Αγαπημένε Che

Σήμερα συμπληρώνονται 46 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε. Το Barikat δημοσιεύει, στα πλαίσια αυτής της ημέρας μνήμης, μια συνέντευξη ενος από τους σημαντικότερους ανθρώπους της διανόησης του πολιτισμού στην αμερικανική ήπειρο, του Eduardo Galeano στον Iosu Perales που δημοσιεύθηκε στο βιβλιo με τίτλο «Αγαπημένε Che».

 

 

 

Ας αρχίσουμε την συζήτηση μιλώντας για την προσωπικότητα του Τσε. Ο αντάρτης της Σιέρα Μαέστρα, ο μύθος της Βολιβίας, είναι ίσως ο πιο γνωστός παγκοσμίως. Ωστόσο ο Τσε έχει μια πολύπλευρη συνεισφορά, που επικεντρώνεται στην ανάδειξη του υποκειμενικού παράγοντα της επανάστασης. Αναδεικνύεται δηλαδή, στα γραπτά του, στην συμπεριφορά του, ο ρόλος του ανθρώπου στον μετασχηματισμό της κοινωνίας , η σταθερή του προσήλωση στην ουτοπία του κομμουνισμού.

Τον κατηγόρησαν για βολονταρισμό επειδή επέμενε πολύ στον παράγοντα άνθρωπο. Εγώ πιστεύω ότι αυτό δεν είναι βολονταρισμός, με την αστική έννοια, αλλά απλή επαναφορά στην πραγματικότητα αυτού που είναι αυτονόητο, γιατί οι αιτιοκρατικές μηχανιστικές αντιλήψεις, για τις οποίες ο Μαρξ δεν ευθύνεται, θέτουν την ελευθερία έξω από τον άνθρωπο, όπως ο Πλεχάνοφ που σε ορισμένα γραπτά του, μοιάζει να υποβαθμίζει την ελευθερία του ανθρώπου, στην ελευθερία που έχει το φεγγάρι να περιστρέφεται γύρω από την γη. Ο Τσε τοποθετεί την ελευθερία στην συνείδηση και στον πρωταγωνιστικό ρόλο που αυτή παίζει στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι οικονομίστικες αντιλήψεις προδίδουν τον μαρξισμό, και τον υποβαθμίζουν σε έναν απλό ωρολογιακό μηχανισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο σοσιαλισμός είναι εφικτός επειδή ήρθε η ώρα του και έχει ήδη καθοριστεί τι πρέπει να συμβεί. Ακόμα και με το άσθμα του ήταν ολοκληρωμένος. Θα πρέπει να σημειώσουμε το ιστορικό γεγονός ότι στον Τσε δεν υπήρχε αντίφαση σε αυτό που είπε και σε αυτό που έκανε, και αυτό είναι που δεν του συγχωρούν οι δογματικοί. Αμφισβήτησε την εξουσία και το χρήμα και έπαιξε τη ζωή του κορώνα-γράμματα. Τοποθετήθηκε ενάντια σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα με δύο μέτρα και σταθμά. Ο Τσε προειδοποιούσε για τον κίνδυνο της απληστίας, λέγοντας «προσέξτε  τους κινδύνους της απληστίας» και γι αυτό, αυτοσαρκαζόταν που τα χαρτονομίσματα είχαν την υπογραφή του, όταν ήταν πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας.Έλεγε, προσέξτε τις παραχωρήσεις που κάνουν τον εγωισμό κινητήριο μοχλό της επανάστασης και της ζωής, γιατί αυτές οι παγίδες με έναν μαγικό τρόπο βάζουν τέλος στην επανάσταση , εμπεριέχονται μέσα στην κοινωνική επανάσταση και επιβιώνουν στον καπιταλισμό, σαν ένα δηλητήριο που μπορεί να γαμήσει την διαδικασία οικοδόμησης της νέας κοινωνίας.

Μιλάτε για έναν εξαιρετικό άνθρωπο. Πολλές φορές όμως αναρωτιέμαι, ότι δεν έχουμε σταματήσει να εξιδανικεύουμε τον Τσε, οικοδομώντας μια θεϊκή εικόνα γι αυτόν, και παρασυρόμαστε σε αυτό, γιατί τελικά έχουμε ανάγκη από έναν νέο θεό.

Μετά τον θάνατό του, το σύστημα διαπίστωσε ότι αυτό που αντιπροσώπευε ο Τσε ήταν πολύ επικίνδυνο, και στην συνέχεια προσπάθησε να το ελέγξει. Πώς να το πω; Η προσπάθεια εμπορευματοποίησής του επιχείρησε να λανσάρει ένα είδος Mπούφαλο Μπίλ της αριστεράς. Ταυτίζουν τον Τσε με την ένοπλη βία και προσπαθούν να υποβαθμίζουν το έργο και την σκέψη του, μόνο στο στρατιωτικό τομέα. Ακόμα και η αριστερά το άφησε να πλανάται, δεν έχει βέβαια σημασία, γιατί ένας μύθος αληθινός και όχι ψεύτικος, είναι ένας μύθος επικίνδυνος. Ο Τσε θα μπορούσε να κάνει λάθος σε κάποια ζητήματα. Η αποτυχία στη Βολιβία δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από την προδοσία της αριστεράς εκεί, αλλά θεωρώ ότι ήταν λάθος εκτίμηση του χρόνου και του τόπου. Επέλεξε ένα μέρος αραιοκατοικημένο, ερημωμένο, που η αγροτική μεταρρύθμιση θα έκανε περισσότερο κακό παρά καλό, και η γενικότερη κατάσταση δεν ήταν αυτή που πίστευε. Εκεί διεξήχθη ένας διάλογων κωφών, για τον αντάρτικο «εστιασμό» και το χώρο , για το αν είναι η υποτιθέμενη σπίθα που θα αναφλέξει το λιβάδι ή αν το λιβάδι ήταν ευνοϊκό για τη σπίθα. Ο Τσε και οι άνθρωποί του βρισκόταν σε απόλυτη μοναξιά. Όμως το ουσιαστικό μήνυμά του δεν ήταν σε λάθος χρόνο και τόπο, παρότι αλλοιώθηκε με μια εικόνα του, που εμφανίζεται ως κυρίαρχη και έφτασε σε σημείο να υποβαθμίσει και να αμβλύνει την ουσία, που αναπαράγεται στο χρόνο. Με άλλα λόγια, το μήνυμά του ξεπερνάει την αντίληψή του για τον «εστιασμό», και μπορεί να συζητηθεί, να αμφισβητηθεί και να τροφοδοτηθεί με επιχειρήματα.

Θέλετε να πείτε, ότι το σημαντικό είναι η ουσία και όχι το φαινομενικό και συγκυριακό;

Φυσικά, τα γεγονότα ολοκληρώνονται όταν αποδεικνύονται. Η αντίληψή του για την διεύρυνση και όχι την απομόνωση της επανάστασης – αυτό ήταν το δράμα της επανάστασης στην Σοβιετική Ένωση – είναι το σημαντικό. Η αντίληψη του εξειδικεύεται για την επανάσταση σε όλη την ήπειρο (Λατινική Αμερική). Και νομίζω ότι ο Τσε είχε πάντα την ανησυχία να μην καταλήξει η Κούβα ένα είδος «λεκέ στη θάλασσα», μια εξαίρεση στον κανόνα. Δυστυχώς, δεν έζησε για να δει την νίκη της Επανάστασης στη Νικαράγουα, που ήταν μια επιβεβαίωση ότι η Κούβα δεν είναι μόνη. Από το 1979 εκεί κάτω, η ίδια η κουβανική επανάσταση που έπαιξε ζωτικό ρόλο στον θρίαμβο των Σαντινίστας, κατά κάποιο τρόπο τροφοδοτείται από την εμπειρία της Νικαράγουα. Γι’ αυτό, και σωστά λένε οι Νικαραγουάνοι ότι δεν πρόκειται να κάνουν μια άλλη Κούβα, αλλά μια άλλη Νικαράγουα. Αλλά αυτή η εμπειρία, η οποία δεν είναι πρότυπο, δεν αντιγράφεται, επηρεάζει την Κουβανική εμπειρία και το αντίστροφο. Είναι αναγκαίος ο διάλογος, και οι διάλογοι που γίνονται με τον καθρέπτη ή τον τοίχο, δεν είναι πραγματικοί. Αυτό που είναι λυπηρό είναι ότι ο Τσε δεν πρόλαβε να δει με τα μάτια του, να αισθανθεί τα νέα επαναστατικά σκιρτήματα της Λατινικής Αμερικής.

Μου φαίνεται ελκυστική η ιδέα των κατόπτρων, με την έννοια ότι ένα μόνο, δεν είναι αρκετό. Δεν νομίζω ωστόσο ότι η στρατηγική του Τσε για την Λατινική Αμερική ήταν τόσο μονολιθική.

Η ιστορία της Λατινικής Αμερικής είναι μία ιστορία τρελή, και η πραγματικότητά της είναι πολύπλευρη και σύνθετη, και απαιτείται πάνω από ένας καθρέπτης για να εξετάσουμε το υπόλοιπό της πρόσωπο. Και γι αυτό, τα συστήματα της Λατινικής Αμερικής βαδίζουν αργά ή γρήγορα στο τέλος τους και θα ναυαγήσουν πάνω στα βράχια της πραγματικότητας. Ο Τσε δεν έκανε λάθος όταν έλεγε ότι οι επιφανειακές αλλαγές δεν θα επιβιώσουν, και οι βαθιές αλλαγές απαιτούν την αναγκαία βία, αλλά είπε επίσης ότι δεν πρέπει να υπάρχει σύγχυση, ότι ο ένοπλος αγώνας για να αποκρυσταλλώσει αυτές τις βαθιές αλλαγές, απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις και όταν υπάρχει ανοικτό πολιτικό πεδίο πρέπει τα βήματά μας να είναι πολύ προσεχτικά. Πολλές γκάφες έγιναν επικαλούμενες τον Τσε, ενάντια στις παραινέσεις του και σε αντίθεση με τις θέσεις του.

Με σοκάριζε πάντα αυτή η ιδέα του Τσε, ότι ο επαναστάτης πρέπει πάντα να κινείται με συναισθήματα αγάπης. Όταν χρειάζεται να συσσωρευτεί τόσο μίσος, ώστε να πούμε «φτάνει πια», πως είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτή η αρμονία αγάπης και μίσους;

Πιστεύω ότι η αγάπη και το μίσος πάνε μαζί, είναι απόλυτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Όποιος αγαπά την ελευθερία, μισεί το αντίθετό της, κάθε αγάπη που δεν περιλαμβάνει το μίσος είναι ατελής και υποκριτική. Σε αυτή την ιδέα του Τσε δεν υπάρχει ίχνος πουριτανισμού. Η πραγματικότητα της ζωής δεν έχει καμία σχέση με την υποκριτική ηθική.

Ο Τσε ζει;

Κοίτα, σε μια γη σαν την Λατινική Αμερική, που η ασθένεια της ανικανότητας είναι χρόνια και που στο όνομα του ρεαλισμού κηρύσσουν την παραίτηση και μας καλούν να περιμένουμε και να περιμένουμε, ελπίζοντας να κουραστούμε από την αναμονή, ο Τσε είναι ο ανυπόμονος, ο άνθρωπος της ελπίδας και γι’αυτό είναι ένας προφήτης, ένας είδος Ησαΐα της Λατινικής Αμερικής, ένας κήρυκας μιας άλλης εποχής. Ίσως πρέπει να πούμε ότι και εμείς επίσης, έχουμε την υπομονή να περιμένουμε τον Τσε, την επιστροφή του Τσε. Σίγουρα, ο Τσε ζει στον καθένα που πιστεύει σε αυτά που ο ίδιος πίστευε, και ζει μέσα στα μεγάλα λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα, σε αυτή τη γη που δεν την έχει καταδικάσει κανένας θεός σε αυτή την δυστυχία.

 

Πηγή: Nuestra America, 2003 (Fuente: SoloLiteratura.com y Bolivianet.com). Μετάφραση κειμένου: Βαγ. Γονατάς & Λ. Κωνσταντίνου από το Guevaristas

 

https://barikat.gr/content/agapimene-che

Πανεπιστήμιο όχι μόνο για όλους, αλλά για όλα!

Πώς φτάσαμε ως εδώ;

Του Παναγιώτη Δήμα

«Από τα πολλά άτομα τα οποία είμαι, από τα οποία είμαστε, δεν μπορώ να κατασταλάξω σε ένα μόνο.»
Πάμπλο Νερούδα, “Είμαστε πολλοί”

Ας μην γελιόμαστε, το δημόσιο πανεπιστήμιο βρίσκεται σε κρίση… Οι ίδιοι οι όροι για τη συνέχιση της λειτουργίας του κάθε μέρα γίνονται πιο δύσκολοι και ανυπέρβλητοι. Σε πολλά ιδρύματα κόβονται μια και καλή οι πανεπιστημιακές σημειώσεις και εκδόσεις, οι εκφωνήσεις για τις ασκήσεις και τις εργασίες τυπώνονται πια από τους φοιτητές, τα εργαστήρια και οι αίθουσες διδασκαλίας ψάχνουν απεγνωσμένα λέκτορες, βοηθούς και διδακτικό προσωπικό για να τις γεμίσουν. Οι διάδρομοι έχουν χάσει αυτή την ευχάριστη ανακατωσούρα με τα σπρωξίματα, το συνωστισμό, τις αναπάντεχες (και πολλές φορές ακόμη και αμήχανες) συναντήσεις με ανθρώπους που μοιράζονται μαζί σου τα ίδια άγχη και τις ίδιες ανησυχίες, τα ίδια όνειρα και την ίδια καθημερινότητα.

Το «άλλο»

Οι αιτίες γι΄ αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση είναι πολύπλευρες και διαφορετικές, αλλά σίγουρα κάποιες από αυτές είναι αντικειμενικές και άλλες υποκειμενικές. Με άλλα λόγια, πολλές από αυτές πηγάζουν από τον ίδιο το χαρακτήρα του πανεπιστημίου: οι περισσότεροι φοιτητές ψάχνουν πως θα μαζέψουν όλο και περισσότερες δεξιότητες και ατομικές ικανότητες, τα μαθήματα τα αντιμετωπίζουμε σαν ένα εργαλείο για να γίνουμε καλύτεροι επαγγελματίες από τον διπλανό μας, ενώ συχνά καταλαβαίνουμε τη σχέση μας με τους διδάσκοντες (όποιοι κι αν είναι αυτοί) σε ένα μεταφυσικό επίπεδο, όπου ο ένας κατέχει την απόλυτη αυθεντία ενώ ο άλλος τίποτα. Παράλληλα, τα μαθήματά μας φαίνεται να χωρίζονται από κάποια στεγανά, κάποιους διαχωριστικούς τοίχους όπου δεν τα αφήνουν να μπλεχτούν, να αλληλοαμφισβητηθούν, να σχηματίσουν κρίση και προβληματισμούς. Ακόμη κι ο ελεύθερος χρόνος μας έχει μετατραπεί σε μια γκρίζα ζώνη, σε μια μαύρη τρύπα που καταπίνει τις ανάγκες μας. Έχει γίνει μια αχαρτογράφητη περιοχή που χρησιμεύει μόνο στην προετοιμασία των μαθημάτων και των υποχρεώσεων της επόμενης μέρας και όχι στη δοκιμασία όλων όσων αποκομίζουμε από το πανεπιστήμιο εκεί που πραγματικά μετράνε: έξω στους δρόμους και στην κοινωνία.

Το «δικό μας»

Από την άλλη, πολλές από τις αιτίες έχουν να κάνουν με εμάς τους ίδιους και φυσικά με τον τρόπο που όλη αυτή η γενικευμένη μελαγχολία μας έχει επηρεάσει και μας επηρεάζει κάθε μέρα. Μέσα στο πανεπιστήμιο γίνεται δύσκολο έως ακατόρθωτο να εντοπίσουμε την κοινότητα. Όχι τη λέξη φυσικά, αυτή μπορεί να την βρει οποιοσδήποτε αν δει μερικούς ανθρώπους μαζεμένους έξω από ένα κυλικείο ή ένα αμφιθέατρο, αλλά την έννοια. Την αντίληψη ,δηλαδή, ότι το πανεπιστήμιο δεν είναι χώρος κατάρτισης αλλά πάνω απ’ όλα είναι κοινωνικός χώρος. Την αντίληψη που πάνω και πέρα απ’ όλα είναι συναντίληψη, είναι η δύναμη που μας κινητοποιεί να συζητάμε μεταξύ μας, να αποφασίζουμε για τη ζωή και τις αξίες μας, να διαφωνούμε και να συνθέτουμε, να βρισκόμαστε όλοι μαζί όταν όλος ο κόσμος μας θέλει χώρια και απομονωμένους. Την έννοια που θέλει και επιδιώκει ένα ελεύθερο πανεπιστήμιο όπου η επανοικειοποίηση και η επανάχρηση ενός κλειστού δημόσιου χώρου (όπως ένα κυλικείο ή μια άδεια αίθουσα) δε θα συμβολίζει μια παράνομη πράξη αλλά μια νέα καθημερινότητα.

Τα όνειρά μας κομμάτι ενός νέου παραδείγματος

Όμως, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από την παραπάνω κατάσταση μπορούμε αλήθεια να το κάνουμε βασισμένοι σε παλιές έννοιες και σε παλιά εργαλεία? Ή μήπως ενώ αντιστεκόμαστε στην εντεινόμενη εξαθλίωση επιδιώκουμε να γυρίσουμε σε μια παλιά κατάσταση πριν την κρίση όπου όλα ήταν καλώς καμωμένα? Η απάντηση οφείλει να είναι όχι και στα δύο. Από τη μια μεριά γιατί δε μπορούμε να φανταστούμε μια διαδικασία που θα μετασχηματίσει το πανεπιστήμιο χωρίς να μετασχηματίσει και τους ίδιους τους φορείς και τα υποκείμενά της, δηλαδή τους ίδιους τους φοιτητές. Από την άλλη μεριά γιατί το παλιό πανεπιστήμιο δημιουργούσε ακριβώς τις προϋποθέσεις και έστρωνε το έδαφος για τον πλήρη εξευτελισμό του, αναπαράγοντας τον αποκλεισμό και την εκμετάλλευση των φοιτητών-μελλοντικών εργαζόμενων μέσα από τις δομές και τις πρακτικές του…

Όμως τελικά εμείς ποιο πανεπιστήμιο θέλουμε;

Η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο άμα δούμε όλοι μας τις διαφορετικές αφετηρίες μας, τις προσωπικές και συλλογικές μας ανησυχίες, τις διαφορετικές όψεις των χαρακτήρων, των προσωπικοτήτων, των εαυτών μας. Αν όλοι αναρωτηθούμε για τις κοινωνικές μας ανάγκες αλλά και τις πολλαπλές μας ταυτότητες εν τέλει. Σίγουρα, όμως, ξεκινώντας από την διαίσθηση και την εμπειρία μπορούμε να «πιάσουμε» φευγαλέα κάποιες όψεις του…
Πρώτα-πρώτα, είναι ξεκάθαρη η απόσταση ανάμεσα στον καθηγητή-διδάσκοντα και τον φοιτητή-διδασκόμενο. Η απόσταση αυτή, όμως, δεν πρέπει να διανυθεί αλλά να καταργηθεί: να αμφισβητήσουμε και τις δύο έννοιες. Μέσα από διαδικασίες που έχουν στον πυρήνα τους το συμμετοχικό και το αντιπαρατιθέμενο. Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, ένα σχήμα όπου για την εκπόνηση ενός θέματος οι φοιτητές θα λειτουργούν σε ομάδες σε μια αίθουσα. Με τους καθηγητές να κατεβαίνουν από την έδρα ή το βήμα τους και να περπατούν ανάμεσα στους φοιτητές, όχι λύνοντας απορίες αλλά εμπλεκόμενοι κι οι ίδιοι στη διαδικασία μάθησης. Από την άλλη, οι φοιτητές βοηθούν άλλες ομάδες ενώ εξερευνούν πολλαπλές προσεγγίσεις στο ίδιο πρόβλημα ξεκινώντας από πολλά διαφορετικά ερεθίσματα. Σκεφτείτε μια διάλεξη όπου δε θα εκφωνείται μία αλήθεια και μία αντίληψη, αλλά δύο ή περισσότερες διαφορετικές και μετά θα ακολουθεί συζήτηση ανάμεσα στον “από πάνω” και τους “από κάτω”. Συζήτηση που θα αποτυπώνεται σε επόμενες διαλέξεις που θα προετοιμάζουν οι ίδιοι οι φοιτητές, αναλαμβάνοντας περιοδικά το ρόλο του διδάσκοντα.

Σε ένα δεύτερο χρόνο, είναι μεγάλη η αντίθεση και ο διαχωρισμός ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική. Μια αντίθεση που ιστορικά δεν δικαιολογείται αν δούμε την παραγωγή επιστημονικής θεωρίας ως απότοκο της παρατήρησης και του πειράματος. Η λογική αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα από ένα μοντέλο που θα βασίζεται στο πανεπιστήμιο του παραδείγματος, των εργαστηρίων και των workshop, του κοινωνικού πειραματισμού και της αυτενέργειας. Ένα εργοτάξιο σε μικρογραφία, η εκπόνηση ενός σχεδίου ανάπλασης για μια περιοχή στο κέντρο μιας πόλης, η συνέντευξη από κατοίκους περιοχών για το πώς φαντάζονται τη γειτονιά τους, μια μορφή και ένα πλαίσιο συμμετοχικού σχεδιασμού μιας επαρχίας-πόλης-κοινότητας καταργούν τα στεγανά ανάμεσα στο πανεπιστήμιο που σκέφτεται και την κοινωνία που εκτελεί. Η ίδια η κοινωνία εμπλέκεται σε μια συνεχή διαδικασία αναθεώρησης, σκέψης και παραγωγής γνώσης. Το πανεπιστήμιο και η γνώση με άλλα λόγια κοινωνικοποιούνται ενώ το κοινωνικό στοιχείο πολιτικοποιείται μέσω της αυτοθέσμισης των διαφόρων ομάδων (οργανωμένων ή αυθόρμητων).

Παράλληλα, ένα πανεπιστήμιο εκφράζει και μια χωρικότητα. Και όταν λέμε χωρικότητα δεν εννοούμε μόνο την έκταση που καταλαμβάνει, αλλά τους μετασχηματισμούς και τις αλλαγές που προκαλεί στον ίδιο το χώρο και την αντίληψη που τρέφουμε και αναπαράγουμε γι αυτόν. Μια ομάδα φοιτητών που “μπουκάρει” σε ένα άδειο δωμάτιο για να το μετατρέψει σε χώρο διαλόγου, ζύμωσης και ικανοποίησης καθημερινών αναγκών ανοίγει καινούριους δημόσιους χώρους εντός των σχολών, μετατοπίζει τους παλιούς, αναγκάζει απόμακρο κόσμο να ξαναβρεί το κοινωνικό, να θυμηθεί ή να μάθει πως συζητάμε. Ένα πανεπιστήμιο ή ένας φοιτητικός σύλλογος που διοργανώνει μια εξωστρεφή δράση σε μια πλατεία ή σε ένα κεντρικό χώρο διευρύνει την έννοια του ασύλου και της αντίστασης εκτός των τειχών του, ενώ αναδεικνύει τις αρχές της αλληλεγγύης και της αυτονομίας. Ένα κοινωνικό παντοπωλείο σε κάθε σχολή γεννά αποκεντρωμένα πρότυπα παραγωγής, ενώ πολεμά την υπεραξία που αποσπάται από το κόστος μετακίνησης των αγαθών.

Συν τοις άλλοις, ένα ριζοσπαστικό πανεπιστήμιο είναι αυτό που συνδέεται οργανικά με την παραγωγή. Όχι όμως με μια παραγωγή που βασίζεται στη στοχοθεσία του κέρδους και της εμπορευματικής ολοκλήρωσης, αλλά μια παραγωγή που θα δημιουργεί μέσα στο πανεπιστήμιο εστίες αποανάπτυξης, παράγοντας ιδέες και καινοτομίες σε πολλά επιμέρους σημεία και διασπαρμένους χώρους και αντιστεκόμενη σε ένα πρότυπο που θέλει τις ιδέες να δημιουργούνται κεντρικά σε ένα “καταξιωμένο θύλακα γνώσης” και έπειτα να διανέμονται. Μια παραγωγή που θα δημιουργεί ανθρώπους με ολόπλευρες προσωπικότητες, που θα αφομοιώνουν στην πράξη το σύνολο των διαδικασιών και θα περνούν από τον ένα κλάδο στον άλλο, σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας ή με την ατομική τους κλίση.

Ταυτόχρονα, υπό καθαρή αμφισβήτηση οφείλει να μπει και η ίδια οντότητα της γνώσης, το αντικείμενό της, καθώς και οι πυρήνες που την εκπέμπουν. Ήρθε μάλλον η στιγμή να πιστέψουμε σε ένα πανεπιστήμιο, στο οποίο η γνώση, δεν θα κατοικεί στα κεφάλια λίγων και εκλεκτών, ούτε θα σαπίζει σε σκονισμένες βιβλιοθήκες, αλλά θα ανανεώνεται και θα αλληλεπιδρά πλήρως με την καθημερινότητα και τις ανάγκες των φοιτητών. Αυτό καταβαραθρώνει το πρότυπο μιας πανεπιστημιακής ελίτ, που ανταγωνίζεται σε ένα υψηλό επίπεδο, πίσω από κλειστές πόρτες εργαστηρίων, αλλά παράλληλα δίνει την ευκαιρία για μια ανατροφοδότηση στην πανεπιστημιακή έρευνα, και την καθοδήγηση της σε πιο ανθρωποκεντρικούς δρόμους.

Φτάνοντας στο τέλος αυτού του κειμένου ίσως να αντηχήσουν περίεργες φωνές, φωνές της κανονικότητας. Μα η αγορά μας θέλει ανταγωνιστικούς με χαρτιά και εργασιακές εμπειρίες, εργαζόμενους χωρίς σύνορα! Θέλω άμεσες λύσεις θα σκεφτείς, οι οποίες θα μου δώσουν το χαρτζιλίκι, ή γιατί όχι και την καριέρα της επόμενης ημέρας. Το πανεπιστήμιο οφείλει να μου δώσει εφόδια, τα οποίο θα έχουν αντίκρισμα επαίνων και αργότερα οικονομικών απολαβών.

Μα κάπου εδώ μπαίνει σα σφήνα η πολιτική. Γιατί πολιτική δεν είναι μόνο ο βαρετός τύπος στο τραπεζάκι της σχολής που θα μιλήσει για καλύτερες μέρες, ούτε μόνο η παρουσία και η ψήφος σε μια συνέλευση. Πολιτική είναι και ο τρόπος που επιλέγεις να μάθεις, πολιτική είναι και η καθημερινή παρουσία στη Σχολή, πολιτική είναι και η επιλογή ή μη να συλλογικοποιούμε τις προβληματικές μας, να βγάζουμε τον μπαμπούλα απ’ την ντουλάπα, να μιλάμε για ελλείπεις σημειώσεις, για εντατικοποίηση των ρυθμών ζωής και διαβάσματος, για αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών, πράγματα που μας αφορούν άμεσα  και μέχρι τώρα ρυθμίζονταν από μια αόρατη αυθεντία: τους εκάστοτε τεχνοκράτες και ειδικούς.

«El pueblo unido»: Μνήμη Σαλβαδόρ Αλιέντε

 

Στις 26 Ιουνίου του 1908 έρχεται στη ζωή μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του 20ου αιώνα, που χάραξε με τρόπο ανεξίτηλο την ιστορία της παγκόσμιας Αριστεράς. Στην πόλη του Βαλπαραΐζο γεννιέται από μια προοδευτική μεγαλοαστική οικογένεια ο Σαλβαδόρ Αλιέντε: ο άνθρωπος που εξήντα δύο χρόνια μετά θα εκλεγεί πρόεδρος της χώρας του, εγκαινιάζοντας μια λαμπρή σελίδα για τη Χιλή αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο
Του Τάσου Ξένου

Ο Αλιέντε σπουδάζει ιατρική γιατί θέλει να βοηθά ανήμπορους και φτωχούς ανθρώπους που δεν έχουν καμιά δυνατότητα περίθαλψης στο ανάλγητο αμερικανόφιλο καθεστώς που κυβερνά τη χώρα από τα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια μυείται στον μαρξισμό και ασπάζεται τα προτάγματα και τις αξίες του. Το 1933, σε ηλικία 25 ετών, ο Αλιέντε συμμετέχει στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Χιλής. Παλεύει από τη πρώτη στιγμή για τον κοινωνικό εκδημοκρατισμό και την πολιτική χειραφέτηση της χώρας του. Οργίζεται από το καθεστώς του «αφανούς» προτεκτοράτου των Η.Π.Α και επιθυμεί την ανατροπή αυτής της κατάστασης.

Ως υπουργός Υγείας στη κυβέρνηση του Πέντρο Αγκίρε Σέντρα (1937-1941) επιβεβαιώνει τον ριζοσπαστισμό του παίρνοντας φιλολαϊκά μέτρα. Θεσπίζει τη δωρεάν περίθαλψη για τους άνεργους και τους αγρότες, εκσυγχρονίζει τα νοσοκομεία και ξεκινά μια σπουδαία προσπάθεια εθνικοποίησης του συστήματος υγείας. Όλες οι προσπάθειες του όμως αναιρούνται από τους επόμενους συντηρητικούς κυβερνώντες.

Χάρη στην πολιτική που ακολουθεί ο Αλιέντε ως υπουργός, καθιερώνεται ως ηγετική προσωπικότητα της Αριστεράς, αλλά και μια από τις πλέον μισητές φιγούρες για τη Δεξιά. Άλλωστε η μαρξιστική του ιδεολογία, η εκπεφρασμένη εναντίωσή του στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και η εμμονή του στην ενότητα όλων των αριστερών δυνάμεων της Χιλής, δικαιολογεί τη στάση συντρόφων και ορκισμένων εχθρών.

Το 1952 κατεβαίνει για πρώτη φορά υποψήφιος πρόεδρος της Χιλής. Τερματίζει τελευταίος, καθώς στο μεταξύ έχει διαγραφεί από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, λόγω της στήριξης που του παρέχει το παράνομο –τότε– Κομμουνιστικό Κόμμα. Το 1958, με τη στήριξη αυτή τη φορά του Σοσιαλιστικού κόμματος και του –νόμιμου πλέον– κομμουνιστικού κόμματος, τερματίζει δεύτερος στις προεδρικές εκλογές. Από εκείνη τη στιγμή ο Αλιέντε γίνεται σχεδόν αμέσως το σύμβολο αντίστασης των καταπιεσμένων και των υποτελών. Στο πρόσωπό του, οι εξαθλιωμένες μάζες βλέπουν την περηφάνια και την ευκαιρία για χειραφέτηση. Ο ίδιος χτίζει γέφυρες με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις του τόπου και στέκεται αποφασιστικά απέναντι σε κάθε πρακτική που ακολουθούν οι «πουλημένες στις Η.Π.Α κυβερνήσεις μας», όπως λέει.

Η πραγματικότητα όμως δείχνει να διαψεύδει πολλά από τα οράματα και  τις απόψεις του Χιλιανού ηγέτη. Η ενότητα στους κόλπους της Αριστεράς αποδεικνύεται δύσκολη υπόθεση. Μολονότι έχουν προϋπάρξει πολλές κυβερνήσεις αριστερών μετώπων από το 1933 μέχρι το 1952 –πάντα υπό τον πρωταγωνιστικό ρόλο του κραταιού τότε Ριζοσπαστικού Κόμματος–, ωστόσο η ιδεολογική περιχαράκωση τόσο του σοσιαλιστικού, όσο και του κομμουνιστικού κόμματος, ταλανίζουν τον χώρο. Ο Αλιέντε, άνθρωπος με ιδεολογική συνέπεια αλλά «διπλωματικός» και συναινετικός καταφέρνει να υπερκεράσει εντέλει τις αγκυλώσεις των δύο κύριων εργατικών κομμάτων και να τα φέρει πιο κοντά.

Αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών είναι η δημιουργία ενός μεγάλου και μοναδικού για την εποχή αριστερού μετώπου, με το όνομα Λαϊκή Ενότητα (Unidad Popular), την οποία αποτελούν το Κομμουνιστικό Kόμμα, το Σοσιαλιστικό Kόμμα του Αλιέντε, το Σοσιαλδημοκρατικό Kόμμα, το Ριζοσπαστικό Kόμμα, η Κίνηση της Ενωμένης Λαϊκής δράσης (MAPU), η Ανεξάρτητη Λαϊκή Δράση και ένας μεγάλος αριθμός ανένταχτων αριστερών. Πρόκειται για έναν ετερόκλητο σχηματισμό και ο Αλιέντε είναι ο κύριος παράγοντας σταθερότητάς του.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 γίνεται εμφανές σε όλους ότι μια δημοκρατική κατάληψη της εξουσίας από την ενωμένη Αριστερά θα γίνει μόνο με την ανοχή του μεγάλου κεντρώου κόμματος της χώρας, του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος – που δεν πρέπει να ταυτίζεται όμως σε καμία περίπτωση με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά χριστιανοδημοκρατικά κόμματα. Οι συγκρούσεις εντός της Λαϊκής Ενότητας θα είναι συχνές και ορισμένες φορές ο Αλιέντε θα αδυνατεί να βρει συμβιβαστική λύση. Το 1969 το Κομμουνιστικό Κόμμα, θέλοντας να αποσπάσει την ανοχή των Χριστιανοδημοκρατών, σκέφτεται να προτείνει για υποψήφιο στις επικείμενες προεδρικές εκλογές κάποιον από το MAPU, κόμμα που προήλθε από τη διάσπαση της αριστερής πτέρυγας των Χριστιανοδημοκρατών. Γρήγορα όμως εγκαταλείπει αυτή την ιδέα, γιατί αναγνωρίζουν στον Αλιέντε τον μόνο πολιτικό που θα μπορούσε να ασκήσει σοσιαλιστική διακυβέρνηση χωρίς την αντίθεση των Χριστιανοδημοκρατικών.

Οι Χριστιανοδημοκράτες θα απαιτήσουν από τον Αλιέντε σοβαρά ανταλλάγματα προκειμένου να «παραιτηθούν» από τη διεκδίκηση της προεδρίας. Ο «Νόμος Δημοκρατικών Εγγυήσεων», όπως ονομάσθηκε το consensus της Λαϊκής Ενότητας και των Χριστιανοδημοκρατών, ορίζει τη συνέχιση των δημοκρατικών θεσμών και τη διασφάλιση της ουδετερότητας του Στρατού. Με λίγα λόγια, οποιαδήποτε ριζική μεταρρύθμιση θα επιχειρούσε ο Αλιέντε όσο θα ήταν στην εξουσία, θα έπρεπε να περνάει από τη Βουλή, με το στρατό να αναλαμβάνει τον ρόλο του τελικού εγγυητή των –αστικών– θεσμών. Η Λαϊκή Ενότητα θα πιστέψει ότι αυτή είναι η χρυσή ευκαιρία για τη χιλιανή Αριστερά. Ο Αλιέντε θα τιμήσει αυτή τη συμφωνία για καιρό, παρόλο που οι Χριστιανοδημοκράτες δείχνουν να την εγκαταλείπουν σχεδόν αμέσως. Αυτό θα αποδεικνυόταν και το μεγαλύτερο λάθος στην εποχή της διακυβέρνησής του. Ένα λάθος που θα βύθιζε τη χώρα στην πιο αιμοσταγή δικτατορία που γνώρισε ο κόσμος μετά την Γερμανία του Χίτλερ.

Στις προεδρικές  εκλογές του 1970 ο Αλιέντε κερδίζει με σχετική μονάχα πλειοψηφία τον ακροδεξιό αντίπαλο του Αλεσσάντρι, με ποσοστό 36,2%, έναντι 34,9%. Οι Χριστιανοδημοκράτες, που έχουν παρακινήσει πολλά στελέχη τους να ψηφίσουν την Λαϊκή Ενότητα, τερματίζουν τρίτοι με ποσοστό 27,8%. Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, η Βουλή πρέπει να διαλέξει το νέο πρόεδρο της χώρας ανάμεσα στους δύο πρώτους υποψηφίους. Οι Χριστιανοδημοκράτες θα στηρίξουν τελικά την Λαϊκή Ενότητα και έτσι ο Αλιέντε θα γίνει ο πρώτος μαρξιστής πρόεδρος που εκλέγεται δημοκρατικά σ’ ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο. Δίπλα του στέκεται και ο άνθρωπος σύμβολο της χιλιανής αντίστασης και διανόησης, ο ποιητής Πάμπλο Νερούντα.

Από τη πρώτη στιγμή η κυβέρνηση του Αλιέντε φαίνεται να περπατά σε τεντωμένο σχοινί. Από τη μια πλευρά στέκεται ο εξαθλιωμένος λαός και από την άλλη ο στρατός. Από τη μία η διχασμένη στους ριζοσπάστες και τους μετριοπαθείς Λαϊκή Ενότητα, και από την άλλη μια ηττημένη πολιτικά αστική τάξη που δείχνει να ανασυγκροτείται με γοργούς ρυθμούς. Ο Αλιέντε δηλώνει στους συντρόφους του πως ο «Νόμος Δημοκρατικών Εγγυήσεων» είναι μια τακτική αναγκαιότητα και ότι σύντομα το αστικό κράτος θα καταρρεύσει. Ο ίδιος θα προσπαθήσει να επιβάλει μια πολιτική ριζοσπαστική στην οικονομία και ταυτόχρονα κατευναστική προς τον στρατό. Στα τρία χρόνια που θα μείνει στην εξουσία η Λαϊκή Ενότητα, θα πέτυχε μόνο στο πρώτο.

Το πρόγραμμα που εφαρμόζει η Λαϊκή Ενότητα είναι ένα εξαιρετικά προοδευτικό και ρηξικέλευθο μείγμα πολιτικής. Μέσα σε λίγους μόνο μήνες θα γίνει ο μεγαλύτερος αναδασμός γης που γνώρισε μέχρι τότε η αμερικανική ήπειρος. Εκατομμύρια εκτάρια γης θα δοθούν σε ακτήμονες στο πλαίσιο της αγροτικής μεταρρύθμισης, το γάλα θα μοιράζεται δωρεάν στα παιδιά, ο μισθός των στρατιωτικών θα αυξηθεί, η θέση των εργατών θα βελτιωθεί ραγδαία με την ίδρυση συνδικάτων, οι μισθοί θα αυξηθούν. Επιπλέον, θα ψηφιστεί ένας νέος εργατικός νόμος, θα εισαχθεί ο θεσμός της αυτοδιαχείρισης σε πολλές εταιρίες και θα επιβληθεί η εθνικοποίηση ενός τεράστιου αριθμού επιχειρήσεων. Ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας θα συρρικνωθεί στο ελάχιστο και ο δημόσιος θα αρχίζει να παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που του αναλογεί. Την ίδια περίοδο θα ιδρυθεί ο Αναπτυξιακός Συνεταιρισμός Ιθαγενών Πληθυσμών και το Ινστιτούτο εκπαίδευσης των Μαπούτσε, προκειμένου να καλυφθούν οι τρομακτικές ανάγκες των αυτοχθόνων της Χιλής.

Στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής, ο Αλιέντε θα επιδιώξει να απαγκιστρωθεί από την κηδεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών και θα συνάψει σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση, την Κίνα και την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο. Θα ασκήσει ανεξάρτητη πολιτική εντός του Ο.Η.Ε και θα παγώσει τις σχέσεις της Χιλής με τις άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου έχουν επιβληθεί φιλοαμερικανικές κυβερνήσεις –ή δικτατορίες. Αυτό θα εξοργίσει τον Νίξον, που θα δηλώσει: «Τώρα με τον Κάστρο στην Κούβα και τον Αλιέντε στη Χιλή έχουμε στην Λατινική Αμερική ένα κόκκινο σάντουιτς και μοιραία όλη θα γίνει κόκκινη».

Από την πρώτη στιγμή, ο αμερικανικός παράγοντας στέκεται ανοιχτά απέναντι στον Αλιέντε. Ξαφνιάζεται από την νίκη του, μιας και ο Αλεσσάντρι –που έχει πριμοδοτηθεί για τον προεκλογικό του αγώνα από τις Η.Π.Α με το ποσό των 350 χιλιάδων δολαρίων μέσω της μεγάλης εταιρίας τηλεπικοινωνιών ITT– διαβεβαιώνει ότι θα είναι αυτός νικητής.

Ο Νίξον γρήγορα θα επιβάλει έναν «αόρατο οικονομικό αποκλεισμό» της Χιλής ήδη από τη πρώτη μέρα της κατάκτησης της εξουσίας από την ενωμένη Αριστερά. Θα ανακόψει κάθε ενδεχόμενο σύναψης εξωτερικού οικονομικού δανείου από την Παναμερικανική Τράπεζα και θα διατάξει τη CIA και τον ΥΠΕΞ Χένρι Κίσινγκερ να «σώσει τη Χιλή από τα χέρια αυτού του σοσιαλιστή».

Το σχέδιο πραξικοπήματος σχεδιάζεται ήδη πριν από την εκλογή του Αλιέντε. Μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου, ο Νίξον δεν θέλει να δει άλλη μια χώρα της αμερικανικής ηπείρου να πέφτει στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης. Ο ίδιος θα πει στον τότε αρχηγό της CIA, Ρίτσαρντ Χέλμς: «Κάνε αυτό που πρέπει να κάνεις, ξόδεψε όσα χρήματα χρειάζεσαι, λύγισε την Οικονομία, αλλά σώσε την Χιλή. Koίτα να εμποδίσεις τον Αλιέντε να είναι ο πρώτος ελεύθερα εκλεγμένος Σοσιαλιστής Πρόεδρος. Κάνε αυτό που πρέπει».

Η CIA πλησιάζει τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων της Χιλής Σνάιντερ, και του ζητά να ρίξει την κυβέρνηση Φρέι –για να μη χρεωθεί η ίδια το πραξικόπημα–, εκείνος όμως αρνείται. Έτσι, δύο μέρες πριν από την κρίσιμη ψηφοφορία που θα έβαζε τον Αλιέντε στον προεδρικό θώκο, τρία αμάξια κλείνουν τον δρόμο του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων και οι άγνωστοι επιβάτες τους τον δολοφονούν.  Η επιχείρηση αυτή της CIA είναι σήμερα γνωστή με το όνομα «Επιχείρηση FU BELT».

Εκείνο όμως που ωθεί τις Η.Π.Α να ξοδέψουν εκατομμύρια δολάρια για την ανατροπή του Αλιέντε είναι η κρατικοποίηση των μεταλλείων χαλκού. Ο χαλκός είναι το κύριο εξαγωγικό προϊόν της Χιλής και τα μεταλλεία ανήκουν εξολοκλήρου σε μεγάλες εταιρίες των Η.Π.Α. Η καταστροφή των συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ολοκληρωτική. Από την επομένη, λοιπόν, των εκτεταμένων κρατικοποιήσεων στη βαριά βιομηχανία, η CIA θέτει σε εφαρμογή το σχέδιο της ανατροπής του προέδρου Αλιέντε. Πληρώνει περίπου 400 εκατομμύρια δολάρια για να εξαγοράσει το συνδικάτο των οδηγών Φορτηγών, το οποίο κηρύσσει αμέσως απεργία. Για μια χώρα σαν τη Χιλή, αυτή η απεργία είναι καταστροφική, καθώς κοστίζει στο κράτος 200 εκατομμύρια δολάρια.

Ο Αλιέντε όμως δείχνει αλώβητος στην συνείδηση του λαού. Η δημοτικότητα του αυξάνεται κατακόρυφα και πλατιές μάζες δείχνουν να συμμερίζονται τις αντιαμερικανικές του απόψεις. «Λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος», φωνάζουν τα πλήθη κάθε φορά που εμφανίζεται, ανησυχώντας τη χιλιανή αστική τάξη και τον στρατό. Τα σχέδια των εχθρών του Αλιέντε και του καθημαγμένου λαού είναι γνωστά πλέον. Στις δημοτικές εκλογές του Απριλίου του 1971, η Λαϊκή Ενότητα κερδίζει το 50,08% και παρόλο που το Σύνταγμα δίνει δυνατότητα στον πρόεδρο να διαλύσει τη Βουλή μετά από δημοψήφισμα, ο Αλιέντε τηρεί την συμφωνία με τους Χριστιανοδημοκράτες και δεν παρεμβαίνει στην ανεξαρτησία του στρατού ή στη διάλυση του κοινοβουλίου. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ένα μήνα πριν τις δημοτικές εκλογές έχει αποτύχει απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, την οποία έχει στηρίξει υπογείως και το κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών.

Ο Αλιέντε ακάθεκτος συνεχίζει τις επαναστατικές μεταρρυθμίσεις του. Η πρόοδος στην αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού είναι θεαματική. Η παιδική θνησιμότητα μειώνεται κατά 20,01% και η ανεργία πέφτει από το 8,8% στο 3%. Το πρόβλημα του πληθωρισμού όμως έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, αφού ο οικονομικός στραγγαλισμός των Η.Π.Α δυσκολεύει πολύ τον Αλιέντε. Η CIA δεν θα αργήσει να κάνει φανερή τη προσπάθεια της να τον ανατρέψει.

Ο πρόεδρος, στην προσπάθειά του να περιορίσει τη δράση του στρατού, κάνει ανασχηματισμό και βάζει στο νέο υπουργικό συμβούλιο τρεις στρατιωτικούς, ανάμεσά τους και τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγό Πρατς. Τον Μάρτιο του 1973 γίνονται νέες εκλογές και η αντιπολίτευση χάνει και πάλι. Αυτή τη φορά όμως η Λαϊκή Ενότητα παίρνει 44% από το 50,08% που είχε πετύχει δύο χρόνια πριν.

Με διάφορες αφορμές, η αντιπολίτευση υποκινεί ταραχές και απεργίες, προσπαθώντας να δημιουργήσει εμφυλιακό κλίμα. Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1972 γίνεται η δεύτερη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Αλιέντε, η οποία αποτυγχάνει και πάλι. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, το –ταγμένο στο πλευρό των Η.Π.Α– συνδικάτο Ιδιοκτητών Φορτηγών κηρύσσει απεργία που παραλύει τη χώρα. Τον Ιούλιο του 1973 αποτρέπεται νέα προσπάθεια πραξικοπήματος και έτσι το «σχέδιο Ζ» της CIA αποτυγχάνει.

Την κατάσταση έρχεται να εντείνει λίγο αργότερα και ένα κύμα διώξεων και βασανισμών που υφίστανται δημοκρατικοί αξιωματικοί σε ολόκληρη τη χώρα. Ο ίδιος ο στρατηγός Πρατς προπηλακίζεται δημόσια στον δρόμο και παραιτείται, καταγγέλλοντας την ύπαρξη νέων σχεδίων πραξικοπήματος. Ο Αλιέντε δείχνει να αγνοεί την παραίνεση του Πρατς να ανοίξει της αποθήκες των όπλων και να οπλίσει τον λαό. Αντ’ αυτού, τοποθετεί αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, τον στρατηγό Πινοσέτ, τον άνθρωπο που θα εγκαταστήσει σε λίγο καιρό το πιο άγριο καθεστώς που γνώρισε ποτέ η Λατινική Αμερική.

Η νέα απεργία των Ιδιοκτητών Φορτηγών στα τέλη του Ιουλίου του 1973 είναι η αρχή του τέλους για την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας. Οι μέρες που περνούν είναι δραματικές. Τελικά στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973, ο Πινοσέτ, με υπόδειξη της CIA, εξαπολύει συντονισμένη επίθεση από ξηράς και αέρα εναντίον του προεδρικού μεγάρου. Ο λαός υπερασπίζεται τον πρόεδρο Αλιέντε. Λίγο μετά το μεσημέρι, οι δυνάμεις του Πινοσέτ καταλαμβάνουν το προεδρικό μέγαρο, μέσα στο οποίο βρίσκεται ο νεκρός πλέον Αλιέντε. Έχει αυτοκτονήσει λίγο μετά την τελευταία ραδιοφωνική του ομιλία, στην οποία καλεί τον λαό να αντισταθεί, με το όπλο που του είχε δωρίσει ο Φιντέλ Κάστρο όταν επισκέφτηκε τη Χιλή τον Νοέμβριο του 1971. Αυτή είναι η επίσημη εκδοχή του θανάτου του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστήριξαν ότι ο πρόεδρος σκοτώθηκε προσπαθώντας να υπερασπιστεί το προεδρικό μέγαρο μαζί με τους ελάχιστους συντρόφους του. Αξίζει να αναφερθεί πως ο στρατηγός Κάρλος Πρατς, φίλος και σύντροφος του Αλιέντε, δολοφονήθηκε από μία ακροδεξιά οργάνωση στην Αργεντινή το 1974, πληρώνοντας κι αυτός με τη ζωή του τις προσπάθειες εκδημοκρατισμού του χιλιανού στρατού.

Σήμερα είναι γνωστό ότι ο Αλιέντε είχε εγκρίνει τη σύσταση της δημιουργίας της Εργατικής Πολιτοφυλακής μετά από εισήγηση της Συνομοσπονδίας Εργατών. Ο εξοπλισμός και η ανάπτυξή της, όμως, γίνονταν με απελπιστικά αργούς ρυθμούς, ώστε οι αμερικανοί να πετύχουν τελικά αυτό για το οποίο πάλευαν ήδη από το 1969.

Το καθεστώς Πινοσέτ βύθισε τη χώρα στην τρομοκρατία. Διέλυσε κάθε κατάκτηση των εργαζομένων και των αγροτών και επέβαλε την πιο άγρια μορφή νεοφιλελευθερισμού που γνώρισε ποτέ η υφήλιος μέχρι τότε. Δεκαεφτά χρόνια έμεινε στην εξουσία και τα αποτελέσματα της βάναυσης διακυβέρνησής του είναι ορατά μέχρι και σήμερα. Η Χιλή είναι μία διαλυμένη χώρα και η Αριστερά εκεί βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τον Αλιέντε. Για την αποφασιστικότητά του να εφαρμόσει μια ριζοσπαστική σοσιαλιστική πολιτική, αλλά και για την ατολμία του να παλέψει ενάντια στον στρατό, παρόλο που είχε τη λαϊκή νομιμοποίηση. Η ηθική του τον έκανε να υποβαθμίζει τα σχέδια εκείνων που στήριζαν και υποκινούσαν δολοφονικές απόπειρες εναντίον του. Ο Αλιέντε έμεινε εντούτοις στην ιστορία ως ο γνήσιος λαϊκός ήρωας της Χιλής. Είναι εκείνος που πήρε έναν καθημαγμένο λαό και τον εξύψωσε, εφαρμόζοντας μια δίκαιη σοσιαλιστική πολιτική. Σήμερα πολλά καθεστώτα στον κόσμο εμπνέονται από αυτόν τον χαρισματικό πολιτικό και τα οράματά του.  Το πείραμα της Λαϊκής Ενότητας άνοιξε νέους δρόμους σκέψης και πολιτικής στοχοθεσίας στο παγκόσμιο αριστερό κίνημα. Ήταν κάτι τόσο ελπιδοφόρο και δυναμικό, που προκειμένου να κατασταλεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάστηκε να ξοδέψουν δισεκατομμύρια δολαρίων και να αιματοκυλίσουν έναν ολόκληρο λαό.

***

«Αξιώνουμε να δημιουργήσουμε έναν διαφορετικό κόσμο, να αποδείξουμε ότι μπορούν να γίνουν βαθιές αλλαγές που αποτελούν επανάσταση. Πρέπει να δημιουργήσουμε μια κυβέρνηση δημοκρατική, εθνική, επαναστατική και λαϊκή που θα οδηγήσει στον Σοσιαλισμό».

Σαλβαδόρ Αλιέντε

Ο Πάμπλο Νερούντα, που στήριξε τον Αλιέντε, όταν ο Πινοσέτ κατέλαβε την εξουσία έγραψε το ποίημα Σατράπες:

Νίξον, Φρέϋ και Πινοτσέτ
ως τώρα, ως τούτο τον πικρό
μήνα Σεπτέμβρη του 1973,
με τον Μπορνταμπέρι, τον Γκαρατσάτσου και τον Μπαντζέρ,
ύαινες αχόρταγες, τρωκτικά,
σιγοτρώνε τα λάβαρα,
τα καταχτημένα με τόσο αίμα, με τόση φωτιά,
στα τσιφλίκια ποδοπατημένα,
διαβολικοί δραγουμιστές,
σατράπες, μύριες φορές πουλημένοι,
ξεπουλητάδες βαλτοί
από τους λύκους της Νέας Υόρκης…

πεινασμένες για δολλάρια μηχανές,
σημαδεμένοι από τα θύματα
των λαών που θυσιάσατε,
εκπορνευμένοι μικροπωλητές
ψωμιού και αέρα αμερικάνικου,
εγκληματικοί βούρκοι, συμμορίες
από μαστρωπούς μπόσηδες
δίχως άλλο νόμο απ’τα βασανιστήρια
και την πείνα που μαστιγώνει τους λαούς…

«Λάθος η «εθνική σύγκρουση» με τη Γερμανία»

«Κεντρώες λύσεις δεν υπάρχουν», δηλώνει στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» ο βουλευτής και εκ των υπευθύνων της οικονομικής πολιτικής του ΣΥΡΙΖΑ Ευκλείδης Τσακαλώτος, υπογραμμίζοντας ότι η Αριστερά πρέπει να είναι ηγεμονική σε αυτή τη φάση και οι όποιες συμμαχίες γίνουν να έχουν προγραμματική βάση ρήξης.

 ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ στον ΣΠΥΡΟ ΚΑΡΑΛΗ 

Ο κ. Τσακαλώτος χαρακτηρίζει «σενάριο επιστημονικής φαντασίας» την κυβερνητική αισιοδοξία ότι η ελληνική οικονομία θα έχει στα επόμενα χρόνια πλεονάσματα της τάξης του 4% και ανάπτυξη πάνω από το 3%. Τονίζει ακόμη πως μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα κάνει λάθος αν παρουσιάσει τη σύγκρουση με τους Γερμανούς σαν εθνική υπόθεση ανάμεσα στην Ελλάδα και τη Γερμανία, αλλά πρέπει να τη διευρύνει απευθυνόμενη και στις αντίστοιχες κοινωνικές ομάδες στην Ευρώπη που έχουν συμφέρον για ριζική αλλαγή πορείας.

* Κύριε Τσακαλώτε, η Γερμανία προϊδεάζει για ένα τρίτο δάνειο που στον ΣΥΡΙΖΑ υποστηρίζετε ότι θα πρόκειται για τρίτο Μνημόνιο. Τι δείχνει, κατά τη γνώμη σας, αυτή η εξέλιξη;

– Οτι όταν μπει κανείς στην παγίδα χρέους, δύσκολα βγαίνει. Για να βγεις πρέπει να αμφισβητήσεις την κυρίαρχη ιδεολογία, πρέπει να αλλάξεις το ερώτημα. Από το «πώς θα μειώσω τα δημοσιονομικά ελλείμματα» στο πώς θα έχουμε ανάπτυξη, αλλά με άλλους όρους: με μια άλλη σχέση της οικονομίας με την κοινωνία, υπηρετώντας τις κοινωνικές ανάγκες. Γιατί σε μια κρίση αυτές οι ανάγκες είναι μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος. Αντιθέτως, οι μνημονιακές δυνάμεις είχαν την ακριβώς αντίθετη λογική: ας μειωθούν οι μισθοί και οι συντάξεις, ας συρρικνωθεί το κοινωνικό κράτος, ας ανοίξουν νέα πεδία για το κέρδος και μετά βλέπουμε πώς θα μειωθεί το χρέος. Μόνο που το πράγμα έχει ξεφύγει. Η παγίδα χρέους εκδικείται αυτούς που πίστεψαν ότι το ταξικό τους συμφέρον πάντα ευθυγραμμίζεται με τις ανάγκες για στοιχειώδη σταθερότητα της πολιτικής, της οικονομίας, της κοινωνίας. Και βεβαίως υπάρχει και ο λαϊκός παράγοντας, που οι ελίτ έχουν μια εγγενή τάση να υποτιμούν. Η αλαζονεία έρχεται πακέτο με μια αίσθηση παντοδυναμίας. Μετά έρχεται η νέμεση. Θυμηθείτε τη Μαρία Αντουανέτα και πιο πρόσφατα τον κ. Σταυρίδη.

Μη βιώσιμο χρέος

Ο υπουργός Οικονομικών Γ. Στουρνάρας υποστηρίζει ότι η διόγκωση του χρέους είναι πρόσκαιρη και οφείλεται στην ανακεφαλαιοποίηση των τραπεζών. Θα ήθελα τη δική σας εξήγηση για την εκτίναξη του χρέους στα 321 δισ.

– Το πιο σημαντικό είναι ότι το χρέος είναι μη βιώσιμο, αυτό το αναγνώρισε στην ουσία και ο κ. Σταϊκούρας πριν από λίγες μέρες. Η κυβέρνηση πιστεύει ότι χτίζει ένα Σινικό Τείχος μέσω των μελλοντικών πλεονασμάτων στα οικονομικά του κράτους. Στην ουσία, όμως, κατασκευάζει μια νέα Γραμμή Μαζινό. Και όπως οι Γερμανοί στο Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο παρέκαμψαν τη Μαζινό, περνώντας από το δάσος των Αρδεννών, έτσι και το χρέος θα «ξεφεύγει» μέσω υψηλών επιτοκίων και χαμηλών ρυθμών ανάπτυξης. Η υπόθεση ότι η ελληνική οικονομία θα έχει στα επόμενα χρόνια πλεονάσματα της τάξης του 4% και ανάπτυξη πάνω από 3% αποτελεί σενάριο επιστημονικής φαντασίας.

Οι πολίτες αναμένουν από τον ΣΥΡΙΖΑ τη δική του πρόταση εξόδου από την κρίση. Αυτή η πρόταση, ώς τώρα, δεν έχει γίνει τόσο ευκρινής. Θα υπάρξουν εξειδικευμένες προγραμματικές εξαγγελίες στη ΔΕΘ;

– Η εξειδίκευση του προγράμματός μας αποτελεί μια συνεχή διαδικασία. Πριν από το συνέδριό μας ο Αλέξης Τσίπρας μίλησε σε 6 εκδηλώσεις, σε όλη την Ελλάδα, για τα μέτρα άμεσης ανακούφισης, για την παραγωγική ανασυγκρότηση, για την αντιμετώπιση της ανεργίας κ.λπ. Αυτή η διαδικασία δεν θα τελειώσει ποτέ, μιας και δημιουργούμε μια Αριστερά που συνεχώς μαθαίνει, που είναι ανοικτή σε νέες ιδέες, που ξέρει ότι κανείς δεν έχει το μονοπώλιο της αλήθειας. Το επόμενο στάδιο είναι η εξειδίκευση του εκλογικού μας προγράμματος και ένα προγραμματικό συνέδριο.

Αλλά οι βασικοί μας άξονες είναι σαφείς, για το χρέος και για το τέλος των πολιτικών λιτότητας. Μια κυβέρνηση της Αριστεράς, βέβαια, δεν μπορεί να μείνει σε αυτά. Πρέπει γρήγορα να προχωρήσει σε παρεμβάσεις που αναδεικνύουν πως το Δημόσιο και οι δημόσιες επιχειρήσεις μπορούν να δουλέψουν υπέρ του δημοσίου συμφέροντος. Να ενισχύσει τα πειράματα στην κοινωνική οικονομία, στους συνεταιρισμούς. Πρέπει να αμφισβητήσουμε και τους στόχους και τα μέσα της νεοφιλελεύθερης πολιτικής.

Υποστηρίζετε ότι είναι απαραίτητη η διαγραφή του μεγαλύτερου μέρους του χρέους. Γιατί όμως οι Γερμανοί και οι δανειστές να δεχθούν αυτή τη διαγραφή;

– Δεν έχουμε καμία αυταπάτη ότι θα δεχθούν τις δημοκρατικές διεκδικήσεις του ελληνικού λαού έπειτα από εθνικές εκλογές. Ούτε ότι χαμπαριάζουν και πολύ από οικονομικά επιχειρήματα. Ως καθηγητής οικονομικής θεωρίας, πρέπει να σας πω πως οι δηλώσεις των Ευρωπαίων αξιωματούχων ποτέ δεν σταματάνε να με σοκάρουν. Το θέμα, βεβαίως, είναι ο συσχετισμός δυνάμεων. Εχουμε πλήρη επίγνωση των δυσκολιών, αλλά και του μεγέθους της ανθρωπιστικής κρίσης που έχουμε να αντιμετωπίσουμε. Το δεύτερο μας κάνει πιο αποφασισμένους να δουλέψουμε για τις αναγκαίες ανατροπές. Πρέπει, βέβαια, να γίνει σαφές ότι μια κυβέρνηση της Αριστεράς έχει μόνο να χάσει αν παρουσιάσει αυτή τη σύγκρουση ως εθνική, δηλ. Ελλάδα εναντίον Γερμανίας και χωρών του Βορρά. Αντίθετα, πρέπει να αναδείξει ότι η σύγκρουση αυτή είναι ιδεολογική, κοινωνική και πολιτική. Οτι μια κυβέρνηση της Αριστεράς θα προασπίσει τα συμφέροντα του κοινωνικού μπλοκ που εκπροσωπεί απέναντι στις ελίτ, εγχώριες και ευρωπαϊκές. Μόνο με αυτό τον τρόπο θα απευθυνθεί και στις αντίστοιχες κοινωνικές ομάδες σε όλη την Ευρώπη που έχουν συμφέρον για μια ριζική αλλαγή πορείας.

Εχετε πει, εσείς και άλλα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ, ότι το χρέος είναι ταξικό. Πως δεν τα φάγαμε όλοι μαζί. Και πως η Κεντροαριστερά δεν αντιπροσωπεύει πια τις λαϊκές τάξεις. Ωστόσο, βλέπουμε τον ΣΥΡΙΖΑ να μην αποκλείει το ενδεχόμενο συνεργασίας με τμήματα αυτού του πολιτικού χώρου. Πώς απαντάτε σε όσους σας κατηγορούν για αντιφάσεις;

– Η ταξική μας «μεροληψία» δεν μπορεί να αμφισβητηθεί και επιβεβαιώθηκε στο πρόσφατο συνέδριό μας. Κεντρώες λύσεις δεν υπάρχουν. Αν υπήρχαν θα τις είχαν αναδείξει οι δυνάμεις του κέντρου. Η λαϊκή βάση των κομμάτων του δικομματισμού είτε τα έχει ήδη εγκαταλείψει είτε βρίσκεται σε απόγνωση. Η Αριστερά πρέπει να είναι ηγεμονική σε αυτή τη φάση. Και αυτό σημαίνει ότι οι όποιες συμμαχίες θα έχουν προγραμματική βάση ρήξης με ό,τι ζήσαμε τα τελευταία τέσσερα χρόνια και ολόκληρη την περίοδο του νεοφιλελευθερισμού.

Η Αριστερά που συνθέτει

Στην ομιλία σας από το βήμα του ιδρυτικού συνεδρίου ορίσατε το δεύτερο κύμα ριζοσπαστισμού σαν την «Αριστερά που δεν θέλει άλλες ηρωικές ήττες, αλλά μια Αριστερά που θα νικήσει». Πώς νοηματοδοτείται το περιεχόμενο μιας νίκης της Αριστεράς;

– Μια Αριστερά που ξέρει να συνθέτει, να δημιουργεί, να συνδέει τις άμεσες προτεραιότητες του κοινωνικού μπλοκ που περιθωριοποιούν οι δυνάμεις του Μνημονίου με το στρατηγικό μας στόχο για το σοσιαλισμό. Που ξέρει να μιλάει για αναγκαίες ρήξεις, για τομές, αλλά που παίρνει υπόψη τους κοινωνικούς και πολιτικούς συσχετισμούς. Που ασχολείται με τα μεγάλα αλλά και τα μικρά ζητήματα. Που παλεύει τις «μεταρρυθμίσεις» που προωθούν οι ελίτ χωρίς να υπερασπίζεται το παρελθόν.

…Και το περιεχόμενο της ήττας;

– Δεν θέλω να το σκέφτομαι! Αλλά καλό θα ήταν να το σκεφτούν πιο σοβαρά οι υποστηρικτές της θεωρίας των δύο άκρων.

Πηγή: Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία

Μετά τη βιομηχανία του καλοκαιριού

Tου
Θω­μά Τσα­λα­πά­τη

Τα κα­λο­καί­ρια, ε­δώ και και­ρό, προ­κύ­πτουν ως προ­βο­λή και διά­θλα­ση δύο χρο­νιών, της χρο­νιάς που πέ­ρα­σε και της χρο­νιάς που α­κο­λου­θεί. Μέ­σα στις αλ­λα­γές της κρί­σης, το κα­λο­καί­ρι προ­κύ­πτει δι­πλά αλ­λαγ­μέ­νο, τό­σο ως παύ­ση ε­νός πα­ρελ­θό­ντος που μό­λις στα­μά­τη­σε, ό­σο και ως α­που­σία μιας προσ­δο­κίας που δεν πλη­σιά­ζει.
Από την δε­κα­ε­τία του ’80 μέ­χρι και τα πρώ­τα χρό­νια της κρί­σης –με α­πο­κο­ρύ­φω­μα τα χρό­νια της ο­λυ­μπια­κής φού­σκας- το κα­λο­καί­ρι α­πο­τέ­λε­σε κο­ρύ­φω­ση της ε­πί­δει­ξης ε­νός τρό­που ζωής, ο ο­ποίος ε­μπε­ριεί­χε το σύ­νο­λο των ι­δε­ο­λο­γη­μά­των, των τρό­πων και των ταυ­το­τή­των της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής κυ­ρίαρ­χης κουλ­τού­ρας. Το lifestyle που ό­λο πε­ρι­γρά­φου­με ως νε­κρό, ξε­ψυ­χά δυ­να­τό­τε­ρα τα κα­λο­καί­ρια. Οι ό­ροι και οι συν­θή­κες που δη­μιουρ­γή­θη­καν έ­τσι ώ­στε μέ­σα στο θέ­ρος να το φέρ­νουν στην κο­ρύ­φω­σή του, τώ­ρα λει­τουρ­γούν α­ντί­στρο­φα ως μια ε­νι­σχυ­μέ­νη η­χώ του γκρε­μί­σμα­τός του.
Τα νη­σιά και οι λοι­ποί κα­λο­και­ρι­νοί προο­ρι­σμοί του κυ­ρίαρ­χου, τα τε­λευ­ταία χρό­νια υ­πάρ­χουν ως πα­σα­ρέ­λες νε­κρών προ­τε­ραιο­τή­των για τις διά­φο­ρες α­ντρι­κές και γυ­ναι­κείες ταυ­τό­τη­τες: της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής ε­πι­τυ­χίας, του γρή­γο­ρου πο­λι­τι­σμού, της ε­πι­δει­κτι­κής κα­τα­νά­λω­σης και του νο­μι­μο­ποιη­μέ­νου ναρ­κισ­σι­σμού. Η μα­ζι­κό­τη­τα του στε­ρε­ο­τύ­που που πε­ριέ­γρα­φε το Ελλη­νι­κό Κα­λο­καί­ρι, συ­νε­χώς συρ­ρι­κνώ­νε­ται. Ο πυ­ρε­τός του Σαβ­βα­τό­βρα­δου που ε­πέ­βα­λε πέ­ντε μέ­ρες δου­λειάς με α­ντάλ­λαγ­μα τη δια­σκέ­δα­ση της έ­κτης μέ­ρας, α­πλω­νό­ταν η­με­ρο­λο­για­κά α­νά το έ­τος. Έτσι δού­λευες έ­ναν χρό­νο ώ­στε να σβή­σεις τον πυ­ρε­τό σου στις δια­κο­πές, ή πιο πρό­σφα­τα δα­νει­ζό­σουν έ­ναν ο­λό­κλη­ρο χρό­νο ώ­στε να ξο­δέ­ψεις στις μέ­ρες της ά­δειας μέ­σα α­πό ε­ορ­το­δά­νεια, δια­κο­πο­δά­νεια και λοι­πά φι­λι­κά πα­κέ­τα. Και σή­με­ρα που πρέ­πει να πει­στού­με πως ό­λα εί­ναι δα­νει­κά, ο α­φε­λής πυ­ρε­τός σβή­νει α­πό­το­μα με μνη­μο­νια­κές α­σπι­ρί­νες.

Με δα­νει­κό μαύ­ρι­σμα

Η βιο­μη­χα­νία του κα­λο­και­ριού δεν μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει χω­ρίς το λά­δι των κα­τα­σκευα­σμέ­νων προ­τύ­πων και των ε­πι­βε­βλη­μέ­νων προο­ρι­σμών. Όμως τα σα­χλοέ­ντυ­πα κλεί­νουν, οι πρώην Κω­στό­που­λοι πτω­χεύουν και οι α­ντί­στοι­χες εκ­πο­μπές τσι­ρί­ζουν πιο φάλ­τσα α­πό πο­τέ. Όλοι ό­σοι προ­σπα­θού­σαν ε­δώ και δε­κα­ε­τίες να πα­ρα­γε­μί­σουν με πού­που­λα σο­βα­ρό­τη­τας την πιο βα­ριά ε­λα­φρό­τη­τα και τον πιο ά­δειο τρό­πο, τώ­ρα μοιά­ζουν πα­ρο­πλι­σμέ­νοι. Έτσι ο πα­ρα­θε­ρι­στής που κα­τα­νά­λω­νε κα­λο­καί­ρι, πε­ρι­φέ­ρε­ται με το άγ­χος της ε­πί­δει­ξης και έ­να μαύ­ρι­σμα δα­νει­κό, σε πα­λιούς προο­ρι­σμούς, πα­λιό­τε­ρες κα­τευ­θύν­σεις. Σε ό­λα αυ­τά τα μέ­ρη που θυ­μί­ζουν ξε­πε­σμέ­νους α­στέ­ρες, α­μεί­λι­κτα ητ­τη­μέ­νους α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και τον χρό­νο, νε­α­νί­ζο­ντες α­φό­ρη­τα πί­σω α­πό έ­να ρυ­τι­δια­σμέ­νο χα­μό­γε­λο πα­γω­μέ­νο α­πό τα μπό­το­ξ, τό­ποι χω­ρίς καν τη συ­μπά­θεια που προ­κα­λεί έ­να α­νεκ­πλή­ρω­το και τώ­ρα στρα­μπου­λιγ­μέ­νο πά­θος.
Τα πρό­τυ­πα σβή­νουν και ο πα­ρα­θε­ρι­στής μέ­νει χω­ρίς κα­θρέ­φτες (αυ­τούς τους τό­σο α­πει­λη­τι­κούς ο­δη­γούς). Χω­ρίς διέ­ξο­δο στον μι­μη­τι­σμό του, κα­τα­λή­γει τε­λι­κά να μι­μεί­ται τον ε­αυ­τό του των προ­η­γού­με­νων ε­τών, ό­ταν το α­πλό ταυ­τι­ζό­ταν με το α­πλοϊκό, ό­ταν το μέλ­λον υ­πήρ­χε μό­νο ως ε­πι­βε­βαίω­ση του πα­ρελ­θό­ντος, πεν­θώ­ντας σιω­πη­λά και α­νο­μο­λό­γη­τα το Κά­πρι της ε­πί­δει­ξης του, την Ίμπι­ζα του η­δο­νι­σμού του, το Μαν­χά­ταν της ε­πι­τυ­χίας του.

Χα­ρά­τσι κα­λο­και­ριού

Αλλά α­κό­μη και αν τα πρό­τυ­πα ξε­θυ­μαί­νουν πρέ­πει να πε­ρι­φρου­ρη­θούν με κά­θε τρό­πο. Έτσι οι ε­ναλ­λα­κτι­κές πρέ­πει να ποι­νι­κο­ποιη­θούν. Δεν εί­ναι άλ­λω­στε τυ­χαίο πως το πρό­στι­μο για τους ε­λεύ­θε­ρους κα­τα­σκη­νω­τές υ­περ­δι­πλα­σιά­στη­κε. Ο νέ­ος Κώ­δι­κας Οδι­κής Κυ­κλο­φο­ρίας (ΚΟΚ) προ­βλέ­πει αύ­ξη­ση του προ­στί­μου για το ε­λεύ­θε­ρο κά­μπιν­γκ α­πό τα 147 ευ­ρώ στα 300 ευ­ρώ. Ταυ­τό­χρο­να οι συλ­λή­ψεις και οι μη­νύ­σεις κα­τά των κα­τα­σκη­νω­τών αυ­ξά­νο­νται, ε­νώ πλη­θαί­νουν και τα άρ­θρα σε έ­ντυ­πες και δια­δι­κτυα­κές εκ­δο­χές (Protagon, Κα­θη­με­ρι­νή) που πε­ρι­γρά­φουν το ε­λεύ­θε­ρο κά­μπιν­γκ ως μά­στι­γα. Η ε­λεύ­θε­ρη κα­τα­σκή­νω­ση ταυ­τί­ζε­ται με τη βρό­μα, την ε­ξαλ­λο­σύ­νη, την μα­ζι­κή ε­ξα­χρείω­ση και την κα­τα­στρο­φή του πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Όπως σε τό­σες και τό­σες πε­ρι­πτώ­σεις (ά­σχε­τα με το μέ­γε­θος και την πρα­κτι­κή ση­μα­σία του φαι­νο­μέ­νου ο τρό­πος της ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γίας μέ­νει ί­διος π.χ. δη­μό­σιοι υ­πάλ­λη­λοι, κα­θη­γη­τές κτλ) έ­να φαι­νό­με­νο ταυ­τί­ζε­ται με κά­ποιο ε­πί μέ­ρους σύ­μπτω­μα, στη συ­νέ­χεια οι μειο­ψη­φι­κές αυ­τές πε­ρι­πτώ­σεις πε­ρι­γρά­φο­νται ως κα­νό­νας, ε­νώ οι κά­ποιες ε­πί μέ­ρους ε­ξαι­ρέ­σεις (στην πε­ρί­πτω­σή μας πα­λιοί κα­τα­σκη­νω­τές που ε­πί της ου­σίας συμ­φω­νούν με το άρ­θρο και πε­ρι­γρά­φο­νται πε­ρί­που ως γρα­φι­κοί γυ­μνι­στές της δε­κα­ε­τίας του ’80) έρ­χο­νται α­πλά για να ε­πι­βε­βαιώ­σουν τον κα­νό­να αυ­τό. Μέ­σα στο μνη­μο­νια­κό πα­ρόν μας, το κα­λο­καί­ρι έρ­χε­ται να πλη­ρώ­σει το δι­κό του χα­ρά­τσι.
Πλη­σιά­ζο­ντας το φθι­νό­πω­ρο με νέα α­γω­νία για τις ό­ποιες ε­ξε­λί­ξεις και τις ό­ποιες νέες α­γριό­τη­τες, ο Αύ­γου­στος μα­ζεύει τις φθαρ­μέ­νες τέ­ντες του πα­λιού lifestyle καρ­να­βα­λιού. Τώ­ρα το μπιτ του ξέ­φρε­νου κα­λο­και­ριού χτυ­πά στον ου­ρα­νό μιας ά­δειας πα­ρα­λίας. Σαν καρ­διά κου­ρα­σμέ­νη, μιας τα­χυ­καρ­δίας χω­ρίς κα­φεΐνη.

http://tsalapatis.blogspot.gr/

O πόλεμος στη Συρία ή ο πόλεμος για τη Συρία

Ένα πολύ διαφωτιστικό κείμενο για την ιστορία της Συρίας και το τι διακυβεύεται στην περιοχή.  Αλιευμένο από το online περιοδικό ΧΡΟΝΟΣ.

 Του Σωτήρη Ρούσσου

zaimΑπό το 1949 ώς το 1970 η Συρία ήταν ίσως η πιο ασταθής χώρα στον κόσμο. Ισχνά κοινοβουλευτικά διαλείμματα παρεμβάλλονταν ανάμεσα σε συνεχή στρατιωτικά πραξικοπήματα, περίπου ένα κάθε χρόνο. Μια χώρα μωσαϊκό εθνοθρησκευτικών ομάδων: Άραβες σουνίτες μουσουλμάνοι (περισσότεροι από το 50%), αλαουίτες (κλάδος των σιιτών μουσουλμάνων με πολλά στοιχεία όμως συγκρητισμού, περίπου 10%), χριστιανοί (ορθόδοξοι, Συροχαλδαίοι, καθολικοί, 10% του πληθυσμού), Κούρδοι (οι περισσότεροι σουνίτες μουσουλμάνοι, επίσης 10%), Δρούζοι και Αρμένιοι. Η ανάπτυξη του συριακού αραβικού εθνικισμού μονοπωλήθηκε στα χρόνια του μεσοπολέμου από τη σουνιτική μεγάλη γαιοκτημονική τάξη και λιγότερο από χριστιανούς ριζοσπάστες διανοούμενους. Η άνοδος του παναραβικού κινήματος Μπάαθ ήρθε κυρίως μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο ως αντίδραση μεσαίων στρωμάτων (επιστημόνων, επαγγελματιών και μετέπειτα στρατιωτικών) στη γαιοκτημονική πολιτική κυριαρχία και στην αδυναμία της να αντιπαρατεθεί στο Ισραήλ στον πόλεμο του 1948.

Τρία ρήγματα μετά τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο

Το Μπάαθ αποτελεί την απάντηση στα τρία ρήγματα στη Συρία, τον εθνοθρησκευτικό διαχωρισμό, το κοινωνικοοικονομικό χάσμα μεταξύ των μεγάλων πόλεων και της υπαίθρου και τη μεγάλη ανισοκατανομή εισοδήματος μεταξύ των διαφόρων κοινωνικών στρωμάτων. Στον πρώτο διαχωρισμό αντιτάσσει έναν δυναμικό παναραβισμό στην αρχή, και στη συνέχεια, μετά την αποτυχία της ένωσης με τη νασερική Αίγυπτο (1958-61), την προώθηση του συριακού αραβικού εθνικισμού αντιιμπεριαλιστικής πρωτοπορίας των αραβικών λαών. Για να ξεπεραστεί η κοινωνικοοικονομική διαίρεση, το Μπάαθ κηρύσσει την ανάγκη αναδιανομής της γης και ουσιαστικής εξαφάνισης της μεγάλης σουνιτικής γαιοκτημονικής τάξης. Τέλος, για την εισοδηματική ανακατανομή, προωθεί ένα πείραμα «αραβικού σοσιαλισμού» με ευρεία επιδοματική πολιτική και προστασία της εγχώριας παραγωγής με ένα σύστημα υψηλών δασμών. Παρόλο που το Μπάαθ είναι πολιτικά ισχυρό ήδη από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, η εξουσία θα περάσει πραγματικά και σταθερά στα χέρια του όταν θα συνδεθεί με τους αλαουίτες στρατιωτικούς και ειδικά τον Χαφέζ αλ-Άσαντ το 1970.

Ο πατέρας Άσαντ και η κυριαρχία του κινήματος Μπάαθ

3879548-3x2-700x467Ο Χαφέζ αλ-Άσαντ θα εγκαθιδρύσει την κυριαρχία του Μπάαθ στη Συρία και θα τη μετατρέψει σε ένα σταθερό καθεστώς για τριάντα χρόνια, πράγμα απολύτως πρωτοφανές μέχρι τότε για τη Συρία. Πέρα από τις μπααθικές πολιτικές που ήδη περιγράφηκαν, ο Άσαντ θα στηρίξει την εξουσία του σε τέσσερις πυλώνες. Ο πρώτος είναι ο ίδιος ο ρόλος του προέδρου ως τελικού «κριτή» και πηγής κάθε άλλης εξουσίας. Δεύτερος, ένας κύκλος πιστών συνεργατών του (πολλοί από αυτούς, μέλη της οικογένειας Άσαντ) που σχημάτισε μια καθεστωτική ελίτ η οποία εξουσίαζε όλη την πολιτική και την οικονομική δραστηριότητα στη χώρα με τον έλεγχο πελατειακών δικτύων. Ο τρίτος πυλώνας ήταν οι υπηρεσίες ασφαλείας με τεράστια διείσδυση στην κοινωνία. Τέλος, η αλαουιτική κοινότητα στην οποία ανήκε ο Άσαντ, θα αποτελέσει κατεξοχήν σημείο στήριξης του καθεστώτος. Βέβαια το ασαντικό καθεστώς διεύρυνε τη βάση στήριξής του συμμαχώντας με συντηρητικά στρώματα σουνιτών εμπόρων και επιχειρηματιών των μεγάλων πόλεων, της Δαμασκού και του Χαλεπίου, με τους συντηρητικούς σουνίτες θρησκευτικούς ηγέτες, τους χριστιανούς και τις βεδουίνικες φυλές.

Στην εξωτερική πολιτική το καθεστώς του Άσαντ (πατρός) εστιάστηκε σε τρεις στόχους. Πρώτον, την αποτροπή ιδεολογικής και πολιτικής απειλής από το μπααθικό Ιράκ, δεύτερον, τον έλεγχο του Λιβάνου, και τρίτον, τη διατήρηση ηρεμίας στα σύνορα με το Ισραήλ μετά την ήττα του 1973 διατηρώντας όμως την αντιισραηλινή, παναραβική ρητορική του. Στα τέλη της δεκαετίας του 1980 το καθεστώς φαινόταν ότι είχε επιτυχίες σε αυτά τα μέτωπα. Στον Λίβανο είχε επιτευχθεί μια pax syriana. Με άλλα λόγια, ο συριακός στρατός και οι υπηρεσίες ασφαλείας εγγυήθηκαν την εφαρμογή της συμφωνίας του Τάεφ1 για τον τερματισμό του λιβανικού εμφυλίου το 1989. Το Ιράκ είχε πλήρως αποδυναμωθεί από τον πόλεμό του με το Ιράν και κυρίως από την καταστροφική εισβολή στο Κουβέιτ το 1991. Η επιλογή του Άσαντ να συμμαχήσει με το ισλαμικό καθεστώς του Ιράν ήδη από το 1980 αποδεικνυόταν εύστοχη, και την ίδια στιγμή το συριακό καθεστώς διατηρούσε ανήσυχες αλλά μάλλον φιλικές σχέσεις με τους Σαουδάραβες, ιδιαίτερα μετά τη συμμετοχή της Συρίας στην εκστρατεία κατά του Ιράκ στον πρώτο πόλεμο του Κόλπου (1991) και λόγω της συνεννόησης των δύο κρατών για την εφαρμογή της συμφωνίας του Τάεφ.

Ο υιός Άσαντ και η οικονομική φιλελευθεροποίηση

syria_civil_war_escalatesΟ θάνατος του Χαφέζ αλ-Άσαντ οδήγησε στη διαδοχή του από τον γιο του Μπασάρ το 2000. Είναι η μόνη επιτυχημένη «κληρονομική» διαδοχή σε αυτά που ο Ρότζερ Όουεν ονομάζει μη μοναρχικά (republican) καθεστώτα με ισόβιο πρόεδρο. Το μέλλον όμως δεν προοιωνιζόταν ανέφελο. Στοιχεία της παλαιάς φρουράς του καθεστώτος δεν τον εμπιστεύονταν και η κρατική οικονομία δεν μπορούσε να αντέξει σε ένα διεθνές περιβάλλον άγριου χρηματοπιστωτικού καπιταλισμού, νέων τεχνολογιών και φθηνής εργασίας στη Νότια και Ανατολική Ασία. Στο εξωτερικό περιβάλλον ανέρχονταν νέες δυνάμεις στον Λίβανο, η σιιτική πολιτική και στρατιωτική Χεζμπολλάχ και τα πλούσια στρώματα σουνιτών μουσουλμάνων. Η πρώτη με εκτεταμένο δίκτυο κοινωνικής αλληλεγγύης και στρατιωτικές νίκες κατά του Ισραήλ στον νότιο Λίβανο και οι δεύτεροι με εκφραστή τον δισεκατομμυριούχο και εκλεκτό των Σαουδαράβων πρωθυπουργό του Λιβάνου Ραφίκ Χαρίρι. Η δολοφονία του Χαρίρι από πράκτορες των συριακών υπηρεσιών το 2005 και οι εξαιρετικές διεθνείς πιέσεις που ακολούθησαν οδήγησαν στην αποχώρηση της Συρίας από τον Λίβανο. Ο Μπασάρ βρέθηκε απομονωμένος και αποδυναμωμένος να προσκολλάται όλο και περισσότερο στον σιιτικό άξονα Τεχεράνης-Χεζμπολλάχ. Ο πατέρας του, αν και διατηρούσε μακρά συμμαχία και με τη Σοβιετική Ένωση (έπειτα και με τη Ρωσία) και με το Ιράν, δεν ήταν ποτέ ολοσχερώς εξαρτημένος από μία δύναμη.

Στο εσωτερικό της χώρας το άνοιγμα της οικονομίας συνοδεύτηκε από δραστική μείωση των δασμών και των βοηθημάτων ή επιδοτήσεων που διατηρούσαν την κοινωνική συνοχή. Ως αποτέλεσμα, οι κρατικές εταιρείες που ιδιωτικοποιούνταν και οι νέες επιχειρηματικές δράσεις, όπως η κινητή τηλεφωνία, πέρασαν στα χέρια των γόνων της αλαουιτικής καθεστωτικής ελίτ σε βάρος των νέων σουνιτικών επιχειρηματικών στρωμάτων τραυματίζοντας την παλαιά συμμαχία αλαουιτικής μπααθικής ελίτ και σουνιτικής επιχειρηματικής τάξης. Τέλος, η νέα γενιά του καθεστώτος δεν προερχόταν από αγροτικά στρώματα, όπως ο πατέρας Άσαντ και η σύντροφοί του, και δεν έδειξε το παραμικρό ενδιαφέρον για την ύπαιθρο, ιδιαίτερα μετά τη μείωση των δασμών και των επιδοτήσεων, με αποτέλεσμα τη διεύρυνση του κοινωνικού και οικονομικού χάσματος μεταξύ υπαίθρου και μεγάλων πόλεων. Δεν είναι τυχαίο που οι πρώτες αντικαθεστωτικές εξεγέρσεις συνέβησαν σε περιοχές όπως η Ντεράα, αγροτικές, φτωχές και σουνιτικές. Οι ελπίδες και οι προσπάθειες από οργανώσεις πολιτών να συνοδευτεί η οικονομική φιλελευθεροποίηση από πολιτικό εκδημοκρατισμό και φιλελεύθερα ανοίγματα, μετά από μια μικρή άνθηση από το 2000 ώς το 2004, αντιμετωπίστηκαν με ωμή καταστολή αφού το καθεστώς προέκρινε τον «κινεζικό» δρόμο προς τον καπιταλισμό.

Οι τρεις διαχωριστικές γραμμές της Συρίας ξεθάφτηκαν μετά από τριάντα και πλέον χρόνια και προκάλεσαν σοβαρές ρωγμές σε συνδυασμό και με την αποδυνάμωση της Συρίας στο περιφερειακό παιχνίδι. Η τυνησιακή έκρηξη και κυρίως η ανατροπή του Μουμπάρακ διέλυσε τον διάχυτο κοινωνικό φόβο στον οποίο στηρίζονταν τα ομοειδή καθεστώτα της Αιγύπτου και της Τυνησίας και οδήγησαν σε εξέγερση τη Συρία. Η απόφαση του καθεστώτος να αντιδράσει με δυσανάλογη στρατιωτική βία εναντίον ειρηνικών διαδηλωτών και η δράση άτακτων αλαουιτικών συμμοριών αλ-σαμπίχα (φαντάσματα), συνδεδεμένων με τις υπηρεσίες ασφαλείας, βασανίζοντας και δολοφονώντας, όχι μόνο στρατιωτικοποίησε τη σύγκρουση αλλά και της έδωσε εθνοθρησκευτικό χαρακτήρα, αλαουίτες εναντίον σουνιτών.

Τα πολλά πρόσωπα της αντιπολίτευσης

syria-1_2072670bΗ αντιπολίτευση στον Άσαντ και στο καθεστώς, η οποία συνήθως εκπροσωπείται από την οργάνωση-ομπρέλα του Εθνικού Συριακού Συμβουλίου, έχει πολλά πρόσωπα. Μια ομάδα αποτελούν οι εξόριστοι φιλελεύθεροι και αριστεροί που διέφυγαν από την καταστολή του καθεστώτος αλλά παρ’ όλη την απήχησή τους στα διεθνή Μ.Μ.Ε. δεν έχουν επιρροή στο εσωτερικό. Μια άλλη ομάδα αποτελείται από παλαιά μεγάλα στελέχη της καθεστωτικής ελίτ που έπεσαν σε δυσμένεια ή συγκρούστηκαν για τη νομή εξουσίας, τώρα βρίσκονται στο εξωτερικό και διατείνονται, όχι πολύ πειστικά, ότι μπορούν να αποτελέσουν τη «γέφυρα» προς μέρη του καθεστώτος και μεταβατική λύση. Τέλος, οι Αδελφοί Μουσουλμάνοι, οι οποίοι αποτελούν το 30% της δύναμης του Εθνικού Συριακού Συμβουλίου, κυρίως στο εξωτερικό. Η δύναμή τους στο εσωτερικό είναι περιορισμένη λόγω της σφαγής τους στη Χάμα το 1980 από τον πατέρα Άσαντ, όπου σκοτώθηκαν πάνω από 10.000 άνθρωποι. Πάντως διατηρούν βάσεις επιρροής και οργάνωσης στο εσωτερικό και αποτελούν ίσως την πιο συνεκτική και συγκροτημένη οργάνωση.

Στο εσωτερικό της χώρας βασικό ρόλο παίζουν οι τοπικές επαναστατικές ομάδες, οι οποίες ουσιαστικά φέρουν το βάρος τόσο της στρατιωτικής σύγκρουσης με το καθεστώς όσο και της φροντίδας για τον πληθυσμό. Παρά τη συγκρότηση του Ελεύθερου Συριακού Στρατού δεν έχει επιτευχθεί πρόοδος στη δημιουργία επιτελικού κέντρου.

Άλλες δύο αντικαθεστωτικές δυνάμεις, εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους, βρίσκονται εκτός των παραπάνω σχηματισμών. Η μία είναι οι τζιχαντικές οργανώσεις τύπου αλ-Κάιντα, όπως η Τζαμπάτ αλ-Νούσρα, οι οποίες συνδέονται με τη χαοτική κατάσταση στο γειτονικό κεντρικό Ιράκ, την περιοχή των σουνιτών μουσουλμάνων. Οι οργανώσεις αυτές σταματούν το νομαδικό τζιχάντ ανά τον κόσμο και εγκαθίστανται σε περιορισμένες περιοχές τις οποίες ελέγχουν. Σκοπός τους είναι σε καταστάσεις χάους και διάλυσης των εθνικών κρατών να ενώσουν αυτούς τους εδαφικούς πυρήνες σε ένα μεγάλο «εμιράτο» του εξτρεμιστικά συντηρητικού Ισλάμ. Οι ομάδες αυτές αποτελούνται σε μεγάλο βαθμό από βετεράνους άλλων πολέμων από το Ιράκ, τη Λιβύη και την Υεμένη αλλά και από Σύρους εξτρεμιστές και χρηματοδοτούνται από ιδιωτικές κυρίως πηγές στις μοναρχίες του Κόλπου.

Η άλλη δύναμη είναι οι Κούρδοι, οι στρατιωτικές δυνάμεις των οποίων ελέγχουν μια εκτεταμένη ζώνη στη βορειοανατολική Συρία, στα ευαίσθητα σύνορα με το ιρακινό και το τουρκικό Κουρδιστάν. Η βασική πολιτική τους οργάνωση, το Κόμμα Δημοκρατικής Ενότητας (P.Y.D.), και η στρατιωτική της πτέρυγα έχουν ήδη από το 1980 αναπτύξει στενή σύνδεση με το P.K.K. στο τουρκικό Κουρδιστάν. Οι Κούρδοι της Συρίας βρίσκονταν πάντα στο περιθώριο του συριακού αραβικού εθνικισμού χωρίς πολιτικά και μειονοτικά δικαιώματα. Η δημιουργία μιας de facto αυτόνομης ζώνης, του Δυτικού Κουρδιστάν, όπως το ονομάζουν, που επικοινωνεί άμεσα με το ημιανεξάρτητο ιρακινό Κουρδιστάν και τις προβληματικές κουρδικές περιοχές της Τουρκίας, δημιουργεί νέα δεδομένα για μια συνολική διευθέτηση του κουρδικού προβλήματος.

Οι έριδες για την περιφερειακή ηγεμονία και τον έλεγχο της Συρίας

104890-syria-the-good-old-cold-war-gameΑπέναντι σε αυτή την εξέγερση βρίσκονται δύο συμμαχίες που ερίζουν για την περιφερειακή ηγεμονία μετατρέποντας τον συριακό εμφύλιο σε μια περιφερειακή σύγκρουση για τον έλεγχο της Συρίας. Είναι αξιοσημείωτο ότι οι ηγετικές δυνάμεις των δύο συμμαχιών δεν είναι, ίσως για πρώτη φορά στη σύγχρονη ιστορία της περιοχής, αραβικά κράτη. Πρόκειται για το Ιράν και την Τουρκία.

Το Ιράν θεωρεί τη Συρία ως το πιο ζωτικό στήριγμα της επιρροής του στη Μέση Ανατολή, τον ομφάλιο λώρο που το συνδέει με τη Χεζμπολλάχ και την πρόσβασή του στην ανατολική Μεσόγειο και την άμεση περιφέρεια του Ισραήλ. Σύμφωνα με Ιρανό στρατιωτικό, θα είναι πιο σημαντική για το Ιράν η απώλεια της Συρίας παρά μιας επαρχίας του με αραβικό πληθυσμό.

Η Τουρκία του A.K.P., από την άλλη, θεωρεί ότι μπορεί να αποτελέσει το μοντέλο διακυβέρνησης του μετριοπαθούς πολιτικού Ισλάμ και να συγκροτήσει μια στέρεη βάση ήπιας ισχύος στα ανερχόμενα σουνιτικά, κοινωνικά συντηρητικά μεσαία στρώματα σε όλη τη Μέση Ανατολή. Αυτή η βάση θα στηρίξει την τουρκική οικονομική διείσδυση και πιθανόν την περιφερειακή πολιτική ηγεμονία. Η συμμαχία αυτή περιλαμβάνει εναλλακτικά τη Σαουδική Αραβία και το Κατάρ, καθώς οι δύο αυτές πολύ πλούσιες αλλά στρατιωτικά αδύναμες χώρες διαγκωνίζονται για το ποια θα αποτελέσει τον «φάρο» του σουνιτικού Ισλάμ. Πολλοί πιστεύουν ότι η μόνη διέξοδος για τη Συρία θα ήταν ένα «νέο Τάεφ», μια περιφερειακή συνεννόηση με τη συμμετοχή τώρα της Σαουδικής Αραβίας, της Τουρκίας, της Ρωσίας, των Η.Π.Α. και του Ιράν.

Το Ισραήλ βλέπει ένα ηφαίστειο στα σύνορά του και βρίσκεται σε στρατηγική σύγχυση. Ο Μπασάρ ήταν, σύμφωνα με Ισραηλινούς αναλυτές, εξαρτημένος από το Ιράν, γι’ αυτό και επικίνδυνος, αλλά και μια ισλαμιστική κυβέρνηση στη Δαμασκό με τους τζιχαντικούς πυρήνες σε πλήρη δράση είναι εξίσου απευκταίο σενάριο. Οι Ισραηλινοί θα ήθελαν να επαναλάβουν για τον εμφύλιο στη Συρία αυτό που είπε για τον πόλεμο Ιράν-Ιράκ ο τότε πρωθυπουργός Γιτζάκ Σαμίρ: «Ευχόμαστε να νικήσουν και οι δύο». Αλλά η Συρία είναι μόλις μερικές δεκάδες χιλιόμετρα από το Τελ-Αβίβ. Βασική θέση των Ισραηλινών παραμένει πάντως ότι οποιαδήποτε εξέλιξη αποδυναμώνει αποφασιστικά το ασαντικό καθεστώς, προκαλεί μεγάλο πρόβλημα στο Ιράν και συνεπώς είναι καλοδεχούμενη.

syria600_260712Ποιο είναι όμως το βασικό διακύβευμα; Το αυταρχικό και πατερναλιστικό κράτος του αραβικού εθνικισμού στη Συρία και στο Ιράκ υπήρξε η μεγαλύτερη εγγύηση για τη μακροημέρευση των συνόρων που χάραξαν οι αποικιοκρατικές δυνάμεις στη Μεσοποταμία και την ανατολική Μεσόγειο. Συγκρατώντας τις εθνοθρησκευτικές διαφορές με έναν συνδυασμό ριζοσπαστικού αραβικού εθνικισμού, επιλεκτικών συμμαχιών, πελατειακών δικτύων και ωμού αυταρχισμού δίχως όρια, δημιουργούσαν μια αίσθηση σταθερών συνόρων και κίνησης προς την πολιτική και κοινωνική νεωτερικότητα. Τώρα αυτά τα σιδερένια καλούπια έσπασαν, η λάβα των κοινωνικών και εθνοθρησκευτικών διαχωρισμών τα ξεπερνά, ξεπερνώντας και τα σύνορα της Συρίας, του Ιράκ, του Λιβάνου, της Ιορδανίας και της Τουρκίας. Πώς θα στερεοποιηθεί αυτό το μάγμα που φέρνει παλαιά και νέα στοιχεία; Θα οδηγηθεί η περιοχή σε πολιτικές οντότητες όπως το Ιρακινό Κουρδιστάν; Βασισμένες στις εθνοθρησκευτικές ομάδες που μπορούν να ελέγξουν ως πλειονότητα μια συγκεκριμένη περιοχή; Χωρίς διεθνή αναγνώριση και επίσημη κυριαρχία αλλά ως κρατικές οντότητες υπό διαμόρφωση; Ένας νέος τύπος πολιτικής «κρατικής» οργάνωσης που θα συνδυάζει προνεωτερικά (εθνοθρησκευτικά) και μετανεωτερικά (σύνδεση με την παγκοσμιοποιημένη οικονομία) στοιχεία; Ή τελικά η νέα εγγύηση για τα παλαιά σύνορα θα είναι το πολιτικό Ισλάμ των Αδελφών Μουσουλμάνων και του τουρκικού A.K.P.; Η λάβα είναι ακόμη ρευστή και καυτή και ίσως έτσι να εξηγείται η διστακτικότητα της Ουάσινγκτον και κυρίως η άρνηση των έμπειρων Βρετανών να επέμβουν.

 

Αναδημοσίευση από Παραλληλογράφο 

Ταινία : ΝΑ ΜΗΝ ΖΗΣΟΥΜΕ ΣΑΝ ΔΟΥΛΟΙ

Μια ταινία του Γιάννη Γιουλούντα (Αύγουστος 2013 Διάρκεια 89′)Διαθέσιμο σε ελεύθερη κυκλοφορία. Μπορείτε να αντιγράψετε την ταινία και οργανώσετε δωρεαν δημόσιες και ιδιωτικές προβολές (Creative Commons).

Μουσική: Τα Λιμάνια Ξένα, Cyril Gontier, Serge Utge-Royo, Jean-Francois Brient, Χασμωδία, Raoul Vaneigem, Madame Nesia, Martyn Jacques, Μεθυσμένα Ξωτικά, Horror Vacui, Alpha Bang

Ελληνικοί Υπότιτλοι: Λίζα Γιουλούντα
Συντονισμός Διάχυση: Μοντ Γιουλούντα και Λουκάς Γιουλούντας

Website: http://www.nevivonspluscommedesesclav…
Facebook: https://www.facebook.com/NeVivonsPlus…