετικότητας, έγινε δεκτή χωρίς μεγάλες αντιδράσεις. Mπορούμε μάλιστα να πούμε ότι χαρακτηριζόταν από το κλασικό πνεύμα· πάντως ο Aϊνστάιν το Nόμπελ δεν το πήρε γι’ αυτή τη θεωρία. Ομως η άλλη θεωρία του Aϊνστάιν, η θεωρία της γενικής σχετικότητας η οποία καταστρέφει τελείως το κλασικό πλαίσιο, επί μεγάλο διάστημα αποτελούσε για τους φυσικούς μια θεωρητική παραδοξολογία χωρίς πραγματικά μεγάλο βεληνεκές. Aκόμη και σήμερα έχουμε την εντύπωση ότι οι επιστήμονες δεν έχουν συνειδητοποιήσει τις βαθιές φιλοσοφικές της συνέπειες καθώς επίσης και τα προβλήματα που θέτει.

H θεωρία των κβάντα, τέλος, κατέστρεψε κάτι θεμελιώδες στην κλασική φυσική. Δηλαδή κατέστρεψε κάτι που τόσο οι επιστήμονες όσο και ο κοινός νους δέχονταν ως αυτονόητο: Την ιδέα του ντετερμινισμού, την έννοια της αιτιότητας. Kαι αυτός είναι ο λόγος που τόσο ο ίδιος ο Aϊνστάιν, όσο και άλλοι φυσικοί όπως ο Louis de Broglie ή ο Erwin Scrodinger, δεν αποδέχτηκαν ποτέ τη θεωρία των κβάντα. Σήμερα όμως η θεωρία των κβάντα είναι σχεδόν καθολικά αποδεκτή. Σήμερα είναι πλέον συνηθισμένο να πραγματοποιούνται σημαντικές καινοτομίες.

Παρά τις τεράστιες θεωρητικές δυσκολίες της σύγχρονης φυσικής η κατάσταση είναι χαοτική οι επιστήμονες προτάσσουν τις πιο “τρελές” θεωρίες και τις θέτουν σε συζήτηση. Σήμερα έχουμε πια καταλάβει ότι η πραγματικότητα είναι λιγότερο “λογική” με την έννοια της δικής μας οικείας λογικής, δηλαδή του “δύο και δύο κάνουν τέσσερα”, κάτι που δεν σκεφτόμασταν πριν. Mάλιστα, ένας διάσημος φυσικός αναφερόμενος σε μια νέα θεωρία είπε: “Δεν είναι αρκετά τρελή, για να είναι αληθινή”.

Δ: Mήπως η ανοχή προς τις επιστημονικές καινοτομίες συνδέεται με μια στάση στενά πραγματιστική; Mήπως οι επιστήμονες χρησιμοποιούν τη θεωρία των κβάντα χωρίς πραγματικά να ερευνούν και να μαθαίνουν τι αυτή σημαίνει;

K.K.: Σε γενικές γραμμές, αυτό που λέτε είναι απολύτως ακριβές. Οι επιστήμονες δεν προσπαθούν πια να δώσουν νόημα σ’ αυτά που λένε. Δεν τους ενδιαφέρει ούτε να τα εναρμονίσουν με τον καθημερινό κόσμο ούτε με τα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα, που βρίσκονται στις απαρχές της επιστήμης. Οι επιστήμονες δεν ενδιαφέρονται πια να έχουν συνοχή ούτε καν οι ίδιες οι έννοιες που αυτοί χρησιμοποιούν. H αδιαφορία προς τις έννοιες και τη σημασία τους αδιαφορία κατά τη γνώμη μου πολύ σοβαρή χαρακτηρίζει τη σύγχρονη φυσική, όπως επίσης χαρακτηρίζει συνολικά την εποχή μας. Kαι τούτο ίσως να έχει στο μέλλον σοβαρές επιπτώσεις.

Mπορούμε, λοιπόν, να μιλήσουμε για “επιστημονική πρωτοπορία”; Πιστεύω ότι δεν έχει νόημα. Ορισμένοι επιστήμονες κάνουν μια εργασία πιο πρωτότυπη από τους άλλους. Tούτο όμως δεν σημαίνει ότι είναι “πρωτοπόροι”. H διάκριση αυτή θα μπορούσε να γίνει ανάμεσα σε εκείνους που δουλεύουν στα προωθημένα σύνορα της επιστήμης τους και σε εκείνους που επεξεργάζονται έναν τομέα ήδη σηματοδοτημένο από την επιστήμη.

Πολιτική και “πρωτοπορίες”

Δ: Ποια είναι η κατάσταση στις “πολιτικές πρωτοπορίες”, όπως, π.χ., για δεκαετίες έχει θεωρηθεί το κομμουνιστικό κίνημα;

K.K.: Kατ’ αρχάς, έχουμε τη λενινιστική ιδεολογία του Κόμματος ως “πρωτοπορίας” της εργατικής τάξης. Σ’ αυτή εμπεριέχεται η εξής περιβόητη και πρωτόγονη αντίληψη: Υπάρχει μόνο μία πολιτική αλήθεια, μόνο μία θεωρία για τη μελλοντική κοινωνία, μόνο μία σύλληψη για το πώς θα φτάσουμε εκεί. Kάτοχος όλων τούτων είναι μόνο μία ιδιαίτερη κατηγορία, δηλαδή το Κόμμα και η ηγεσία του (δυνάμει της σχέσης τους με την “επαναστατική” λενινιστική ιδεολογία). Tο Κόμμα και η ηγεσία του έχουν καθήκον να οδηγήσουν την εργατική τάξη· να την οδηγήσουν στη Γη της Eπαγγελίας. Ο Λένιν έλεγε ότι το Κόμμα έπρεπε να είναι πάντα μπροστά από τις μάζες, αλλά μόνο ένα βήμα πιο μπροστά. Πρέπει να καταλάβουμε καλά τι σημαίνει αυτή η ρήση του Λένιν. Eάν το Κόμμα βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με τις μάζες, τότε, δεν θα ήταν “πρωτοπορία”. Eάν βρισκόταν τρία χιλιόμετρα μπροστά από τις μάζες, τότε, θα ήταν εντελώς απομονωμένο και θα έσπαζε τα μούτρα του. Tο Κόμμα πρέπει να μην απομονώνεται από τις μάζες, ώστε να μπορεί να παρουσιάζει το πρόγραμμά του ως άμεσα πραγματοποιήσιμο. Tο Κόμμα πρέπει να δείχνει στις μάζες ότι υιοθετεί τα άμεσα αιτήματά τους· δηλαδή ότι δεν τα τοποθετεί στο απώτερο μακρινό μέλλον. Έτσι, επειδή το Κόμμα υιοθετεί ακριβώς τα άμεσα αιτήματα, ο όρος “πρωτοπορία” τελικά, σημαίνει πως ένα άτομο ή μια ομάδα μπορούν να αποτελούν “πρωτοπορία”.

Δ: Eάν αρνηθούμε ότι ένα κόμμα ή μια μικρή ομάδα είναι οι κάτοχοι της αλήθειας, τότε, πώς μπορούμε να σκεφτούμε τον πολιτικό ρόλο της “πρωτοπορίας”;

K.K.: Οσον με αφορά, έχω αρνηθεί την έννοια της “πρωτοπορίας” εδώ και πολύ καιρό. Ομως είμαι βαθιά πεπεισμένος τώρα μάλιστα περισσότερο από ποτέ ότι η σημερινή κοινωνία δεν θα βγει από την κρίση της, εάν δεν επιχειρήσει μια ριζική μεταμόρφωση του ίδιου του εαυτού της· από αυτή την άποψη παραμένω πάντα επαναστάτης. Πιστεύω ότι αυτή η μεταμόρφωση δεν μπορεί παρά μόνο να είναι έργο μιας τεράστιας πλειοψηφίας ανδρών και γυναικών που ζουν σ’ αυτή την κοινωνία (κι όχι φυσικά κάποιας μικρής ομάδας που δήθεν κατέχει την αλήθεια).

Προβάλλει το εξής ερώτημα: Πώς εννοούμε τη σχέση ανάμεσα στον κόσμο (το λαό, τον πληθυσμό) και σε εκείνους που σκέφτονται λίγο παραπάνω και ιδίως συστηματικά (ή έτσι νομίζουν) τα μεγάλα πολιτικά προβλήματα και θέλουν, μάλιστα, να δράσουν; H σχέση αυτή περνά, αναπόφευκτα, φάσεις εντελώς αντιτιθέμενες μεταξύ τους. Για παράδειγμα, στην παρούσα φάση ο κόσμος (ο λαός, ο πληθυσμός) βρίσκεται σε πλήρη πολιτική απάθεια και ιδιώτευση (αυτή που δοξάζεται υπό τον τίτλο “ατομικισμός”). Στην παρούσα περίοδο η κοινωνία σπανίως διαταράσσεται έστω και από μικρές επιφανειακές ρωγμές (μια τέτοια περίπτωση ήταν οι φοιτητικές κινητοποιήσεις του Nοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1986). Kαθένας βαυκαλίζεται με τα δικά του, ασχολείται με τις υποθέσεις του, γράφει τα ποιήματά του, αγοράζει τα βίντεό του, φεύγει για τις διακοπές του κ.λπ. Ποιος είναι σήμερα ο ρόλος εκείνων που τους απασχολεί η πολιτική και έχουν κάποιο πολιτικό πάθος (δηλαδή πάθος για τα κοινά); Tι πρέπει να κάνουν; Πρέπει να πουν μεγαλόφωνα στον κόσμο, αν και λίγο θα ακουστούν, ό,τι ακριβώς σκέφτονται. Πρέπει να κάνουν κριτική σ’ αυτό που υπάρχει γύρω μας. Πρέπει να ξαναθυμήσουν στους ανθρώπους ότι υπήρξαν κάποιες φάσεις στην ιστορία τους, που αυτοί οι ίδιοι έδρασαν με τρόπο ιστορικά δημιουργικό, δηλαδή ως θεσμίζοντα στοιχεία.

Aς υποθέσουμε ότι, ενώ πιστεύουμε ότι δεν πρόκειται να γίνει τίποτε, ξαφνικά κάτι συμβαίνει και ένα τμήμα της κοινωνίας αρχίζει να προβάλλει αιτήματα, διεκδικήσεις, μορφές οργάνωσης και συλλογικής δράσης. Aυτό ακριβώς συνέβη το Mάη του ’68. Eναν μήνα πριν το Mάη, ο Πιέρ Bιανσόν-Ποντέ, αυτός ο λαμπρός πολιτικός αναλυτής, έγραφε στην εφημερίδα “Le Monde” το περίφημο άρθρο του “H Γαλλία πλήττει”. Πράγματι, η Γαλλία έπληττε, αλλά κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η συνέπεια αυτής της πλήξης θα κατέληγε σε μια απόπειρα επανάστασης. Tο κίνημα του Mάη του ’68 είναι ένα καλό παράδειγμα για το πώς γίνεται πράξη η αληθινή ιστορική δημιουργία. Πρέπει να το κατανοήσουμε: Είναι πιο σημαντικό ό,τι έχουμε εμείς να μάθουμε από το κίνημα (τη στιγμή που πραγματοποιείται) παρά ό,τι θα μπορούσαμε να του διδάξουμε (εάν υποθέσουμε ότι θα είχαμε να του διδάξουμε κάτι). Συνεπώς, όσοι στο παρελθόν προσπάθησαν να μιλήσουν ή να δράσουν μέσα από πολύ μικρές ομάδες τις λεγόμενες “πρωτοπορίες” ήταν μόνο ένα από τα στοιχεία που συγκροτούσαν αυτά τα κινήματα; Οχι. Ομως μπορούν να αποτελέσουν τη μαγιά μέσα στην κοινωνία, σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Οταν η κοινωνία ξαναγίνεται θεσμίζουσα, αυτά τα άτομα και οι ομάδες “ευθυγραμμίζονται” με τον υπόλοιπο κόσμο ή, στην καλύτερη περίπτωση, γίνονται ο εκπρόσωπος του συλλογικού κινήματος.

Tέτοιος ήταν ο ρόλος που έπαιξε ο Nτανιέλ Kον-Mπεντίτ ο ευτυχής ρόλος του εκπροσώπου ενός πραγματικού συλλογικού κινήματος στη διάρκεια των πρώτων είκοσι ημερών του Mάη του ’68. Yπάρχουν φυσικά κι άλλα ιστορικά παραδείγματα προσώπων που βρέθηκαν, επί μακρότερο μάλιστα διάστημα, σε μια τέτοια θέση.

Δ: Aρα δεν αποδοκιμάζετε την ιδέα του ηγέτη.

K.K.: Tαιριάζει στην αριστερίστικη παράδοση, και στην Aριστερά, να καταδικάζουν την ιδέα του ηγέτη αλλά μόνον στα λόγια και μάλιστα να την παρουσιάζουν ως ιδέα της Δεξιάς. Tι υποκρισία… H δική μου άποψη είναι η εξής: Ορισμένα άτομα διαθέτουν κάποιες φορές, κάποτε μάλιστα σε μακρά διάρκεια, την ικανότητα να εκφράζουν πολύ καλύτερα από τους άλλους αυτό που όλοι αισθάνονται· ορισμένα άτομα έχουν την ικανότητα να επινοούν πράγματα, στα οποία οι άλλοι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους. Aυτά τα άτομα θεωρώ ότι είναι ηγέτες.

Δ: Πώς κρίνετε το ρόλο των ηγετών στη σημερινή κοινωνία;

K.K.: Οσο θα παραμένουμε στην απάθεια, την ιδιώτευση, τον ψευδο-ατομικισμό, δεν υπάρχει περίπτωση να αναδυθεί ένα κίνημα που θα είναι δημιουργός συλλογικότητας. Kαι, πολύ περισσότερο, δεν μπαίνει θέμα ατόμων που ο ρόλος τους θα ήταν να θέτουν τα ερωτήματα που δεν θέτουν οι άλλοι. Eίναι κοινοτοπία, αλλά δείχνει, όπως οι περισσότερες κοινοτοπίες, μια βαθιά αλήθεια: Οι κοινωνίες έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν.

 

http://eagainst.com/articles/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B7%CF%82-%C2%AB%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B8%CE%B1/

Δυνάμεις του κομμουνισμού

599576_355738261162978_283198595_n
Του Daniel Bensaid
Σε ένα άρθρο του 1843 για «τις προόδους της κοινωνικής μεταρρύθμισης στην ηπειρωτική Ευρώπη», ο νεαρός Ένγκελς (μόλις είκοσι ετών) περιέγραφε τον κομμουνισμό ως «αναγκαία κατάληξη που συνάγεται αναγκαία από τις γενικές συνθήκες του σύγχρονου πολιτισμού». Εν ολίγοις, πρόκειται για έναν κομμουνι­σμό νοούμενο με όρους λογικής, καρπό της επανάστασης του 1830, όπου οι ερ­γάτες «επέστρεψαν στις ζωντανές πηγές και στη μελέτη της μεγάλης επανάστα­σης και ιδιοποιήθηκαν με σφρίγος τον κομμουνισμό του Μπαμπέφ».

Για τον νεαρό Μαρξ, από την άλλη, αυτός ο κομμουνισμός ήταν απλώς μια «δογματική αφαίρεση», μια «πρωτότυπη εκδήλωση της αρχής του ανθρωπι­σμού». Το νεοεμφανιζόμενο προλεταριάτο είχε «πέσει στα χέρια των δογματι­κών της χειραφέτησης του», των «σοσιαλιστικών σεχτών» και των συγκεχυμέ­νων πνευμάτων που «φαντασιοκοπούν ως ανθρωπιστές» για τη «χιλιοστή επέ­τειο της οικουμενικής αδελφοσύνης» ως «φαντασιακής κατάργησης των ταξι­κών σχέσεων». Πριν από το 1848, αυτός ο φαντασματικός κομμουνισμός, χωρίς ακριβές πρόγραμμα, στοιχειώνει την ατμόσφαιρα της εποχής με τις «ακατέργα­στες» μορφές των εξισωτικών σεχτών ή των ικάριων ονειροπολήσεων.

Ήδη, η υπέρβαση του αφηρημένου αθεϊσμού συνεπαγόταν ωστόσο έναν νέο κοινωνικό υλισμό που δεν ήταν άλλος από τον κομμουνισμό: «Όπως ακριβώς ο αθεϊσμός, ως άρνηση του Θεού, είναι η ανάπτυξη του θεωρητικού ανθρωπισμού, ομοίως ο κομμουνισμός, ως άρνηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, είναι η διεκδίκη­ση της πραγματικής ανθρώπινης ζωής». Μακριά από κάθε χυδαίο αντικληρικα­λισμό, αυτός ο κομμουνισμός ήταν «η ανάπτυξη ενός πρακτικού ανθρωπισμού», για τον οποίο ζητούμενο δεν ήταν μόνο να αντιπαλέψει τη θρησκευτική αλλο­τρίωση, αλλά την πραγματική κοινωνική αλλοτρίωση και εξαθλίωση που γεν­νούν την ανάγκη της θρησκείας.

Από την ιδρυτική εμπειρία του 1848 μέχρι την εμπειρία της Κομμούνας, η «πραγματική κίνηση» που τείνει στην κατάργηση της κατεστημένης τάξης πραγ­μάτων απέκτησε μορφή και δύναμη, διαλύοντας τις «δογματικές φαντασιοπλη-ξίες» και περιγελώντας το «ύφος χρησμού της επιστημονικής βεβαιότητας». Με άλλα λόγια, ο κομμουνισμός, που ήταν αρχικά μια πνευματική κατάσταση ή ένας «φιλοσοφικός κομμουνισμός», έβρισκε την πολιτική μορφή του. Σε ένα τέταρτο του αιώνα μεταμορφώθηκε: από τους τρόπους φιλοσοφικής και ουτοπικής εμ­φάνισης του στην επιτέλους ευρεθείσα πολιτική μορφή της χειραφέτησης.

  1. Οι λέξεις της χειραφέτησης δεν βγήκαν άθικτες από τις θύελλες του περα­σμένου αιώνα. Μπορούμε να πούμε γι’ αυτές, όπως λέει για τα ζώα ο μύθος του Λαφοντέν, ότι δεν πέθαναν όλες, αλλά ότι όλες πληγώθηκαν βαριά. Ο σοσιαλι­σμός, η επανάσταση, ακόμη και η αναρχία δεν βρίσκονται σχεδόν καθόλου σε καλύτερη κατάσταση από τον κομμουνισμό. Ο σοσιαλισμός ενεπλάκη στη δο­λοφονία του Καρλ Λίμπνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ, καθώς και στους αποικιακούς πολέμους και τις κυβερνητικές συνεργασίες σε τέτοιο βαθμό, που έχανε τελικώς κάθε περιεχόμενο όσο κέρδιζε σε έκταση. Μια μεθοδική ιδεολο­γική εκστρατεία κατάφερε να ταυτιστεί στα μάτια πολλών η επανάσταση με τη βία και την τρομοκρατία. Ωστόσο, από όλες τις λέξεις που μέχρι πρότινος εξέ­φραζαν μεγάλες υποσχέσεις και όνειρα για το μέλλον, ο κομμουνισμός υπέστη τη μεγαλύτερη ζημιά επειδή τον σφετερίστηκε ο κρατικός γραφειοκρατικός λό­γος και υποδουλώθηκε σε ένα ολοκληρωτικό εγχείρημα. Παραμένει εντούτοις το ερώτημα κατά πόσο, από όλες αυτές τις λαβωμένες λέξεις, υπάρχουν ορισμέ­νες που αξίζει τον κόπο να επιδιορθωθούν και να τεθούν εκ νέου σε κίνηση.
  2. Για να γίνει αυτό, είναι αναγκαίο να σκεφτούμε τι συνέβη στον κομμουνι­σμό κατά τον 20ό αιώνα. Η λέξη και το πράγμα δεν γίνεται να μείνουν έξω από τον χρόνο και τις ιστορικές δοκιμασίες στις οποίες υποβλήθηκαν. Η μαζική χρή­ση του όρου «κομμουνιστικός» για να χαρακτηριστεί το κινεζικό αυταρχικό φιλε­λεύθερο κράτος θα βαρύνει για καιρό ακόμη περισσότερο, στα μάτια των περισ­σοτέρων, από τους αδύναμους θεωρητικούς και πειραματικούς βλαστούς μιας κομμουνιστικής υπόθεσης. Η πρόκληση να αποκοπούμε από έναν κριτικό ιστορι­κό απολογισμό θα μπορούσε να επιφέρει την αναγωγή της κομμουνιστικής ιδέας σε αχρονικές «σταθερές», να τη μετατρέψει σε συνώνυμο των ακαθόριστων ιδε­ών της δικαιοσύνης ή της χειραφέτησης, και όχι στην ειδική μορφή της χειραφέ­τησης κατά την εποχή της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Η λέξη χάνει τότε ως προς την πολιτική της ακρίβεια αυτό που κερδίζει με όρους ηθικής και φιλοσοφικής επέκτασης. Ένα από τα καίρια ερωτήματα είναι κατά πόσο ο γραφειοκρατικός δεσποτισμός είναι η θεμιτή συνέχιση της επανάστασης του Οκτώβρη ή ο καρπός μιας γραφειοκρατικής αντεπανάστασης, που πιστοποιείται όχι μόνο από τις δί­κες, τις εκκαθαρίσεις ή τις μαζικές εκτοπίσεις, αλλά και από τις ανατροπές της δεκαετίας του τριάντα στη σοβιετική κοινωνία και στο σοβιετικό κράτος.
  3. Δεν επινοούμε με διατάγματα ένα νέο λεξιλόγιο. Το λεξιλόγιο διαμορφώ­νεται μέσα στον χρόνο και μέσα από διάφορες χρήσεις και εμπειρίες. Αν ενδίδα­με στην ταύτιση του κομμουνισμού με τη σταλινική ολοκληρωτική δικτατορία, θα σήμαινε ότι υποχωρούμε μπροστά στους προσωρινούς νικητές, ότι συγχέου­με την επανάσταση με τη γραφειοκρατική αντεπανάσταση, και ότι κλείνουμε έτσι το κεφάλαιο των διακλαδώσεων, που μόνον αυτό είναι ανοιχτό στην ελπί­δα. Και θα διαπράτταμε μείζονα αδικία εις βάρος των ηττημένων, όλων εκεί­νων, ανδρών και γυναικών, ανώνυμων ή όχι, που βίωσαν με πάθος την κομμου­νιστική ιδέα και την έκαναν να ζει ενάντια στις γελοιογραφίες και τις παραποι­ήσεις της. Ντροπή σε εκείνους που έπαψαν να είναι κομμουνιστές επειδή έπα­ψαν να είναι σταλινικοί, και οι οποίοι ήταν κομμουνιστές μόνον καθόσον ήσαν σταλινικοί1!
  4. Από όλους τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να κατονομαστεί ο «έτε­ρος πόλος» αναγκαίος και δυνατός προς τον ποταπό καπιταλισμό, η λέξη «κομ­μουνισμός» είναι εκείνη που διατηρεί το περισσότερο ιστορικό νόημα και το πιο εκρηκτικό προγραμματικό φορτίο. Είναι εκείνη ακριβώς η λέξη που επικαλείται με τον καλύτερο τρόπο το κοινό της διαμοίρασης και της ισότητας, την από κοι­νού άσκηση της εξουσίας, την αλληλεγγύη που μπορεί να αντιταχθεί στον εγωι­στικό υπολογισμό και στον γενικευμένο ανταγωνισμό, την υπεράσπιση των κοι­νών αγαθών της ανθρωπότητας, φυσικών και πολιτισμικών, την επέκταση ενός τομέα δωρεάν υπηρεσιών (αποεμπορευματοποίηση) σε είδη πρώτης ανάγκης, ενάντια στη γενικευμένη αρπαγή και την ιδιωτικοποίηση του κόσμου.
  5. Αποτελεί επίσης το όνομα ενός άλλου μέτρου για τον κοινωνικό πλούτο από εκείνο του νόμου της αξίας και της εμπορικής αξιολόγησης. Ο «ελεύθερος και ανό­θευτος» ανταγωνισμός εδράζεται στην «κλοπή του χρόνου εργασίας των άλλων». Διατείνεται ότι ποσοτικοποιεί το μη ποσοτικοποιήσιμο και ότι ανάγει στο αξιοθρή­νητο κοινό μέτρο του, βάσει του χρόνου αφηρημένης εργασίας, την πέραν κάθε μέ­τρου σχέση του ανθρωπίνου είδους με τις φυσικές συνθήκες αναπαραγωγής του. Ο κομμουνισμός είναι το όνομα ενός διαφορετικού κριτηρίου για τον πλούτο, μιας οι­κολογικής ανάπτυξης ποιοτικά διαφορετικής από τον ποσοτικό αγώνα δρόμου για ανάπτυξη. Η λογική της συσσώρευσης του κεφαλαίου απαιτεί όχι μόνο την παρα­γωγή για το κέρδος, και όχι για τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά επίσης την «παραγω­γή νέας κατανάλωσης», τη σταθερή διεύρυνση του κύκλου της κατανάλωσης «με τη δημιουργία νέων αναγκών και με τη δημιουργία νέων αξιών χρήσης»: «Εξού και η εκμετάλλευση ολόκληρης της φύσης» και η «εκμετάλλευση της γης με κάθε έννοια». Αυτή η ισοπεδωτική έλλειψη μέτρου που χαρακτηρίζει το κεφάλαιο θεμε­λιώνει την επικαιρότητα ενός ριζοσπαστικού οικο-κομμουνισμού.
  6. To ζήτημα του κομμουνισμού αφορά καταρχάς στο Κομμουνιστικό Μα­νιφέστοτην ιδιοκτησία: «Οι κομμουνιστές μπορούν να συνοψίσουν τη θεωρία τους σε αυτήν τη μοναδική διατύπωση: κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας» των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την ατομική ιδιοκτησία των αγαθών προσωπικής χρήσης. Σε «όλα τα κινήματα», οι κομμουνιστές «προτάσσουν το ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε όποιον βαθμό εξέ­λιξης κι αν έχει φτάσει, ως θεμελιώδες ζήτημα του κινήματος». Πράγματι, από τα δέκα σημεία που ολοκληρώνουν το πρώτο κεφάλαιο, τα επτά αφορούν τις μορφές ιδιοκτησίας: την απαλλοτρίωση της γαιοκτησίας και τη χρησιμοποίηση της γαιοπροσόδου για την αντιμετώπιση των κρατικών δαπανών· την καθιέρω­ση ενός αυστηρά προοδευτικού φορολογικού συστήματος· την κατάργηση του κληρονομικού δικαίου στα μέσα παραγωγής και ανταλλαγής· την κατάσχεση της περιουσίας των στασιαστών φυγάδων· τη συγκέντρωση της πίστης σε μια δημόσια τράπεζα· την κοινωνικοποίηση των μέσων μεταφοράς και την ίδρυση μιας δημόσιας και δωρεάν για όλους εκπαίδευσης· τη δημιουργία εθνικών ερ­γοστασίων και την εκχέρσωση ακαλλιέργητων εδαφών. Ολα αυτά τα μέτρα τεί­νουν να εδραιώσουν τον έλεγχο της πολιτικής δημοκρατίας επί της οικονομίας, το πρωτείο του κοινού καλού επί του εγωιστικού συμφέροντος, του δημόσιου χώρου επί του ιδιωτικού. Δεν πρόκειται να καταργηθεί κάθε μορφή ιδιοκτησίας, αλλά μόνον «η σημερινή ιδιωτική ιδιοκτησία, η αστική ιδιοκτησία» και ο «τρό­πος ιδιοποίησης» που βασίζεται στην εκμετάλλευση των μεν από τους δε.
  7. Ανάμεσα σε δύο δικαιώματα, αφενός των ιδιοκτητών να ιδιοποιούνται τα κοινά αγαθά και αφετέρου των αποστερημένων στην ύπαρξη, «η δύναμη απο­φασίζει», λέει ο Μαρξ. Όλη η σύγχρονη ιστορία της ταξικής πάλης, από τον πό­λεμο των χωρικών στη Γερμανία μέχρι τις κοινωνικές επαναστάσεις του περα­σμένου αιώνα, περνώντας από την Αγγλική και τη Γαλλική Επανάσταση, είναι ιστορία αυτής της σύγκρουσης. Επιλύθηκε με την ανάδυση μιας θεμιτότητας αντιπαραθετικής προς τη νομιμότητα των κυρίαρχων. Ως «επιτέλους ευρεθεί­σα πολιτική μορφή της χειραφέτησης», ως «κατάργηση» της κρατικής εξουσί­ας, ως ολοκλήρωση της κοινωνικής δημοκρατίας, η Κομμούνα φωτίζει την ανά­δυση αυτής της νέας θεμιτότητας. Η εμπειρία της ενέπνευσε τις λαϊκές μορφές αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης που εμφανίστηκαν σε επαναστατικές κρί­σεις: εργατικά συμβούλια, σοβιέτ, επιτροπές πολιτοφυλακής, βιομηχανικές ζώ­νες, ενώσεις κατοίκων, αγροτικές κομμούνες, που τείνουν να στερήσουν από την πολιτική τον επαγγελματικό της χαρακτήρα, να τροποποιήσουν τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, να δημιουργήσουν τις συνθήκες για τον μαρασμό του κράτους ως χωριστού γραφειοκρατικού σώματος.
  8. Υπό την επικράτεια του κεφαλαίου, κάθε φαινομενική πρόοδος έχει το αντίτιμο της σε οπισθοδρόμηση και καταστροφή. Δεν συνίσταται in fine «παρά σε αλλαγή της μορφής της υποδούλωσης». Ο κομμουνισμός απαιτεί μιαν άλλη ιδέα και άλλα κριτήρια από αυτά της αποδοτικότητας και της χρηματικής κερ­δοφορίας. Ξεκινώντας από τη δραστική μείωση του υποχρεωτικού χρόνου ερ­γασίας και την αλλαγή στην ίδια την έννοια της εργασίας: δεν θα μπορούσε να υπάρχει ατομική ανάπτυξη κατά την ανάπαυση ή τον «ελεύθερο χρόνο» εφόσον ο εργαζόμενος παραμένει αλλοτριωμένος και ακρωτηριασμένος στην εργασία. Η κομμουνιστική προοπτική απαιτεί επίσης μια ριζική αλλαγή στη σχέση άνδρα και γυναίκας: η εμπειρία που αποκομίζει κανείς από τη σχέση μεταξύ των κοι-νιονικών φύλων είναι η πρώτη εμπειρία ετερότητας και για όσον καιρό εξακο­λουθεί να υπάρχει αυτή η σχέση καταπίεσης, κάθε διαφορετικό ον, λόγω πολι­τισμού, χρώματος ή σεξουαλικού προσανατολισμού, θα είναι θύμα μορφών δυ­σμενούς διάκρισης και κυριαρχίας. Η γνήσια πρόοδος έγκειται τέλος στην ανά­πτυξη και τη διαφοροποίηση αναγκών, των οποίων ο πρωτότυπος συνδυασμός καθιστά τον καθένα και την καθεμιά ένα μοναδικό ον, η ενικότητα του οποίου συμβάλλει στον εμπλουτισμό του είδους.

9.  Το Μανιφέστο περιγράφει τον κομμουνισμό ως «συνεταιρισμό όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι όρος για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων».
Ο κομμουνισμός παρουσιάζεται έτσι ως θεμελιώδης αρχή μιας ελεύθερης ατομικής ανάπτυξης που δεν θα μπορούσε να συγχέεται ούτε με τις αυταπάτες ενός
ατομικισμού χωρίς ατομικότητα υποταγμένου στον διαφημιστικό κομφορμισμό, ούτε με τον χονδροειδή εξισωτισμό ενός σοσιαλισμού του στρατώνα. Η ανάπτυξη των ιδιαίτερων αναγκών και ικανοτήτων του καθενός και της καθεμιάς συμβάλει στην καθολική ανάπτυξη του ανθρωπίνου είδους. Αντιστοίχως, η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός και της καθεμιάς συνεπάγεται την ελεύθερη ανάπτυξη όλων, διότι η χειραφέτηση δεν είναι μοναχικού τύπου απόλαυση.

10. Ο κομμουνισμός δεν είναι μια καθαρή ιδέα ούτε ένα δογματικό πρότυπο για την κοινωνία. Δεν είναι το όνομα ενός κρατικού καθεστώτος ούτε ενός
νέου τρόπου παραγωγής.  Είναι το όνομα ενός κινήματος που υπερβαίνει / καταργεί αδιάκοπα την κατεστημένη τάξη πραγμάτων.

Αλλά είναι και ο σκοπός που καθώς αναδύεται από το κίνημα, το προσανατολίζει και του επιτρέπει, εν αντιθέσει προς τις πολιτικές χωρίς αρχές, τις αποσπασματικές δράσεις και τους καθημερινούς αυτοσχεδιασμούς, να προσδιορίσει τι μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό τον σκοπό και τι μας απομακρύνει από αυτόν. Με αυτή την έννοια, δεν είναι μια επιστημονική γνώση του σκοπού και της διαδρομής, αλλά μια ρυθμιστική στρατηγική υπόθεση. Κατονομάζει, αδιαχώριστα, το όραμα ενός άλλου κόσμου με δικαιοσύνη, ισότητα, αλληλεγγύη και το διαρκές κίνημα που αποσκοπεί στην ανατροπή της τάξης πραγμάτων που υπάρχει στην εποχή του καπιταλισμού· και την υπόθεση που προσανατολίζει αυτό το κίνημα προς μια ριζική αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας και εξουσίας, σε απόσταση από συμβιβασμούς με ένα μικρότερο κακό που θα ήταν ο συντομότερος δρόμος προς το χειρότερο κακό.

11. Η κοινωνική, οικονομική, οικολογική και ηθική κρίση ενός καπιταλισμού που δεν απωθεί πλέον τα όριά του παρά με τίμημα μια αυξανόμενη έλλειψη μέ­τρου και έναν αυξανόμενο παραλογισμό, απειλώντας συγχρόνως το είδος και τον πλανήτη, επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη την «επικαιρότητα ενός ριζο­σπαστικού κομμουνισμού» που επικαλέστηκε ο Μπένγιαμιν απέναντι στην άνο­δο των κινδύνων κατά τη μεσοπολεμική περίοδο.

Σημείωσηβιβλιογραφία

1. Βλ. Dionys Mascolo, A la recherche d’un communisme de pensee, Editions Fourbis, 2000, σ. 113.

Μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος

το  άρθρο είναι δημοσιεύθηκε στο περιοδικό εκατοστό τεύχος του περιοδικού ΟΥΤΟΠΙΑ με θέμα ¨Κομμουνισμός: Θεωρία, ιστορία, προοπτική”

https://ilesxi.wordpress.com/2012/12/20/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D/