O ρόλος των κρατών στη γένεση του παγκόσμιου καπιταλισμού

Των Λίο Πάνιτς και Σαμ Γκίντιν

Το ζήτημα της σχέσης του κράτους με το κεφάλαιο παραμένει ένα θέμα – και εξακολουθεί να είναι από τα άκρως αμφισβητούμενα – για τους μελετητές, καθώς και για τους ακτιβιστές. Στο έργο των περισσότερων οικονομολόγων, ο καπιταλισμός θεωρείται σχεδόν συνώνυμο των αγορών. Σε αυτό το πλαίσιο, η παγκοσμιοποίηση είναι ουσιαστικά η γεωγραφική επέκταση των ανταγωνιστικών αγορών, μια διαδικασία που εξαρτάται από την άρση των κρατικών εμποδίων και την υπέρβαση της απόστασης μέσω της τεχνολογίας. Από την πλευρά τους, οι πολιτικοί επιστήμονες έχουν συνήθως κατανοήσει ότι οι αγορές δεν είναι φυσικές και πρέπει να δημιουργηθούν, και ότι τα κράτη είναι θεμελιώδεις παράγοντες σε αυτή τη διαδικασία, αλλά σπάνια παρεμβαίνουν στους τρόπους μέσω των οποίων σχηματίστηκαν,  από σημεία συνάντησης των καπιταλιστικών κοινωνικών σχέσεων και των δυναμικών της συσσώρευσης κεφαλαίου.

Η αμοιβαία σύνθεση των κρατών, των τάξεων και των αγορών έχει φυσικά αποτελέσει το επίκεντρο των ερευνητών της πολιτικής οικονομίας, οι οποίοι δουλεύουν εντός ενός ιστορικού υλιστικού πλαισίου. Άλλα, συχνά, έχουν παρεμποδιστεί από τις μαρξιστικές τάσεις να αναλύσουν την τροχιά του καπιταλισμού ως παράγωγο των αφηρημένων οικονομικών νόμων. Οι εννοιολογικές κατηγορίες που ανάπτυξε ο Μαρξ για να καθορίσει τις δομικές σχέσεις και τις οικονομικές δυναμικές που είναι διακριτές στον καπιταλισμό μπορεί να είναι εξαιρετικά πολύτιμες, αλλά μόνο αν οδηγούν στην κατανόηση των επιλογών που έχουν γίνει και των ειδικών θεσμών που δημιουργούνται από συγκεκριμένους ιστορικούς δρώντες. Βασιζόμενη σε προηγούμενες προσπάθειες ανάπτυξης μιας θεωρίας του καπιταλιστικού κράτους προς αυτήν την κατεύθυνση, αυτή είναι η προσέγγιση που καθοδηγεί τη μελέτη μας για το ρόλο του αμερικανικού κράτους στη δημιουργία του παγκόσμιου καπιταλισμού.

Η πολιτική και η οικονομία στον καπιταλισμό

Σε σύγκριση με τις προ-καπιταλιστικές οικονομίες, ένα από τα καθοριστικά χαρακτηριστικά του καπιταλισμού είναι η νομική και οργανωτική διαφοροποίηση του κράτους και της οικονομίας. Αυτό δεν έχει να κάνει με το γεγονός ότι δεν υπήρξε ποτέ ένας πλήρης διαχωρισμός μεταξύ της πολιτικής και οικονομικής σφαίρας του καπιταλισμού. Πράγματι, όσο ο καπιταλισμός ανέπτυσσε κράτη, τόσο περισσότερο συμμετείχε στην οικονομική ζωή όσο ποτέ άλλοτε, κυρίως στην ίδρυση και οργάνωση του νομικού, κανονιστικού πλαισίου και του πλαισίου υποδομής στο οποίο η ιδιωτική ιδιοκτησία, ο ανταγωνισμός και τα συμβόλαια εμφανίζονταν με σκοπό να λειτουργήσουν. Επίσης, τα καπιταλιστικά κράτη ήταν ολοένα και πιο σημαντικοί παράγοντες στην προσπάθεια να ενσωματώσουν τις καπιταλιστικές κρίσεις και μεταξύ άλλων και ως δανειστές εσχάτης ανάγκης. Ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να αναπτυχθεί και να επεκταθεί αν τα κράτη δεν αποφάσιζαν να κάνουν αυτά τα πράγματα. Αντίθετα, τα κράτη ήταν ολοένα και πιο εξαρτημένα από την επιτυχία της συσσώρευσης κεφαλαίου για φορολογικά έσοδα και λαϊκή νομιμοποίηση.

Ο καπιταλισμός δεν θα μπορούσε να υπάρξει αν τα κράτη δεν έκαναν ορισμένα πράγματα, αλλά τι κάνουν τα κράτη στην πράξη και πως καλά πόσο τα κάνουν αυτά, είναι το αποτέλεσμα περίπλοκων σχέσεων μεταξύ κοινωνικών και κρατικών δρώντων, η ισορροπία των ταξικών δυνάμεων, και αν μη τι άλλο, το εύρος και ο χαρακτήρας των ικανοτήτων κάθε κράτους. Τα καπιταλιστικά κράτη έχουν αναπτύξει διάφορα μέσα προώθησης και συντονισμού της καπιταλιστικής συσσώρευσης, καθώς και την ικανότητα πρόβλεψης μελλοντικών προβλημάτων και της συμπερίληψης αυτών όταν εμφανίζονται, και αυτό έχει συχνά ενσωματωθεί σε διαφορετικούς θεσμούς με εξειδικευμένη εμπειρία.

Εντός αυτού του πλαισίου πρέπει να αντιληφθούμε τη «σχετική αυτονομία» των καπιταλιστικών κρατών:  όχι ως ασύνδετη με τις καπιταλιστικές τάξεις, αλλά μάλλον ως αυτόνομη ικανότητα να ενεργεί για λογαριασμό του συστήματος στο σύνολό του. Από αυτήν την άποψη, οι καπιταλιστές είναι λιγότερο πιθανό να είναι ικανοί να δουν το δάσος αντί των δέντρων σε σχέση με τους αξιωματούχους και τους πολιτικούς των οποίων οι αρμοδιότητες είναι διαφορετικής τάξεως από αυτή της δημιουργίας κέρδους για μια επιχείρηση. Αλλά αυτό που τα κράτη μπορούν αυτόνομα να κάνουν, ή να κάνουν προς απάντηση των κοινωνικών πιέσεων, είναι τελικά περιορισμένο αφού εξαρτώνται από την επιτυχία της συσσώρευσης κεφαλαίου. Πάνω απ’ όλα, είναι υπό αυτήν την έννοια που η αυτονομία τους είναι μόνο σχετική.

Η διαφοροποίηση κράτους και οικονομίας άφησε τελικά περιθώριο για την οργάνωση των ταξικών συμφερόντων και την εκπροσώπησή τους έναντι των αντιτιθέμενων τάξεων και του κράτους. Καθώς οι καπιταλιστές, οι αγρότες και οι εργάτες δημιούργησαν διακριτά θεσμικά όργανα, η αυθαίρετη εξουσία των κρατών ήταν περιορισμένη, αλλά την ίδια στιγμή οι ικανότητες των κρατών ήταν γενικώς ενισχυμένες.

Μια πτυχή αυτού ήταν η εδραίωση του κράτους δικαίου ως ένα φιλελεύθερο πολιτικό πλαίσιο για την ιδιοκτησία, τον ανταγωνισμό και τις συμβάσεις. Άλλη πτυχή ήταν η δημιουργία ειδικευμένων οργανισμών για τη διευκόλυνση της συσσώρευσης μέσω ρύθμισης των αγορών. Μια άλλη ήταν η καθιέρωση φιλελεύθερης δημοκρατίας ως η δυνητική μορφή του καπιταλιστικού κράτους, αν και αυτό δεν έγινε αντιληπτό σε κάθε σταθερό τρόπο ακόμα και στα προηγμένα καπιταλιστικά κράτη μέχρι το δεύτερο μισό του 20ου αιώνα.

Η ανάμιξη ιμπεριαλισμού–καπιταλισμού

Η μακραίωνη ιστορία των αυτοκρατοριών, όπως εμπλέκει την πολιτική εξουσία σε εκτεταμένες περιοχές, επηρεάστηκε ουσιαστικά από τη διαφοροποίηση μεταξύ κράτους και οικονομίας στο πλαίσιο του καπιταλισμού. Ως μέρος της διαφοροποίησης της οικονομική και πολιτικής σφαίρας, ιδιαίτερα οι καπιταλιστές επεκτείνουν το φάσμα δραστηριοτήτων τους πέρα από τα χωρικά όρια των αντίστοιχων κρατών τους. Εφόσον τα κράτη συχνά ενθάρρυναν και υποστήριξαν καπιταλιστές για να κάνουν αυτό, υπήρξε πάντα μια ιδιαίτερη εθνική διάσταση στις διαδικασίες καπιταλιστικής διεθνοποίησης.

Και καθώς η αλληλεπίδραση με το ξένο κεφάλαιο επηρέασε τις εγχώριες κοινωνικές δυνάμεις, αυτό με τη σειρά του συνέβαλε στη δημιουργία αυτού του συνδυασμού των εσωτερικών και εξωτερικών πιέσεων σύμφωνα με τις οποίες τα κράτη κατέληγαν να αποδέχονται μια ορισμένη ευθύνη για την αναπαραγωγή του καπιταλισμού διεθνώς. Είναι κυρίως υπό αυτήν την έννοια που μπορούμε να μιλάμε ορθώς για την «διεθνοποίηση του κράτους».

Επομένως, είναι λάθος να υποθέσουμε μια ανυπέρβλητη αντίφαση μεταξύ του διεθνούς χώρου συσσώρευσης και του εθνικού χώρου των κρατών. Αντίθετα, κατά την εξέταση του ρόλου που έχουν διαδραματίσει πάντα τα κράτη στη διεθνή οικονομική σκηνή, χρειάζεται να αναρωτηθούμε κατά πόσον οι δραστηριότητές τους ήταν συνεπείς με την επέκταση των καπιταλιστικών αγορών σε διεθνές επίπεδο –και συνεπείς με τις δραστηριότητες άλλων κρατών. Ο ρόλος ορισμένων κρατών είναι πολύ πιο σημαντικός από ό,τι κάποιων άλλων και αυτό δεν μπορεί να αναλυθεί χωρίς να λαμβάνεται υπόψη η σχέση μεταξύ κράτους και αυτοκρατορίας στον καπιταλισμό.

Η ανάλυση της διεθνούς διάστασης του καπιταλισμού, και η πεποίθηση ότι η εξαγωγή κεφαλαίου μετασχημάτιζε το ρόλο του κράτους τόσο στις χώρες εξαγωγής, όσο και στις χώρες εισαγωγής κεφαλαίου ήταν η πιο σημαντική συμβολή των θεωρητικών του ιμπεριαλισμού που έγραφαν στις αρχές της δεκαετίας του 20ου αιώνα. Η σύνδεση, όμως, που έκαναν αυτοί οι θεωρητικοί μεταξύ της εξαγωγής κεφαλαίου και της ενδο-ιμπεριαλιστικής αντιπαλότητας εκείνων των χρόνων ήταν προβληματική, και θα ακόμα πιο προβληματική τα χρόνια από το 1945 και μετά. Το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ότι οι κλασικές θεωρίες του ιμπεριαλισμού αντιμετώπισαν, κατ’ εντολήν των αντίστοιχων καπιταλιστικών τους τάξεων, τα κράτη ως απλούς δρώντες και ως εκ τούτου δεν έδωσαν επαρκή βαρύτητα στο ρόλο των προ-καπιταλιστικών αρχουσών τάξεων στις ενδο-ιμπεριαλιστικές αντιπαλότητες της δικής τους εποχής.

Επίσης, αντιμετώπισαν την ίδια την εξαγωγή κεφαλαίου ως ιμπεριαλιστική και έτσι οι θεωρίες τους δεν κατέγραψαν πραγματικά τη διαφοροποίηση της οικονομικής και πολιτικής σφαίρας στον καπιταλισμό και με αυτήν την έννοια της άτυπης αυτοκρατορίας. Αυτό ήταν το ίδιο ένα προϊόν αποτυχίας, όπως κάποτε σημείωσε ο Colin Leys, «να διαχωριστεί η ιδέα του ιμπεριαλισμού από την ιδέα του καπιταλισμού».

Στη «χρυσή εποχή» μετά το 1945 οι εγχώριες αγορές δεν ήταν κορεσμένες, τα κέρδη πραγματοποιήθηκαν μέσω της επέκτασης της κατανάλωσης της εργατικής τάξης, αλλά οι εξαγωγές κεφαλαίου συνεχίστηκαν, καθοδηγούμενες από εντελώς διαφορετικούς παράγοντες, όπως η εξαγωγή του ίδιου του κεφαλαίου μετασχηματίστηκε τον 20ο αιώνα στο πλαίσιο της διεθνούς ολοκλήρωσης του προϊόντος μέσω των πολυεθνικών επιχειρήσεων και της εκτεταμένης ανάπτυξης των διεθνών χρηματοοικονομικών αγορών.

Στο πέρασμα από την, εν μέρει άτυπη, βρετανική αυτοκρατορία στην, κυρίαρχα άτυπη, αμερικανική αυτοκρατορία είχε προκύψει κάτι πολύ πιο διακριτό από την Pax America που αντικατέστησε την Pax Britannica. Το αμερικανικό κράτος, στην ίδια τη διαδικασία υποστήριξης του κεφαλαίου και της επέκτασης των πολυεθνικών επιχειρήσεων, ανέλαβε ολοένα και με πιο έντονο τρόπο την ευθύνη για δημιουργία των πολιτικών και νομικών συνθηκών για την γενική επέκταση και αναπαραγωγή του καπιταλισμού διεθνώς.

Αυτό δεν ήταν απλώς ένα ζήτημα προώθησης της διεθνούς επέκτασης των αμερικανικών πολυεθνικών επιχειρήσεων. Το γεγονός ότι οι κρατικοί δρώντες εξήγησαν τον ιμπεριαλιστικό τους ρόλο με όρους εκτιμήσεων για τον παγκόσμιο κανόνα δικαίου δεν ήταν εμφανώς υποκριτικό, ακόμα κι αν πάντα το βλέμμα τους πέφτει στο εάν αυτός θα ωφελούσε τον αμερικανικό καπιταλισμό. Αναφορικά με την άτυπη περιφερειακή αυτοκρατορία την οποία οι ΗΠΑ εγκαθίδρυσαν στις αρχές του 20ου αιώνα στο δικό τους ημισφαίριο, μια σωστή κατανόηση της άτυπης παγκόσμιας αυτοκρατορίας που εγκαθιδρύθηκε στα μέσα του αιώνα απαιτεί μια κλίμακα ανάλυσης η οποία μπορεί να αναγνωρίσει όχι μόνο τον εγχώριο, αλλά και το διεθνή ρόλο του αμερικανικού κράτος στον καθορισμό των προϋποθέσεων για συσσώρευση κεφαλαίου.

Επίσης, απαιτεί μια αρκετά διαφορετική κατανόηση των καταβολών της αμερικανικής αυτοκρατορίας από εκείνες που προέβαλαν κριτικοί ιστορικοί οι  οποίοι συνέδεσαν την πολιτική των ΗΠΑ τόσο άμεσα με τις καπιταλιστικές ανάγκες τους για εξαγωγές λόγω της υπερ-συσσώρευσης στην εγχώρια αγορά.

Είναι λάθος να προσπαθήσουμε να εξηγήσουμε τις ιμπεριαλιστικές πρακτικές των ΗΠΑ προς όφελος των εμπορικών συμφερόντων κυρίως με τους όρους επιβολής τους από τους καπιταλιστές στο αμερικανικό κράτος. Ο κίνδυνος αυτού του τύπου ερμηνείας είναι ότι υπερβάλλει σε σχέση με το βαθμό στον οποίο η συνείδηση των καπιταλιστών για τα συμφέροντά τους ήταν πάντα τόσο σταθερή και σαφής. Επίσης, συχνά οδηγεί στο σχηματισμό πολύ αυστηρών διακρίσεων μεταξύ  διεθνώς προσανατολισμένων και εγχώριων αγορών με γνώμονα στοιχεία της καπιταλιστικής τάξης των ΗΠΑ.

Οι εντάσεις, όπως και οι συνέργειες, μεταξύ ρόλου του αμερικανικού κράτους απέναντι στην ίδια του την κοινωνία και τις αυξανόμενες ευθύνες του για τη διευκόλυνση της συσσώρευσης κεφαλαίου παγκοσμίως δεν μπορούν να υποβιβαστούν σε μια ανάλυση περί αιτημάτων διαφορετικών «ταξικών τάσεων». Πιο αποφασιστικά, μια τέτοια ερμηνεία δεν επικεντρώνεται επαρκώς στη σχετική αυτονομία του αμερικανικού κράτους ανάπτυξης πολιτικής και στρατηγικών κατευθύνσεων και επίτευξης πολιτικών συμβιβασμών μεταξύ διαφορετικών καπιταλιστικών δυνάμεων – και μεταξύ αυτών και άλλων κοινωνικών δυνάμεων.

Η διεθνοποίηση του καπιταλιστικού κράτους

Η πιο σημαντική καινοτομία της σχέσης μεταξύ καπιταλισμού και ιμπεριαλισμού, που ο Β΄ Παγκόσμιος Πόλεμος εδραίωσε, είναι ότι τα τρένα που ήταν από τα πυκνότερα ιμπεριαλιστικά δίκτυα και θεσμικούς δεσμούς, που προηγουμένως είχαν τρέξει στο βορρά – νότο μεταξύ ιμπεριαλιστικών κρατών και των τυπικών ή άτυπων αποικιών τους, τώρα έτρεχαν μεταξύ των ΗΠΑ και των άλλων μεγάλων καπιταλιστικών κρατών. Η δημιουργία σταθερών συνθηκών για την παγκοσμιοποιημένη συσσώρευση κεφαλαίου, την οποία η Βρετανία ήταν ανίκανη να πετύχει τον 19ο αιώνα, τώρα επιτυγχάνεται με την αμερικανική άτυπη αυτοκρατορία, η οποία πέτυχε την ενοποίηση όλων των άλλων καπιταλιστικών δυνάμεων σε ένα αποτελεσματικό σύστημα συντονισμού υπό την αιγίδα της.

Η σημασία αυτού του γεγονότος μπορεί να εκτιμηθεί πλήρως με την κατάλληλη κατανόηση του τι σήμαινε με όρους διεθνοποίησης του καπιταλιστικού κράτους. Η δημιουργία νέων διεθνών θεσμών τη μεταπολεμική περίοδο δεν ισοδυναμεί με τις απαρχές ενός πρώτου παγκόσμιου κράτους. Αυτοί οι θεσμοί αποτελούνταν από εθνικά κράτη και οι ίδιοι είναι ενσωματωμένοι στη νέα αμερικανική αυτοκρατορία. Τα εθνικά κράτη παρέμειναν πρωταρχικώς υπεύθυνα για την αναδιοργάνωση και αναπαραγωγή των κοινωνικών σχέσεων και θεσμών της τάξης, του νομίσματος, της ιδιοκτησίας, των συμβολαίων και των αγορών. Αλλά ήταν τώρα διεθνοποιημένα με ένα διαφορετικό τρόπο απ’ ό,τι ήταν πριν.

Τώρα, αυτά έπρεπε να αποδεχθούν ένα μέρος της ευθύνης για προώθηση της συσσώρευσης του κεφαλαίου με έναν τρόπο που θα συνεισέφερε στην αμερικανικά καθοδηγούμενη διαχείριση της διεθνούς καπιταλιστικής τάξης. Το αμερικανικό κράτος δεν έκανε και τόσο πολλά για να υποχρεώσει τα άλλα κράτη, μάλλον έθεσε τις παραμέτρους εντός των οποίων καθοριζόταν η πορεία της δράσης τους.

Πολλές αμερικανικές διοικητικές, νομικές και συνταγματικές μορφές βρήκαν μιμητές σε άλλα κράτη, αλλά αυτό ήταν πάντα μεσολαβημένο και διαθλασμένο από τη συγκεκριμένη ισορροπία κοινωνικών δυνάμεων και αποφάσεων καθενός από αυτά. Η πολιτική τους δεν ήταν ποτέ μια άμεση αντανάκλαση της αμερικανικής οικονομικής διείσδυσης των οικονομιών τους. Ούτε άλλα κράτη είναι απλώς παθητικοί δρώντες στην αμερικανική αυτοκρατορία, καθώς η «σχετική αυτονομία» χαρακτήριζε τη διεθνοποίηση εκείνων των κρατών.

Ήταν η σχετική τους αυτονομία εντός της αμερικανικής αυτοκρατορίας που τους επέτρεψε να πιέσουν τις αμερικανικές κυβερνήσεις να αναλάβουν τις θεωρούμενες ως δικαιωματικές ευθύνες στη διαχείριση του παγκόσμιου καπιταλισμού με τρόπους που δεν θα αντανακλούν απλώς τις πολιτικές και οικονομικές πιέσεις στις οποίες υπόκεινται στο εσωτερικό. Αλλά κάνοντας αυτό, αναγνώρισαν, συνήθως ρητώς, ότι μόνες τους οι ΗΠΑ είχαν την ικανότητα να διαδραματίσουν ηγετικό ρόλο στην επέκταση, την προστασία και την αναπαραγωγή του καπιταλισμού.

Η αλληλοδιείσδυση των κεφαλαίων

Όπως τα καπιταλιστικά κράτη ολοένα και προσπάθησαν να προσελκύσουν ξένες επενδύσεις, οι πολιτικές έγιναν πιο προσανατολισμένες στην προσφορά ισότιμης μεταχείρισης σε όλους τους καπιταλιστές, ανεξάρτητα από την εθνικότητά τους, ακριβώς αυτό για το οποίο είχε πιεστεί το αμερικανικό κράτος. Οι πολυεθνικές επιχειρήσεις εμφανίστηκαν εξαρτημένες από την ίση εθνική μεταχείριση πολλών κρατών και αυτά τα κράτη ήταν επίσης διεθνοποιημένα με την έννοια ότι ερχόντουσαν να αναλάβουν ολοένα και μεγαλύτερη ευθύνη για δημιουργία και ενίσχυση των προϋποθέσεων για μη διακριτική συσσώρευση εντός των συνόρων τους.

Αυτό τελικά περιελάμβανε νομικές και κανονιστικές αλλαγές που διευκόλυναν την ανάπτυξη των δικών τους πολυεθνικών επιχειρήσεων κατά μήκος των καινοτόμων γραμμών από το αμερικανικό κράτος. Αυτό δεν γέννησε μια «υπερεθνική καπιταλιστική τάξη», ελαστική απέναντι σε κάθε αγκύλωση του παγκόσμιου κράτους, «εθνικό κεφάλαιο», με τη μορφή επιχειρήσεων με πυκνές ιστορικές διασυνδέσεις και ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και δεν εξαφανίστηκε, όπως και ο οικονομικός ανταγωνισμός μεταξύ των διαφόρων κέντρων συσσώρευσης.

Αλλά η αλληλοδιείσδυση των κεφαλαίων δεν εξαλείφει σε μεγάλο βαθμό το ενδιαφέρον και την ικανότητα κάθε «εθνικής αστικής τάξης» να ενεργεί ως είδος συνεκτικής δύναμης που ίσως έχει υποστηρίξει προκλήσεις για την εξάπλωση της άτυπης αμερικανικής αυτοκρατορίας. Πράγματι, συνήθως ήταν εχθρικοί προς την ιδέα μιας τέτοιας πρόκλησης, κυρίως επειδή έβλεπαν το αμερικανικό κράτος ως τον έσχατο εγγυητή των συμφερόντων των καπιταλιστών παγκοσμίως.

Η νέα σχέση μεταξύ καπιταλισμού και της άτυπης αμερικανικής αυτοκρατορίας δεν θα πρέπει να γίνει κατανοητή από την άποψη της παλιάς «εδαφικής λογικής της εξουσίας» που σχετίζεται από καιρό με την ιμπεριαλιστική διακυβέρνηση που απλώς συγχωνεύεται με την «καπιταλιστική λογική εξουσίας» συνδεόμενη με τη «συσσώρευση κεφαλαίου στο χώρο και το χρόνο».

Η άτυπη αυτοκρατορία των ΗΠΑ αποτελούσε μια ξεχωριστή νέα μορφή πολιτικής κυριαρχίας. Αντί να έχουν ως στόχο την εδαφική επέκταση κατά μήκος των γραμμών των παλιών αυτοκρατοριών, οι στρατιωτικές επεμβάσεις των ΗΠΑ στο εξωτερικό αποσκοπούσαν κατά κύριο λόγο στο να μην υπάρχουν συγκεκριμένα μέρη κλειστά ή ολόκληρες περιφέρειες της παγκόσμιας συσσώρευσης κεφαλαίου. Αυτό ήταν μέρος μιας μεγαλύτερης αποστολής δημιουργία ανοιγμάτων για ή μετακίνηση συνόρων για το κεφάλαιο γενικώς, όχι μόνο για το αμερικανικό κεφάλαιο.

Η διατήρηση και μάλιστα η σταθερή ανάπτυξη των αμερικανικών στρατιωτικών εγκαταστάσεων ανά τον κόσμο μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, κυρίως στο έδαφος των ανεξάρτητων κρατών, θα πρέπει να εξεταστεί υπό αυτό το πρίσμα, όχι όσον αφορά στην εξασφάλιση εδαφικού χώρου για την αποκλειστική αμερικανική χρήση των φυσικών πόρων και τη συσσώρευσης από τις αμερικανικές εταιρίες.

Το πιο σημαντικό, όμως, και πολύ διαφορετικό από τους προηγούμενους ιμπεριαλισμούς που βασίζονταν στην εδαφική επέκταση, οι μηχανισμοί του αμερικανικού κράτους όπως το Πεντάγωνο και η CIA είναι στην πραγματικότητα πολύ λιγότερο σημαντικοί στη δημιουργία και τη σχεδιασμό παγκόσμιου καπιταλισμού απ’ ό,τι το Υπουργείο Οικονομικών και η Ομοσπονδιακή Τράπεζα. Είναι το τελευταίο που έπαιξε κεντρικούς ρόλους, όχι μόνο στην προώθηση της διείσδυσης και της μίμησης των αμερικανικών πρακτικών στο εξωτερικό, αλλά γενικότερα στην προώθηση ελεύθερων κινήσεων κεφαλαίου και ελεύθερου εμπορίου, ενώ προσπαθεί, επίσης, να περιορίσει τις διεθνείς οικονομικές κρίσεις που γεννά ο παγκόσμιος καπιταλισμός.

Μετάφραση: Αιμιλία Κουκούμα

Πηγή: New Left Project

“Η ναζιστική βία – Μια ευρωπαϊκή γενεαλογία”

130227a.limghandler

Αναδημοσιεύουμε εδώ μια συνέντευξη του Ιταλού ιστορικού, Έντσο Τραβέρσο, σχετικά με τον ναζιστικό ολοκληρωτισμό. Ορισμένες από τις ιδέες του τις έχουμε χρησιμοποιήσει και στη δική μας προσπάθεια να αναλύσουμε το φαινόμενο του φασισμού (βλ. το κείμενό μας, «Η άνοδος της φασιστικής ακροδεξιάς και ο δημοκρατικός αντιφασισμός», περ. Πρόταγμα, τ. 5, Ιούνιος 2012, σ. 43 κ. ε.). Είναι ιδιαίτερα ελπιδοφόρο που οι ιδέες του ιταλού ιστορικού δείχνουν να βρίσκουν μια κάποια διάδοση. Κι αυτό διότι διασώζουν την ευρύτερη θεωρία του ολοκληρωτισμού, δηλαδή τον φιλοσοφικοϊστορικό στοχασμό πάνω σε ένα από τα βασικά και θεμελιώδη χαρακτηριστικά του 20ού αιώνα (αλλά και της νεοτερικότητας συνολικά), από τις δύο σύγχρονες εκχυδαΐσεις της.

Από τη μια μεριά, λοιπόν, έχουμε ένα μεγάλο κομμάτι της αριστεράς, που συνηθίζει να κατακεραυνώνει μόνο τη φασιστική εκδοχή του ολοκληρωτισμού (αναφερόμενη μονάχα στα εγκλήματα του δεξιού ολοκληρωτισμού –Χίτλερ, Μουσολίνι, Φράνκο, Ιαπωνία κ.λπ.- και ποτέ σε αυτά του αριστερού –Λένιν, Στάλιν, Μάο, Κάστρο, Πολ Ποτ κ.λπ.-), ενώ παράλληλα λανσάρει τον εν λόγω όρο απλά και μόνο για να χαρακτηρίσει, με εντελώς λαϊκιστικό και θεωρητικά ανεύθυνο τρόπο, τον σημερινό νεοφιλελευθερισμό («οικονομικός ολοκληρωτισμός», η «Ευρώπη της λιτότητας και του ολοκληρωτισμού» κ.λπ.). Διότι μπορεί το οικονομικό στοιχείο να έχει αυτονομηθεί από την κοινωνία και την πολιτική και να κυριαρχεί σε ολόκληρο το κοινωνικό φάσμα, και τα νεοφιλελεύθερα καθεστώτα να αυταρχοποιούνται όλο και περισσότερο, παρόλα αυτά είναι χονδροειδές σφάλμα να τα ταυτίσουμε με τα ολοκληρωτικά καθεστώτα του παρελθόντος. Σε κάθε περίπτωση, δεν είναι αυτά τα λεκτικά πυροτεχνήματα που θα μας επιτρέψουν να αντιπαλέψουμε αυτές τις τάσεις και να προβούμε σε οποιαδήποτε σοβαρή ανάλυση της σύγχρονης κατάστασης (εφόσον στην πραγματικότητα συνιστούν απλώς μια πιο επεξεργασμένη, σε ρητορικό επίπεδο, εκδοχή του λαϊκού κωλοκοτρονισμού περί «χούντας» και «δωσιλόγων»).

Από την άλλη πλευρά έχουμε τη δεξιά/φιλελεύθερη αερολογία, για την οποία ο ολοκληρωτισμός είναι -στη λιγότερο βλακώδη εκδοχή του επιχειρήματος-, προϊόν της αριστερής ιδεολογίας και -στην εντελώς γελοία εκδοχή της υπόθεσης- προϊόν των «άκρων», δηλαδή ιδεολογιών που προτείνουν τη βία ως μέσο λύσης των πολιτικών ζητημάτων. Φυσικά αμφότερα τα επιχειρήματα είναι καφενειακού επιπέδου: ούτε οι ιδεολογίες (πολιτικού, θρησκευτικού ή οποιουδήποτε άλλου τύπου) είναι ικανές από μόνες τους να δημιουργήσουν πολιτικοοικονομικά καθεστώτα και στρατιωτικές μεγαμηχανές -χρειάζεται γι’ αυτό η συνδρομή πλήθους άλλων κοινωνικών, πολιτικών, τεχνολογικών και οικονομικών παραγόντων-, ούτε όμως κι η βία γενικά κι αόριστα, ως κοινωνική πρακτική, οδηγεί απαραίτητα στον ολοκληρωτισμό, εφόσον υπάρχει από καταβολής κόσμου, ενώ ο τελευταίος είναι ένα δημιούργημα του 20ού αιώνα.

Αλλά όταν αυτές οι ασυναρτησίες υποστηρίζονται από την ελληνική δεξιά καθίστανται, εκτός από γελοίες, και πολιτικώς πρόστυχες, αν σκεφτούμε ότι η σημερινή ψευτοφιλελεύθερη δεξιά -οι κατσαπλιάδες του Σαμαρά-, που κόπτεται για τα «άκρα» και τη «σταλινική αριστερά», δεν έχει ποτέ λογοδοτήσει για το αυταρχικό της παρελθόν, το οποίο ταλάνισε τη χώρα μέχρι το 1974. Δεν είναι τυχαίο ότι μέσα στη γενικότερη αυτή πολιτική μαλάκυνση, είναι δυνατόν να βγαίνει ακόμα και η ΧΑ να ψέγει το ΚΚΕ, αλλά και την αριστερά γενικώς, για ολοκληρωτικές συμπάθειες!

Και ακριβώς αυτός είναι ο λόγος για τον οποίον οι αναλύσεις του Τραβέρσο έχουν μεγάλη αξία: επειδή μας επιτρέπουν να δούμε το ζήτημα σοβαρά, κάνοντας πέρα αυτές τις γελοιότητες. Ωστόσο, επειδή στο παρόν κείμενο ο ιταλός ιστορικός αναφέρεται μόνον στη γενεαλογία και το ρίζωμα του ναζισμού στην δυτική παράδοση, δεν σημαίνει ότι υποτιμάει  την αριστερή εκδοχή του ολοκληρωτισμού. Μάλιστα, στο τελευταίο κομμάτι της συνέντευξής του διευκρινίζει ότι δεν συμφωνεί με μια χυδαία μαρξιστική αντίληψη η οποία βλέπει τον καπιταλισμό ως την γενεσιουργό αιτία του ναζισμού ή ακόμα περισσότερο τους εξισώνει. Αυτό νομίζουμε έχει σημασία να ειπωθεί, καθώς το πρόσφατο ενδιαφέρον συνιστωσών της αριστεράς και του αναρχικού Χώρου για τη σκέψη του Τραβέρσο, ίσως να αποκρύπτει μια προσπάθεια επαναδιατύπωσης, με πιο επεξεργασμένο τρόπο, των παραδοσιακών αυτών αντιλήψεων. Τέτοιες απλοϊκές και χοντροκομμένες απόψεις συναντάμε σε διάφορους κύκλους και συγγραφείς, όπως παραδείγματος χάριν, στον Φώτη Τερζάκη: «τελικά η Δύση είναι απλώς ο προπομπός του ολοκληρωτισμού» κ.λπ.

Αυτή η οπτική είναι πολλαπλά εσφαλμένη, καθώς δε βλέπει πως η Δύση είναι πολλά άλλα πράγματα εκτός από τον ολοκληρωτισμό, με πρώτο και κύριο: μια βαθειά παράδοση δημοκρατικών και χειραφετητικών κινημάτων, τα οποία είναι, ακριβώς, αυτά που είτε οδήγησαν τελικά τον ολοκληρωτισμό στην ήττα, είτε δεν του επέτρεψαν να επικρατήσει παντού (βλ. π.χ. το χαρακτηριστικό παράδειγμα των ΗΠΑ). Η Δύση χαρακτηρίστηκε ευθύς εξαρχής από αυτή τη διαρκή διαμάχη δημοκρατικών και αντιδημοκρατικών τάσεων και είναι αυτή ακριβώς η πάλη και η σύγκρουση που καθόρισαν την ιστορική της φυσιογνωμία και την πολιτική της (μας) παράδοση και οι οποίες καθορίζουν τη σημερινή της κρίση και παρακμή.

Πρόταγμα: Πολιτική Ομάδα για την Αυτονομία


Φυλακές, εργοστάσια, στρατώνες

Του Enzo Traverso

Στη συζήτηση που ακολουθεί, ο Ιταλός ιστορικός Έντσο Τραβέρσο παρουσιάζει την ιδιαίτερη οπτική του για τη ναζιστική βία και το φαινόμενο του ναζισμού γενικότερα (περιοδικό No pasaran, τχ. 10-11, 2002). Αφορμή για τη συζήτηση ήταν η έκδοση του βιβλίου του Έντσο Τραβέρσο Η ναζιστική βία – Μια ευρωπαϊκή γενεαλογία. Όπως υποδηλώνει και ο υπότιτλος του βιβλίου, ο Έντσο Τραβέρσο επιχειρεί κυρίως να αναδείξει τη σχέση του ναζισμού με τη νεότερη ευρωπαϊκή ιστορία, σε αντιπαράθεση με απόψεις που (σήμερα ακόμα) διατείνονται ότι ο ναζισμός ήταν ξένο σώμα για τον ευρωπαϊκό πολιτισμό.

Τουναντίον, ο Έντσο Τραβέρσο αναδεικνύει τις ευρωπαϊκές ρίζες του ναζισμού, και τη σύνδεσή του με τις αλλαγές που επήλθαν κατά τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού αιώνα στους θεσμικούς μηχανισμούς των αστικών κρατών και στην καπιταλιστική παραγωγική διαδικασία. Από τη συζήτηση παραλείψαμε, για λόγους οικονομίας χώρου, ένα μέρος που αφορούσε κυρίως τη σχέση της ευρωπαϊκής αποικιοκρατίας με το ναζισμό, τις βιολογικές αναφορές του ναζιστικού ρατσισμού και τη σημασία του Πρώτου Παγκόσμιου Πολέμου.

– Ο ναζισμός θεωρούνταν επί μακρόν μια τραγική παρένθεση για την ιστορία της Δύσης. Παρότι είναι αποδεκτό ότι αποτέλεσε μια τρομακτική εμπειρία που αναδιαμόρφωσε τη δυτική συνείδηση και τον τρόπο που βλέπει τον κόσμο, από την άλλη υπάρχει συνήθως η αίσθηση ότι ο ναζισμός αναδύθηκε από το πουθενά. Το βιβλίο σας δείχνει ότι η ναζιστική βία δεν προέκυψε τυχαία και ότι εγγράφεται σε ένα πολιτισμικό περιβάλλον.

Πιστεύω, από αυτή την άποψη, ότι σήμερα καταγράφεται μια ορισμένη οπισθοδρόμηση, ακόμη και στο επίπεδο της ιστοριογραφίας. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο αναπτύχθηκε μια πολύ σημαντική ιστοριογραφία για το ναζισμό και το φασισμό, η οποία –τουλάχιστον κατά τις δεκαετίες του 1960, του 1970 και εν μέρει του 1980– προσπαθούσε να αναγάγει το ναζισμό και το φασισμό στις ευρωπαϊκές ρίζες τους. Τουναντίον, εδώ και μια δεκαπενταετία, διαπιστώνω ότι υπάρχει μια ολοένα και εντονότερη τάση να αποσυνδεθεί ο ναζισμός από την πορεία του δυτικού κόσμου και της νεότερης Ευρώπης. Σήμερα για παράδειγμα, ο Ερνστ Νόλτε, σε αρκετά κείμενά του εδώ και μια εικοσαετία τουλάχιστον, υποστηρίζει ότι ο ναζισμός μπορεί να εξηγηθεί αποκλειστικά ως αντίδραση στον μπολσεβικισμό, στη Ρώσικη Επανάσταση, και ότι επομένως είναι ένα φαινόμενο που γεννήθηκε από τον κομμουνισμό. Ο Φρανσουά Φυρέ, πολύ γνωστός ιστορικός της Γαλλικής Επανάστασης ο οποίος λίγο πριν από το θάνατό του δημοσίευσε ένα βιβλίο με τίτλο Το παρελθόν μιας αυταπάτης –μια ιστορία του κομμουνισμού κατά τον 20ό αιώνα–, προτείνει μια νέα ερμηνεία σύμφωνα με την οποία ο φασισμός και ο ναζισμός αφενός και ο κομμουνισμός αφετέρου είναι δύο παράλληλα φαινόμενα αντίδρασης στη φιλελεύθερη Δύση, που ναι μεν αντιτίθενται αμοιβαία αλλά και αλληλοτροφοδοτούνται.

Υπάρχουν και άλλες ερμηνείες, όπως του Γκολντχάγκεν, που έχει συζητηθεί πολύ στη Γαλλία, και ο οποίος ανάγει το ναζισμό σε μια γερμανική παθολογία. Θα επρόκειτο, εκ νέου, για μια αποκλειστικά γερμανική ιστορία η οποία θα είχε τελειώσει το 1945, αφού κατά τον Γκολντχάγκεν μετά το 1945 οι Σύμμαχοι «διαπαιδαγώγησαν» τους Γερμανούς και ξερίζωσαν το «γερμανικό μικρόβιο». Τελικώς, όλες αυτές οι εξηγήσεις, που είναι πολύ διαφορετικές η μία από την άλλη, ενίοτε και αντιφατικές, συμμερίζονται τουλάχιστον μια θέση για το ναζισμό ως κάτι ξένο στη Δύση και την Ευρώπη. Πρόκειται επομένως για μια οπτική άκρως απολογητική προς τη σημερινή δυτική φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων, η οποία διαλαλεί: Έχουμε απαλλαγεί από τα τέρατα του ολοκληρωτισμού από το 1945, η ιστορία επανήλθε στις ράγες της και ζούμε έκτοτε στον καλύτερο δυνατό κόσμο. Αυτή είναι σήμερα η κυρίαρχη ερμηνεία και θεωρώ ότι από ιστοριογραφική σκοπιά σηματοδοτεί μια ορισμένη οπισθοδρόμηση. Συνεπώς, αντιτίθεμαι σε αυτές τις κυρίαρχες αναγνώσεις, τουλάχιστον από την οπτική γωνία αυτού που ονομάζεται δημόσια χρήση της ιστορίας, δηλαδή των ερμηνειών που γνωρίζουν μεγαλύτερη απήχηση και συναντούν περισσότερη συναίνεση στα μέσα μαζικής ενημέρωσης και τον Τύπο. Τάσσομαι ενάντια σε όλα αυτά για να επισημάνω τις βαθιές ρίζες του ναζισμού στη δυτική ιστορία.

– Αναφέρεστε στις φυλακές, τα εργοστάσια, τους στρατώνες που αναπτύχθηκαν καθ’ όλη τη διάρκεια του 19ου αιώνα και που αποτελούν κατά τη γνώμη σας προδρομικές μορφές του σύγχρονου συστήματος στρατοπέδων συγκέντρωσης.

Θεωρώ ότι για να κατανοήσουμε την εμφάνιση του συστήματος των στρατοπέδων συγκέντρωσης κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, σε γενικές γραμμές μετά τον Πρώτο Παγκόσμιο Πόλεμο, πρέπει να προσπαθήσουμε να μελετήσουμε την ανατομία του, να ερευνήσουμε τις δομές του, ώστε να εξηγήσουμε την ανάδυση του φαινομένου των στρατοπέδων συγκέντρωσης σε σχέση με το οποίο τα στρατόπεδα εξόντωσης είναι απλώς μία εκδοχή, με μια νέα επιδίωξη. Για να κατανοήσουμε αυτό το σύστημα πρέπει να συλλάβουμε τις διάφορες πλευρές του που εμφανίζονται πολύ νωρίτερα, από τις αρχές του 19ου αιώνα, διότι το σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης είναι απλώς η συγχώνευση και η σύνθεση όλων αυτών των στοιχείων. Ένα τέτοιο στοιχείο, για παράδειγμα, είναι η σύγχρονη φυλακή την οποία μελέτησε ο Μισέλ Φουκώ, ως τόπο εκγύμνασης των σωμάτων και όχι πλέον μόνο, όπως προηγουμένως, ως τόπο εξιλέωσης και αναμόρφωσης. Η φυλακή της βιομηχανικής επανάστασης είναι ένας καταπιεστικός μηχανισμός που επιδρά τόσο στο πνεύμα όσο και στο σώμα, και αποτελεί ένα μέρος αυτού που θα μπορούσε να ονομαστεί –πάντοτε με βάση τον Φουκώ– σύστημα βιοπολιτικής κυριαρχίας. Η σύγχρονη φυλακή ως τόπος εκμάθησης της πειθαρχίας, των κοινωνικών ιεραρχιών, αλλά και ως τόπος οδύνης, εξαχρείωσης και αποπροσωποποίησης εμφανίζεται ήδη τον 19ο αιώνα. Στη βάση της φυλακής υπάρχει μια αρχή περίκλεισης που λειτουργεί τόσο στα εργοστάσια όσο και στους στρατώνες. Είναι η εδραίωση αυτού που ο Μαξ Βέμπερ θα ονομάσει σύγχρονη ορθολογικότητα, συγχρόνως διοικητική και παραγωγική. Όλα αυτά τα στοιχεία επανεμφανίζονται τελικώς στο σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Θεωρώ λοιπόν ότι πρέπει να εξετάσουμε πώς γεννιούνται όλα αυτά τα στοιχεία με τη Βιομηχανική Επανάσταση, πώς αναπτύσσονται με τον βιομηχανικό καπιταλισμό και, μετά τη μείζονα ιστορική ρήξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, πώς ανοίγουν το δρόμο στο σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης.

– Υπάρχει και το εργοστάσιο, που και αυτό επίσης το θεωρείτε πρόπλασμα των στρατοπέδων συγκέντρωσης και εξόντωσης, κυρίως μέσω των σύγχρονων μεθόδων εργασίας και βιομηχανικής παραγωγής, δηλαδή μέσω του τεϊλορισμού και του φορντισμού.

Ασφαλώς, διότι το Άουσβιτς λειτουργεί ως εργοστάσιο παραγωγής θανάτου και πτωμάτων, ως στρατόπεδο που αναπαράγει όλα τα τυπικά γνωρίσματα του σύγχρονου εργοστασίου με έναν καταμερισμό εργασίας τεϊλορικού τύπου, με μια επιστημονική διοίκηση και οργάνωση της εργασίας, με μια ορθολογική κατάτμηση της «παραγωγικής διαδικασίας». Πέραν του γεγονότος ότι το συγκεκριμένο εργοστάσιο δεν παράγει εμπορεύματα αλλά πτώματα, σκοπός του είναι η εξόντωση μιας ανθρώπινης ομάδας που δεν θεωρείται άξια να ζει ή θεωρείται ασύμβατη με τη ναζιστική φυλετική τάξη πραγμάτων. Αν το Άουσβιτς λειτουργεί ως εργοστάσιο παραγωγής νεκρών, αυτό σημαίνει ότι ο ναζισμός ενσωμάτωσε στη σύλληψη των εγκλημάτων του και στην πολιτική του κάποιες παραμέτρους που προσιδιάζουν στον καπιταλισμό. Κάτι τέτοιο δεν σημαίνει βέβαια ότι ο ναζισμός συνιστά αναπόφευκτη κατάληξη του καπιταλισμού, και ότι ο φορντισμός βρίσκει μοιραία την έκφρασή του στους θαλάμους αερίων ή σε ένα σύστημα εξόντωσης. Υπάρχει ασφαλώς μια διαφορά, δεδομένου ότι ένα εργοστάσιο παράγει εμπορεύματα που ρίχνονται στην αγορά ώστε να πραγματοποιηθούν κέρδη, ενώ στο Άουσβιτς δεν πραγματοποιείται κανένα κέρδος. Αντιθέτως, υπάρχει μια διαδικασία θανάτωσης και εξόντωσης που είναι απολύτως ανορθολογική όχι μόνο από κοινωνική και ανθρώπινη άποψη, αλλά και από οικονομική και στρατιωτική άποψη κατά τη διάρκεια του πολέμου. Υπάρχει εν προκειμένω χάσμα ανάμεσα στην οικονομική ορθολογικότητα του καπιταλισμού και την «ορθολογικότητα» των ναζιστικών μεθόδων εξόντωσης. Αυτό δεν αναιρεί το γεγονός ότι το σύστημα των στρατοπέδων συγκέντρωσης ενσωμάτωσε τους μηχανισμούς του εργοστασίου και την ορθολογικότητα που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στον καπιταλισμό. Από αυτή την άποψη, πιστεύω ότι υπάρχει ένας οργανικός δεσμός, ακόμη κι αν δεν πρόκειται για σχέση αιτίας προς αποτέλεσμα ούτε βέβαια για σχέση ταύτισης.

– Με τη δίκη του Άιχμαν και τις συζητήσεις της τελευταίας δεκαετίας στη Γαλλία γύρω από τον Βισύ και τη δίκη του –συνεργάτη των ναζί– Μορίς Παπόν, είναι εξίσου σημαντικό να υπενθυμίσουμε το ρόλο που έπαιξαν σε αυτή τη διαδικασία εξόντωσης οι υπάλληλοι, οι γραφειοκράτες και οι εκτελεστές.

Υπάρχει μια ευρεία βιβλιογραφία που είχε μελετήσει αυτό το φαινόμενο πολύ πριν από εμένα. Η γραφειοκρατία παίζει έναν θεμελιώδη ρόλο στο σύστημα της ναζιστικής κυριαρχίας και εξόντωσης, και αυτή η ναζιστική γραφειοκρατία λειτουργεί ακριβώς όπως κάθε σύγχρονη γραφειοκρατία. Αναπαράγει όλα τα γνωρίσματα της γραφειοκρατίας που, κατά τον Μαξ Βέμπερ, ενσαρκώνει τον δυτικό ορθολογισμό. Αυτή η γραφειοκρατία, που είναι απαραίτητη για τη λειτουργία του συστήματος, αναλαμβάνει να εκτελεί εντολές, να υλοποιεί καθήκοντα χάρη στις ικανότητες και την εμπειρία που έχει αποκτήσει. Λειτουργεί με βάση την αρχή της ηθικής μη ευθύνης. Ένας καλός υπάλληλος είναι κάποιος που εκτελεί την εργασία του, που είναι έμπιστος, αλλά που δεν αναρωτιέται για τη σκοπιμότητα του καθήκοντός του. Σε αυτό ακριβώς το σημείο επικεντρώνεται η Χάνα Άρεντ όταν μιλά για την κοινοτοπία του κακού. Συνεπώς, η ναζιστική γραφειοκρατία είναι μια σύγχρονη, ορθολογική, βαθιά δυτική γραφειοκρατία ως προς τη φύση και τη λειτουργία της, η οποία είναι απαραίτητη για την έκλυση της ναζιστικής βίας. Μπορεί να λειτουργεί ως εξάρτημα σε αυτό το γρανάζι καταστροφής χωρίς καν να εξετάζει το ρόλο που έχει αναλάβει. Η ορθολογικότητά της είναι απαραίτητη για τη λειτουργία ενός συστήματος θανάτωσης χωρίς υποκείμενο. Οι ευθύνες κατακερματίζονται σε τέτοιο βαθμό που τελικώς εξαφανίζονται και κονιορτοποιούνται.

Εξάλλου, γνωρίζουμε πράγματι ότι μετά τον πόλεμο θα καταδικαστούν, στη Νυρεμβέργη για παράδειγμα, ορισμένοι αξιωματούχοι του ναζιστικού συστήματος εξουσίας. Αλλά για να εδραιωθεί ένα τέτοιο σύστημα καταστροφής, εκτόπισης και εξόντωσης απαιτείται η συμβολή δεκάδων ή μάλλον εκατοντάδων χιλιάδων ανθρώπων που δεν έχουν κατ’ ανάγκην επίγνωση ότι συμμετέχουν σε μια εγκληματική δραστηριότητα, και οι οποίοι μπορούν ούτως ή άλλως να απεκδυθούν τις ευθύνες τους λέγοντας: «Μα εγώ εκτέλεσα απλώς ένα καθήκον που από μόνο του δεν είχε τίποτα το εγκληματικό». Για παράδειγμα, ζητούν απλώς από κάποιον που είναι υπεύθυνος στους σιδηροδρόμους να επιτρέψει στα τρένα να κινηθούν, και δεν τον αφορά αν τα τρένα μεταφέρουν εμπορεύματα, φαντάρους ή εβραίους που κατευθύνονται σε ένα στρατόπεδο θανάτωσης. Δεν θέτει στον εαυτό του αυτό το ερώτημα που δεν έχει θέση στο πλαίσιο της εργασίας του και υπερβαίνει την επαγγελματική δεοντολογία του. Επομένως, η ναζιστική γραφειοκρατία είναι απλώς η εγκληματική παρεκτροπή μιας λειτουργίας που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες κοινωνίες. Γι’ αυτό ακριβώς ο ναζισμός έχει βαθιές ρίζες στη δυτική κοινωνία. Ζητούμενο δεν είναι, όπως κάνει ο Γκολντχάγκεν, να αποσυνδεθεί ο ναζισμός από την πορεία της Δύσης και να παρουσιαστεί ως κάτι απολύτως αλλόκοτο και παθολογικό. Ασφαλώς, υπάρχει μια ναζιστική παθολογία και, ασφαλώς, το ναζιστικό καθεστώς δεν είναι ένα κανονικό καθεστώς, αλλά ένα καθεστώς εξαίρεσης. Αλλά τούτη η εξαίρεση έχει ρίζες που βυθίζονται στην ιστορία της Δύσης: Πρόκειται για ένα καθεστώς εκτός κανόνα που προϋποθέτει εντούτοις τις κανονικές δομές του σύγχρονου κόσμου.

– Στο τελευταίο μέρος του βιβλίου σας αναφέρεστε πιο συγκεκριμένα στον ναζιστικό αντισημιτισμό. Βρισκόμαστε κάπως μπροστά σε ένα παράδοξο, καθώς εξηγείτε ότι η κατάληξη του ναζιστικού αντισημιτισμού, δηλαδή η ακραία εξοντωτική βία, ακολούθησε μια βιομηχανική και άκρως ορθολογική διαδικασία, όπως είδαμε, ενώ συγχρόνως ο ναζιστικός αντισημιτισμός βλέπει τους εβραίους ως ενσάρκωση της αφηρημένης και απρόσωπης νεωτερικότητας. Θα μπορούσατε να διασαφηνίσετε αυτό που φαίνεται παράδοξο ή έστω αρκετά εκπληκτικό;

Η αναπαράσταση του εβραίου ως ενσάρκωσης αυτής της αφηρημένης και υπολογιστικής ορθολογικότητας ανήκει στον γερμανικό πολιτισμό, αλλά γενικότερα στον δυτικό πολιτισμό και στον σύγχρονο αντισημιτισμό που αναπτύσσεται, κατά τη μετάβαση από τον 19ο στον 20ό αιώνα, τόσο στη Γαλλία (ας σκεφτούμε την υπόθεση Ντρέιφους) όσο και στη Γερμανία. Για τον ευρωπαϊκό αντισημιτισμό, ο εβραίος είναι κατά κάποιον τρόπο η ενσάρκωση μιας μισητής, απεχθούς και βδελυρής νεωτερικότητας. Ο εβραίος είναι η ενσάρκωση της ανώνυμης πόλης, της μαζικής κοινωνίας, του βιομηχανικού και κυρίως του χρηματιστικού καπιταλισμού, και συνεπώς μιας παρασιτικής οικονομίας. Ο εβραίος είναι επίσης, στο πολιτικό επίπεδο, η ενσάρκωση της δημοκρατίας, διότι αυτή τού επέτρεψε να χειραφετηθεί και να γνωρίσει μια αξιοσημείωτη κοινωνική και πολιτική άνοδο. Ο εβραίος ενσαρκώνει επομένως ό,τι οι Γερμανοί ονομάζουν Zivilisation –που δεν αντιστοιχεί καθόλου στη γαλλική σημασία της λέξης civilisation–, δηλαδή τον νεότερο πολιτισμό με την αμιγώς υλική έννοια του όρου. Ο Zivilisation καταστρέφει τον πολιτισμό. Υπάρχει συνεπώς αυτή η αναπαράσταση για τον εβραίο που είναι αρκετά διαδεδομένη στον ευρωπαϊκό πολιτισμό της εποχής, και την οποία κληρονομεί ο ναζισμός. Η καινοτομία του ναζισμού είναι ότι υιοθετεί αυτή την αντίληψη για τον εβραίο, αλλά ωθεί στα άκρα τον αντισημιτισμό της, διότι για το ναζισμό ο εβραίος δεν είναι μόνο η ενσάρκωση της ορθολογικής νεωτερικότητας, αλλά και η ενσάρκωση της επανάστασης, του σοσιαλισμού, του κομμουνισμού και της ηγετικής ομάδας της ΕΣΣΔ. Ο ναζισμός μετατρέπει τρόπον τινά τον εβραίο σε μεταφορά, και επινοεί κυρίως αυτή τη νέα φιγούρα του εβραίου διανοούμενου ως έκφραση αυτής της απεχθούς νεωτερικότητας, ως ηγέτη της Σοβιετικής Ένωσης (για παράδειγμα, ο Τρότσκι ή ο Λένιν που γίνεται εβραίος στα μάτια των ναζί) και ως ενσάρκωση της Επανάστασης. Η εξόντωση των εβραίων είναι επομένως αναγκαία για να υλοποιηθεί η κοσμοθεωρία και το σχέδιο κυριαρχίας των ναζί.

Πρέπει να συμπληρώσουμε ότι η εξόντωση των εβραίων είναι επίσης, στα μάτια του ναζισμού, ένα αναγεννητικό καθήκον, ένας αγώνας χειραφέτησης, μια σταυροφορία. Ο πόλεμος εξόντωσης διεξάγεται σε ένα πνεύμα σταυροφορίας, για τη ναζιστική φιλολογία και προπαγάνδα, διότι επιτρέπει στον γερμανικό καπιταλισμό να αναγεννηθεί. Αυτή ακριβώς η αντίφαση βρίσκεται στον πυρήνα του ναζισμού. Ο τελευταίος είναι ένας συνδυασμός ανάμεσα αφενός σε μια ρομαντική εξιδανίκευση του γερμανικού παρελθόντος, μια αποστροφή για τη βιομηχανική κοινωνία, για τις πόλεις που απομακρύνουν τους ανθρώπους από τη φύση και τα δάση της Γερμανίας, μια γερμανική μυθολογία που είναι προσκολλημένη στο παρελθόν, και αφετέρου στη λατρεία της σύγχρονης τεχνικής, τη λατρεία της δύναμης που ταυτίζεται με το χάλυβα, τη βιομηχανία κ.λπ. Ο αντισημιτισμός επιτρέπει έτσι να συμφιλιωθεί η ρομαντική απόρριψη της νεωτερικότητας και η λατρεία της τεχνικής. Ο καπιταλισμός γίνεται γόνιμος, θετικός, δημιουργικός υπό τον όρο να έχει ξεφορτωθεί τη χρηματιστική και κερδοσκοπική του διάσταση την οποία ενσαρκώνει ο εβραίος. Για τους ναζί, η Ευρώπη θα αναγεννηθεί αφ’ ης στιγμής απαλλαγεί από αυτό το υπολογιστικό πνεύμα του εβραίου που είναι ταυτοχρόνως χρηματιστής και επαναστάτης, παρασιτικό στοιχείο, καπιταλιστής και μπολσεβίκος. Ο ναζιστικός αντισημιτισμός παρουσιάζει επομένως αντιφατικές πλευρές, αλλά ενοποιεί αυτή την ορμή που μεταφράζεται σε ένα πόλεμο σταυροφορίας, σε έναν λυτρωτικό αγώνα, για να μιλήσουμε με θρησκευτικούς όρους. Το αποτέλεσμα είναι μια πολιτική εξόντωσης, η οποία διεξάγεται με ορθολογικές και σύγχρονες μεθόδους, προκειμένου να καταστραφεί η (εξ ορισμού εβραϊκή) νεωτερικότητα και να υποταχτεί ο Zivilisation στη ναζιστική κοσμοθεωρία. Η έννοια της «συντηρητικής επανάστασης» συνοψίζει καλά αυτή την αντίφαση που επισημάνατε και η οποία βρίσκεται στην καρδιά του ναζισμού.

– Σε σχέση με τη φύση του ναζισμού, υπάρχουν ορισμένες πολύ μειοψηφικές θέσεις που έχουν αναπτυχθεί από μια υπεραριστερή οπτική και οι οποίες γνώρισαν μια ορισμένη απήχηση. Αυτές οι θέσεις εξηγούν –εν συντομία– ότι ο φασισμός και ο ναζισμός είναι απλώς μια μορφή του καπιταλισμού, ταυτίζουν τα δύο συστήματα και δεν διακρίνουν κάποια βαθύτερη διαφορά ανάμεσα στα θεμέλιά τους, τις στοχεύσεις τους, και μάλιστα –για τους πιο ακραίους από όσους υποστηρίζουν τέτοιες θέσεις– ανάμεσα στα χρησιμοποιούμενα μέσα. Καταδεικνύετε, όπως είδαμε, στο βιβλίο σας τη θεμελίωση του ναζισμού στην ιστορία της Δύσης και της φιλελεύθερης Ευρώπης. Κατά τη γνώμη σας, ποια είναι η φύση της ρήξης ανάμεσα στο καπιταλιστικό σύστημα και στο ναζισμό; Υπάρχει μια θεμελιώδης ρήξη και, εάν όντως υπάρχει, σε ποιο επίπεδο τοποθετείται;

Δεν πιστεύω ότι υπάρχει θεμελιώδης ρήξη, και θεωρώ ότι αυτή είναι μία από τις αδύναμες πλευρές των θεωριών του ολοκληρωτισμού. Υπάρχει μια θεμελιώδης διαφορά, για παράδειγμα, ανάμεσα στον σοβιετικό κομμουνισμό αφενός, και στο ναζισμό και το φασισμό αφετέρου, στο βαθμό που ο κομμουνισμός εγκαθιδρύθηκε στην εξουσία, στη Ρωσία, αφού πρώτα απαλλοτρίωσε τις παλαιές κυρίαρχες τάξεις ως επακόλουθο μιας κοινωνικής επανάστασης, ενώ ο φασισμός και ο ναζισμός δεν θέτουν υπό αμφισβήτηση την εξουσία των παραδοσιακών ελίτ. Η φασιστική Ιταλία όπως και η ναζιστική Γερμανία παραμένουν καπιταλιστικές χώρες. Επί Χίτλερ, οι μεγάλες γερμανικές καπιταλιστικές επιχειρήσεις συνεργάζονται μέχρι το τέλος με το ναζιστικό καθεστώς, και είναι γνωστό ότι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης υπάρχουν γερμανικές επιχειρήσεις που εκμεταλλεύονται το εργατικό δυναμικό των εκτοπισμένων. Υπάρχει μια συνέργεια ή μάλλον μια οργανική σχέση ανάμεσα στον καπιταλισμό και το φασισμό, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι ο Χίτλερ ήταν απλώς πράκτορας του γερμανικού ιμπεριαλισμού ή υποχείριο του μεγάλου γερμανικού κεφαλαίου, σύμφωνα με μια γελοιογραφική οπτική ή κάποιες ερμηνείες που πλέον κανείς δεν υπερασπίζεται. Η ιστοριογραφία (και επίσης αρκετοί μαρξιστές, αν λάβουμε υπόψη τα γραπτά του Τρότσκι ή του Ντανιέλ Γκερέν τη δεκαετία του 1930 ή τα μεταγενέστερα γραπτά ορισμένων θεωρητικών της Σχολής της Φραγκφούρτης) επισήμανε τις πληβειακές ρίζες των φασιστικών κινημάτων και των ηγετών τους. Πιστεύω κυρίως ότι η ναζιστική πολιτική εξόντωσης δεν εξηγείται από τον καπιταλισμό και ότι δεν μπορούμε να προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε τις ναζιστικές γενοκτονίες ως επακόλουθα μιας πολιτικής που υπερασπιζόταν τα συμφέροντα του γερμανικού μεγάλου κεφαλαίου.

Από την άλλη, κάτι τέτοιο δεν σημαίνει ότι ο ναζισμός ήταν μια μορφή αντικαπιταλισμού, αλλά δεν υπάρχει σχέση αιτίας προς αποτέλεσμα, και δεν γίνεται να εξηγηθεί η πολιτική εξόντωσης με βάση το κέρδος ή τα συμφέροντα του γερμανικού καπιταλισμού. Αυτή η θέση, που την υπερασπιζόταν παλιότερα η επίσημη ιστοριογραφία της Ανατολικής Γερμανίας, έχει καθαρά ιδεολογική βάση. Ο ναζισμός έχει μια σχέση με τον καπιταλισμό, αλλά δεν ανάγεται σε αυτόν, καθώς έχει επίσης την αυτονομία του. Η ναζιστική κοσμοθεωρία έχει μια ιστορία και ρίζες βαθύτατα συνδεδεμένες με την ιστορία της Δύσης, χωρίς όμως να απορρέει αυτομάτως από τους μηχανισμούς λειτουργίας του καπιταλισμού ή από τα συμφέροντα των καπιταλιστικών τάξεων. Ο καπιταλισμός προσαρμόζεται σε κάθε πολιτικό καθεστώς και σε κάθε ιδεολογία, αρκεί να μην αμφισβητούν την ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, την αγορά, την κυκλοφορία των κεφαλαίων, το κέρδος κ.λπ. Πιστεύω ότι οι εκχυδαϊσμένες μαρξιστικές ερμηνείες, ας τις πούμε έτσι, ή οι υπεραριστερές ερμηνείες επιφέρουν ένα βραχυκύκλωμα που παραμορφώνει τελείως την ιστορική προοπτική.

Μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος
Πηγή: Εκτός γραμμής, Τεύχος 31 / Νοέμβριος 2012

Ο Πωλ Λαφάργκ, η τεμπελιά και η εργασιακή προπαγάνδα του καπιταλισμού

Ο Πωλ Λαφάργκ, η τεμπελιά και η εργασιακή προπαγάνδα του καπιταλισμού

Γράφει ο Θανάσης Μπαντές (via: Ερανιστής)

Και τι δεν ειπώθηκε για την εργασία. Για την προσφορά της εργασίας στην κοινωνία, αλλά και στον κάθε εργαζόμενο ξεχωριστά. Για την αναγκαιότητα της εργασίας που χάνεται στα βάθη των αιώνων. Για τον άνθρωπο που δάμασε τη φύση χάρη στην εργασία και μόνο. Για το πόσο οξύνει το πνεύμα και ενεργοποιεί όλες τις ανθρώπινες δεξιότητες. Για το πόσο οργανώνει τη ζωή του ανθρώπου, αφού χωρίς εργασία όλα βουλιάζουν στο χαοτικό πέρασμα του ανεκμετάλλευτου χρόνου, που αδρανοποιεί τον άνθρωπο και τον υποβιβάζει σε ζώο. «Αργία μήτηρ πάσης κακίας». Θα λέγαμε ότι ο άνθρωπος χωρίς δουλειά, σχεδόν εξ’ ορισμού, ρέπει προς την ακολασία και κάθε είδους αυτοκαταστροφική κι αντικοινωνική συμπεριφορά, ενώ ο εργαζόμενος, κάτω από την ασφαλή στέγη της εργασίας, ξοδεύει το χρόνο του δημιουργικά, αποφεύγοντας όλους αυτούς τους σκοπέλους. Υπό αυτή την έννοια η εργασία αποκτά ακόμη ευεργετικότερες διαστάσεις. Προστατεύει τον άνθρωπο από όλες τις κακοτοπιές της τεμπελιάς και του δίνει ταυτότητα, δηλαδή νόημα ύπαρξης. Το ότι αμέσως μετά το όνομα ακολουθεί η επαγγελματική κατάρτιση σχεδόν σε όλες τις συστάσεις δεν είναι καθόλου τυχαίο. Το επάγγελμα δεν είναι απλώς ιδιότητα ή δραστηριότητα ή πεδίο προσφοράς ή ενασχόληση ή οτιδήποτε τέτοιο. Είναι η βάση της κοινωνικής αποδοχής, η προσωποποίηση της καταξίωσης. Είναι ο ίδιος ο εαυτός που κατατίθεται ολοκληρωμένα, που προσπαθεί με δυο λόγια να αυτοπροσδιοριστεί και που αδυνατεί να βρει οτιδήποτε πληρέστερο πέραν της επαγγελματικής ταυτότητας. Εξάλλου η επαγγελματική καταξίωση και τα διευθυντηλίκια αποδεικνύουν το μόχθο και την αφοσίωση στην εργασία, τα βασικότερα συστατικά του ευυπολήπτου ανθρώπου. Γι’ αυτό και προηγούνται πάντα. Κι εδώ βέβαια δεν μπορούμε να κρύψουμε και την περηφάνια της μισθολογικής υπεροχής, που όμως ποτέ δεν αναφέρεται αλλά πάντα υπονοείται, γιατί προφανώς είναι ανάρμοστο να μιλάς για οικονομική ανωτερότητα μπροστά στο ηθικό κύρος της άσκησης ενός ανώτερου λειτουργήματος. Γιατί τα βουνά της ηθικής ολοκλήρωσης δεν μετρούνται με το χρήμα. Και κάπως έτσι φτάνουμε στη σύγχρονη καπιταλιστική ιδεολογία που έχει την τάση να επιφέρει εργασιακές προαγωγές και επαγγελματικούς τίτλους, δηλαδή ολοκάθαρη αύξηση ευθυνών και ωραρίου, χωρίς όμως χρηματικό αντίκρισμα ή που το χρηματικό αντίκρισμα είναι πενιχρό σε σχέση με τα εργασιακά επακόλουθα. Ακόμη και σήμερα, η πλειοψηφία νιώθει κολακευμένη όταν προάγεται όσο κι αν η προαγωγή τείνει προς την κοροϊδία. Και μόνο η αίσθηση της καριέρας που εξελίσσεται ή της σημαντικής παρουσίας στην εταιρία που τους εκμεταλλεύεται δρα καταλυτικά. Κι εδώ δεν μιλάμε για τον εργασιακό εκβιασμό μπροστά στο φόβο της ανεργίας που έτσι κι αλλιώς λειτουργεί. Μιλάμε για τη μέγιστη εργασιακή αλλοτρίωση που ταυτίζει την εργασία με την ίδια την ύπαρξη και που μόνο ως λανθάνουσα εξουσία μπορεί να ερμηνευτεί.

Παιδιά που δουλέυουν σε εργοστάσιο, 19ος αιώνας

Η εργασιακή προπαγάνδα οργανώνεται και αναπαράγεται σχεδόν από τη βρεφική ηλικία. Τα παιδιά μαθαίνουν για τα επαγγέλματα πριν πάνε σχολείο κι ονειρεύονται ότι θα γίνουν το ένα ή το άλλο. Οι συνήθεις προσχολικές επαγγελματικές επιλογές του γιατρού ή του αστυνόμου κάνουν πάντα τους γονείς περήφανους ακριβώς γιατί νιώθουν ότι το παιδί μαθαίνει, έχει πρότυπα υγιή, με δυο λόγια προσαρμόζεται στην κοινωνική πραγματικότητα. Εξάλλου η στερεότυπη ερώτηση «τι θα γίνεις όταν μεγαλώσεις;» περιμένει απάντηση και οι συνακόλουθες επευφημίες ανοίγουν τον εργασιακό δρόμο, αφού το παιδί δεν εισπράττει απλώς τη χρησιμότητα του επαγγέλματος που επιλέγει, αλλά τη γενική χρησιμότητα της εργασίας, καθώς, σ’ αυτή την ηλικία τουλάχιστο, κάθε επάγγελμα είναι αποδεκτό. Κι αν τα προσχολικά οικογενειακά χρόνια διατηρούν την αθωότητα της εργασίας το σχολείο αναλαμβάνει την καλλιέργεια των βασικότερων εργασιακών αρχών, της ανταγωνιστικότητας, της αξιολόγησης και κυρίως της προσήλωσης, ως μέγιστο καθήκον, σε δεδομένα που κρίνονται από αδιάφορα έως απεχθή. Η αύξηση των απαιτήσεων της σύγχρονης εκπαίδευσης που ξεκινούν από το δημοτικό δεν λειτουργούν μόνο ως γρήγορος σχολικός αποκλεισμός, αλλά κυρίως ως εντατικοποίηση εργασίας στα μοντέλα του συγχρόνου καπιταλισμού. Το παιδί οφείλει να μάθει ότι ο χρόνος δεν είναι για παιχνίδι και χασομέρι, αλλά για εργασία, δηλαδή για εκπλήρωση απαιτήσεων που δεν είναι επιθυμητές κι ότι το χασομέρι είναι αποδεκτό μόνο αν προηγηθεί σκληρή εργασία. Και κάπως έτσι το καθήκον αποκτά αποθεωτικές διαστάσεις και η εκπαίδευση προσομοιάζει με φάμπρικα οδηγώντας τους μαθητές γυμνασίου σε εξάωρη ή εφτάωρη πρωινή παρακολούθηση στο σχολείο και σε φροντιστηριακές παρακολουθήσεις που ξεκινούν από το μεσημέρι. Τις ελάχιστες ώρες που τους απομένουν οφείλουν να κάνουν τις ασκήσεις και να μάθουν το μάθημα που θα εξεταστούν την άλλη μέρα.

Η εκμάθηση τουλάχιστο δύο ξένων γλωσσών είναι επιβεβλημένη και οι μαθητές γυμνασίου ξέρουν πολύ καλά ότι όλος αυτός ο κόπος καταβάλλεται για ένα καλύτερο εργασιακό μέλλον. Οι καταθλίψεις, ακόμα και αυτοκτονίες, που συναντάμε στο λύκειο είναι η οριστική ματαίωση της σύγχρονης καπιταλιστικής εκπαίδευσης και οι πετυχημένοι όλης αυτής της διαδικασίας είναι αυτοί που θα στελεχώσουν τις εταιρίες και θα δουλεύουν 10 και 12 ώρες ημερησίως, με χυδαίες απολαβές. Γιατί «οι νέοι δεν φοβούνται τη δουλειά» και «η εταιρία είναι η οικογένεια», έτσι τουλάχιστο διαλαλεί η καπιταλιστική προπαγάνδα. Κι όλα είναι τόσο λογικά που ο μαθητής εξοργίζεται περισσότερο με την άδικη ανταμοιβή ενός άλλου, που πήρε μεγάλο βαθμό χωρίς να καταβάλλει τον ανάλογο μόχθο, παρά με την όλη διαστροφή της υπόθεσης. Γιατί ο μαθητής νιώθει την αδικία μόνο μέσα από το πλέγμα της εργασίας που οφείλει να διεκπεραιωθεί. Η υπερεργασία περνά πάντα σε δεύτερο πλάνο, αφού το βασικό ζήτημα είναι να μην αμείβεται όποιος δεν εργάζεται, δηλαδή η έσχατη ανταγωνιστικότητα που μετατρέπεται σε ύψιστη δικαιοσύνη. Κι αυτό είναι το δόγμα της εργασίας.

Και κάπως έτσι φτάνουμε στον τρομερό Λαφάργκ και στο «Δικαίωμα στην Τεμπελιά»  που από το 1880 κατακεραύνωσε το γαλλικό προλεταριάτο όταν υιοθέτησε το σύνθημα του δικαιώματος της δουλειάς: «Ποιος να φανταζόταν ότι τα παιδιά των ηρώων της επαναστατικής τρομοκρατίας θα είχαν αφήσει να τα εκφυλίσει σε τέτοιο βαθμό η θρησκεία της δουλειάς ώστε να δέχονται, μετά το 1848, σαν επαναστατική κατάκτηση, τον νόμο που περιόριζε σε δώδεκα ώρες τη δουλειά στα εργοστάσια και να προβάλλουν για βασική επαναστατική αρχή το δικαίωμα στη δουλειά! Ντροπή σου γαλλικό προλεταριάτο». (σελ. 15) Και συνεχίζει: «Αυτή τη δουλειά που απαίτησαν με το όπλο στο χέρι οι εργάτες τον Ιούνιο του 1848, την επέβαλαν και στις οικογένειές τους. Ξεπούλησαν στους βαρόνους της βιομηχανίας τις γυναίκες και τα παιδιά τους». (σελ. 15) Η θεοποίηση της εργασίας είναι το μέγιστο καπιταλιστικό δόγμα γιατί εξασφαλίζει υπέρογκα κέρδη και η επικαιρότητα του περιβόητου «δικαιώματος στην εργασία» είναι ο θρίαμβος της καπιταλιστικής προπαγάνδας, που μετατρέπει τον εξαναγκασμό όχι απλώς σε επιλογή, αλλά σε «δικαίωμα». Η υπερεργασία είναι βέβαιο ότι οδηγεί σε υπερπαραγωγή και η υπερπαραγωγή σε κρίση, δηλαδή σε πτώση μισθών και απολύσεις. Η ιστορία του καπιταλισμού το έχει αποδείξει επανειλημμένα κι ακόμα συνεχίζουμε να ζητάμε εργασία, αντί να απαιτούμε την μείωσή της. Η αγορά του δυτικού κόσμου έχει φρακάρει από απούλητα αγαθά και αυτό που διακυβεύεται είναι η σκληρότερη και φθηνότερη εργασία για την παραγωγή κι άλλων. Ο Λαφάργκ βαθύς γνώστης του μαρξισμού και γαμπρός του Μαρξ καταδεικνύει όλο το μεγαλείο του παραλόγου: «Πιστεύοντας τις ψευτιές των οικονομολόγων, οι προλετάριοι παραδίδονται ψυχή τε και σώματι στη διαστροφή της δουλειάς και βυθίζουν την κοινωνία ολόκληρη στις κρίσεις υπερπαραγωγής της βιομηχανίας που σπαράσσουν τον κοινωνικό οργανισμό». (σελ. 20) Η τεχνολογία που εκτοξεύει την παραγωγή σε απίστευτα ύψη λειτουργεί μόνο προς όφελος των καπιταλιστών ιδιοκτητών που απολύουν υπαλλήλους (εξασφαλίζοντας κι άλλα κέρδη) οδηγώντας την κοινωνία στην εξαθλίωση και οι οικονομολόγοι προτείνουν την εργασιακή εντατικοποίηση. Με δυο λόγια κάποιος ή θα είναι άνεργος ή θα δουλεύει 10 και 12 ώρες με εξευτελιστικούς μισθούς, συμβάλλοντας στην ακόμη μεγαλύτερη μελλοντική εξαθλίωσή του.

Τα λόγια του Σερμπυλιέ δεν χρειάζονται επεξηγήσεις: «Οι ίδιοι οι εργαζόμενοι, συντελώντας στη συσσώρευση των παραγωγικών κεφαλαίων, βοηθούν να μειωθεί, αργά ή γρήγορα, ο μισθός τους…».(σελ. 19) Όσο για το ηθικό περιεχόμενο της εργασίας που είναι τιμή και προσφορά και ανάπτυξη δεξιοτήτων και δεν ξέρω και ‘γω τι άλλο ο Λαφάργκ παραθέτει ένα απόσπασμα κάποιου ανώνυμου φυλλαδίου που κυκλοφόρησε στο Λονδίνο το 1770 δημιουργώντας σάλο: «ο εργαζόμενος όχλος της Αγγλίας έχει βάλει βαθιά στο μυαλό του την ιδέα ότι, αφού είναι Άγγλοι, όλοι οι παρακατιανοί έχουν από καταγωγή το δικαίωμα να είναι πιο ελεύθεροι και πιο ανεξάρτητοι από τους εργάτες των άλλων ευρωπαϊκών χωρών. Η ιδέα αυτή μπορεί να έχει κάποια χρησιμότητα για τους στρατιώτες, τονώνει την ανδρεία τους. Αλλά οι βιομηχανικοί εργάτες, όσο λιγότερο την έχουν, τόσο το καλύτερο για τους ίδιους και το κράτος. Οι εργάτες δεν θα έπρεπε ποτέ να θεωρούν πως είναι ανεξάρτητοι από τους ανωτέρους τους……….Η θεραπεία θα έχει ολοκληρωθεί μόνον όταν οι φτωχοί της βιομηχανίας μας θα δέχονται να δουλεύουν έξι μέρες με τα ίδια χρήματα που κερδίζουν τώρα σε τέσσερις». (σελ. 14) Αν ο Λαφάργκ προτείνει το 1880 την τρίωρη εργασία ως αρκετή για την παραγωγή των απαραίτητων αγαθών, το 2012 οικονομολόγοι, πολιτικοί και πολυεθνικές κάνουν τα πάντα για να μας πείσουν ότι η κατάργηση ωραρίων, αργιών κλπ είναι η μόνη λύση.  Εξάλλου «arbeit macht frei» (Η δουλειά απελευθερώνει) όπως έγραφαν και οι ναζί έξω από όλα τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Πωλ Λαφάργκ «το δικαίωμα στην τεμπελιά» εκδόσεις «ΝΗΣΙΔΕΣ» Σκόπελος

http://eagainst.com/articles/work-capitalis/

Ταξισυνειδησία: Η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού

 

 

 

2013 03 14 KARPOZILOS

Συνέντευξη του Κωστή Καρπόζηλου στον Άκη Παλαιολόγο

Την πολιτική και κοινωνική δράση των ελληνοαμερικανικών κοινοτήτων στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα πραγματεύεται το ντοκιμαντέρΤαξισυνειδησία: η άγνωστη ιστορία του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού. Με αφορμή την ολοκλήρωση του ντοκιμαντέρ, ο Κωστής Καρπόζηλος, ιστορικός, μεταδιδακτορικός ερευνητής του Πανεπιστημίου Κολούμπια, εμπνευστής και κινητήριος μοχλός της όλης προσπάθειας, αναφέρεται σε όψεις μιας σχετικά «αχαρτογράφητης» και ταυτόχρονα εξαιρετικά ενδιαφέρουσας πτυχής της ιστορίας του εργατικού κινήματος.

 

Ε. Γ.: Ποιο είναι το θέμα και οι βασικοί συντελεστές του ντοκιμαντέρ;

Κ. Κ.: To ντοκιμαντέρ αναδεικνύει τις πολιτικές και κοινωνικές διεργασίες στις ελληνοαμερικανικές κοινότητες, ξεκινώντας από τις σοσιαλιστικές οργανώσεις των αρχών του 20ού αιώνα και κλείνοντας στα χρόνια του Μακαρθισμού, τα οποία σήμαναν την παρακμή της μακράς παράδοσης του μεταναστευτικού πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού. Πρόκειται για μια φιλόδοξη παραγωγή που στηρίζεται σε πλούσιο οπτικοακουστικό υλικό από την ιστορία της αμερικανικής Αριστεράς και του εργατικού κινήματος, ενώ σημαντικό μέρος της έρευνας σχετίζεται με την ενασχόλησή μου με τα ζητήματα αυτά στο πλαίσιο της διδακτορικής μου διατριβής στο Πανεπιστήμιο της Κρήτης. Σκηνοθέτης του ντοκιμαντέρ είναι ο Κώστας Βάκκας, ένας άνθρωπος της Αριστεράς με παρουσία σε πολιτικοποιημένες κινηματογραφικές καταγραφές ιστορικών γεγονότων. Η Μη Κερδοσκοπική Εταιρεία «Αποστόλης Μπερδεμπές» εξασφάλισε τη χρηματοδότηση του όλου εγχειρήματος –η εταιρεία ιδρύθηκε από φίλους και φίλες του αγωνιστή του αντιδικτατορικού κινήματος στις ΗΠΑ, Αποστόλη Μπερδεμπέ, ο οποίος πέθανε πρώιμα το 1979. Οι άνθρωποι της εταιρείας είχαν γνωρίσει βετεράνους του κινήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες τη δεκαετία του 1970 και προσανατολίζονταν στη δημιουργία ενός ντοκιμαντέρ για τη διαδρομή της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς. Κατά συνέπεια, το ντοκιμαντέρ αυτό είναι προϊόν κοινών επιθυμιών, συλλογικής δουλειάς και ευτυχών συμπτώσεων.

 

Ε. Γ.: Το θέμα του ντοκιμαντέρ είναι σχετικά άγνωστο τόσο για την ελληνική ιστοριογραφία όσο και για την ελληνική Αριστερά. Ποια ήταν τα κίνητρα και ποιοι είναι οι στόχοι της όλης προσπάθειας;

Κ. Κ.: Σωστή παρατήρηση. Η ελληνοαμερικανική ιστοριογραφία έχει υπέρμετρα εστιάσει στις παραδειγματικές περιπτώσεις οικονομικής επιτυχίας των μεταναστών, ενώ συχνά ακόμη και ριζοσπαστικές προσεγγίσεις αδυνατούν να συνδέσουν τις μεταναστευτικές κοινότητες με την ευρύτερη κοινωνική, πολιτική και οικονομική πραγματικότητα των Ηνωμένων Πολιτειών, εμφανίζοντας έτσι τους μετανάστες σε μια ιδιόμορφη «ελληνική» γυάλα. Το ντοκιμαντέρ προτείνει μια εναλλακτική αφήγηση, καταδεικνύοντας τα πολλαπλά νήματα που συνδέουν τους εθνοτικούς προβληματισμούς με τις εκδοχές του πολιτικού και κοινωνικού ριζοσπαστισμού. Πρόκειται εντέλει για την ανάδειξη των ρωγμών, των εσωτερικών αντιθέσεων του ελληνοαμερικανικού κόσμου, αλλά και ταυτόχρονα για την επιστροφή στη συζήτηση του αμερικανικού εργατικού κινήματος γύρω από το ερώτημα της ενοποίησης της εργατικής τάξης, την «ταξισυνειδησία» που λέγαν και οι Ελληνοαμερικανοί, μέσα από την ενσωμάτωση της εθνοτικής διαφοράς. Αυτή η συζήτηση είναι άγνωστη στην ελληνική Αριστερά, η οποία ορισμένες φορές σχηματικά αναπαράγει στερεότυπες αναγνώσεις των Ηνωμένων Πολιτειών, ενώ παραγνωρίζει τις ριζοσπαστικές παραδόσεις των μεταναστευτικών κοινοτήτων και την ίδια τη διαδρομή της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς.

 

Ε. Γ.: Σε μεγάλο βαθμό το ντοκιμαντέρ συνδέεται με τη διατριβή σου. Πόσο δύσκολη ήταν η μετάβαση από την επιστημονική έρευνα στο οπτικοακουστικό υλικό;
Κ. Κ.: Η διαδικασία αυτή υπήρξε απαιτητική, καθώς φέρνει νομίζω τον ερευνητή μπροστά στις εγγενείς αδυναμίες του και ειδικότερα στο αιτούμενο της συμπύκνωσης εκείνης που δεν θα οδηγήσει στην υπεραπλούστευση. Για μένα υπήρξε μια πολύ χρήσιμη εμπειρία, που μου επιτρέπει σήμερα να αναθεωρήσω ριζικά τη διατριβή στην κατεύθυνση της έκδοσής της. Ταυτόχρονα όμως ο μετασχηματισμός ενός επιστημονικού ερωτήματος σε «σενάριο» αναδεικνύει ένα σημαντικό ζήτημα: Το αμερικανικό εργατικό και επαναστατικό κίνημα έχει επιδείξει μια αξιοσημείωτη φροντίδα στη διατήρηση της ιστορικής του διαδρομής, επιτρέποντας σε μας για, παράδειγμα, να χρησιμοποιήσουμε σήμερα καταπληκτικές σκηνές από τις πρωτομαγιάτικες διαδηλώσεις στη Νέα Υόρκη του 1937 ή πλάνα από εργατικές διεκδικήσεις του Μεσοπολέμου. Αυτές οι γενναιόδωρες αρχειακές διαθεσιμότητες υπογραμμίζουν τις υστερήσεις τού, φαινομενικά πιο προωθημένου, ελληνικού εργατικού κινήματος, το οποίο με αξιοσημείωτες εξαιρέσεις αδιαφορεί για την αυτοδύναμη και παραγωγική διάσωση των αρχειακών του καταλοίπων. Η αμερικανική λοιπόν τεχνογνωσία, τα αρχεία του Κομμουνιστικού Κόμματος των Ηνωμένων Πολιτειών, τα κάθε λογής «επίκαιρα», τα έντυπα της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς μάς επέτρεψαν να έχουμε ένα άρτιο αισθητικά αποτέλεσμα και να υπερβούμε την εγγενή κούραση της ιστορικής αφήγησης!

 

Ε. Γ.: Η ελληνοαμερικανική Αριστερά σε ποιο βαθμό εντάσσεται στις ευρύτερες διεργασίες και μεταβολές του εργατικού και αριστερού κινήματος των ΗΠΑ; Για παράδειγμα, πώς επηρέασε η εθνοτική διάσταση την πολιτική στράτευση και τις πρακτικές των Ελληνοαμερικανών εργατών;

Κ. Κ.: Θα το αντιστρέψω ελαφρά αυτό. Η αμερικανική Αριστερά του 20ού αιώνα υπήρξε σύμφυτη με την ανάπτυξη των μεταναστευτικών ριζοσπαστικών οργανώσεων• από τις γλωσσικές ομοσπονδίες του Σοσιαλιστικού και Κομμουνιστικού Κόμματος έως τις δεκάδες εκδόσεις στις γλώσσες των μεταναστευτικών κοινοτήτων, τις εργατικές λέσχες και τα εκδοτικά προγράμματα. Υπό την οπτική αυτή, η Φωνή του Εργάτου (1918-1923), το Εμπρός (1923-1939), τοΕλληνοαμερικανικό Βήμα (1940-1955), οι Ελληνικοί Εργατικοί Εκπαιδευτικοί Σύνδεσμοι, το ελληνοαμερικανικό Εργατικό Βιβλιοπωλείο αποτελούν εκφάνσεις του ελληνοαμερικανικού ριζοσπαστισμού και ταυτόχρονα οργανικές εκδηλώσεις της ανάπτυξης του σοσιαλιστικού και κομμουνιστικού κινήματος στις Ηνωμένες Πολιτείες. Ο μεταναστευτικός ριζοσπαστισμός συνιστά ταυτόχρονα έναν δείκτη των μεταναστευτικών μετασχηματισμών: Στις αρχές του 20ού αιώνα οι σοσιαλιστικές ομαδοποιήσεις –και όχι προφανώς μόνο οι ελληνικές– συνδέονταν σε μεγάλο βαθμό με τις εξελίξεις στον «Παλιό Κόσμο». Από τη δεκαετία του 1920, όταν τελειώνει ο αιώνας της υπερατλαντικής μετανάστευσης, σταδιακά καταγράφεται μια μετατόπιση, καθώς λειτουργούν ως εθνικά τμήματα αμερικανικών πολιτικών κομμάτων. Στην ελληνική περίπτωση πρόκειται για μια παράδοση που ξεκινά από την έκδοση της εφημερίδας Οργάνωσις στο βιομηχανικό Σινσινάτι το 1916 ως όργανο των Ελλήνων φίλων του Socialist Labor Party και εξελίσσεται στη συνέχεια στο «ελληνικό γραφείο του ΚΚΗΠΑ» και των μετωπικών οργανώσεων γύρω από αυτό, όπως οι Ελληνικοί Εργατικοί Εκπαιδευτικοί Σύνδεσμοι.

Η εθνοτική διάσταση είναι προφανώς παρούσα στη διαδρομή αυτή. Το ζητούμενο είναι η ανίχνευση των προβληματισμών της αμερικανικής Αριστεράς γύρω από το πώς η εθνοτική διάσταση δεν θα λειτουργούσε ανασταλτικά στην πολιτική και κοινωνική ριζοσπαστικοποίηση, στην ενότητα των εργατών στους χώρους εργασίας. Από τις αμήχανες προσπάθειες του «προλεταριακού εξαμερικανισμού» της δεκαετίας του 1920, όπου στην ουσία επιχειρήθηκε η παραγνώριση της εθνοτικής διαφοράς, έως τις πιο παραγωγικές –αν και όχι πιο ριζοσπαστικές– της περιόδου του Λαϊκού Μετώπου, όπου η εθνοτική διαφορά εξυμνήθηκε ως στοιχείο δημοκρατικών παραδόσεων κ.λπ., καταγράφονται ποικίλες εκδοχές αυτής της διερεύνησης. Ταυτόχρονα όμως το καθοριστικό δεν είναι οι όποιες επεξεργασίες των επιτελείων, αλλά οι πολλαπλοί τρόποι με τους οποίους η εθνοτική διάσταση παράγει διαφορετικές κατά περίπτωση εκδοχές κοινωνικού ανταγωνισμού: από τις εσωτερικές συγκρούσεις στις τάξεις των κοινοτήτων –ενάντια για παράδειγμα στους «μπόσηδες»– και τους ενδοεργατικούς εμφυλίους έως τις νέες μορφές ενότητας και οργάνωσης, που αποκτούν ιδιαίτερη δυναμική τη δεκαετία του 1930 και στηρίζονται στην βιομηχανική οργάνωση όλων των μισθωτών ανεξαρτήτως εθνότητας, φυλής και ειδικότητας – τα συνδικάτα της Congress of Industrial Organizations.

 

Ε. Γ.: Πού αναπτύχθηκε η βασική επιρροή και οι σημαντικότερες δραστηριότητες της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς; Επίσης, κατά πόσο οι Ελληνοαμερικανοί ριζοσπάστες επηρεάζονταν και τροφοδοτούνταν από τις εξελίξεις στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό;

Κ. Κ.: Τα αστικά κέντρα, οι βιομηχανικές κωμοπόλεις και οι πολυεθνοτικές μητροπόλεις υπήρξαν τα κύρια κέντρα ανάπτυξης των δραστηριοτήτων της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς. Το δίκτυο των Ελληνικών Εργατικών Εκπαιδευτικών Συνδέσμων από τη Νέα Υόρκη έως το Σαν Φρανσίσκο και από το Σικάγο έως τα βιομηχανικά κέντρα του Πίτσμπουργκ συνιστά μια αξιόπιστη ένδειξη αυτής της δυναμικής. Ταυτόχρονα, οι τόποι του μεταναστευτικού ριζοσπαστισμού διαπλέκονται με την ανάπτυξη των εργατικών διεκδικήσεων: Στη δεκαετία του 1930, στις μικρές βιομηχανικές πόλεις του εργοδοτικού φεουδαλισμού, οι βίαιοι και μαχητικοί εργατικοί αγώνες ανατροφοδότησαν την οργανωτική ανάπτυξη της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς. Τέλος, τα βιομηχανικά συνδικάτα, οι νέες μορφές οργάνωσης στους κλάδους του επισιτισμού και κυρίως το «κόκκινο» συνδικάτο των εργατών στην κατεργασία γούνας, το περίφημο Ελληνικό Λόκαλ 70, αποτέλεσαν προπύργια της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς. Άλλωστε δεν θα πρέπει να φανταστούμε τις οργανώσεις της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς ως προϊόντα εγκεφαλικών συλλήψεων πέραν της εργατικής καθημερινότητας – το αντίθετο. Ο μεταναστευτικός ριζοσπαστισμός αναπαράγονταν κοινωνικά μέσα στην ίδια την εργατική καθημερινότητα. Το πρώτο φύλλο της Φωνής του Εργάτου διακήρυσσε ότι «είναι η εφημερίς των εργατών γιατί εργάται την βγάζουν, εργάται την γράφουν, εργάται την διαβάζουν, με χρήματα εργατών συντηρείται (…) Σε κανένα δεν θα υποταχθή, καμμίαν υποχρέωση δεν θα χρωστά σε κανένα, ούτε ηθική, ούτε υλική, εκτός μόνο σε κείνους στους οποίους ανήκει ολοκληρωτικά˙ στο ελληνικό προλεταριάτο της Αμερικής. Η Φωνή του Εργάτου είναι με λίγα λόγια εφημερίς των εργατών, που αποτείνεται προς τους εργάτας για τα συμφέροντα των εργατών».

Η εργατική αυτή διάσταση διαπλέκεται με την προτεραιότητα της «μορφωτικής εργασίας» στις προσπάθειες των Ελληνοαμερικανών ριζοσπαστών να αφυπνίσουν την «ταξισυνειδησία» των ομοεθνών τους. Οι μεταφράσεις, μεταξύ αυτών η πρώτη ελληνική μετάφραση του έργου του Λένιν Κράτος και Επανάστασις, το εργατικό θέατρο, η ανάπτυξη ενός διακριτού εργατικού πολιτισμού συνιστούν εκφράσεις αυτών των δραστηριοτήτων. Ταυτόχρονα, η ελληνοαμερικανική Αριστερά, ιδίως στις δεκαετίες του Λαϊκού Μετώπου, λειτουργούσε ως σημείο συνάντησης ευρύτερων προοδευτικών και ριζοσπαστικών τάσεων γύρω από τις ελληνικές εξελίξεις: τη δικτατορία του Μεταξά, αλλά και την τριπλή Κατοχή. Οι επιτροπές στήριξης του ΕΑΜ, η εγκατάσταση στη Νέα Υόρκη της Ομοσπονδίας των Ελληνικών Ναυτεργατικών Οργανώσεων (ΟΕΝΟ), το παράνομο δίκτυο του ελληνικού κομμουνιστικού κινήματος που συνέδεε την Αθήνα με το Παρίσι, τη Νέα Υόρκη, το Λονδίνο και τη Μόσχα αποτελούν ενδιαφέρουσες εκδοχές του τρόπου με τον οποίο οι «ελληνικές» ή ευρωπαϊκές εξελίξεις διαπλέκονταν με τις ιεραρχήσεις των ελληνοαμερικανών κομμουνιστών. Εδώ θα πρέπει να είναι σαφές ότι δεν έχουμε να κάνουμε με υπερατλαντικές αποκρίσεις σε ένα «ευρωπαϊκό πρόβλημα», αλλά αποκρίσεις στην διεθνοποίηση της σύγκρουσης μεταξύ φασισμού και αντι-φασισμού. Οι περίπου 200 Ελληνοαμερικανοί εθελοντές στον Ισπανικό Εμφύλιο πόλεμο υπογραμμίζουν τις πολλαπλές συνδέσεις του αντιφασιστικού μετώπου: ενάντια στον Φράνκο στην Ισπανία, ενάντια στον Μεταξά στην Ελλάδα, ενάντια στον Φορντ –«ο φορντισμός είναι φασισμός» ήταν ένα δημοφιλές σύνθημα της εποχής– στις Ηνωμένες Πολιτείες.

 

Ε. Γ.: Με μια πρόχειρη περιοδολόγηση, πού τοποθετείται η ακμή και η υποχώρηση της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς;

Κ. Κ.: Η ακμή της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς εντοπίζεται στα χρόνια του Λαϊκού Μετώπου – όπως ακριβώς αυτή η περίοδος συνιστά το απόγειο της δυναμικής του αμερικανικού κομμουνιστικού κινήματος. Η πολιτική του Λαϊκού Μετώπου, που στην αμερικανική περίπτωση ισοδυναμούσε με την κριτική υποστήριξη του New Deal, παρείχε ασφαλώς το αναγκαίο πλαίσιο γι’ αυτή την εξέλιξη, αλλά θα ήταν απλουστευτικό να αναζητήσουμε εκεί αποκλειστικά το αίτιο. Νομίζω ότι μετά την κρίση του 1929 ο κοινωνικός αναπροσανατολισμός προς τις έννοιες της ενότητας και της οργάνωσης ως αναγκαίων αντίρροπων δυνάμεων προς την κοινωνική αποδιάρθρωση επέτρεψε στην αμερικανική Αριστερά να εμφανιστεί ως δυναμικός παράγοντας στη διαμόρφωση του εργατικού και προοδευτικού κινήματος. Η δυναμική αυτή, γύρω από τις ιδέες της ενότητας και της οργάνωσης, στα χρόνια του Πολέμου συμβάδισε με την ιδέα της πλατιάς αντιφασιστικής συνεργασίας και την προοπτική ενός μεταπολεμικού κόσμου όπου η ΕΣΣΔ και οι ΗΠΑ θα εγκαθίδρυαν μια νέα παγκόσμια τάξη η οποία θα αποζημίωνε τους λαούς και τις κοινωνίες για τα δεινά της καπιταλιστικής κρίσης και του πολέμου. Η προσδοκία αυτή, που οδήγησε το ΚΚΗΠΑ στην απόφαση της αυτοδιάλυσής του το 1943, επικοινωνούσε με την ακτινοβολία των εθνικοαπελευθερωτικών κινημάτων της Ευρώπης: Είναι χαρακτηριστικό ότι στις επιτροπές στήριξης του ΕΑΜ στις ΗΠΑ συναντιούνταν αστοί πολιτικοί, διανοούμενοι, παράγοντες της ελληνοαμερικανικής ζωής, όπως ο εκδότης του Εθνικού Κήρυκα, Βάσος Βλαβιανός, συνδικαλιστές και φυσικά η ελληνοαμερικανική Αριστερά.

Η αναδίπλωση του εργατικού κινήματος, οι παράλληλες μεταπολεμικές εξελίξεις στην Ευρώπη και στις ΗΠΑ, ο Ελληνικός Εμφύλιος και ο νέος διπολικός κόσμος που διέψευσε τις λαϊκομετωπικές προσδοκίες καθόρισαν την κοινωνική και πολιτική περιθωριοποίηση της ελληνοαμερικανικής Αριστεράς. Στην εξέλιξη αυτή μπορεί κανείς να διακρίνει τη σύμπτωση της καταστολής –στις μακαρθικές διώξεις τα ηγετικά στελέχη του κινήματος απελάθηκαν και ζήτησαν πολιτικό άσυλο στην Πολωνία– αλλά και της ενσωμάτωσης. Η νέα δυναμική του «Αμερικανικού Ονείρου», τροφοδοτημένη από την εκθετική ανάπτυξη του μεταπολεμικού καπιταλισμού, ενσωμάτωσε τον κοινωνικό ριζοσπαστισμό της δεκαετίας του 1930 μετατρέποντας τους «ξεχασμένους ανθρώπους» της προηγούμενης μέρας σε εκπροσώπους του μεταπολεμικού αμερικανισμού – είναι η εποχή των προαστίων, του καταναλωτισμού, της αποστολής εμβασμάτων στους χειμαζόμενους συγγενείς στην Ευρώπη.

 

Ε. Γ.: Το όλο εγχείρημα πραγματεύεται τον μεταναστευτικό ριζοσπαστισμό, δίνοντας ιδιαίτερο βάρος στην περίοδο της Μεγάλης Ύφεσης. Ποια σημασία έχει η μελέτη του θέματος αυτού στη σημερινή εποχή, στο φόντο της οικονομικής κρίσης και της όξυνσης του μεταναστευτικού ζητήματος;

Κ. Κ.: Οι ιστορικές αναλογίες είναι της μοδός σήμερα και εγώ είμαι ιδιαίτερα επιφυλακτικός για τη χρησιμότητά τους. Αυτό που θα μπορούσε να είναι παραγωγικό για τις σημερινές αναζητήσεις μας είναι η έμφαση στην ενδεχομενικότητα της ιστορίας, δηλαδή η κατανόηση του απρόβλεπτου της εξέλιξής της σε περιόδους που το κοινωνικό ζήτημα βρίσκεται στο προσκήνιο, ανεξάρτητα από τις επιθυμίες ή τις φοβίες των ριζοσπαστών. Ταυτόχρονα, νομίζω ότι παρουσιάζει ενδιαφέρον η μεσοπολεμική –και κυρίως στα χρόνια της κρίσης– αναζήτηση μορφών οργάνωσης και δράσης που συχνά υπερέβαιναν παραδεδομένες πρακτικές και τρόπους σκέψης. Η δημιουργία των βιομηχανικών συνδικάτων, που ενσωμάτωνε φυσικά και παλιότερες αναζητήσεις, η ανάδυση των Επιτροπών Ανέργων, η κυκλοφορία των μεταναστευτικών εφημερίδων αντιστοιχούσαν σε κοινωνικές διεργασίες και προέκυπταν ως απαντήσεις στα πιεστικά προβλήματα της ίδιας της καθημερινότητας μη δίνοντας σημασία στις συμβουλές των κάθε λογής «γνωστικών». Αν και φοβάμαι ότι η υπόμνηση της μεταναστευτικής διαδρομής των Ελλήνων δεν μπορεί να συμβάλει στην αναστροφή του ρατσιστικού παροξυσμού, πιστεύω ότι η άγνωστη ιστορία του μεταναστευτικού ριζοσπαστισμού προσφέρεται για τον κλονισμό των δικών μας βεβαιοτήτων και ίσως μπορεί να χειραφετήσει τη φαντασία μας, γύρω από ερωτήματα αλλά και πρακτικές δράσεις για το πώς μπορούμε να υπερβούμε το αδιέξοδο που μας περιβάλλει.

http://www.ektosgrammis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1867:2013-03-14-12-50-13&catid=107:istoria&Itemid=492

Οι ρίζες του μίσους – του Κορνήλιου Καστοριάδη

Υπάρχουν δύο ψυχικές εκφράσεις του μίσους: το μίσος για τον άλλο και το μίσος για τον εαυτό μας, το οποίο συχνά δεν παρουσιάζεται ως τέτοιο. Αλλά πρέπει να καταλάβουμε ότι και τα δυο έχουν κοινή ρίζα, την άρνηση της ψυχικής μονάδας να δεχθεί αυτό που για την ίδια είναι ξένο. Η οντολογική αυτή διάρθρωση του ανθρώπου επιβάλλει αξεπέραστους εξαναγκασμούς σε κάθε κοινωνική οργάνωση και σε κάθε πολιτικό πλάνο. Καταδικάζει αμετάκλητα κάθε ιδέα για μία«διαφανή» κοινωνία, κάθε πολιτικό πλάνο που αποσκοπεί στην άμεση οικουμενική συμφιλίωση.
Κατά τη διαδικασία κοινωνικοποίησης, οι δύο διαστάσεις του μίσους χαλιναγωγούνται σε σημαντικό βαθμό, τουλάχιστον όσον αφορά τις πιο δραματικές εκδηλώσεις τους. Εν μέρει αυτό επιτυγχάνεται μέσω του μόνιμου αντιπερισπασμού που ασκείται στην καταστροφική τάση από τους «εποικοδομητικούς» κοινωνικούς σκοπούς – την εκμετάλλευση της φύσης, τον συναγωνισμό διαφόρων ειδών (τις «ειρηνικές» αγωνιστικές δραστηριότητες, όπως ο αθλητισμός, τον οικονομικό ή πολιτικό ανταγωνισμό, κτλ). Όλες αυτές οι διέξοδοι κατευθύνουν ένα μέρος του μίσους και της«διαθέσιμης» καταστροφικής ενέργειας, αλλά όχι το σύνολο τους.

Το κομμάτι του μίσους και της καταστροφικότητας που απομένει φυλάσσεται σε μία δεξαμενή έτοιμη να μετατραπεί σε καταστροφικές δραστηριότητες, σχηματοποιημένες και θεσμοθετημένες, που στρέφονται εναντίον άλλων ομάδων – δηλαδή να μετατραπεί σε πόλεμο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ψυχικό μίσος είναι η «αιτία» του πολέμου. Αλλά το μίσος είναι, αναμφίβολα, ένας όρος, όχι μόνο απαραίτητος αλλά και ουσιαστικός, του πόλεμοι».

Το μίσος καθορίζει τον πόλεμο και εκφράζεται μέσω αυτού, Η φράση του Αντρέ Μαλρό «είθε η νίκη σε αυτό τον πόλεμο να ανήκει σε όσους πολέμησαν χωρίς να τον αγαπούν» εκφράζει μία ελπίδα που στην πραγματικότητα διαψεύδεται σε όλους σχεδόν τους πολέμους. Αλλιώς δεν θα καταλαβαίναμε πώς εκατομμύρια άνθρωποι στη διάρκεια της ιστορίας ήταν πρόθυμοι, από τη μία στιγμή στην άλλη, να σκοτώσουν αγνώστους ή να σκοτωθούν από αυτούς. Και όταν η δεξαμενή του μίσους δεν βρίσκει διέξοδο στον πόλεμο, εκδηλώνεται υπόκωφα με τη μορφή της περιφρόνησης, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού.

Οι καταστροφικές τάσεις των ατόμων συνάδουν απόλυτα με την ανάγκη μίας κοινωνίας να ενδυναμώνει τη θέση των νόμων, των αξιών και των κανόνων της, ως μοναδικά στην τελειότητα τους και ως τα μόνα αληθινά, ενώ οι νόμοι, τα πιστεύω και τα έθιμα των άλλων είναι κατώτερα, λανθασμένη, άσχημα, αηδιαστικά, φριχτά, διαβολικά.

Και αυτό, με τη σειρά του, βρίσκεται σε πλήρη αρμονία με τις ψυχικές ανάγκες του ατόμου. Γιατί ό,τι υπάρχει πέρα από τον κύκλο σημασιών που τόσο επίπονα περιέβαλε στον δρόμο προς την κοινωνικοποίηση είναι λανθασμένο, άσχημο, ασύνετο. Το αυτό συμμερίζεται η ομάδα στην οποία ανήκει: φυλή, χωριό, έθνος, θρησκεία. Πρέπει να γίνει σαφώς αντιληπτό ότι κάθε απειλή προς τις θεσμοθετημένες ομάδες, στις οποίες ανήκουν τα άτομα, βιώνεται από αυτά ως πιο σοβαρή από μία απειλή κατά της ζωής τους,

Τα χαρακτηριστικά αυτά παρατηρούνται με μεγαλύτερη ένταση στις εντελώς κλειστές κοινωνίες: στις αρχαϊκές ή παραδοσιακές αλλά ακόμη περισσότερο στις σύγχρονες απολυταρχικές. Η κύρια απάτη είναι πάντα: οι κανόνες μας είναι το καλό· το καλό είναι οι κανόνες μας· οι κανόνες μας δεν είναι ίδιοι με τους δικούς τους· άρα οι κανόνες τους δεν είναι καλοί. Επίσης: ο θεός μας είναι ο αληθινός· η αλήθεια είναι ο θεός μας· ο θεός μας δεν είναι ίδιος με τον δικό τους· άρα ο θεός τους δεν είναι ο αληθινός.

Πάντα φαινόταν σχεδόν αδύνατο οι ανθρώπινες ομάδες να αντιμετωπίζουν το διαφορετικό ως ακριβώς αυτό: απλώς διαφορετικό. Επίσης, ήταν σχεδόν αδύνατο να αντιμετωπίζουν τους θεσμούς των άλλων ως ούτε κατώτερους ούτε ανώτερους αλλά απλώς ως διαφορετικούς. Η συνάντηση μίας κοινωνίας με άλλες συνήθως ανοίγει τον δρόμο για τρεις πιθανές εκτιμήσεις: οι άλλοι είναι ανώτεροι από εμάς είναι ίσοι ή είναι κατώτεροι. Αν δεχτούμε ότι είναι ανώτεροι, οφείλουμε να απαρνηθούμε τους θεσμούς μας και να υιοθετήσουμε τους δικούς τους. Αν είναι ίσοι θα μας ήταν αδιάφορο αν οι άλλοι είναι χριστιανοί ή ειδωλολάτρες. Οι δύο αυτές πιθανότητες είναι απαράδεκτες. Διότι αμφότερες προϋποθέτουν ότι το άτομο πρέπει να εγκαταλείψει τα σημεία αναφοράς του ή τουλάχιστον να τα θέσει υπό αμφισβήτηση.

Δεν απομένει λοιπόν παρά η τρίτη πιθανότητα: οι άλλοι είναι κατώτεροι. Αυτό βεβαίως αποκλείει την πιθανότητα οι άλλοι να είναι ίσοι με εμάς, με την έννοια ότι οι θεσμοί τους απλώς δεν συγκρίνονται με τους δικούς μας. Ακόμη και στην περίπτωση «μη θρησκευτικών» πολιτισμών, μία τέτοια παραδοχή θα δημιουργούσε αναπάντητα ερωτηματική στο καθαρώς θεωρητικό επίπεδο: πώς αντιμετωπίζει κανείς κοινωνίες που δεν αναγνωρίζουν τα ανθρώπινα δικαιώματα, επιβάλλουν στους πολίτες τους σκληρές ποινές ή έχουν απαράδεκτα έθιμα;

Ο δρόμος προς την αναγνώριση του διαφορετικού αρχίζει στο ίδιο σημείο και έχει τα ίδια κίνητρα με την αμφισβήτηση των δεδομένων θεσμών της κοινωνίας, την απελευθέρωση των σκέψεων και των πράξεων, εν ολίγοις τη γέννηση της δημοκρατίας και της φιλοσοφίας. Εδώ μπαίνει κανείς σε πειρασμό να πει ότι το άνοιγμα της σκέψης και ο μερικός και σχετικός εκδημοκρατισμός των πολιτικών καθεστώτων της Δύσης συνοδεύτηκαν από την παρακμή του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Ωστόσο, δεν μπορούμε να δεχτούμε αυτή την ιδέα χωρίς να θέσουμε ισχυρούς περιορισμούς. Αρκεί να σκεφτούμε με πόσο ακραία επιθετικότητα επανεμφανίστηκε ο εθνικισμός, η ξενοφοβία και ο ρατσισμός τον 20ό αιώνα σε χώρες «ανεπτυγμένες» και «δημοκρατικές».

Όλα όσα ειπώθηκαν μέχρι εδώ αφορούν τον αποκλεισμό του άλλου. Δεν αρκούν για να «εξηγήσουμε» γιατί αυτός ο αποκλεισμός γίνεται διάκριση, περιφρόνηση, απομόνωση, και τελικά μίσος, λύσσα και δολοφονική τρέλα. Δεν πιστεύω όμως ότι μπορεί να υπάρξει γενική «εξήγηση».

Μπορώ μόνο να αναφέρω έναν παράγοντα που αφορά τις μαζικές εκρήξεις εθνικού και ρατσιστικού μίσους στη σύγχρονη εποχή. Η κατάρρευση, στις καπιταλιστικές κοινωνίες, σχεδόν όλων των αρχών είχε ως επίπτωση τη συσπείρωση για λόγους ταύτισης γύρω από τη «θρησκεία», το «έθνος» ή τη «ράτσα» και όξυνε το μίσος προς τους ξένους. Η κατάσταση δεν είναι διαφορετική στις μη ευρωπαϊκές κοινωνίες που υφίστανται το σοκ της εισβολής του μοντέρνου τρόπου ζωής, άρα και την κονιο­ποίηση των παραδοσιακών ση­μείων αναφοράς με τα οποία ταυτίζονται τα άτομα. Το αποτέλεσμα είναι η αύξηση του θρησκευτικού και/ή εθνικού φανατισμού.

Μία τελευταία παρατήρηση που αφορά τον ρατσισμό. Το κύριο και καθοριστικό χαρακτηριστικό του ρατσισμού είναι η «απαραίτητη μη μετατρεψιμότητα» του άλλου. Ο θρησκευτικά μισαλλόδοξος δέχεται με χαρά τον προσηλυτισμό των απίστων ο «λογικά» εθνικιστής χαίρεται όταν ξένα εδάφη προσαρτώνται στη χώρα του και οι κάτοικοι τους «αφομοιώνονται» Δεν είναι όμως τέτοια η περίπτωση του ρατσιστή. Οι γερμανοί εβραίοι θα ήθελαν να παραμείνουν πολίτες του Τρίτου Ράιχ· αλλά οι ναζιστές ούτε να το ακούσουν.

Ακριβώς γιατί στην περίπτωση του ρατσισμού το αντικείμενο του μίσους πρέπει να είναι «μη μετατρέψιμο». Γι” αυτό ο ρατσιστής επικαλείται ή εφευρίσκει δήθεν φυσικά (βιολογικά), άρα μη μετατρέψιμα, χαρακτηριστικά του αντικειμένου του μίσους του: το χρώμα του δέρματος του, τα διακριτικά γνωρίσματα του προσώπου του. Τέλος, θα ήταν απολύτως δικαιολογημένο να συνδέσουμε αυτή την ακραία μορφή του μίσους προς τον άλλο με το πιο σκοτεινό, πιο άγνωστο και πιο συγκρατημένο είδος μίσους: το μίσος προς τον εαυτό μας.

Η αυτονομία, δηλαδή η πλήρης δημοκρατία, και η αποδοχή του άλλου δεν αποτελούν φυσική ανθρώπινη κλίση. Αμφότερες συναντούν τεράστια εμπόδια. Γνωρίζουμε από την ιστορία ότι ο αγώνας για τη δημοκρατία είχε μέχρι σήμερα οριακά μεγαλύτερη επιτυχία από τον αγώνα κατά του σωβινισμού, της ξενοφοβίας και του ρατσισμού. Αλλά για όσους είναι στρατευμένοι στο μοναδικό πολιτικό πλάνο που χρήζει υπεράσπισης, το πλάνο της οικουμενικής ελευθερίας, ο μοναδικός ανοικτός δρόμος είναι η συνέχιση του αγώνα κόντρα στο ρεύμα.

Πηγή Η νέα εποχή

Κορνήλιος Καστοριάδης: «Κανείς δεν θα πάει ποτέ πιο μακριά από τον Αισχύλο»

25/9/2000, Ελευθεροτυπία

Δ: Ο όρος “πρωτοπορία” συνδέεται συνήθως με καλλιτεχνικά ή πολιτικά κινήματα. Ομως γίνεται επίσης λόγος για “τεχνολογική πρωτοπορία”, για “επιστημονική πρωτοπορία”, για “επιστημονική έρευνα αιχμής”. Ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα σε όλα αυτά τα διαφορετικά πεδία; Tι σημαίνει “πρωτοπορία”;

KΟPNHΛIΟΣ KAΣTΟPIAΔHΣ: Θα κάνω πρώτα απ’ όλα μια ιστορική παρατήρηση σχετικά με τον όρο “πρωτοπορία”. Δεν πιστεύω ότι ο Σοφοκλής, ο Σαίξπηρ, ο Mπαχ ήταν πρωτοπόροι στην εποχή τους. Aυτό δεν σημαίνει ότι τα έργα τους τύγχαναν καθολικής αποδοχής. Yπήρχαν ασφαλώς διενέξεις, διαφορές απόψεων, γούστου, αισθητικής. Aλλά όμως τότε δεν υπήρχε η έννοια της “πρωτοπορίας”. H έννοια αυτή η οποία προέρχεται από τη στρατιωτική ορολογία και περιγράφει μια ομάδα που προπορεύεται για να εξερευνήσει το χώρο και να κάνει τις πρώτες επαφές με τον εχθρό είναι μια σχετικά πρόσφατη επινόηση. H έννοια της “πρωτοπορίας” συνεπάγεται ότι η Ιστορία είναι και πρέπει να είναι “πορεία προς τα εμπρός” και “πρόοδος”. Στην καλύτερη περίπτωση, η έννοια αυτή στηρίζεται σε τεράστιες φιλοσοφικές και ιστορικές προϋποθέσεις. Στη χειρότερη περίπτωση, είναι απλώς παράλογη. Διότι είναι παράλογο να λες πως “ό,τι είναι καινούργιο είναι καλύτερο”, “ό,τι είναι καινούργιο είναι ωραιότερο” κ.λπ. Kι όμως, αυτή η αντίληψη κυριαρχεί στις μέρες μας.

Δ: Πού και πότε δημιουργήθηκε η “πρωτοπορία”;

Κ.Κ.: Οι πρώτες εκδηλώσεις αυτού του φαινομένου εμφανίστηκαν πιθανότατα στη Γαλλία στο τέλος της Παλινόρθωσης (μέσα του 19ου αιώνα) και ασφαλώς στη διάρκεια της εξουσίας του Ναπολέοντα Γ (1852-1870). Ο Μπωντλέρ καταδικάστηκε για τα “Ανθη του κακού”, διότι θεωρήθηκε ότι προσέβαλε τη δημόσια ηθική· ο Μανέ δημιούργησε σκάνδαλο με τον πίνακά του “Ολυμπία”· ο Ρεμπώ… κ.λπ.

Ομως το φαινόμενο αυτό, σχεδόν ταυτόχρονα με τη Γαλλία, επεκτάθηκε και στις άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Στη Γερμανία, ο Βάγκνερ ισχυρίστηκε ότι έγραφε τη “μουσική του μέλλοντος”. Στη Pωσία, πριν από την Eπανάσταση, γύρω στα 1900, παρατηρήθηκε ένας καταπληκτικός οργασμός αντισυμβατικής δημιουργίας στη ζωγραφική, τη γλυπτική, την ποίηση. Aυτή την περίοδο εμφανίστηκε επίσης, ως τύπος και όχι ως ατομική περίπτωση, η λεγόμενη “παρεξηγημένη ιδιοφυΐα” και ο “καταραμένος καλλιτέχνης”. Ο Bαν Γκογκ πέθανε σε έσχατη ένδεια το 1890, ενώ ογδόντα χρόνια αργότερα, οι πίνακές του κατέρριψαν όλα τα ρεκόρ στα χρηματιστήρια της αγοράς των έργων ζωγραφικής.

Mπορούμε να πούμε ότι οι μεγάλοι δημιουργοί ανάμεσα στο 1860 και το 1930 αποκόπηκαν από την κοινωνία και αντιπαρατέθηκαν σ’ αυτήν. Tο έργο τους θεωρήθηκε ανατρεπτικό ή ακατανόητο. Kαι οι ίδιοι, στις περισσότερες περιπτώσεις, θεωρήθηκαν εχθροί του κατεστημένου.

Δ: Πώς εξηγείτε εσείς την περιθωριοποίηση και ρήξη των δημιουργών, που τη χρονική της αφετηρία την εντοπίσατε γύρω στο 1860;

K.K.: H καπιταλιστική αστική τάξη τότε, δηλαδή μετά την πλήρη επικράτησή της, έχασε την ιστορική της δημιουργικότητα και η κουλτούρα της βούλιαξε στην επαναληπτικότητα. Οι αγαπημένοι καλλιτέχνες της ήταν μερικές από τις μετριότητες που τα πομπώδη έργα τους βλέπουμε σήμερα εκτεθειμένα στο Mus e d’ Οrsa y. H επίσημη κοινωνία, οι πλούσιοι, το κράτος (το οποίο έκανε παραγγελίες), δεν δέχονταν παρά μόνο μια τέχνη τελείως συμβατική.

Eτσι, λοιπόν, ήταν περίπου υποχρεωτικό οι αυθεντικοί δημιουργοί να αποκοπούν από την κοινωνία, να γίνουν περιθωριακοί και να αναγνωρίζονται είτε στα τελευταία τους είτε συνήθως μετά θάνατον. Πρόκειται για πολιτιστικό διαχωρισμό των δημιουργών από την υπόλοιπη κοινωνία, που συνέβη, από όσο γνωρίζω, πρώτη φορά στην Ιστορία. Aυτό το φαινόμενο, όπως ανέφερα και προηγουμένως, εντοπίζεται χρονικά ανάμεσα στο 1860 και το 1930.

Mετά το 1930, ιδίως μετά το 1945, και ακόμη περισσότερο στις μέρες μας, το παραπάνω φαινόμενο επαναλαμβάνεται, αλλά με την κωμική του εκδοχή. Σήμερα υπάρχει μια παράλογη κούρσα, ένας αγώνας ταχύτητας απλώς και μόνο για χάρη του νεωτερισμού. H κούρσα αυτή πραγματοποιείται τώρα υπό τα χειροκροτήματα και με τα χρήματα του δήθεν ενημερωμένου κοινού, το οποίο οικειοποιήθηκε την ακόλουθη βλακώδη άποψη: “Το νέο για το νέο”, “είναι καλό γιατί είναι καινούργιο”, “κάτι που έρχεται μετά από κάτι άλλο είναι οπωσδήποτε καλύτερο από κάτι προηγήθηκε”, “ένα καινούργιο έργο είναι καλύτερο από ένα προγενέστερο, μόνο και μόνο επειδή είναι καινούργιο”.

Δεδομένης αυτής της κατάστασης, οι καλλιτεχνικές “επαναστάσεις” και “εξεγέρσεις”, οι οποίες σημειωτέον αποφέρουν μεγάλα και γρήγορα κέρδη, διαδέχονται η μια την άλλη με επιταχυνόμενο ρυθμό. Tελικά, η παράλογη κούρσα με μοναδικό στόχο “το νέο για το νέο” εξαντλείται και καταλήγει ξεκινώντας από την αρχιτεκτονική στον περιβόητο μεταμοντερνισμό.

Ο μεταμοντερνισμός είναι βαρύγδουπος και κενός. Eπειδή δεν έχει τίποτε να πει, επαναλαμβάνει και ξανασυνθέτει τα ήδη ειπωθέντα. “Eπιτέλους, με τον μεταμοντερνισμό απελευθερωθήκαμε από την τυραννία του στιλ”, είπε με καμάρι ένας εκπρόσωπός του στις HΠA. Πρόκειται για στείρα ομολογία η επανάληψη όσων έχουν ήδη ειπωθεί μετατρέπεται σε πρόγραμμα, αλλά, επίσης, πρόκειται και για ομολογία μιας βαθιάς αλήθειας. Ο μοντερνισμός ήταν μεγάλος και ανοικτός (δείτε, π.χ., τις ιαπωνικές, αφρικανικές, ινδιάνικες “επιρροές” στη ζωγραφική των ιμπρεσιονιστών, του Πικάσσο κ.λπ.). Ο μεταμοντερνισμός είναι επίπεδος και ασπόνδυλος. H κύρια αξία του συνίσταται στο ότι έδειξε, διά της αντιθέσεως, πόσο εξαίσια ήταν η μοντέρνα εποχή.

Συνοπτικά: Η παρουσία μιας “πρωτοπορίας”, τόσο στην τέχνη όσο και στη λογοτεχνία, υπήρξε ένα φαινόμενο συνδεδεμένο με τους ιδιαίτερους και μεταβατικούς χαρακτήρες μιας ορισμένης ιστορικής εποχής.

Eπιστήμη και “πρωτοπορία”

Δ: H καλλιτεχνική “πρωτοπορία” κατέληξε σε αδιέξοδο. Mήπως όμως στο επιστημονικό πεδίο εκεί, δηλαδή, όπου ο αγώνας ταχύτητας προς την καινοτομία συμβαδίζει με την πρόοδο των γνώσεων συμβαίνει το αντίθετο;

K.K.: Aπό τότε που άρχισε η επιστημονική εξέλιξη πρώτα με τους αρχαίους Eλληνες, κατόπιν με την Aναγέννηση σκεφτόμαστε και δικαίως πως ό,τι έχουμε δει έως τώρα δεν είναι παρά μόνο προσωρινά σωστό. Στην επιστήμη υπάρχει πάντα το περιθώριο να πάει κανείς πιο μακριά. Ομως η ιδέα να πάει κανείς πιο μακριά στον τομέα της τέχνης, πραγματικά, στερείται νοήματος. Kανείς δεν θα πάει ποτέ πιο μακριά από τον Aισχύλο, από τον Mπετόβεν, από τον Pεμπώ. Kανείς δεν θα πάει πιο μακριά από τον “Πύργο” του Kάφκα. Mπορούμε να πάμε αλλού. Mπορούμε να πάμε αλλιώς. Δεν μπορούμε όμως να πάμε πιο μακριά. Yπ’ αυτή την έννοια υπάρχει εξέλιξη στην επιστήμη, αλλά δεν μπορεί να μιλήσει κανείς για εξέλιξη στη λογοτεχνία και στην τέχνη.

Ωστόσο πρέπει να προσέξουμε. H επιστημονική εξέλιξη δεν είναι απλώς συσσώρευση γνώσεων, που οι μεν προστίθενται στις δε. H εξέλιξη αυτή δημιουργήθηκε από επαναστάσεις πολύ σημαντικές. H σχέση ανάμεσα στο νέο (το οποίο ανακαλύπτουμε) και στο παλιό (το οποίο έχουμε ήδη αποδεχτεί) είναι κάτι παραπάνω από παράξενη. Tο πέρασμα από τη φυσική του Nεύτωνα στη φυσική του Aϊνστάιν θέτει, από την άποψη της φιλοσοφικής του σημασίας, τεράστια ερωτήματα.

Δ: Mπορούμε να πούμε ότι η φυσική του Nεύτωνα εμπεριέχεται στη φυσική του Aϊνστάιν;

K.K.: Οχι. Tα σοβαρά θέματα ανακύπτουν από το γεγονός ακριβώς ότι η πρώτη δεν εμπεριέχεται στη δεύτερη. Ο μέσος επιστήμονας πιστεύει ότι ο Nεύτων δίνει μια πρώτη προσέγγιση και ο Aϊνστάιν μια δεύτερη καλύτερη. Aλλά τα πράγματα δεν είναι έτσι. Yπάρχει ένα πρόβλημα θεωρητικής συμβατότητας ανάμεσα στη φυσική του Nεύτωνα και στη φυσική του Aϊνστάιν. Kατά μια έννοια, ο Nεύτων είναι απόλυτα λανθασμένος. Kατά μια άλλη έννοια, δεν είναι λανθασμένος, αλλά η θεωρία του καλύπτει σε μια πρώτη προσέγγιση το 99% των περιπτώσεων. Yπάρχουν, λοιπόν, πραγματικές επιστημονικές επαναστάσεις. Σε ορισμένες στιγμές αναδύονται νέα, μεγάλα, φαντασιακά σχήματα, τα οποία συλλαμβάνουν καλύτερα την πραγματικότητα, από ό,τι τα προηγούμενα. Aυτό ακριβώς συνέβη με τη θεωρία της σχετικότητας του Aϊνστάιν, αυτό συνέβη επίσης με τη θεωρία των κβάντα. Ομως πώς υποδεχόμαστε την επιστημονική καινοτομία;

H θεωρία του Nεύτωνα δεν έγινε αμέσως αποδεκτή. Στη Γαλλία, για παράδειγμα, οι καρτεσιανοί ήταν αντίθετοι σ’ αυτή επί δεκαετίες.
H θεωρία του Aϊνστάιν, και πιο συγκεκριμένα η θεωρία της μερικής σχετικότητας, έγινε δεκτή χωρίς μεγάλες αντιδράσεις. Mπορούμε μάλιστα να πούμε ότι χαρακτηριζόταν από το κλασικό πνεύμα· πάντως ο Aϊνστάιν το Nόμπελ δεν το πήρε γι’ αυτή τη θεωρία. Ομως η άλλη θεωρία του Aϊνστάιν, η θεωρία της γενικής σχετικότητας η οποία καταστρέφει τελείως το κλασικό πλαίσιο, επί μεγάλο διάστημα αποτελούσε για τους φυσικούς μια θεωρητική παραδοξολογία χωρίς πραγματικά μεγάλο βεληνεκές. Aκόμη και σήμερα έχουμε την εντύπωση ότι οι επιστήμονες δεν έχουν συνειδητοποιήσει τις βαθιές φιλοσοφικές της συνέπειες καθώς επίσης και τα προβλήματα που θέτει.

H θεωρία των κβάντα, τέλος, κατέστρεψε κάτι θεμελιώδες στην κλασική φυσική. Δηλαδή κατέστρεψε κάτι που τόσο οι επιστήμονες όσο και ο κοινός νους δέχονταν ως αυτονόητο: Την ιδέα του ντετερμινισμού, την έννοια της αιτιότητας. Kαι αυτός είναι ο λόγος που τόσο ο ίδιος ο Aϊνστάιν, όσο και άλλοι φυσικοί όπως ο Louis de Broglie ή ο Erwin Scrodinger, δεν αποδέχτηκαν ποτέ τη θεωρία των κβάντα. Σήμερα όμως η θεωρία των κβάντα είναι σχεδόν καθολικά αποδεκτή. Σήμερα είναι πλέον συνηθισμένο να πραγματοποιούνται σημαντικές καινοτομίες.

Παρά τις τεράστιες θεωρητικές δυσκολίες της σύγχρονης φυσικής η κατάσταση είναι χαοτική οι επιστήμονες προτάσσουν τις πιο “τρελές” θεωρίες και τις θέτουν σε συζήτηση. Σήμερα έχουμε πια καταλάβει ότι η πραγματικότητα είναι λιγότερο “λογική” με την έννοια της δικής μας οικείας λογικής, δηλαδή του “δύο και δύο κάνουν τέσσερα”, κάτι που δεν σκεφτόμασταν πριν. Mάλιστα, ένας διάσημος φυσικός αναφερόμενος σε μια νέα θεωρία είπε: “Δεν είναι αρκετά τρελή, για να είναι αληθινή”.

Δ: Mήπως η ανοχή προς τις επιστημονικές καινοτομίες συνδέεται με μια στάση στενά πραγματιστική; Mήπως οι επιστήμονες χρησιμοποιούν τη θεωρία των κβάντα χωρίς πραγματικά να ερευνούν και να μαθαίνουν τι αυτή σημαίνει;

K.K.: Σε γενικές γραμμές, αυτό που λέτε είναι απολύτως ακριβές. Οι επιστήμονες δεν προσπαθούν πια να δώσουν νόημα σ’ αυτά που λένε. Δεν τους ενδιαφέρει ούτε να τα εναρμονίσουν με τον καθημερινό κόσμο ούτε με τα μεγάλα φιλοσοφικά ερωτήματα, που βρίσκονται στις απαρχές της επιστήμης. Οι επιστήμονες δεν ενδιαφέρονται πια να έχουν συνοχή ούτε καν οι ίδιες οι έννοιες που αυτοί χρησιμοποιούν. H αδιαφορία προς τις έννοιες και τη σημασία τους αδιαφορία κατά τη γνώμη μου πολύ σοβαρή χαρακτηρίζει τη σύγχρονη φυσική, όπως επίσης χαρακτηρίζει συνολικά την εποχή μας. Kαι τούτο ίσως να έχει στο μέλλον σοβαρές επιπτώσεις.

Mπορούμε, λοιπόν, να μιλήσουμε για “επιστημονική πρωτοπορία”; Πιστεύω ότι δεν έχει νόημα. Ορισμένοι επιστήμονες κάνουν μια εργασία πιο πρωτότυπη από τους άλλους. Tούτο όμως δεν σημαίνει ότι είναι “πρωτοπόροι”. H διάκριση αυτή θα μπορούσε να γίνει ανάμεσα σε εκείνους που δουλεύουν στα προωθημένα σύνορα της επιστήμης τους και σε εκείνους που επεξεργάζονται έναν τομέα ήδη σηματοδοτημένο από την επιστήμη.

Πολιτική και “πρωτοπορίες”

Δ: Ποια είναι η κατάσταση στις “πολιτικές πρωτοπορίες”, όπως, π.χ., για δεκαετίες έχει θεωρηθεί το κομμουνιστικό κίνημα;

K.K.: Kατ’ αρχάς, έχουμε τη λενινιστική ιδεολογία του Κόμματος ως “πρωτοπορίας” της εργατικής τάξης. Σ’ αυτή εμπεριέχεται η εξής περιβόητη και πρωτόγονη αντίληψη: Υπάρχει μόνο μία πολιτική αλήθεια, μόνο μία θεωρία για τη μελλοντική κοινωνία, μόνο μία σύλληψη για το πώς θα φτάσουμε εκεί. Kάτοχος όλων τούτων είναι μόνο μία ιδιαίτερη κατηγορία, δηλαδή το Κόμμα και η ηγεσία του (δυνάμει της σχέσης τους με την “επαναστατική” λενινιστική ιδεολογία). Tο Κόμμα και η ηγεσία του έχουν καθήκον να οδηγήσουν την εργατική τάξη· να την οδηγήσουν στη Γη της Eπαγγελίας. Ο Λένιν έλεγε ότι το Κόμμα έπρεπε να είναι πάντα μπροστά από τις μάζες, αλλά μόνο ένα βήμα πιο μπροστά. Πρέπει να καταλάβουμε καλά τι σημαίνει αυτή η ρήση του Λένιν. Eάν το Κόμμα βρισκόταν στο ίδιο επίπεδο με τις μάζες, τότε, δεν θα ήταν “πρωτοπορία”. Eάν βρισκόταν τρία χιλιόμετρα μπροστά από τις μάζες, τότε, θα ήταν εντελώς απομονωμένο και θα έσπαζε τα μούτρα του. Tο Κόμμα πρέπει να μην απομονώνεται από τις μάζες, ώστε να μπορεί να παρουσιάζει το πρόγραμμά του ως άμεσα πραγματοποιήσιμο. Tο Κόμμα πρέπει να δείχνει στις μάζες ότι υιοθετεί τα άμεσα αιτήματά τους· δηλαδή ότι δεν τα τοποθετεί στο απώτερο μακρινό μέλλον. Έτσι, επειδή το Κόμμα υιοθετεί ακριβώς τα άμεσα αιτήματα, ο όρος “πρωτοπορία” τελικά, σημαίνει πως ένα άτομο ή μια ομάδα μπορούν να αποτελούν “πρωτοπορία”.

Δ: Eάν αρνηθούμε ότι ένα κόμμα ή μια μικρή ομάδα είναι οι κάτοχοι της αλήθειας, τότε, πώς μπορούμε να σκεφτούμε τον πολιτικό ρόλο της “πρωτοπορίας”;

K.K.: Οσον με αφορά, έχω αρνηθεί την έννοια της “πρωτοπορίας” εδώ και πολύ καιρό. Ομως είμαι βαθιά πεπεισμένος τώρα μάλιστα περισσότερο από ποτέ ότι η σημερινή κοινωνία δεν θα βγει από την κρίση της, εάν δεν επιχειρήσει μια ριζική μεταμόρφωση του ίδιου του εαυτού της· από αυτή την άποψη παραμένω πάντα επαναστάτης. Πιστεύω ότι αυτή η μεταμόρφωση δεν μπορεί παρά μόνο να είναι έργο μιας τεράστιας πλειοψηφίας ανδρών και γυναικών που ζουν σ’ αυτή την κοινωνία (κι όχι φυσικά κάποιας μικρής ομάδας που δήθεν κατέχει την αλήθεια).

Προβάλλει το εξής ερώτημα: Πώς εννοούμε τη σχέση ανάμεσα στον κόσμο (το λαό, τον πληθυσμό) και σε εκείνους που σκέφτονται λίγο παραπάνω και ιδίως συστηματικά (ή έτσι νομίζουν) τα μεγάλα πολιτικά προβλήματα και θέλουν, μάλιστα, να δράσουν; H σχέση αυτή περνά, αναπόφευκτα, φάσεις εντελώς αντιτιθέμενες μεταξύ τους. Για παράδειγμα, στην παρούσα φάση ο κόσμος (ο λαός, ο πληθυσμός) βρίσκεται σε πλήρη πολιτική απάθεια και ιδιώτευση (αυτή που δοξάζεται υπό τον τίτλο “ατομικισμός”). Στην παρούσα περίοδο η κοινωνία σπανίως διαταράσσεται έστω και από μικρές επιφανειακές ρωγμές (μια τέτοια περίπτωση ήταν οι φοιτητικές κινητοποιήσεις του Nοεμβρίου-Δεκεμβρίου 1986). Kαθένας βαυκαλίζεται με τα δικά του, ασχολείται με τις υποθέσεις του, γράφει τα ποιήματά του, αγοράζει τα βίντεό του, φεύγει για τις διακοπές του κ.λπ. Ποιος είναι σήμερα ο ρόλος εκείνων που τους απασχολεί η πολιτική και έχουν κάποιο πολιτικό πάθος (δηλαδή πάθος για τα κοινά); Tι πρέπει να κάνουν; Πρέπει να πουν μεγαλόφωνα στον κόσμο, αν και λίγο θα ακουστούν, ό,τι ακριβώς σκέφτονται. Πρέπει να κάνουν κριτική σ’ αυτό που υπάρχει γύρω μας. Πρέπει να ξαναθυμήσουν στους ανθρώπους ότι υπήρξαν κάποιες φάσεις στην ιστορία τους, που αυτοί οι ίδιοι έδρασαν με τρόπο ιστορικά δημιουργικό, δηλαδή ως θεσμίζοντα στοιχεία.

Aς υποθέσουμε ότι, ενώ πιστεύουμε ότι δεν πρόκειται να γίνει τίποτε, ξαφνικά κάτι συμβαίνει και ένα τμήμα της κοινωνίας αρχίζει να προβάλλει αιτήματα, διεκδικήσεις, μορφές οργάνωσης και συλλογικής δράσης. Aυτό ακριβώς συνέβη το Mάη του ’68. Eναν μήνα πριν το Mάη, ο Πιέρ Bιανσόν-Ποντέ, αυτός ο λαμπρός πολιτικός αναλυτής, έγραφε στην εφημερίδα “Le Monde” το περίφημο άρθρο του “H Γαλλία πλήττει”. Πράγματι, η Γαλλία έπληττε, αλλά κανείς δεν μπορούσε να γνωρίζει ότι η συνέπεια αυτής της πλήξης θα κατέληγε σε μια απόπειρα επανάστασης. Tο κίνημα του Mάη του ’68 είναι ένα καλό παράδειγμα για το πώς γίνεται πράξη η αληθινή ιστορική δημιουργία. Πρέπει να το κατανοήσουμε: Είναι πιο σημαντικό ό,τι έχουμε εμείς να μάθουμε από το κίνημα (τη στιγμή που πραγματοποιείται) παρά ό,τι θα μπορούσαμε να του διδάξουμε (εάν υποθέσουμε ότι θα είχαμε να του διδάξουμε κάτι). Συνεπώς, όσοι στο παρελθόν προσπάθησαν να μιλήσουν ή να δράσουν μέσα από πολύ μικρές ομάδες τις λεγόμενες “πρωτοπορίες” ήταν μόνο ένα από τα στοιχεία που συγκροτούσαν αυτά τα κινήματα; Οχι. Ομως μπορούν να αποτελέσουν τη μαγιά μέσα στην κοινωνία, σε μια συγκεκριμένη περίοδο. Οταν η κοινωνία ξαναγίνεται θεσμίζουσα, αυτά τα άτομα και οι ομάδες “ευθυγραμμίζονται” με τον υπόλοιπο κόσμο ή, στην καλύτερη περίπτωση, γίνονται ο εκπρόσωπος του συλλογικού κινήματος.

Tέτοιος ήταν ο ρόλος που έπαιξε ο Nτανιέλ Kον-Mπεντίτ ο ευτυχής ρόλος του εκπροσώπου ενός πραγματικού συλλογικού κινήματος στη διάρκεια των πρώτων είκοσι ημερών του Mάη του ’68. Yπάρχουν φυσικά κι άλλα ιστορικά παραδείγματα προσώπων που βρέθηκαν, επί μακρότερο μάλιστα διάστημα, σε μια τέτοια θέση.

Δ: Aρα δεν αποδοκιμάζετε την ιδέα του ηγέτη.

K.K.: Tαιριάζει στην αριστερίστικη παράδοση, και στην Aριστερά, να καταδικάζουν την ιδέα του ηγέτη αλλά μόνον στα λόγια και μάλιστα να την παρουσιάζουν ως ιδέα της Δεξιάς. Tι υποκρισία… H δική μου άποψη είναι η εξής: Ορισμένα άτομα διαθέτουν κάποιες φορές, κάποτε μάλιστα σε μακρά διάρκεια, την ικανότητα να εκφράζουν πολύ καλύτερα από τους άλλους αυτό που όλοι αισθάνονται· ορισμένα άτομα έχουν την ικανότητα να επινοούν πράγματα, στα οποία οι άλλοι αναγνωρίζουν τον εαυτό τους. Aυτά τα άτομα θεωρώ ότι είναι ηγέτες.

Δ: Πώς κρίνετε το ρόλο των ηγετών στη σημερινή κοινωνία;

K.K.: Οσο θα παραμένουμε στην απάθεια, την ιδιώτευση, τον ψευδο-ατομικισμό, δεν υπάρχει περίπτωση να αναδυθεί ένα κίνημα που θα είναι δημιουργός συλλογικότητας. Kαι, πολύ περισσότερο, δεν μπαίνει θέμα ατόμων που ο ρόλος τους θα ήταν να θέτουν τα ερωτήματα που δεν θέτουν οι άλλοι. Eίναι κοινοτοπία, αλλά δείχνει, όπως οι περισσότερες κοινοτοπίες, μια βαθιά αλήθεια: Οι κοινωνίες έχουν τους ηγέτες που τους αξίζουν.

 

http://eagainst.com/articles/%CE%BA%CE%BF%CF%81%CE%BD%CE%AE%CE%BB%CE%B9%CE%BF%CF%82-%CE%BA%CE%B1%CF%83%CF%84%CE%BF%CF%81%CE%B9%CE%AC%CE%B4%CE%B7%CF%82-%C2%AB%CE%BA%CE%B1%CE%BD%CE%B5%CE%AF%CF%82-%CE%B4%CE%B5%CE%BD-%CE%B8%CE%B1/

Δυνάμεις του κομμουνισμού

599576_355738261162978_283198595_n
Του Daniel Bensaid
Σε ένα άρθρο του 1843 για «τις προόδους της κοινωνικής μεταρρύθμισης στην ηπειρωτική Ευρώπη», ο νεαρός Ένγκελς (μόλις είκοσι ετών) περιέγραφε τον κομμουνισμό ως «αναγκαία κατάληξη που συνάγεται αναγκαία από τις γενικές συνθήκες του σύγχρονου πολιτισμού». Εν ολίγοις, πρόκειται για έναν κομμουνι­σμό νοούμενο με όρους λογικής, καρπό της επανάστασης του 1830, όπου οι ερ­γάτες «επέστρεψαν στις ζωντανές πηγές και στη μελέτη της μεγάλης επανάστα­σης και ιδιοποιήθηκαν με σφρίγος τον κομμουνισμό του Μπαμπέφ».

Για τον νεαρό Μαρξ, από την άλλη, αυτός ο κομμουνισμός ήταν απλώς μια «δογματική αφαίρεση», μια «πρωτότυπη εκδήλωση της αρχής του ανθρωπι­σμού». Το νεοεμφανιζόμενο προλεταριάτο είχε «πέσει στα χέρια των δογματι­κών της χειραφέτησης του», των «σοσιαλιστικών σεχτών» και των συγκεχυμέ­νων πνευμάτων που «φαντασιοκοπούν ως ανθρωπιστές» για τη «χιλιοστή επέ­τειο της οικουμενικής αδελφοσύνης» ως «φαντασιακής κατάργησης των ταξι­κών σχέσεων». Πριν από το 1848, αυτός ο φαντασματικός κομμουνισμός, χωρίς ακριβές πρόγραμμα, στοιχειώνει την ατμόσφαιρα της εποχής με τις «ακατέργα­στες» μορφές των εξισωτικών σεχτών ή των ικάριων ονειροπολήσεων.

Ήδη, η υπέρβαση του αφηρημένου αθεϊσμού συνεπαγόταν ωστόσο έναν νέο κοινωνικό υλισμό που δεν ήταν άλλος από τον κομμουνισμό: «Όπως ακριβώς ο αθεϊσμός, ως άρνηση του Θεού, είναι η ανάπτυξη του θεωρητικού ανθρωπισμού, ομοίως ο κομμουνισμός, ως άρνηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, είναι η διεκδίκη­ση της πραγματικής ανθρώπινης ζωής». Μακριά από κάθε χυδαίο αντικληρικα­λισμό, αυτός ο κομμουνισμός ήταν «η ανάπτυξη ενός πρακτικού ανθρωπισμού», για τον οποίο ζητούμενο δεν ήταν μόνο να αντιπαλέψει τη θρησκευτική αλλο­τρίωση, αλλά την πραγματική κοινωνική αλλοτρίωση και εξαθλίωση που γεν­νούν την ανάγκη της θρησκείας.

Από την ιδρυτική εμπειρία του 1848 μέχρι την εμπειρία της Κομμούνας, η «πραγματική κίνηση» που τείνει στην κατάργηση της κατεστημένης τάξης πραγ­μάτων απέκτησε μορφή και δύναμη, διαλύοντας τις «δογματικές φαντασιοπλη-ξίες» και περιγελώντας το «ύφος χρησμού της επιστημονικής βεβαιότητας». Με άλλα λόγια, ο κομμουνισμός, που ήταν αρχικά μια πνευματική κατάσταση ή ένας «φιλοσοφικός κομμουνισμός», έβρισκε την πολιτική μορφή του. Σε ένα τέταρτο του αιώνα μεταμορφώθηκε: από τους τρόπους φιλοσοφικής και ουτοπικής εμ­φάνισης του στην επιτέλους ευρεθείσα πολιτική μορφή της χειραφέτησης.

  1. Οι λέξεις της χειραφέτησης δεν βγήκαν άθικτες από τις θύελλες του περα­σμένου αιώνα. Μπορούμε να πούμε γι’ αυτές, όπως λέει για τα ζώα ο μύθος του Λαφοντέν, ότι δεν πέθαναν όλες, αλλά ότι όλες πληγώθηκαν βαριά. Ο σοσιαλι­σμός, η επανάσταση, ακόμη και η αναρχία δεν βρίσκονται σχεδόν καθόλου σε καλύτερη κατάσταση από τον κομμουνισμό. Ο σοσιαλισμός ενεπλάκη στη δο­λοφονία του Καρλ Λίμπνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ, καθώς και στους αποικιακούς πολέμους και τις κυβερνητικές συνεργασίες σε τέτοιο βαθμό, που έχανε τελικώς κάθε περιεχόμενο όσο κέρδιζε σε έκταση. Μια μεθοδική ιδεολο­γική εκστρατεία κατάφερε να ταυτιστεί στα μάτια πολλών η επανάσταση με τη βία και την τρομοκρατία. Ωστόσο, από όλες τις λέξεις που μέχρι πρότινος εξέ­φραζαν μεγάλες υποσχέσεις και όνειρα για το μέλλον, ο κομμουνισμός υπέστη τη μεγαλύτερη ζημιά επειδή τον σφετερίστηκε ο κρατικός γραφειοκρατικός λό­γος και υποδουλώθηκε σε ένα ολοκληρωτικό εγχείρημα. Παραμένει εντούτοις το ερώτημα κατά πόσο, από όλες αυτές τις λαβωμένες λέξεις, υπάρχουν ορισμέ­νες που αξίζει τον κόπο να επιδιορθωθούν και να τεθούν εκ νέου σε κίνηση.
  2. Για να γίνει αυτό, είναι αναγκαίο να σκεφτούμε τι συνέβη στον κομμουνι­σμό κατά τον 20ό αιώνα. Η λέξη και το πράγμα δεν γίνεται να μείνουν έξω από τον χρόνο και τις ιστορικές δοκιμασίες στις οποίες υποβλήθηκαν. Η μαζική χρή­ση του όρου «κομμουνιστικός» για να χαρακτηριστεί το κινεζικό αυταρχικό φιλε­λεύθερο κράτος θα βαρύνει για καιρό ακόμη περισσότερο, στα μάτια των περισ­σοτέρων, από τους αδύναμους θεωρητικούς και πειραματικούς βλαστούς μιας κομμουνιστικής υπόθεσης. Η πρόκληση να αποκοπούμε από έναν κριτικό ιστορι­κό απολογισμό θα μπορούσε να επιφέρει την αναγωγή της κομμουνιστικής ιδέας σε αχρονικές «σταθερές», να τη μετατρέψει σε συνώνυμο των ακαθόριστων ιδε­ών της δικαιοσύνης ή της χειραφέτησης, και όχι στην ειδική μορφή της χειραφέ­τησης κατά την εποχή της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Η λέξη χάνει τότε ως προς την πολιτική της ακρίβεια αυτό που κερδίζει με όρους ηθικής και φιλοσοφικής επέκτασης. Ένα από τα καίρια ερωτήματα είναι κατά πόσο ο γραφειοκρατικός δεσποτισμός είναι η θεμιτή συνέχιση της επανάστασης του Οκτώβρη ή ο καρπός μιας γραφειοκρατικής αντεπανάστασης, που πιστοποιείται όχι μόνο από τις δί­κες, τις εκκαθαρίσεις ή τις μαζικές εκτοπίσεις, αλλά και από τις ανατροπές της δεκαετίας του τριάντα στη σοβιετική κοινωνία και στο σοβιετικό κράτος.
  3. Δεν επινοούμε με διατάγματα ένα νέο λεξιλόγιο. Το λεξιλόγιο διαμορφώ­νεται μέσα στον χρόνο και μέσα από διάφορες χρήσεις και εμπειρίες. Αν ενδίδα­με στην ταύτιση του κομμουνισμού με τη σταλινική ολοκληρωτική δικτατορία, θα σήμαινε ότι υποχωρούμε μπροστά στους προσωρινούς νικητές, ότι συγχέου­με την επανάσταση με τη γραφειοκρατική αντεπανάσταση, και ότι κλείνουμε έτσι το κεφάλαιο των διακλαδώσεων, που μόνον αυτό είναι ανοιχτό στην ελπί­δα. Και θα διαπράτταμε μείζονα αδικία εις βάρος των ηττημένων, όλων εκεί­νων, ανδρών και γυναικών, ανώνυμων ή όχι, που βίωσαν με πάθος την κομμου­νιστική ιδέα και την έκαναν να ζει ενάντια στις γελοιογραφίες και τις παραποι­ήσεις της. Ντροπή σε εκείνους που έπαψαν να είναι κομμουνιστές επειδή έπα­ψαν να είναι σταλινικοί, και οι οποίοι ήταν κομμουνιστές μόνον καθόσον ήσαν σταλινικοί1!
  4. Από όλους τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να κατονομαστεί ο «έτε­ρος πόλος» αναγκαίος και δυνατός προς τον ποταπό καπιταλισμό, η λέξη «κομ­μουνισμός» είναι εκείνη που διατηρεί το περισσότερο ιστορικό νόημα και το πιο εκρηκτικό προγραμματικό φορτίο. Είναι εκείνη ακριβώς η λέξη που επικαλείται με τον καλύτερο τρόπο το κοινό της διαμοίρασης και της ισότητας, την από κοι­νού άσκηση της εξουσίας, την αλληλεγγύη που μπορεί να αντιταχθεί στον εγωι­στικό υπολογισμό και στον γενικευμένο ανταγωνισμό, την υπεράσπιση των κοι­νών αγαθών της ανθρωπότητας, φυσικών και πολιτισμικών, την επέκταση ενός τομέα δωρεάν υπηρεσιών (αποεμπορευματοποίηση) σε είδη πρώτης ανάγκης, ενάντια στη γενικευμένη αρπαγή και την ιδιωτικοποίηση του κόσμου.
  5. Αποτελεί επίσης το όνομα ενός άλλου μέτρου για τον κοινωνικό πλούτο από εκείνο του νόμου της αξίας και της εμπορικής αξιολόγησης. Ο «ελεύθερος και ανό­θευτος» ανταγωνισμός εδράζεται στην «κλοπή του χρόνου εργασίας των άλλων». Διατείνεται ότι ποσοτικοποιεί το μη ποσοτικοποιήσιμο και ότι ανάγει στο αξιοθρή­νητο κοινό μέτρο του, βάσει του χρόνου αφηρημένης εργασίας, την πέραν κάθε μέ­τρου σχέση του ανθρωπίνου είδους με τις φυσικές συνθήκες αναπαραγωγής του. Ο κομμουνισμός είναι το όνομα ενός διαφορετικού κριτηρίου για τον πλούτο, μιας οι­κολογικής ανάπτυξης ποιοτικά διαφορετικής από τον ποσοτικό αγώνα δρόμου για ανάπτυξη. Η λογική της συσσώρευσης του κεφαλαίου απαιτεί όχι μόνο την παρα­γωγή για το κέρδος, και όχι για τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά επίσης την «παραγω­γή νέας κατανάλωσης», τη σταθερή διεύρυνση του κύκλου της κατανάλωσης «με τη δημιουργία νέων αναγκών και με τη δημιουργία νέων αξιών χρήσης»: «Εξού και η εκμετάλλευση ολόκληρης της φύσης» και η «εκμετάλλευση της γης με κάθε έννοια». Αυτή η ισοπεδωτική έλλειψη μέτρου που χαρακτηρίζει το κεφάλαιο θεμε­λιώνει την επικαιρότητα ενός ριζοσπαστικού οικο-κομμουνισμού.
  6. To ζήτημα του κομμουνισμού αφορά καταρχάς στο Κομμουνιστικό Μα­νιφέστοτην ιδιοκτησία: «Οι κομμουνιστές μπορούν να συνοψίσουν τη θεωρία τους σε αυτήν τη μοναδική διατύπωση: κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας» των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την ατομική ιδιοκτησία των αγαθών προσωπικής χρήσης. Σε «όλα τα κινήματα», οι κομμουνιστές «προτάσσουν το ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε όποιον βαθμό εξέ­λιξης κι αν έχει φτάσει, ως θεμελιώδες ζήτημα του κινήματος». Πράγματι, από τα δέκα σημεία που ολοκληρώνουν το πρώτο κεφάλαιο, τα επτά αφορούν τις μορφές ιδιοκτησίας: την απαλλοτρίωση της γαιοκτησίας και τη χρησιμοποίηση της γαιοπροσόδου για την αντιμετώπιση των κρατικών δαπανών· την καθιέρω­ση ενός αυστηρά προοδευτικού φορολογικού συστήματος· την κατάργηση του κληρονομικού δικαίου στα μέσα παραγωγής και ανταλλαγής· την κατάσχεση της περιουσίας των στασιαστών φυγάδων· τη συγκέντρωση της πίστης σε μια δημόσια τράπεζα· την κοινωνικοποίηση των μέσων μεταφοράς και την ίδρυση μιας δημόσιας και δωρεάν για όλους εκπαίδευσης· τη δημιουργία εθνικών ερ­γοστασίων και την εκχέρσωση ακαλλιέργητων εδαφών. Ολα αυτά τα μέτρα τεί­νουν να εδραιώσουν τον έλεγχο της πολιτικής δημοκρατίας επί της οικονομίας, το πρωτείο του κοινού καλού επί του εγωιστικού συμφέροντος, του δημόσιου χώρου επί του ιδιωτικού. Δεν πρόκειται να καταργηθεί κάθε μορφή ιδιοκτησίας, αλλά μόνον «η σημερινή ιδιωτική ιδιοκτησία, η αστική ιδιοκτησία» και ο «τρό­πος ιδιοποίησης» που βασίζεται στην εκμετάλλευση των μεν από τους δε.
  7. Ανάμεσα σε δύο δικαιώματα, αφενός των ιδιοκτητών να ιδιοποιούνται τα κοινά αγαθά και αφετέρου των αποστερημένων στην ύπαρξη, «η δύναμη απο­φασίζει», λέει ο Μαρξ. Όλη η σύγχρονη ιστορία της ταξικής πάλης, από τον πό­λεμο των χωρικών στη Γερμανία μέχρι τις κοινωνικές επαναστάσεις του περα­σμένου αιώνα, περνώντας από την Αγγλική και τη Γαλλική Επανάσταση, είναι ιστορία αυτής της σύγκρουσης. Επιλύθηκε με την ανάδυση μιας θεμιτότητας αντιπαραθετικής προς τη νομιμότητα των κυρίαρχων. Ως «επιτέλους ευρεθεί­σα πολιτική μορφή της χειραφέτησης», ως «κατάργηση» της κρατικής εξουσί­ας, ως ολοκλήρωση της κοινωνικής δημοκρατίας, η Κομμούνα φωτίζει την ανά­δυση αυτής της νέας θεμιτότητας. Η εμπειρία της ενέπνευσε τις λαϊκές μορφές αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης που εμφανίστηκαν σε επαναστατικές κρί­σεις: εργατικά συμβούλια, σοβιέτ, επιτροπές πολιτοφυλακής, βιομηχανικές ζώ­νες, ενώσεις κατοίκων, αγροτικές κομμούνες, που τείνουν να στερήσουν από την πολιτική τον επαγγελματικό της χαρακτήρα, να τροποποιήσουν τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, να δημιουργήσουν τις συνθήκες για τον μαρασμό του κράτους ως χωριστού γραφειοκρατικού σώματος.
  8. Υπό την επικράτεια του κεφαλαίου, κάθε φαινομενική πρόοδος έχει το αντίτιμο της σε οπισθοδρόμηση και καταστροφή. Δεν συνίσταται in fine «παρά σε αλλαγή της μορφής της υποδούλωσης». Ο κομμουνισμός απαιτεί μιαν άλλη ιδέα και άλλα κριτήρια από αυτά της αποδοτικότητας και της χρηματικής κερ­δοφορίας. Ξεκινώντας από τη δραστική μείωση του υποχρεωτικού χρόνου ερ­γασίας και την αλλαγή στην ίδια την έννοια της εργασίας: δεν θα μπορούσε να υπάρχει ατομική ανάπτυξη κατά την ανάπαυση ή τον «ελεύθερο χρόνο» εφόσον ο εργαζόμενος παραμένει αλλοτριωμένος και ακρωτηριασμένος στην εργασία. Η κομμουνιστική προοπτική απαιτεί επίσης μια ριζική αλλαγή στη σχέση άνδρα και γυναίκας: η εμπειρία που αποκομίζει κανείς από τη σχέση μεταξύ των κοι-νιονικών φύλων είναι η πρώτη εμπειρία ετερότητας και για όσον καιρό εξακο­λουθεί να υπάρχει αυτή η σχέση καταπίεσης, κάθε διαφορετικό ον, λόγω πολι­τισμού, χρώματος ή σεξουαλικού προσανατολισμού, θα είναι θύμα μορφών δυ­σμενούς διάκρισης και κυριαρχίας. Η γνήσια πρόοδος έγκειται τέλος στην ανά­πτυξη και τη διαφοροποίηση αναγκών, των οποίων ο πρωτότυπος συνδυασμός καθιστά τον καθένα και την καθεμιά ένα μοναδικό ον, η ενικότητα του οποίου συμβάλλει στον εμπλουτισμό του είδους.

9.  Το Μανιφέστο περιγράφει τον κομμουνισμό ως «συνεταιρισμό όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι όρος για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων».
Ο κομμουνισμός παρουσιάζεται έτσι ως θεμελιώδης αρχή μιας ελεύθερης ατομικής ανάπτυξης που δεν θα μπορούσε να συγχέεται ούτε με τις αυταπάτες ενός
ατομικισμού χωρίς ατομικότητα υποταγμένου στον διαφημιστικό κομφορμισμό, ούτε με τον χονδροειδή εξισωτισμό ενός σοσιαλισμού του στρατώνα. Η ανάπτυξη των ιδιαίτερων αναγκών και ικανοτήτων του καθενός και της καθεμιάς συμβάλει στην καθολική ανάπτυξη του ανθρωπίνου είδους. Αντιστοίχως, η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός και της καθεμιάς συνεπάγεται την ελεύθερη ανάπτυξη όλων, διότι η χειραφέτηση δεν είναι μοναχικού τύπου απόλαυση.

10. Ο κομμουνισμός δεν είναι μια καθαρή ιδέα ούτε ένα δογματικό πρότυπο για την κοινωνία. Δεν είναι το όνομα ενός κρατικού καθεστώτος ούτε ενός
νέου τρόπου παραγωγής.  Είναι το όνομα ενός κινήματος που υπερβαίνει / καταργεί αδιάκοπα την κατεστημένη τάξη πραγμάτων.

Αλλά είναι και ο σκοπός που καθώς αναδύεται από το κίνημα, το προσανατολίζει και του επιτρέπει, εν αντιθέσει προς τις πολιτικές χωρίς αρχές, τις αποσπασματικές δράσεις και τους καθημερινούς αυτοσχεδιασμούς, να προσδιορίσει τι μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό τον σκοπό και τι μας απομακρύνει από αυτόν. Με αυτή την έννοια, δεν είναι μια επιστημονική γνώση του σκοπού και της διαδρομής, αλλά μια ρυθμιστική στρατηγική υπόθεση. Κατονομάζει, αδιαχώριστα, το όραμα ενός άλλου κόσμου με δικαιοσύνη, ισότητα, αλληλεγγύη και το διαρκές κίνημα που αποσκοπεί στην ανατροπή της τάξης πραγμάτων που υπάρχει στην εποχή του καπιταλισμού· και την υπόθεση που προσανατολίζει αυτό το κίνημα προς μια ριζική αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας και εξουσίας, σε απόσταση από συμβιβασμούς με ένα μικρότερο κακό που θα ήταν ο συντομότερος δρόμος προς το χειρότερο κακό.

11. Η κοινωνική, οικονομική, οικολογική και ηθική κρίση ενός καπιταλισμού που δεν απωθεί πλέον τα όριά του παρά με τίμημα μια αυξανόμενη έλλειψη μέ­τρου και έναν αυξανόμενο παραλογισμό, απειλώντας συγχρόνως το είδος και τον πλανήτη, επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη την «επικαιρότητα ενός ριζο­σπαστικού κομμουνισμού» που επικαλέστηκε ο Μπένγιαμιν απέναντι στην άνο­δο των κινδύνων κατά τη μεσοπολεμική περίοδο.

Σημείωσηβιβλιογραφία

1. Βλ. Dionys Mascolo, A la recherche d’un communisme de pensee, Editions Fourbis, 2000, σ. 113.

Μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος

το  άρθρο είναι δημοσιεύθηκε στο περιοδικό εκατοστό τεύχος του περιοδικού ΟΥΤΟΠΙΑ με θέμα ¨Κομμουνισμός: Θεωρία, ιστορία, προοπτική”

https://ilesxi.wordpress.com/2012/12/20/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D/

Οι Αγανακτισμένοι: Κίνημα ανατροπής ή κίνημα-έμβλημα μιας ολόκληρης αστικής Εποχής;

Οι Αγανακτισμένοι: Κίνημα ανατροπής ή κίνημα-έμβλημα μιας ολόκληρης αστικής Εποχής;

 γράφει ο Ονειρμός

 

Με το κείμενο αυτό, η παρέα της Λέσχης μεγαλώνει με τον αγαπητό φίλο και σύντροφο Ονειρμό. Το ιστολόγιο του  Τάξεις και Ηθική αποτελεί μια πολύ σημαντική θεωρητική προσπάθεια που πάντοτε παρακολουθούσαμε με προσοχή. Χαιρόμαστε που βρίσκεται μαζί μας καθώς ο στόχος της θεωρητικής αναζήτησης και του διαλόγου για τον κομμουνισμό της εποχής μας είναι  η βασική στόχευση της Λέσχης… 

.

Πρόλογος

Το παρόν κείμενο έχει σκοπό να προσεγγίσει το «κίνημα» των «Αγανακτισμένων» προτείνοντας απλώς ένα πλαίσιο ανάλυσης του φαινομένου, για αυτό και προϋποθέτω πως ο αναγνώστης έχει μια γενική εικόνα σε σχέση με το ιστορικό του «κινήματος» η οποία δεν απέχει πολύ από τη δική μου. Παραθέτω ενδεικτική βιβλιογραφία στο τέλος του κειμένου.

Η βασική μου θέση είναι ότι η πρόσληψη του φαινομένου των «Αγανακτισμένων» σημαδεύτηκε από δύο εκ διαμέτρου αντίθετες στάσεις. Από τη μία πλευρά, οι επαναστατικές κορώνες που έβγαλαν διάφοροι για το «Πλήθος» και την αδιαμεσολάβητη δημοκρατία που μιλούσε μέσα από τα χείλια του, αποτελούν σύμπτωμα του γενικότερου εκφυλισμού της επαναστατικής θεωρίας όχι μόνο στην Ελλάδα, όχι μόνο στην Ευρώπη, αλλά σε ολόκληρο το σύγχρονο κεφαλαιοκρατικό κόσμο. Έφτασαν στη χώρα μας, ετεροχρονισμένα, αναλύσεις που μιλούν για «ριζοσπαστική δημοκρατία» και ένα εξ ορισμού επαναστατικό συνονθύλευμα ανθρώπων, το οποίο άνευ λοιπών προϋποθέσεων, είναι αντικαπιταλιστικό απλά και μόνο επειδή…υπάρχει. Χωρίς κανένα στρατηγικό στόχο και χωρίς καμία στράτευση, αυτό το πλήθος αποδιαρθρώνει το Κράτος με μόνη τη αντίδρασή του και την έκφραση της «επιθυμίας» του, ακριβώς επειδή δεν έχει έναν ενοποιητικό στρατηγικό στόχο που θα επέβαλλε πάνω σε αυτό μια καθορισμένη «Ταυτότητα».

Από την άλλη μεριά, είχαμε μια «ορθόδοξη» μαρξιστική αντιμετώπιση των «Αγανακτισμένων», η οποία ήξερε να τους προσάπτει κατηγορήματα, με πρώτο και κύριο τον «μικροαστικό» χαρακτήρα τους. Ασφαλώς η αντίληψη αυτή απέφυγε να χαρακτηρίσει τους Αγανακτισμένους «επαναστατική δύναμη», αποδεικνύοντας πως ο «ορθόδοξος» μαρξισμός, όταν χρησιμοποιείται σωστά, μπορεί να δώσει μια καλύτερη πρόγνωση του κοινωνικού γίγνεσθαι από όλες τις υπεραισιόδοξες, μεταμοντέρνες και ειδικότερα «μεταμαρξιστικές» προσεγγίσεις που έχουν επικρατήσει ως κυρίαρχες αφηγήσεις. Αναφέρομαι ειδικά στην «Αυτοκρατορία» και το «Πλήθος» των Hardt-Negri (στο εξής, H+N), οι οποίοι, παρά τη ριζικά αντιτελεολογική τους τοποθέτηση, υποστηρίζουν ούτε λίγο ούτε πολύ ότι ο κομμουνισμός χτίζεται μέρα με τη μέρα από τη φυσική πορεία των πραγμάτων με τη διανοητικοποίηση της εργασίας και την παγκοσμιοποίηση των παραγωγικών διαδικασιών, αλλά και την ήδη συντελεσμένη «συγχώνευση» νομικοπολιτικού, κοινωνικού και οικονομικού σε μια κοινή, «βιοπολιτική» παραγωγή.

Ωστόσο, αυτή η «μικροαστολογία» από πολλούς μαρξιστές, κατάφερε στις περισσότερες περιπτώσεις να μετατρέψει ένα καταφανώς αντιφατικό κοινωνικό φαινόμενο σε μονοσήμαντο, ξεμπερδεύοντας από αυτό με συνοπτικές διαδικασίες, αφού κρίθηκε προφανώς αναντίστοιχο με τις επαναστατικές αξίες του μαρξισμού-λενινισμού. Η προσέγγιση αυτή, όμως, παραβλέπει τις περισσότερες φορές τον παγκόσμιο χαρακτήρα κινημάτων τύπου αγανακτισμένων, πλήθους κλπ, σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης, αδιαφορεί δηλαδή ως επί το πλείστον για τις αντικειμενικές ρίζεςτου φαινομένου αυτού στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής της οικονομικής και κοινωνικής ζωής. Ακριβώς αυτή η τελευταία διαπίστωση, δίνει στις αναλύσεις των H+N και πιο πριν των Deleuze-Guattari (στο εξής, D+G) μεγάλη περιγραφική (το τονίζω, περιγραφική) αξία των σύγχρονων κοινωνικών κινημάτων και «αυθόρμητων» εξεγέρσεων , την οποία σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να διαθέτει ο κλασικός μαρξισμός του 19ου αιώνα . Πρέπει να σημειωθεί ότι η «Αυτοκρατορία» και λοιπά sequels αποτελούν ένα μεταμαρξιστικό-οικονομίστικο «ξαναγράψιμο» του δίτομου«Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια» των D+G, ένα «βιβλίο-γεγονός» σύμφωνα με την έκφραση του Φουκώ,  που εξέφρασε τη δυναμική του γαλλικού Μάη του 1968.

Για αυτούς τους λόγους, ο σκοπός μου είναι να χρησιμοποιήσω κάποια αναλυτικά εργαλεία που προσφέρουν στο περιγραφικό επίπεδο οι αναλύσεις των D+G (κυρίως αυτών), τοποθετώντας τες όμως σε ένα μαρξιστικό-διαλεκτικό πλαίσιο, μέσα στο οποίο ανατρέπεται η εικόνα των «νομάδων», του «πλήθους» και κινημάτων όπως οι «Αγανακτισμένοι» ως «επαναστατικών δυνάμεων», χωρίς όμως να παραγνωρίζεται α) η αντικειμενική κοινωνιο-οντολογική θεμελίωση τέτοιων κινηματικών φαινομένων στη σύγχρονη κεφαλαιοκρατία β) η πραγματική ιστορική ανάγκη οι μαρξιστές και άλλοι αντικαπιταλιστές να κατανοήσουν αυτά τα χαρακτηριστικά αυτών των κινημάτων,τα οποία θα τα βλέπουμε, προδικάζω, συνέχεια μπροστά μας, στη μία ή την άλλη τους μορφή. Πράγμα που σημαίνει ότι το ζήτημα της αντικαπιταλιστικής-κομμουνιστικής πολιτικής οργάνωσης δεν μπορεί να παραβλέπει αυτά τα κοινωνικά κινήματα, ακόμη και αν κανείς διατηρεί, όπως εγώ, τη βαθιά λενινιστική πίστη στην αναγκαιότητα μιας στιβαρής, πολιτικής εργατικής-κομμουνιστικής οργάνωσης, ακριβώς γιατί έχουμε το ευτυχές «προνόμιο» να ζούμε σε έναν καπιταλισμό σε καιρό δομικής κρίσης, και όχι στον καπιταλισμό του 1960.

Αρθρώνοντας τους «Αγανακτισμένους» στο αφηγηματικό επίπεδο

Η ανασύσταση του κινήματος των Αγανακτισμένων αναδρομικά, από τη σκοπιά του σήμερα, κατά την παρούσα (χωρίς το χρονικό των γεγονότων) αφήγηση, αρθρώνεται στα εξής επίπεδα, που εμπνέονται από τη σχετική περιοδολόγηση της ανάπτυξης ενός «οργανικού όλου» από τον Β.Α.Βαζιούλιν:

1)      Αρχή (θέση προϋποθέσεων)

2)      Πρωταρχική εμφάνιση

3)      Διαμόρφωση

4)      Ωριμότητα.

Μόνο που εδώ θα θεωρήσουμε τους Αγανακτισμένους όχι μια «ολότητα» αλλά ένα σύστημα, δικτυακού τύπου (οιωνεί σύστημα).

Όπως σε μια συμβατική αφήγηση ή εξ-ιστόρηση,ο χρόνος είναι γραμμικός και ευθύγραμμος, και η ιστορία της αφήγησης εξελίσσεται με αρχή, μέση και τέλος, ακριβώς γιατί κρατά κανείς τις ουσιώδεις στιγμές, αναπτύσσοντας την πλοκή και δίνοντας συνεπώς την αίσθηση μιας ανάπτυξης, η οποία όμως, στο πραγματικό ιστορικό χρόνο, δεν ήταν αναπόφευκτη, αν και υποκινήθηκε προς τη μορφή που τελικά εξέλαβε από ιστορικές κοινωνικές διεργασίες και δυνάμεις, κάποιες από τις οποίες ήταν εξ αρχής πιο εύκολο να κυριαρχήσουν, και τελικά, πράγματι, επικράτησαν.

1)      Αρχή ως θέση προϋποθέσεων

Η θέση των προϋποθέσεων σημαίνει τη θέση των ιστορικών όρων, του ιστορικού χωροχρονικού πλαισίου μέσα στο οποίο θα αναδυθεί, με τη «πρωταρχική εμφάνισή» του, το εξεταζόμενο σύστημα. Οι ιστορικές αυτές προϋποθέσεις είναι η παγκόσμια κεφαλαιοκρατική κρίση και οι ειδικές συντεταγμένες μέσα στις οποίες αυτή εκδηλώθηκε στο ελληνικό κοινωνικό σύστημα.

Συνεπώς είναι αδύνατη η κατανόηση του φαινομένου των «Αγανακτισμένων» χωρίς τη μακροσκοπική οπτική της παγκόσμιας κεφαλαιοκρατικής κρίσης και τη συγκριτική αντιπαραβολή των ιστορικών συστημάτων μέσα στους οποίους αναδύθηκαν αυτά τα συγγενή κινήματα. Πολύ περισσότερο, είναι αδύνατη η κατανόηση του φαινομένου των Αγανακτισμένων, χωρίς την εξέταση της κοινωνικοοικονομικής και πολιτισμικής κατάστασης που διαμορφώθηκε στην Ελλάδα, ιδίως από το 1974 και μετά, στα χρόνια της «μεταπολίτευσης». Ως προς αυτά τα ειδικά καθήκοντα της ανάλυσης, η έννοια του «μικροαστού» δεν έχει να προσφέρει τίποτα. Άλλωστε, το ποιός είναι «μικροαστός» και ποιός εργατική τάξη, είναι κάτι το οποίο θα κριθεί ακριβώς με τη μελέτη της ταξικής σύνθεσης στον ελληνικό κοινωνικό σχηματισμό, όλα αυτά τα χρόνια στην ιστορική συγκρότησή του, σε συνάρτηση με τη θέση του ελληνικού κοινωνικοοικονομικού συστήματος στο ευρωπαϊκό και παγκόσμιο κεφαλαιοκρατικό γίγνεσθαι. Η κοινότητα στη μορφή και το περιεχόμενο των κινημάτων τύπου Ιndignados, Αγανακτισμένοι, Occupy Wall Street που αναδύονται χωρίς τη πολιτική παρέμβαση κομμουνιστών, δείχνει πως, αφού το «γινόμενο» είναι κοινό στα ουσιώδη χαρακτηριστικά του, κοινές ενδεχομένως είναι και οι βαθύτερες δομικές διεργασίες, παρά την ποικιλία των ιστορικών συνθηκών εκδήλωσης.

2)    Πρωταρχική Εμφάνιση:

 

α)  Το Όνομα ως νοηματικό σύνορο

Το σύστημα εμφανίζεται για πρώτη φορά μέσα στα σπλάχνα του ιστορικού Κόσμου μέσα στο οποίο γεννήθηκε. Το μαρξικό ανάλογο είναι η πρωταρχική εμφάνιση των εμπορευματοχρηματικών σχέσεων μέσα στα σπλάχνα της φεουδαρχίας, χωρίς να έχουν γίνει ακόμα το εμπόρευμα και η συσσώρευση του κεφαλαίου καθολική κοινωνικοοικονομική σχέση. Ληξιαρχική «πράξη» γέννησης είναι η χάραξη μιας διάκρισης εκείνου που πρωταρχικά εμφανίζεται, έναντι του περιβάλλοντός του.

Η διάκριση ιδρύει την ίδια τη διάσταση εσωτερικού-εξωτερικού. Εν προκειμένω, οι «Αγανακτισμένοι» ως δίκτυο προκύπτουν μέσα στον κοινωνικοπολιτικό Κόσμο του ελληνικού κεφαλαιοκρατικού συστήματς, σε διάκριση από αυτό το κοινωνικοπολιτικό τους περιβάλλον. Οντολογική συνθήκη της διάκρισης σε σύστημα και περιβάλλον θεωρούμε εδώ το πρόβλημα. Η ρήξη μέσα στην «αμεσότητα» του κοινωνικοπολιτικού Κόσμου έρχεται με την ανάδυση ενός προβλήματος. Η σχέση-πρόβλημα είναι η σχέση μεταξύ των Αγανακτισμένων και του κοινωνικοπολιτικού του περιβάλλοντος,με τους Αγανακτισμένους να συγκροτούνται ως προσπάθεια «επίλυσης» αυτού του προβλήματος. Το «προβληματικό πεδίο» είναι για τον Deleuze ένα πεδίο αντικρουόμενων σχέσεων, δυνάμεων, ροπών, τάσεων, βαθμών εντάσης, του οποίου «επίλυση» είναι η συγκεκριμένη ενεργός ύπαρξη. Σε μια διαλεκτική του οικειοποίηση και από τη σκοπιά ενός δεδομένου συστήματος έναντι του περιβάλλοντος, «πρόβλημα» είναι η αντίφαση εσωτερικού (σύστημα) και εξωτερικού (περιβάλλοντος), τα που αποτελούν δύο διακριτά πεδία ενδεχομενικότητας, με τις δυνατότητές τους να περιορίζονται αμοιβαία και τη συγκεκριμένη ύπαρξη του συστήματος να αποτελεί επιλογή κάποιων ενδεχομένων έναντι άλλων, προς επίλυση του προβλήματος. Όταν η διαφορά του συστήματος σε σχέση με το περιβάλλον οξύνεται στο βαθμό της αντίφασης, θεωρούμε πως είναι τότε η στιγμή που το σύστημα πρέπει να αναπροσαρμόσει τη δομή του, τη συγκεκριμένη ύπαρξή του, ώστε να «επιλύσει» το πρόβλημα με μία νέα μορφή ύπαρξής του.

Έτσι λοιπόν, οι Αγανακτισμένοι γεννιούνται από μια κοινωνική αντίφαση-πρόβλημα που εντοπίζεται «εντός» του κοινωνικού Κόσμου, διακρίνονται από τον περιβάλλοντα Κόσμο ως σύστημα-δίκτυο, και κάθε φορά που η διάκριση-διαφορά τους από το περιβάλλον οξύνεται στο βαθμό της αντίφασης, τότε λέμε πως έχουν να αντιμετωπίσουν, όπως κάθε σύστημα, κάποιο πρόβλημα, το οποίο απαιτεί μια επιλογή μεταξύδιαφορετικών ενδεχομένων, και μια «υλοποίηση» του συστήματος (Αγανακτισμένοι) στις διαφορετικές, κάθε φορά, συνθήκες,

Στη περίπτωση των Αγανακτισμένων, μια πρώτη διάκριση από ο,τιδήποτε διαδραματίστηκε έξω από τη νοηματική σφαίρα τους, είναι το ίδιο το όνομα. Ας σταθούμε λίγο σε αυτό. Στους Μάρξ (18 Μπρυμαίρ του Λουβοβίκου Βοναπάρτη, σχετικά με την «ποίηση» των επαναστάσεων, την επανάληψη προτύπων και το όνομα του Ναπολέοντα) και Ένγκελς, και κυρίως ο Λένιν αναφορικά με το όνομα του του κόμματος (στο γνωστό άρθρο του ποιά πρέπει να είναι η ονομασία του κόμματός μας για να είναι επιστημονικά σωστή και να βοηθάει πολιτικά το ξεκαθάρισμα της συνείδησης του προλεταριάτου ;) , έχουν ήδη τοποθετήσει τη διάσταση αυτή του ονόματος ως διακριτικό σημείο και τρόπο οριοθέτησης του εσωτερικού και του εξωτερικού. Το απλό γεγονός της πρόσδωσης ενός ονόματος στα πράγματα και τους ανθρώπους, παίζει έναν ανάλογο ρόλο. Δεν υπάρχει ταυτότητα χωρίς όνομα, που χαράσσει τη διάκριση από αυτό που δεν σημαίνει το όνομα. Το όνομα εξυπηρετεί τη νοηματική κλειστότητα ενός συστήματος.

Το όνομα «Αγανακτισμένοι» χρήζει ιδιαίτερης αναφοράς. Ήδη είναι αποκαλυπτικό του χαρακτήρα του κινήματος και του προβλήματος που θέλει να επιλύσει. Βλέπουμε σε αυτό τα χαρακτηριστικά τηςπληθυντικότητας και της νομαδικότητας, όπως θα έλεγαν οι D+G και H+N. Οι Αγανακτισμένοι ήταν ένα πλήθος ετερογενών κοινωνικών στρωμάτων, πρακτικών, κοσμοειδώλων και επιθυμιών. Παρά αυτή τους την ανομοιογένεια, έδρασαν υπό τη σκέπη ενός κοινού ονόματος, ταυτοποιούμενοι ως «Αγανακτισμένοι». Εδώ η αγανάκτηση είναι η κοινή ιδιότητα των ετερογενών, η οποία αναβιβάζεται έτσι σε Ενότητα των Πολλών. Η κοινή αυτή ιδιότητα λειτουργεί σαν «σημείο ισορροπίας» των κοινωνικοοικονομικών, ιδεολογικών και ψυχικών-συναισθηματικών αποκλίσεων και διαφορών έντασης μεταξύ των ετερογενών στοιχείων αυτού του πλήθους. Είναι διαφορετικό να πεις ότι η αντισυστημική «Αγανάκτηση» εκφράστηκε ή ενσαρκώθηκε μέσα σε αυτό το κίνημα, και διαφορετικό να πεις ότι πολλοί διαφορετικοί άνθρωποι βρήκαν σαν κοινή συνισταμένη τους την «αγανάκτηση» τους. Η πρώτη διατύπωση θα έμοιαζε «ουσιοκρατική» και μεταφυσική, ενώ η δεύτερη υλιστική, προϊόν ενός κόσμου «εκκοσμικευμένου». Όπως διαφορετικό είναι να πει κανείς ότι ένα Κομμουνιστικό Κόμμα εκφράζει/ενσαρκώνει το ιδεώδες του Κομμουνισμού και τα συμφέροντα της εργατικής τάξης, και διαφορετικό να πεις ότι το Κόμμα των Κομμουνιστών (πληθυντικός) ή η « Ένωση των Κομμουνιστών» (ακόμη πιο αντιπροσωπευτικό), είναι μια συνάρθρωση διαφορετικών ανθρώπων που κάθε ένας ξεχωριστά πιστεύει στη δυνατότητα του κομμουνισμού, και αυτή η κοινή ιδιότητά τους είναι που τους ενώνει.

Και στη πρώτη όμως περίπτωση, δεν θεωρώ πως πρόκειται άνευ άλλων προϋποθέσεων για «ουσιοκρατία». Προς το παρόν αξίζει να κρατήσουμε μόνο το ότι ο «πληθυντικός» των «Αγανακτισμένων» είναι ήδη δηλωτικός του τρόπου που «από τα κάτω», από την ετερογένεια των πολλών, ανευρίσκεται εκείνο το σημείο ισορροπίας, η κοινή ιδιότητα, η «αγανάκτηση», η οποία αναγορεύεται σε κυρίαρχο γνώρισμα και τελικά επισφραγίζει τη διάκριση του κινήματος αυτού από το περιβάλλον, σαν ξεχωριστή οντότητα.

Άλλο χαρακτηριστικό που έχουν επισημάνει οι D+G πέρα από την πληθυντικότητα-νομαδικότητα-μοριακό χαρακτήρα, είναι η «ρηματικότητα». Αυτό το βλέπουμε ξεκάθαρα στο όνομα του κινήματος «Οccupy Wall Street”. To ρήμα αντιδιαστέλλεται στις έννοιες του υποκειμένου και του αντικειμένου, εκφράζοντας ένα γίγνεσθαι-Κάτι. Σχετική με αυτό, στο επίπεδο της αναλυτικής παράδοσης, είναι η δουλειά του Quine (.http://en.wikipedia.org/wiki/Willard_Van_Orman_Quine), από τον οποίο εμπνέονται και οι D+G (πολύ χαρακτηριστικό το παράδειγμα του Quine με τον «Πήγασο»). Το «οccupy» είναι μια προτροπή που συνεχώς οφείλεται, έχει μια διάρκεια και δείχνει μια κίνηση. Η κίνηση αυτή σχηματίζει μια εικόνα, η οποία μπορεί κάλλιστα να έχει μια φωτογραφική αποτύπωση. Έτσι ακριβώς συμβαίνει και στους «Αγανακτισμένους». Πρόκειται για ονόματα τα οποία, λόγω ειδικών χαρακτηριστικών τους που αναφέρονται παραπάνω σχηματικά, επιτρέπουν την απεικόνιση. Σε αντίθεση με «αφηρημένα ιδεώδη» όπως κομμουνισμός, καπιταλισμός κλπ, ο Αγανακτισμένος είναι ένας άνθρωπος που ρίχνει μούτζες μπροστά από το Σύνταγμα, ενδεχομένως αναψοκοκκινισμένους. Και το «Οccupy Wall Street» είναι μια κίνηση ανθρώπων προς «κατάληψη» της Wall Street. O ειδικά “υλιστικός» χαρακτήρας των κινημάτων αυτών, επιτρέπει την αποτύπωσή τους σε μεμονωμένες εικόνες ή και σε κολάζ ιδιαίτερων στιγμών (κολάζ προσώπων, ενεργειών, στιγμιότυπα). Εδώ, ένα από τα ελαττώματα της φωτογραφίας (όπως και της λέξης) που είναι η μετωνυμία (το μέρος έναντι του όλου), δεν αποτελεί ελάττωμα, γιατί η «κοινή ιδιότητα» που συνενώνει και χαρακτηρίζει το γενικό νόημα, είναι μια εμπειρική στιγμή, σαφής και πραγματικά εντοπισμένη στο χώρο και το χρόνο, που μπορεί συνεπώς να απαθανατιστεί ως μέρος ή στιγμή, απαθανατίζοντας ταυτόχρονα το  «όλο», έτσι που το κατάλληλο στιγμιότυπο δεν χάνει τίποτα από την «ουσία».

Τέλος, είναι αυτονόητο πως η ίδια η «Αγανάκτηση» ως περιεχόμενο και σημείο ισορροπίας (ή «ελκυστής»), είναι ένα συναίσθημα αρκετά αφηρημένο, όσο αφηρημένη ήταν και η άρνηση τους «Συστήματος» από τους Αγανακτισμένους, ένα συναίσθημα το οποίο δηλώνει απλώς μια εσωτερική διεργασία αλλά και μια απάθεια. Όταν λέμε «έχω αγανακτήσει», αυτό αποτελεί μια δήλωση που περιμένει την απόκριση του συνομιλητή, και δεν αναμένεται απαραίτητα κάποια άλλη ενέργεια από αυτόν που δηλώνει ότι «έχει αγανακτήσει». Είναι χαρακτηριστικό όμως πως κατά τη διάρκεια του «κινήματος» πρότειναν πολλοί τη μετονομασία σε «Αποφασισμένους». Οι «Αποφασισμένοι» εξωτερικεύουν τα συναισθήματά τους και υπονοούν τη δράση (ένας αποφασισμένος που απλώς δηλώνει την αποφασιστικότητά του προετοιμάζει τους συνομιλητές του για μια επόμενη δράση). Η πρόταση αυτή για αλλαγή του ονόματος ήρθε, καθόλου τυχαία, μετά τη πρώτη συνειδητοποίηση ότι απαιτούνται κάποιες συγκεκριμένες δράσεις που πρέπει να έχουν διάρκεια και πυγμή, έναντι του «Συστήματος»-Λεβιάθαν που ορθωνόταν σαν αντίπαλος.

Το όνομα των «Αγανακτισμένων» και κυρίως όσα αυτά σήμαινε στα συγκεκριμένα ιστορικά συμφραζόμενα, είναι ήδη δηλωτικό του προβλήματος που πυροδότηση την ανάδυσή τους. Νομίζω πως το πρόβλημα αυτό ανέκυψε στη διαφορά πολιτικού και κοινωνικού συστήματος, ή «δημόσιας» και «ιδιωτικής» σφαίρας, για να θυμηθούμε κάποιους όρους που είναι ξεχασμένοι. Αστικό Κράτος (δημόσια αρχή) και κοινοβουλευτικό σύστημα, έναντι «κοινωνίας των ιδιωτών». Από τα παραπάνω γίνεται ήδη αντιληπτός, στη γέννησή του, ο μεταρρυθμιστικός χαρακτήρας του κινήματος. Η αντιδιαστολή με το κοινοβουλευτικό σύστημα (κατά της Βουλής, στη πλατεία Συντάγματων, και σε άλλες πλατείες σε δημόσιους χώρους) όπως θα δούμε αμέσως παρακάτω, μας προδιαθέτει ήδη για τη δυναμική και τα όρια του κινήματος. Όπως και το όνομα «Αγανακτισμένοι», με τα χαρακτηριστικά της έννοιας της «αγανάκτισης» που αναφέρθηκαν, μας προδιαθέτει για τους τρόπους και τα όρια επίλυσης του «προβλήματος».

β)  Τα εδαφικά-χωρικά σύνορα και η ιδιαίτερη χρονικότητα

Δεύτερη πηγή «διάκρισης» του συστήματος από το περιβάλλον (η σειρά δεν είναι αξιολογική) είναι η διάκριση στο χώρο. Οι Αγανακτισμένοι ταυτίστηκαν με τη πλατεία Συντάγματος. Ας μην μείνουμε πολύ στους πρόδηλους νοηματικούς συσχετισμούς. Το Σύνταγμα συμβολίζει το κοινοβουλευτικό σύστημα και η αγανάκτηση προς το «πολιτικό σύστημα» και τους βουλευτές στρέφεται κατά της Βουλής, αποτελώντας αφηρημένη άρνηση αλλά και εγκλωβισμό του κινήματος στις επιφανειακές,ορατές συντεταγμένες του αστικού Κράτους, δεν στρέφεται δηλαδή κατά του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής και δεν ρίχνει το βάρος στους χώρους εργασίας και στη μισθωτή δουλεία. Υπάρχει βέβαια το στοιχείο της «πλατείας» ως χώρου της εκδίπλωσης του κινήματος σε όλη την Ελλάδα, φαινόμενο γνωστό και από ανάλογες εμπειρίες του εξωτερικού. Έχουν δίκιο οι αναλύσεις που αποδίδουν αυτή την έμφαση στις πλατείες στο δημόσιο χαρακτήρα τους. Η «ανακατάληψη των δημοσίων χώρων» είναι πράγματι ένα εξαρτημένο αντανακλαστικό του σύγχρονου ανθρώπου που θέλει να αντισταθεί, απέναντι σε αυτό που νιώθει σαν ιδιωτικοποίηση των κερδών και ολιγαρχία των πολιτικών και των τραπεζών. Όλες οι «πλατείες» της Ελλάδας συνοψίζονται στη πλατεία Συντάγματος. Η Αθήνα είναι η πρωτεύουσα, με τις πιο μαζικές συγκεντρώσεις. Η Βουλή είναι ο Ναός του πολιτικού συστήματος, και οι βουλευτές εκφράζουν υποτιθέμενα τη λαϊκή κυριαρχία. Η λαϊκή κυριαρχία «μεταβιβάζεται» στους αντιπροσώπους, εκείνοι όμως λυμαίνονται τα πλούτη και καταχρώνται την εξουσία με τη διαφθορά τους, οδηγώντας μας «ως εδώ», στην ελληνική «κρίση χρέους». Η αρμόζουσα απάντηση λοιπόν φαίνεται να είναι ο Λαός να ζητήσει έμμεσα «Σύνταγμα» όπως στις ένδοξες στιγμές του παρελθόντος, μια ριζική δηλαδή αναδιάρθρωση του πολιτικού συστήματος. Όσον αφορά το χωρισμό σε «άνω» και «κάτω» πλατεία σαν εδαφικό χωρισμό δηλωτικό σημαντικών πολιτικών διεργασιών, θα αναφερθώ στη συνέχεια.

Η ιδιαίτερη χρονικότητα εντός αυτού του πλαισίου-χώρου, σε αυτό το στάδιο της πρωταρχικής εμφάνισης-διάκρισης, είναι ετεροπροσδιορισμένη (όπως και ο χώρος-έδαφος) από πολιτικά και ακόμη πιο στενά από νομοθετικά γεγονότων (ψήφιση Μνημονίων, εφαρμοστικών κλπ). Υπάρχει ασφαλώς μια «ιδιαίτερη προτίμηση», οι ώρες και οι ημέρες να μην είναι ώρες και ημέρες εργασίας! Η χρονική πειθαρχία στο Κεφάλαιο δύσκολα θίγεται. Μια Κυριακή με 500.000 κόσμο είναι μια συγκέντρωση που λαμβάνει χώρα έτσι και αλλιώς σε μια μέρα-παρένθεση της κεφαλαιοκρατικής εκμετάλλευσης.

Ωστόσο η εσωτερική ζωή του συστήματος που διακρίθηκε από το περιβάλλον, αποτελεί ήδη μια σχισμή στην οργανική επανάληψη της κεφαλαιοκρατικής, «κανονικής» ζωής, ένα εξαιρετικό γεγονός από άποψη μαζικότητας, χαρακτήρα και πρωτόγνωρο για τα ελληνικά χρονικά, ξεσπώντας σε μια περίοδο βαθύτατης οικονομικής κρίσης που ήρθε να ταράξει τα λιμνάζοντα ύδατα της πολιτικής ζωής του τόπου. Γεννιέται στους κόλπους των «Αγανακτισμένων» και των συμπαθούντων μια ελπίδα, μια υπόσχεση και μια προσδοκία για το μέλλον, που ακριβώς «αντλεί την ποίησή της» από το παρελθόν, από τις «κορυφαίες στιγμές της δημοκρατίας» η οποία μιλά ξανά σε παρόντα χρόνο καθώς «γράφεται ιστορία». Έχουμε εδώ όλα τα τυπικά χαρακτηριστικά μιας Ιστορικής Στιγμής, μιας τομής, που δεν είναι παρά η εκρηκτική διαφορά μέλλοντος-παρελθόντος. Αυτά τα χαρακτηριστικά επιτρέπουν οι Αγανακτισμένοι να παραγνωριστούν σαν ένα ρηξιακό, επαναστατικό Συμβάν, που καταφέρεται εναντίον της «χρηματοπιστωτικής ολιγαρχίας», σε συντονισμό με ανάλογες κινήσεις του ευρωπαϊκού Νότου. Το τι είδους «συμβάν» είναι αυτό το πράγματι εξαιρετικό γεγονός, παραμένει στη φάση αυτή αμφιλεγόμενο.

γ) Η διαφορά του συστήματος από το περιβάλλον «επανενσωματώνεται»-το Μέτρο και η Απόκλιση

Η εδαφική, χρονική και νοηματική διάκριση των Αγανακτισμένων στη φάση της πρωταρχικής εμφάνισής τους, σημαίνει τη χάραξη της «διαφοράς», σε αυτά τα επίπεδα, του συστήματος από το περιβάλλον. Ωστόσο, η διαφορά αυτή παραμένει ανεξάλειπτη, και καθιστά εξαρτημένο το νόημα του συστήματος από το μη-νόημα, το περιβάλλον, τις συνθήκες ύπαρξής του. Το σύστημα δεν έχει ακόμα εξασφαλίσει εκείνη τη λειτουργική κλειστότητα, που του επιτρέπει να διαχειρίζεται και να απορροφά τις πιέσεις από το περιβάλλον, ενσωματώνοντας τη διαφορά, που εμφανίζεται ως απειλή, κίνδυνος, φόβος, αγωνία, κ.α. Το κοινωνικοπολιτικό περιβάλλον ασκεί στους «Αγανακτισμένους» πιέσεις επιλογής, πράγμα που σημαίνει πως το πρεσάρισμα από τα ΜΜΕ και την πολιτικοοικονομική κατάσταση (νέα μέτρα, διαρκής πτώση του βιοτικού επιπέδου, προβολή αδιεξόδου της δράσης των πλατειών κλπ), απαιτεί ένα «οργανωτικό προχώρημα». Είναι, όπως είπαμε, η επανεμφάνιση της διαφοράς συστήματος-περιβάλλοντος εν είδει προβλήματος που πρέπει να επιλυθεί, καθώς οι ιστορικές συνθήκες (νέα πλαίσια σχέσεων μέσα στις οποίες υπάρχει το σύστημα) αλλάζουν.

Μια πρώτη «γραμμή άμυνας» έναντι του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος, με σκοπό τη διαφύλαξη του νοηματικού και πρακτικού πυρήνα των Αγανακτισμένων, έχει ήδη τεθεί εξ αρχής «αυθόρμητα». Ηποιοτική διαφοροποίηση του κινήματος (μιλήσαμε για συνάρθρωση ετερογενών στοιχείων) και οιποσοτικές (με ευρεία έννοια) διαστάσεις του (πληθυσμός-μέγεθος, έκταση, βαθμοί εντάσης, ετερόκλιτες δυνάμεις κ.α-για όλα αυτά θα μπορούσαν να γίνουν ειδικές αναφορές), έχουν ισορροπήσει, όπως ήδη ειπώθηκε, πάνω σε μια κοινή μορφική οριοθέτηση και υλική-χωροχρονική «τελεστικότητα βάσης» (πρακτική). Αυτός ο «αυθόρμητος» σχηματισμός μιας ασαφούς και εύθραστης ισορροπίας είναι ο σχηματισμός ενός Μέτρου των ποιοτικών και ποσοτικών διαφοροποιήσεων. Το «Μέτρο» του συστήματος είναι ανάλογο με την «ομοιόσταση». Σε συνάρτηση με αυτό, κάθε εισβολή του εξωτερικού Κόσμου σε μορφή διαφοράς και διαταραχής, μεταφράζεται ως «αμετρία». Μπορούμε εδώ να χρησιμοποιήσουμε και την έννοια του «ρυθμού», έτσι αντί για αμετρία θα έχουμε «αρρυθμία». Ή ακόμη μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την έννοια «παράσιτο» ή «θόρυβος», για να χαρακτηρίσουμε εκείνο που προκαλεί διαταραχή στην επικοινωνία μεταξύ των Αγανακτισμένων και στην αναπαραγωγή της. Οι Αγανακτισμένοι εξασφαλίζουν εξ αρχής τη διάκρισή τους από το περιβάλλον τους εναρμονίζοντας τις μοναδικές δράσεις τους σε έναν, επισφαλή σε αυτή τη φάση, χωροχρονικό ρυθμό, στο επίπεδο της πρακτικής. Στο επίπεδο του «νοήματος», διακρίνονται όπως είπαμε ως Αγανακτισμένοι, με συγκεχυμένα ακόμη τα λοιπά χαρακτηριστικά της διάκρισης αυτής. Εξ αρχής πάντως, αγανακτισμένος σημαίνει και ακομμάτιστος («πολιτικοποιημένος αλλά όχι κομματοποιημένος-κομματόσκυλο»), δημοκράτης, κριτικός και αντισυστημικός, λαικός, κ.ο.κ.

Το Μέτρο είναι ποιοτικό ποσόν και ποσοτικό ποιόν (μπορούμε να διακρίνουμε επιμέρους είδη «μέτρων», αλλά εδώ αναφερόμαστε στο κατεξοχήν Μέτρο). Έχει όλες τις παραπάνω διαστάσεις. Το περιβάλλον που δεν είναι σύστημα, το κοινωνικοπολιτικό πλαίσιο που δεν ανήκει σε αυτό το Μέτρο-Κανόνα των Αγανακτισμένων, αρχικά προσλαμβάνεται σαν «Είναι» που δεν είναι μέτρο και που διαταρράσει τη μετρική σχέση, τη σχέση δηλαδή που συγκεφαλαιώνει όλους τους όρους της πρωταρχικής, πρωτόλειας ύπαρξης. Η διαταραχή αναγνωρίζεται είπαμε ως «αμετρία» ή ως «αρρυθμία» (ή σαν θόρυβος, ανάλογα με τη διάσταση στην οποία θέλουμε να δώσουμε έμφαση). Ως τέτοια πρέπει να αντιμετωπίζεται από το σύστημα. Η απόκλιση αυτή από την ιδεατή τιμή, από τον «κανόνα», είναι σαν κραδασμός που πρέπει να απορροφάται άμεσα.

Έτσι, κάθε κομματικός, κάθε «αντιδημοκρατικός» (εδώ έβαζαν και τους κομμουνιστές βέβαια!), κάθε «μη κανονικός» με γνώμονα το Μέτρο-Κανόνα των Αγανακτισμένων, είναι αποβλητέος, παράσιτο. Ακριβώς για αυτό ανατρέπεται στη πράξη ο μύθος του «ανοιχτού για όλους», κλπ. Βλέπουμε πώς απέβαλλαν οι «Αγανακτισμένοι» κομμάτια του λαού που είχαν κάνει την επιλογή σε αγωνίζονται μέσα από ένα πολιτικό μόρφωμα. «Η δημοκρατία στο απόσπασμα» λοιπόν! Όπως κάθε σύστημα, έτσι και οι Αγανακτισμένοι, αποβάλλουν ό,τι είναι εξωτερικό και διαταρράσει την ισορροπία τους. Διαφορετικά θα έχαναν τα διακριτικά γνωρίσματα αυτής της πρωτοεμφανιζόμενης ύπαρξής τους. Αν έμπαιναν μέσα τα «κομματόσκυλα», οι Αγανακτισμένοι θα γίνονταν κάτι άλλο. Θα έμπαινε πχ ένα πιο σαφές, συγκεκριμένο πολιτικό περιεχόμενο, το οποίο με τη σειρά του θα απέκλειε κάποιους. Ένα διαφορετικό πεδίο δυνάμεων θα προέκυπτε, και ένα διαφορετικό «modusvivendi» θα γεννιόταν. Θα είχαμε κατάργηση της παλιάς οντότητας και γέννηση κάποιας άλλης, όχι συνέχεια της ανάπτυξης αλλά ασυνέχεια.

Το Μέτρο μετράει τη διαταραχή σαν αμετρία, έτσι η αμετρία αποτελεί συστατική στιγμή της μετρικής σχέσης. Χωρίς τους εχθρούς, δεν υπάρχουν οι φίλοι, ήδη σε αυτό το «ανώριμο» επίπεδο ύπαρξης, χωρίς το αίσθημα της διαταραχής, δεν υπάρχει ισορροπία. Οι πολιτικοιδεολογικοί δεσμοί που ενώνουν τους Αγανακτισμένους δεν υπάρχουν χωρίς μια επιθετική στάση απέναντι σε όσους δεν ανήκουν σε αυτή την «κοινότητα». Φυσικά όλα αυτά δεν έχουνε σχέση με τα των Hart-Negri και Deleuze-Guattari. Βλέπουμε πως κάθε ορισμένη διαφορά επιφέρει μια ταυτότητα και ένα σχετικό «κλείσιμο».

Το Μέτρο έχει ως εσωτερική στιγμή του την αμετρία, η αμετρία επανακάμπει, το Μέτρο την ενσωματώνει ξανά. Μας δίνεται έτσι η εικόνα μιας κυκλικής αναπαραγωγής. Η χωροχρονική (ποιοτική και ποσοτική) μετρική σχέση μοιάζει κυκλική, όπως ακριβώς ένας ρυθμός, αναπαραγωγική. Έχουμε επαναληψιμότητα. Κάθε φορά, ακριβώς επειδή αυτή η επανάληψη δεν είναι εγκεφαλική κατασκευή αλλά πραγματική ιστορική διαδικασία, γεννιέται μια διαφορά και μια διαταραχή, ως έκφραση της σχέσης του περιβάλλοντα Κόσμου και του συστήματος. Η ανα-παραγωγή σε αυτή τη φάση όμως είναι περισσότερο αυτοσυντήρηση, διατήρηση, και όχι συνειδητή παραγωγή.

Αυτό το σημείο είναι κατάλληλο για να γίνει μία ακόμη διευκρίνιση. Το «νόημα» των Αγανακτισμένων που έχει χαραχθεί από τη πρωταρχική διάκρισή τους από το περιβάλλον, δεν είναι ακόμα «νόημα» με την έννοια της αυτοσυνείδησης. Είναι, για να το διατυπώσουμε καλύτερα, μια κοινή«αισθηση πρακτικής» και επικοινωνιακής συνοχής. Η «αίσθηση» είναι αίσθηση ενός εξωτερικού κόσμου και της διάκρισης σε σχέση με αυτόν. Είναι μια κατάσταση τεταμένης διαφοροποίησης, που είναι εν πολλοίς ρευστή και τυχαία. Αυτό συμβαίνει γιατί το σύστημα δεν έχει αρχίσει να αναπτύσσεται πάνω στις δικές του, εσωτερικές διαφορές και αντιφάσεις. Προς το παρόν, ετεροπροσδιορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το περιβάλλον του. Όπως οι εμπορευματοχρηματικές σχέσεις μέσα στα σπλάχνα της φεουδαρχίας διαρθρώνουν ένα πλέγμα σχέσεων το οποίο όμως δεν αυτοκαθορίζεται με αυτοδύναμο τρόπο, αντ’αυτού εξαρτάται πολύ από τις αρχικές συνθήκες ύπαρξής του και τις τυχαίες διακυμάνσεις σε σχέση με το περιβάλλον. Δεν έχουμε ακόμη παραγωγή κεφαλαίου με συστηματικό τρόπο και συνοχή, ως κυρίαρχη-δεσπόζουσα και καθολική παραγωγική δραστηριότητα.

Συνεπώς, όπου παραπάνω αναφερθήκαμε σε «νόημα», πρέπει αυτό να εκληφθεί σαν πρωτόλειααίσθηση πρακτικής και επικοινωνιακής ιδιαιτερότητας, που σημαίνει και μια αίσθηση των ορίων μεταξύ του «μέσα» και του «έξω». Και αυτό γιατί δεν έχουμε φτάσει ακόμη στο επίπεδο της «σχέσης με τον εαυτό», που είναι μια μορφή «αυτοσυνείδησης».

3)    Διαμόρφωση

Το Μέτρο, ο κανόνας επανενσωματώνει τη διαφορά σε σχέση με το περιβάλλον ως αμετρία καθορισμένη από αυτό το Μέτρο. Όμως έτσι αφενός η αμετρία, η καθορισμένη διαταραχή εμφανίζεται όχι μόνο ως το αντίθετο του Μέτρου αλλά ως εσωτερική στιγμή του, αφετέρου δημιουργείται ένα φαινόμενο «κυκλικής» επανάληψης του ίδιου συστήματος, παρά τις διαταραχές και τις μεταβολές που προκύπτουν από τη δυναμική σχέση συστήματος-περιβάλλοντος. Aντιδρώντας στις μεταβολές και αναπροσαρμοζόμενο ώστε να διατηρήσει τη μετρική του σχέση, τη δυναμική ισορροπία που εξασφαλίζει τη διάκρισή του από τον έξω Κόσμο, το σύστημα εμφανίζει μια σπερματώδησυνειδητότητα. Αρχίζει να αυτοδιαμορφώνεται ως λειτουργικά, δηλαδή οργανωτικά και δομικά «κλειστό» (σχετικά κλειστό, αφού παραμένει ανοιχτό προς το περιβάλλον του, ανοιχτό σε ενέργεια-κυρίως ανθρώπινους πόρους, και πληροφορία). Αρχίζει επίσης να αναστοχάζεται πάνω στα αποτελέσματα των αποφάσεών του, κατά τη διαδικασία λήψης νέων αποφάσεων.

Το σύστημα αρχίζει να αυτό-διαμορφώνεται, στηριζόμενο πάνω στις δικές του διαφορές και αντιφάσεις. Περνάμε στο επίπεδο της διαμόρφωσης, δηλαδή της οργάνωσης και των ουσιαστικών διεργασιών. Η απλή διάκριση από το περιβάλλον και η πρωτόλεια, εμβρυακή ύπαρξη, που έχει μια ορισμένη σταθερότητα αλλά ασαφή όρια και μεγάλη ρευστότητα, πια δεν αρκεί. Έτσι περνάμε από το «modus vivendi» στο «modus operandi».

Σε αυτό το επίπεδο, οι «Αγανακτισμένοι» δομούν με συνειδητό τρόπο το ιδιαίτερο νόημά τους. Το νόημα εδώ έχει την έννοια μιας «αυτοσυνείδησης», ενός αυτοκαθορισμού που έχει ανάγκη όμως τον ετεροκαθορισμό, την ετερότητα. Η ετερότητα είναι εσωτερική στιγμή της δόμησης της ταυτότητας και όχι «έξω» από αυτή. Αρχίζουν να συγκεκριμενοποιούνται τα διακριτικά γνωρίσματα και να οργανώνονται συνειδητά σε ένα σώμα ιδεών και δράσεων.

Το σημείο τομή για τους Αγανακτισμένους και το πέρασμα από τη πρωταρχική εμφάνιση στη διαμόρφωση είναι η ίδρυση διαδικασιών απόφασης.  Αναφέρομαι στις «θεματικές» συνελέσεις (προσυνελεύσεις) σε μορφή σχημάτων-πυρήνων, οι οποίες προετοιμάζουν το έδαφος για τη γενική συνέλευση (οι πρώτες γίνονταν στο Σύνταγμα κατά τις 7 η ώρα, η δεύτερη το βράδυ, περίπου στις 9). Εδώ αρχίζει η περίφημη «αυτοοργάνωση». Τα όρια, εδαφικα και νοηματικά, γίνονται συνειδητά, προιόν συλλογικών αποφάσεων. Υπάρχει διαφοροποίηση ανά τομείς (θεματικές συζητήσεων/πολιτικός, οικονομικός, εκπαιδευτικός τομέας-τομεακή διαφοροποίηση)και στοιχειώδης λειτουργική διαφοροποίηση, με ανάθεση κάποιων ρόλων (συντονιστές, και διάφορες ομάδες πρώτων βοηθειών, ομάδα νομικής βοήθειας κ.α) . Το νόημα παράγεται ως αναστοχασμός-αναλογισμός του συστήματος, νομιμοποιείται μέσα από διαδικασίες, απομονώνεται όσο απομονώνεται, από αυτό πού δεν έχει νόημα για το σύστημα. Οι διαδικασίες απόφασεις αποκρυσταλλώνουν μια δική τους ιστορία, και κάθε επόμενη απόφαση λαμβάνεται στη βάση κάποιων ιστορικών κεκτημένων. Κάθε στιγμή της συνειδητής παραγωγής του νοήματος ενσωματώνει την «παρελθούσα εργασία» παραγωγής αποφάσεων του συστήματος (εν είδει ιστορικού «κεκτημένου» ή «νομολογιακού προηγούμενου», χωρίς αυστηρότητα και αναγκαστική εφαρμογή λόγω της μορφής δικτύου) αλλά και ανοίγεται στο μέλλον με τη σύγκρουση και συνύφανση προσδοκιών για το μέλλον. Δημιουργούνται επικοινωνιακές μορφές-σχέσεις των παραγωγικών δυνάμεων (βασικά στη συγκεκριμένη περίπτωση, των ανθρώπινων παραγωγικών δυνάμεων), για να χρησιμοποιήσουμε το λεξιλόγιο του Μάρξ της Γερμανικής Ιδεολογίας, όταν ακόμη χρησιμοποιούσε τον όρο επικοινωνιακές μορφές αντί του όρου «σχέσεις παραγωγής». Η σχέση ταυτότητας και ετερότητας διαμορφώνεται σε ένα πεδίο σύγκλισης και απόκλισης δυνάμεων, εντάσεων και διαμορφούμενων ιδιοτήτων, έτσι ώστε αναδύονται κάποιες υπερβατολογικές αρχές συγκρότησης ομοιότητας/κοινότητας με γνώμονα το ιδεατό περιεχόμενο των «Αγανακτισμένων», σε μίακλίμακα βαθμίδων ομοιότητας (άρα και ανομοιότητας), που έχει τελικό, εσωτερικό όριο τοανόμοιο, το εξωτερικό. Τελικά, ανεξάρτητα από τα υπερβατολογικά κριτήρια, που μπορεί να είναι πολλά (κομματικότητα, «δημοκρατικές» ιδέες, δόγμα της μη βίας, προσωπική στάση και τρόπος συμπεριφοράς , υπευθυνότητα κλπ, διάφορα δηλαδή κριτήρια που ενεργοποιούνται στις προσυνελεύσεις και στις συνελεύσεις), υπάρχει πάντοτε μια γενική πόλωση σε «καλούς» και «κακούς», αντίστοιχους ή αναντίστοιχους με το «Πνεύμα» των Αγανακτισμένων, με την ιδεατή «προσωπικότητά» τους. Μια διάκριση φίλων και εχθρών σε συνειδητό πια επίπεδο, και τελικά μια διάζευξη συμβατικού και αποκλίνοντος (κανονικό και παθολογικό, καλό και κακό, κ.ο.κ) στην οποία μεταφράζεται κάθε δράση και κάθε γεγονός που λαμβάνει χώρα στα πλαίσια των «Αγανακτισμένων».

Ωστόσο, οι Αγανακτισμένοι δεν είναι ένα σύστημα με τη κυριολεκτική σημασία του όρου. Είναι έναδίκτυο χαλαρών σχέσεων, με υψηλό βαθμό ανομοιογένειας, μεγάλη ανοχή στη «διαφορετικότητα», από τη στιγμή που η διαφορετικότητα αναγορεύεται σε αυταξία, μεγάλο δυναμικό ενδεχομενικότητας (πολλά μπορούν να γίνουν, πολλές διαπροσωπικές σχέσεις να συναφθούν, υπάρχει το «αυθόρμητο» και το «απρόοπτο», πολλές δυνατότητες μένουν ανοιχτές, πολλές δυνητικότητες μπορούν να ενεργοποιηθούν). Τα όρια στα δίκτυα είναι εξ ορισμού ασαφή, και όταν μιλάμε για οργανώσεις ανθρώπων, αυτό σημαίνει κυρίαρχα πως δεν υπάρχουν «μέλη» με θεσπισμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις. Όποιος θέλει μπαίνει, όποιος θέλει βγαίνει. Αυτό σημαίνει πως δεν υπάρχει ανάπτυξη στη βαθμίδα ενός δυαδικού, οργανωτικά, συστήματος, που θα μεταφράζει δηλαδή κάθε γεγονός που λαμβάνει χώρα στη χωροεπικράτειά του και θα το ταξινομεί σε συμβατό(με το νόημα) και αποκλίνονεφαρμόζοντας κυρωτικές διαδικασίες προς αντιστοίχηση ιδεατότητας-πραγματικότητας.

Ωστόσο, και αυτές οι διαφορές και η διαφορετικότητα βρίσκουν το όριό τους στην απαγόρευση των κομμάτων, της κομμουνιστικής ιδεολογίας, και στην απαγόρευση ακόμη και της αμυντικής βίας. Επομένως κάθε διαφορετικό μας προϊδεάζει για το ταυτό, και τελικά έχουμε πράγματι, με έναν ευρύ και συγκεχυμένο τρόπο, μια δυαδική συγκρότηση σε «καλό» και «κακό», σε «αληθές» και «ψευδές» σε σχέση με το υπερβατικό Νόημα. Ωστόσο, μιας και οι Αγανακτισμένοι δεν συγκροτούνται σαν κανονικό σύστημα αλλά σαν οιωνεί σύστημα-δίκτυο, δεν υπάρχουν μέλη, διαδικασίες και κυρώσεις, ώστε να εφαρμοστούν αναγκαστικά οι αποφάσεις ταξινόμησης στο «θετικό» και το «αρνητικό» μητρώο του συστήματος. Άρα τα υπερβατολογικά κριτήρια ταξινόμησης είναι συγκεχυμένα, πολλαπλά, και παρμένα από διαφορετικούς «εξωτερικούς» κώδικες (ηθικές, πολιτισμικές, ιδεολογικές, οικονομικές κλπ αντιλήψεις), χωρίς να υπάρχει κάποια σοβαρή «συστηματοποίηση» των κριτηρών με τρόπο αυστηρό από τους Αγανακτισμένους (κάτι τέτοιο θα ήταν, για παράδειγμα, ένας καταστατικός χάρτης, όπως συμβαίνει στα πολιτικά μορφώματα-χωρίς αυτό να σημαίνει αυτομάτως ότι εξαλείφεται ο δικτυακός χαρακτήρας, αφού πρέπει να συντρέχουν και άλλες προυποθέσεις).

Επαφίεται λοιπόν η «εφαρμογή» του νοήματος στη προαίρεση των συμμετεχόντων, και δεν μπορούμε να πούμε πως πρόκειται καν για «εφαρμογή». Χαρακτηριστική είναι η έλλειψη «ομοψυχίας» σε σχέση με τον αυστηρό και αναγκαστικό αποκλεισμό των κομματικών στελεχών,αφού ανάμεσα στους Αγανακτισμένους είναι και μέλη πολιτικών χώρων, αλλά και άνθρωποι οι οποίοι δεν θα προέβαλλαν αντίρρηση στην ανοιχτή συμμετοχή πολιτικών χώρων. Ωστόσο με διαφορά η πλειοψηφική τάση λέει «έξω τα κόμματα». Επίσης υπήρξαν συνελεύσεις που μίλησαν άνθρωποι ρητά από τη σκοπιά της ιδεολογίας τους (αντικαπιταλιστικής-κομμουνιστικής) χωρίς να αποδοκιμαστούν (συνέβη και στην Αθήνα ορισμένες φορές, αλλά κυρίως συνέβη σε άλλες πόλεις), ενώ σε άλλες συνελεύσεις οι φέροντας ρητά την πολιτική/«κομματική» ιδεολογία τους αποδοκιμάστηκαν, στο πνεύμα της άρνησης οποιασδήποτε «ιδεολογίας» ως κάτι μιαρό και «παρωχημένο». Ωστόσο κάποιοι επέμειναν και κατάφεραν τελικά να κατοχυρώσουν την παρουσία τους, ακριβώς λόγω του σχετικά χαλαρού, «δικτυακού» χαρακτήρα των σχέσεων μεταξύ των Αγαναχτισμένων.

Η οργάνωση των Αγανακτισμένων με διαδικασίες ψηφοφορίας και αποφάσεις, έστω και σε υποτυπώδη μορφή, διασαφηνίζει το χαρακτήρα τους, προσδιορίζει τα όριά τους, και συγκροτεί μια ορισμένη μήτρα παραγωγικών δυνατοτήτων. Η διαδικασία της διαμόρφωσης είναι το ζωντανό γίγνεσθαι της ταυτότητας και της ετερότητας, ή καλύτερα μια ζωντανή διαδικασία μορφο-ποίησης και υλο-ποίησης, που διαθέτει «πλαστικότητα» (στο βαθμό που μιλάμε για ένα σύστημα-δίκτυο). Η ουσία μιας οντότητας είναι η οργάνωσή της ως το αφηρημένο σχεδίασμα των ουσιαστικών της παραγωγικών σχέσεων. Διαμορφώνεται έτσι ένα πλεόνασμα χαρακτηριστικής για το σύστημα δυνητικότητας (αυτό που οι D+G καλούν virtuality), το οποίο ενεργοποιείται, «υλοποιείται» (χωρίς να εξαντλείται) μέσα σε συγκεκριμένες συνθήκες . Αυτό το δυνητικό προσεγγίζεται μόνο με την εξέταση των εκδηλώσεών του, δηλαδή μόνο με τη σύγκριση των ιστορικών ενεργοποιήσεων. Είναι μια αφαίρεση που εξάγεται από το εμπειρικό, όμως «πραγματική», όπως πραγματική αφαίρεση είναι η «αξία» σύμφωνα με τον Μάρξ ως αφηρημένη κοινωνικά αναγκαία εργασία, ως αφηρημένος κοινωνικός παραγωγικός δεσμός. Δεν είναι τυχαίο πως οι D+G παραλληλίζουν τη μαρξική «αξία» με το δυνητικό-το οργανωτικό αφηρημένο διάγραμμα, η δυνητικότητα και η «αξία» είναι εξίσου πραγματικές με τις ενεργοποιήσεις τους. Η ουσία πρέπει να φαίνεται, η ουσία είναι έμφανίση-ύπαρξη αλλά η εμφάνιση δεν ανάγεται στην ουσία, που όπως είπαμε (για τη «δυνητικότητα») πλεονάζει και μπορεί να σημαίνει ποικιλότροπες εμφανίσεις-υπάρξεις, ανάλογα με τις χωροχρονικές συνθήκες ρεαλιστικοποίησης («εξατομίκευσης») της οντότητας. Αυτό σημαίνει, για παράδειγμα, ότι πρωτόγνωρες συνθήκες μπορούν να σημαίνουν την ανάδυση νέων ιδιοτήτων της οντότητας, που δεν είχαν φανεί προηγουμένως (βλ. για παράδειγμα, τη στάση των Αγανακτισμένων σε συνθήκες κρατικής καταστολής, που υπερέβη πολλές φορές το ταμπού της «μη βίας»).

Αυτό το «δυνητικό», παρά τη διαμόρφωσή του μέσα σε διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, υποθέτουμε πως σε μεγάλο βαθμό υπήρξε «κοινό» σε όλα τα συναφή κινήματα τύπου «Πλήθους» και «Πλατειών», κάνοντας σύγκριση των εμφανίσεων-ενεργοποιήσεων. Αυτό δεν οφείλεται σε κάποια μεταφυσική πραγματικότητα, αλλά στο γεγονός πως, παρά τις διαφορετικές ιστορικές συνθήκες σε ποικίλες γωνίες του πλανήτη, κοινή συνθήκη και περιβάλλον εκκόλαψης όλων αυτών των κινημάτων είναι η σύγχρονη κεφαλαιοκρατία, με τη προιούσα, άγουσα τάση «πραγματικής υπαγωγής της κοινωνίας στο Κεφάλαιο».

Όπως έλεγε ο Μπερξόν, όσο πιο διαφορετικές είναι οι «αποκλίνουσες γραμμές ενεργοποίησης», τόσο πιο εντυπωσιακή είναι η αντιστοιχία με το ταυτό δυνητικό. Έτσι, όσο πιο διαφορετικές είναι οι συνθήκες των ενεργοποιήσεων στη γενεαλογία των σύγχρονων «αυθόρμητων», όπως λέμε, κινημάτων, τόσο πιο εντυπωσιακή είναι η ομοιότητά τους σε κοινά, ουσιώδη γνωρίσματα. Βλέπουμε από την Αμερική και το Σιάτλ πριν αρκετά χρόνια, στην Ισπανία και την Ελλάδα, πάλι πίσω στη Wall Street και σε μικροεξεγέρσεις παντού σε όλο το πλανήτη, κοινές πολιτικοιδεολογικές και οργανωτικές ιδιότητες. Πραγματοποιείται στα αλήθεια αυτό που ο Μάρξ είδε ως «ενοποίηση της ανθρωπότητας» από την κεφαλαιοκρατία, εν τούτοις αντιφατικά, λόγω της ανειρήνευτης ταξικής αντίθεσης αλλά και λόγω της πολύ σημαντικής, ακόμη, διάκρισης «Δυτικού» και «Ανατολικού» Κόσμου, με τις πολύ διαφορετικές πολιτισμικές θεμελιώσεις.

Επιστρέφοντας σε ένα προηγούμενο σημείο, μπορούμε να δούμε τη διάκριση σε «πάνω» και «κάτω» Πλατεία στο Σύνταγμα, σαν ένα ξέσπασμα των εσωτερικών διαφορών και εντάσεων,ακριβώς στη δυαδική μορφή με την οποία μας προετοίμασε προηγουμένως η διάκριση συμβατικού και αποκλίνοντος, αληθούς και ψευδούς. Η διάσπαση αυτή εκτόνωσε μια κατάσταση στην οποία η ανισορροπία είχε επέλθει, λόγω της «σχιζοφρενικής» δομής του «αντιφατικού μορφώματος», όπως ονομάστηκε, των Αγανακτισμένων. Θα επανέλθουμε στο σημείο αυτό.

4)    Ωριμότητα

Θεωρώ πως η ίδια η ιστορική πορεία των πραγμάτων μας έδειξε πως οι Αγανακτισμένοι δεν φτάσαν στο σημείο να αναπτύξουν, ως πολιτικοιδεολογικό ρεύμα (πράγμα που ίσως οι ίδιοι θα το αρνούνταν!), μια «ώριμη πολιτική προσωπικότητα», δρώντας τελικά σαν υποκείμενο. Κατά τη γνώμη μου, αυτό είναι εφικτό μόνο με τη μετάβαση από το οιωνεί σύστημα στο σύστημα, πράγμα που ισοδυναμεί με τη μετάβαση από την αυθόρμητη κινηματική διαδικασία, με τις υποτυπώδεις μορφές οργάνωσης, στη συνειδητή, πολιτική οργάνωση των υποτελών, εν προκειμένω της εργατικής τάξης του σήμερα. Αντί για αυτό, ο εκφυλισμός των Αγανακτισμένων, σημαδεύτηκε από την άγρια καταστολή, την οποία δεν είχαν τα πολιτικά και ιδεολογικά αλλά και οργανωτικά εφόδια να αντιμετωπίσουν. Ο εκφυλισμός των Αγανακτισμένων ήταν συνέπεια του διεσπαρμένου και πολυτασικού νοήματος που θέλησαν να διατηρήσουν, το οποίο δεν μπόρεσε να αντισταθεί στις πιέσεις του κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος, με αποτέλεσμα τη διάλυση. Το νόημα αυτό, όπως θα δούμε, έχει συστημική διάσταση, και δεν χάθηκε. Η ώριμη έκφραση του κινήματος των Αγανακτισμένων μπορεί να μη πραγματοποιήθηκε με την πολιτική και οργανωτική αυτοσυγκρότηση των ιδίων, ωστόσο πραγματοποιήθηκε μέσα από τους ήδη υπάρχοντες πολιτικούς φορείς του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσής Αυγής. Γιατί αντικειμενικά, αν αφαιρέσουμε όσους επέστρεψαν στα «κόμματα εξουσίας της μεταπολίτευσης» ΠΑΣΟΚ-ΝΔ, το δυναμικό των αγανακτισμένων καρπώθηκαν, στην «καλύτερή» του εκδοχή, οι δυνάμεις του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ, και στη «χειρότερη», οι φασιστικές δυνάμεις της Χρυσής Αυγής. Μένει να δούμε όμως και πια ήταν αυτή η καλύτερη εκδοχή.

Η παραπάνω εξέλιξη έγινε φανερό πως είναι η πιο πιθανή ήδη κατά τη διάρκεια διαμόρφωσης των Αγανακτισμένων, αφού αυτές οι δύο πολιτικές τάσεις ήταν εκείνες που κυριάρχησαν σε επίπεδο ιδεολογίας και πολιτικών αιτημάτων, πριν από τη διάλυση. Η τεράστια άνοδος του ΣΥΝ-ΣΥΡΙΖΑ και της Χρυσής Αυγής, προέκυψε ταυτόχρονα μετά το κίνημα των Αγανακτισμένων και σαν αποκρυστάλλωση του νοήματος που διαμορφώθηκε στην ελληνική κοινωνία, από εκείνες τις ημέρες-τομή (που τερματίστηκαν με την ωμή κρατική καταστολή) και έπειτα. Φυσικά, σπουδαίο ρόλο διαδραμάτισε η ευρύτερη συγκυρία και το βάθεμα της κεφαλαιοκρατικής «πολεμικού» τύπου αναδιάρθρωσης στη χώρα μας. Ωστόσο, νομίζω πως είναι αναντίρρητο ότι οι παραπάνω πολιτικές δυνάμεις ήταν αυτές που ωφελήθηκαν από τον αντίκτυπο των Αγανακτισμένων στην ελληνική κοινωνία (δεν μπορώ να σκεφτώ κάποιες άλλες, δεδομένης και της στασιμότητας-πτώσης των Ανεξάρτητων Ελλήνων).

Ας φύγουμε όμως τώρα από την αναφορά στους Αγανακτισμένους στη σχετική αυτοτέλειά τους, και ας τους τοποθετήσουμε μέσα στο (ελληνικό) κεφαλαιοκρατικό σύστημα.

Οι Αγανακτισμένοι ως ομοίωμα του κεφαλαιοκρατικού νοήματος

 

α) Χαρτογράφηση στον αφηρημένο χώρο του αστικού συστήματος

Ας δούμε τώρα που μπορούμε να τοποθετήσουμε τους «Αγανακτισμένους» μέσα στο κεφαλαιο-κρατικό σύστημα. Τα κεφαλαιοκρατικά συστήματα δεν είναι δίκτυα. Είναι αναπτυγμένα συστήματα κεφαλαιοκρατικής παραγωγής με Κράτος, με ανεπτυγμένο τομεακό και λειτουργικό καταμερισμό εργασίας, και μάλιστα υποδουλωτικό, από όπου πηγάζει και η ταξική αντίθεση. Υπάρχουν νόμοι, όργανα καταστολής, μια ορισμένη χωροεπικράτεια ως πεδίο εφαρμογής της αστικής-κρατικής ισχύος, σύνορα σε σχέση με τον έξω κόσμο, τόσο εδαφικά όσο και νοηματικά-ιδεολογικά-πολιτισμικά. Τα κρατικά κεφαλαιοκρατικά συστήματα δρουν στο διεθνές προσκήνιο σαν «υποκείμενα», αναγνωρίζοντας το ένα το άλλο (θεσμός της αναγνώρισης, που θυμίζει πολύ την εγελιανή αναγνώριση), συνάπτοντας συμβάσεις μεταξύ τους και εκπροσωπούμενα ως σχετικά αυτόνομες ενότητες από αντιπροσώπους. Τα κεφαλαιο-κρατικά συστήματα αναπτύσσουν πολύ περισσότερο από τα «δίκτυα» αποκλειστικές διαζεύξεις-δυαδικότητες, ώστε να ταξινομούν ταχύτατα κάθε γεγονός και πληροφορία στο «θετικό» ή το «αρνητικό» μητρώο, όπως ειπώθηκε προηγουμένως.

Δυαδικότητες υπάρχουν σε κάθε ανεπτυγμένο υποσύστημα (οικονομικό, νομικό κλπ). Το να χαρακτηρίζουμε ένα κοινωνικό σύστημα ως «κεφαλαιοκρατικό» δηλώνει πως το οικονομικό σύστημα (εμπορευματοχρηματικές σχέσεις και παραγωγή κεφαλαίου) επιβάλλει, ως το ισχυρότερο «μέρος», την αναπτυξιακή του λογική του στο «όλο», χωρίς να σημαίνει πως το κοινωνικό σύστημα ανάγεταιστις κεφαλαιοκρατικές σχέσεις παραγωγής. Τα αίτια αυτής της υπεροχής (καθολική ανταλλαξιμότητα του χρήματος, ανάγκη εξασφάλισης από τους ανθρώπους των αναγκαίων πόρων για την επιβίωσή τους), δεν μας απασχολούν εδώ.

Μπορούμε να θεωρήσουμε πως οι δυαδικότητες όλων των υποσυστημάτων, στη γλώσσα του μαρξισμού συγκεφαλαιώνονται σε μια κεντρική, ταξική αντίθεση. Η πολλαπλότητα θέσεων στον καταμερισμό της κοινωνικής παραγωγής στα διάφορα υποσυστήματα πολώνεται, σε τελική ανάλυση, σε δύο στρατόπεδα. Όπως είπαμε, στο βαθμό που το σύστημα είναι κεφαλαιο-κρατικό, η πλέον θεμελιακή στιγμή του ταξικού διχασμού εντοπίζεται στο οικονομικό υποσύστημα (η αντίθεση κεφάλαιο-μισθωτή εργασία)

Στο επίπεδο του κεφαλαιοκρατικού συστήματος θα μπορούσαμε, εξαιρετικά απλουστευτικά, να εκφράσουμε τη δυαδικότητα αυτή με όρους πάλι ενός θετικού και ενός αρνητικού πόλου, σε μια διάζευξη μεταξύ των γεγονότων εντός του πεδίου του συστήματος που είναι συμβατά με το σύστημα, και αυτών που αποτελούν διαταραχές για το σύστημα. Έτσι διαμορφώνεται και το γνωστό δίπολο των «συστημικών» και των «αντισυστημικών» πολιτικοιδεολογικών δυνάμεων.

Αν θα θέλαμε λοιπόν να «χαρτογραφήσουμε» όχι στο πραγματικό αλλά στον αφηρημένο, «γεωμετρικό» χώρο του συστήματος, την τοποθέτηση των Αγανακτισμένων, πιστεύω πως αυτή θα ήταν αρχικά στο μεταίχμιο συστημικότητας-αντισυστημικότητας. Αυτό σημαίνει πως οι Αγανακτισμένοι σημαδεύτηκαν από τις πρώτες εκδηλώσεις τους με μια θεμελιώδη αμφισημία. Η αντιφατική τους δομή ήταν μια μικρογραφία των διαφόρων αντικρουόμενων τάσεων της ελληνικής κοινωνίας, περισσότερο ή λιγότερο αντιπροσωπευτική, πάντως αρκετά αντιπροσωπευτική ώστε να μας δώσει ένα αντιφατικό μόρφωμα.

Το όνομα της αντίφασης στη «μη διαλεκτική» ορολογία των D+G, είναι η σχιζοφρένεια. Μια σχιζοφρενική δομή, με παρατακτική σύνδεση των γνωρισμάτων της, και…και…και…Μπορούμε να δούμε καθαρά πως μια «σχιζοφρενική» διάσταση χαρακτήρισε όλη τη δράση των Αγανακτισμένων. Και αντισυστημικοί, και κατά της βίας, ακόμη και της αντισυστημικής! Και «αμεσοδημοκράτες», και χωρίς να αμφισβητούν θεμελιακά αξιώματα του αστικού κοινοβουλευτισμού. Αγανακτισμένοι με το πολιτικό σύστημα, αλλά ζητώντας κιόλας από τους υπάρχοντες πολιτικούς φορείς μεταρρυθμίσεις και κάθαρση! Και ένα σωρό άλλα παραδείγματα, που μπορούν να αναζητηθούν στις αλλοπρόσαλλες, αν προσπαθήσει κανείς να της αναδομήσει σαν μια οργανική ενότητα, αποφάσεις των συνελεύσεων στη Πλατεία Συντάγματος.

Ακριβώς αυτή η θραύση «κάθε» πάγιας ταυτότητας, και η «απελευθέρωση» όλων των διαφορών σε ένα ρευστό μείγμα «δυνητικοτήτων», θα ήταν για τους D+G και είναι για τους H-N εγγύηση της φυγήςτων Αγανακτισμένων και του Πλήθους από τις εγκλειστικές ταυτότητες και διαζεύξεις που επιβάλλει το Κράτος, διασπώντας την συν-ύπαρξη και συμπόρευση όσων θέλουν να αντισταθούν. Αυτό προϋποθέτει ένα σχήμα κοινωνικής οντολογίας, που θέλει το Κράτος να ισοδυναμεί με την επιβολή της Ταυτότητας και την αναπαράσταση της ζωής-επιθυμίας σε αποστεωμένες, διαχειρίσιμες κρατικές φόρμουλες. Από αυτή τη κρατική απορρόφηση και στεγανοποίηση ωστόσο, σύμφωνα με την παραπάνω αφήγηση «πλεονάζει» η επιθυμία ή η «γενική διάνοια» που δεν υπάγεται στο νόμο της αξίας και δημιουργεί κοινότητες «αυτοαξιοποίησης» της κοινωνικής νόησης, χωρίς να είναι αναγκαία η μεσολάβηση του (παρασιτικού) Αυτοκρατορικού μηχανισμού (H-N). Έτσι, πολύ απλά,κάθε κοινωνικό κίνημα που διακρίνεται από τα θεωρούμενα ως αντικρατικά χαρακτηριστικά (πληθυντικότητα, ροή, αυτοοργάνωση, απελευθέρωση της επιθυμίας, μοριακότητα και ρήξη με ρατσιστικές, εθνοφυλετικές κλπ αντιλήψεις, αποεμπορευματοποίηση και ανακατάληψη δημοσίων χώρων, ελευθερογνωμία και αμεσοδημοκρατικές πρακτικές, άρνηση κάθε θεολογίας και συνειδητοποίηση μιας ανοιχτής ενδεχομενικότητας, κλπ κλπ), θεωρείται αυτοστιγμεί κάτι «εκτός» ή κινούμενο «εκτός» του κρατικά συγκροτημένου συστήματος. Περιττό να πούμε πως δεν διαφέρει πάρα πολύ, ως προς όλα αυτά, η καστοριαδική αντίληψη της σχέσης θεσμισμένης (θεσμοί/αλλοτρίωση) και θεσμίζουσας κοινωνίας (μια αντίθεση θα μπορούσαμε να πούμε, νεκρού-ζωντανού),όπως και άλλες έννοιες της καστοριαδικής κοσμοαντίληψης. Άλλωστε, τόσο οι καστοριαδικές όσο και οι νεοντελεζιανές (NegriHart) ιδέες βρήκαν σε καιρούςAγανακτισμένων μεγάλη απήχηση στη χώρα μας.

Αν αλλάξουμε όμως το ερμηνευτικό σχήμα-μοντέλο μέσα από το οποίο «διαβάζουμε» την κοινωνική πραγματικότητα, αλλάζει και το τελικό συμπέρασμα στο οποίο θα καταλήξουμε. Έτσι, υιοθετώντας μια διαλεκτική δυαδικότητα θετικού και αρνητικού μητρώου του συστήματος, μπορούμε να τοποθετήσουμε τους Αγανακτισμένους στη «ζώνη αδιαφορίας», όπως θα έλεγε ο G.Agamben, στο σημείο ασάφειας μεταξύ των δύο πόλων, σαν αντιφατικό μόρφωμα που μοιάζει να περικλείει εσωτερικά τόσο τη «συστημικότητα» όσο και την «αντισυστημικότητα».

Παρέκβαση στην έννοια του «μικροαστού»

Ακριβώς η παραπάνω περιγραφή μας θυμίζει, στα μαρξιστικά συμφραζόμενα, τον «μικροαστό». Άλλωστε, οι Αγανακτισμένοι χαρακτηρίστηκαν από πολλούς μαρξιστές αναλυτές στη χώρα μας, «μικροαστικό» κίνημα. Τι είναι όμως ο μικροαστός;

Θρυλείται ότι μικροαστός καλείται «αντικειμενικά» αυτός που έχει μικρή ιδιοκτησία. Κάτι τέτοιο δεν αληθεύει. Εκτός αν ο χαρακτηρισμός των Αγανακτισμένων ως μικροαστών συνοδεύτηκε από αναλυτική καταγραφή των περιουσιακών τους στοιχείων (αλίμονο). Όχι λοιπόν, μικροαστικό αυτό το κίνημα χαρακτηρίζεται λόγω του έντονα συστημικού-«μικροαστικού» χαρακτήρα του. Επειδή δηλαδή εξ αρχής έφερε τη σφραγίδα της κυρίαρχη ιδεολογίας, με όλα τα χαρακτηριστικά (αντικομματικότητα, τέλος των ιδεολογιών κλπ) τα οποία αναφέρθηκαν. Ακριβώς ο μικροαστός δεν είναι βασικά, όπως έχει καθιερωθεί, αυτός που έχει μικρή ιδιωτική ιδιοκτησία, αλλά κάτι σαν ο μέσος όρος της κοινωνικής συνείδησης και πρακτικής, ο μέσος ανθρωπολογικός τύπος. Ο μικροαστός για τον μαρξισμό πατάει «σε δύο βάρκες», από τη μία στην ιδιωτική του ιδιοκτησία (πράγμα που τον φέρνει, υποτίθεται, από μόνο του ενάντια στην εργατική τάξη), από την άλλη επειδή σε καιρούς κρίσης οι μικροαστοί «προλεταριοποιούνται» απότομα, είναι δυνάμει σύμμαχα στρώματα της εργατικής τάξης. Ήδη σε αυτή τη κλασική διαπίστωση εκφράζεται η αντίφαση ως τέτοια.

Μικροαστός είναι αυτός που δεν ανήκει ούτε στην αστική, ούτε στην εργατική τάξη. Ωστόσο αποτελεί μέλος του κεφαλαιοκρατικού παραγωγικού συστήματος. Αυτό το ούτε-ούτε, αφήνει σαν «υπόλειμμα» την εικόνα ενός γενικού ανθρωπολογικού τύπου, ενός ανθρώπινου «εν γένει» που υπερβαίνει τόσο το αστικό όσο και το εργατικό πρόσημο. Το ούτε αστική, ούτε εργατική τάξη, μοιάζει παραδόξως με τοκαι αστική-και εργατική τάξη. Το και-και, δίνει κάτι που πλεονάζει των δύο πόλων, και είναι η αφηρημένη τους ταυτότητα, το ανθρώπινο εν γένει. Το ούτε-ούτε, δείχνει κάτι που υπολείπεται και των δύο πόλων, και είναι η αφηρημένη ετερότητα που μοιάζει κάτι απολύτως «εκτός» του διπόλου. Και αυτό, ξανά, είναι ο «άνθρωπος εν γένει», «εκτός» ή «πέραν» των διακρίσεων αστός-εργάτης.

Με άλλα λόγια, ο «μικροαστός» και τα μεσαία στρώματα είναι η εσωτερική διαφορά αστικής-εργατικής τάξης. Είναι η ζώνη α-διαφορίας μεταξύ των δύο πόλων. Είναι η αντίφασή των πόλων «ως τέτοια», η θεμελιώδης ασάφεια μιας πραγματικότητας που δεν καταχωρείται ούτε στο ένα μητρώο, ούτε στο άλλο. Εξ’ου και η αντιφατικότητα τόσο του «μικροαστικού χαρακτήρα» (πατάει σε δύο βάρκες), αλλά και του κινήματος των Αγανακτισμένων. Για αυτό και στη περιγραφή του «μικροαστού» από εκείνους που χρησιμοποιούν τον όρο ως αιχμή της ανάλυσής τους, αναγνωρίζουμε κάποια χαρακτηριστικά «μέσου όρου» που απαντώνται, λίγο έως πολύ, σε «κάθε άνθρωπο» της σημερινής κεφαλαιοκρατικής κοινωνίας.

Κάθε «αυθόρμητη» αντίδραση, τόσο του κάθε «μέσου πολίτη» όσο και ενός ολόκληρου κοινωνικού ρεύματος ή κινήματος, είναι ήδη διαμεσολαβημένη από το κεφαλαιοκρατικό σύστημα. Όπως συμβαίνει και στη διαλεκτική, η «αμεσότητα», εδώ το «αυθόρμητο», είναι προιόν μιας συστημικής διαμεσολάβησης, την οποία οφείλει κανείς να την αναγνωρίσει, ξεδιπλώνοντας τον μίτο του, εν προκειμένω, πολιτικού «αυθόρμητου» μέχρι τις βαθμίδες πολιτικής συνειδητοποίησής του. Όσο βαθαίνει αυτή η διαδικασία, τόσο η θετικότητα του «αυθόρμητου» αποκαλύπτει τις μύχιες τάσεις και αντιτάσεις, την πολικοκοινωνική πολυσημία και, σε τελική ανάλυση, την αντιφατικότητα της ταξικής κοινωνικής οργάνωσης μέχρι τη διάζευξη επανάστασης-αντεπανάστασης, σε συνθήκες δομικής κεφαλαιοκρατικής κρίσης.

Το ομοίωμα

Η φόρμουλα «και Α, και μη Α», ή «ούτε Α ούτε μη-Α», είναι μια φόρμουλα που υπαινίσσεται κάτι που υπερβαίνει το νόημα της δυαδικότητας. Σε αυτή την αδυναμία καταχώρισης από την διαλεκτική/κρατική αναπαραστατική σκέψη, που λειτουργεί με όρους άσπρο-μαύρο, D+G και οι επίγονοι βλέπουν αυτό που πραγματικά βρίσκεται «εκτός» του κρατικού συστήματος. Ωστόσο, από διαλεκτική σκοπιά, μάλλον αυτό το και-και/ούτε-ούτε, και πιο αντιπροσωπευτικά η οπτική του και-και, είναι αυτό το οποίο περισσότερο από κάθε άλλο βρίσκεται στη καρδιά του συστήματος. Ο μικροαστός (και τα «μεσαία στρώματα») για τον μαρξισμό δεν είναι αυτός που υπερβαίνει τη ταξική σχέση, επειδή δεν ανήκει ούτε στην αστική ούτε στην εργατική τάξη, αλλά είναι αυτός ο «κοινός παρονομαστής» των δύο τάξεων. Είναι αυτό που καμιά φορά λένε (ήδη από την εποχή του Αριστοτέλη), πως τα μεσαία στρώματα είναι η «ραχοκοκαλιά» του συστήματος.

Ο Deleuze γράφει πως την πρόταση Α και μη Α, μπορεί να τη δει κανείς από δύο σκοπιές. Ως «ταυτότητα της ταυτότητας και της ετερότητας», στο εγελιανό (κατά τον Deleuze) μοτίβο, όπου ο σύνδεσμος «και» δείχνει την ταυτότητα των δύο όρων. H άλλη οπτική είναι να δει κανείς το σύνδεσμο «και» σαν κάτι που δηλώνει όχι τη ταυτότητα των όρων Α, μη Α, αλλά το χάσμα, την άβυσσο, την εσωτερική διαφορά τους. Αυτό το χάσμα και η άβυσσος μοιάζει με μια πύλη που ανοίγει μία «τρίτη» διάσταση, έξω από τη δυαδική πολικότητα. Αυτή η εσωτερική διαφορά, που είναι και ο ένας και ο άλλος πόλος, καταδεικνύει μια αντικρατική, σχιζοφρενική δομή που δεν εγκλείεται σε κρατικές, υπεραπλουστευτικές και αποκλειστικές διαζεύξεις, όπως ήδη αναφέρθηκε.

Αυτή η «εσωτερική διαφορά» είναι το ομοίωμα. Το ομοίωμα το οποίο δεν είναι ούτε αλήθεια ούτε ψεύδος, δεν καταγράφεται ούτε στο θετικό μητρώο, σε σχέση με κάποιο πρότυπο, ούτε στο αρνητικό μητρώο, ως  άρνηση του προτύπου αυτού. Αναφέρεται εσωτερικά και αντιστοιχεί σε κάτι που βρίσκεται σε ένα «βάθος» απρόσιτο, χωρίς να «μοιάζει σε αυτό», υπαινισσόμενο «αόρατες» και αβυθομέτρητες διαστάσεις. Καταργεί την ίδια τη διάκριση πρωτότυπου-αντίγραφου, βρίσκεται πέρα από την αλήθεια και το ψεύδος.

Ωστόσο, μπορούμε να πούμε πως το ομοίωμα, μην όντας ούτε το θετικό ούτε το αρνητικό, μας δίνει σε καθαρή μορφή μια αναφορά στην απόλυτη ταυτότητα των δύο (ή στην απόλυτη ετερότητα των δύο, όπως θα έλεγε ο Χέγκελ, που είναι η ίδια μια απόλυτη ταυτότητα για τον εαυτό της). Έτσι ο μικροαστός, αλλά και οι Αγανακτισμένοι, αποτελούν ομοίωμα του κεφαλαιοκρατικού συστημικού νοήματος, στην πιο καθαρή του ιστορική μορφή, αφού μας δείχνουν όχι τον αστικό ούτε τον εργατικό τρόπο σκέψης και δράσης, αλλά το οριακό σημείο τομής των δύο, το σημείο τεταμένης ισορροπίας και το ελάχιστο λειτουργικό «κύτταρο» της ζωής του κεφαλαιοκρατικούσώματος.

Οι Αγανακτισμένοι δηλαδή (και τα συγγενή τους κινήματα), ως ομοίωμα του Κεφαλαιοκρατικού Νοήματος, μας δείξανε σε καθαρή μορφή αυτό το Νόημα που συνέχει όλα τα λειτουργικά στοιχεία του συστήματος και διαχέεται σε όλα τα μήκη και πλάτη του, τη συγκεκριμένη ιστορική Εποχή. Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε αυτό τον ημι-πυρήνα νοήματος, όπως εξατομικεύεται σε κάθε έναν λιγότερο ή περισσότερο, «ιδεολόγημα», ιδεολογική πρακτική, και στη πρακτική-τελεστική του διάσταση, habitus (παραβλέπω εδώ τελείως την έννοια της ιδεολογίας από τη σκοπιά της αληθούς ή ψευδούς συνείδησης)

Έτσι εξηγούνται και διακηρύξεις του τύπου «είμαστε το 99%». Αυτό είναι αλήθεια. Το 99% του «πλήθους» των σημερινών κεφαλαιοκρατικών συστημάτων,  φέρει πλήρως τη κυρίαρχη ιδεολογία ή αλλιώς ο κάθε ένας από αυτό το 99% ενσαρκώνει το Κεφαλαιοκρατικό Νόημα, αποτελεί εξατομίκευση αυτού και μία από τις πολλές οπτικές γωνίες μέσα από τις οποίες το ίδιο κεφαλαιοκρατικό σύστημα αντικρίζει τον εαυτό του.

Συμβαίνει όμως το εξής παράδοξο. Το σύστημα δεν μπορεί να αναγνωρίζει το ομοίωμά του.Υπάρχει ασάφεια, το ομοίωμα είναι θεμελιακά ασαφές, ένα «αντιφατικό μόρφωμα» όπως ειπώθηκε, σχιζοφρενικό, στο μεταίχμιο αλήθειας και ψεύδους. Το κυρίαρχο νόημα του συστήματος εκπροσωπεί, σαν υπερβατική οντότητα (σαν να ήταν σε ένα μετα-συστημικό επίπεδο), το αστικό Κράτος. Το αστικό Κράτος διαφυλάσσει την ομαλή αναπαραγωγή του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, χρησιμοποιώντας, σε οριακές περιπτώσεις, άγρια καταστολή. Το Κράτος δεν ανέχεται την αντιφατικότητα εντός του κεφαλαιοκρατικού συστήματος, το πώς συνυπάρχουν αντικρουόμενες τάσεις ταυτόχρονα, και θέλει να εξασφαλίζει την υπαγωγή και την «ορθολογική», μη αντιφατική διάταξη των στοιχείων του.

Έτσι λοιπόν, το αστικό Κράτος κλήθηκε να «ταξινομήσει» το γεγονός των Αγανακτισμένων. Λόγω του αντιφατικού χαρακτήρα του κινήματος, αυτό το γεγονός δεν μπορούσε εύκολα να καταχωρηθεί ούτε στο θετικό ούτε στο αρνητικό μητρώο του συστήματος. Αυτό έγινε φανερό από την αμήχανη στάση των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους και κυρίως των ΜΜΕ, απέναντι στους Αγανακτισμένους. Το αστικό κράτος παρακολουθούσε για καιρό τους αγανακτισμένους προσπαθώντας να αποσαφηνίσει το χαρακτήρα τους, να διαλύσει την ασάφειά τους, και να τους πολώσει είτε στο ένα ημισφαίριο, αυτό των συμβατών με το σύστημα γεγονότων, είτε στο άλλο, αυτό των «αντισυστημικών» γεγονότων-διαταραχών, ώστε να ξεμπερδεύει μαζί του.

Εν τούτοις η δράση των Αγανακτισμένων δεν προσφερόταν για καμία άμεση καταχώριση. Από τη μία, άκακοι και ειρηνιστές διαδηλωτές, εμποτισμένοι κυρίαρχα ιδεολογήματα. Από την άλλοι, μια πυρηνική βόμβα που κανείς δεν ήξερε αν θα εκραγεί με απρόβλεπτες συνέπειες, ένας μαζικότατος όγκος πληττόμενων από την οικονομική κρίση, που προκαλούσε αρκετούς τριγμούς στην ομαλή εφαρμογή των Μνημονίων και της αντιλαϊκής πολιτικής της Ε.Ε κυρίως λόγω της αβεβαιότητας της εξέλιξής του (‘’ποια θα ήταν η αντίδραση των Αγανακτισμένων, με ακόμη σκληρότερα μέτρα; ποια θα ήταν η αντίδρασή τους αν κατάφεραν να πάρουν εργατική στροφή;’’ ίσως σκέφτονταν οι αστοί), κερδίζοντας ευρεία λαική νομιμοποίηση.

Στο νομικό σύστημα, όταν κάτι δεν μπορεί να καταχωρηθεί ευχερώς ως νόμιμο ή ως παράνομο, επεμβαίνουν οι «γενικές αρχές του δικαίου», όπως η αρχή της αναλογικότητας, και η «δίκαιη κρίση» του δικαστή. Φυσικά αυτές οι «αρχές» είναι αξιωματικές, δηλαδή μια μεταφυσική του δικαίου(ωστόσο πάντοτε τα αξιώματα αυτά έχουν ιστορικό χαρακτήρα, πράγμα που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε). Τότε φαίνεται σε καθαρή μορφή ο αξιωματικός και «κατασκευασμένος» χαρακτήρας της συνοχής του συστήματος.

Έτσι και στη προκειμένη περίπτωση, το αστικό Κράτος, μετά από μία μακρά διαδικασία αναγνώρισης, αφού δεν υπήρχε προηγούμενη «μνήμη», επενέβη τελικά, εν είδει θεοδικίας, αποσαφηνίζοντας το κίνημα των Αγανακτισμένων. Κλιμάκωσε τις απαγορεύσεις (βλ. περιστολή του «ζωτικού χώρου» των Αγανακτισμένων στη Πλατεία Συντάγματος) και τελικά κατέστειλε με βία το πλήθος, δείχνοντας ακριβώς τον ωμό, αξιωματικό, μεταφυσικό χαρακτήρα της κρατικής-αστικής κυριαρχίας.

Είναι η στιγμή που η θεωρία του Πουλαντζά για το Κράτος ως συμπύκνωση των ταξικών συσχετισμών καταρρέει. Είναι η στιγμή που το Κράτος προβάλλει, καθαρότερα από ποτέ, σαν όργανο, σαν πράγμα, σαν εργαλείο της άρχουσας τάξης.

Η επέμβαση του «κυρίαρχου» πάνω στην ασάφεια δεν είναι επέμβαση ενός προσώπου, με την έννοια του κυρίαρχου και της κατάστασης εξαίρεσης του Σμιθ. Επεμβαίνει το σύστημα μέσω των φορέων του, για να διατηρηθεί η συνοχή του συστήματος. Ωστόσο, όπως ειπώθηκε, η επέμβαση αυτή έχει μεταφυσικό, αξιωματικό χαρακτήρα, είναι μια κρατική υπερισχύς που πλεονάζει έναντι των στοιχείων του συστήματος, σε ένα βαθμό που είναι αδύνατο να καταμετρηθεί. Ακριβώς αυτή ηξόφθαλμη, ωμή κρατική αυθαιρεσία, είναι η στιγμή που το Κράτος και συνολικά το σύστημα μπορεί θεμελιακά να αμφισβητηθεί. Ένα αξίωμα το δέχεται κανείς ή όχι. Η κρατική καταστολή εναντίον των Αγανακτισμένων, όπως και άλλες καταστάσεις τα τελευταία χρόνια, έδειξε πως η αστική εξουσία στηρίζεται σε μεταφυσικά, αυθαίρετα θεμέλια, και αυτό είναι το πρώτο βήμα της ανατροπής.Το κομμουνιστικό υποκείμενο οφείλει να παρακολουθήσει όλη αυτή τη διαδικασία, σκοπεύοντας ακριβώς στην αποκάλυψη αυτής της μεταφυσικής, αυθαίρετης θεμελίωσης του συστήματος». Η αποκάλυψη αυτή είναι αποκάλυψη του μηδενός, της αβύσσου, της ωμότητας. Ο βασιλιάς, κάτω από τα ρούχα του, είναι γυμνός. Όσο η κρατική βία, τις στιγμές αυτές, είναι στυγνή και ανομιμοποίητη σε βαθμό παράνοιας, άλλο τόσο το αίμα του τεράστιου όγκου των διαδηλωτών αυτές τις στιγμές παραείναι κόκκινο και παραείναι δημόσιο για να γίνουν όλα αυτά αντικείμενο αποτελεσματικής επικοινωνιακής διαχείρισης.

Για να καταλάβουμε την αποκαλυπτικότητα, μέσα στην α-διαφορία, της «μέσης τιμής», μπορούμε να σκεφτούμε, συμπληρωματικά, το «κέντρο» του πολιτικού φάσματος, που ανοίγεται από τα αριστερά προς τα δεξιά. Το «κέντρο» δεν είναι «πέραν» του πολιτικού συστήματος, επειδή δεν είναι «ούτε αριστερά, ούτε δεξιά».

Αντιθέτως, το πολιτικό «κέντρο», πάνω στην οριζόντια διάταξη που θέτει το ίδιο το πολιτικό σύστημα, είναι ομοίωμα του πολιτικού συστήματος, με την έννοια της πλέον αντιπροσωπευτικής εικόνας του αστικού πολιτικού συστήματος . Ας σκεφτούμε σήμερα το πολιτικό «κέντρο». Δεν υπάρχουν πια «δυνάμεις του κέντρου». Η ασάφεια του κέντρου έχει διαλυθεί, κάθε πολιτική δύναμη έχει αποσαφηνιστεί και έχει ακροβολιστεί, στα «αριστερά» ή στα «δεξιά». Ή αλλιώς, αν σώνει και καλά εντοπίζαμε ένα «κέντρο», αυτό θα ήταν ήδη «δεξιά». Προοπτικά, είναι πολύ πιθανό να μην νοείται καν αριστερά και δεξιά, αφού θα ανακάμψει το ριζικό δίλημμα σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα. Το νόημα της κεφαλαιοκρατίας σήμερα είναι στο πυρήνα του η απόλυτη, άμετρη, αυθαίρετη ταξική καταπίεση, τα ακροδεξιά μαχαίρια, το μίσος κατά των κομμουνιστών, με τον αντίθετο πόλο, τους κομμουνιστές, τις δυνατότητες χειραφέτησης της ανθρωπότητας, την ανθρωπιά και τη κοινωνική αλληλεγγύη, να ποδοπατιούνται όλο και περισσότερο.

Το ίδιο φαίνεται και στον «κοινό νου». Είναι «μέση τιμή», και άρα πιστή εικόνα του κεφαλαιοκρατικού νοήματος. Για αυτό ο κοινός νους είναι μια «συγκεχυμένη κοσμοαντίληψη». Η περιγραφή της «κοινής γνώμης» από τον Χέγκελ, στη παράγραφο 317 της «Φιλοσοφίας του Δικαίου», είναι εκπληκτική. Η κοινή γνώμη έχει μέσα της την αλήθεια και το απύθμενο ψέμα, και οι περιγραφές του Χέγκελ είναι απολύτως σύστοιχες με την ιδέα του «ομοιώματος».

Μπορούμε, συμπερασματικά, να πούμε ότι υπήρξε μια στιγμή που το κίνημα των Αγανακτισμένων ξεπέρασε το «μικροαστικό» του χαρακτήρα. Ήταν η στιγμή που ο μαζικός όγκος διαδηλωτών συγκρούστηκε μαζικά με τη κρατική πολύτροπη καταστολή και τον αστικό Νόμο. Αυτή η σύγκρουση δεν ήταν απλώς σύγκρουση «σώμα με σώμα», δεν θέλω να φετιχοποιήσω το στοιχείο αυτό. Ήταν και σύγκρουση πολιτικοιδεολογική, στο βαθμό που δοκιμάστηκαν οι δυνατότητες και τα όρια των «Αγανακτισμένων». Στη σύγκρουση αυτή, ο εργαζόμενος λαός ηττήθηκε κατά κράτος. Σμπαραλιάστηκε από τη κρατικοπολιτική δύναμη της αστικής τάξης και όλους της τους ιδεολογικούς μηχανισμούς.

Το κίνημα των Αγανακτισμένων, όπως και πολλά αντίστοιχα της τυπολογίας του «Πλήθους», έθεσαν πολλά προβλήματα προς επίλυση στην κομμουνιστική Αριστερά. Έδειξαν σε ποια κατάσταση βρίσκεται η συνείδηση του εργαζόμενου λαού, σε περιόδους επιταχυμένης «πραγματικής υπαγωγής της κοινωνίας στο Κεφάλαιο». Έθεσαν το ζήτημα του ποιά πρέπει να είναι η οργανωτική και γενικότερα πολιτική μορφή της κομμουνιστικής αριστεράς, ώστε να μπορεί να παρέμβει σε τέτοια κινήματα. Πώς θα μπορούσαν τα αντικαπιταλιστικά-κομμουνιστικά μορφώματα να αποκτήσουν την ικανότητα να είναι ευέλικτα, από-συναρμολογούμενα οργανωτικά όταν η περίσταση το επιτάσσει και χωρίς να χάνουν την πολιτική και νοηματική τους συνοχή, και παράλληλα να επανασυναρμολογούνται τις στιγμές που πρέπει να αντιμετωπίσουν, με σκληρούς όρους πολιτικοιδεολογικής ισχύος, τους φορείς και τα όργανα του κεφαλαιο-κρατικού συστήματος. Με ποιό τρόπο θα γεφυρωθεί το χάσμα ανάμεσα σε ένα μετακαπιταλιστικό Ιδεώδες και στη πραγματική κοινωνική, ιστορική κίνηση. Με ποιά μέσα, πρακτικές και επιχειρήματα μπορεί μια πολιτική να ξεριζώσει τα αστικά αξιώματα τη στιγμή της αποκάλυψής τους, δηλαδή τη στιγμή της καθαρής γύμνιας τους.

Όταν δεν τίθενται αυτά τα ερωτήματα σήμερα, με επιτακτική απαίτηση την απάντησή τους, τότε ίσως πρέπει να αρχίσουμε να ανησυχούμε.

Ενδεικτική Βιβλιογραφία

Κάρλ Μάρξ: Το Κεφάλαιο, 3 τόμοι, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Kάρλ Μάρξ: Grundrisse, 3 τόμοι, εκδόσεις Στοχαστής

Κάρλ Μάρξ: Κριτική της Εγελιανής Φιλοσοφίας του Κράτους και του Δικαίου, εκδόσεις Παπαζήση

Κάρλ Μάρξ: Γερμανική Ιδεολογία, 2 τόμοι, εκδόσεις Gutenberg

B.I.Λένιν: Κράτος και Επανάσταση, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Β.Ι.Λένιν: Φιλοσοφικά Τετράδια, Άπαντα, τόμος 29, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

B.I.Λένιν: Τι να Κάνουμε, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή

Α.Νέγκρι- Μ. Χαρντ: Η Αυτοκρατορία, εκδόσεις Scripta

Niklas Luhmann: Law as a Social System, Οxford University Press,

Niklas Luhmann, Ecological communication, The University of Chicago Press

Giorgio Agamben: Βεβηλώσεις, εκδόσεις Άγρα

HellmutWillkeEισαγωγή στη Συστημική Θεωρία, εκδόσεις Κριτική

Γκέοργκ Χέγκελ: Η Επιστήμη της Λογικής, εκδόσεις «Δωδώνη» (πρόκειται για τη λεγόμενη «Μικρή Λογική»

Γκέοργκ Χέγκελ: Η διδασκαλία περί της Ουσίας, από Επιστήμη της Λογικής [«Μεγάλη Λογική»]-Πρώτος Τόμος, Δεύτερο Βιβλίο, εκδόσεις Δωδώνη

Γκέοργκ Χέγκελ, Φιλοσοφία του Δικαίου, εκδόσεις Νομική Βιβλιοθήκη

Β.Α.Βαζιούλιν: Η Λογική της Ιστορίας, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα

V.A.Vazioulin: Die Logic des Kapitals von Karl Marx

G.Deleuze-F.Guattari: Anti-Oedipus-capitalism and schizofrenia, University of Minnesota Press

G.Deleuze-F.Guattari: A thousand plateaus-capitalism and schizophrenia, University of Minnesota Press

G.Deleuze: The Logic of Sense, the Athlone Press

G.Deleuze: Difference and Repetion, the Athlone Press

Κορνήλιος Καστοριάδης: Η Φαντασιακή Θέσμιση της Κοινωνίας, εκδόσεις Κέδρος

Ζαν Μπωντριγιάρ: Η Καταναλωτική Κοινωνία, εκδόσεις Νησίδες

Φρέντρικ Τζέιμσον:Το Μεταμοντέρνο ή η πολιτισμική λογική του Ύστερου Καπιταλισμού, εκδόσεις Νεφέλη

 

https://ilesxi.wordpress.com/2012/10/07/%CE%BF%CE%B9-%CE%B1%CE%B3%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CE%BA%CF%84%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CE%B9-%CE%BA%CE%AF%CE%BD%CE%B7%CE%BC%CE%B1-%CE%B1%CE%BD%CE%B1%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%80%CE%AE%CF%82-%CE%AE/#more-5620

Κοινωνικός Αναρχισμός, ένα ρεύμα του μέλλοντος

Τι είναι ο Κοινωνικός Αναρχισμός;
Μια προσέγγιση για ένα σχέδιο πολιτικού προγράμματος και οργανωτικής έκφρασης του κοινωνικού αναρχικού κινήματος.
«Όλοι οι αναρχικοί είναι κομμουνιστές, όλοι οι κομμουνιστές δεν είναι αναρχικοί».
P. Kropotkin
Του Άρη Τσιούμα
|Μια εισαγωγή |
Από το 2008 στη χώρα μας -κυρίως- αλλά και διεθνώς, αρχικά στις ΗΠΑ κι έπειτα εντονότερα στην Ευρώπη, εμφανίζεται με τους πλέον καθετοποιημένους όρους το νέο σχήμα ολοκληρωτικής καπιταλιστικής διαχείρισης[1], το οποίο επωαζόταν εδώ και δεκαετίες κυρίως από το αγγλοσαξονικό think tank και εκτελούνταν μέσω των διεθνών οργανώσεων της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης [Ε.Ε., ΝΑΤΟ, ΕΚΤ, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ].
Οι καπιταλιστικές ελίτ, αφού διαμόρφωσαν τις συνθήκες για τη λήξη της «συναινετικής» περιόδου του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαχείρισης, τώρα αναβαθμίζουν γρήγορα τις θέσεις τους, ώστε να εξαπολύσουν μια εντονότερη και πιο δομική επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας. Η περίοδος-φούσκα, κατά την οποία μπορούσε να εξαγοραστεί η κοινωνική συναίνεση μέσω της προσφοράς ελπίδων και υποσχέσεων κατανάλωσης με δανεικό χρήμα, έσκασε μετά από σαράντα περίπου χρόνια διόγκωσης. Ο παγκόσμιος χώρος, το οικουμενικό περιβάλλον και ο συλλογικός χρόνος αποικίστηκαν από την καπιταλιστική σχέση με όρους ανελέητης κακοποίησής τους. Τούτο, είχε ως συνέπεια την κακοποίηση του ίδιου του ανθρώπου μέσω των νέων, αρνητικών συσχετισμών εκμετάλλευσης-αναπαραγωγής του.
Η συναίνεση, ως πολιτική μεσολάβηση, εγκαταλείφθηκε από τις ελίτ ως ιδιαιτέρως ακριβή διαδικασία. Οι τελευταίες, φεύγοντας από το τραπέζι του διαλόγου περί κοινωνικού συμβολαίου έριξαν, την ίδια στιγμή, ένα ηχηρό χαστούκι στο πρόσωπο όσων είχαν απομείνει στο τραπέζι να ψελλίζουν περί εκπροσώπησης κοινών συμφερόντων και ειρηνικής συνύπαρξης.
Η νέα περίοδος, μέσα στην οποία θα αναμετρηθούν και πάλι με όρους ανταγωνιστικούς οι μεγάλες δυναμικές του 20ου αιώνα -όπως αυτές εκφράστηκαν από τις ταξικές δυνάμεις- ονομάζεται, για την ώρα, Κρίση. Η Κρίση συντρίβει ευθύς αμέσως όλα τα θέσφατα, όλες τις προηγούμενες κοινωνικές και πολιτικές συγκροτήσεις και, ως εκ τούτου, το σύνολο των παραδειγμάτων αντίστασης, που διαμορφώθηκαν στον πυρήνα της μεταπολεμικής περιόδου «ανάπτυξης».
Η Κρίση επαναφέρει, ως προτεραιότητα στη δημόσια σφαίρα, το αρχετυπικό, κοινωνικό πρόβλημα της ανισότητας και της αδικίας στο εκσυγχρονισμένο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Παράλληλα, οξύνει τις αντιθέσεις που διέπουν το κοινωνικό σώμα.
Ό,τι παρήχθηκε ως διαλεκτικό παράγωγο των ανταγωνιστικών, κοινωνικών δυνάμεων στο βιοπολιτικό πεδίο της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, συντρίβεται ως κοινό βάζο που σπάει στον πρώτο καβγά της νέας περιόδου των ταραχών. Σύνολες οι πολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν ή δε θέλουν να αντιληφθούν τη νέα αυτή πραγματικότητα, ενώ από τη άλλη πλευρά το ανήμπορο -προσώρας- πλήθος των καταπιεσμένων, δεν έχει κερδίσει ακόμα τα όπλα της αντιπαράθεσης, και παραμένει γυμνό απέναντι στις επιθέσεις των ελίτ.
Ο παλιός κόσμος, το μοντέλο πολιτικής διαχείρισης προ κρίσης, ταυτίζεται με το νέο τοπίο του ρημαγμένου, πολιτικού χώρου, εκφράζοντας την κοινωνική αποσύνθεση σε κρισιακό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, αποτελεί κοινό τόπο για το συλλογικό φαντασιακό, ότι για τη σημερινή κατάσταση ευθύνεται -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- το σύνολο των πολιτικών και κοινωνικών συγκροτήσεων διαμεσολάβησης, σε όποιο σημείο του πολιτικού φάσματος κι αν αυτές τοποθετούνται.
Η ταξική αναδιάρθρωση, εκτός όλων των άλλων, μεταβάλλει τα εργαλεία κατασκευής ιδεολογιών, πολιτικών προσήμων και ιδεοτύπων συλλογικής δράσης. Πάνω απ’ όλα επαναφέρει τις μεγάλες συζητήσεις, από όπου είθισται να προκύπτουν οι μεγάλες αφηγήσεις, οι οποίες, ανεξάρτητα από τις προηγούμενες λειτουργίες τους, δε φαίνεται να εξαντλούν τις προκείμενές τους για έναν κόσμο που, αντιθέτως με ότι πιστεύαμε ίσως κάποια χρόνια πριν, δεν άκουσε τα πάντα που –τάχα- είχαν ήδη ειπωθεί..
|Η πολιτική συγκυρία |
Η Κρίση αποτελεί, επί της ουσίας, την αίθουσα αναμονής και το αναγκαίο στάδιο μέσα από το οποίο θα διέλθει ο καπιταλισμός, προτού οδηγήσει τις δυτικές κοινωνίες στη νέα κατάσταση του αποχαλινωμένου, οικονομικού ολοκληρωτισμού του κεφαλαίου. Η περίοδος αυτή, λοιπόν, λαμβάνει πολύ σημαντικές διαστάσεις, καθώς από τις αντιστάσεις που θα παράξουν οι κοινωνίες, θα εξαρτηθεί η νέα, δυναμική σχέση που θα καθορίσει, όχι απλώς τους πολιτικούς, αλλά τους βαθύτερα κοινωνικούς και πολιτειακούς συσχετισμούς. Αυτό θα συμβαίνει, καθόσον οι πολιτικές εντολές της διοίκησης θα σχετίζονται όλο και πιο άμεσα με τις ζωές των υπηκόων, σε σημείο τέτοιο που να τίθεται ζήτημα άρσης της ασυλίας της ίδιας της ζωής και των αναγκαίων προϋποθέσεών της. Σε αυτό το πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, θα πρέπει να προσαρμοστούν οι αντιλήψεις μας ως προς τα φιλοσοφικά εργαλεία και την πολιτική σκέψη, που θα μας επιτρέψουν την κοινωνική διείσδυση.
Η άρση της καπιταλιστικής υπόσχεσης και η εξάντληση του βασικού υλικού κατασκευής της συναίνεσης, δηλαδή του χρήματος, δίνει εκρηκτικά χαρακτηριστικά στην κοινωνική βάση και αποστοιχίζει μαζικά τους καταπιεσμένους από τις προηγούμενες πολιτικές και ίσως ιδεολογικές τους επιλογές. Όσο ο καπιταλισμός αδυνατεί να γεμίσει τα στόματα των κατώτερων τάξεων, έστω και υποτυπωδώς, τόσο η αστική δημοκρατία θα αποσύρεται στο παρασκήνιο. Εν τέλει, θα εγκαινιαστεί η εποχή των εντάσεων και των ταραχών. Η τελευταία, μπορεί να παρομοιαστεί, ως συνθήκη σύγκρουσης, με την περίοδο της ολοκληρωτικής επικράτησης του δυτικού καπιταλισμού επί της φεουδαρχικής διάρθρωσης και της αγροτικής ζωής.
Στην Ελλάδα, το εν λόγω πείραμα, όχι μόνο έχει ξεκινήσει, αλλά έχει διανύσει ήδη μια μεγάλη απόσταση. Το πρώτο κομμάτι της σύγκρουσης εξελίσσεται, με τις οργανωμένες δυνάμεις της εξουσίας του κράτους και του κεφαλαίου να εναντιώνονται στις άτακτες κοινωνικές δυνάμεις των αντιστεκόμενων. Η αδυναμία συσπείρωσης των κοινωνικών δυνάμεων αντίστασης και ανατροπής γύρω από ένα πρόγραμμα επαναστατικής και ριζοσπαστικής κατεύθυνσης, μπορεί αρχικά να θεωρήθηκε εύλογη. Η ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής θεωρίας και πρακτικής φάνταζε ένα πραγματικά δύσκολο έργο, ειδικά μετά από μια περίοδο διευρυμένης κοινωνικής ραστώνης, την οποία εξέθρεψε η ευρωπαϊκή συναίνεση και η «εκσυγχρονισμένη» σοσιαλδημοκρατία του δανεισμένου χρήματος. Ασφαλώς, η τελευταία συνέχιζε να παράγει σκλάβους, χρησιμοποιώντας κυρίως την εργατική δύναμη των αλλοδαπών.
Σήμερα, όμως, πριν καλά καλά διαμορφωθεί ένας οργανωμένος πόλος αντίστασης σε μια κατεύθυνση επαναστατική και προτού μπορέσει το κοινωνικό κίνημα να γίνει όντως απειλητικό, βλέπουμε ότι το σύστημα εξαπολύει ακόμα και τις φασιστικές του εφεδρείες. Καθώς η προηγούμενη αδυναμία συσπείρωσης έχει γίνει πια γάγγραινα, η επιλογή της δημιουργικής σύγκρουσης απομακρύνεται, στην καλύτερη περίπτωση, προς όφελος του εκσυγχρονισμένου «αριστερού μεταρρυθμισμού». Στη χειρότερη περίπτωση, ενδυναμώνεται το μπλοκ της ακροδεξιάς και της ναζιστικής αντι-εξέγερσης. Μετά από τέσσερα χρόνια Κρίσης, έχουν κάνει την εμφάνισή τους όλοι οι μπαλαντέρ της πολιτικής ζωής, είτε αυτοί φορούν το πουκάμισο του ρεφορμισμού είτε τη γραβάτα του νεοφιλελευθερισμού, ή ακόμα και τη στολή των Ες-Ες. Μολονότι όλες οι δεξαμενές σκέψης έχουν στερέψει ουσίας εδώ και καιρό, συνεχίζουν να παράγουν τάσεις επηρεασμού της κοινωνικής ζωής, ανασύροντας στην επιφάνεια τον βούρκο των πιο απάνθρωπων αντιλήψεων.
Μόνο το επαναστατικό κομμάτι του κοινωνικού κινήματος δεν έχει διαμορφώσει ακόμα τους όρους για την πολιτική και οργανωτική του έκφραση. Δεν έχει ανακεφαλαιώσει τα κοινωνικά κινήματα και τις χιλιάδες φλέβες κοινωνικής αντίστασης και δημιουργίας σε ένα ενιαίο σώμα, το οποίο θα ήταν ικανό να δώσει τη μάχη απέναντι στο υπάρχον, τον ρεφορμισμό και τον εθνικισμό. Για να μπορέσει να γίνει αυτό, θα πρέπει το οργανωμένο, ταξικό, επαναστατικό, κοινωνικό κίνημα να επανακαταστήσει τον εαυτό του ως δύναμη διεξόδου από το περιβάλλον εκμετάλλευσης, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πολιτικό, στρατηγικό αλλά και τακτικό επίπεδο. Αυτό θα συμβεί, εφόσον διαμορφώσει ένα πρόγραμμα βασισμένο στην κοινωνική ανάγκη, το οποίο θα του επιτρέψει, πρώτα απ’ όλα, να επιβληθεί στο εσωτερικό του κοινωνικού κινήματος, να συστρατεύσει δυνάμεις ευρύτερες των ιδεολογικών του αναφορών και να εμπνεύσει τις επιθυμίες των αποκλεισμένων, των φτωχών, των προλεταρίων.
Δεδομένης της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, που έχει διαμορφώσει συνθήκες ανέχειας στο κοινωνικό σώμα, το κίνημα που θα κατορθώσει να προτείνει μια πορεία πολιτικής πράξης με πυξίδα την κοινωνική αναγκαιότητα, θα καταφέρει να γίνει ο κινητήριος μοχλός προς μια θετική αποδέσμευση από την καπιταλιστική μέγγενη.
Ειδικότερα, στην Ελλάδα του σήμερα, ένα κίνημα επαναστατικής πολιτικής θα πρέπει να απαντήσει συνολικά ακόμα και στο επίπεδο των αξιών. Η διαρκής υποβάθμιση των εισοδημάτων των εργαζομένων δημιουργεί συνθήκες ανέχειας, τα ποσοστά ανεργίας παραπέμπουν σε συνθήκες γενοκτονίας του περισσευούμενου εργατικού δυναμικού και η ναζιστική πολιτική των στρατοπέδων συγκέντρωσης και της δημόσιας διαπόμπευσης με την επίφαση των «υγειονομικών πολιτικών», γίνεται κατανοητή μέσω της ταξικής οπτικής της παρανομοποίησης του αλλοδαπού, πολυάριθμου, εργατικού δυναμικού.
Η απόσυρση του κράτους από τα «καθήκοντα» της κοινωνικής πρόνοιας, προς όφελος του ιδιωτικού κεφαλαίου, σε βαθμό που να μην προσφέρει τίποτα πλέον στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, υποδεικνύει το δρόμο όπου πρέπει να βαδίσει το επαναστατικό κίνημα, εκδηλώνοντας τι μπορεί και πρέπει να αντικατασταθεί από τις δομές του. Η διεύρυνση του ελλείμματος στην παιδεία, την υγεία και τα δημόσια αγαθά εν γένει, δημιουργεί τις προϋποθέσεις άρνησης της εξουσίας τους κράτους και του κεφαλαίου με καθετοποιημένους όρους, υλοποιώντας το πρώτο βήμα της κοινωνικής αυτοάμυνας, ενόσω πυροδοτεί τη δημιουργική, κοινωνική δράση της βάσης. Η τελευταία, οφείλει να αναλάβει την πολιτική και κοινωνική ευθύνη για την ανατροπή των υφιστάμενων όρων διαβίωσης.
|Μια θεωρία|
Απόρροια των παραπάνω, οφείλει να είναι ο προβληματισμός γύρω από τα εργαλεία εκείνα που θα συγκροτήσουν μια πρόταση ολικής αντιπαράθεσης. Ο χρήσιμος βολονταρισμός δεν μπορεί να υποσχεθεί ένα καινούργιο κόσμο από μόνος του, σε μια εποχή που τα σημαινόμενα γίνονται με μεγάλη δυσκολία αντιληπτά από την κοινωνική βάση. Ακόμη και το σημαίνον, απαλείφεται πίσω από τις διάφορες και περίπλοκες διαδικασίες αλλοτρίωσης που μπόλιασε σαν ιούς στο κοινωνικό σώμα η προηγούμενη καπιταλιστική διαχείριση των υποσχέσεων, της συμμετοχής, της ενσωμάτωσης και της κατανάλωσης.
Η ρήση του «όσα είπαμε παλιά ισχύουν» ήταν ένα χρήσιμο εφαλτήριο για την προηγούμενη περιόδο, οπότε το κοινωνικό, επαναστατικό κίνημα έπρεπε να δώσει μια σκληρή μάχη επιβίωσης απέναντι στην απειλή εξαφάνισης του πλαισίου δικαίου. Η ρευστοποίηση των νοημάτων που επέβαλε η τρέχουσα, μεταμοντέρνα αφήγηση, βρήκε τρόπο να διεισδύσει και στο εσωτερικό των κοινωνικών κινημάτων. Σήμερα, όμως, εν μέσω των νέων συνθηκών που διαμορφώνονται -όπου οι δήθεν τυφλοί έχουν αποχωρήσει από τη σκηνή της πραγματικότητας και μόνο όσοι δεν θέλουν να δουν κάνουν πως δεν βλέπουν- πρέπει να προχωρήσουμε ένα βήμα παρακάτω, λέγοντας: Ποια ακριβώς από «όσα είπαμε παλιά ισχύουν»; Ποια είναι η σχέση μας με το παλαιό και το παρόν και από πού αντλούμε την προσδοκία να αναλογιζόμαστε  ένα διαφορετικό μέλλον; Ποια διαλεκτική συνέχειας-ασυνέχειας αποκαλύπτει το θεωρητικό μας οπλοστάσιο και μας παρωθεί να επαναδιατυπώσουμε την πολιτική μας, συγκροτώντας τα εργαλεία σκέψης και εμπνέοντας τη δράση μας;
Όλες οι «μεγάλες αφηγήσεις» του 19ου και του 20ου αιώνα μοιάζει να δοκιμάστηκαν, έστω μια φορά ή έστω και στρεβλά σε κάποιο σημείο του πλανήτη, κυρίως ως κυβερνητικά προγράμματα. Μόνο το σύστημα σκέψης που συγκρότησε ο κλασσικός αναρχισμός δεν κατόρθωσε μέσα στην πλημμυρίδα των εργατικών και πολιτικών κινημάτων βάσης να αρπάξει σε κάποια γωνιά της γης την πολυπόθητη «εξουσία», που θα του επέτρεπε να κομπάζει για το εφικτό της φύσης του.
Αυτή η αλήθεια, ήτοι η αδυναμία διαμόρφωσης του αναρχισμού από φιλοσοφική δεξαμενή και θεωρητικό εργαλείο σε πολιτική «κυβερνησιμότητας», θεωρήθηκε από διάφορους καλοθελητές ως εγγενής αδυναμία του αναρχισμού. Η φράση «ο αναρχισμός είναι ουτοπία, δεν μπορεί να λειτουργήσει» έγινε ένα βολικό τοτέμ το οποίο, παρόλο που κατασκευάστηκε από τους μεγαλύτερους εχθρούς του ελευθεριακού πνεύματος, κατέληξε να αποτελεί αντικείμενο «σεβασμού» ακόμη και για μεγάλα κομμάτια των σύγχρονων ελευθεριακών.
Στους έξυπνους και «σαν έτοιμους από καιρό» επικριτές της αδυναμίας του αναρχισμού, δεν έγινε ποτέ κατανοητό ότι ο αναρχισμός δεν θα μπορούσε να καταστεί ολοποιητικό πρόγραμμα, στο μέτρο που το ευρύτερο λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα είχε πολλάκις ηττηθεί, ακόμα και στον δυνατό του τομέα, εκείνο των αξιών. Εφόσον το απελευθερωτικό και χειραφετητικό κίνημα των καταπιεσμένων ηττήθηκε, δηλαδή απέτυχε να περιορίσει τη μάχη των οικουμενικών αξιών του ενάντια στους δηλωμένους του εχθρούς και μόνο, και εφόσον δεν κατανοήθηκε σε βάθος η έννοια του δικαίου από την πλευρά των από-τα-κάτω, ο αναρχισμός δεν θα μπορούσε να επικρατήσει πουθενά. Αυτό συνέβη διότι, σε αντίθεση με άλλα ρεύματα επαναστατικής σκέψης, ο αναρχισμός δε θα μπορούσε να λειτουργήσει σε επίπεδο «κυβερνητικό», αποκομμένος από μια κοινωνία που αγνοεί τις βάσεις και τις προεκτάσεις μιας φιλοσοφίας της απελευθέρωσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο αναρχισμός θα υπήρχε ως ιδεολογικός μανδύας –ένας μηχανισμός που θα κάλυπτε τις ανάγκες επιβίωσης μιας ακόμη γραφειοκρατικής και εξουσιαστικής κάστας αετονύχηδων.
Ο μόνος τρόπος να επικρατήσει ο αναρχισμός, είναι μέσω της βαθύτερης κατανόησης των αναγκών των κοινωνικών υποκειμένων από τα ίδια αλλά και του τρόπου πραγμάτωσής τους. Αυτός, πρέπει να γίνει το εποπτικό όργανο των κοινωνικών, απελευθερωτικών δομών των απλών ανθρώπων, εμπνέοντας την πολιτική τους διαδρομή, μέχρι την κατάργηση της διαχωρισμένης εξουσίας και της «ανεξαρτησίας» στην οικονομική σφαίρα. Μόνο μέσω μιας διαδικασίας ολικής απελευθέρωσης σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα της καθημερινής ζωής, μπορεί ο αναρχισμός να αναφανεί ως «πολιτικά ρεαλιστικός» και να διαμορφωθεί σε μια οικουμενική μανιέρα απόφασης, ξεριζώνοντας συνάμα την ίδια την έννοια της πολιτικής και, φυσικά, της «κυβερνησιμότητας».
Η, παρουσιαζόμενη ως, αδυναμία του αναρχισμού να «ασκήσει διοίκηση» ίσως είναι όντως «φυσική», εάν εννοήσουμε τον αναρχισμό ως κοιτίδα σκέψης της κοινωνίας που ασκείται στην ελευθερία και όχι ως κόλπο κάποιας νομενκλατούρας. Συν τοις άλλοις, αυτή η «αδυναμία» προστάτεψε τον αναρχισμό από το να βάψει τα χέρια του με το αίμα εκατομμυρίων ανθρώπων στη χοάνη γενοκτονίας της ανθρωπότητας που συστήθηκε ως 20ος αιώνας. Ο αναρχισμός, ως διαλεκτική χειραφέτησης μη αποκομμένη από το λαό, δε θα μπορούσε ποτέ να έχει το δικό του Νταχάου, Άουσβιτς, Τρεμπλίνκα, Χιροσίμα, Ναγκασάκι, Σιβηρία, Κροστάνδη και πάει λέγοντας. Ωστόσο, μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του στα χιλιάδες μέρη όπου ακόμη ριζώνει. Κυρίως, όμως, βρίσκεται μέσα στους ίδιους τους ανθρώπους που εξακολουθούν να τον επιθυμούν και να τον επικαλούνται, προκειμένου να διατηρήσουν την πιθανότητα εφαρμογής μιας χειραφετητικής και απελευθερωτικής δυνατότητας για την ανθρωπότητα.
Ο αναρχισμός είναι το ελευθεριακό πνεύμα και ο διάλογος που αναπτύσσει με την πραγματικότητα και τις δυσκολίες της σε κάθε ιστορική συγκυρία. Εννοείται ως συνείδηση του λαού, που μπορεί και πρέπει να εφευρεθεί εκ νέου μέσα στους αγώνες των φτωχών, ώστε να συγκροτήσει μια μορφή και μια δομή, προσδίνοντάς της ξανά ένα περιεχόμενο απελευθερωτικό.
Αυτή είναι, κυρίως, η μήτρα της σκέψης του ελευθεριακού κινήματος, την οποία θα προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε ενισχύοντας το οπλοστάσιο της απελευθέρωσης. Εδώ, ίσως χρειαστεί να προβούμε σε ορισμένες διευθετήσεις. Το σύγχρονο, αναρχικό, κοινωνικό κίνημα δεν μπορεί να οριστεί εξ ολοκλήρου με βάση τις παλιές του ενδύσεις. Η πρώτη, αφορά στην οριστική αποχώρηση της δεύτερης δεξαμενής δράσης και σκέψης μιας τάσης του αναρχισμού, τον μηδενισμό. Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει «η σκοτεινή πλευρά της σελήνης» του αναρχισμού -πάντα υπήρχε- και σε αυτό το σημείο θα πρέπει να την ορίσουμε ως ολότελα ξένη προς τη δική μας. Η αντίληψη του κοινωνικού αναρχισμού συνοδοιπορεί με τη διαλεκτική του πάθους για την ατομική και την κοινωνική ελευθερία.
Δεν μπορούμε, λόγω χώρου, να υπεισέλθουμε στις δυναμικές συγκρούσεις που οριοθετούν τη σκέψη μας μακριά από το ρεύμα του μηδενισμού. Σε αυτό το σημείο, σημασία έχει η καταγραφή αυτής της πρώτης διαχωριστικής στάσης, έως ότου επανέλθουμε σε κάποιο επόμενο άρθρο.
Το επίθετο «κοινωνικός» μπροστά από τον «αναρχισμό», δυστυχώς σήμερα φαντάζει ως μια αναγκαία, διευκρινιστική επισήμανση. Όλες οι «κρίσιμες αντιλήψεις» επανακαθορίζονται για να αποφύγουν τα φαντάσματα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν στο όνομά τους. Ο κομμουνισμός ψάχνει ξανά το ανθρώπινο πρόσωπό του, ως θεωρία της πανανθρώπινης ελευθερίας και ως διαδικασία υπέρβασης της αέναης αναμέτρησης των ανθρώπων με τη φτώχεια, τη δυστυχία και την εξάρτηση, στην οποία τους καταδικάζουν άλλοι άνθρωποι. Προκειμένου να πετύχει, θα πρέπει να σκοτώσει τα φαντάσματα των δικών του δήμιων, τους γενικούς του γραμματείς και τα κονκλάβιά του. Τότε μόνο θα μπορεί να ελπίζει να γίνει αυτό που προοριζόταν κι όχι αυτό στο οποίο κατέληξε.
Ακόμα και η αστική δημοκρατία, παρόλο που αποπνέει τον αέρα της νίκης, αισθάνεται την ανάγκη για επαναπροσδιορισμούς. Αφενός, αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι αθώα για το αίμα των τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων που χύθηκε στη γη, προκειμένου να επιτραπεί στο δυτικό όνειρο να κομπάζει. Αφετέρου, οι πολιτικές των ελίτ την οδηγούν σε μια τέτοια ολοκληρωτική εκδοχή της, που θα πρέπει από τώρα να δικαιολογηθεί. Η αποκατάσταση του ναζισμού, του οποίου το όνομα ασφαλώς δεν ομολογεί, θα αποτελέσει το διαλεκτικό της συμπλήρωμα, μιας και η χρησιμότητά του για τον καπιταλισμό υφίσταται άπαξ.
Τουλάχιστον, ο κοινωνικός αναρχισμός δεν προσδιορίζεται εκ νέου για να βουτήξει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ώστε να αποκαθαρθεί από τα μαζικά εγκλήματα που διέπραξε. Επαναπροσδιορίζεται για να είναι υπεύθυνος μονάχα για τις πράξεις που αντιστοιχούν στο φιλοσοφικό του ειρμό, τον ελευθεριακό του προσανατολισμό και το ανθρώπινο της φύσης του, καθώς απεχθάνεται τα κλειστά σχήματα, τους ολοκληρωτικούς αφορισμούς και τις συναινετικές αγιοποιήσεις.
Η δεξαμενή, λοιπόν, του κοινωνικού αναρχισμού, εμπεριέχει τόσο τον αναρχοκομμουνιστικό τρόπο θέασης όσο και τον αναρχοσυνδικαλιστικό. Εφόσον υπερβούμε τα όρια που καλύπτονται απ’ τους μαυροκόκκινους χρωματισμούς, θα αναγνωρίσουμε πτυχές της ελευθεριακής σκέψης στα εργατικά συμβούλια, στη θλιμμένη θυσία των Σπαρτακιστών, σε διάφορα επαναστατικά κινήματα σε όλη τη γη˙ κυρίως στους Ζαπατίστας, στους αυτόνομους της Ιταλίας και της Γερμανίας, στην πολιτική σκέψη που επηρεάστηκε από τη θεματολογία του Γαλλικού Μάη αλλά και στον ίδιο τον Μαρξ (του οποίου η συνεισφορά στην απελευθερωτική κατεύθυνση της ανθρωπότητας δεν μπορεί να αποσιωπηθεί στο όνομα ενός αντι-δημιουργικού ανταγωνισμού). Ειδικά για τον Μαρξ, θα πρέπει να επανέλθουμε με μεγαλύτερη διεισδυτικότητα στις τομές και τις συνέχειες που μοιράζεται το έργο του με το αναρχικό κίνημα. Σύμμαχό μας σε αυτή την προσπάθεια, μπορούμε να έχουμε τις θετικές πρωτοβουλίες διαφόρων ομάδων, οι οποίες προσπαθούν τα τελευταία χρόνια να ανοίξουν ρωγμές στο τοίχος της ιδεοληπτικής ανάγνωσης των ιδεών και της ιστορίας τους. Συγχρόνως, προκειμένου να προσεγγίσουμε ξανά το σύνολο της επαναστατικής σκέψης, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε κριτικά τις παρεκβάσεις των επαναστατικών ρευμάτων. Ως προς τον Μαρξ και το έργο του, η υπέρβαση, για παράδειγμα, του λενινισμού, ως γέφυρα επικοινωνίας με τη μαρξική σκέψη, μάλλον θα βοηθούσε τη διαδικασία επαναφοράς μιας καλοακονισμένης, επαναστατικής αιχμής στο οπλοστάσιο της ριζοσπαστικής σκέψης.
Ο συγκερασμός των ποιοτικών στοιχείων σκέψης αυτών των ρευμάτων, πρέπει σήμερα να θεωρηθεί απαραίτητος για την ανασυγκρότηση του κοινωνικού δυναμικού της επαναστατικής διεκδίκησης. Πρέπει να αποσαφηνιστεί το κοινό νήμα που μπορεί να ενώσει τις επί μέρους λογικές, κατονομάζοντας τα εποπτικά όργανα αυτής της διαδικασίας, έτσι ώστε να στοχεύουμε, πράγματι, σε μια επιτυχημένη γονιμοποίηση σκέψεων κι όχι σε ένα ξιπασμένο παζάρι ιδεών.
Ένα χρήσιμο, «σταθερό σημείο αναφοράς» για εμάς, θα πρέπει να είναι το ελευθεριακό πνεύμα που σχηματοποιείται σε πολιτική και φιλοσοφική βάση, εκκινώντας από την αναρχική κριτική στην πολιτική δομή του μαρξικού οράματος. Η εν λόγω κριτική, μετατρέπει τις έννοιες «άμεση δημοκρατία», «αυτοδιεύθυνση» και «αντί- ιεραρχία» από απλούς «διαλεκτικούς διαξιφισμούς», όπως θα τους ήθελε ο Ένγκελς, σε ποιότητες που ξεκλειδώνουν τα μεγάλα «γιατί» της διαχωρισμένης εξουσίας, πριν καν αυτή πάρει τη θέση της στο ιστορικό προσκήνιο ως το τέρας της «επαναστατικής» γραφειοκρατίας. Επίσης, σταθερό σημείο και εργαλείο σκέψης, ανάλυσης και πράξης πρέπει να θεωρείται αναπόδραστα, η ίδια η κοινωνική ανάγκη. Όλες οι άλλες πυξίδες δείχνουν την ιδεολογία ως στρεβλή πραγματικότητα, ως εξαναγκασμένη υπηρέτρια ωφελιμιστικών εξορμήσεων. Η ρήση «ό,τι είναι καλό για εμάς, είναι καλό και για τους φτωχούς», πρέπει να ανατραπεί και να παραμείνει οριστικά, ως οφείλει να είναι: «Ό,τι είναι καλό για τους φτωχούς, είναι καλό και για εμάς».
Τέλος, μέσω μιας τελευταίας αντιστροφής, θίγουμε την πολιτική συγκρότηση και αναφερόμαστε στις πλέον κλασικές απολήξεις του αναρχικού κινήματος. Πρόκειται για την αντιστροφή της ρήσης «δημιουργούμε καταστρέφοντας», προβάλλοντας ξανά την πιο μεστή εξύψωση της κοινωνικής αναρχικής αισθητικής, που προκύπτει από τη διαλεκτική της άρνησης ως καταφατικής θέσης και αποτυπώνεται στην απόφαση: «καταστρέφουμε δημιουργώντας».
Μέσω αυτών των προσλήψεων θέασης της κοινωνίας μπορούμε να ανασυγκροτήσουμε τον αναρχισμό ως καθημερινή διαλεκτική της ζωής, ως διακύβευμα και μαγιά ζύμωσης της επανάστασης με την πραγματικότητα.
Ορίζοντας τους εκμεταλλευόμενους από το κράτος και το κεφάλαιο ως υποκείμενα δράσης, δοκιμάζουμε να ισορροπήσουμε την ώσμωση του χρήσιμου παρελθόντος με την κρισιμότητα του σύγχρονου παρόντος, σε μια αλληλουχία διαμόρφωσης ενός άλλου μέλλοντος.
|Μια πολιτική | 
Το ως άνω πλαίσιο σκέψης θα αποτελέσει μια απλή, θεωρητική συμβολή σε έναν αόριστο διάλογο, εφόσον δεν μπορέσει να αποκρυσταλλωθεί ως πολιτική δυναμική˙ ήτοι, ως κουλτούρα διαμόρφωσης νέων συνόλων, που φέρουν μια νέα, ενιαία αντίληψη και έχουν καλλιεργηθεί με τα υλικά της απελευθέρωσης στο γόνιμο έδαφος των κοινωνικών πειραματισμών.
Πιο συγκεκριμένα, εάν υπάρχουν σήμερα κάποιες κοινωνικές δυναμικές, οι οποίες υπερβαίνουν, κατά πολύ, σε όγκο την ίδια την αναρχική θεώρηση, μολονότι έχουν οργανική σχέση με τη φιλοσοφία της, αυτές συνίστανται στην αυτοοργάνωση των μαζών και την αυτοδιαχείρισή τους, καθώς επίσης και στην άρνηση, ως έμπρακτη αμφισβήτηση του υπάρχοντος. Θα πρέπει, λοιπόν, να ονομάσουμε αυτές τις διαδικασίες ως δυναμικές του κοινωνικού αναρχισμού˙ το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί ανθίσει η λογική της ριζοσπαστικής σκέψης και της επαναστατικής δράσης. Ακόμα κι αν δεν υπήρχαν κάποια ρεύματα σκέψης, όπως ο αναρχισμός, τα οποία έχουν βασίσει την συγκρότησή τους σε αυτές τις διαδικασίες, είναι πιθανό να εμφανίζονταν και πάλι οι έννοιες της αυτοοργάνωσης και της αυτοδιαχείρισης. Σε αυτό ακριβώς έγκειται και η δυναμική τους. Ωστόσο, εντός της καπιταλιστικής σχέσης, η ταξική διάρθρωση, η βία του κράτους, η καταστολή, τα διαχωρισμένα συμφερόντα, η ανεργία και η φτώχεια δεν αφήνουν περιθώριο για να αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν με τους δικούς τους ιδιαίτερους ρυθμούς.
Κατανοώντας την κοινωνική παρέμβαση ως το πρωταρχικό πεδίο συμμετοχής των ιδεών μας στο δημόσιο χώρο, πρέπει να προσπαθήσουμε να συγκροτήσουμε αυτή τη δυναμική και πολιτικά. Το πρώτο βήμα σε αυτό τον πόλεμο θέσεων ενάντια στον καπιταλισμό και την εξουσία, οφείλει να είναι η υπεράσπιση των δομών αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης, με απώτερο στόχο τη συνειδητοποίηση της διαλεκτικής τους σχέσης με την κοινωνία. Οι τελευταίες, ως ενιαία θέση κοινωνικής ριζοσπαστικότητας υπό τη θέαση της γενικευμένης Αυτοδιεύθυνσης, αποτελούν το σχήμα που θα πρέπει να αντικαταστήσει εξ ολοκλήρου το σημερινό σύστημα εξουσίας, ανατρέποντάς το. Θα πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας μια επανάσταση με όρους που αφορούν στους απλούς ανθρώπους, μια επανάσταση με όρους πλειοψηφίας. Άλλωστε, ένα κλειστό σχήμα που αφορά λίγους δεν πρόκειται να προκύψει, κι αν αυτό συμβεί θα έχει αμφίβολα αποτελέσματα.
Δεν μπορούμε σε καμιά περίπτωση να μην αντιλαμβανόμαστε, υποπίπτοντας σε άσκοπους παρωπιδισμούς, ότι η μάχη που καλούμαστε να δώσουμε είναι πολυεπίπεδη και ότι οφείλουμε να ανταποκριθούμε σε όλα της τα επίπεδα. Μέσω μιας διαδικασίας σύγκρουσης με το υπάρχον, θα πρέπει να τοποθετούμε διαρκώς και προσεκτικά έννοιες, σχήματα, πολιτικά και φιλοσοφικά εργαλεία, ακόμη και την ίδια την ιστορία, σε ορισμένες βάσεις, επεξηγηματικές της αντίληψή μας.
Πρέπει να επαναδιαπραγματευτούμε σημαντικά θέματα, όπως το τι σημαίνει σήμερα για εμάς η ταξική πάλη ανάμεσα στη νομοτέλεια των de facto επαναστατικών υποκειμένων και τη φενάκη του σχετικισμού του μετα-χυλού˙ τι σημαίνει εξουσία ενώπιον της κτηνώδους βίας και του αποκλεισμού που βιώνουμε και την αντίληψη που δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη απόφασης, αρνούμενη ουσιαστικά την ίδια την επανάσταση; Τι είναι ο αντικαπιταλισμός για τη στείρα, αριστερή κριτική που δεν ακουμπά τον πυρήνα της εξουσίας και τι για τις «αντιαυταρχικές» πολιτικές που θίγουν τα πάντα εκτός από τον πυρήνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής; Ποια είναι η σύγχρονη θέαση της σχέσης με τη φύση, όταν η τεχνολογία στρέφεται ενάντια στην ίδια τη ζωή προς όφελος της «προόδου» και ο παράδοξος νεο-βιταλισμός δεν αντιλαμβάνεται τις πραγματικές συνθήκες και τη μήτρα της ταξικής ανισότητας;
Είναι, επίσης, σημαντικό να επανακαθορίσουμε τον συνδικαλισμό ως εργαλείο καθημερινής, επαναστατικής τριβής˙ τη δυναμική του αντιφασισμού, διαμέσου της σύγκρουσης με τις εφεδρείες, ως γενική πρόβα ρήξης των καταπιεσμένων με το τέρας της εξουσίας του κράτους και του κεφαλαίου, και όχι ως αποσπασματική θεματική˙ τις δυναμικές της εξουσίας, διαμέσου των εκλογών, της «αριστερής διακυβέρνησης»˙ τον πολιτικό «ρεαλισμό» που οδηγεί είτε στο ρεφορμισμό είτε στο φασισμό˙ τέλος, την τελική αντιμετώπιση όλων των πτυχών της ενσωμάτωσης και της καταστολής στο δρόμο. Τα θέματα αυτά πρέπει να διερευνηθούν, προκειμένου να συγκροτηθεί μια αυτοτελής, δυναμική πτέρυγα της κοινωνικής, αναρχικής ριζοσπαστικής σκέψης.
Ήδη, το κίνημα με τη δυναμική που έχει αναπτύξει το ένστικτο της αντίστασης στην εξουσιαστική βαρβαρότητα, έχει αναδείξει το πού μπορεί να βασιστεί μια ομπρέλα κοινής επαναστατικής συμπόρευσης. Ποια θα είναι, λοιπόν, τα υγιή κύτταρα που μπορούν να αποτελέσουν τις ομάδες βάσης, οι οποίες θα καλύπτουν τις κοινωνικές ανάγκες και θα τροφοδοτούν την πολιτική σκέψη της επανάστασης, μέσω του διαρκούς πολέμου θέσεων με το καπιταλιστικό τέρας μέχρι την οριστική του ανατροπή;
Τα νέα σωματεία βάσης με τα αμεσοδημοκρατικά, ταξικά και μαχητικά χαρακτηριστικά τους, καθώς επίσης και ο αναγκαίος συντονισμός τους, πραγματώνουν τον επανακαθορισμό του συνδικαλισμού στη βάση της ρήξης -και όχι της συναίνεσης και της ενσωμάτωσης-, δημιουργώντας νέα, καθημερινά σημεία τριβής με την καπιταλιστική εξουσία.
Τα κοινωνικά ιατρεία αλληλεγγύης και η αναβίωση των αστικών και αγροτικών συνεταιρισμών σε μια καινούργια βάση οριζόντιας δόμησης και ανεξάρτητης λειτουργίας ως προς τον πυρήνα του κράτους. Τα εργατικά, αυτοδιαχειριζόμενα εγχειρήματα με τα προωθημένα πλαίσια. Όλα, αποτελούν τις δομές που δείχνουν πώς και με τι μπορούν να αντικατασταθούν οι υπάρχουσες δομές σήμερα, το πνεύμα που θα τις διέπει και τον τρόπο λειτουργίας τους. Τούτες, θα καλύπτουν ανάγκες, θα επανακαθορίζουν τις αξίες και τη λογική, δίνοντας μια διαρκή μάχη με το υπάρχον στο πλευρό του ευρύτερου ριζοσπαστικού κινήματος.
Το αίτημα και η δράση για την εργατική αυτοδιαχείριση και την κατάληψη των παραγωγικών δομών ανατρέπει τη φύση των αιτιάσεων της εργατικής τάξης, μετατρέποντας το χυδαίο παζάρεμα, που διψάει για καθοδήγηση των εργατοπατέρων, σε ζωντανή μάχη που χρειάζεται αλληλέγγυους συντρόφους και αγωνιστές.
Μέρα τη μέρα, οι δεκάδες συνελεύσεις γειτονιών αλλάζουν τον τρόπο λειτουργίας και σκέψης των από-τα-κάτω, παρέχοντας την πρώτη, βασική δομή συγκρότησης του κοινωνικού ιστού και αποτελώντας τον πρώτο φραγμό αυτοάμυνας απέναντι στην εξουσιαστική ασυδοσία, που καθημερινά παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Συγχρόνως, μετατρέπουν τις ανούσιες, φιλολογικές συζητήσεις περί εφαρμογής ή μη της άμεσης δημοκρατίας σε ζωντανό παράδειγμα παραγωγής πολιτικής διαδικασίας, εντός ενός πλαισίου σχέσης που ευθύνεται για το φορτίο της απόφασης κι όχι απλά της αναζήτησης.
Οι λαϊκές πολιτοφυλακές που συγκροτούνται ταχύτατα από τα πιο προωθημένα κομμάτια του ριζοσπαστικού, επαναστατικού και αναρχικού κινήματος, κυρίως στις μητροπόλεις, θα πρέπει να ενσωματώσουν χιλιάδες οργανωμένα μέλη σε όλες τις περιφέρειες της χώρας ευθύς αμέσως. Λόγω της απειλής που απορρέει από τη συγκροτημένη και οργανωμένη δράση τους,  αποτελούν για το καθεστώς ίσως το πιο δύσκολο εγχείρημα και, ως εκ τούτου, το πιο αναγκαίο και ελπιδοφόρο. Η συγκρότησή τους αναβαθμίζει τον αντιφασιστικό αγώνα και συνάμα τον αντικαθεστωτικό, για τον οποίο πρέπει να προετοιμαστεί το σύνολο των καταπιεσμένων. Οι λαϊκές πολιτοφυλακές διασπούν τον πυρήνα της έννοιας και της πρακτικής της ανάθεσης στους άλλους, είτε πρόκειται για την αστυνομία είτε για την κυβέρνηση, ή ακόμα για τις ναζιστικές συμμορίες και την εκκολαπτόμενη, «καλή κυβέρνηση». Αυτές, αποτελούν την αναβίωση των πιο ένδοξων στιγμών και κληροδοτημάτων του οργανωμένου, κοινωνικού, αναρχικού κινήματος.
Η συσπείρωση όλων αυτών των δομών, των διαδικασιών και λειτουργιών σε ένα κοινό συντονισμό, θα αναιρούσε αυτόματα την αδυναμία του ριζοσπαστικού κινήματος βάσης να εκφράσει την πολιτική του συγκρότηση. Την ίδια στιγμή,  θα προχωρούσε το περιεχόμενο και τη σκέψη της επανάστασης, ως κοινωνική καθημερινή διαδικασία, ένα βήμα παραπέρα, διαμορφώνοντας όρους και δομές που μπορούν να διεκδικήσουν την δυαδική δυνατότητα απόφασης, στο πλαίσιο σύγκρουσης της εξουσίας με τις δυνάμεις της αντι-εξουσίας.
Απαραίτητα σημεία αναφοράς πρέπει να παραμείνουν η οργάνωση της κοινωνικής δυναμικής από τα κάτω αλλά και ενάντια, καθώς και η συγκρότηση ενός πολιτικού προγράμματος. Το τελευταίο, θα αποτελέσει την αποκωδικοποίηση του καταστατικού χάρτη των σύγχρονων, κοινωνικών αναγκών των φτωχών και καταπιεσμένων, κατανοώντας την πολιτική ως την τέχνη του εφικτού και την επανάσταση ως την εφικτή, καθημερινή πράξη ενασχόλησης και πάλης.
            Ο κοινωνικός αναρχισμός, θα πρέπει να μεταφέρει την εμπειρία της οργάνωσης του κοινωνικού πεδίου μέσα στις διαδικασίες και τη νοοτροπία του «χώρου», αντικαθιστώντας το διάχυτο δίκτυο ατομικοτήτων και διάσπαρτων ομαδοποιήσεων που τον συγκροτούν, με μια ενιαία, ειδική, πολιτική οργάνωση υπό τη μορφή της Συνομοσπονδίας.
Ωστόσο, προκειμένου να μην αναπαραχθούν αντικοινωνικά ή ελιτίστικα σχήματα εντός μιας προωθημένης μορφής οργάνωσης, γεγονός που εάν συμβεί θα πλήξει καίρια την αξιοπιστία της οργάνωσης και του κινήματος που εκπροσωπεί, θα πρέπει οι κοινωνικοί αναρχικοί να εμφορούνται από βαθιά ελευθεριακή κουλτούρα. Τούτη, θα επιτρέπει στο κίνημα και τους ανθρώπους του να αντιλαμβάνονται τις διαφορετικές ταχύτητες συνείδησης των καταπιεσμένων, καθώς επίσης και τη σταθερή κατεύθυνση προς όλα τα διαφορετικά και κρίσιμα πεδία κοινωνικής παρέμβασης. Τέλος, οι κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες πρέπει να συγκλίνουν, όχι όμως στη βάση του προηγούμενου υλικού που, καθώς αντιστοιχούσε σε πιο «προσωπικές» δομές συλλογικής ζωής και αγώνα, κατέληγε ιδεοληπτικό. Διερευνώντας τις διαφορετικές προσεγγίσεις, όχι με ύφος και ήθος πολεμικό, αλλά στο πλαίσιο της ανεκτικότητας του διαφορετικού που δημιουργεί η ανάγκη της μεγαλύτερης απεύθυνσης -όπως άλλωστε αναδεικνύει η κληρονομιά της ελευθεριακής παιδείας και κατά την προσπάθεια να τίθενται οι διαχωρισμοί σε πολιτική και κοινωνική βάση- θα πρέπει η προσεκτική συγκρότηση των ιδεολογικών αναφορών, των τρόπων πάλης και των εργαλείων ανάλυσης να ερείδεται στον κοινωνικό περίγυρο, λαμβάνοντας σταθερά υπ’ όψιν της την κρισιμότητα της οργανωμένης δράσης, της ταξικής αντιπαράθεσης και της κοινωνικής ανάγκης. Μόνο έτσι μπορεί να στοχεύει σταθερά στην ολική ανατροπή με επαναστατικό τρόπο.
Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να είναι ένα σταθερό πλαίσιο διαλόγου μεταξύ των ομάδων που εμφορούνται από το φιλοσοφικό και πολιτικό-ιδεολογικό πρόταγμα του Κοινωνικού Αναρχισμού, οι οποίες συνεχώς αυξάνονται στον ελλαδικό χώρο. Ο συντονισμός και η προκήρυξη του πανελλαδικού συνεδρίου μπορεί και πρέπει να αποτελέσει ένα στόχο εφικτό, που αναδιαμορφώνει και αναβαθμίζει το αναρχικό, κοινωνικό, επαναστατικό κίνημα.


[1]
                        [1] Για μια βαθύτερη προσέγγιση των συνθηκών διαμόρφωσης της ολοκληρωτικής καπιταλιστικής διαχείρισης βλέπε, Φώτης Τερζάκης, Κρίση και ιδεολογίες στην αυγή του 21ου αιώνα, εκδFutura.

Πηγή anthostoukakou.blogspot.gr

Εργατική τάξη και μεσαίες τάξεις: ταξική θέση και ταξική τοποθέτηση

Tων Γιάννη Μηλιού και Γιώργου Οικονομάκη

Περίληψη

Μέσω μιας κριτικής επανανάγνωσης της μαρξιστικής θεωρίας των τάξεων, επιχειρούμε μια επανεξέταση των ορίων μεταξύ της εργατικής τάξης και των μεσαίων κοινωνικών τάξεων, εστιάζοντας την ανάλυσή μας στην ταξική ταυτότητα των τελευταίων, ιδίως σε αναφορά με το ερώτημα της δομικής ταξικής τους θέσης και της ταξικής τους τοποθέτησης. Σε αυτό το πλαίσιο ανακεφαλαιώνουμε τα επιχειρήματα της προσέγγισης του Νίκου Πουλαντζά σχετικά με το θεωρητικό ερώτημα του ταξικού προσδιορισμού των μεσαίων τάξεων, σύμφωνα με τα οποία όλες οι βασικές κατηγορίες (τμήματα) των μεσαίων τάξεων είναι στενά συνδεδεμένες στην ίδια κοινωνική τάξη, τη μικροαστική, και τα υποβάλλουμε σε κριτική, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν ορθότερο να ιδωθούν τα υποσύνολα των μεσαίων τάξεων όχι ως τμήματα της ίδιας τάξης αλλά ως διακριτές κοινωνικές τάξεις: η μεσαία αστική (ή μεσοαστική) τάξη, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη και η νέα μικροαστική τάξη. Από την άποψη μιας τέτοιας προβληματικής αμφισβητούμε τον τρόπο με τον οποίο ο Πουλαντζάς χρησιμοποιεί την έννοια των «κατάλληλων αποτελεσμάτων» για να ερμηνεύσει την ιδεολογική και πολιτική ταξική τοποθέτηση των μεσαίων κοινωνικών τάξεων.

1. Εισαγωγή

Θα ξεκινήσουμε από μια παρατήρηση του Νίκου Πουλαντζά (1975: 323), την οποία θεωρούμε εξαιρετικά εύστοχη: «Ο ταξικός χαρακτηρισμός της μικροαστικής τάξης είναι πραγματικά η λυδία λίθος της μαρξιστικής θεωρίας για τις τάξεις». Για να θέσουμε το ίδιο ζήτημα με έναν διαφορετικό τρόπο, οι περισσότερες από τις δυσκολίες ή τα ανεπίλυτα θέματα αναφορικά με την ταξική ανάλυση στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες συνδέονται με τη δυσκολία της ταξικής ανάλυσης της μικροαστικής τάξης και γενικότερα των μεσαίων κοινωνικών τάξεων.

Για να θέσουμε μόνο δυο προβλήματα σχετικά με τα όσα σκοπεύουμε να εξετάσουμε στην ανάλυσή μας:

α) Το ερώτημα του ταξικού προσδιορισμού των μεσαίων τάξεων συνδέεται αποφασιστικά με το ερώτημα του ταξικού προσδιορισμού τόσο της καπιταλιστικής (αστικής) όσο και της εργατικής τάξης.

β) Όσον αφορά τη μικροαστική τάξη/τις μεσαίες τάξεις και ακολουθώντας τη διατύπωση του G. Labica (1986: 639), το πρόβλημα μπορεί να τεθεί ως εξής: «Τάξη ή κοινωνικό στρώμα; Μία ή πολλές;»

Όσον αφορά τη δομή του άρθρου μας, αρχικά προτιθέμεθα, στην ενότητα 2, να διατυπώσουμε μερικές θέσεις αναφορικά με την ταξική θέση της εργατικής τάξης και των μεσαίων κοινωνικών τάξεων, ακολουθώντας μια ταξική θεωρία η οποία αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές τάξεις ως «κοινωνικές πρακτικές», δηλαδή ως ανταγωνιστικές σχέσεις (που διαμεσολαβούνται από τα άτομα) στο πεδίο της ταξικής πάλης. 2 Θα προχωρήσουμε στη συνέχεια, στην 3η ενότητα, σε μια σύνοψη των σχετικών επιχειρημάτων του Νίκου Πουλαντζά, σύμφωνα με τα οποία αφ’ ενός τόσο οι μικροί επιχειρηματίες οι οποίοι εκμεταλλεύονται μισθωτή εργασία όσο και οι αυτοαπασχολούμενοι παραγωγοί που δεν είναι «φορείς» της όποιας σχέσης εκμετάλλευσης συγχωνεύονται στην επονομαζόμενη παραδοσιακή μικροαστική τάξη και αφ’ ετέρου οι δυο βασικές κατηγορίες (τμήματα) της μικροαστικής τάξης (παραδοσιακή και νέα) εντάσσονται στην ίδια τάξη, τη μικροαστική. Σε ό,τι θα ακολουθήσει θα υποβάλουμε αυτά τα επιχειρήματα σε κριτική (ή τουλάχιστον θα θέσουμε ορισμένες αμφιβολίες και ερωτήματα αναφορικά με αυτά). Ειδικότερα, θα αμφισβητήσουμε κατ’ αρχάς τα κριτήρια και τις θέσεις του Πουλαντζά από την άποψη των (δομικών) ταξικών θέσεων. Εστιάζοντας, στη συνέχεια, στην ταξική θέση και ταξική τοποθέτηση των μεσαίων τάξεων,3 θα υποστηρίξουμε, αντιθέτως, ότι είναι πιο ορθό να ιδωθούν τα δύο μικροαστικά υποσύνολα όχι ως τμήματα της ίδιας τάξης αλλά ως διακριτές κοινωνικές τάξεις, οι οποίες, επιπροσθέτως, θα πρέπει να διακριθούν από τους μικρούς επιχειρηματίες, οι οποίοι συνιστούν μια χωριστή κοινωνική τάξη, τη «μεσαία αστική τάξη» (ή «μεσοαστική τάξη»). Τέλος, στον επίλογο θα κωδικοποιήσουμε τα συμπεράσματά μας.

2. Μια μαρξιστική προσέγγιση: η εργατική τάξη και οι μεσαίες τάξεις

2.1. Η έννοια του τρόπου παραγωγής και οι κοινωνικές τάξεις

Παίρνουμε ως αφετηριακό σημείο μας τη θέση «ότι ο τρόπος παραγωγής αναφέρεται αποκλειστικά στον πυρήνα των ταξικών σχέσεων, όχι στις ταξικές σχέσεις ως τέτοιες» (Milios 2000: 295).

Σε έναν δεδομένο κοινωνικό σχηματισμό, ο οποίος «έχει μια ειδική ιστορία, κουλτούρα, οικονομία και πολιτική οργάνωση » (Goodman and Redclift 1982: 59), μπορούν να συνυπάρχουν περισσότεροι τρόποι παραγωγής και επομένως να μορφοποιείται ένας σύνθετος ταξικός σχηματισμός. Έτσι, η ταξική ανάλυση μιας κοινωνίας εκκινεί από την ανάλυση των διαφορετικών τρόπων παραγωγής. Οι συνάρθρωση διαφορετικών τρόπων παραγωγής πραγματοποιείται πάντα υπό την κυριαρχία ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Το πεδίο αυτής της συνάρθρωσης, όταν πρόκειται για την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, είναι η σφαίρα της κυκλοφορίας (βλ. Οικονομάκης 2000).

Ακολουθώντας κριτικά εννοιολογικούς προσδιορισμούς της «αλτουσεριανής σχολής»,4 υποστηρίζουμε ότι οι σχέσεις παραγωγής μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως η σύνθεση των σχέσεων κυριότητας, κατοχής και χρήσης των μέσων παραγωγής. Η χρήση των μέσων παραγωγής ορίζεται ως η αποκλειστική εκτέλεση της λειτουργίας της εργασίας, όπου λειτουργία της εργασίας σημαίνει συμμετοχή –ενός ατόμου ή ενός συλλογικού παράγοντα– στη διαδικασία της εργασίας με σκοπό την παραγωγή αξιών χρήσης (βλ. π.χ. Carchedi 1977: 66). Η κυριότητα ως οικονομική σχέση συνίσταται στην εξουσία επί των μέσων, των αντικειμένων και των αποτελεσμάτων της παραγωγικής διαδικασίας. Σε διάκριση από την τυπική-νομική κυριότητα, η κυριότητα ως (πραγματική) οικονομική σχέση προϋποθέτει την κατοχή των μέσων παραγωγής, δηλαδή τη διοίκηση (διεύθυνση) της παραγωγικής διαδικασίας, τη δυνατότητα να τίθενται τα μέσα παραγωγής σε λειτουργία και την οικειοποίηση αποτελεσμάτων εκ της χρήσης των μέσων παραγωγής. Με άλλα λόγια, η κυριότητα ως οικονομική σχέση υφίσταται σε σχέση ομολογίας (σύμπτωσης-αντιστοιχίας) με τη σχέση κατοχής (διοίκησης).5 Σε περίπτωση μη ομολογίας (μη σύμπτωσης και μη αντιστοιχίας), η κυριότητα δεν είναι μια οικονομική αλλά είναι (ή μπορεί να είναι) μια εντελώς τυπική ή νομική σχέση (βλ. σχετικά και Οικονομάκης 2005).6

Ένας «καθαρός» τρόπος παραγωγής7 αναφέρεται στον ιδιαίτερο/ειδικό (και ιστορικώς μεταβλητό στις μορφές υλοποίησής του) συνδυασμό των τριών αυτών σχέσεων. Αυτός ο ιδιαίτερος συνδυασμός (δηλαδή η οικονομική δομή ενός τρόπου παραγωγής) συνιστά (συνθέτει) τη «μήτρα» ενός τρόπου παραγωγής και καθορίζει ποιο από τα τρία συστατικά δομικά στοιχεία ενός ιστορικού τρόπου παραγωγής (οικονομικό, δικαιοπολιτικό ή ιδεολογικό) είναι κυρίαρχο, με το οικονομικό στοιχείο να διαδραματίζει σε όλες τις περιπτώσεις το ρόλο του καθοριστικού σε τελευταία ανάλυση στοιχείου.

Από τη θέση ότι ο ιδιαίτερος συνδυασμός των σχέσεων κυριότητας, κατοχής και χρήσης συνιστά τη «μήτρα» ενός τρόπου παραγωγής προκύπτει ότι οι (διαφορετικές) κοινωνικές τάξεις σχηματίζονται εντός των (διαφορετικών) τρόπων παραγωγής ως αποτέλεσμα της «μήτρας» τους και ως «φορείς» αυτών των σχέσεων. Οι κοινωνικές τάξεις χαρακτηρίζονται συνεπώς, όπως υποστηρίζει ο Αλτουσέρ (2003: 428), από τις ταξικές θέσεις στις οποίες οι «φορείς» είναι «οι κάτοχοι». Ο Αλτουσέρ εδώ ακολουθεί την ανάλυση του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία τα μέλη των κοινωνικών τάξεων δεν είναι παρά «απλώς ενσαρκώσεις, προσωποποιήσεις […] καθορισμένοι κοινωνικοί χαρακτήρες, που εγχαράσσει στα άτομα το κοινωνικό προτσές παραγωγής, είναι τα προϊόντα αυτών των καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής» – και ως τέτοιοι είναι οι «κύριοι παράγοντες» ενός τρόπου παραγωγής (Μαρξ 1978β: 1080).

Ορίζουμε τις κοινωνικές τάξεις που συγκροτούνται εντός ενός τρόπου παραγωγής ως τους «φορείς» των σχέσεων που συνθέτουν τη «μήτρα» του, θεμελιώδεις κοινωνικές τάξεις αυτού του τρόπου παραγωγής (οι «κύριοι παράγοντες» ενός τρόπου παραγωγής, για να χρησιμοποιήσουμε τη μαρξική ορολογία). Κατά συνέπεια, ορίζουμε ως μη θεμελιώδεις 8 ή ίσως ορθότερα ως ενδιάμεσες κοινωνικές τάξεις εκείνες τις κοινωνικές ομάδες ενός τρόπου παραγωγής (εάν υπάρχουν) που δεν είναι «φορείς» συνθετουσών σχέσεων, δηλαδή τις τάξεις που δεν ενσαρκώνουν επαρκώς έναν διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής (βλ. Economakis 2005).

Μια διαδικασία παραγωγής η οποία δεν συνεπάγεται (ή δεν συνεπιφέρει) την παραγωγή και απόσπαση στο εσωτερικό της υπερπροϊόντος συνιστά, σύμφωνα με τον Πουλαντζά (1982α), μια μορφή παραγωγής (διακρινόμενη από την έννοια του τρόπου παραγωγής η οποία προϋποθέτει σχέσεις εκμετάλλευσης, δηλαδή δύο κοινωνικές τάξεις: την τάξη των κυρίαρχων-εκμεταλλευομένων, στους οποίους ανήκουν τα μέσα παραγωγής και έτσι οικειοποιούνται υπερπροϊόν, και την τάξη των άμεσων παραγωγών, οι οποίοι είναι κυριαρχούμενοι και αποτελούν το αντικείμενο της εκμετάλλευσης).

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής (ΚΤΠ) και η καπιταλιστική ανάπτυξη μπορούν να συνυπάρχουν (και αυτός είναι ο κανόνας) με μη καπιταλιστικούς τρόπους ή μορφές παραγωγής. Ο ΚΤΠ και το σύστημα της καπιταλιστικής κυριαρχίας –καπιταλισμός– δεν είναι συνώνυμα ή ταυτόσημα. Επομένως οι τάξεις του ΚΤΠ δεν είναι οι μόνες τάξεις ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού (βλ. π.χ. Gerstein 1989). Εντούτοις, εφόσον «οι δυο βασικές τάξεις κάθε κοινωνικού σχηματισμού, όπου και εμφανίζεται η κύρια αντίφαση, είναι οι τάξεις του κυρίαρχου σ’ αυτόν τον σχηματισμό τρόπου παραγωγής: στους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς [αυτές είναι] η αστική και η εργατική τάξη » (Πουλαντζάς 1982β: 28). Καπιταλιστές και εργάτες ενσαρκώνουν έναν διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο αυτού του τρόπου παραγωγής, δηλαδή είναι οι «κύριοι παράγοντές» του (βλ. σχετικά πιο αναλυτικά στη συνέχεια).

Ένα θεωρητικό πρόβλημα ανακύπτει στο σημείο αυτό και αφορά το κατά πόσο είναι δόκιμο να θεωρήσουμε κοινωνική τάξη μια κοινωνική ομάδα (όπως π.χ. οι γαιοκτήμονες) η οποία δεν αντιστοιχεί σε έναν ιδιαίτερο τρόπο παραγωγής (ή δεν συγκροτείται δομικά στο εσωτερικό του) εντός του καπιταλισμού.9

Η απάντηση που δίνουμε στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική, στον βαθμό που πρόκειται για το αποτέλεσμα ενός ταξικού προσδιορισμού με δομικά χαρακτηριστικά τα οποία αντανακλώνται με διακριτό τρόπο στην πάλη των τάξεων: με άλλα λόγια, εφόσον πρόκειται για τον προσδιορισμό μιας θέσης στο πλέγμα των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων που συνέχουν έναν κοινωνικό σχηματισμό, η οποία θέση συναρθρώνεται με συγκεκριμένο-διακριτό τρόπο με τη βασική αντίφαση του κοινωνικού σχηματισμού (αυτή που απορρέει από τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής)10 και (ανα)παράγει ειδικά «κατάλληλα αποτελέσματα» 11 στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο του κοινωνικού σχηματισμού (σχετικά και Μηλιός 2002).

Αυτή η προσέγγιση δεν αποκλείει πάντως την ύπαρξη «οριακών» κοινωνικών στρωμάτων χωρίς ταξική ένταξη (π.χ., ενδεχομένως ο περιθωριακός πληθυσμός που ιστορικώς έχει περιγραφεί ως «λούμπεν προλεταριάτο» ή οι έμμισθοι υπηρέτες και υπηρέτριες – που δεν ανταλλάσσουν την εργασιακή τους δύναμη με κεφάλαιο αλλά με προσωπικό εισόδημα, και μάλιστα με το προσωπικό εισόδημα όχι απαραίτητα των κυρίαρχων τάξεων) (Μηλιός 2002 – βλ. επίσης στα επόμενα).12

Σε κάθε περίπτωση, οι προηγούμενες παραδοχές σημαίνουν ότι στη διερεύνησή μας θεωρούμε πως οι κοινωνικές τάξεις δεν προσδιορίζονται αποκλειστικά εντός των τρόπων ή μορφών παραγωγής –κάτι που θα σήμαινε ότι ο ρόλος των οικονομικών σχέσεων στη διαδικασία συγκρότησης των τάξεων είναι κυριαρχικός (βλ. Laclau 1983: 128-129)– αλλά ότι οι «τάξεις ορίζονται πρωταρχικά ( αλλά όχι αποκλειστικά) από τη θέση τους στις σχέσεις παραγωγής » (Jessop 1985: 165, βλ. επίσης 160, η έμφαση δική μας). Ακολουθώντας την «αλτουσεριανή παράδοση» (βλ. Jessop 1985: 170), αυτό σημαίνει «ότι ένας πλήρης προσδιορισμός των τάξεων πρέπει να διενεργηθεί σε όρους οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών [παραγόντων]» (Carchedi 1977: 43).

2.2. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής

Ο ΚΤΠ αναδύεται στη βάση μιας διπλής ιστορικής κίνησης: απελευθέρωση των άμεσων παραγωγών από τη φεουδαρχική ή ασιατική υποτέλεια και αποχωρισμός τους από τα μέσα παραγωγής και συντήρησης τα οποία κατείχαν υπό εκείνες τις ιστορικές συνθήκες προς όφελος της νέας εκμεταλλευτικής τάξης (βλ. Μαρξ 1978α). Αυτή η διπλή κίνηση, η οποία δημιούργησε τον ελεύθερο εργάτη με τη διπλή έννοια (ελεύθερο άτομο και απαλλοτριωμένο από μέσα παραγωγής),13 μετέτρεψε μαζικά την εργασιακή δύναμη σε εμπόρευμα και δημιούργησε αυτό που θα ονομάσουμε στοιχειώδες χαρακτηριστικό της «μήτρας» του («καθαρού») ΚΤΠ. Αυτό το στοιχειώδες χαρακτηριστικό μπορεί να οριστεί ως ομολογία της σχέσης κυριότητας και κατοχής στον ταξικό «φορέα» κυριότητας (πραγματική –οικονομική– κυριότητα) μέσω ή λόγω του χωρισμού του ελεύθερου άμεσου-παραγωγού από την κατοχή των μέσων παραγωγής. Η πραγματική κυριότητα συνεπάγεται ότι ο ελεύθερος εργάτης εργάζεται προς όφελος του ταξικού «φορέα» της κυριότητας χωρίς να απαιτείται γι’ αυτό εξωοικονομικός καταναγκασμός (κυριαρχικό το οικονομικό στοιχείο)14 (βλ. σχετικά Οικονομάκης 2005).

Ωστόσο, ισχυριζόμαστε ότι το στοιχειώδες χαρακτηριστικό της «μήτρας» του ΚΤΠ δεν είναι το ειδικώς καπιταλιστικό χαρακτηριστικό και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί από μόνο του να προσδιορίσει τους πραγματικούς ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής (τον «φορέα» της πραγματικής κυριότητας) ως καπιταλιστική τάξη. Εν ολίγοις, δεν θεωρούμε πειστικό, ως προς τον προσδιορισμό της «μήτρας» του ΚΤΠ, τον ισχυρισμό ότι «οι καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας προκύπτουν όταν οι άμεσοι παραγωγοί χωρίζονται από τα μέσα παραγωγής […] και είναι ελεύθεροι από εξωοικονομικό καταναγκασμό» (Albritton 2000: 150).

Σύμφωνα με τον Μαρξ (1978α: 337, 347, 350), για να εμφανιστεί η σχέση μεταξύ πραγματικού ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και εργάτη ως σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας απαιτείται μια ποσοτική προϋπόθεση, η οποία δεν έχει να κάνει με τίποτα περισσότερο από μια μεταβολή στην ποσοτική κλίμακα της παραγωγής: ένας κάποιος αριθμός εργατών που βρίσκονται υπό τη διαταγή του ίδιου κεφαλαιοκράτη.

Επομένως ο ΚΤΠ έχει ως αφετηριακό του σημείο την αύξηση του αριθμού των εργατών που εργάζονται από κοινού με σκοπό την παραγωγή του ίδιου είδους εμπορεύματος. Έτσι, για να εμφανιστεί ο πραγματικός ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής ως «κεφάλαιο» (εξουσία επί της εργασιακής διαδικασίας και διεύθυνσή της) και ο άμεσος παραγωγός ως «εργάτης», η κλίμακα της παραγωγής, και συνεπώς ο όγκος του κεφαλαίου που απασχολείται από έναν ατομικό επιχειρηματία (και ως εκ τούτου και ο αριθμός των απασχολούμενων απ’ αυτόν μισθωτών εργατών σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή), πρέπει να είναι τέτοιος που ο καπιταλιστής απαλλάσσεται πλήρως από την άμεση εργασία. Το εισόδημα του καπιταλιστή (δηλαδή το κέρδος) εξαρτάται έτσι από τον όγκο τού προκαταβεβλημένου συνολικού κεφαλαίου και όχι από την εργασία του ως κεφαλαιοκράτη και επομένως η εργασιακή διαδικασία είναι αποκλειστικά υπό την άμεση εκμετάλλευση ταξικών παραγόντων άλλων από εκείνους που συμμετέχουν σε αυτή (Μαρξ χωρίς χρονολογία έκδοσης: 101-102, 105, 123-124). Μόνο υπ’ αυτή την έννοια οι καπιταλιστές είναι «μη εργαζόμενοι» και «τα μέσα παραγωγής […] είναι ιδιοκτησία των μη εργαζομένων (καπιταλιστών) » (Hindess & Hirst 1979: 10). Αυτή την πλήρη απαλλαγή του πραγματικού ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής από την ανάγκη της άμεσης εργασίας ονομάζουμε αναγκαία συνθήκη για τον ΚΤΠ. Αυτή η αναγκαία συνθήκη μετασχηματίζει το στοιχειώδες χαρακτηριστικό της «μήτρας» του ΚΤΠ σε ειδικό (βλ. και Οικονομάκης 2005).

Ο σχηματισμός της πραγματικής καπιταλιστικής κυριότητας προϋποθέτει την πλήρη απαλλαγή του καπιταλιστή από την ανάγκη να δουλέψει ο ίδιος, αλλά δεν έχει ως προϋπόθεση ότι οι καπιταλιστές ως ατομικά υποκείμενα είναι ταυτοχρόνως οι νομικοί ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Το ζήτημα (όπως είναι γνωστό) έχει να κάνει με το χωρισμό της (νομικής) ιδιοκτησίας από την κατοχή των μέσων παραγωγής. Ο Μαρξ (1978β: 489) είχε ήδη παρατηρήσει ότι κύριο χαρακτηριστικό των μεγάλων μετοχικών εταιρειών είναι πως «έχουν την τάση […] τη διευθυντική δουλειά σαν λειτουργία να τη χωρίζουν όλο και περισσότερο από την κατοχή του κεφαλαίου », δηλαδή τη νομική του ιδιοκτησία. Και βεβαίως το θέμα έχει να κάνει με την ταξική θέση των top managers. Γράφει ο Πουλαντζάς (1982β: 223) αναφορικά με τη μαρξική ανάλυση: «Οι αναλύσεις του Μαρξ είναι ξεκάθαρες: ενώ οι διάφορες εξουσίες της κυριότητας και της κατοχής ανήκουν στη θέση του κεφαλαίου –είναι “λειτουργίες” του κεφαλαίου– δεν ασκούνται απαραίτητα από τους ίδιους φορείς-ιδιοκτήτες – δεν είναι “λειτουργίες” κεφαλαιούχων ιδιοκτητών» . Επομένως: «Οι ιθύνοντες φορείς που ασκούν άμεσα τις εξουσίες αυτές και που εκπληρώνουν τις “λειτουργίες του κεφαλαίου” καταλαμβάνουν τη θέση του κεφαλαίου, και ανήκουν έτσι στην αστική τάξη, έστω κι αν δεν είναι κάτοχοι της τυπικής νομικής κυριότητας. Έτσι, οι μάνατζερς αποτελούν, οπωσδήποτε, συστατικό μέρος της αστικής τάξης» .

Ο αποχωρισμός των εργαζομένων από τα μέσα παραγωγής (δηλαδή η αποστέρηση των εργαζομένων από την κατοχή των μέσων παραγωγής) έχει ως άλλη όψη της τη συγκρότηση του εργαζομένου (ο οποίος ανταλλάσσει την εργασιακή του δύναμη με κεφάλαιο), στο δικαιακό-πολιτικό επίπεδο και στο επίπεδο της ιδεολογίας, σε ελεύθερο πολίτη-υποκείμενο δικαίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα δομικά χαρακτηριστικά του κράτους και της κυρίαρχης ιδεολογίας (Μηλιός 2002).

Αποκαλύπτεται επομένως ότι η καπιταλιστική τάξη κατέχει όχι μόνο την οικονομική αλλά και την πολιτική εξουσία: όχι γιατί οι καπιταλιστές επανδρώνουν τις ανώτατες πολιτικές θέσεις του κράτους, αλλά γιατί η δομή του πολιτικού στοιχείου στις καπιταλιστικές κοινωνίες και ειδικότερα του καπιταλιστικού κράτους (η ιεραρχική-γραφειοκρατική διάρθρωσή του, η «αταξική»-ισοπολιτειακή λειτουργία του με βάση τους κανόνες του δικαίου κλπ.) αντιστοιχεί στην –και εξασφαλίζει τη– διατήρηση και αναπαραγωγή της συνολικής καπιταλιστικής ταξικής κυριαρχίας. Ομοίως γίνεται φανερό ότι η δομή της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας (η ιδεολογία των ατομικών δικαιωμάτων και της ισοπολιτείας, της εθνικής ενότητας και του κοινού –εθνικού– συμφέροντος κ.ο.κ.) αντιστοιχεί στη διαιώνιση και αναπαραγωγή της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Η κυρίαρχη ιδεολογία αποτελεί έτσι μια διαδικασία εμπέδωσης των καπιταλιστικών ταξικών συμφερόντων, μέσω ακριβώς της υλικότητάς της ως «βιωματικής πρακτικής», ως «τρόπου ζωής» όχι μόνο των κυρίαρχων αλλά, υπό παραλλαγμένη μορφή, και των κυριαρχούμενων τάξεων (Μηλιός 2002).15

2.3. Η καπιταλιστική τάξη, η εργατική τάξη και η νέα μικροαστική τάξη

Σύμφωνα με τον Μαρξ (1978α: 355, 375, 380-, 421) στη μανουφακτούρα (στην τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο) «ο συνδυασμένος συνολικός εργάτης» που «αποτελείται […] μόνο από […] μονόπλευρους μερικούς εργάτες» εκπηγάζει ως «ο ζωντανός μηχανισμός της μανουφακτούρας» .

Όπως υποστηρίζει ο Μαρξ (χωρίς χρονολογία έκδοσης: 129-130):

«Μια που με την ανάπτυξη της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο ή του ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο πραγματικός λειτουργός του συνολικού προτσές εργασίας […] γίνεται ολοένα και περισσότερο μια κοινωνικά συνδυασμένη ικανότητα εργασίας και μια που οι διάφορες ικανότητες εργασίας, που ανταγωνίζονται, και που αποτελούν τη συνολική παραγωγική μηχανή, παίρνουν μέρος με πολύ διαφορετικούς τρόπους στο άμεσο προτσές της διαμόρφωσης των εμπορευμάτων ή εδώ καλλίτερα των προϊόντων, ο ένας σαν manager, engineer [διευθυντής, μηχανικός], τεχνολόγος κλπ. ο άλλος σαν overlooker [επιβλέπων], ο τρίτος σαν άμεσος χειροτέχνης ή ακόμα απλά σαν ανειδίκευτος εργάτης, έτσι, ολοένα και περισσότερο αυξανόμενος αριθμός λειτουργιών της ικανότητας εργασίας κατατάσσεται κάτω από την άμεση έννοια της παραγωγικής εργασίας και οι φορείς της κάτω από την έννοια των παραγωγικών εργατών, εργατών που τους εκμεταλλεύεται απ’ ευθείας το κεφάλαιο και που υπόκεινται γενικά στο προτσές αξιοποίησης της παραγωγής. Αν εξετάσει κανείς το συλλογικό εργάτη από τον οποίο αποτελείται το εργαστήριο, τότε η συνδυασμένη του δραστηριότητα εκφράζεται άμεσα και υλικά σε ένα συνολικό προϊόν, που είναι συγχρόνως μία συνολική μάζα εμπορευμάτων, ενώ είναι τελείως αδιάφορο, αν η λειτουργία του μεμονωμένου εργάτη, που είναι μόνο ένα μέλος αυτού του συλλογικού εργάτη, βρίσκεται πιο μακριά ή πιο κοντά στην άμεση χειροτεχνική εργασία».

Έτσι, αυτός ο συλλογικός (ή συνολικός) εργάτης ταυτίζεται με την παραγωγική εργασία. Ο μάνατζερ (υποθέτουμε όχι ο top manager), ο μηχανικός, ο τεχνολόγος, ο επιβλέπων, ο χειρώνακτας εργάτης –όλοι αυτοί μαζί– συνιστούν αυτόν το συλλογικό εργάτη. Ως εκ τούτου, ένας τέτοιος συλλογικός εργάτης συγκροτείται στο επίπεδο ενός τεχνικού καταμερισμού εργασίας στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής ως φορέας της συνολικής-συνδυασμένης εργασίας, η οποία ταυτίζεται με το σύνολο των μισθωτών εργαζομένων (παραγωγική εργασία-παραγωγικός εργάτης).

Έχουμε σημειώσει ότι οι θεμελιώδεις τάξεις ενός τρόπου παραγωγής είναι οι «φορείς» των (διαφοροποιημένων) σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής: κυριότητα, κατοχή και χρήση των μέσων παραγωγής. Η καπιταλιστική τάξη είναι ο «φορέας» της (καπιταλιστικά μορφοποιημένης) πραγματικής κυριότητας. Η άλλη τάξη του ΚΤΠ είναι η εργατική τάξη, νοούμενη ως ο «φορέας» της τρίτης συνθέτουσας σχέσης, της σχέσης χρήσης. Από την άποψη αυτή, οι βασικές τάξεις του ΚΤΠ είναι η καπιταλιστική και η εργατική τάξη, εφόσον αυτές επαρκώς ενσαρκώνουν έναν διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο του (καπιταλιστικού) τρόπου παραγωγής, και συνεπώς η καπιταλιστική και η εργατική τάξη είναι οι θεμελιώδεις κοινωνικές τάξεις που επίσης αποτελούν και τις βασικές στο επίπεδο ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι το ακόλουθο: Είναι η (καπιταλιστικά) μισθωμένη (δηλαδή, παραγωγική) εργασία η οποία περιλαμβάνει όλα αυτά τα διαφορετικά είδη εργασίας –σε μεγαλύτερη ή μικρότερη απόσταση από την άμεση χειρωνακτική εργασία– ταυτόσημη με τον ταξικό «φορέα» της σχέσης χρήσης, δηλαδή την εργατική τάξη;

Ο Μαρξ (1978α: 347) γράφει:

«Όπως ο κεφαλαιοκράτης απαλλάσσεται στην αρχή από τη χειρωνακτική εργασία μόλις το κεφάλαιό του φτάσει το ελάχιστο εκείνο μέγεθος με το οποίο και μόνο αρχίζει η καθαυτό κεφαλαιοκρατική παραγωγή, έτσι παραχωρεί τώρα τη λειτουργία της άμεσης και συνεχούς επίβλεψης των ξεχωριστών εργατών και εργατικών ομάδων σε μια ειδική κατηγορία μισθωτών εργατών. Όπως ένας στρατός χρειάζεται στρατιωτικούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, έτσι και μια μάζα εργατών που συνεργάζονται κάτω από το πρόσταγμα του ίδιου κεφαλαίου χρειάζεται αξιωματικούς (διευθυντές, διαχειριστές) και υπαξιωματικούς της βιομηχανίας (επιστάτες, foremen, overlookers, contremaitres) που στη διάρκεια του προτσές εργασίας διοικούν εξ ονόματος του κεφαλαίου. Η δουλειά της επιστασίας εδραιώνεται σαν αποκλειστική τους λειτουργία».

Είδαμε και στα προηγούμενα ότι εντός του συλλογικού εργάτη συγκροτείται ένας βιομηχανικός στρατός ενός ειδικού είδους μισθωτών εργαζομένων (χαμηλότερου επιπέδου μάνατζερς, επιβλέποντες), των οποίων η αποκλειστική λειτουργία είναι η εργασία της διοίκησης-επιτήρησης (ως αντίθετης στην εκτέλεση της άμεσης εργασίας). Συνεπώς οι μισθωτοί εργαζόμενοι που ανήκουν σε αυτή την ειδική κατηγορία της μισθωτής εργασίας δεν εκτελούν αποκλειστικά τη λειτουργία της εργασίας αλλά αντιθέτως ασκούν εξουσίες του κεφαλαίου. Έτσι, καίτοι αποτελούν μέρος του συλλογικού εργάτη, δηλαδή είναι παραγωγικοί εργαζόμενοι –εργαζόμενοι άμεσα εκμεταλλευόμενοι από το κεφάλαιο– εντούτοις επίσης «λειτουργούν ως κεφάλαιο», και επομένως δεν αποτελούν «ενσαρκώσεις» και «προσωποποιήσεις» ενός επαρκώς διακριτού ή «καθορισμένου κοινωνικού χαρακτήρα» στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής.16 Κατά συνέπεια δεν αποτελούν prima facie συστατικά στοιχεία ούτε του ταξικού «φορέα» της σχέσης χρήσης, δηλαδή της εργατικής τάξης,17 ούτε προφανώς του ταξικού «φορέα» της πραγματικής κυριότητας, δηλαδή της καπιταλιστικής τάξης (βλ. Πουλαντζάς 1982β: 281-283). Ακολούθως, δεν ανήκουν σε καμιά από τις θεμελιώδες τάξεις του ΚΤΠ και επομένως είναι μέρος μιας ενδιάμεσης κοινωνικής τάξης του ΚΤΠ, η οποία βρίσκεται μεταξύ της καπιταλιστικής τάξης και της εργατικής τάξης. Η ενδιάμεση αυτή κοινωνική τάξη του ΚΤΠ είναι η λεγόμενη νέα μικροαστική τάξη. 18 Σε αυτή την τάξη ανήκουν επίσης οι μηχανικοί και τεχνικοί (τεχνολόγοι), οι οποίοι στην πραγματικότητα εκτελούν ειδικές μορφές της διοίκησης-επιτήρησης της εργασίας, οι οποίες πηγάζουν από την ειδικά καπιταλιστική διαίρεση μεταξύ επιστήμης και εμπειρίας, όπως ο Πουλαντζάς (κυρίως:1982β:284 κ.ε.) έχει δείξει.19

Ωστόσο, «είναι δυνατόν να γίνουν ορισμένοι διαφορισμοί μέσα στους μηχανικούς και τους τεχνικούς, ιδιαίτερα ανάλογα με το αν βρίσκονται σε κλάδους ή βιομηχανίες όπου διευθύνουν ή έχουν υπό τις εντολές τους χειρώνακτες εργάτες, ή σε κλάδους όπου αποτελούν οι ίδιοι το κύριο εργατικό δυναμικό και όπου, επομένως, δεν ασκούν διευθυντικά και εποπτικά καθήκοντα πάνω σε άλλους εργαζόμενους» (Πουλαντζάς 1982β: 299). Στην τελευταία αυτή περίπτωση μπορούν να αποτελέσουν τον ταξικό «φορέα» της σχέσης χρήσης, και επομένως μπορεί να εμφανιστεί μια διαδικασία «προλεταριοποίησης των διανοητικών εργασιών» (Pestieau 1998). Σημειώνουμε ακόμη στο σημείο αυτό ότι οι διακρίσεις μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας και επιστήμης και εμπειρίας πρέπει να γίνονται κατανοητές μόνο μέσω της αντιθετικότητάς τους και της ιστορικότητάς τους (βλ. Γκράμσι 1972, Πουλαντζάς 1982β, Μπαλιμπάρ 1986).

2.4. Το κράτος και η νέα μικροαστική τάξη: περαιτέρω συζήτηση

Ορίσαμε προηγουμένως τη νέα μικροαστική τάξη ως την ενδιάμεση κοινωνική τάξη του ΚΤΠ, η οποία ασκεί εξουσία εντός της εργασιακής διαδικασίας στο όνομα του κεφαλαίου, ενώ ταυτοχρόνως αποτελεί αντικείμενο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Ακολουθώντας τον Πουλαντζά (κυρίως 1982α, 1982β) υποστηρίζουμε ότι η νέα μικροαστική τάξη περιλαμβάνει επίσης όλους εκείνους τους μισθωτούς εργαζομένους που στελεχώνουν τους μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους, και έτσι ασκούν εξουσία στο όνομα του καπιταλιστικού συστήματος κατά τη διαδικασία της αναπαραγωγής του.

Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και παράγοντες ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη, παρά το γεγονός ότι αναλαμβάνουν διαφορετικούς ρόλους στην καπιταλιστική διαίρεση της εργασίας (καπιταλιστική παραγωγής έναντι κρατικών μηχανισμών). Η απάντηση είναι διότι ασκούν ίδιου τύπου κοινωνικές λειτουργίες εντός της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, καίτοι σε διαφορετικά κοινωνικά επίπεδα.

Συνεπώς: Η νέα μικροαστική τάξη είναι η ενδιάμεση κοινωνική τάξη του καπιταλισμού η οποία συμπεριλαμβάνει μισθωτούς εργαζομένους οι οποίοι δεν είναι μέρος της εργατικής τάξης ακριβώς εξαιτίας της θέσης τους στο πλέγμα των λειτουργιών που εμπλέκονται στην άσκηση της καπιταλιστικής (οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής) εξουσίας. Παραλλήλως, αυτά τα στοιχεία δεν είναι τμήμα της καπιταλιστικής τάξης, εφόσον δεν είναι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής (καπιταλιστές).

Η νέα μικροαστική τάξη είναι το προϊόν που αναδύεται από τη στελέχωση των μηχανισμών και διαδικασιών άσκησης της καπιταλιστικής εξουσίας (μέσα στους υπάρχοντες κοινωνικούς σχηματισμούς) από στοιχεία που δεν είναι τμήμα της κυρίαρχης τάξης και τα οποία υπόκεινται συχνά σε άμεση καπιταλιστική εκμετάλλευση. Αυτή η ταξική θέση περιλαμβάνει ή συνεπάγεται τις ακόλουθες λειτουργίες:20 i. λειτουργίες που εξασφαλίζουν την απόσπαση υπεραξίας, όπως η επίβλεψη-επιτήρηση-έλεγχος της παραγωγικής διαδικασίας (τεχνικοί, μηχανικοί, κ.λπ.)· ii. λειτουργίες που εξασφαλίζουν τη συνοχή της καπιταλιστικής εξουσίας (κρατική γραφειοκρατία, δικαστικός μηχανισμός, στρατός κλπ.)· iii. λειτουργίες για τη συστηματοποίηση και διάδοση της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως η εκπαίδευση.

Η νέα μικροαστική τάξη δεν αποτελεί ένα φαινόμενο κάποιας «σύγχρονης φάσης» του καπιταλισμού, αλλά εμφανίζεται από την πρώτη κιόλας περίοδο της κυριαρχίας του, μαζί με το αστικό κράτος και τη βιομηχανία.21

Περιλαμβάνει τόσο παραγωγικούς μισθωτούς εργαζομένους (δηλαδή εκείνους που ανταλλάσσουν την εργασία για κεφάλαιο και παράγουν υπεραξία): κατηγορία i, όσο και μη παραγωγικούς μισθωτούς εργαζομένους (δηλαδή εκείνους που απασχολούνται στον δημόσιο [μη-επιχειρηματικό] τομέα και έτσι δεν παράγουν υπεραξία:22 κατηγορίες ii και iii23 (Μηλιός 2002).

2.5. Παραδοσιακή μικροαστική τάξη

Έχουμε θέσει ως καθοριστικό κριτήριο (αναγκαία συνθήκη) για τον προσδιορισμό του ΚΤΠ την πλήρη απαλλαγή του πραγματικού ιδιοκτήτη από την άμεση εργασία. Από εδώ προκύπτει ότι σε συνθήκες μη πλήρους απαλλαγής ή σε συνθήκες πλήρους εμπλοκής (δέσμευσης) του πραγματικού ιδιοκτήτη στην εργασιακή διαδικασία, υπάρχουν (ή μπορεί να υπάρχουν) διακριτοί μη καπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής ή μορφές παραγωγής εντός του καπιταλιστικού συστήματος. Η δεύτερη περίπτωση είναι η επονομαζόμενη απλή εμπορευματική παραγωγή (ΑΕΠ). Η πρώτη είναι η περίπτωση ενός τρόπου παραγωγής τον οποίο ορίζουμε ως υβριδικό (ΥΤΠ) (Οικονομάκης 2000, Economakis 2005).

Γράφει ο Μαρξ (1984: 455-457) αναφορικά «με τους αυτοτελείς βιοτέχνες ή αγρότες που δε χρησιμοποιούν εργάτες, δηλαδή δεν παράγουν σαν καπιταλιστές»:

«Είτε είναι εμπορευματοπαραγωγοί, όπως γίνεται πάντα με τους αγρότες […], και αγοράζω απ’ αυτούς το εμπόρευμα, οπότε δεν αλλάζει σε τίποτα το γεγονός ότι λ.χ. ο βιοτέχνης το προσφέρει επί παραγγελία και ο αγρότης την προσφορά του την κάνει ανάλογα με τα μέσα που διαθέτει. Στη σχέση αυτή παρουσιάζονται σε μένα σαν πουλητές εμπορευμάτων και όχι σαν πουλητές εργασίας, και η σχέση αυτή δεν έχει λοιπόν καμιά δουλειά με την ανταλλαγή κεφαλαίου και εργασίας […] Η παραγωγή τους […] δεν υπάγεται στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. […] Ο ανεξάρτητος βιοτέχνης ή αγρότης χωρίζεται σε δυο πρόσωπα […] Σαν κάτοχος των μέσων παραγωγής είναι καπιταλιστής, σαν εργάτης είναι μισθωτός εργάτης του εαυτού του. Πληρώνει λοιπόν στον εαυτό του το μισθό του σαν καπιταλιστής και βγάζει το κέρδος του από το κεφάλαιό του, δηλαδή εκμεταλλεύεται τον εαυτό του σαν μισθωτό εργάτη […]. Στην περίπτωση που αναφέραμε ο παραγωγός –ο εργάτης– είναι κάτοχος, ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής του. Επομένως τα μέσα παραγωγής δεν είναι κεφάλαιο, όπως και ο ίδιος δεν είναι απέναντί τους μισθωτός εργάτης. […] Το ότι όμως μπορεί και ιδιοποιείται ο ίδιος ολόκληρο το προϊόν της δικής του δουλειάς και δεν το ιδιοποιείται ένα τρίτο αφεντικό, το περίσσευμα της αξίας του προϊόντος του πάνω από τη μέση τιμή […], λ.χ. της ημερήσιας εργασίας του, δεν το χρωστάει στη δική του εργασία –που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους εργάτες– αλλά στο ότι είναι κάτοχος των μέσων παραγωγής. Επομένως, μόνον επειδή είναι ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής παίρνει τη δική του υπερεργασία, και έτσι σαν να είναι ο ίδιος καπιταλιστής συμπεριφέρεται στον ίδιο τον εαυτό του σαν μισθωτός εργάτης […] το πρόσωπο συνενώνει διάφορες λειτουργίες. Εδώ προβάλλει πολύ χτυπητά το γεγονός ότι ο καπιταλιστής σαν τέτοιος δεν είναι παρά λειτουργία του κεφαλαίου, και ο εργάτης λειτουργία της εργατικής δύναμης».

Μεταφρασμένη σε όρους των αναλυτικών προσδιορισμών που έχουμε δώσει, η θέση αυτή του Μαρξ αναφέρεται στον ιδιαίτερο/ειδικό ιστορικώς συνδυασμό των τριών σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής (δηλαδή σε μια ιδιαίτερη ιστορική «μήτρα»): ομολογία της σχέσης κυριότητας και κατοχής (πραγματική κυριότητα) με τη χρήση, δηλαδή σύμπτωση της πραγματικής κυριότητας με τη χρήση σε έναν ταξικό «φορέα». Συνεπώς βρίσκουμε εδώ, εντός του συστήματος της καπιταλιστικής κυριαρχίας, μια ιστορικώς ιδιαίτερη μη καπιταλιστική μορφή παραγωγής (Murray 2000, Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005). Η κυριαρχία του ΚΤΠ συνεπάγεται ότι οι ανεξάρτητοι απλοί εμπορευματοπαραγωγοί πρέπει να παράγουν για την αγορά ώστε να επιβιώσουν ως τέτοιοι. Αυτό σημαίνει ότι η παραγωγή είναι παραγωγή για την αγορά, χωρίς καμιά μορφή εξωοικονομικού καταναγκασμού να απαιτείται γι’ αυτό (κυρίαρχο το οικονομικό στοιχείο). Σε αυτή την («καθαρή») απλή εμπορευματική παραγωγή (ΑΕΠ)24 ορίζεται μία κοινωνική τάξη, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη.

Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη είναι επομένως η ιστορικώς ιδιαίτερη τάξη της καπιταλιστικής οικονομικής δομής που συγχωνεύει σε ένα πρόσωπο (σε μια ταξική θέση) τη λειτουργία του κεφαλαίου (κυριότητα συν κατοχή των μέσων παραγωγής) με τη λειτουργία της εργασίας (χρήση των μέσων παραγωγής). Εντούτοις, αυτές οι ενοποιημένες λειτουργίες (όντας ενοποιημένες) παύουν να είναι λειτουργίες του κεφαλαίου και της εργασίας. Ως εκ τούτου, ο ιδιαίτερος ιστορικά συνδυασμός της ομολογίας της κυριότητας, κατοχής και χρήσης ως «μια σχιζοφρενική συνύπαρξη […] του αστού και του προλετάριου “σε ένα πρόσωπο”» (Harrison 1977: 328) θέτει μια ιστορική ιδιαιτερότητα στις τρεις σχέσεις που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής. Έτσι η πραγματική κυριότητα και η χρήση είναι αξεχώριστες λειτουργίες μιας «συλλογικής οντότητας που αποτελείται από όλα τα μέλη της οικογένειας που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στην (τεχνική) διαδικασία παραγωγής» , η οποία οργανώνεται «στη βάση των σχέσεων συγγένειας εντός της στοιχειώδους οικογενειακής μονάδας» (Dedoussopoulos 1985: 172-173), δηλαδή στη βάση της απλήρωτης οικογενειακής εργασίας. Ο σχηματισμός αυτής της συλλογικής οντότητας, στη βάση της σύμπτωσης της πραγματικής κυριότητας με τη χρήση σε έναν ταξικό «φορέα», σημαίνει ότι η πραγματική κυριότητα δεν οδηγεί σε σχέσεις εκμετάλλευσης εντός αυτής της μορφής παραγωγής 25 (Dedoussopoulos 1985: 146,171-172). Εάν υπάρχει κάποια σχέση εκμετάλλευσης, αυτή πρέπει να αναζητηθεί στη σφαίρα της κυκλοφορίας26 (βλ. σχετικά και Οικονομάκης 2000).

Σύμφωνα με τον Μαρξ: Η παραγωγή στις συνθήκες της (αγροτικής) μικροϊδιοκτησίας «γίνεται ανεξάρτητα από τη ρύθμισή της από το γενικό ποσοστό κέρδους» (Μαρξ 1978β: 995). «Σαν όριο της εκμετάλλευσης για το μικροαγρότη […] εμφανίζεται […], στην ιδιότητά του σαν μικροκαπιταλιστής, όχι το μέσο κέρδος του κεφαλαίου. […] Απόλυτο όριο γι’ αυτόν σαν μικροκαπιταλιστή εμφανίζεται μονάχα ο μισθός εργασίας, που πληρώνει στον ίδιο τον εαυτό του, μετά την αφαίρεση των καθεαυτό εξόδων παραγωγής. Όσον καιρό η τιμή του προϊόντος τού εξασφαλίζει αυτόν το μισθό εργασίας θα καλλιεργεί τη γη του, και αυτό θα το κάνει συχνά ως το σημείο εκείνο που ο μισθός εργασίας καλύπτει το κατώτατο φυσικό όριο» (Μαρξ 1978β: 989-990). Σε αυτή την κατεύθυνση ανάλυσης μπορεί να συναχθεί ότι η ΑΕΠ «προσδιορίζει» μια ειδική μορφή παραγωγής εντός του καπιταλισμού, «η “λογική” της οποίας είναι η επιβίωση με την ευρύτερη έννοια της απλής αναπαραγωγής των παραγωγών και της μονάδας παραγωγής (περιγραφικά το νοικοκυριό). […] Πολύ σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η απλή εμπορευματική παραγωγή διακρίνεται από την καπιταλιστική από τη “λογική” τής επιβίωσης (όπως αυτή αντιστοιχεί στις ανάγκες της απλής αναπαραγωγής) ως αντίθετη στη λογική της οικειοποίησης και πραγματοποίησης της υπεραξίας και της συσσώρευσης του κεφαλαίου» (Bernstein 1979: 425)· «εδώ το “όριο της εκμετάλλευσης” ισούται, κατ’ αρχήν, με τα κόστη της απλής αναπαραγωγής. […] Η επιβίωση παραμένει ο στόχος της παραγωγής» (Banaji 1977: 33).

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τον Δεδουσόπουλο (Dedoussopoulos 1985: 198): «Η προσπάθεια για μεγιστοποίηση του κέρδους υποσκάπτει την αναπαραγωγή της οικογενειακής μονάδας ως της συνδυασμένης ενότητας παραγωγής και κατανάλωσης προκαλώντας μια μόνιμη μετακίνηση του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, σπάζει όλους τους οικογενειακούς δεσμούς και παραγκωνίζει τον οργανωσιακό ρόλο της παραγωγικής δραστηριότητας η οποία προηγουμένως χαρακτηριζόταν από τις συγγενικές σχέσεις. Με μια έννοια υποσκάπτει όλα τα στοιχεία που χαρακτήριζαν την εσωτερική συνοχή της στοιχειώδους μονάδας παραγωγής. […] Η νοοτροπία της αναπαραγωγής της οικογενειακής μονάδας εκφράζεται μέσω των προσωρινών ή μόνιμων μετακινήσεων ενός μέρους του εργατικού δυναμικού σε μια προσπάθεια να αποκτηθούν επιπρόσθετα εισοδήματα προερχόμενα από μισθωτή απασχόληση τα οποία θα συνεισφέρουν στην επιβίωση/αναπαραγωγής της οικογένειας ως μονάδας παραγωγής και κατανάλωσης» . Αυτά τα επιπρόσθετα εισοδήματα που προέρχονται από μισθωτή απασχόληση των μελών της οικογενείας συνιστούν την κατάσταση της ημιπρολεταριοποίησης σύμφωνα με τον Λένιν (1986).27

Στην ημιπρολεταριοποίηση, ως έναν όρο επιβίωσης-αναπαραγωγής της οικογενειακής μονάδας στις συνθήκες του ανταγωνισμού της αγοράς, θα πρέπει να προσθέσουμε την αυξημένη «αυτοεκμετάλλευση», εκφραζόμενη ως μείωση του «στάνταρντ κατανάλωσης» και γενικότερα ως «συμπίεση» των όρων απλής αναπαραγωγής («υποτίμηση του […] χρόνου εργασίας») (Bernstein 1979: 429).

2.6. Μεσαία αστική τάξη

Σε διαφοροποίηση προς την ΑΕΠ, ο υβριδικός τρόπος παραγωγής (ΥΤΠ) εμφανίζεται ως ένας διακριτός ιδιαίτερος ιστορικός συνδυασμός των τριών σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής («μήτρα»), δηλαδή ως ένας διαφορετικός («καθαρός») ιστορικός τρόπος παραγωγής. Ο ΥΤΠ είναι ο τρόπος παραγωγής της καπιταλιστικής οικονομικής δομής στον οποίο η απλήρωτη (οικογενειακή) εργασία συνυπάρχει με οριακή (ως προς τον αριθμό) αλλά μονίμως μισθωμένη (μη οικογενειακή) εργασία. Στη βάση αυτού του προσδιορισμού συνάγουμε ότι υφίσταται μια ιδιάζουσα ιδιαιτερότητα σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής.

Αυτός ο τρόπος παραγωγής σχηματίζεται από το συνδυασμό στοιχείων που προέρχονται τόσο από τις (ή αναφέρονται στις) καπιταλιστικές όσο και τις απλοεμπορευματικές σχέσεις παραγωγής. Όπως στον ΚΤΠ, υπάρχει μονίμως μισθωμένη (ξένη) εργασία, και, όπως στην ΑΕΠ, ο «φορέας» της πραγματικής κυριότητας (η οικογενειακή συλλογική οντότητα) είναι επίσης «φορέας» της χρήσης. Γι’ αυτό και αποκαλούμε αυτόν τον τρόπο παραγωγής υβριδικό. Ταυτοχρόνως υφίσταται σαφής διαφοροποίηση.

Εν συγκρίσει προς τον ΚΤΠ, ο ΥΤΠ διαφοροποιείται από το γεγονός ότι ο «φορέας» της πραγματικής κυριότητας είναι επίσης «φορέας» της χρήσης. Επομένως μπορούμε επίσης να συμπεράνουμε ότι η κλίμακα της παραγωγής στον ΥΤΠ, και έτσι και ο όγκος του απασχολούμενου από τον ατομικό επιχειρηματία (τη συλλογική οντότητα) κεφαλαίου, και ως εκ τούτου και ο αριθμός των μισθωτών εργαζομένων που απασχολούνται πρέπει να είναι τέτοιος ώστε ο εργοδότης (η συλλογική οντότητα) να απαλλάσσεται μόνο μερικώς από τη χρήση των μέσων παραγωγής. Άρα η εργασιακή διαδικασία αποτελεί μόνο μερικώς μια διαδικασία άμεσης εκμετάλλευσης της εργασίας άλλων και μόνο μια μερίδα του υπερπροϊόντος (εάν αυτό υφίσταται) παράγεται από την εκμετάλλευση της εργασίας άλλων. Με άλλα λόγια, εν συγκρίσει προς τον ΚΤΠ, στην περίπτωση του ΥΤΠ το στοιχειώδες χαρακτηριστικό (ομολογία της σχέσης κυριότητας και κατοχής) δεν συνοδεύεται από την αναγκαία συνθήκη (πλήρης απαλλαγή του πραγματικού ιδιοκτήτη από την άμεση εργασία).

Εν συγκρίσει προς την ΑΕΠ, ο ΥΤΠ διαφοροποιείται από το γεγονός ότι ο «φορέας» της χρήσης (μισθωτή εργασία) δεν είναι ούτε «φορέας» κυριότητας ούτε «φορέας» κατοχής. Εφόσον υπάρχει μη σύμπτωση της χρήσης με την πραγματική κυριότητα για τον ταξικό «φορέα» της χρήσης, αναδύεται μια σχέση εκμετάλλευσης εντός του ΥΤΠ. Επομένως εντός του ΥΤΠ συγκροτούνται δυο κοινωνικές τάξεις. Αμφότερες είναι θεμελιώδες, εφόσον εκφράζουν επαρκώς έναν διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής: η τάξη των μισθωτών εργαζομένων άμεσων παραγωγών28 και η τάξη που είναι «φορέας» της πραγματικής κυριότητας και της χρήσης. Αυτή η τάξη των «μικρών εργοδοτών» είναι η μεσαία αστική (ή μεσοαστική) τάξη, ως διακριτή τάξη τόσο από την καπιταλιστική όσο και από την παραδοσιακή μικροαστική.29

Ακριβώς όπως η απλή εμπορευματική παραγωγή, η υβριδική παραγωγή είναι εμπορευματική παραγωγή εντός των συνθηκών της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής (καπιταλιστική οικονομική δομή). Συνεπώς, ακριβώς όπως ο ανεξάρτητος απλός εμπορευματοπαραγωγός (η παραδοσιακή μικροαστική τάξη), ο ανεξάρτητος υβριδικός παραγωγός (η μεσοαστική τάξη) πρέπει να παράγει για την αγορά, χωρίς να απαιτείται γι’ αυτό εξωοικονομικός καταναγκασμός, ώστε νε επιβιώσει ως συλλογική οντότητα, η οποία, επιπροσθέτως, απασχολεί μισθωτή εργασία.30

Ποιο είναι, ωστόσο, το μοντέλο της αναπαραγωγής του ΥΤΠ; Εάν η καπιταλιστική παραγωγή είναι «“ [π] αραγωγή για την παραγωγή” – παραγωγή σαν αυτοσκοπός», εάν «[ο] σκοπός της είναι, το καθένα προϊόν κ.λπ. να περιέχει όσο το δυνατόν περισσότερο απλήρωτη εργασία και αυτό είναι κατορθωτό μόνο μέσα από παραγωγή για χάρη της παραγωγής » (Μαρξ χωρίς χρονολογία έκδοσης: 126-127) και εάν ο σκοπός της απλής εμπορευματικής παραγωγής είναι η αναπαραγωγή του απλού (άμεσου) εμπορευματοπαραγωγού ως ενός ανεξάρτητου πραγματικού (οικονομικού) ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, και αυτός ο σκοπός προϋποθέτει τη διατήρηση και εσωτερική συνοχή της στοιχειώδους μονάδας παραγωγής και κατανάλωσης (οικογένεια) –δηλαδή τη διατήρηση της οικογενειακής εργασίας με όρους αυξημένης «αυτοεκμετάλλευσης» συν τα επιπρόσθετα εισοδήματα από τα απασχολούμενα σε μισθωτή σχέση μέλη της οικογένειας (κατάσταση της ημιπρολεταριοποίησης)– ο σκοπός της υβριδικής παραγωγής είναι υβριδικός εφόσον η δομική αναγκαιότητα της οικογενειακής εργασίας διαπλέκεται με την ύπαρξη μισθωτής, δηλαδή (δυνητικά) εργασίας που υπόκειται σε εκμετάλλευση. Με άλλα λόγια, η μη αναγκαιότητα μεγιστοποίησης του κέρδους συνυπάρχει με το αντίθετό της, το «νόμο»: «Μάξιμουμ του προϊόντος με μίνιμουμ της εργασίας» (Μαρξ όπ.π.: 127) (βλ. αναλυτικότερα Οικονομάκης 2000, σχετικά και Economakis 2005.)

3. Οι μεσαίες τάξεις: Σύμπτωση ή απόκλιση των ταξικών πρακτικών;

3.1. Διατυπώνοντας το πρόβλημα

Όπως έχει δείξει συστηματικά ο Labica (1986), ούτε στα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς ούτε σε εκείνα του Λένιν μπορεί να ανευρεθεί η όποια θεωρητική επεξεργασία επί του ερωτήματος των μεσαίων τάξεων. Αυτό το οποίο μπορεί κανείς να δει σε αυτά τα κείμενα είναι μάλλον μια πολιτική δήλωση ότι οι μεσαίες τάξεις κείνται «μεταξύ» των δυο κύριων τάξεων των καπιταλιστικών κοινωνιών και ότι στην ταξική πάλη «αμφιταλαντεύονται» μεταξύ αστικών και προλεταριακών πολιτικών και στρατηγικής. Το ίδιο ισχύει και ως προς την οπτική του Μάο Τσε-Τουνγκ (Mao Tse-Tung 1968), ο οποίος θεωρούσε ότι η μικροαστική τάξη συνιστά μία ενιαία τάξη.

Από την οπτική των δομικών ταξικών θέσεών τους, τα υποσύνολα των μεσαίων τάξεων, όπως έχουμε ήδη δείξει, δεν συσχετίζονται θετικά αλλά αρνητικά: αυτό το οποίο τα ενοποιεί είναι πρωτίστως ότι δεν ανήκουν σε καμιά από τις δυο θεμελιώδεις τάξεις του ΚΤΠ (ή/ήτοι στις δυο βασικές ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού). Αυτό το αρνητικό χαρακτηριστικό δεν συνιστά, ωστόσο, ικανοποιητική αιτιολογική βάση για να συμπεριληφθούν στην ίδια τάξη.

Οι Baudelot και Establet (L΄ Ecole capitaliste en France: 169, 1969) υποστήριξαν ότι οι μικροαστοί εντάσσονται σε μια ενιαία τάξη με κυρίως ιδεολογικά κριτήρια: «Η μικροαστική τάξη […] αποτελείται από ετερογενή κοινωνικά στρώματα […] Η ενότητα των διαφορετικών αυτών στρωμάτων στο οικονομικό επίπεδο είναι φτιαγμένη από αρνήσεις (ούτε αστοί, ούτε προλετάριοι) […] Το συστατικό στοιχείο της ενότητάς τους βρίσκεται στο ιδεολογικό επίπεδο και εκφράζεται σε συμβιβαστικά σχήματα συνεχώς ανανεωνόμενα, αλλά όμοια στη δομή τους, μεταξύ της αστικής και της προλεταριακής ιδεολογίας» (παρατίθεται στο Πουλαντζάς 1982β: 365-366).

Το σχήμα των Baudelot και Establet είναι ανεπαρκές διότι υπαινίσσεται ότι (και προϋποθέτει να) διαμορφώνεται πάντα στις καπιταλιστικές κοινωνίες μια «προλεταριακή πολιτική γραμμή» και μια «προλεταριακή ιδεολογία», που αντιπαρατίθενται ευκρινώς στην καπιταλιστική πολιτική γραμμή και την αστική ιδεολογία, αφήνοντας έναν «ενδιάμεσο χώρο» όπου συνωθούνται πολιτικά και (κυρίως) ιδεολογικά («αμφιταλαντευόμενοι» μάλιστα ανάμεσα στις «δύο γραμμές» ή ιδεολογίες) οι μικροαστοί. Μια τέτοια «υποκειμενιστική» προσέγγιση (που θα προϋπέθετε ότι η «συνειδητή ταξική στρατηγική» αποτελεί συστατικό στοιχείο του ορισμού των βασικών κοινωνικών τάξεων στον καπιταλισμό) δεν αντιστοιχεί στην προσέγγιση που υιοθετούμε εδώ.31 Το ότι «οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες» 32 σημαίνει πολύ απλά ότι η κυρίαρχη αστική ιδεολογία κυριαρχεί κατά κανόνα και στο εσωτερικό της εργατικής τάξης (έστω υπό τροποποιημένες μορφές σε σχέση με τις άλλες τάξεις) (Μηλιός 2002).

Την πρώτη, και μέχρι σήμερα κατά τη γνώμη μας περισσότερο τεκμηριωμένη, απόπειρα να θεμελιωθεί θεωρητικά –χωρίς την προσφυγή στις υποκειμενιστικές απόψεις περί «προλεταριακής γραμμής και ιδεολογίας»– η θέση ότι τα υποσύνολα των μεσαίων τάξεων εντάσσονται στην ίδια τάξη, παρά τη διαφορετική τους δομική ένταξη στις σχέσεις παραγωγής, διατύπωσε ο Ν. Πουλαντζάς (1975, 1982β) στη βάση της θεωρίας του για τα πολιτικά και ιδεολογικά «κατάλληλα αποτελέσματα»33 (βλ. σχετικά και Μηλιός 2002).

Καίτοι αποδεχόμαστε τη σημασία της θεωρίας των «κατάλληλων αποτελεσμάτων» ως δείκτη των δυνητικών ταξικών τοποθετήσεων, πιστεύουμε, ωστόσο, ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Πουλαντζάς χρησιμοποιεί αυτή τη θεωρία οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα αναφορικά με τις κοινωνικές τάξεις και σε λαθεμένη κατανόηση αυτών των ίδιων των «αποτελεσμάτων»· όχι μόνο γιατί συγχέει δομικές ταξικές θέσεις αλλά και γιατί αποσυνδέει πλήρως τα αναζητούμενα «αποτελέσματα» από τις δομικές ταξικές θέσεις: Δεν μπορεί να υπάρξει κανένας ταξικός ορισμός στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο σε αντίθεση προς τον ορισμό στο οικονομικό επίπεδο. 34

Στη συνέχεια του παρόντος κειμένου, παραμένοντας στο εσωτερικό του θεωρητικού πλαισίου που έθεσε ο Πουλαντζάς με βάση την έννοια των «κατάλληλων αποτελεσμάτων», θα καταθέσουμε θέσεις και ερωτήματα που αμφισβητούν τα συμπεράσματά του αναφορικά με τα υποσύνολα των μεσαίων τάξεων. Θα ισχυριστούμε, δηλαδή, στο πλαίσιο του θεωρητικού σχήματος του Πουλαντζά, ότι καθένα από τα υποσύνολα των μεσαίων τάξεων εκδηλώνεται μέσω «κατάλληλων αποτελεσμάτων» που είναι διαφορετικά (και συχνά αντιθετικά ) από τα εκείνα του άλλου υποσυνόλου. Για την υποστήριξη των θέσεών μας θα στηριχθούμε ως έναν βαθμό σε ορισμένες από τις επισημάνσεις και τις «αμφιβολίες» που παρεισδύουν στα κείμενα του ίδιου του Πουλαντζά, παρά τη σπουδή του να θεμελιώσει τη θέση για την κοινή ταξική ένταξη του «παραδοσιακού» και του «νέου» μικροαστικού συνόλου (καθώς και εκείνου της μεσαίας αστικής τάξης).

Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, σύμφωνα με τον Πουλαντζά η νέα μικροαστική τάξη είναι τμήμα της ίδιας τάξης με την παραδοσιακή μικροαστική τάξη. Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη αναφέρεται στους φτωχούς αγρότες, τους μικρούς εμπόρους και στη μικρή βιοτεχνία που απασχολεί οριακό αριθμό μισθωτών εργαζομένων (0-5 ή 6-9 άτομα). Οι βιοτέχνες που χρησιμοποιούν περισσότερους από 5 μισθωτούς εργαζομένους σηματοδοτούν «το πέρασμα των μικροαστών στην κατάσταση των μικροκεφαλαιούχων » (Πουλαντζάς 1982β: 407-408, 410). Έτσι ο Πουλαντζάς ταυτίζει την παραδοσιακή μικροαστική τάξη με τη μεσαία αστική τάξη (ονομάζοντας και τις δύο «παραδοσιακή» μικροαστική τάξη) και ως εκ τούτου αντιλαμβάνεται το σύνολο των μεσαίων τάξεων (παραδοσιακή μικροαστική τάξη, νέα μικροαστική τάξη και μεσαία αστική τάξη) ως ανήκον σε μία και μόνη κοινωνική τάξη, τη «μικροαστική τάξη».

3.2. «Κατάλληλα αποτελέσματα»

Ας διερευνήσουμε τώρα το κύριο επιχείρημα που βρίσκεται πίσω από τη θέση της μίας και μοναδικής μικροαστικής τάξης.

Ο Πουλανταζάς (1982β: 254) γράφει: «Αν μπορούμε να θεωρούμε ότι ανήκουν σε μια και την ίδια τάξη σύνολα που, από πρώτη ματιά, κατέχουν διαφορετικές θέσεις στις οικονομικές σχέσεις, τούτο συμβαίνει γιατί αυτές οι διαφορετικές θέσεις έχουν, στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, τα ίδια αποτελέσματα». Επομένως: «Η αναφορά στις πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις είναι απόλυτα απαραίτητη για να εντοπιστεί η θέση της μικροαστικής τάξης στον ταξικό δομικό προσδιορισμό» 35 (1982β: 256).

Η ανάλυση του Πουλαντζά βασίζεται στη θεωρία του των πολιτικών και ιδεολογικών «κατάλληλων αποτελεσμάτων». Τα «κατάλληλα αποτελέσματα» αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για να εντοπιστεί πώς οριοθετούνται οι «μη θεμελιώδεις τάξεις σε μια κεφαλαιοκρατική κοινωνία» (Πουλαντζάς 1984: 69). Ο Πουλαντζάς υποστηρίζει τη θέση ότι οι αυτοαπασχολούμενοι παραγωγοί απλών εμπορευμάτων (παραδοσιακή μικροαστική τάξη) και οι (παραγωγικοί και μη παραγωγικοί) μισθωτοί που δεν εντάσσονται στην εργατική τάξη (νέα μικροαστική τάξη) καθώς επίσης και η μεσοαστική τάξη αποτελούν μερίδες μιας και της αυτής κοινωνικής τάξης, της μικροαστικής τάξης, διότι «εκδηλώνονται» μέσω ταυτόσημων «κατάλληλων αποτελεσμάτων»· έχουν «τις ίδιες εκφάνσεις στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο» (Πουλαντζάς 1975: 324).

Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τον Πουλαντζά, ότι τα ακόλουθα αποτελέσματα μπορούν να εντοπιστούν για όλα τα υποσύνολα των μεσαίων τάξεων:

α) μια λίγο-πολύ κοινή ιδεολογική (και πολιτική) τοποθέτηση στη συγκυρία της πάλης των τάξεων,

β) η τάση πόλωσής τους κατά ενιαίο τρόπο σε συγκυρίες πολιτικής κρίσης και αποσταθεροποίησης-διάλυσης των σχέσεων αντιπροσώπευσης που χαρακτηρίζουν το καπιταλιστικό συνταγματικό-κοινοβουλευτικό κράτος και

γ) η κοινή «στρατηγική τοποθέτησή» τους, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν σημαίνει την ύπαρξη αλλά την έλλειψη μιας (κοινής) αντικειμενικής ταξικής στρατηγικής (μιας δυνάμει προοπτικής κατάκτησης της ταξικής εξουσίας ή μιας δυνάμει εφικτής εναλλακτικής μορφής κοινωνίας που να αναφέρεται στα αντικειμενικά ταξικά τους συμφέροντα).

Τα επιχειρήματα του Πουλαντζά αναφορικά με τους τρεις αυτούς άξονες συνοψίζονται ως εξής:

α) Στο ιδεολογικό επίπεδο, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη εκδηλώνει τα ακόλουθα «κατάλληλα αποτελέσματα»:

* «μια αντικαπιταλιστική ιδεολογική χροιά του κοινωνικού status quo: εναντίον του “μεγάλου πλούτου” και των μεγάλων “περιουσιών”, αλλά υπέρ του κοινωνικού status quo εν γένει, γιατί αυτή η κατηγορία των μικροαστών είναι προσκολλημένη στην ιδιοκτησία της» (Πουλαντζάς 1982β: 329).

* «μια ιδεολογική χροιά που συνδέεται […] με το μύθο του “γεφυριού” […] προσδοκά να γίνει αστική [τάξη] με το ατομικό πέρασμα […] προς τα ανώτερα στρώματα» (Πουλαντζάς 1982β: 329).

* έναν «φετιχισμό της εξουσίας» , καθώς «πιστεύει στη φενάκη του υπερταξικού “ουδέτερου” κράτους […] [και] οδηγείται συχνά σε μια “λατρεία του κράτους”» (Πουλαντζάς 1982β: 329).

Η νέα μικροαστική τάξη εκδηλώνει αντίστοιχα τα ακόλουθα ιδεολογικά «κατάλληλα αποτελέσματα»:

* «αντικαπιταλιστική ιδεολογική χροιά υπέρ του κοινωνικού status quo» (Πουλαντζάς 1982β: 329), η οποία όμως βιώνεται σε αναφορά με το μισθό και γι’ αυτό «κλίνει έντονα προς τις ρεφορμιστικές αυταπάτες» και συνοψίζεται στην «ανακατανομή των εισοδημάτων μέσω της “κοινωνικής δικαιοσύνης”» (όπ.π.: 360).

* «ιδεολογική τάση της “γέφυρας”: βλέψεις προς την κοινωνική καταξίωση-άνοδο» (Πουλαντζάς 1982β: 360). «Για τη νέα μικροαστική τάξη, η τάση αυτή συμπυκνώνεται στο σχολικό μηχανισμό, λόγω του ρόλου που αυτός παίζει απέναντί της […] [και] για έναν “εκδημοκρατισμό” των μηχανισμών, ώστε να προσφέρουν “ίσες δυνατότητες” στα άτομα [και] τα πιο ικανά να συμμετάσχουν στην “ανανέωση των ελίτ”» (όπ.π.: 362).

* «ιδεολογική χροιά του φετιχισμού της εξουσίας» (Πουλαντζάς 1975: 331), με «μια πολύπλοκη στάση ταύτισής της με ένα κράτος που το θεωρεί ότι είναι αυτοδικαίως δικό της κράτος, ο νόμιμος πολιτικός αντιπρόσωπος και οργανωτής της» (Πουλαντζάς 1982β: 363).

β) Στο πολιτικό επίπεδο, τόσο η παραδοσιακή μικροαστική τάξη όσο και η νέα μικροαστική τάξη εκδηλώνουν, κατά τον Πουλαντζά, επίσης ταυτόσημα «κατάλληλα αποτελέσματα»:

* στήριξη προς το κράτος (με το οποίο ιδεολογικά ταυτίζονται) και έτσι (διαμεσολαβημένη) στήριξη προς την αστική τάξη.

* ασταθής και αμφιταλαντευόμενη παρέμβαση στην πολιτική συγκυρία της κρίσης, που «εκδηλώνεται με το γνωστό φαινόμενο […] της “αιώρησής” της από μιαν αστική ταξική τοποθέτηση σε μιαν προλεταριακή ταξική τοποθέτηση […] (παράδειγμα οι εξελίξεις στη Γαλλία μεταξύ Μαΐου και Ιουλίου 1968)» (Πουλαντζάς 1982β: 370).

*  ωστόσο, ο Πουλαντζάς αναγνωρίζει ότι υπάρχουν μερίδες της νέας μικροαστικής τάξης, οι οποίες, καταλαμβάνοντας κατώτερες ιεραρχικές θέσεις στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής και στον κρατικό μηχανισμό, θα μπορούσαν να πολωθούν προς την εργατική τάξη. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Πουλαντζά (Πουλαντζάς 1982β: 390 κ.ε.) υπάρχουν τρεις τέτοιες μερίδες της νέας μικροαστικής τάξης. Η πρώτη «περιλαμβάνει τη μεγάλη πλειονότητα των μισθωτών βάσης στον τομέα του εμπορίου –“τους εμποροϋπαλλήλους”» , η δεύτερη «περιλαμβάνει τους κατώτερους υπαλλήλους των δημόσιων και ιδιωτικών γραφειοκρατικοποιημένων τομέων» και τέλος η τρίτη «είναι των κατώτερων τεχνικών και μηχανικών που μετέχουν άμεσα στην παραγωγική εργασία» .

γ) Τέλος, στο επίπεδο της στρατηγικής, ο Πουλαντζάς θεωρεί επίσης ότι τόσο η παραδοσιακή μικροαστική τάξη όσο και η νέα μικροαστική τάξη εκδηλώνουν τα ίδια «κατάλληλα αποτελέσματα», μέσω της απουσίας μιας αυτόνομης ταξικής στρατηγικής: «Δεν είναι δυνατόν να έχουν “δικά τους” μακροπρόθεσμα πολιτικά συμφέροντα» (Πουλαντζάς 1975: 332). «Τούτο σημαίνει απλούστατα ότι σ’ ένα καπιταλιστικό σχηματισμό δεν υπάρχει παρά μόνον ο αστικός και ο προλεταριακός (σοσιαλιστικός) δρόμος» (Πουλαντζάς 1982β: 368).

3.3. Δομικές ταξικές θέσεις και δυνητικές ταξικές τοποθετήσεις

Από την άποψη της δικής μας οπτικής η ανάλυση του Πουλαντζά για τις κοινωνικές τάξεις συγχέει τόσο δομικές ταξικές θέσεις όσο και (έτσι) δυνητικές ταξικές τοποθετήσεις των μεσαίων τάξεων.

α) Όσον αφορά τις ιδεολογικοπολιτικές τοποθετήσεις των υποσυνόλων των μεσαίων τάξεων: οι κατηγοριοποιήσεις του Πουλαντζά («αντικαπιταλιστική ιδεολογική χροιά υπέρ του κοινωνικού status quo», «ιδεολογική τάση της “γέφυρας”: βλέψεις προς την κοινωνική καταξίωση-άνοδο», «φετιχισμός της εξουσίας » είναι πολύ γενικές (στην ουσία αποτελούν σταθερές της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας γενικά), και για το λόγο αυτόν συσκοτίζουν τις ιδιαίτερες μορφές υπό τις οποίες εμφανίζονται σε καθένα από τα ταξικά σύνολα που εξετάζουμε εδώ. Θα σχολιάσουμε μόνο τα προφανή, αναπτύσσοντας τη δική μας προβληματική, αφού υπενθυμίσουμε πιο πριν ότι η «παραδοσιακή μικροαστική τάξη», σύμφωνα με τον Πουλαντζά, αντιστοιχεί στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη συν τη μεσαία αστική τάξη, με βάση τις δικές μας αναλυτικές παραδοχές: Από τη μια πλευρά, ο «αντικαπιταλισμός» της μεσαίας αστικής τάξης στρέφεται κατά των μεγάλων επιχειρήσεων (που «καταδυναστεύουν τις μικρές»). Από την άλλη, η στράτευσή της υπέρ του status quo είναι πρώτα απ’ όλα μια στράτευση κατά της «αναδιανομής» (της αύξησης του «εργασιακού κόστους») και από αυτή την άποψη η μεσαία αστική τάξη προσεγγίζει τα ταξικά ενδιαφέροντα της καπιταλιστικής τάξης. Επιπλέον, η φιλοδοξία για κοινωνική άνοδο είναι εγγεγραμμένη στη μήτρα του ΥΤΠ (εφόσον το κέρδος περιλαμβάνεται, έστω και με αντιφάσεις, στους σκοπούς της υβριδικής παραγωγής) και αυτό θέτει τη μεσοαστική στρατηγική στο καπιταλιστικό στρατόπεδο.

Ο «αντικαπιταλισμός» της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης συναντά τα όριά του στην επιθυμία της να αυτοαναπαραχθεί ως μια τάξη ιδιοκτήτρια των μέσων παραγωγής, μια οπτική η οποία είναι παραπλήσια προς εκείνη της μεσαίας αστικής τάξης. Εντούτοις, αντίθετα με τη μεσαία αστική τάξη, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη μάλλον ευνοεί μια «αναδιανομή του πλούτου», εφόσον η αναπαραγωγή της (ως μιας τάξης ιδιοκτητών μέσων παραγωγής) δεν εξαρτάται από την εκμετάλλευση ξένης εργασίας, αλλά, περισσότερο ή λιγότερο, από τα επιπρόσθετα εισοδήματα που προέρχονται από μισθωτή απασχόληση (αλλά και από την κοινωνική πολιτική του κράτους). Το τελευταίο (δηλαδή η κατάσταση της ημιπρολεταριοποίησης) όπως επίσης και η έντονη «αυτοεκμετάλλευση» της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης στην παραγωγική πρακτική (εν συγκρίσει προς τη μεσαία αστική τάξη) ίσως τη θέτει πλησιέστερα προς την εργατική τάξη, κάτω από ειδικές συνθήκες της κοινωνικής συγκυρίας.

Η νέα μικροαστική τάξη, αντιθέτως, καταλαμβάνει μεσαίες και χαμηλότερες διευθυντικές θέσεις στις μεγάλες εταιρείες. Επιθυμεί να δει την περαιτέρω ανάπτυξη αυτών των επιχειρήσεων, δηλαδή «την οικονομία της χώρας να πηγαίνει μπροστά», να αυξάνεται η «ανταγωνιστικότητα» κλπ. και από αυτή την άποψη ο «αντικαπιταλισμός» της είναι ο αντίθετος εκείνου της μεσαίας αστικής και της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης: «εναντίον» των επιχειρηματιών αλλά υπέρ των επιχειρήσεων. Μερικώς η αντίληψη της νέας μικροαστικής τάξης προσεγγίζει εκείνη της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης στο θέμα της «αναδιανομής» του εισοδήματος εφόσον ευνοεί την «αναδιανομή του πλούτου». Αλλά, αντίθετα με τα άλλα δυο υποσύνολα των μεσαίων τάξεων, η νέα μικροαστική τάξη επίσης ευνοεί την αύξηση των αρμοδιοτήτων όλων εκείνων που «φέρουν τη γνώση» και στελεχώνουν τις ενδιάμεσες θέσεις στην κρατική και επιχειρηματική ιεραρχία, οι οποίοι «στραγγαλίζονται» από την «έλλειψη αξιοκρατίας» που απορρέει από το «ιδιωτικό καθεστώς» της σύγχρονης επιχείρησης ή τον «απολυταρχισμό» του κράτους.

Οι βλέψεις για κοινωνική άνοδο του «νέου μικροαστού» ταυτίζονται με την ανέλιξή του στη μεγάλη επιχείρηση και τους κρατικούς μηχανισμούς. Η σχέση του με τη μεγάλη καπιταλιστική επιχείρηση και το κράτος είναι εσωτερική.

Στην περίπτωση τόσο της μεσαίας αστικής τάξης όσο και της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης η σχέση με τη μεγάλη επιχείρηση είναι ανταγωνιστική (ακόμα κι όταν ο «μεσοαστός» ή ο «παραδοσιακός μικροαστός» λειτουργεί ως υπεργολάβος ή προμηθευτής της μεγάλης επιχείρησης, που τον «εκμεταλλεύεται») και προς το κράτος είναι εξωτερική: απαιτεί μια οικονομική και φορολογική πολιτική που θα τον προστατεύει από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό.

Ειδικότερα στη σχέση τους με το κράτος, οι «νέοι μικροαστοί» που επανδρώνουν τους κρατικούς μηχανισμούς (αλλά και τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις υπό δημόσια νομική ιδιοκτησία) θεωρούν το κράτος το «δικό τους» κράτος, όπως και ο Πουλαντζάς υποδεικνύει. Διεκδικούν τον «εκδημοκρατισμό» των θεσμών και των διαδικασιών, μέσα από τον οποίο θα διευρύνουν τις αρμοδιότητες και δικαιοδοσίες τους. Αντίθετα, οι «μεσοαστοί» και οι «παραδοσιακοί μικροαστοί», λόγω της εξωτερικής σχέσης τους με τον κρατισμό μηχανισμό, εκδηλώνουν το «φετιχισμό» του κράτους και της εξουσίας μάλλον μέσα από την υπεράσπιση των παραδοσιακών αξιών της κυρίαρχης ιδεολογίας και κυρίως της «οικογένειας» 36 (βλ. και Μηλιός 2002.)

β) Σχετικά με την πόλωση των υποσυνόλων των μεσαίων τάξεων σε συγκυρίες πολιτικών κρίσεων αντιπροσώπευσης ή ακόμα και σε «κανονικές» συγκυρίες: έχει επανειλημμένως αποδειχθεί ιστορικά ότι σε φάσεις αποσταθεροποίησης-διάλυσης των κοινοβουλευτικών σχέσεων αντιπροσώπευσης η παραδοσιακή (με την έννοια του Πουλαντζά) μικροαστική τάξη έλκεται από το φασισμό, επανδρώνει τα ακροδεξιά κινήματα και αποτελεί τον κύριο όγκο της λαϊκής τους βάσης. Μάλιστα, η τάση αυτή συχνά εκδηλώνεται και σε περιόδους κατά τις οποίες απλώς χαλαρώνουν οι δεσμοί αντιπροσώπευσης των «πολιτών» από τα πολιτικά κόμματα ή σε περιόδους αναδιάρθρωσης του κράτους σε συντηρητική κατεύθυνση. Ειδικότερα, αναφορικά προς το φασισμό αυτή η υποστήριξη θα μπορούσε να ερμηνευτεί από τα ειδικά στοιχεία του κοινού χαρακτήρα του αντικαπιταλισμού-εντός-του-καπιταλισμού, τον οποίο μοιράζονται τόσο η μεσαία αστική όσο και η παραδοσιακή μικροαστική τάξη, αναφορικά με τις «αντιπλουτοκρατικές» διακηρύξεις του φασισμού. Ο Πουλαντζάς (1975: 346) γράφει αναφορικά με αυτό το ζήτημα: «Οι “αντιπλουτοκρατικές” διακηρύξεις στρέφονται εναντίον των τμημάτων του μεγάλου κεφαλαίου που η δραστηριότητά του πλήττει, με τον πιο φανερό τρόπο, τα συμφέρονται της κλασικής μικροαστικής τάξης: εναντίον του τοκογλυφικού κεφαλαίου […]· εναντίον του μεγάλου κεφαλαίου που επενδύεται στη σφαίρα της κυκλοφορίας […]? εναντίον των μονοπωλίων […]· και τέλος εναντίον της φορολογίας» .

Επιπλέον, σύμφωνα με τον Πουλαντζά (1975: 334) «η “παραδοσιακή” μικροαστική τάξη […] είναι πιο πρόσφορη στα εξτρεμιστικά κινήματα της Δεξιάς μέσα σε “ομαλές” συγκυρίες και λιγότερο η νέα μικροαστική τάξη: παράδειγμα, ο μακαρθισμός στις ΗΠΑ και ο πουζαντισμός στη Γαλλία» .

Αντίθετα, η νέα μικροαστική τάξη, λόγω της ροπής της προς τον «εκδημοκρατισμό του κράτους» και τη μαζικοποίηση των συλλογικών αρμοδιοτήτων, προσανατολίζεται σε σημαντικό βαθμό προς το συνδικαλισμό και τα μεταρρυθμιστικά πολιτικά κόμματα, ενώ από τις «γραμμές της» προκύπτει πάντα μια σημαντική μερίδα των στελεχών της σοσιαλιστικής επανάστασης: «Μετά τον πόλεμο, ένα τμήμα της μικροαστικής τάξης μοιάζει να ταλαντεύεται, λίγο ή πολύ, προς την εργατική τάξη. Οι ιδιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι συμμετέχουν ανοιχτά στις μεγάλες απεργίες και τα συλλαλητήρια, προσχωρούν στα συνδικάτα, αλλά επίσης υποστηρίζουν εκλογικά […] την σοσιαλδημοκρατία και, σπανιότερα, το κομμουνιστικό κόμμα » (Πουλαντζάς 1975: 355). Στην ίδια αναλυτική κατεύθυνση πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε την παραδοχή του Πουλαντζά ότι εντός της νέας μικροαστικής τάξης σχηματίζονται τρεις μερίδες («εμποροϋπάλληλοι», κατώτεροι υπηρέτες και κατώτεροι τεχνικοί και μηχανικοί) οι οποίοι μπορούν να πολωθούν αντικειμενικά προς την εργατική τάξη. Εντούτοις, όπως έχουμε ήδη υποστηρίξει, μία από αυτές τις μερίδες (εκείνη των «εμποροϋπαλλήλων») είναι δομικά μέρος της εργατικής και όχι της νέας μικροαστικής τάξης.

Δεδομένων των προαναφερθέντων, υποστηρίζουμε ότι τα κατά Πουλαντζά πολιτικά και ιδεολογικά «κατάλληλα αποτελέσματα» δεν μπορούν να ορίσουν μια μοναδική κοινωνική τάξη και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να εκτοπίσουν τον δομικό ταξικό καθορισμό στο οικονομικό επίπεδο. 37

γ) Σχετικά με την «απουσία αυτόνομης ταξικής στρατηγικής» των μεσαίων τάξεων: ενώ είναι σαφής η απουσία ενός ταξικού στρατηγικού συμφέροντος για τη μεσαία αστική και την παραδοσιακή μικροαστική τάξη (μιας δυνάμει προοπτικής δικής της ταξικής εξουσίας) –εφόσον, ως θεμελιώδεις κοινωνικές τάξεις του καπιταλισμού, το μοντέλο της κοινωνικοοικονομικής αναπαραγωγής τους αντιστοιχεί σε (και εξαρτάται αποκλειστικά από) τις συνθήκες της ατομικής/ιδιωτικής (καπιταλιστικής) ιδιοκτησίας– κάτι τέτοιο δεν είναι προφανές για τη νέα μικροαστική τάξη. Ανεξάρτητα από ατομικές ή συλλογικές «συνειδήσεις», η τάση ελέγχου των επιχειρήσεων και των κρατικών μηχανισμών που απορρέει από την ταξική θέση της νέας μικροαστικής τάξης δυνάμει εμπεριέχει την προοπτική «μετάβασης» προς ένα καθεστώς κρατικού καπιταλισμού, κατά το πρότυπο αυτών που διαμορφώθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη μετά το 1945 ή σε χώρες του Τρίτου Κόσμου38 (Μηλιός 2002).

Στα καθεστώτα του κρατικού καπιταλισμού της Ανατολικής Ευρώπης μετά το 1945 («υπαρκτός σοσιαλισμός»), η «αστική τάξη νέου τύπου»39 που κατείχε την πραγματική ιδιοκτησία (κυριότητα και κατοχή) των «δημόσιων» μέσων παραγωγής (και του παραγόμενου υπερπροϊόντος), προήλθε από το μετασχηματισμό-ανέλιξη στην εξουσία μερίδων της νέας μικροαστικής τάξης. Καίτοι στις περιπτώσεις αυτές η νέα μικροαστική τάξη (ή μάλλον ορισμένες ανώτερες μερίδες της) μετασχηματίζεται σε κρατική αστική τάξη, 40 εντούτοις η στρατηγική αυτού του δυνάμει μετασχηματισμού αποτελεί «κατάλληλο αποτέλεσμα», που μπορεί να εντοπιστεί στην αυθόρμητη καθημερινή πρακτική μερίδων της νέας μικροαστικής τάξης (Πουλαντζάς 1982β: 369).

4. Επίλογος

Η ανάλυση που προηγήθηκε αποτελεί μια πρώτη κατάθεση θέσεων και επιχειρημάτων για τη θεμελίωση της άποψης ότι οι μικροαστοί δεν αποτελούν ενιαία τάξη αλλά πολώνονται σε τρεις «ενδιάμεσες» τάξεις στις κοινωνίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού: παραδοσιακή μικροαστική τάξη, νέα μικροαστική τάξη και μεσαία αστική τάξη. Αυτό το συμπέρασμα βασίζεται στη θεωρητική παραδοχή ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένας μοναδικός ταξικός ορισμός για όλα τα ταξικά υποσύνολα των μεσαίων τάξεων στο οικονομικό επίπεδο και ότι δεν μπορεί να υπάρξει κανένας ταξικός ορισμός στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο σε αντίθεση με τον ορισμό στο οικονομικό επίπεδο. Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη είναι η τάξη των αυτοαπασχολούμενων απλών εμπορευματοπαραγωγών, δηλαδή είναι η τάξη που σχηματίζεται εντός της απλής εμπορευματικής παραγωγής· η νέα μικροαστική τάξη είναι η ενδιάμεση κοινωνική τάξη των μισθωτών εργαζομένων οι οποίοι ασκούν εξουσία στο όνομα του καπιταλιστικού συστήματος, εντός της διαδικασίας καπιταλιστικής παραγωγής (ΚΤΠ) και της κοινωνικής αναπαραγωγής (καπιταλιστικό κράτος/κατασταλτικοί-ιδεολογικοί μηχανισμοί)· τέλος, η μεσαία αστική τάξη είναι η τάξη των αυτοαπασχολούμενων επιχειρηματιών οι οποίοι εκμεταλλεύονται οριακή ως προς τον αριθμό της μισθωτή εργασιακή δύναμη, δηλαδή είναι η τάξη που σχηματίζεται εντός του υβριδικού τρόπου παραγωγής.

Αναλύοντας κριτικά τις θέσεις του Πουλαντζά επί του προσδιορισμού των τάξεων συναγάγαμε ότι οδηγείται σε λανθασμένα συμπεράσματα: παρανοήσεις στον ορισμό των κοινωνικών τάξεων στο οικονομικό επίπεδο, οφειλόμενες σε λανθασμένα ή ανεπαρκή κριτήρια ταξικού προσδιορισμού, με αποτέλεσμα να ορίζει μια περιορισμένη εργατική τάξη και μια υπερδιευρυμένη νέα μικροαστική, και να ταυτίζει μια μη εκμεταλλευτική και μια εκμεταλλευτική κοινωνική τάξη (παραδοσιακή μικροαστική τάξη-μεσαία αστική τάξη). Προσθέτουμε την παρανόηση των δυνητικών πολιτικών και ιδεολογικών τοποθετήσεων των μεσαίων τάξεων, που οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο ο Πουλαντζάς χρησιμοποιεί τη θεωρία του των «κατάλληλων αποτελεσμάτων».

Εστιάζοντας στις δυνητικές τοποθετήσεις των μεσαίων τάξεων, συμπεράναμε ότι κάθε τάξη παράγει ιδιαίτερα ή σε κάθε περίπτωση διαφορετικά από τις άλλες «κατάλληλα αποτελέσματα». Αυτά τα «αποτελέσματα» αναδύονται από τις –και ανταποκρίνονται στις– ιδιαιτερότητες των δομικών ταξικών χαρακτηριστικών καθενός από τα ταξικά υποσύνολα των μεσαίων τάξεων.41

________________________

Βιβλιογραφικές αναφορές

Albritton R. (2000), «Agrarian Capitalism: A Response to Michael Zmolek», The Journal of Peasant Studies 28,1 (October): 147-154.

Αλτουσέρ Λ. (1977), «Απάντηση στον Τζων Λιούις»· στο Αλτουσέρ Λ., Λιούις Τζ., Απάντηση στον Τζων Λιούις – Κριτική του έργου του Λουί Αλτουσέρ, Αθήνα: Θεμέλιο.

Αλτουσέρ Λ. (1978α), Θέσεις, Αθήνα: Θεμέλιο.

Αλτουσέρ Λ. (1978β), Για τον Μαρξ, Αθήνα: Γράμματα.

Αλτουσέρ Λ. (2003), «Από το Κεφάλαιο στη φιλοσοφία του Μαρξ», «Το αντικείμενο του Κεφαλαίου» ? στο Althusser L., E. Balibar, R. Establet, P. Macherey, J. Ranciere (2003), Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Balibar E. (1986), “Klassen/Κlassenkampf“, στο Labica/Bensussan (eds), Kritisches Worterbuch des Marxismus, Berlin: Αrgument, 4: 615-636.

Banaji J. (1976), «The Peasantry in the Feudal Mode of Production: Towards an Economic Model», The Journal of Peasant Studies 3 (April): 299-320.

Banaji J. (1977), «Modes of Production in a Materialist Conception of History», Capital & Class 3 (autumn): 1-43.

Becker J.F. (1973), «Class Structure and Conflict in the Managerial Phase: I.», Science & Society 37, 3 (Fall): 259-277 & Becker, James F. (1973-4), “Class Structure and Conflict in the Managerial Phase: II”, Science & Society 37, 4 (Winter): 437-453.

Bernstein H. (1979), «African Peasantries: a Theoretical Framework», The Journal of Peasant Studies 4 (July): 421-443.

Βεργόπουλος Κ. (1975), Το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα – Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, Αμίν Σ., «Πρόλογος» στη γ΄ έκδοση: Εξάντας.

Βεργόπουλος Κ., Αμίν. Σ. (χωρίς χρονολογία έκδοσης), Καπιταλισμός και Αγροτικό Ζήτημα: Δύσμορφος Καπιταλισμός: Παπαζήσης.

Carchedi G. (1977), On the Economic Identification of Social Classes, London: Routledge & Kegan Paul.

Carter B. (1985), Capitalism, Class Conflict and the New Middle Class, London, Boston, Melbourne and Henley: Routledge & Kegan Paul.

Chevalier J.M. (1982), Civilisation and the Stolen Gift: Capital, Kin, and Cult in the Eastern Peru, Toronto Buffalo London: University of Toronto Press.

Chevalier J.M. (1983), «There is Nothing Simple about Simple Commodity Production», The Journal of Peasant Studies 10, 4 (July): 153-186.

Cutler A., B. Hindess, P. Hirst, A. Hussain (1977), Marx’s Capital and Capitalism Today, London: Routledge & kegan Paul, vol. 1.

Dedoussopoulos A. (1985), Capitalism, Simple Commodity Production and Merchant Capitlal: The Political Economy of Greece in the 19th century, Ph.D. Thesis, University of Kent at Canterbury: Photocopy offprint.

Der X. Parteitag der Kommunistischen Partei Chinas, 1973, Peking.

Economakis G. E. (2005), «Definition of the capitalist mode of production: re-examination (with application to non-capitalist modes of production», History of Economics Review 42 (Summer): 12-28.

Gerstein I. (1989), «(Re)Structuring Structural Marxism», Rethinking Marxism 2, 1 (Spring): 104-133.

Goodman D., M. Redclift (1982), From Peasant to Proletarian – Capitalist Development and the Agrarian Transition, New York: St. Martin’s Press.

Γκράμσι Α. (1972), Οι Διανοούμενοι, Αθήνα: Στοχαστής, Α.

Harnecker M. (χωρίς χρονολογία έκδοσης), Βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού, Αθήνα: Παπαζήσης.

Harrison M. (1977), «The Peasant Mode of Production in the Work of A.V. Chayanov», The Journal of Peasant Studies 4 (July): 323-336.

Hindess B., P.Q. Hirst (1979), Pre-capitalist Modes of Production, London: Routledge & kegan Paul.

Jessop Β. (1985), Nicos Poulantzas – Marxist Theory and Political Strategy, London and Basingstoke: Macmillan Publishers LTD.

Labica G. (1986), «Kleinburgertum, Kleinbourgeoisie, Mittelstand», στο Labica/Bensussan (eds), Kritisches Woerterbuch des Marxismus Berlin: Αrgument, 4: 637-645.

Laclau E. (1983), Πολιτική και ιδεολογία στη μαρξιστική θεωρία/Καπιταλισμός-Φασισμός-Λαϊκισμός, Θεσσαλονίκη: Σύγχρονα Θέματα.

Λένιν Β.Ι. (1986), Το αγροτικό ζήτημα και οι «κριτικοί του Μαρξ», Μόσχα: Προγκρές.

Mao Tse-Tung (1968), «Analyse der Klassen in der chinesischen Gesellschaft», στο Mao Tse-Tung, Ausgewalte Werke, Beijing, 1: 9-19.

Μάο Τσετούνγκ (1975),  Για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Κριτική στο Στάλιν και την ΕΣΣΔ, Αθήνα: Εκδόσεις του Λαού.

Μάο Τσετούνγκ (1976),  Αποσπάσματα για την Πολιτιστική Επανάσταση, Αθήνα: Πολιτιστική Επανάσταση.

Martin J. (1977), «Α Replay to Banaji on the Feudal Mode of Production», The Journal of Peasant Studies 4 (July): 390-393.

Μαρξ Κ. (1978α), Το Κεφάλαιο-Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ. (1978β), Το Κεφάλαιο-Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος τρίτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ. (1984), Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος Πρώτο, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ. (1989), Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Α, Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ Κ. (1990), Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β, Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ Κ. (χωρίς χρονολογία έκδοσης), Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής [VI ανέκδοτο βιβλίο], Αθήνα: Α/συνέχεια.

Μαρξ Κ. Ένγκελς Φρ. (1994), Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος πρώτος, Αθήνα: Gutenberg.

Milios J. (1999), «Preindustrial Capitalist forms: Lenin’s Contribution to a Marxist Theory of Economic Development», Rethinking Marxism 11, 4 (Winter): 38-56.

Milios J. (2000), «Social Classes in Classical and Marxist Political Economy», The American Journal of Economics and Sociology 59, 3: 283-302.

Μηλιός Γ. (2002), «Το ζήτημα των μικροαστών: Ενιαία τάξη ή δυο διακριτά ταξικά σύνολα;», Θέσεις 81: 59-80.

Μηλιός Γ., Δ. Δημούλης, Γ. Οικονομάκης (2005), Η Θεωρία του Μαρξ για τον Καπιταλισμό: πλευρές μιας θεωρητικής και πολιτικής ρήξης, Αθήνα: νήσος.

Μπαλιμπάρ Ε. (2003), «Σχετικά με τις θεμελιώδεις έννοιες του ιστορικού υλισμού»? στο Althusser L., E. Balibar, R. Establet, P. Macherey, J. Ranciere (2003), Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μπαλιμπάρ Ε. (2003), «Για τη μαρξιστική έννοια του “καταμερισμού της χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας” και την πάλη των τάξεων», Θέσεις 17: 99-111.

Μπεττελέμ Σ. (1975), Πολιτιστική Επανάσταση και βιομηχανική οργάνωση στην Κίνα, Αθήνα: Γη.

Μπετελέμ Σ. (1978), Μορφές ιδιοκτησίας στο μεταβατικό στάδιο προς το σοσιαλισμό: Οικονομικός λογισμός και μορφές ιδιοκτησίας, Αθήνα: Ράππα.

Bettelheim Ch. (1983), Μετάβαση στη σοσιαλιστική οικονομία, Αθήνα: Μπάυρον.

Murray P. (2000), «Marx’s “Truly Social” Labor Theory of Value: Abstract Labor in Marxian Value Theory», Part II. Historical Materialism 7: 99-136.

Οικονομάκης Γ. (2000), Ιστορικοί Τρόποι Παραγωγής, Καπιταλιστικό Σύστημα και Γεωργία, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Οικονομάκης Γ. (2005), «Σκέψεις πάνω στο θεωρητικό προσδιορισμό της εργατικής τάξης», Θέσεις 90: 93-126.

Ομάδα Επιστημόνων: Διαμαντής Γ., Θερσιώτη Α., Ιωάννου Θ., Κοτζιάς Ν. (γενική εποπτεία), Κωνσταντινίδης Γ., Συμεωνίδης Τ. (1981), Η Διανόηση στην Ελλάδα, Ταξική Θέση και Ιδεολογία, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Pestieau J. (1998), The changes in the composition of the working class and the proletariat, International Communist Seminar – Workers’ Party of Belgium, Brussels, May 2-4: http://www.wpb.be/icm/98en/98en06.html

Poulantzas N. (1973), «On Social Classes», New Left Review 78: 27-54.

Πουλαντζάς Ν. (1975), Φασισμός και δικτατορία: η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Αθήνα: Ολκός.

Πουλαντζάς Ν.Α. (1982α), Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις, τόμος α, Αθήνα: Θεμέλιο.

Πουλαντζάς Ν.Α. (1982β), Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό, Αθήνα: Θεμέλιο.

Πουλαντζάς Ν. (1984), «Το πρόβλημα του κεφαλαιοκρατικού κράτους», «Το κεφαλαιοκρατικό κράτος: Μια απάντηση στον Μίλιμπαντ», «Σχετικά με τον ολοκληρωτισμό», «Σχετικά με τη λαϊκή απήχηση του φασισμού»· στο Πουλαντζάς Ν., Μίλιμπαντ Ρ., Φάυ Ζ.Π., Προβλήματα του Σύγχρονου Κράτους και του Φασιστικού Φαινομένου, Αθήνα: Θεμέλιο.

Resnick S, R. Wolff (1982), «Classes in Marxian Theory», The Review of Radical Political Economics 13, 4: 1-18.

Resnick S., R. Wolff (2002), Class Theory and History: Capitalism and Communism in the U.S.S.R., New York: Routledge.

Rey P.-Ph. (no publication date), «Sur l’ Articulation des Modes de Production» (Cahier 1 & 2), in Problemes de Planification, No 13 & 14. Ecole des Hautes Etudes (VIe Section), Centre d’ Etudes de Planification Socialiste. Sorbonne – Paris.

Rey, P.-Ph. (1973), Les Alliances de Classes, Paris: Francois Maspero.

Σταμάτης Γ. (1989), «Η θέση της “κυκλοφορίας” στην αναπαραγωγή του οικονομικού συστήματος και στην παραγωγή υπεραξίας και κέρδους», Θέσεις 29: 119-32.

Σταμάτης Γ. (1992), Κείμενα Οικονομικής Θεωρίας και Πολιτικής, τόμος Α, Αθήνα: Κριτική.

Ste. Croix G.E.M. de (1984), «Class in Marx’s Conception of History, Ancient and Modern», New Left Review 146: 92-111.

Wolpe H. (1980), «Introduction», στο H. Wolpe (ed.) The articulation of modes of production London, Boston and Henley: Routledge & Kegan Paul.

Wright E.O. (1978), «Class Boundaries in Advanced Capitalist Societies», New Left Review. 98.

Wright E.O. (1980), «Varieties of Marxist Conceptions of Class Structure», Politics & Society 9, 3: 323-370.

Wright E.O. (1983), «Class Boundaries and Contradictory Class Locations», σε A. Giddens, D. Held (eds.), Classes, Power, and Conflict – Classical and Contemporary Debates, London and Basingstoke: The Macmillan Press LTD: 112-129.

Wright E. O. (1997), Classes, London-New York: Verso.

___________________________

Σημειώσεις

1.Το κείμενο αυτό αποτελεί ελαφρώς παραλλαγμένη μορφή εισήγησης με τίτλο «Working class and the middle classes: Class position and class stance», την οποία επρόκειτο να παρουσιάσει ο πρώτος εκ των συγγραφέων στο διεθνές συνέδριο How Class Works , που διοργάνωσε στο διάστημα 8-10 Ιουνίου 2006 το Τμήμα Οικονομικών του Πολιτειακού Πανεπιστημίου Νέας Υόρκης SUNY Stony Brook. Καθώς οι Αρχές των ΗΠΑ του απαγόρευσαν την είσοδο στη χώρα, η παρουσίαση της εισήγησης δεν έλαβε χώρα.

2.Σχετικά με τη θέση ότι οι τάξεις υπάρχουν μόνο εντός της ταξικής πάλης, η οποία γίνεται κατανοητή ως αυτοαναπαραγόμενη διαδικασία «χωρίς υποκείμενο ή τέλος» (και έτσι ανεξάρτητη απ’ ό,τι θα μπορούσε να περιγραφεί ως «ταξική συνείδηση» ή «ταξική στρατηγική»), βλ. Αλτουσέρ 1977. Τα επόμενα αποσπάσματα δείχνουν καθαρά την οπτική που επιθυμούμε να υπογραμμίσουμε εδώ: Οι τάξεις «δεν μπορούν να οριστούν η μία ανεξάρτητα από την άλλη, αλλά μόνο μέσω μια κοινωνικής συγκρουσιακής σχέσης η οποία φέρνει τη μια τάξη ενάντια στην άλλη» (Balibar 1986: 620). «Οι τάξεις […] είναι η συλλογική κοινωνική έκφραση του γεγονότος της εκμετάλλευσης, του τρόπου με τον οποίο η εκμετάλλευση ενσωματώνεται σε μια κοινωνική δομή» (Ste. Croix 1984: 100).

3.Με τον όρο «μεσαίες (κοινωνικές) τάξεις» εννοούμε το ανομοιογενές ταξικό σύνολο των επονομαζόμενων παραδοσιακή και νέα μικροαστική τάξη και της τάξης την οποία θα ορίσουμε ως «μεσαία αστική τάξη» (ή «μεσοαστική τάξη»).

4.Βλ. κυρίως Αλτουσέρ [Althusser] 1977, 1978α, 1978β, 2003, Balibar 1986, Μπαλιμπάρ 1986, 2003 Μπετ(τ)ελέμ [Bettelheim] 1975, 1978, 1983, Harnecker χωρίς χρονολογία έκδοσης, Πουλαντζά 1975, 1982α, 1982β, 1984), Rey χωρίς χρονολογία έκδοσης, 1973.

5.Για τη διάκριση μεταξύ πραγματικής (οικονομικής) κυριότητας και κατοχής βλ. Jessop 1985: 161.

6.Στην ανάλυσή μας, αυτές οι τρεις σχέσεις αποτελούν τον «μικρό αριθμό στοιχείων που είναι πάντοτε τα ίδια» (Μπαλιμπάρ 2003: 489). Εντούτοις, είναι πάντοτε τα ίδια μόνο στον γενικό τους προσδιορισμό και με την έννοια ότι αποτελούν τις σταθερές συνιστώσες των σχέσεων παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι οι τρεις αυτές σχέσεις δεν πρέπει να θεωρούνται αμετάβλητες από τον ένα τρόπο παραγωγής στον άλλο, ως εάν να ήταν σχηματισμένες από «στοιχεία» τα οποία θα «έμεναν αμετάβλητα σ’ όλους τους τρόπους παραγωγής» (Πουλαντζάς 1984: 83, βλ. επίσης Dedoussopoulos 1985: 161, Gerstein 1989: 123, 125).

7.Υποστηρίζουμε τη θέση ότι «παραγωγική εργασία» από την άποψη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής είναι η εργασία που αμείβεται από μεταβλητό κεφάλαιο (Μαρξ 1978α, 1984, Ομάδα Επιστημόνων 1981, Σταμάτης 1992, Οικονομάκης 2000). Κατά συνέπεια, «παραγωγή», από την άποψη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής, είναι κάθε διαδικασία στην οποία η εργασιακή δύναμη ανταλλάσσεται άμεσα με κεφάλαιο (βλ. στη συνέχεια για μια σύντομη ανάλυση επ’ αυτού του θεωρητικού ζητήματος.)

8.Αυτή η διάκριση μεταξύ θεμελιωδών και μη θεμελιωδών κοινωνικών τάξεων δεν σχετίζεται με τη διάκριση (που έχει τεθεί από τους Resnick and Wolff) μεταξύ «θεμελιωδών και υπαγόμενων τάξεων», η οποία αναφέρεται στη «διάκριση μεταξύ της παραγωγής και της διανομής της υπεραξίας» (1982: 2 ff.) ή του πλεονάσματος (βλ. και Resnick and Wolff 2002).

9.Πρόκειται εδώ για την περίπτωση όπου νέες τάξεις διαμορφώνονται από την ιστορική διαδικασία μετάβασης, καθώς κάποιοι τρόποι παραγωγής διαλύονται υπό το βάρος της διευρυμένης αναπαραγωγής ενός νέου κυρίαρχου τρόπου παραγωγής. Τυπικό παράδειγμα μιας τέτοιας περίπτωσης αποτελεί η τάξη των γαιοκτημόνων σε μερικές καπιταλιστικές χώρες (π.χ. Βρετανία) η οποία αναδύθηκε από το μετασχηματισμό-προσαρμογή της τάξης των φεουδαρχών: με τη διάλυση του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής, η φεουδαρχική μετασχηματίστηκε σε καπιταλιστικού τύπου κυριότητα (πλήρης κυριότητα επί της γης), και οι δουλοπάροικοι εκδιώχθηκαν από τη γη (που πλέον περιφράχτηκε από τους γαιοκτήμονες) και αποστερήθηκαν όλα τα προηγούμενα δικαιώματά τους επί της («πραγματικής οικειοποίησης», δηλαδή της κατοχής της) γης. Εντός αυτής της διαδικασίας, οι φεουδάρχες έγιναν γαιοκτήμονες με τη σύγχρονη (καπιταλιστική) έννοια: ιδιοκτήτες της γης οι οποίοι απολαμβάνουν μιας ειδικής μορφής εισοδήματος, της καπιταλιστικής γαιοπροσόδου, μέσω της ενοικίασης των γαιών τους στους καπιταλιστές ενοικιαστές της γης. Η τάξη των γαιοκτημόνων, εντούτοις, δεν αποτελεί δομικό-συστατικό στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα της κυριαρχίας του, αλλά συνιστά εκδήλωση μιας ειδικής ιστορικής εκδοχής αυτής της κυριαρχίας. Έτσι είναι κατανοήσιμο πώς έλαβε χώρα η συρρίκνωση, ακόμα και η εξαφάνιση, της τάξης των γαιοκτημόνων σε χώρες όπου η καπιταλιστική κυριαρχία οδήγησε σε διαφορετικές σχέσεις ταξικής εξουσίας στις αγροτικές περιοχές. Η συνηθέστερη ιστορική εκδοχή είναι ο κατακερματισμός των κλήρων και η ιδιοποίησή τους από τους άμεσους καλλιεργητές, ένα μέρος από τους οποίους μετασχηματίζεται έτσι σε αυτοαπασχολούμενους παραγωγούς απλών εμπορευμάτων (βλ. σχετικά και Μηλιός 2002).

10.«Ο ταξικός δομικός προσδιορισμός τους δεν μπορεί να νοηθεί παρά στη σχέση τους με την αστική τάξη και την εργατική τάξη μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας (πόλωση του ταξικού προσδιορισμού) » (Πουλαντζάς 1982β: 255).

11.«Λέγοντας “κατάλληλα αποτελέσματα” θα εννοούμε το γεγονός ότι η αντανάκλαση της θέσης μέσα στην παραγωγική διαδικασία πάνω στα άλλα επίπεδα αποτελεί ένα καινούργιο στοιχείο, που δεν μπορεί να ενσωματωθεί μέσα στο τυπικό πλαίσιο που θα παρουσίαζαν αυτά τα επίπεδα δίχως αυτό το στοιχείο» (Πουλαντζάς 1982α: 106-107).

12.Η θέση περί της ένταξης όλων των κοινωνικών ομάδων σε τάξεις προτάθηκε από τον Νίκο Πουλαντζά (1982α, 1982β), η αντίθετη από την Martha Harnecker (χωρίς χρονολογία έκδοσης). Αξίζει να σημειωθεί ότι τη στιγμή κατά την οποία διατυπώνονται οι προαναφερθείσες αντιτιθέμενες θέσεις και οι δυο θεωρητικοί ανήκαν στο ίδιο μαρξιστικό ρεύμα: την «αλτουσεριανή σχολή».

13.Ελεύθερος εργάτης με διπλή έννοια σημαίνει ελεύθερος «από τη μια με την έννοια ότι σαν ελεύθερο πρόσωπο διαθέτει την εργατική του δύναμη σαν εμπόρευμά του, και από την άλλη με την έννοια ότι δεν έχει άλλα εμπορεύματα να πουλήσει, ότι σαν το ελεύθερο πουλί είναι ελεύθερος από όλα τα πράγματα που χρειάζονται για να πραγματοποιήσει την εργατική του δύναμη» (Μαρξ 1978α: 181-182).

14.Στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής (φεουδαρχικό και ασιατικό), αντιθέτως, η κυριότητα των μέσων παραγωγής από την κυρίαρχη τάξη δεν ήταν ποτέ πλήρης. Η κυρίαρχη τάξη είχε υπό την κυριότητά της τα μέσα παραγωγής, δηλαδή αποκτούσε το υπερπροϊόν, αλλά η εργαζόμενες/κυριαρχούμενες τάξεις διατηρούσαν την κατοχή των μέσων παραγωγής. Αυτό το γεγονός συνδέεται με σημαντικά αντιστοιχούντα χαρακτηριστικά στη δομή του πολιτικού όπως και του ιδεολογικού επιπέδου. Η οικονομική εκμετάλλευση, δηλαδή η απόσπαση υπερπροϊόντος από τον εργαζόμενο, είχε ως συμπληρωματικό της στοιχείο τον άμεσο πολιτικό καταναγκασμό: τις σχέσεις πολιτικής εξάρτησης κυρίαρχου-κυριαρχουμένων και την ιδεολογική τους (κατά κανόνα θρησκευτική) αποτύπωση (Μηλιός 2002, βλ. και Μαρξ 1989: 283-314).

15.«Δεν φτάνει που οι όροι της εργασίας εμφανίζονται στον ένα πόλο σαν κεφάλαιο, ενώ στον αντίθετο πόλο υπάρχουν μόνο άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν εκτός από την εργατική τους δύναμη. Δεν φτάνει ακόμα που εξαναγκάζονται άνθρωποι να πουλούν θεληματικά τον εαυτό τους. Στην παραπέρα πορεία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναπτύσσεται μια εργατική τάξη, που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής» (Μαρξ 1978α: 761).

16.Για τη « “διπλή φύση” της διευθυντικής και της εποπτικής εργασίας» βλ. Μαρξ (1978β: 484-485) και Πουλαντζάς (1982β: 279 κ.ε.).

17.Αν για την ταξική ένταξη στην εργατική τάξη προϋποτίθεται, ως κατ’ αρχήν οικονομικό κριτήριο, η σχέση εκμετάλλευσης (ως παραγωγή υπεραξίας), η σχέση εκμετάλλευσης δεν ταυτίζεται με την ταξική ένταξη στην εργατική τάξη.

18.Ο εργαζόμενος ο οποίος αναλαμβάνει επίβλεψη και διοίκηση αντιστοιχεί σε ό,τι ο Carchedi (1977: 62-92) ορίζει ως «νέα μεσαία τάξη», η οποία εκτελεί «ταυτοχρόνως τη […] λειτουργία του κεφαλαίου και τη λειτουργία του συλλογικού εργάτη».

19.Ο Πουλαντζάς (1982β: 260) υποστηρίζει: «Η εργατική τάξη δεν οριοθετείται με βάση ένα απλό αρνητικό “καθ’ εαυτό” κριτήριο –τον αποκλεισμό της από τις σχέσεις ιδιοκτησίας– αλλά με βάση την παραγωγική εργασία » . Κατά συνέπεια, η νέα μικροαστική τάξη προσδιορίζεται από τη μη-παραγωγική εργασία. Υποστηρίζει επίσης την άποψη ότι «παραγωγική εργασία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι εκείνη που παράγει υπεραξία αναπαράγοντας άμεσα τα υλικά στοιχεία που χρησιμεύουν για υπόστρωμα στη σχέση εκμετάλλευσης: η εργασία επομένως που παρεμβαίνει άμεσα στην υλική παραγωγή παράγοντας αξίες χρήσης οι οποίες αυξάνουν τον υλικό πλούτο »· (Πουλαντζάς 1982β: 268). Επομένως, σύμφωνα με τον Πουλαντζά, οι μισθωτοί εργαζόμενοι που δεν παράγουν νέες αξίες χρήσης (νέες από φυσική άποψη) είναι μη παραγωγικοί, και ως εκ τούτου δεν είναι μέρος της εργατικής τάξης: «οι μισθωτοί του εμπορίου, της διαφήμισης, του μάρκετινγκ , της λογιστικής, της τράπεζας, των ασφαλειών κλπ. […] δεν αποτελούν μέρος της εργατικής τάξης (παραγωγική εργασία)» (Πουλαντζάς 1982β: 262). Το ό,τι, κατά τη γνώμη μας, η αντίληψη του Πουλαντζά επί της μαρξικής έννοιας της παραγωγικής εργασίας είναι μια λαθεμένη-προκλασική «φυσιοκρατική εξήγηση της παραγωγικής εργασίας» (Dedoussopoulos 1985: 42, 79) δεν θα είχε ίσως τόση σημασία εάν οδηγούσε σε συνεπείς θεωρητικά απαντήσεις επί του ερωτήματος του προσδιορισμού της εργατικής τάξης. Αλλά δεν οδηγεί, εφόσον επάγεται έναν άνευ νοήματος περιορισμό των ορίων της εργατικής τάξης και έτσι μια ανούσια διεύρυνση της νέας μικροαστικής τάξης. Σύμφωνα με τη δική μας οπτική, αντιθέτως, μισθωτοί εργαζόμενοι όπως οι εμποροϋπάλληλοι ανήκουν στην εργατική τάξη, όχι απλώς επειδή είναι παραγωγικοί (και είναι παραγωγικοί, ως αμειβόμενοι από μεταβλητό κεφάλαιο) αλλά εφόσον ασκούν αποκλειστικά τη λειτουργία της άμεσης εργασίας εντός της εργασιακής διαδικασίας. (Για τη σχετική κριτική στις θέσεις αυτές του Πουλαντζά βλ. αναλυτικότερα Οικονομάκης 2005, για το ζήτημα της «παραγωγικής εργασίας» βλ. περισσότερα στη συνέχεια).

20.Πρόκειται για τις λειτουργίες που αντιπαρατίθενται σε αυτές των κυριαρχούμενων τάξεων (παραγωγή αξίας και υπεραξίας, αναπαραγωγή των υλικών –οικονομικών, πολιτικών, ιδεολογικών– όρων της μισθωτής σχέσης) και από κοινού με αυτές οριοθετούν το πεδίο του ταξικού ανταγωνισμού κεφαλαίου-εργασίας.

21.«Ότι η “ψυχή του βιομηχανικού μας συστήματος” δεν είναι οι βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες, αλλά οι managers της βιομηχανίας, το σημείωσε ήδη ο Γιουρ» (Μαρξ 1978β: 488). Διαφορετική θέση υποστηρίζει ο Πουλαντζάς (Poulantzas 1973) αποδίδοντας την ανάδυση της νέας μικροαστική τάξης στη «μονοπωλιακή φάση» του καπιταλισμού. Για μια κριτική βλ. σχετικά Milios 2000.

22.Όπως οι Resnick και Wolff (1982: 5-6, επίσης 2002) επισημαίνουν, το εισόδημα αυτών των ταξικών μερίδων προέρχεται από τη «διανομή της υπεραξίας την οποία αποσπούν οι καπιταλιστές από τους παραγωγικούς εργαζομένους».

23.Εδώ πρέπει να θίξουμε δύο θεωρητικά ζητήματα: 1. Οι μη παραγωγικοί εργαζόμενοι, που δεν ανταλλάσσουν την εργασία τους με κεφαλαίο, δεν μπορούν να καταχωρηθούν στην εργατική τάξη, με βάση το κατ’ αρχήν οικονομικό κριτήριο της θέσης τους στις σχέσεις παραγωγής (μη παραγωγή υπεραξίας). Στο βαθμό που πρόκειται για δημόσιους υπαλλήλους, δηλαδή για φορείς που στελεχώνουν τους μηχανισμούς άσκησης της πολιτικής (και ιδεολογικής) εξουσίας της αστικής τάξης (κρατική γραφειοκρατία, εκπαιδευτικοί, στρατιωτικοί κ.ο.κ.), η κατανόηση της ταξικής τους ένταξης δεν παρουσιάζει δυσκολίες, καθώς εντάσσονται στη νέα μικροαστική τάξη (κατηγορίες ii και iii). Ένα ζήτημα γεννάται εντούτοις αναφορικά με την ταξική ένταξη των κατώτερων βαθμίδων κρατικών υπαλλήλων (π.χ. τεχνίτες ή καθαριστές-καθαρίστριες που απασχολούνται ως μόνιμο προσωπικό στις δημόσιες υπηρεσίες, τους ΟΤΑ κλπ.), καθώς και των κατώτερων βαθμίδων των μισθωτών που απασχολούνται σε προσωπικές υπηρεσίες (κηπουροί, υπηρέτες-υπηρέτριες, φύλακες, κλπ.). Μια προσέγγιση θα ήταν να θεωρηθούν μία «μη παραγωγική» μερίδα της εργατικής τάξης, με την επίκληση πολιτικοϊδεολογικών κριτηρίων. Μια άλλη να θεωρηθούν το κατώτερο στρώμα της νέας μικροαστικής τάξης. Τέλος, ορισμένες από αυτές τις κατηγορίες εργαζομένων θα μπορούσαν να θεωρηθούν «στρώματα» μη εντασσόμενα σε κάποια τάξη. Η διερεύνηση του ζητήματος αυτού υπερβαίνει τους στόχους του παρόντος κειμένου. 2. Ερχόμαστε τώρα στο ζήτημα της «παραγωγικής εργασίας» το οποίο έχουμε ήδη θίξει ακροθιγώς. Στη μαρξιστική βιβλιογραφία έχει διαμορφωθεί μια διάσταση απόψεων για το εάν το κεφάλαιο στη διαδικασία της κυκλοφορίας θα πρέπει να θεωρείται παραγωγικό ή μη παραγωγικό. Η διάσταση αυτή προκύπτει από μια αντίστοιχη θεωρητική αντίφαση που εντοπίζεται στο έργο του Μαρξ. Στα Grundrisse (όπως επίσης και στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου ), ο Μαρξ θεωρεί όλες τις μορφές κεφαλαίου εξίσου παραγωγικές (ως παράγουσες υπεραξία): «Ωστόσο, στο μέτρο που η ίδια η κυκλοφορία δημιουργεί κόστος και απαιτεί υπερεργασία, εμφανίζεται η ίδια να περιλαμβάνεται στην παραγωγική διαδικασία. […] Η κυκλοφορία μπορεί να δημιουργήσει αξία μόνο στο βαθμό που απαιτεί νέα απασχόληση ξένης εργασίας – πέρα απ’ αυτήν που αναλώθηκε άμεσα στην παραγωγική διαδικασία» (Μαρξ 1990: 397, 416). Εντούτοις, στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου ο Μαρξ ορίζει την κυκλοφορία του κεφαλαίου ως μη παραγωγική: «Έτσι λοιπόν, το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο […] δεν δημιουργεί ούτε αξία ούτε υπεραξία» (Μαρξ 1978α: 357). Πολλοί μαρξιστές θεωρητικοί (με επιφανέστερο, όπως ήδη είδαμε, τον Νίκο Πουλαντζά 1982β: 259-276, βλ. στα προηγούμενα) υιοθετούν τη δεύτερη άποψη και συνάγουν αντίστοιχα συμπεράσματα για τους μισθωτούς που απασχολούνται στο εμπόριο και γενικότερα στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις του τομέα των υπηρεσιών. Έχουμε θεωρήσει την άποψη αυτή απολύτως λανθασμένη, δηλαδή υιοθετούμε την πρώτη από τις δύο (αντιφατικές μεταξύ τους) αναλύσεις του Μαρξ (για το ζήτημα αυτό βλ. αναλυτικά Σταμάτης 1989) υποστηρίζοντας (βλ. επίσης στα προηγούμενα) ότι αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο ο Πουλαντζάς οδηγείται σε λάθη αναφορικά με τον προσδιορισμό τόσο της εργατικής όσο και της νέας μικροαστική τάξης. Προϋπόθεση για την ορθή κατανόηση του έργου του Μαρξ (αλλά και για την περαιτέρω ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας) είναι η αποστασιοποίηση από την κοινή «αγιοποιητική» στάση των περισσότερων μαρξιστών, σύμφωνα με την οποία κάθε ανάπτυξη, απόσπασμα ή φράση αυτού του έργου αποτελεί αποτύπωση της «απόλυτης αλήθειας». (Αναλυτικά για το ζήτημα αυτό βλ. Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005. Για μια παρουσίαση-κριτική των αντιφάσεων της μαρξικής θεωρίας και των αντιθέσεων μεταξύ των μαρξιστών αναφορικά με την έννοια της παραγωγικής εργασίας βλ. ανάμεσα σε άλλες εργασίες Resnick and Wolff 1982: 6-10.)

24.Η απλή εμπορευματική παραγωγή είναι γνωστή στην κοινωνιολογική και οικονομική (ειδικώς τη μαρξιστική) βιβλιογραφία (η οποία αναπτύχθηκε κυρίως σε αναφορά με το ερώτημα της ενσωμάτωσης της γεωργίας στον καπιταλισμό). Είναι ακόμη ένα θεωρητικό πεδίο όπου υπάρχει μεγάλη θεωρητική διαφωνία μεταξύ των ερευνητών. Το κρίσιμο σημείο αυτής της διαφωνίας θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί ως ο τύπος της ενσωμάτωσης της απλής εμπορευματικής παραγωγής στον καπιταλισμό (το ερώτημα της εκμετάλλευσης και ταξικής ταυτότητας των απλών εμπορευματοπαραγωγών). Στο ζήτημα αυτό βρίσκουμε διαφορετικές θεωρητικές εκδοχές όπως αυτές των Banaji (1976, 1977), Βεργόπουλου και Αμίν (Βεργόπουλος 1975, Βεργόπουλος & Αμίν χωρίς χρονολογία έκδοσης) και Chevalier (1982, 1983), οι οποίοι συμφωνούν ότι οι απλοί εμπορευματοπαραγωγοί πρέπει να ιδωθούν ως προλετάριοι «αμειβόμενοι με το κομμάτι». Για μια κριτική αυτών των απόψεων βλ., μεταξύ άλλων εργασιών, Martin 1977, Wolpe 1980, Goodman and Redclift 1982, Dedoussopoulos 1985, Οικονομάκης 2000. Δεν προτιθέμεθα να εξετάσουμε αυτές τις προσεγγίσεις εδώ, περιοριζόμενοι σε μια συνοπτική παρουσίαση του κύριου επιχειρήματός μας.

25.Η απουσία εκμετάλλευσης ξένης (μισθωτής) εργασίας εντός της εργασιακής διαδικασίας της απλής εμπορευματικής παραγωγής είναι ένας λόγος για τον οποίο κάποιοι μαρξιστές ορίζουν την απλή εμπορευματική παραγωγή ως μια μορφή (και όχι έναν τρόπο ) παραγωγής. Ακολουθώντας αυτή την προβληματική (βλ. σχετικά στα προηγούμενα), δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να σημειώσουμε ότι δεν λαμβάνουμε υπόψη μας το ερώτημα της ύπαρξης ή μη εκμεταλλευτικών σχέσεων εντός της (οικογενειακής) συλλογικής οντότητας, του τύπου (μάλλον φεουδαλικού) που αναλύουν οι Resnick και Wolff’s (2002: κυρίως κεφάλαιο 7). Εντούτοις, η διερεύνηση ενός τέτοιου ζητήματος είναι έξω από τους ερευνητικούς σκοπούς του παρόντος άρθρου.

26.«Είναι δυνατό αυτοί οι παραγωγοί, που εργάζονται με δικά τους μέσα παραγωγής, να αναπαράγουν όχι μόνο την εργατική τους δύναμη, αλλά να δημιουργούν και υπεραξία, γιατί η θέση τους επιτρέπει σ’ αυτούς να ιδιοποιούνται τη δική τους υπερεργασία ή ένα μέρος της (γιατί ένα μέρος αφαιρείται απ’ αυτούς με τη μορφή φόρων κλπ.» (Μαρξ 1984: 456).

27.«Η προλεταριοποίηση για τον Λένιν […] δεν υπονοεί αναγκαία την εμφάνιση άμεσων παραγωγών αποστερημένων από τα μέσα παραγωγής τους, αλλά μάλλον την ανάγκη, την προκαλούμενη από την ανάπτυξη του καπιταλισμού, κάποια μέλη του αγροτικού νοικοκυριού να εμπλακούν σε μισθωτή απασχόληση. Το εισόδημα από μια τέτοια απασχόληση μπορεί να συνεισφέρει στην επιβίωση της μικροϊδιοκτησιακής αγροτικής οικογενειακής παραγωγής» (Dedoussopoulos 1985: 152).

28.Η τάξη η οποία είναι «φορέας» μόνο της χρήσης στον ΥΤΠ (μισθωτή εργασία) μπορεί να αποκληθεί «νόθα εργατική τάξη» σε διάκριση προς την εργατική τάξη που συγκροτείται εντός του ΚΤΠ (βλ. Οικονομάκης 2000, Economakis 2005).

29.Η ανάλυση του Carchedi (1977: 87) επί της «παλαιάς μεσαίας τάξης» βρίσκεται κοντά στην επιχειρηματολογία που αναπτύξαμε. Όπως ο ίδιος θέτει το ζήτημα, αυτή η τάξη «περιλαμβάνει όψεις και από τις δυο τάξεις», την καπιταλιστική και την εργατική.

30.Αυτή η προβληματική σχετικά με τον υβριδικό τρόπο παραγωγής είναι παρεμφερής με εκείνη του Wright (1980, 1983, 1997) αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ ΑΕΠ και ΥΤΠ ή μεταξύ ΚΤΠ και ΥΤΠ, αν και σε ένα διαφορετικό θεωρητικό πλαίσιο (βλ. Οικονομάκης 2000: 135-136, 396-398).

31.Όπως ορθά παρατηρεί ο de Ste Croix (1984: 102): «Εάν οι σκλάβοι της αρχαιότητας πρέπει πράγματι να θεωρηθούν ως τάξη, τότε ούτε η ταξική συνείδηση, ούτε η κοινή πολιτική δράση (και οι δύο ήταν πέρα από τη δυνατότητα των αρχαίων σκλάβων) δεν φαίνονται να δικαιούνται να θεωρηθούν ως αναγκαία στοιχεία της τάξης, σύμφωνα με το μαρξικό σύστημα».

32.«Die Gedanken der herrschenden Klasse sind in jeder Epoche die herrschenden Gedanken», Marx/Engels, Η Γερμανική Ιδεολογία [ Die Deutsche Ideologie ] (1845-46) (Μαρξ – Ένγκελς 1994: 94).

33.Για το λόγο αυτό, σε ό,τι ακολουθεί θα μας απασχολήσει αποκλειστικά η επιχειρηματολογία του Πουλαντζά (1975, 1982β).

34.Η Harnecker (χωρίς χρονολογία έκδοσης: 198) ορθώς υποστηρίζει ότι: «Είναι άλλο πράγμα να μιλάμε για τις κοινωνικές τάξεις […] –[ως] βασικά αποτελέσματα των σχέσεων παραγωγής– και άλλο να μιλάμε για τα αποτελέσματα που μπορούν να παράγουν οι τάξεις στα διάφορα επίπεδα της κοινωνίας: ιδεολογικά, πολιτικά ή οικονομικά αποτελέσματα».

35.Άλλωστε «ο προσδιορισμός των κοινωνικών τάξεων ανάγεται στις πολιτικοϊδεολογικές σχέσεις» (Πουλαντζάς 1982β: 31).

36.Ο ίδιος ο Πουλαντζάς (1982β: 368) παραδέχεται τα εξής: «Τον κυριότερο ρόλο στην περίπτωση αυτή τον έχει εδώ όχι το σχολείο (διανοητική εργασία), αλλά ο ειδικός μηχανισμός που λέγεται οικογένεια : πρόκειται για τον ρόλο που παίζει η οικογενειακή εκμετάλλευση στην οικονομική μορφή ύπαρξης αυτών των φορέων». Και εάν έτσι έχουν τα πράγματα, και εφόσον η σημασία της συνοχής της οικογενειακής συλλογικής οντότητας είναι πολύ περισσότερο κρίσιμη στην περίπτωση της εργασιακής διαδικασίας της ΑΕΠ έναντι εκείνης του ΥΤΠ, μπορούμε να αναμένουμε ότι οι κατεξοχήν παραδοσιακές αξίες θα φωλιάζουν στο εσωτερικό της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης.

37.Σύμφωνα με τον Wright (1980: 348), «[α]κόμα και αν η περίπτωση των μη παραγωγικών εργαζομένων [με την έννοια του Πουλαντζά/Γ.Μ.-Γ.Οι.] είχε θεμελιωδώς διαφορετικά συμφέροντα από την εργατική τάξη, θα ήταν ακόμα πολύ δύσκολο να τους προσδιορίσεις ως μικροαστούς, “νέους” ή οτιδήποτε άλλο». Ο Laclau (1983: 128-129), κρίνοντας τη λογική των κατά Πουλαντζά «αποτελεσμάτων» ως κριτήριο ταξικού προσδιορισμού, σημειώνει πως ο Πουλαντζάς δεν ακολουθεί τη λογική αυτή με συνέπεια, αφού θα έπρεπε να θέσει και ως προς την εργατική τάξη το ερώτημα «αν η θέση ορισμένων μη παραγωγικών μισθωτών στρωμάτων στο επίπεδο των οικονομικών σχέσεων μπορεί να παράγει παρόμοια αποτελέσματα [με εκείνα της εργατικής τάξης] στο επίπεδο των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων, πράγμα που θα μας επέτρεπε να τα εντάξουμε στην εργατική τάξη».

38.Η νέα μικροαστική τάξη «πέτυχε διαμέσου ορισμένων καθεστώτων και ορισμένων πολιτικών κρίσεων να εκτοπίσει ένα μεγάλο μέρος της παλιάς αστικής τάξης και να πάρει […] τη θέση της (αυτό συνέβηκε λ.χ. στην Αίγυπτο του Νάσσερ) […] παίρνοντας κυρίως τη μορφή της κρατικής αστικής τάξης » (Πουλαντζάς 1982β: 369).

39.Μπετελέμ 1978. Der X. Parteitag der Kommunistischen Partei Chinas 1973. Μάο Τσετούνγκ (1975, 1976).

40.Επομένως έχει δίκιο ο Πουλαντζάς (1982β: 369) όταν παρατηρεί ότι «στις περιπτώσεις αυτές είναι πολιτικά κυρίαρχη τάξη, σαν αστική ακριβώς τάξη (που πήρε τη θέση της παλιάς) και όχι πλέον σαν μικροαστική τάξη».

41.Έχουμε, βεβαίως, επίγνωση ότι πολλά ζητήματα παραμένουν ανοικτά ή χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης. Ας μας επιτραπεί να αναφέρουμε επιγραμματικά τρία από αυτά: 1. το ζήτημα της ιδιαίτερης συνοχής (στο πλαίσιο της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης) των αυτοαπασχολούμενων αγροτών (λόγω της απουσίας μεγάλων αγροτικών επιχειρήσεων από τη μια και της ειδικής σχέσης που έχει ο αγροτικός τομέας με το κράτος μέσω των ασκούμενων πολιτικών τιμών και επιδοτήσεων από την άλλη). 2) το ζήτημα, στο οποίο επίσης αναφερθήκαμε νωρίτερα, αν εντάσσονται στην εργατική τάξη οι άμεσα εργαζόμενοι μισθωτοί εκείνων των εταιρειών παραγωγής προϊόντων υψηλής τεχνολογίας που απασχολούν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα επιστημονικό προσωπικό υψηλής ειδίκευσης (καίτοι αυτοί οι εργαζόμενοι ανήκουν στις «κορυφές» της «πνευματικής εργασίας»). 3) το ζήτημα της (ιδεολογικής και πολιτικής) ενότητας συγκεκριμένων επαγγελματικών ομάδων (όπως π.χ. οι δικηγόροι ή οι μηχανικοί), παρά το γεγονός ότι εντάσσονται στις δύο μικροαστικές τάξεις ή στη μεσαία αστική τάξη ή ακόμη και στην εργατική τάξη (για την περίπτωση των δικηγόρων: στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη οι αυτοαπασχολούμενοι, στη μεσαία τάξη οι μικροί εργοδότες, στη νέα μικροαστική τάξη οι μισθωτοί των καπιταλιστικών επιχειρήσεων και του Δημοσίου, στην εργατική τάξη οι χωρίς διευθυντικό ρόλο απασχολούμενοι ως μισθωτοί σε καπιταλιστικές δικηγορικές εταιρείες – κατηγορία 2).

Πηγή: Θέσεις