«Η ουδετερότητα είναι συνενοχή»

Κείμενο από την Kαλλιτεχνική Πρωτοβουλία Αλληλεγγύης Αγάπη Ρε+ για τη δολοφονία του Π. Φύσσα και «τη νύχτα που θα πέσει οριστικά αν δεν αντιδράσουμε άμεσα»

Η στενοχώρια μας σήμερα δεν χωράει σε λόγια και δεν θέλουμε καθόλου να εκμεταλλευτούμε ένα τραγικότατο γεγονός για ανούσια ρητορική. Γίνεται όμως πολύ μεγαλύτερη η θλίψη, όταν σκεφτούμε πως οι τόσες ως τώρα κρυφές ή φανερές δολοφονίες αλλοδαπών δεν συγκίνησαν παρά ένα ελάχιστο κομμάτι της κοινής γνώμης.

Θέλουμε λοιπόν να πούμε μόνο κάτι που σε μας ήταν ξεκάθαρο εξ αρχής: η ουδετερότητα είναι συνενοχή. Δεν μπορούμε να συζητάμε πολιτικάντικα για νεοναζιστικά μορφώματα με κοινοβουλευτικό μανδύα. Η μόνη τους ιδεολογία είναι ο φόνος-καθαρά και ξάστερα. Ένας υποστηρικτής τους -με την ψήφο ή με τα λόγια- δολοφονίες υποθάλπει.

Να γνωρίζει ότι το ξέρουμε. Οφείλουμε να αντιδράσουμε άμεσα-ως πολίτες, όχι ως εκδικητές (δεν θα πέσουμε στην εφιαλτική παγίδα). Αλλιώς-πολύ πιο σύντομα κι απ’ό,τι νομίζουμε-η νύχτα θα πέσει οριστικά.

Σπύρος Γραμμένος
Φοίβος Δεληβοριάς
Στάθης Δρογώσης
Γεράσιμος Ευαγγελάτος
Γιώργος Καραδήμος
Θέμης Καραμουρατίδης
Κωστής Μαραβέγιας
Νατάσσα Μποφίλιου
Μανώλης Φάμελλος
Μαριέττα Φαφούτη
RadioSol

 

Πηγή: Αγάπη Ρε+

 

Να μην μπει λουκέτο στην ιστορία του ΕΜΠΡΟΣ

Για μια ακόμη φορά, το ελληνικό δημόσιο επιχειρεί να σφραγίσει το Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ, έναν αυτοδιαχειριζόμενο χώρο πολιτισμού στην καρδιά της πόλης. Μετά το σφράγισμα του θεάτρου, χτες το πρωί, από υπαλλήλους του ΤΑΙΠΕΔ, με εντολή εισαγγελέα και αστυνομική συνοδεία, οι ομάδες που δραστηριοποιούνται στο ΕΜΠΡΟΣ καλούν σήμερα σε ανοιχτή συνέλευση για να αποφασίσουν τη συνέχιση των δράσεών τους.

Της Έφης Γιαννοπούλου

 

Το ιστορικό κτίριο του τυπογραφείου ΕΜΠΡΟΣ, στη Ρήγα Παλαμήδου 2, στου Ψυρρή, έχει φιλοξενήσει από το 1933 πολλές ιστορίες. Τυπογραφείο της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ από το 1933 μέχρι το 1985, φιλοξενεί από το 1989 τον θεατρικό οργανισμό «Μορφές» των Τάσου Μπαντή, Ράνιας Οικονομίδου και Δημήτρη Καταλειφού, αφήνοντας εποχή στα θεατρικά πράγματα της πόλης τόσο με τις παραστάσεις του όσο και με τη δραματική σχολή του από την οποία αποφοίτησαν μερικοί από τους καλύτερους ηθοποιούς της νέας γενιάς. Εγκαταλελειμμένο και ρημαγμένο για επτά χρόνια, ξεκινά έναν νέο κύκλο ζωής το 2011 όταν η Κίνηση Μαβίλη αποφασίζει να επανενεργοποιήσει το χώρο σε ένα εγχείρημα καλλιτεχνικό αλλά και με την ευρεία έννοια πολιτικό. Για ένα χρόνο το ΕΜΠΡΟΣ γίνεται και πάλι το κέντρο μιας πρωτοποριακής ιστορίας. Πέρα από τις πεπατημένες προσεγγίσεις και αναζητώντας δομές που θα ανταποκρίνονται στη σύγχρονη κατάσταση, η Κίνηση Μαβίλη ορίζει τους δικούς της άξονες δράσης: Δωρεάν είσοδος σε παραστάσεις και εκδηλώσεις, συλλογικότητα στη διαχείριση, προσκλήσεις σε νέους καλλιτέχνες, άνοιγμα στη γειτονιά και σε συλλόγους μεταναστών, συνεργασίες με καλλιτέχνες και εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού, επέκταση σε νέα καλλιτεχνικά και επιστημονικά πεδία, ερευνητική δουλειά, είναι μόνο κάποιοι από αυτούς.

Ένα χρόνο μετά, τον Οκτώβριο του 2012, το ΕΜΠΡΟΣ βρίσκεται για πρώτη φορά στο στόχαστρο της Πολιτείας και της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας. Μια πρώτη απόπειρα σφραγίσματος του χώρου θα αποτύχει χάρη σε μια ευρεία κινητοποίηση, που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της Κίνησης Μαβίλη, με στόχο το ΕΜΠΡΟΣ να παραμείνει ανοιχτό και αυτοδιαχειριζόμενο. Με την κινητοποίηση συντάσσονται ανοιχτά και δύο από τις δημοτικές παρατάξεις του Δήμου Αθηναίων (Ανοιχτή Πόλη, ΑΝΤΑΡΣΥΑ), ενώ το δημοτικό συμβούλιο σε μια συνεδρίαση του παίρνει απόφαση υπέρ της συνέχισης της λειτουργίας του θεάτρου, απόφαση που όμως ποτέ δεν καταγράφεται σε επίσημα πρακτικά. Σε μια συγκυρία που ιστορικές καταλήψεις της Αθήνας δέχονται επίθεση από το κράτος και κλείνουν μέσα σε έναν καταιγισμό συκοφαντιών, παραπλάνησης της κοινής γνώμης και λογυδρίων περί νομιμότητας, τάξης και ασφάλειας, το ΕΜΠΡΟΣ καταφέρνει να μείνει ανοιχτό, γυρίζοντας για μια ακόμα φορά σελίδα στην ιστορία του.

Από το Δεκέμβριο του 2012 μέχρι σήμερα το θέατρο ΕΜΠΡΟΣ λειτουργεί ως «Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ» και στεγάζει πολλές συλλογικότητες και άτομα που βρέθηκαν αντιμέτωπα με μια μεγάλη πρόκληση: τη συνύπαρξη πολλών διαφορετικών απόψεων, τόσο για την καλλιτεχνική δημιουργία όσο και για την πολιτική παρέμβαση. Με κεντρικό όργανό του την ανοιχτή του συνέλευση, το ΕΜΠΡΟΣ έχει προσφέρει μέχρι σήμερα, σε έναν χώρο που διατηρεί πολλά από τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης περιόδου του (Κίνηση Μαβίλη), πλήθος εκδηλώσεων: μίνι θεματικά φεστιβάλ (Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, QueerFestival) και πολυθεματικά ολιγοήμερα φεστιβάλ («Πού είμαστε τώρα» και «Τι κόντεψα να στερηθώ»), συζητήσεις σχετικά με την πολιτική επικαιρότητα (Σκουριές και μεταλλεία, Διαπόμπευση οροθετικών, «4η Αυγούστου σήμερα / Μέρες του ‘36», «Συζήτηση για το κέντρο της Αθήνας), κινηματογραφικές προβολές, τακτικό χαριστικό παζάρι βιβλίων, συλλογικές κουζίνες, καλλιτεχνικές και λογοτεχνικές δράσεις από μετανάστες («Με νύχια και με δόντια για τα δικαιώματά μας»), παρουσιάσεις βιβλίων κ.ά. Ταυτόχρονα ο χώρος ήταν ανοιχτός σε οποιαδήποτε ομάδα ήθελε να τον χρησιμοποιήσει προκειμένου να προετοιμάσει ή να παρουσιάσει το έργο της.

Χτες για μια ακόμη φορά, το ΕΜΠΡΟΣ βρίσκεται στο στόχαστρο του Δημοσίου. Υπάλληλοι του ΤΑΙΠΕΔ, με εντολή εισαγγελέα και συνοδευόμενοι από αστυνομικούς, σφράγισαν χτες το πρωί το θέατρο. Βαριές σιδερένιες μπάρες φράζουν πλέον την είσοδο και ο χώρος φυλάσσεται από ιδιωτικό αστυνομικό. Τόσο η ανακοίνωση του ΤΑΙΠΕΔ, που βγήκε λίγες ώρες αργότερα, όσο και άρθρο σε διαδικτυακό τόπο προαναγγέλλουν την πώληση του κτιρίου της Ρήγα Παλαμήδου 2 μέχρι το τέλος του χρόνου μέσω ηλεκτρονικής δημοπρασίας. Μεταξύ άλλων το ΤΑΙΠΕΔ επικαλείται ζητήματα ασφάλειας, νομιμότητας, αλλά και διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος, ανάδειξης της ιστορικής αξίας του κτιρίου και αναβάθμισης της περιοχής. Τίποτα από αυτά όμως δεν ανήκει στις αρμοδιότητές του, οι οποίες περιορίζονται στην πώληση δημόσιας περιουσίας αποκλειστικά και μόνο για την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας.

Σε μια δύσκολη συγκυρία και σε μια από τις δυσκολότερες γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, το ΕΜΠΡΟΣ αποτέλεσε για δύο χρόνια και μέχρι σήμερα ένα κοινό αγαθό, έναν ζωντανό χώρο συνάντησης, ανταλλαγής, πειραματισμού, καλλιτεχνικής δημιουργίας. Πώς αποτιμάται άραγε το δημόσιο συμφέρον που επικαλείται η ανακοίνωση του ΤΑΙΠΕΔ για να δικαιολογήσει την πώλησή του; Ποιο τίμημα μπορεί να υπερβεί τη σημασία ενός ανοιχτού σε όλους χώρου πολιτισμού στο κέντρο της πόλης; Θα θυσιαστεί το ΕΜΠΡΟΣ για μερικές χιλιάδες ευρώ που θα καταλήξουν στη μαύρη τρύπα του χρέους;

Άτομα και συλλογικότητες που δραστηριοποιούνται τους τελευταίους μήνες στο ΕΜΠΡΟΣ απευθύνουν έκκληση για συμπαράσταση και καλούν σήμερα Τρίτη 17/9 στις 7:00 μ.μ. σε ανοιχτή συνέλευση στην πλατεία Αγ. Αναργύρων, έξω από το θέατρο, για να αποφασίσουν τη δράση τους από εδώ και στο εξής.

http://unfollow.com.gr/blog/item/291-embros.html

 

Πορτογαλικό ντοκιμαντέρ για Ελλάδα της Αλληλεγγύης: «Κανένας μόνος του στην κρίση» (βίντεο)

Του Αργύρη Παναγόπουλου

Que ninguém fique só no meio da crise from esquerda.net on Vimeo.

«Κανένας μόνος του στην κρίση» αποτελεί τον τίτλο του ντοκιμαντέρ των 20′ που γύρισαν τον Ιούλιο του 2013 στην Αθήνα οι Πορτογάλοι Ζόρζε Κόστα και Μπρούνο Καμπράλ περιγράφοντας τις εμπειρίες αλληλεγγύης στη μνημονιακή Ελλάδα, με τις αγορές τροφίμων χωρίς μεσάζοντες, το Μητροπολιτικό Ιατρείο Ελληνικού, την Αλληλεγγύη για όλους, το Μερμήγκι, τη Λέσχη του Νέου Κόσμου να αποτελούν μεταξύ άλλων τους πρωταγωνιστές της Ελλάδας που προχωρά στην ανασύνθεση της κατεστραμμένης κοινωνίας μας από τα κάτω.

Το ντοκιμαντέρ πήρε το βραβείο στο «Φόρουμ Σοσιαλισμός 2013» και θα προβληθεί στις 30 Σεπτεμβρίου στη Λισσαβόνα παρουσία της Θεανώς Φωτίου, βουλευτού Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Το ντοκιμαντέρ έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα Esquerda.net, που ανήκει στο Μπλόκο της Αριστεράς. Μπορείτε να δείτε το ντοκιμαντέρ στη διεύθυνση http://vimeo.com/73705119.

Το ντοκιμαντέρ γύρισαν ο Ζόρζε Κόστα, δημοσιογράφος και πρώην βουλευτής και ηγετικό στέλεχος του Μπλόκου της Αριστεράς. και ο Μπρούνο Καμπράλ, σκηνοθέτης – κινηματογραφιστής, συνδικαλιστής και ακτιβιστής της αριστεράς, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψής τους στην Ελλάδα με αφορμή τη συμμετοχή τους στο AlterSummit.

Πηγή: avgi.gr

VIDEO: Το ταινιάκι που αγάπησε το ίντερνετ #4

Ο σύγχρονος άνθρωπος, ο ανθρώπινος πολιτισμός, η τσιμεντωμένη οπτική μας για τον κόσμο που δεν μας αφήνει να δούμε την ουσία… Κάθε τόσο βγαίνει ένα βιντεάκι που σε συγκλονίζει από εκεί που δεν το περιμένεις.

Το The Employment είναι μια ανεξάρτητη παραγωγή του ΑργεντίνικουAnimation Studio Opusbou και η επίτιμη ομάδα του Vimeo Staff Picks το ξεχώρισε αμέσως και τώρα εξαπλώνεται σαν φωτιά στο διαδίκτυο.

Δείτε επίσης:
VIDEO: Tο ταινιάκι που αγάπησε το ίντερνετ
VIDEO: Τo ταινιάκι που αγάπησε το ίντερνετ #2
VIDEO: Το ταινιάκι που αγάπησε το ίντερνετ #3

http://www.doctv.gr/page.aspx?itemID=SPG4790

Μετά τη βιομηχανία του καλοκαιριού

Tου
Θω­μά Τσα­λα­πά­τη

Τα κα­λο­καί­ρια, ε­δώ και και­ρό, προ­κύ­πτουν ως προ­βο­λή και διά­θλα­ση δύο χρο­νιών, της χρο­νιάς που πέ­ρα­σε και της χρο­νιάς που α­κο­λου­θεί. Μέ­σα στις αλ­λα­γές της κρί­σης, το κα­λο­καί­ρι προ­κύ­πτει δι­πλά αλ­λαγ­μέ­νο, τό­σο ως παύ­ση ε­νός πα­ρελ­θό­ντος που μό­λις στα­μά­τη­σε, ό­σο και ως α­που­σία μιας προσ­δο­κίας που δεν πλη­σιά­ζει.
Από την δε­κα­ε­τία του ’80 μέ­χρι και τα πρώ­τα χρό­νια της κρί­σης –με α­πο­κο­ρύ­φω­μα τα χρό­νια της ο­λυ­μπια­κής φού­σκας- το κα­λο­καί­ρι α­πο­τέ­λε­σε κο­ρύ­φω­ση της ε­πί­δει­ξης ε­νός τρό­που ζωής, ο ο­ποίος ε­μπε­ριεί­χε το σύ­νο­λο των ι­δε­ο­λο­γη­μά­των, των τρό­πων και των ταυ­το­τή­των της με­τα­πο­λι­τευ­τι­κής κυ­ρίαρ­χης κουλ­τού­ρας. Το lifestyle που ό­λο πε­ρι­γρά­φου­με ως νε­κρό, ξε­ψυ­χά δυ­να­τό­τε­ρα τα κα­λο­καί­ρια. Οι ό­ροι και οι συν­θή­κες που δη­μιουρ­γή­θη­καν έ­τσι ώ­στε μέ­σα στο θέ­ρος να το φέρ­νουν στην κο­ρύ­φω­σή του, τώ­ρα λει­τουρ­γούν α­ντί­στρο­φα ως μια ε­νι­σχυ­μέ­νη η­χώ του γκρε­μί­σμα­τός του.
Τα νη­σιά και οι λοι­ποί κα­λο­και­ρι­νοί προο­ρι­σμοί του κυ­ρίαρ­χου, τα τε­λευ­ταία χρό­νια υ­πάρ­χουν ως πα­σα­ρέ­λες νε­κρών προ­τε­ραιο­τή­των για τις διά­φο­ρες α­ντρι­κές και γυ­ναι­κείες ταυ­τό­τη­τες: της ε­παγ­γελ­μα­τι­κής ε­πι­τυ­χίας, του γρή­γο­ρου πο­λι­τι­σμού, της ε­πι­δει­κτι­κής κα­τα­νά­λω­σης και του νο­μι­μο­ποιη­μέ­νου ναρ­κισ­σι­σμού. Η μα­ζι­κό­τη­τα του στε­ρε­ο­τύ­που που πε­ριέ­γρα­φε το Ελλη­νι­κό Κα­λο­καί­ρι, συ­νε­χώς συρ­ρι­κνώ­νε­ται. Ο πυ­ρε­τός του Σαβ­βα­τό­βρα­δου που ε­πέ­βα­λε πέ­ντε μέ­ρες δου­λειάς με α­ντάλ­λαγ­μα τη δια­σκέ­δα­ση της έ­κτης μέ­ρας, α­πλω­νό­ταν η­με­ρο­λο­για­κά α­νά το έ­τος. Έτσι δού­λευες έ­ναν χρό­νο ώ­στε να σβή­σεις τον πυ­ρε­τό σου στις δια­κο­πές, ή πιο πρό­σφα­τα δα­νει­ζό­σουν έ­ναν ο­λό­κλη­ρο χρό­νο ώ­στε να ξο­δέ­ψεις στις μέ­ρες της ά­δειας μέ­σα α­πό ε­ορ­το­δά­νεια, δια­κο­πο­δά­νεια και λοι­πά φι­λι­κά πα­κέ­τα. Και σή­με­ρα που πρέ­πει να πει­στού­με πως ό­λα εί­ναι δα­νει­κά, ο α­φε­λής πυ­ρε­τός σβή­νει α­πό­το­μα με μνη­μο­νια­κές α­σπι­ρί­νες.

Με δα­νει­κό μαύ­ρι­σμα

Η βιο­μη­χα­νία του κα­λο­και­ριού δεν μπο­ρεί να λει­τουρ­γή­σει χω­ρίς το λά­δι των κα­τα­σκευα­σμέ­νων προ­τύ­πων και των ε­πι­βε­βλη­μέ­νων προο­ρι­σμών. Όμως τα σα­χλοέ­ντυ­πα κλεί­νουν, οι πρώην Κω­στό­που­λοι πτω­χεύουν και οι α­ντί­στοι­χες εκ­πο­μπές τσι­ρί­ζουν πιο φάλ­τσα α­πό πο­τέ. Όλοι ό­σοι προ­σπα­θού­σαν ε­δώ και δε­κα­ε­τίες να πα­ρα­γε­μί­σουν με πού­που­λα σο­βα­ρό­τη­τας την πιο βα­ριά ε­λα­φρό­τη­τα και τον πιο ά­δειο τρό­πο, τώ­ρα μοιά­ζουν πα­ρο­πλι­σμέ­νοι. Έτσι ο πα­ρα­θε­ρι­στής που κα­τα­νά­λω­νε κα­λο­καί­ρι, πε­ρι­φέ­ρε­ται με το άγ­χος της ε­πί­δει­ξης και έ­να μαύ­ρι­σμα δα­νει­κό, σε πα­λιούς προο­ρι­σμούς, πα­λιό­τε­ρες κα­τευ­θύν­σεις. Σε ό­λα αυ­τά τα μέ­ρη που θυ­μί­ζουν ξε­πε­σμέ­νους α­στέ­ρες, α­μεί­λι­κτα ητ­τη­μέ­νους α­πό την πραγ­μα­τι­κό­τη­τα και τον χρό­νο, νε­α­νί­ζο­ντες α­φό­ρη­τα πί­σω α­πό έ­να ρυ­τι­δια­σμέ­νο χα­μό­γε­λο πα­γω­μέ­νο α­πό τα μπό­το­ξ, τό­ποι χω­ρίς καν τη συ­μπά­θεια που προ­κα­λεί έ­να α­νεκ­πλή­ρω­το και τώ­ρα στρα­μπου­λιγ­μέ­νο πά­θος.
Τα πρό­τυ­πα σβή­νουν και ο πα­ρα­θε­ρι­στής μέ­νει χω­ρίς κα­θρέ­φτες (αυ­τούς τους τό­σο α­πει­λη­τι­κούς ο­δη­γούς). Χω­ρίς διέ­ξο­δο στον μι­μη­τι­σμό του, κα­τα­λή­γει τε­λι­κά να μι­μεί­ται τον ε­αυ­τό του των προ­η­γού­με­νων ε­τών, ό­ταν το α­πλό ταυ­τι­ζό­ταν με το α­πλοϊκό, ό­ταν το μέλ­λον υ­πήρ­χε μό­νο ως ε­πι­βε­βαίω­ση του πα­ρελ­θό­ντος, πεν­θώ­ντας σιω­πη­λά και α­νο­μο­λό­γη­τα το Κά­πρι της ε­πί­δει­ξης του, την Ίμπι­ζα του η­δο­νι­σμού του, το Μαν­χά­ταν της ε­πι­τυ­χίας του.

Χα­ρά­τσι κα­λο­και­ριού

Αλλά α­κό­μη και αν τα πρό­τυ­πα ξε­θυ­μαί­νουν πρέ­πει να πε­ρι­φρου­ρη­θούν με κά­θε τρό­πο. Έτσι οι ε­ναλ­λα­κτι­κές πρέ­πει να ποι­νι­κο­ποιη­θούν. Δεν εί­ναι άλ­λω­στε τυ­χαίο πως το πρό­στι­μο για τους ε­λεύ­θε­ρους κα­τα­σκη­νω­τές υ­περ­δι­πλα­σιά­στη­κε. Ο νέ­ος Κώ­δι­κας Οδι­κής Κυ­κλο­φο­ρίας (ΚΟΚ) προ­βλέ­πει αύ­ξη­ση του προ­στί­μου για το ε­λεύ­θε­ρο κά­μπιν­γκ α­πό τα 147 ευ­ρώ στα 300 ευ­ρώ. Ταυ­τό­χρο­να οι συλ­λή­ψεις και οι μη­νύ­σεις κα­τά των κα­τα­σκη­νω­τών αυ­ξά­νο­νται, ε­νώ πλη­θαί­νουν και τα άρ­θρα σε έ­ντυ­πες και δια­δι­κτυα­κές εκ­δο­χές (Protagon, Κα­θη­με­ρι­νή) που πε­ρι­γρά­φουν το ε­λεύ­θε­ρο κά­μπιν­γκ ως μά­στι­γα. Η ε­λεύ­θε­ρη κα­τα­σκή­νω­ση ταυ­τί­ζε­ται με τη βρό­μα, την ε­ξαλ­λο­σύ­νη, την μα­ζι­κή ε­ξα­χρείω­ση και την κα­τα­στρο­φή του πε­ρι­βάλ­λο­ντος. Όπως σε τό­σες και τό­σες πε­ρι­πτώ­σεις (ά­σχε­τα με το μέ­γε­θος και την πρα­κτι­κή ση­μα­σία του φαι­νο­μέ­νου ο τρό­πος της ε­πι­χει­ρη­μα­το­λο­γίας μέ­νει ί­διος π.χ. δη­μό­σιοι υ­πάλ­λη­λοι, κα­θη­γη­τές κτλ) έ­να φαι­νό­με­νο ταυ­τί­ζε­ται με κά­ποιο ε­πί μέ­ρους σύ­μπτω­μα, στη συ­νέ­χεια οι μειο­ψη­φι­κές αυ­τές πε­ρι­πτώ­σεις πε­ρι­γρά­φο­νται ως κα­νό­νας, ε­νώ οι κά­ποιες ε­πί μέ­ρους ε­ξαι­ρέ­σεις (στην πε­ρί­πτω­σή μας πα­λιοί κα­τα­σκη­νω­τές που ε­πί της ου­σίας συμ­φω­νούν με το άρ­θρο και πε­ρι­γρά­φο­νται πε­ρί­που ως γρα­φι­κοί γυ­μνι­στές της δε­κα­ε­τίας του ’80) έρ­χο­νται α­πλά για να ε­πι­βε­βαιώ­σουν τον κα­νό­να αυ­τό. Μέ­σα στο μνη­μο­νια­κό πα­ρόν μας, το κα­λο­καί­ρι έρ­χε­ται να πλη­ρώ­σει το δι­κό του χα­ρά­τσι.
Πλη­σιά­ζο­ντας το φθι­νό­πω­ρο με νέα α­γω­νία για τις ό­ποιες ε­ξε­λί­ξεις και τις ό­ποιες νέες α­γριό­τη­τες, ο Αύ­γου­στος μα­ζεύει τις φθαρ­μέ­νες τέ­ντες του πα­λιού lifestyle καρ­να­βα­λιού. Τώ­ρα το μπιτ του ξέ­φρε­νου κα­λο­και­ριού χτυ­πά στον ου­ρα­νό μιας ά­δειας πα­ρα­λίας. Σαν καρ­διά κου­ρα­σμέ­νη, μιας τα­χυ­καρ­δίας χω­ρίς κα­φεΐνη.

http://tsalapatis.blogspot.gr/

Ταινία : ΝΑ ΜΗΝ ΖΗΣΟΥΜΕ ΣΑΝ ΔΟΥΛΟΙ

Μια ταινία του Γιάννη Γιουλούντα (Αύγουστος 2013 Διάρκεια 89′)Διαθέσιμο σε ελεύθερη κυκλοφορία. Μπορείτε να αντιγράψετε την ταινία και οργανώσετε δωρεαν δημόσιες και ιδιωτικές προβολές (Creative Commons).

Μουσική: Τα Λιμάνια Ξένα, Cyril Gontier, Serge Utge-Royo, Jean-Francois Brient, Χασμωδία, Raoul Vaneigem, Madame Nesia, Martyn Jacques, Μεθυσμένα Ξωτικά, Horror Vacui, Alpha Bang

Ελληνικοί Υπότιτλοι: Λίζα Γιουλούντα
Συντονισμός Διάχυση: Μοντ Γιουλούντα και Λουκάς Γιουλούντας

Website: http://www.nevivonspluscommedesesclav…
Facebook: https://www.facebook.com/NeVivonsPlus…

Ο Άνθρωπος Που Τον Δαγκώναν Τα Φίδια

Όταν η μητέρα του είπε: ‘’Να προσέχεις εκεί που θα πας έχω ακούσει πως έχει πολλά φίδια.  Αν σε δαγκώσουν τα φίδια θα πονάς και αργότερα σίγουρα θα πεθάνεις’’, ο Άνθρωπος Που Τον Δαγκώναν Τα Φίδια, ήτανε τότε μόλις Ο Άνθρωπος Που Φοβόταν Τα Φίδια.
Μα εκεί που πήγε τον δάγκωσαν τα φίδια και βεβαίως άρχισε να πονά μα τελικά δεν πέθανε.
Από τότε πάντα τον δαγκώνουνε φίδια. Οχιές εκνευρισμένες και Δεντρογαλιές ενθουσιασμένες, Κόμπρες Ινδικές και Αμερικανοί Κροταλίες. Βόες, Πύθωνες και Ανακόντες. Φίδια δηλητηριώδη ή φίδια τραμπούκοι. Το Νανόφιδο, το Θαμνόφιδο, το Αστραπόφιδο. Η Σαΐτα, η Βουνόχεντρα και η Μαύρη Μάμπα αλλά πιο πολύ ο Θαμνόφις ο Κομψός ο Χερσαίος.
Όπου και αν πάει τον δαγκώνουν τα φίδια. Στο σπίτι, στη δουλειά, στη διασκέδαση. Ενώ χτυπά εισιτήριο, ενώ δένει τα κορδόνια του ή ενώ περιμένει στην ουρά. Στην πισίνα, στα δημόσια ουρητήρια ή στο μέγαρο μουσικής. Όταν ανοίγει την ομπρέλα του, όταν κλείνει την ομπρέλα του, ακόμα και όταν δεν έχει μαζί του ομπρέλα. Ναι. Είναι ο άνθρωπος αυτός και τα φίδια συνεχώς τον δαγκώνουν. Ο ίδιος δεν βαρυγκωμά, ενοχλείται βέβαια μα δέχεται την μοίρα του στωικά.
Και είναι αλήθεια περίεργο, το πώς οι στιγμές μας κλέβουνε τους ανθρώπους. Και επίσης περίεργο το ότι ο Άνθρωπος Που Τον Δαγκώναν Τα Φίδια δολοφονήθηκε τελικά από θάνατο, ξεχασμένος κάπου μακριά
                          και τώρα τον χωνεύει το φως
(Στο τεύχος 3 του περιοδικού »Η κουτσή Μαρία»)

Άρθρο χωρίς θέμα

‘’  Αυτός ο κόσμος δεν θα τελειώσει ούτε με έναν βρόντο ούτε μ’ ένα λυγμό, αλλά μ’ έναν τίτλο εφημερίδας, μ’ ένα σλόγκαν, μ’ ένα μυθιστόρημα της πεντάρας πιο χοντρό και από κέδρο του Λιβάνου.
(…)
Η σιωπή είναι μια εναλλακτική λύση. Όταν οι λέξεις στην πολιτεία είναι φορτωμένες βαρβαρότητα και ψέμα, τίποτα δεν μιλάει δυνατότερα από ένα άγραφο ποίημα.’’
(George Steiner, Η σιωπή και ο ποιητής, εκδόσεις Έρασμος)

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις, μου λες, το είπε και ο Ουμπέρτο ο Έκο, που ήταν να έρθει στη χώρα μας αυτές τις μέρες. Το μελάνι δεν τρέχει στις φλέβες των αναγνωστών τον Αύγουστο, άντε ίσως να μεταγγιστεί για λίγο σε αναγνώσματα της παραλίας (‘’όχι Μαντά, όχι Δημουλίδου, σε θάλασσες και ακτές’’ μας προτρέπει ο καθαριστής γλάρος της παλιάς διαφήμισης ). Τον Αύγουστο όλα περιμένουν. Και μείς ψαρεύουμε τη φωνή μας, ανάμεσα σε μια παύση και μια σιωπή. Και έτσι γράφεις χωρίς θέμα, κυνηγημένος από το άσπρο της σελίδας, τον λευκό θόρυβο, το εκτυφλωτικό του λευκού. Και ελεύθερος στα λιβάδια του άδειου, κυνηγάς λέξεις τετράποδες, μπας και όταν τις δέσεις όλες μαζί καταφέρεις να φτιάξεις μια παράγραφο. Και όπως πάντα το γράψιμο γίνεται αγκομαχητό, μα τώρα γράφεις την σιωπή και σκέφτεσαι, τι να πω και τι να γράψω; Και χωρίς θέμα;  Μα πως χωρίς θέμα; Και σκέφτεσαι όλα τα άρθρα της χρονιάς, τα θέματα που ψάχνεις κάθε βδομάδα, αυτά που βρίσκεις και εκείνα που σε βρίσκουν. Όλα τα άρθρα που έγραψες και αυτά που δεν πρόλαβες να γράψεις, προτάσεις που αφαίρεσες και άλλες που σκέφτηκες όταν μέρες μετά διάβαζες το κείμενο τυπωμένο.
Κι έτσι ένα κείμενο που γράφεται χωρίς θέμα, καταλήγει να μιλά για όλα τα θέματα που δεν γραφτήκαν. Μην φανταστείτε τα Μεγάλα Θέματα, αυτά που πάντα πιστεύουμε πως αποσιωπούνται (και κάποιες φορές όντως κάτι τέτοιο συμβαίνει). Όχι, για τα μικρά θέματα μιλάμε, για το ακαριαίο του ελάχιστου, το στιγμιαίο που απλώνεται, το δευτερεύον που κουβαλά όλες τις πρωτιές. Για την αγωνία ενός πατέρα που ανοίγει τον φάκελο ενός λογαριασμού, τον κόμπο στη φωνή ενός φίλου που μόλις του ήρθε το χαρτί για τον στρατό, για εκείνον που φορά τρύπιο παπούτσι στη βροχή, για εκείνον που ψάχνει φαρμακείο μες την νύχτα όλο αγωνία (και τελικά το βρίσκει) και για εκείνον που ψάχνει περίπτερο μες τη νύχτα όλο ανεμελιά (και τελικά μόλις έκλεισε). Για τον καλοκαιρινό ενθουσιασμό ενός κοριτσιού που ανακαλύπτει έναν αχινό όλο σάρκα και τρέχει στους δικούς της να το πει περιμένοντας την επιβράβευση. Για το ξάφνιασμα του μικρού παιδιού που πέφτει και χτυπά και την παύση λίγο πριν από το κλάμα. Για εκείνους που περιμένουν το λεωφορείο, ενώ τίποτα πια δεν περιμένουν… Για εκείνους που χτυπάνε εισιτήριο στην ερημιά, ψάχνουνε θέση μανιωδώς και τελικά καταλήγουν να κάθονται στριμωγμένοι σε ένα άδειο τρόλεϊ. ‘’Συλλογίστηκε κανείς τι υποφέρει ένας ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτερεύει;’’ ρωτάει ο ποιητής και πώς να μιλήσεις, πώς να μιλήσεις για όλους αυτούς που η πόρτα της ζωής τους μάγκωσε το δάχτυλο; Πώς να μιλήσεις για τον μετανάστη που αντικρίζει για πρώτη φορά το κέντρο της Αθήνας; Για τον φόβο του γερασμένου ανθρώπου που για άλλη μια φορά σε λίγο θα τσεκάρει αν κλείδωσε την πόρτα; Για τη διαδρομή αυτού που πηγαίνει ένα δαχτυλίδι σε κάποιον μαυραγορίτη που Αγοράζει Χρυσό; Για τον ιδρώτα του ανθρώπου που μόλις πριν λίγο πέρασε τα 50 και μαθαίνει μέσα σε ένα απόγευμα πως απολύεται για την σωτηρία της πατρίδος; Για τα πέντε δάχτυλα που έβαλαν την υπογραφή και για όσους ακονίζουν τη γλώσσα τους στο ψέμα;  Πόσο εκκωφαντική είναι όλη αυτή η σιωπή;
Τον Αύγουστο που απέμεινε, θα απαγγείλουμε από παραλία σε παραλία το άγραφο ποίημα  της πιο βάρβαρης χρονιάς μας. Μα εσύ μου λες πιο βιβλίο θα πάρεις μαζί στις διακοπές σου (καλύτερα ένα βιβλίο, να του δείχνεις αφοσίωση όσο κι αν διαρκέσουν οι διακοπές) και εγώ θα πάρω μαζί μου το ίδιο βιβλίο. Και μες την διακοπή, κάθε τι απογυμνωμένο από σκοπό,  από στόχο και αξία χρήσης, καθετί μπορεί να σε μάθει να αντέχεις. Γιατί ίσως κανείς μας να μην βρει ‘’τον κόσμο σε έναν κόκκο άμμου  και τον παράδεισο σε ένα άγριο λουλούδι’’ όπως θα θελε ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ. Αλλά ίσως να μπορούμε ακόμη να συναντήσουμε την σημασία και την ουσία του ελάχιστου.  Ίσως όταν ύστερα από μια ανηφόρα σε βράχους, αγκάθια και ξερά χορτάρια, συναντάς την πιο ξαφνική παραλία,  ίσως όταν σε κυριεύει ο πιο απρόσμενος και ο πιο αναίτιος ενθουσιασμός, ή όταν καταλαβαίνεις τον δεσμό της πιο σφιχτής συντροφικότητας.  Μπροστά σε ένα βότσαλο που η θάλασσα έσπρωχνε για χρόνια στην στεριά και μόλις το συνειδητοποιείς πιάνεις τον εαυτό σου για λίγο να ντρέπεται να το πετάξει πίσω, μπροστά στην αρμύρα  του δέρματος, η απλά μπροστά στον ίσκιο μιας κοντούλας λεμονιάς που ακόμα και αν δεν φτάνει για να ασβεστώσει όλα τα σκοτάδια του κόσμου, καταφέρνει με άνεση χαμογελαστή να δροσίσει όλα τα σκοτάδια μέσα σου.

http://tsalapatis.blogspot.gr

Η παρακμή της κουλτούρας

Από τον Θανάση Γιαλκέτση

 

Ζούμε το τέλος της κουλτούρας, με την έννοια που δίναμε μέχρι τώρα σ’ αυτήν τη λέξη. Ζούμε τον θάνατο μιας μορφής πολιτισμού και τη γέννηση του «πολιτισμού του θεάματος». Ο εκδημοκρατισμός της κουλτούρας, που γεννήθηκε από μια βούληση αλτρουιστική και εξισωτική, οδήγησε στη μαζική παραγωγή ευτελών και επιφανειακών πολιτιστικών προϊόντων, που δικαιολογείται με την επίκληση των προτιμήσεων του μεγάλου αριθμού των «καταναλωτών». Αυτά υποστηρίζει, μεταξύ άλλων, ο Μάριο Βάργκας Λιόσα στο βιβλίο του «Ο πολιτισμός του θεάματος» (ισπανική έκδοση: «La civilización del espetáculo», Alfaguara, 2012). Ο Περουβιανός νομπελίστας λογοτέχνης έδωσε στην «El Pais» τη συνέντευξη που ακολουθεί.

 

• Υποστηρίζετε ότι η κουλτούρα έχει γίνει κοινότοπη, ότι ο ερωτισμός ηττήθηκε από την πορνογραφία, ότι το μεταμοντέρνο είναι εν μέρει ένα αποτυχημένο πείραμα… Υπάρχει κάποια διέξοδος;

 

Μπορούμε βέβαια να ελπίζουμε σε μιαν ανανέωση της πολιτιστικής ζωής και στο ότι αυτή θα εγκαταλείψει τον όλο και πιο επιπόλαιο κι επιφανειακό χαρακτήρα που είναι ένα από τα κύρια γνωρίσματά της σήμερα. Οχι το μοναδικό, επειδή υπάρχουν και εξαιρέσεις στον κανόνα, ευτυχώς. Αυτή η διάδοση της κοινοτοπίας έχει συνέπειες όχι μόνο στο πεδίο της κουλτούρας αλλά και σε όλα τα άλλα. Γι’ αυτό στο βιβλίο μου αναφέρομαι στην πολιτική, στη σεξουαλική ζωή, στις ανθρώπινες σχέσεις. Ολα αυτά τα πεδία μπορεί να δεχτούν σοβαρά πλήγματα αν η κουλτούρα ζει μέσα στην κοινοτοπία, στη διαρκή επιπολαιότητα. Θυμάμαι το σοκ που υπήρξε για μένα, πριν μερικά χρόνια, η επίσκεψη στην Μπιενάλε της Βενετίας, που ήταν μια βιτρίνα του κύρους και της νεωτερικότητας, της πειραματικής τέχνης. Υστερα από ένα ορισμένο σημείο, αφού την είχα διατρέξει για μερικές ώρες, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι εκεί υπήρχαν πολύ περισσότερη επιτήδευση και εξαπάτηση παρά σοβαρότητα και βάθος. Για μένα αυτή υπήρξε μια αρκετά σημαντική εμπειρία, που με οδήγησε να σκεφτώ. Στο τέλος του βιβλίου μου αφηγούμαι το πώς έχουν εμπλουτίσει τη ζωή μου η ανάγνωση καλών βιβλίων, η γνώση της μεγάλης ζωγραφικής παράδοσης, ο κόσμος της μουσικής, το πώς όλα αυτά έχουν δώσει ένα νόημα, μια τάξη, μιαν οργάνωση στον κόσμο. Τον έκαναν πολύ πιο ενδιαφέροντα, πλούσιο, ερεθιστικό. Πιστεύω ότι θα ήταν μια τραγωδία αν, ακριβώς σε μιαν εποχή στην οποία υπάρχει εξαιρετική τεχνολογική, επιστημονική και υλική πρόοδος, η κουλτούρα μετατρεπόταν σε καθαρή διασκέδαση, σε κάτι το επιφανειακό, αφήνοντας ένα κενό που τίποτα δεν μπορεί να το γεμίσει, επειδή τίποτα δεν μπορεί να αντικαταστήσει την κουλτούρα, όταν το ζητούμενο είναι να δώσουμε ένα βαθύτερο νόημα στη ζωή.

 

• Το έργο σας δεν είναι ένα παράδειγμα του γεγονότος ότι η ικανότητα αυτοκριτικής επιβιώνει;

 

Ναι, αλλά είναι ανησυχητικό το ότι ο πιο μεγάλος πλούτος βρίσκεται στο παρελθόν μάλλον παρά στο παρόν. Και υπάρχει και μια άλλη πλευρά. Εκτός από τη διάδοση της επιπολαιότητας, υπάρχει και ένας ψευδολόγος σκοταδισμός που ταυτίζει το βάθος με τη σκοτεινότητα και τη δυσνόητη έκφραση και που οδήγησε την κριτική στα άκρα της ειδίκευσης, με αποτέλεσμα αυτή να μπαίνει στο περιθώριο σε σχέση με τον κοινό πολίτη, τον άνθρωπο με μέση καλλιέργεια, στον οποίον προηγουμένως η κριτική χρησίμευε για να προσανατολιστεί μπροστά σε μια τόσο πελώρια προσφορά.

 

• Εσείς προτείνετε όμως να επιστρέψουμε σε πολιτιστικά μοντέλα του παρελθόντος. Είναι δυνατό;

 

Δεν μπορούν όλοι να είναι καλλιεργημένοι με τον ίδιο τρόπο, δεν θέλουν όλοι να είναι καλλιεργημένοι με τον ίδιο τρόπο και δεν θα έπρεπε να είναι όλοι καλλιεργημένοι με τον ίδιο τρόπο. Υπάρχουν επίπεδα ειδίκευσης που είναι δικαιολογημένα, υπό τον όρο ότι η ειδίκευση δεν καταλήγει να γυρίζει τις πλάτες στην υπόλοιπη κοινωνία, επειδή τότε η κουλτούρα παύει να διαποτίζει το σύνολο της κοινωνίας, χάνεται εκείνη η συναίνεση, εκείνοι οι κοινοί παρονομαστές που μας επιτρέπουν να διακρίνουμε μεταξύ αυτού που είναι αυθεντικό και αυτού που είναι ψεύτικο, μεταξύ αυτού που είναι καλό και αυτού που είναι κακό, μεταξύ αυτού που είναι ωραίο και αυτού που είναι άσχημο.

 

• Εσείς επεκτείνετε την κριτική σας στη μαγειρική και στη μόδα, που έρχονται να ενταχθούν στην υψηλή κουλτούρα.

 

Αυτή, πράγματι, είναι μια από τις εκδηλώσεις εκείνης της επιπολαιότητας για την οποία μιλάμε. Δεν έχω τίποτα εναντίον της μόδας, αλλά δεν πιστεύω ότι μπορεί να παίρνει τη θέση της φιλοσοφίας, της λογοτεχνίας, της σοβαρής μουσικής, ως πολιτιστική αναφορά. Και όμως, αυτό είναι που συμβαίνει. Σήμερα το να μιλούν για μαγειρική και το να μιλούν για τη μόδα είναι πολύ πιο σημαντικό από το να μιλούν για φιλοσοφία ή για μουσική. Αυτή είναι μια επικίνδυνη παραμόρφωση και μια εκδήλωση τρομερής επιπολαιότητας. Τι είναι η επιπολαιότητα; Είναι η πλήρης σύγχυση των αξιών, είναι η θυσία του μακροπρόθεσμου οράματος στον βωμό του βραχυπρόθεσμου, του άμεσου. Το θέαμα είναι ακριβώς αυτό.

 

• Αυτή η προοπτική δεν εμπεριέχει μιαν ακραία εξιδανίκευση του παρελθόντος;

 

Δεν είμαι συντηρητικός με αυτήν την έννοια και γνωρίζω ότι στο παρελθόν, στον ίδιο τον καιρό του Θερβάντες και του Σέξπιρ, υπήρχαν η δουλεία, ο πιο τρομερός ρατσισμός, ο θρησκευτικός δογματισμός, η Ιερά Εξέταση, το μαρτύριο της πυράς για τους διαφωνούντες. Γνωρίζω πολύ καλά ότι το παρελθόν φέρνει μαζί του όλα αυτά, αλλά ταυτόχρονα δεν μπορούμε να αρνηθούμε ότι σε εκείνο το παρελθόν υπήρχαν πράγματα πολύ αξιοθαύμαστα, που σημάδεψαν βαθιά το παρόν, που πλούτισαν τη ζωή των προσώπων, την ευαισθησία τους, τη φαντασία τους. Και αυτή ήταν μια λειτουργία που είχε η υψηλή κουλτούρα, ενώ σήμερα δεν μπορούμε καν να μιλάμε για υψηλή κουλτούρα, επειδή δεν θα ήταν πολιτικά ορθό.

 

• Υπάρχει στο βιβλίο σας μια υπεράσπιση του ερωτισμού ως έργου τέχνης απέναντι στο «ωμό σεξ».

 

Ο ερωτισμός υπήρξε στον κόσμο της εμπειρίας η μετατροπή ενός ενστίκτου σε κάτι το δημιουργικό, σε ένα αληθινό έργο τέχνης, και αυτό έγινε δυνατό χάρη στην κουλτούρα. Εδώ αναφέρω πολύ τον Ζορζ Μπατάιγ, ο οποίος υπερασπίστηκε πάντοτε τον ερωτισμό ακριβώς ως μιαν εκδήλωση πολιτισμού και ο οποίος υπήρξε πολύ επιφυλακτικός σε σχέση με την ολική επιτρεπτικότητα, επειδή πίστευε ότι αυτή θα σκότωνε τις μορφές και τελικά θα φτάναμε σε ένα είδος πρωτόγονης, άγριας σεξουαλικότητας. Κάτι παρόμοιο έχει συμβεί στους καιρούς μας.

 

• Αναφέρεστε σε μια νεολαία παθητική, κλεισμένη σε μια συστηματική εχθρότητα. Φαινόμενα όπως εκείνα των αγανακτισμένων ή του κινήματος Occupy Wall Street δεν σας δίνουν ελπίδα;

 

Ναι, λίγη ελπίδα ναι. Πάντα υπό τον όρο ότι δεν θα υιοθετήσουν εσφαλμένους προσανατολισμούς. Επειδή υπάρχει ένας ορισμένος κομφορμισμός και στη διαμαρτυρία. Ο Φουκό έχει γράψει πολύ ενδιαφέροντα πράγματα γι’ αυτό το θέμα. Ωστόσο πιστεύω ότι υπάρχει αναβρασμός μεταξύ των νέων. Τα πράγματα μπορούν να αλλάξουν προς το καλύτερο. Αλλά για ορισμένες πλευρές είναι σημαντική μια πολύ ριζική κριτική ενός φαινομένου που αντιπροσωπεύει μια παρακμή […].

 

http://www.efsyn.gr/?p=89566

Για τα μουσικά σύνολα της ΕΡΤ

 
Του Αντώνη Σιγάλα

Υπήρξα μέλος της χορωδίας της ΕΡΤ από το 1995 μέχρι το 2001. Προερχόμουν από εντελώς διαφορετικό χώρο: είχα σπουδάσει σε μια προγενέστερη ζωή μαθηματικά και έκανα μια εντελώς τρελή αλλαγή καριέρας στρεφόμενος προς το λυρικό τραγούδι περίπου ένα με δύο χρόνια πριν να γίνω μέλος της χορωδίας. Αυτή για μένα ήταν μια χρυσή ευκαιρία να ζήσω το όνειρό μου και να γίνω επαγγελματίας μουσικός. Και όταν λέω να γίνω μουσικός, το εννοώ. Δεν ξέρω τι άποψη έχει ο πολύς κόσμος για το πότε και το πώς γίνεται κάποιος μουσικός, ωστόσο σίγουρα δεν γίνεται κανείς μόνο με τη φοίτησή του στα ελληνικά ωδεία (για ακαδημίες και πανεπιστήμια δεν το συζητώ: αυτά στην Ελλάδα είναι μακρινά όνειρα).

Αυτά τα έξι χρόνια στη χορωδία έμαθα πραγματικά καταπληκτικά πράγματα. Πέρα από το να τοποθετώ τη φωνή μου και να συμμετέχω σε ένα φωνητικό σύνολο υψηλών απαιτήσεων, η επαφή μου με τα αριστουργήματα της μουσικής, τα οποία ερμηνεύσαμε σε αυτό το διάστημα, με διαμόρφωσε σαν άνθρωπο. Υπό την καθοδήγηση του ιστορικού μαέστρου της χορωδίας Αντώνη Κοντογεωργίου, ερμηνεύσαμε ανάμεσα σε άλλα την Ενάτη Συμφωνία του Μπετόβεν, το Γερμανικό Ρέκβιεμ του Μπραμς, τα Ρέκβιεμ του Μότσαρτ και του Βέρντι, τα Στάμπατ Μάτερ του Ντβόρζακ και του Ροσίνι, το Χριστουγεννιάτικο Ορατόριο του Μπαχ, τη Δημιουργία του Χάιντν, και τις όπερες Κάρμεν του Μπιζέ, Ελένη του Θάνου Μικρούτσικου και Ορφέο του Μοντεβέρντι.

Θυμάμαι το πόσο με παρηγόρησε το Γερμανικό Ρέκβιεμ του Μπραμς. Το μελετούσαμε έναν ολόκληρο χειμώνα και ήταν ο χειμώνας μετά το θάνατο του πατέρα μου. Εκείνος ο θάνατος με είχε συγκλονίσει όσο και αν δεν ήθελα τότε να το παραδεχτώ. Η σχέση με τον πατέρα μου ήταν δύσκολη: έφυγε χωρίς να καταφέρω να του πω πολλά πράγματα που ήθελα και αυτό με έκανε εκείνο το διάστημα των μηνών μετά το θάνατό του να βλέπω συνεχώς εφιάλτες. Δε μπορούσα να δεχτώ τη θνητότητα. Στο Γερμανικό Ρέκβιεμ υπάρχει ένα κομμάτι που, όχι τυχαία, ο Μπραμς το έχει δώσει να το τραγουδήσει μια φωνή σοπράνο, μια γυναικεία φωνή. Η λέξη που κυριαρχεί σε αυτό το κομμάτι είναι η λέξη trösten, που σημαίνει παρηγορώ. Ο συνθέτης την τονίζει μέσα από τη μελωδική γραμμή με τέτοιο τρόπο ώστε να της δώσει τη δέουσα σημασία. Και η φωνή είναι γυναικεία γιατί στη δυτική κουλτούρα η γυναίκα είναι αυτή που συνήθως παρηγορεί. Συνήθως στη γυναίκα προσφεύγει κανείς για λίγη τρυφερότητα. Το κομμάτι μπορείτε να το ακούσετε εδώ.

Όταν μπήκα, λοιπόν, η χορωδία αριθμούσε περίπου 60 μέλη και ήταν μία από τις δύο επαγγελματικές χορωδίες στην Ελλάδα. Παλαιότερα από το 1995, αριθμούσε ακόμα περισσότερα. Αυτός ο αριθμός δεν είναι μεγάλος, αν σκεφτεί κανείς ότι για το Ρέκβιεμ του Βέρντι ή την Ενάτη του Μπετόβεν χρειάζονται περίπου 200 χορωδοί. Πάντοτε η χορωδία της ΕΡΤ, όταν ήταν να τραγουδήσει έργα που χρειάζονταν μεγάλο πλήθος συνέπραττε με άλλες χορωδίες για να συμπληρωθεί ο αριθμός. Την ημέρα που ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωσε το κλείσιμο της ΕΡΤ, την απόλυση των εργαζομένων και το ενταφίασμα των μουσικών συνόλων, δύο ορχηστρών και της χορωδίας, η χορωδία αριθμούσε 38 μέλη. Μέσα λοιπόν σε όλα αυτά τα χρόνια που πέρασαν, οι διοικήσεις και οι κυβερνήσεις είχαν απαξιώσει τη χορωδία σε τέτοιο βαθμό, που ήταν σχεδόν αδύνατον να εκτελέσει έργα του ρομαντισμού που χρειάζονται μεγάλο πλήθος: την είχαν μετατρέψει σε ένα σύνολο δωματίου.

Το εργασιακό καθεστώς ήταν ένα άλλο μεγάλο μαχαίρι στο λαιμό. Η χορωδία, από την ίδρυσή της το 1977 από το Μάνο Χατζιδάκι ως Χορωδία του Τρίτου Προγράμματος, δούλευε με μπλοκ παροχής υπηρεσιών. Οι συμβάσεις το διάστημα που ήμουν εγώ μέλος ήταν τρίμηνες, διαρκώς ανανεούμενες, και ο μισθός ήταν ένας, λίγο παραπάνω από το βασικό μισθό. Δεν αναγνωριζόταν προϋπηρεσία, δεν υπήρχαν δώρα Πάσχα, Χριστουγέννων και επίδομα αδείας και επιπλέον τον Αύγουστο αναγκαστικά η χορωδία δεν δούλευε – επομένως δεν πληρωνόταν μισθός! Δηλαδή οι επαγγελματίες χορωδοί θα έπρεπε να κάνουν μια άλλη δουλειά τον Αύγουστο για να τα φέρουν βόλτα. Αυτό μετέτρεπε τη δουλειά στη χορωδία σε μια δουλειά που, στην καλύτερη περίπτωση, δεν μπορούσε να είναι για πάντα. Με δεδομένη την εργασιακή ανασφάλεια και το γεγονός της κάκιστης πληρωμής, ήταν σχεδόν αδύνατον να ζήσει κανείς αξιοπρεπώς, γι΄ αυτό και οι χορωδοί έκαναν και άλλη δουλειά. Άλλος δίδασκε τραγούδι σε ωδείο τα απογεύματα, άλλος δίδασκε πιάνο, κάποιος δούλευε σε μπαρ – μέχρι και συνάδελφο ο οποίος ήταν αρχιτέκτονας με δικό του γραφείο είχαμε!

Και όμως, μέσα σε αυτό το καθεστώς υπήρξαν άνθρωποι με όνειρα που κατάφεραν να τα στεγάσουν κάτω από την ομπρέλα της ΕΡΤ. Το ένα και μοναδικό όνειρο που επισκίαζε όλα τα άλλα και γινόταν πραγματικότητα ήταν η επαγγελματική ενασχόληση με τη μουσική. Υπήρξαν συνάδελφοι που άφησαν τα σπίτια τους στην επαρχία και παιδιά έφηβα ακόμα, ήρθαν στην Αθήνα για να συμμετάσχουν στη χορωδία και να σπουδάσουν με διακεκριμένους μουσικούς σε ένα αθηναϊκό ωδείο. Μέσα σε αυτά τα χρόνια σπούδασαν, μεγάλωσαν, ερωτεύτηκαν, παντρεύτηκαν, έκαναν παιδιά, και κάποιοι έφυγαν στο εξωτερικό για περαιτέρω σπουδές στο τραγούδι, ή στη μουσική γενικότερα. Κάποιοι, όχι λίγοι ή ασήμαντοι, έκαναν μεγάλες καριέρες στην όπερα. Είναι χαρακτηριστικό ότι τα περισσότερα ονόματα που τραγουδούν σήμερα στη Λυρική Σκηνή, αλλά και οι περισσότεροι Έλληνες που κάνουν καριέρα στα Λυρικά Θέατρα της Ευρώπης και αλλού, έχουν περάσει τουλάχιστον ένα μικρό διάστημα από τη χορωδία της ΕΡΤ.

Η χορωδία, πέρα από το να κάνει συναυλίες σε διάφορες αίθουσες συναυλιών, είχε και ένα έργο καθαρά φιλανθρωπικό αλλά και παιδευτικό. Ουκ ολίγες φορές τραγουδήσαμε, τα χρόνια που εγώ ήμουν μέλος, σε χώρους που βρίσκονταν χωρίς καμιά επαφή με τη μουσική πριν από εμάς. Εφόσον δεν έρχονταν ή δεν μπορούσαν να έρθουν αυτοί σε εμάς, πηγαίναμε εμείς σε αυτούς. Το γραφείο μου κοσμεί μια φωτογραφία από τον προαύλειο χώρο του Ψυχιατρείου Αθηνών στο Δαφνί, όπου κάποια στιγμή δώσαμε μια συναυλία για τους τρόφιμους – κι αυτό που εισπράξαμε ήταν συγκινητικό. Ακόμα θυμάμαι τη σφιχτή αγκαλιά μιας γυναίκας τρόφιμου του ψυχιατρείου σαν ευχαριστήριο. Θα μου πείτε ,έφτανε αυτό; Θα σας απαντήσω ότι ακόμα θυμάμαι πώς ένιωσα εκείνη τη στιγμή. Όλη η ανθρώπινη χαρά της επικοινωνίας που μας έφερε πιο κοντά, εμάς που κάναμε απλά τη δουλειά μας, με τους άλλους που δεν είχαν τη δυνατότητα να μας γνωρίσουν πριν από αυτό. Δεν θυμάμαι το συναίσθημα που ένιωθα όταν αγόρασα κάτι ακριβό, ας πούμε, κάτι που εκείνη τη στιγμή μου έδωσε μια στιγμιαία χαρά, όμως η θύμηση αυτής της χαράς εξατμίστηκε στα χρόνια που πέρασαν.

Στη χορωδία κάναμε συναυλίες για το ραδιόφωνο που είχαν τη μορφή ανοικτής πρόβας. Σε συνεργασία με το Τρίτο Πρόγραμμα, το ξαδελφάκι των Μουσικών Συνόλων, μια φορά την εβδομάδα κάναμε ανοιχτή πρόβα ένα κομμάτι, με το μαέστρο μας να εξηγεί εκπληκτικά πώς έπρεπε να τραγουδήσουμε. Αυτές οι ανοικτές πρόβες υπήρξαν μεγάλο σχολείο για όλους αυτούς που θέλησαν μετά να γίνουν επαγγελματίες μουσικοί ή διευθυντές ορχήστρας. Πολλές φορές τα πρωινά έρχονταν στο στούντιο που κάναμε πρόβα διάφορα σχολεία και παρακολουθούσαν για λίγο. Τα παιδάκια έμεναν με το στόμα ανοιχτό: όσο πιο μικρά ήταν, τόσο πιο μεγάλο ήταν το στόμα που άνοιγαν! Και βέβαια ήταν οι πολλές μας συναυλίες στην επαρχία. Έξι ολόκληρα χρόνια στη χορωδία γυρίσαμε ολόκληρη την Ελλάδα. Χίος, Θεσσαλονίκη, Ορεστειάδα, Δράμα, Σέρρες, Ιωάννινα, Λαμία, Τρίπολη, Κεφαλλονιά, Ζάκυνθος, Άνδρος είναι μερικά μόνο από τα μέρη της Ελλάδας που επισκεφτήκαμε. Όσον αφορά δε το εξωτερικό, πήγαμε στη Γαλλία, στην Ιταλία, στη Γερμανία, ενώ αργότερα η χορωδία πήγε στην Κίνα, στην Αμερική και στον Καναδά. Ο αριθμός των ετήσιων συναυλιών υπερέβαινε τις 50, και κυμαινόταν μεταξύ 60 και 70 κατά μέσο όρο.

Το κλείσιμο των μουσικών συνόλων της ΕΡΤ αφήνει ένα δυσαναπλήρωτο κενό για τα μουσικά πράγματα της Ελλάδας. Η χώρα μας είχε πάντα μια προβληματική σχέση με τη μουσική και οι λίγες υποδομές που υπήρχαν, όπως τα μουσικά σύνολα της ΕΡΤ, ήταν πραγματικά πολύτιμες. Το κενό που μένει θα φαίνεται μεγαλύτερο όσο περνάει ο καιρός. Κάτι σαν σχολείο που κλείνει, σε μια πολιτεία γεμάτη κόσμο που διψάει για να μάθει και να αισθανθεί. Είναι ένα κενό κάπου εκεί αριστερά, κάτω από το στήθος.