Πορτογαλικό ντοκιμαντέρ για Ελλάδα της Αλληλεγγύης: «Κανένας μόνος του στην κρίση» (βίντεο)

Του Αργύρη Παναγόπουλου

Que ninguém fique só no meio da crise from esquerda.net on Vimeo.

«Κανένας μόνος του στην κρίση» αποτελεί τον τίτλο του ντοκιμαντέρ των 20′ που γύρισαν τον Ιούλιο του 2013 στην Αθήνα οι Πορτογάλοι Ζόρζε Κόστα και Μπρούνο Καμπράλ περιγράφοντας τις εμπειρίες αλληλεγγύης στη μνημονιακή Ελλάδα, με τις αγορές τροφίμων χωρίς μεσάζοντες, το Μητροπολιτικό Ιατρείο Ελληνικού, την Αλληλεγγύη για όλους, το Μερμήγκι, τη Λέσχη του Νέου Κόσμου να αποτελούν μεταξύ άλλων τους πρωταγωνιστές της Ελλάδας που προχωρά στην ανασύνθεση της κατεστραμμένης κοινωνίας μας από τα κάτω.

Το ντοκιμαντέρ πήρε το βραβείο στο «Φόρουμ Σοσιαλισμός 2013» και θα προβληθεί στις 30 Σεπτεμβρίου στη Λισσαβόνα παρουσία της Θεανώς Φωτίου, βουλευτού Επικρατείας του ΣΥΡΙΖΑ.

Το ντοκιμαντέρ έχει αναρτηθεί στην ιστοσελίδα Esquerda.net, που ανήκει στο Μπλόκο της Αριστεράς. Μπορείτε να δείτε το ντοκιμαντέρ στη διεύθυνση http://vimeo.com/73705119.

Το ντοκιμαντέρ γύρισαν ο Ζόρζε Κόστα, δημοσιογράφος και πρώην βουλευτής και ηγετικό στέλεχος του Μπλόκου της Αριστεράς. και ο Μπρούνο Καμπράλ, σκηνοθέτης – κινηματογραφιστής, συνδικαλιστής και ακτιβιστής της αριστεράς, κατά τη διάρκεια της πρόσφατης επίσκεψής τους στην Ελλάδα με αφορμή τη συμμετοχή τους στο AlterSummit.

Πηγή: avgi.gr

Ταινία : ΝΑ ΜΗΝ ΖΗΣΟΥΜΕ ΣΑΝ ΔΟΥΛΟΙ

Μια ταινία του Γιάννη Γιουλούντα (Αύγουστος 2013 Διάρκεια 89′)Διαθέσιμο σε ελεύθερη κυκλοφορία. Μπορείτε να αντιγράψετε την ταινία και οργανώσετε δωρεαν δημόσιες και ιδιωτικές προβολές (Creative Commons).

Μουσική: Τα Λιμάνια Ξένα, Cyril Gontier, Serge Utge-Royo, Jean-Francois Brient, Χασμωδία, Raoul Vaneigem, Madame Nesia, Martyn Jacques, Μεθυσμένα Ξωτικά, Horror Vacui, Alpha Bang

Ελληνικοί Υπότιτλοι: Λίζα Γιουλούντα
Συντονισμός Διάχυση: Μοντ Γιουλούντα και Λουκάς Γιουλούντας

Website: http://www.nevivonspluscommedesesclav…
Facebook: https://www.facebook.com/NeVivonsPlus…

Ο Τζάνγκο και η πολιτική της βίας

 

2-marina-bΕίναι ο Django ένα ακόμα κινηματογραφικό προϊόν της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας; Οι σκηνές βίας της ταινίας συνάδουν και προάγουν την κουλτούρα της βίας που επικρατεί στην Αμερική;Η τελευταία ταινία του ΤαραντίνοDjango, Unchained (Τζάνγκο, ο τιμωρός), προκάλεσε σειρά συζητήσεων γύρω από αυτά τα θέματα, όπως και σε σχέση με την ιστορική πιστότητα της ταινίας όσον αφορά το καθεστώς της δουλείας στην Αμερική του 19ου αιώνα. Ειδικά στις ΗΠΑ, η ταινία καταδικάστηκε από πολλούς σαν ένα ακόμα κινηματογραφικό προϊόν της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που εκθειάζει την ατομική αναζήτηση-απελευθέρωση, χωρίς ουσιαστικά να καταδικάζει την πρακτική του δουλεμπορίου και τη ρατσιστική ιδεολογία. Όσο για τις εξαιρετικά ενορχηστρωμένες και ωμές σκηνές βίας, από κοινωνιολογικής απόψεως, για πολλούς συνάδουν απόλυτα με την κουλτούρα της βίας που επικρατεί στην Αμερική και επιπλέον συμβάλλουν στην προώθησή της. Η σχέση μεταξύ αυτών των δυο κάνει την ταινία πιο ενδιαφέρουσα απ’ όσο η μονομερής ανάλυση του κάθε θέματος, και γι’ αυτό τον λόγο ο Djangoμπορεί να αποτελέσει καλή αφορμήμιας πιο συστηματικής (αν και όχι ενδελεχούς) χαρτογράφησης της βίας, τόσο της κινηματογραφικήςόσο και της πολιτικής.

2-marina-cΑρχίζοντας από την κινηματογραφική βία, μια κατηγοριοποίηση που μπορεί να φανεί χρήσιμη στην κατανόηση της αναπαραστατικής βίας είναι η διάκρισή της σε «τελετουργική», «συμβολική», και «υπερ-ρεαλιστική» (hyper-real) κινηματογραφική βία1. Η πρώτη αναφέρεται στην τυπική, αναμενόμενη βία που χαρακτηρίζει πολλές ταινίες του Αμερικανικού box office, με πρωταγωνιστές όπως ο Μπρους Γουίλις, ο Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ και ο Σιλβέστερ Σταλόνε. Συνήθως οι κεντρικοί ήρωες είναι απολύτως σύμφωνοι με τα πρότυπα του ανδρικού σωβινισμού, ενώ το σενάριο της ταινίας είναι υποτυπώδες. Υπάρχει μια καταιγιστική αλληλουχία πλάνων που αποσκοπεί στον στείρο εντυπωσιασμό του θεατή· η βία είναι αυτοσκοπός. Η «συμβολική» κινηματογραφική βία, αντιθέτως, πραγματεύεται υπαρξιακά θέματα και θέτει ερωτήματα σχετικά με τις ανθρώπινες –και συχνά αντιφατικές– επιλογές. Ο τρίτος τύπος, η «υπερ-ρεαλιστική» βία, η οποία χαρακτηρίζει αρκετές ταινίες από το 1990 και μετά, έχει ειρωνικά στοιχεία, έξυπνους διαλόγους και οι πρωταγωνιστές της προέρχονται από ένα χώρο όπου οι ενοχές και οι ηθικές επιταγές έχουν παραγραφεί. Απευθύνεται στα αρχέγονα ένστικτα του ανθρώπου, και αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που κάνει την «υπερ-ρεαλιστική» βία τόσο τρομακτική, γνώριμη αλλά και μπανάλ.

Αρκετές ταινίες του Ταραντίνο έχουν σχέση με αυτή την τελευταία κατηγορία βίας, όπως παραδείγματος χάρη τα ReservoirDogs και PulpFiction, και ως ένα βαθμό και ο Django, το οποίο περιέχει σκηνές βίας που άλλοτε σοκάρουν με τη σκληρότητά τους και άλλοτε αγγίζουν το κωμικό. Παρόλα αυτά, ο Django δεν μπορεί να ταξινομηθεί εύκολα με βάση τον παραπάνω διαχωρισμό, και αυτό διαφαίνεται και από τους δυο άξονες στους οποίους κινήθηκε η συζήτηση για την ταινία. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η βία, αλλά και η αντιμετώπιση της ιστορικής πραγματικότητας του θεσμού της δουλεμπορίας ή, ακόμα καλύτερα, η σχέση μεταξύ των δυο αυτών παραμέτρων που κάνει την ταινία ενδιαφέρουσα. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η συζήτηση γύρω από την ταινία δεν έχει σχέση μόνο με την αναπαραστατική-κινηματογραφική βία, αλλά και με την ιστορική-πολιτική.

Καταρχάς, το σενάριο της ταινίας βασίζεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο ιστορικό-κοινωνικό πλαίσιο (το 1858, αμέσως πριν από την Αμερικανική Επανάσταση) το οποίο, επιτυχώς ή όχι, καθορίζει τόσο τη δράση, όσο και τους χαρακτήρες. Αντίθετα με το KillBill, που κατά βάθος είναι μια κλασική ταινία προσωπικής εκδίκησης, ο Django θέτει πολύ πιο άμεσα το ζήτημα της εκδίκησης ως πολιτική πράξη.

Η μαρξιστική Αριστερά καταδικάζει τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα του Ταραντίνο λόγω της αποτυχίας του να επικρίνει το καθεστώς της δουλεμπορίας που επικρατούσε εκείνη τη χρονική περίοδο, ελλείψει κατανόησης των παραγωγικών σχέσεων που το διέπουν και, φυσικά, ελλείψει επαναστατικής συνείδησης. Η δυνατότητα εκδίκησης ανοίγεται μπροστά του ως συνέπεια του ίδιου του νομικού συστήματος της δουλεμπορίας που προβλέπει την αγορά και επιλεκτική απελευθέρωση σκλάβων από τον κάτοχό τους (στη συγκεκριμένη περίπτωση τον γερμανό κυνηγό κεφαλών, που είναι και ο μόνος χαρακτήρας που είναι συνειδητά αντίθετος με το δουλεμπόριο). Όλη η ύπαρξη και οι πράξεις του Τζάνγκο υποκινούνται από τον έρωτά του για τη γυναίκα του, Μπρουμίλντα. Δικαιολογημένος από τη σεναριακή πλοκή, αλλά όχι και ηθικό-πολιτικά, δε σώζει έναν άλλο σκλάβο από τη βάρβαρη τιμωρία του ιδιοκτήτη της φυτείας (Κάντυ), που στέλνει τα σκυλιά του να τον κατασπαράξουν, και αδιαφορεί για τους λιγοστούς σκλάβους που απελευθερώνονται, ως συνέπεια των πράξεών του, προς το τέλος του έργου.

Όπως και ο πρωταγωνιστής του, έτσι και ο Ταραντίνο φαίνεται να μην μπορεί να επεξεργαστεί την «αντικειμενική» βία του συστήματος, το οποίο μέσα στη διήγηση παρουσιάζεται ως τίποτα περισσότερο από μια σειρά σαδιστικών βασανιστηρίων από κακόβουλους, υπερόπτες λευκούς. Η διαφωνία μου, παρ’ όλα αυτά, έχει να κάνει λιγότερο με τη μαρξιστική επιχειρηματολογία εν γένει και περισσότερο με την αδυναμία αυτής της ανάλυσης να κατανοήσει την ικανοποίηση που λαμβάνει ο θεατής από τη συγκεκριμένη ταινία. Η επιθυμία για μια «άλλη» ταινία συσκοτίζει την αιτία της ευφορίας που φέρνει η εκδίκηση του Τζάνγκο στο κοινό (ή σε μέρος αυτού).

Ας μείνουμε λοιπόν στο διαχωρισμό «υποκειμενικής» (ατομικής ή μαζικής) και «αντικειμενικής» (συστημικής, ανώνυμης) βίας και στη σχέση μεταξύ των δύο. Καθώς η «αντικειμενική», συστημική βία γίνεται ολοένα και πιο ορατή στις παρούσες κοινωνικές συνθήκες (η οικονομική κρίση έχει συμβάλει ιδαίτερα σ’ αυτό), τόσο οι «υποκειμενικές», κυρίως αντισυστημικές πράξεις βίας καταδικάζονται με περισσότερο μένος από ποτέ. Και μέσα σε αυτό το κομφούζιο, διαφορετικές πράξεις βίας συχνά καταδικάζονται ως ταυτόσημες (η γνωστή θέση του συμψηφισμού των άκρων).

Μπορούμε να μιλήσουμε για μια άλλη βία, η οποία δικαιολογεί το αίσθημα ικανοποίησης και εφορίας που προκαλεί η θεαματική αιματοχυσία του επιλόγου και η ολοκλήρωση της εκδίκησης του Τζάνγκο; Μια πιθανή απάντηση είναι ότι μέσω της εκδίκησης ο Τζάνγκο επιτέλους κερδίζει, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, τον έλεγχο της ύπαρξης του, έναν έλεγχο που ο θεατής μάταια προσπαθεί να ανακτήσει και στη δική του προσωπική ζωή (δυστυχώς, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί και για την Mπρουμίλντα, η οποία πολύ πιθανόν θα συνεχίσει να καταλαμβάνει θέση αντικειμένου στην καινούργια ζωή που της υπόσχεται ο Τζάνγκο). Ίσως όμως αυτή η ικανοποίηση να είναι συνδεδεμένη και με πιο συλλογικά φαινόμενα ιστορικο-πολιτικής βίας που δεν φαίνεται να προβάλλουν συγκεκριμένες προτάσεις και στόχους (από τις ταραχές στα προάστια του Παρισιού το 2005 ως το Λονδίνο το 2011). Ο πρωταγωνιστής (-ές), ο αποκλεισμένος (-οι) από το κοινωνικό σύνολο, τυφλά και με πρωτοφανές μένος καταστρέφει. Και καταστρέφοντας επιβάλλει μια άμεση δικαιοσύνη που, όπως επιχειρηματολογεί η μαρξιστική πλευρά, δεν φαίνεται, τουλάχιστον σε πρώτη ανάγνωση, να έχει πρόταση σε σχέση με την εγκαθίδρυση ενός νέου πολιτικό-νομικού συστήματος. Το θέμα της πολιτικής βίας σίγουρα δεν μπορεί να εξαντληθεί με βάση το Django. Αρκεί, νομίζω, να αποδεχτούμε ότι η ταινία προκαλεί ένα είδος ικανοποίησης που δύσκολα εντάσσεται στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας.

 Η Μαρίνα Πρεντουλή διδάσκει πολιτικές επιστήμες και πολιτική επικοινωνιολογία στο UniversityofEastAnglia.

 1 Οι κατηγορίες κινηματογραφικής βίας από το άρθρο του Henry A. Giroux, «Pulp Fiction and the Culture of Violence», Harvard Educational Review(καλοκαίρι 1995).

http://enthemata.wordpress.com/2013/07/14/marina-2/

 

Οι νέες ταινίες, του Στράτου Κερσανίδη

Άρωμα ρετρό έχει η τρέχουσα κινηματογραφική εβδομάδα καθώς οι σινεφίλ έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν ταινίες του Μαξ Λίντερ και των αδελφών Μαρξ.

100 ΧΡΟΝΙΑ ΜΑΞ ΛΙΝΤΕΡ
Σκηνοθεσία:
 Μαξ Λίντερ
Πρωταγωνιστούν:  Μαξ Λίντερ, Βίλμα Μπάνι, Κουρτ Κάσναρ, Λουσί Ντ’Ορντέλ, Ζορζ Γκορμπί, Μορίς Σεβαλιέ

Γεννήθηκε το 1883 στο Παρίσι ως Γκαμπριέλ Μαξιμιλιάν Λεβιέλ και θεωρείται –όχι αδίκως- ως ένας από τους κορυφαίους κωμικούς όλων των εποχών. Έγινε γνωστός με το καλλιτεχνικό του ψευδώνυμο Μαξ Λίντερ, ο μέγας Τσάρλι Τσάπλιν το θεωρούσε δάσκαλό του και ο Λίντερ ήταν κατά κανόνα ο άνθρωπος που έγραφε τα σενάρια του Τσάπλιν και μερικές φορές τον σκηνοθέτησε.

Ξεκίνησε ως ταχυδακτυλουργός και ηθοποιός στο θέατρο και το 1905 έκανε την πρώτη του εμφάνιση στον κινηματογράφο. Ο ίδιος ο Μαξ Λίντερ είπε για την πρώτη του εμφάνιση: « Ένα συμπαθητικό παιδί, ό Λουίς Γκασνιέρ, πού είναι σήμερα σκηνοθέτης στην Aμερική, έρχεται μια μέρα μου λέει, ‘Θέλεις να κάνεις κινηματογράφο;’, ‘Τί είναι αυτό;’ τον ρωτάω. ‘Κάτι σαν το θέατρο, με τη μικρή διαφορά ότι παίζεις μπροστά σ’ ένα μηχάνημα. Έρχεσαι, κάνεις την πλάκα σου και θα πάρεις και είκοσι φράγκα. Ντύσου καλά: ημίψηλο, γάντια, διαμαντικό, βερνίκι. Δεν ξέρω ακριβώς τί θα κάνεις αλλά είναι πολύ πιθανό ότι θα πρόκειται για ένα νεαρό κοσμοπολίτη πού θα φλερτάρει μια κοπέλα’».

Έτσι εγεννήθη ο ηθοποιός και σκηνοθέτης Μαξ Λίντερ, ο οποίος στη συνέχεια οικοδόμησε τον πρώτο κινηματογραφικό ήρωα. Αυτός ήταν ένας τύπος δανδή, με σκούρα μαύρα μαλλιά, κατάλευκα δόντια, λεπτό μουστάκι, κομψό ντύσιμο, λεπτές κινήσεις, γαλατική ευγένεια, ημίψηλο, μπαστούνι, φράκο και ριγέ παντελόνι.

Ο Λίντερ, εκτός από το χαρακτήρα του Μαξ, απελευθερώθηκε από τα «δεσμά» της χοντρής πλάνας με τις τουρτομαχίες, τα κυνηγητά και τα συναφή. Επί πλέον απέφυγε όσο ήταν δυνατόν τα εφέ δίνοντας ιδιαίτερη σημασία στους χαρακτήρες και την ψυχολογική τους προσέγγιση. Μπορούμε να πούμε πως επηρεασμένος από το θέατρο μπουλβάρ εμπλούτισε τον κινηματογράφο με αυτήν την αντίληψη.

Ο χαρακτήρας του Μαξ ήταν ένας αριστοκράτης, λίγο μπεκρής, ζαμανφουτίστας, καυχησιάρης, με πολύ κακή σχέση με το χρήμα και πάνω απ’ όλα, καλόκαρδος. Ο Μαξ ήταν ένας τζέντλεμαν, η παρουσία του ήταν γεμάτη χάρη και ως λάτρης του ωραίου φύλου τραβούσε τα πάνδεινα από τις γυναίκες υπομένοντάς τα όμως με καρτερία και ευγένεια.

Στην ταινία «100 χρόνια Μαξ Λίντερ», που προβάλλεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα, οι θεατές θα έχουν την ευκαιρία να απολαύσουν 110 λεπτά κινηματογραφικής μαγείας με μία επιλογή από τις πιο χαρακτηριστικές μικρού μήκους ταινίες του.

Σύμφωνα με τους ιστορικούς του κινηματογράφου, ο Μαξ Λίντερ ήταν ο πρώτος διεθνής σταρ του σινεμά. Σε πρώιμο σημείο της καριέρας του, ενώ οι ταινίες του ήταν ακόμα βωβές, ο Λίντερ ανακάλυψε τη σημασία της μουσικής επένδυσης, προκειμένου να δημιουργήσει την τέλεια ατμόσφαιρα στο κοινό. Έστελνε συχνά σημειώσεις με τη μουσική που θεωρούσε κατάλληλη για τις ταινίες του. Οι συνθέσεις ήταν διασκεδαστικές, δραματικές και ρομαντικές.

Έχει πρωταγωνιστήσει σε 212 ταινίες, έχει σκηνοθετήσει 102, έχει γράψει 99 σενάρια ενώ σε δύο ταινίες του έκανε την παραγωγή.

Μια νύχτα στην όπερα
Α Night at the Opera
Σκηνοθεσία:
 Σαμ Γουντ
Πρωταγωνιστούν: Γκράουτσο, Τσίκο και Χάρπο Μαρξ, Κίτι Κάρλαϊλ, Αλαν Τζόουνς, Μάργκαρετ Ντιμόντ.

Ο Γκράουτσο, ο Τσίκο και ο Χάρπο, αυτές οι χαρακτηριστικές φιγούρες της σουρεαλιστικής κωμωδίας που πρόσφεραν απλόχερα το γέλιο σε εκατομμύρια θεατές σε ολόκληρο τον κόσμο, «επανακάμπτουν» με την επανέκδοση της κλασικής –και μιας από τις καλύτερές τους- ταινίες. «Μια νύχτα στην Όπερα» (A night at the Opera).

Εδώ ο Γκράουτσο ερμηνεύει τον Ότις Ντρίφτγουντ. Ο εν λόγω Ντρίφτγουντ προσπαθεί να πείσει μία πλούσια κυρία ονόματι Κλέιπουλ Ντιμόντ να επενδύσει χρήματα σε μια όπερα. Την ίδια στιγμή ο Τομάσο, που τον ερμηνεύαι ο Χάρπο και ο Φιορέλο, που ερμηνεύει ο Τσίκο, προσπαθούν να πείσουν τον Ότις να προσλάβει στην όπερα ένα ζευγάρι νεαρών τραγουδιστών στη θέση ενός ιταλού τενόρου.

Αυτό είναι πάνω κάτω το στόρι μόνο που από μόνο του δε λέει τίποτα αφού όλη η ουσία βρίσκεται στην εξέλιξη, στη δράση της ταινίας η οποία αποτελεί την αποθέωση του σουρεαλισμού και του ανατρεπτικού χιούμορ. Οι αδελφοί Μαρξ δε σέβονται τίποτα. Ισοπεδώνουν τα πάντα με έναν δαιμονικά τρελό ρυθμό. Το δε φινάλε είναι εξοντωτικά αστείο όταν οι τρεις Μαρξ αναστατώνουν στην κυριολεξία την Όπερα με αλλεπάλληλα γκαγκ που προσφέρουν τρελό γέλιο μέσα από κυριολεκτικά ανεξέλεγκτες καταστάσεις.

Τι να πει κάποιος για την ταινία και πώς να τη χαρακτηρίσει. Πρόκειται για μια κωμωδία η οποία κονιορτοποιεί τις συμβάσεις, δεν αφήνει τίποτε όρθιο, γελοιοποιεί τα πάντα. Και ως τούτου ορθώς το χιούμορ των αδελφών Μαρξ χαρακτηρίζεται ως «αναρχικό», αφού δε συμβιβάζεται με το κοινωνικό στάτους και τη μυθοπλασία του αμερικάνικου ονείρου.

Η ταινία «Μια νύχτα στην Όπερα», γυρίστηκε το 1935 και είναι η έκτη από τις 13 ταινίες των αδελφών Μαρξ. Επί πλέον, μαζί με τη «Σούπα από πάπια» (Duck soup) θεωρείται μία από τις καλύτερές τους.

Υπάρχει ένα λογοπαίγνιο αναφορικά με τους Μαρξ που λέει πως ήταν τέσσερις, αλλά έμεινα τρεις, οι εξής δύο: ο Γκράουτσο! Ο Γκράουτσο με μουστάκι, σβησμένο πούρο και πολυλογάς, είναι το «πρώτο βιολί» των αδελφών. Αντίθετα ο Χάρπο, με τη ξανθιά περούκα, είναι εντελώς αμίλητος. Ο Τσίκο είναι ο αλητάκος, ο μποέμ που αγαπά τον ιππόδρομο και τα τυχερά παιχνίδια. Τέλος, ο Ζέπο, εγκατέλειψε νωρίς αποθαρρυμένος από την κακή υποδοχή που του έκαναν οι κριτικοί.

Την ταινία σκηνοθέτησε ο Σαμ Γουντ, ο οποίος γύρισε στο Χόλιγουντ 35 βουβές και πάνω από 100 ομιλούσες ταινίες. Για τους αδελφούς Μαρξ σκηνοθέτησε ακόμη την ταινία «Ένα σκάνδαλό στις κούρσες» (A day at the races), το 1937.

Ιδιαίτερες Αδυναμίες
Two Mothers / The Grandmothers
Σκηνοθεσία:
 Αν Φοντέν
Πρωταγωνιστούν: Ναόμι Γουότς, Ρόμπιν Ράιτ

Η Ροζ και η Λιλ είναι παιδικές φίλες. Έχουν μεγαλώσει μαζί, έχουν τα ίδια βιώματα και τις ίδιες συνήθειες. Η ιδιαίτερη σχέση τους επιδρά και στους έφηβους γιους τους οι οποίοι δένονται κι αυτοί με δυνατή φιλία η οποία δυναμώνει όταν ο Ίαν χάνει τον πατέρα του σε αυτοκινητικό δυστύχημα. Εκείνο όμως το καλοκαίρι συναισθήματα κρυμμένα έρχονται στην επιφάνεια και ισορροπίες ανατρέπονται και τα δεδομένα αλλάζουν.

Spitfire: Back to Zero
Σκηνοθεσία:
 Βαγγέλη Ρήγα

H συγκλονιστική ιστορία ενός από τα καλύτερα ελληνικά χέβι μέταλ συγκροτήματα, που είχε την ατυχία ο αρχικός τραγουδιστής του, Ντίνος Κωστάκης, να τραυματιστεί σοβαρά και να απομακρυνθεί οριστικά από το τραγούδι. Το ντοκιμαντέρ καταγράφει μία συνάντηση ανθρώπων που δεν είχαν βρεθεί για πάνω από 15 χρόνια. Μνήμες, διαφωνίες, συγκρούσεις. Γιατί1; Την απάντηση δίνει η φωνή που σώπασε, ο Ντίνος Κωστάκης.

The Hangover, Part III
Σκηνοθεσία: Τοντ Φίλιπς
Πρωταγωνιστούν: Ζακ Γαλιφιανάκης, Μπράντλεϊ Κουπερ, Εντ Χελμς, Κεν Τζέονγκ, Χέδερ Γκράχαμ, Τζάστιν Μπάρθα, Τζον Γκούντμαν

Οι κωμικές καταστάσεις συνεχίζονται σε Τρίτη συνέχεια με τον Τζον Γαλιφιανάκις στον πρωταγωνιστικό ρόλο.

 

http://www.alterthess.gr/content/oi-nees-tainies-toy-stratoy-kersanidi-14

Κάννες 2013: «Η Ελλάδα δεν δίνει δεκάρα για τα ανθρώπινα δικαιώματα»

Παγιδευμένοι στην Αθήνα στο «L’ Escale»: Μια κατάδυση στον κόσμο των Ιρανών μεταναστών που ζουν δίχως επίσημα χαρτιά στην Αθήνα, περιμένοντας να φύγουν προς δυσμάς, που σε βάζει στη θέση τους και που σε βοηθά να αντιληφθείς την δική τους πλευρά, δίχως διδακτισμό ή ευκολίες.

Ο Ιρανικής καταγωγής σκηνοθέτης του φιλμ Καβέ Μπαχτιαρί, πολίτης της Ελβετίας, αφού στα οχτώ του χρόνια η οικογένειά του μετακόμισε εκεί, ανακαλύπτει το πόσο μεγάλη τύχη και δύναμη, είναι να κατέχει ένα ευρωπαϊκό διαβατήριο, όταν αποφασίζει να επισκεφτεί την Αθήνα όπου ο ξάδελφος του, βρίσκεται, εδώ και μερικούς μήνες, κολλημένος στην προσπάθειά του να φύγει από τη χώρα.

 

Μαζί με μερικούς ακόμη συμπατριώτες του, ζουν σε ένα υπόγειο διαμέρισμα που νοικιάζει ο Αμίρ, ένας Ιρανός που βρίσκεται στην Αθήνα τρία χρόνια και που περιμένοντας να φύγει, βοηθά άλλους να σταθούν στα πόδια τους. Ο σκηνοθέτης θα μείνει μαζί τους, στο ίδιο σπίτι και θα καταγράψει την καθημερινότητά τους, την αγωνία τους, τις χαρούμενες στιγμές τους, την μόνιμη σκιά που τους διαλύει: το να είσαι εκτός νόμου, μόνο και μόνο επειδή είχες την ατυχία να γεννηθείς κάπου αλλού.

 

Στην διάρκεια του ενός χρόνου που θα ακολουθήσει τις διαφορετικές ιστορίες τους που θα διασταυρωθούν για λίγο ή περισσότερο στο υπόγειο διαμέρισμα, κάποιοι από αυτούς θα κατορθώσουν να φύγουν κάποιοι θα αποφασίσουν να γυρίσουν πίσω στο Ιράν ακόμη κι αν τα πράγματα εκεί θα είναι χειρότερα γι αυτούς, όπως λένε κάποιοι θα μπουν φυλακή, κάποιοι θα φτάσουν στα άκρα από απόγνωση.

 

Και μαζί τους, μέσα από την απλή παρατήρηση, μέσα από τις μεταξύ τους κουβέντες, μέσα από τα όσα εξομολογούνται στην κάμερα του Μπαχτιαρί, μπορείς να αντιληφθείς πολύ πιο βαθιά όχι μόνο τις συνθήκες της ζωής τους, ή την ψυχολογική τους κατάσταση, αλλά μαζί, την «αγορά» που έχει χτιστεί πάνω στο δίκτυο της παράνομης διακίνησης μεταναστών, αλλά και το πως ένα πρόβλημα τόσο σημαντικό, μοιάζει συχνά να κρύβεται κάτω από το χαλί, αφού δεν μοιάζει ελκυστικό για τα media και οι κυβερνήσεις της δύσης δεν μοιάζουν αποφασισμένες να προσπαθήσουν σοβαρά να βρουν μια λογική λύση.

 

Το αποτέλεσμα είναι σχεδόν ασφυκτικό, σκληρό αλλά όχι δίχως ελπίδα. Λίγο πριν τους τίτλους του τέλους το φιλμ μας ενημερώνει για την τύχη των ηρώων του, για άλλους, απόλυτα προβλέψιμη, για άλλους τραγική, για μερικούς τυχερούς με ευτυχή κατάληξη. Ένας από αυτούς βρέθηκε μετά την προβολή της ταινίας στην σκηνή μαζί με τον σκηνοθέτη. Κατόρθωσε να φύγει λαθραία στην Νορβηγία κι όπως είπε η ζωή του έχει πλέον αλλάξει δραστικά.

 

Βλέποντάς τον στις Κάννες, όπου υποθέτουμε δεν ήρθε κρυμμένος στο σασί ενός φορτηγού, ή με διαβατήριο κάποιου άλλου, είναι προφανές ότι τα λόγια του είναι αληθινά. Όπως και η φράση που κάποια στιγμή λέει ένας από τους μετανάστες στο φιλμ και που ακούγεται σκληρή όταν είσαι Έλληνας: «Θέλω να φύγω από αυτή τη χώρα για την Ισπανία, όπου τουλάχιστον θα μπορώ να υπερασπιστώ να βασικά μου δικαιώματα. Η Ελλάδα δεν δίνει δεκάρα για τα ανθρώπινα δικαιώματα».

 

βίντεο 1: http://www.dailymotion.com/video/xzr5yb_stop-over-film-clip-1_shortfilms#from=embediframe

βίντεο 2: http://www.dailymotion.com/video/xzr5zc_stop-over-film-clip-2_shortfilms#.UZpw2qI_tMc

http://left.gr/news/kannes-2013-i-ellada-den-dinei-dekara-gia-ta-anthropina-dikaiomata

Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος: «Υπάρχει ένας κόσμος που μας αφορά περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε»

Ο «Μανάβης», το ακαταμάχητο, βραβευμένο ντοκιμαντέρ κάνει στάση στην Αθήνα κι ο σκηνοθέτης του βγάζει ντελάλη στο Flix.

 

Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος είναι ο ένας από τους σκηνοθέτες που έφεραν το ελληνικό κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ κοντά στο κοινό, ήδη από το τέλος της δεκαετίας του ’90, με το «Ο Ηρακλής, ο Αχελώος και η Γιαγιά μου». Τώρα, με τη νέα του ταινία, χαράζει μια πρωτότυπη διαδρομή, ακολουθώντας την καρότσα ενός περιοδεύοντος μανάβη στα χωριά της Πίνδου, παρακολουθώντας τους κατοίκους που, καθώς ψωνίζουν τα ζαρζαβατικά τους, αποκαλύπτουν μικρά κομμάτια της ζωής τους, σε όλη την κλίμακα από το ξεκαρδιστικό στο σπαρακτικό, από το πολιτικό στο ερωτικό και το… κλιματολογικό!

Ο «Μανάβης» έκανε την πρεμιέρα του στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και τιμήθηκε με το Βραβείο Κοινού. Ξεκίνησε, με τρόπο ασυνήθιστο και τόσο ταιριαστό, τις προβολές του από τα Τρίκαλα, στην περιοχή όπου γυρίστηκε άλλωστε. Συνέχισε με τη Θεσσαλονίκη κι έρχεται τώρα στην Αθήνα, για να συστήσει τον κόσμο του στους θεατές, στην Ταινιοθήκη. Ο Δημήτρης Κουτσιαμπασάκος μίλησε στο Flix για την ταινία του, για όσα αγαπάει στο σινεμά και για πράγματα που είναι πιο κοντά μας απ’ όσο νομίζουμε.

manavissmall

Τι σημαίνει για σένα «ανθρωποκεντρικό ντοκιμαντέρ», αν συμφωνείς ότι αυτός ο ορισμός χαρακτηρίζει τις ταινίες σου. Γιατί το προτιμάς από τις ταινίες μυθοπλασίας;

Ο όρος «ανθρωποκεντρικό ντοκιμαντέρ» πιστεύω πως χαρακτηρίζει περισσότερο τη θεματολογία των ταινιών μου παρά το ύφος τους. Με την έννοια ότι σε κάθε ταινία μου μέχρι τώρα εστιάζω σε χαρακτήρες ενταγμένους σε ένα συγκεκριμένο κοινωνικό περιβάλλον εύκολα αναγνωρίσιμο από τους περισσότερους ανθρώπους. Ομως προσπαθώ να τους προσεγγίζω κάθε φορά διαφορετικά. Οσον αφορά το αν το προτιμώ από τις ταινίες μυθοπλασίας δεν θα το έλεγα. Ντοκιμαντέρ και μυθοπλασία είναι για μένα δυο όψεις του ίδιου νομίσματος, της κινηματογραφικής ταινίας. Δεν το διαχωρίζω. Αγαπώ και μ’ αρέσει να ασχολούμαι και με τις δυο πλευρές του. Ασε που και το ντοκιμαντέρ είναι κι αυτό ως ένα βαθμό μια μορφή… μυθοπλασίας.

Πόσο συνειδητή επιλογή ήταν στην ταινία να διαφαίνονται διακριτικά οι επιδράσεις της οικονομικής κρίσης στην ελληνική επαρχία;

Ηταν κάτι το οποίο με έκπληξη διαπίστωσα στο γύρισμα και μου έκανε μεγάλη εντύπωση. Σίγουρα η κρίση είναι κάτι που τους απασχολεί αλλά για αυτούς τους ανθρώπους οι δυσκολίες δεν είναι κάτι καινούριο. Και πριν την «κρίση» δύσκολα περνούσαν. Οπότε… συνηθισμένα τα βουνά απ’ τα χιόνια. Ισως και να αισθάνονται σε κάποια πράγματα πιο ασφαλείς από τον άνθρωπο της πόλης. Δηλαδή ξέρουν πως ό,τι και να γίνει αποκλείεται να πεινάσουν. Γιατί έμαθαν να ζουν μέσα στην φύση.

Πώς κατάφερες να κερδίσεις την εμπιστοσύνη του μανάβη, της οικογένειάς του και των ντόπιων;

Σ’ αυτό που είναι ίσως το πιο δύσκολο κομμάτι για έναν κινηματογραφιστή που κάνει ντοκιμαντέρ, να δημιουργήσει δηλαδή μια σχέση εμπιστοσύνης με τους ανθρώπους που είναι μπροστά από την κάμερα, εγώ στάθηκα τυχερός. Επειδή κατάγομαι από αυτήν την περιοχή και αυτή η ταινία δεν είναι η πρώτη που κάνω εκεί, αυτό λειτούργησε καταλυτικά και οι άνθρωποι ένιωσαν εμπιστοσύνη απέναντί μου. Αισθάνθηκαν δηλαδή πως είμαι ένας από αυτούς και δεν θα τους «προδώσω». Ετσι ανοίχτηκαν.

Πώς πιστεύεις ότι η ταινία μπορεί να είναι «χρήσιμη» για το θεατή της; Δεν μπορώ να είμαι σίγουρος για αυτό που θα πω γιατί οι ταινίες λειτουργούν πολλές φορές με τον πιο απρόβλεπτο τρόπο στο θεατή. Μακάρι οι θεατές να απολαύσουν την ταινία και να προβληματιστούν πάνω σε ένα κόσμο που πιστεύω ότι μας αφορά περισσότερο από όσο ίσως νομίζουμε.

Πόσο εύκολο ή δύσκολο είναι να κάνεις ένα ντοκιμαντέρ – ή μια οποιαδήποτε ταινία – στην Ελλάδα σήμερα και τι δυσκολίες ή χαρές αντιμετώπισες εσύ στην παραγωγή σου;

Η κατάσταση στον κινηματογράφο στην Ελλάδα είναι λίγο… τραγελαφική. Σίγουρα τώρα είναι πιο εύκολο να βρεις μηχανήματα και υπηρεσίες σε καλές τιμές. Επίσης υπάρχουν πολλές και καλές ιδέες! Γιατί όπως γνωρίζουμε οι εποχές κρίσης κινητοποιούν τους καλλιτέχνες. Από την άλλη πλευρά όμως το γεγονός πως δεν υπάρχουν καθόλου μα καθόλου χρήματα – ιδιαίτερα για τον κινηματογράφο – είναι εφιαλτικό. Γιατί μια καλή ταινία είναι πάνω απ’ όλα αποτέλεσμα της διαθεσιμότητας των συντελεστών της. Κι αυτό σήμερα δεν μπορείς να το ζητήσεις απ’ τους συνεργάτες σου. Μπορείς μόνο να παρακαλάς…

«Ο Μανάβης» προβάλλεται στην Αθήνα από την Πέμπτη, 16 Μαΐου. Διαβάστε εδώ τη γνώμη του Flix για την ταινία.

http://flix.gr/articles/dhmhtrhs-koytsiampasakos-o-manabhs.html