Τράφικινγκ, Πορνεία και Ανισότητα

 

Με το νομοσχέδιο «Πρόληψη και καταπολέμηση της εμπορίας του ανθρώπου και προστασία των θυμάτων αυτής» (ημ. κατάθεσης: 22.8.2013), η ελληνική Βουλή πρόκειται να ενσωματώσει στην εθνική νομοθεσία την ευρωπαϊκή οδηγία 2011/36/ΕΕ για την αντιμετώπιση του τράφικινγκ
Με αφορμή την κατάθεση του νομοσχεδίου, αναδημοσιεύουμε από την Αυγή απόσπασμα εισήγησης της Catharine MacKinnon σε σεμινάριο που οργανώθηκε από το κέντρο Μελέτης Κοινωνικού Φύλου και Σεξουαλικότητας του Πανεπιστημίου του Σικάγο στις 14/11/2011 με θέμα: Διεθνή ανθρώπινα δικαιώματα των γυναικών: Παραδείγματα, παράδοξα και πιθανότητες. Η συγγραφέας αναδεικνύει τα δυσδιάκριτα όρια μεταξύ πορνείας και τράφικινγκ, ενώ ταυτόχρονα αποκαλύπτει τον λογικά ανερμάτιστο χαρακτήρα απόψεων που εξομοιώνουν την πορνεία με οποιαδήποτε άλλη επαγγελματική δραστηριότητα αγνοώντας το κοινωνικό πλαίσιο αναπαραγωγής της καθώς και την οικονομική της διάσταση.

Της Catharine MacKinnon

Αυτό που έχω παρατηρήσει, λοιπόν, είναι ότι σε όλο τον κόσμο η διαμάχη για το ζήτημα αλλά και ο νόμος οργανώνονται γύρω από πέντε ηθικής βάσης διακρίσεις που διαχωρίζουν τα υποτιθέμενα «πραγματικά κακά» από τα «λιγότερο κακά»: Η ενήλικη πορνεία διαχωρίζεται από την πορνεία των ανηλίκων, η πορνεία που ασκείται σε οίκους ανοχής διαχωρίζεται από την πορνεία που ασκείται στους δρόμους, η νόμιμη πορνεία διαχωρίζεται από την παράνομη πορνεία, η «οικειοθελής» από την εξαναγκαστική πορνεία αλλά και η πορνεία καθαυτή από το τράφικινγκ. (…) Αν όμως λάβουμε υπόψη ορισμένες από τις βασικές – πραγματικές διαστάσεις του εμπορίου του σεξ, αυτοί οι διαχωρισμοί αναδεικνύονται στις περισσότερες περιπτώσεις κάπως πλασματικοί. Επιπλέον, αυτοί οι ηθικού τύπου διαχωρισμοί έχουν τελικά ιδεολογική προέλευση και επιφέρουν σοβαρές συνέπειες στον νόμο, στην εφαρμοζόμενη πολιτική και στον πολιτισμό.

Αν θελήσουμε να σχηματοποιήσουμε τα μέρη της διαμάχης αναφορικά με το ζήτημα, μπορούμε να διακρίνουμε δύο πόλους – έτσι κι αλλιώς πρόκειται για μια βαθύτατα πολωμένη συζήτηση: από τη μία είναι το μοντέλο της «σεξουαλικής εργασίας», από την άλλη είναι η προσέγγιση της «σεξουαλικής εκμετάλλευσης».

Όταν η πορνεία ορίζεται ως σεξουαλική εργασία (sex work), συνήθως γίνεται αντιληπτή ως το «αρχαιότερο επάγγελμα», ένα παγκόσμιο πολιτισμικό φαινόμενο, συναινετική επειδή πληρώνεται, στιγματισμένη όταν είναι παράνομη, μια δουλειά «σαν όλες τις άλλες» ακόμη και ως μία μορφή σεξουαλικής απελευθέρωσης. Οι εκδιδόμενες γυναίκες παρουσιάζονται να «αυτοδιαθέτουν» ελεύθερα τον εαυτό τους. Ο όρος αυτοδιάθεση -αν και συχνά τον χρησιμοποιούν αποφεύγοντας να ορίζουν το περιεχόμενό του- σημαίνει μεταξύ άλλων ελευθερία βούλησης, ορθολογική απόφαση μεταξύ διαθέσιμων επιλογών, απόρριψη παραδοσιακών όψεων της θηλυκότητας και ως αντίσταση σε ηθικιστικά στερεότυπα. Από την άλλη, σύμφωνα με την προσέγγιση της σεξουαλικής εκμετάλλευσης, η πορνεία γίνεται αντιληπτή ως η αρχαιότερη μορφή σεξουαλικής εκμετάλλευσης, ως μια θεσμοποιημένη μορφή σεξουαλικής ανισότητας, ως μια διαδικασία σταδιακής «απανθρωποποίησης» των ανθρώπων που συμμετέχουν σ΄ αυτή. Στο πλαίσιο αυτής της αντίληψης για να εξηγηθεί η κατάσταση χρησιμοποιούνται ρήματα στην παθητική φωνή: οι γυναίκες ωθούνται στην εκπόρνευση μέσα από μια υπάρχουσα κοινωνική δομή και εξαιτίας περιορισμένων επιλογών και απουσίας διεξόδων. Από αυτή τη σκοπιά, το φαινόμενο της πορνείας παρουσιάζεται να είναι αποτέλεσμα της έλλειψης επιλογών και είναι απειλητικό για τη σωματική και ψυχική υγεία των γυναικών.

Από την άλλη, σε ό,τι αφορά τη μακροοικονομική σφαίρα, η πορνεία παρουσιάζεται ως πεδίο ακραίας οικονομικής εκμετάλλευσης, αφού οι προαγωγοί είναι αυτοί που απολαμβάνουν τα κέρδη από τη σεξουαλική εργασία των γυναικών. Υπό την έννοια αυτή η πορνεία όχι μόνο δεν μπορεί ποτέ να είναι συναινετική, αλλά αναδεικνύεται τελικά να είναι μία μορφή επαναλαμβανόμενου βιασμού. Στο πλαίσιο αυτής της ανάλυσης δε φαίνεται να υπάρχει καμία διάσταση «ισότητας» ή «ισοτιμίας» σε ό,τι αφορά την πορνεία. (…)

Κάθε μία από τις προσεγγίσεις που ανέφερα έχει και την αντίστοιχη νομική προσέγγιση του ζητήματος: η προσέγγιση της «σεξουαλικής εργασίας» αξιώνει τη νομιμοποίηση διάφορων εκδοχών πορνείας και την ένταξη τους στο πλαίσιο ενός τύπου κρατικού ελέγχου. Κεντρικό στόχο αποτελεί η εξάρθρωση οποιαδήποτε παράνομης και εγκληματικής δραστηριότητας, έτσι ώστε η πορνεία να αποτελεί μία νόμιμη βιοποριστική δραστηριότητα όπως όλες οι άλλες. Χώρες όπως η Ολλανδία, η Γερμανία, η Νέα Ζηλανδία, η Αυστραλία, αλλά και δέκα κομητείες στη Νεβάδα των ΗΠΑ έχουν υιοθετήσει μέρος τέτοιων προτάσεων. Αντίθετα, η προσέγγιση της «σεξουαλικής εκμετάλλευσης» αξιώνει την εξάλειψη του φαινομένου της πορνείας μέσω κυρίως της ποινικοποίησης της ζήτησης, δηλαδή των «αγοραστών» υπηρεσιών πορνείας, όπως βέβαια και μέσω της ποινικοποίησης των «πωλητών», δηλαδή των προαγωγών και των διαμεσολαβητών στην περίπτωση του τράφικινγκ, ενώ από την άλλη αξιώνει να απαλλάσσονται από κάθε είδους ποινική ευθύνη τα θύματα της πορνείας και του τράφικινγκ. Ταυτόχρονα προβλέπεται η δημιουργία δομών στήριξης των θυμάτων καθώς και η πολιτική επαγγελματικού τους προσανατολισμού σε διάφορες βιοποριστικές δραστηριότητες της προτίμησης και του ενδιαφέροντος τους. Αυτή η προσέγγιση έχει υιοθετηθεί στη Σουηδία, στη Νορβηγία, στην Ιρλανδία, ενώ επίσης στο Ηνωμένο Βασίλειο έχουν εισαχθεί κάποιες μεταρρυθμίσεις στο θεσμικό πλαίσιο, οι οποίες προσανατολίζονται σ΄ αυτή την κατεύθυνση.

(…) Η επείγουσα οικονομική ανάγκη αναφέρεται με μεγαλύτερη συχνότητα από τα εκδιδόμενα πρόσωπα ως ο λόγος που τους οδήγησε στην πορνεία. Από την άλλη, ενώ η φτώχεια οδηγεί στην πορνεία, έχει παρατηρηθεί ότι για τη συντριπτική πλειοψηφία των εκδιδόμενων προσώπων η πορνεία δεν αποτελεί ποτέ μέσο διεξόδου από τη φτώχεια. Εξάλλου, θεωρείται «τύχη» για ένα εκδιδόμενο πρόσωπο να μπορεί να προστατεύει τη σωματική του ακεραιότητα και την ίδια του τη ζωή μέσα σ΄ αυτές τις συνθήκες. Μάλιστα, δεν είναι ασυνήθιστο τα πρόσωπα αυτά να γίνονται ακόμη φτωχότερα μόλις εμπλακούν στην πορνεία. Επιπλέον, τα πρόσωπα που γίνονται θύματα της πορνείας συνήθως προέρχονται από τα πιο ακραία εκμεταλλευόμενα κοινωνικά στρώματα… Λαμβάνοντας υπόψη τα προηγούμενα, καταλαβαίνουμε ότι, όπως κανένας άνθρωπος δεν επιλέγει να γεννηθεί φτωχός, έτσι και κανείς δεν επιλέγει στην πραγματικότητα την πορνεία…

Τι είναι όμως το τράφικινγκ; Και γιατί κάποιοι με το πρόσχημα της πολιτικής ορθότητας επιμένουν να διαχωρίζουν το τράφικινγκ από την πορνεία; Σύμφωνα με τον ορισμό που απορρέει από το πρωτόκολλο του Παλέρμο και ο οποίος χρησιμοποιείται διεθνώς, το τράφικινγκ είναι το εμπόριο – διακίνηση ανθρώπων με σκοπό την απλήρωτη εργασία, τη σεξουαλική εκμετάλλευση και την υπαγωγή τους σε ένα νέου τύπου καθεστώς δουλείας. Όμως για τις περιπτώσεις της σεξουαλικής εκμετάλλευσης αυτός ο ορισμός επεκτείνεται και περιλαμβάνει τη σεξουαλική εκμετάλλευση διά της βίας ή εξαπάτησης με σκοπό τη συντήρηση της βιομηχανίας του αγοραίου σεξ. Επίσης, σε αυτή την κατάσταση περιλαμβάνονται η κατάχρηση εξουσίας, η κακοποίηση, ψυχολογική και σωματική, και φυσικά ο βιασμός. (…) Οι αγοραστές υπηρεσιών τραφικινγκ, δηλαδή εκείνοι οι οποίοι καθιστούν δυνατό αυτές οι γυναίκες να πωλούνται ως σεξουαλικά αντικείμενα σχεδόν ποτέ δεν ενοχοποιούνται, όπως επίσης στις περισσότερες χώρες του κόσμου δε διώκονται ποινικά. Θα μπορούσα να πω ότι το γεγονός ότι φτωχές γυναίκες παρουσιάζονται ως παραβάτες του νόμου, ενώ την ίδια στιγμή οι αγοραστές της πορνείας είναι πλήρως απενοχοποιημένοι αποτελεί μια πράξη θεσμοποιημένου σεξισμού σε βάρος των γυναικών αυτών.

Αυτό που έκανε η Σουηδία είναι ο χαρακτηρισμός της πορνείας – τράφικινγκ ως μορφών βίας κατά των γυναικών, ενοχοποιώντας θεσμικά τους αγοραστές «υπηρεσιών» εξαναγκαστικής πορνείας και χαρακτηρίζοντας αυτή τη σεξουαλική πρακτική ως έγκλημα. Ταυτόχρονα, αναπτύσσουν δομές στήριξης των γυναικών θυμάτων του τράφικινγκ. (…)

Στη Σουηδία πάντως έχουν κατορθώσει να έχουν το χαμηλότερο ποσοστό δραστηριότητας που σχετίζεται με το τράφικινγκ σε όλη την Ευρώπη. Ακόμη κι αν είναι πολλά που πρέπει ακόμη να γίνουν, φαίνεται ότι αυτή η νομική προσέγγιση είναι η μοναδική σε ολόκληρο τον κόσμο που έχει πετύχει κάποια αξιόλογα αποτελέσματα στην κατεύθυνση της προστασίας των γυναικών θυμάτων. Αντίθετα, σε όποιο μέρος του κόσμου το νομικό πλαίσιο σχεδιάζεται στη βάση της προσέγγισης της «σεξουαλικής εργασίας», εκεί το τράφικινγκ βρίσκει προνομιακό πεδίο για να εδραιωθεί και να εξαπλωθεί».

* Η Catharine MacKinnon είναι φιλόσοφος και φεμινίστρια. Διδάσκει στη Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν και ειδικεύεται σε θέματα διακρίσεων και ανισοτήτων λόγω φύλου στο πλαίσιο του διεθνούς και του συνταγματικού δικαίου.


Μετάφραση: Αλίκη Κοσυφολόγου
Πηγή: University of Chicago – Law SchoolΑυγή

 

Bella ciao

Του Βασίλη Μουλόπουλου

Γνώρισα τη Φράνκα Ράμε στις αρχές της δεκαετίας του ΄70. Ρώμη, κινηματοθέατρο στην εργατική συνοικία Τιμπουρτίνα.

«Το φθινόπωρο του ΄68 με τον Ντάριο αποφασίζουμε να εγκαταλείψουμε το παραδοσιακό θεατρικό κύκλωμα  και να διαθέτουμε το έργο μας, τη ζωή μας -και δεν υπερβάλλω- στο κομμάτι εκείνο του κοινού που συνήθως αγνοείται από το επίσημο θέατρο: εργάτες, νοικοκυρές, φοιτητές, αγρότες. (…) Να τεθούμε στη διάθεση της τάξης στη οποία αισθανόμαστε ότι ανήκαμε. Στο προλεταριάτο. Τα έσοδα πήγαιναν συχνά σε κατειλημμένα εργοστάσια» (από το ημερολόγιο της Φράνκα Ράμε).

Εκείνη την ημέρα του ΄70 τα έσοδα από την παράσταση θα πήγαιναν στην ελληνική αντίσταση και η Φράνκα αγωνιούσε για το ποσό που θα συγκεντρωνόταν.

Την παρατηρούσα πάνω στη σκηνή και έξω από τη σκηνή. Παθιασμένη, ειρωνική, μαγευτική, πλάι στον σύντροφο της «στη ζωή και στην τέχνη».

Η Φράνκα Ράμε ήταν όμορφη με τον παραδοσιακό τρόπο. Ξανθιά, με καμπύλες και γεμάτο στήθος. Αλλά περιέφερε τα προσόντα της με μια σεμνότητα αλαζονική, τα χρησιμοποιούσε για να τα αντιστρέψει, για να διαλύσει τα γυναικεία στερεότυπα.

Με τη ευφυΐα της, την ευαισθησία της, την ειρωνεία της αγωνίστηκε για τα δικαιώματα των γυναικών αλλά και όλων «της γης των κολασμένων».

«Οι γυναίκες αμείβονται πολύ λιγότερο από τους άνδρες και έχουν πολύ μεγαλύτερες δυσκολίες να κάνουν καριέρα, εκτός και αν είναι πολύ νέες, έχουν στρογγυλά και μεγάλα βυζιά και κώλο που να ακουμπάει στους ώμους. Κάποια πονετική ψυχή μάς όρισε ως το άλλο μισό του ουρανού. Εγώ δεν αισθάνθηκα ποτέ έτσι, δεν θέλησα ποτέ τα πάντα για μένα. ΄Οοοοχι, κάτι τόσο πολύ μεγάλο. Νομίζω ότι για να αλλάξει αυτή η κοινωνία δεν αρκεί να είναι το μισό του ουρανού. Είναι απαραίτητο να μην χάνεις ποτέ την αξιοπρέπειά σου και τον σεβασμό των άλλων. Κυρίως των ανδρών. Να περπατάς με το χέρι στο χέρι του συντρόφου σου και, αν χρειάζεται, πού και πού, να τους τραβάς μια κλωτσιά στα δόντια και να τους δίνεις ένα φιλάκι στη μύτη». (Συνέντευξη στη Lara Rongoni).

Η Φράνκα Ράμε ήταν μια μαχητική φεμινίστρια και μια συντρόφισσα που ποτέ δεν συμβιβάστηκε, ποτέ δεν παραδόθηκε, πληρώνοντας σκληρά αυτή τη στάση της. Το 1973 μια ομάδα φασιστών την απήγαγε, τη βίασε και τη βασάνισε. Δεν λύγισε, χρησιμοποίησε τον βιασμό της ως όπλο κατά της βίας στις γυναίκες γράφοντας ένα θεατρικό έργο. Τον «Βιασμό».

«Ευχαριστώ, Franca» ήταν ο αποχαιρετισμός που ακούστηκε από χιλιάδες γυναίκες που τη συνόδευσαν στην τελευταία πορεία της, όπως γράφει ο ιταλικός Τύπος. Ευχαριστώ. Για τη δύναμη. Για την αξιοπρέπεια και το θάρρος να καταγγείλει, να διηγηθεί, να ουρλιάξει τον πόνο και την ταπείνωση του βιασμού.

Εγώ θέλω να την αποχαιρετήσω κρατώντας την εικόνα που ονειρεύτηκε η ίδια πρόσφατα στο ημερολόγιό της. «Σκέφτομαι την κηδεία μου και χαμογελάω. Γυναίκες, πολλές γυναίκες, όλες όσες βοήθησα, όλες όσες με βοήθησαν, φίλες και εχθρές… ντυμένες στα κόκκινα να τραγουδούν ΄bella ciao΄».

Πηγή: Αυγή

Pιζοσπαστικός φεμινισμός στην εποχή και τη χώρα των τεράτων

Feminism

Της ομάδας Terminal 119, 09-03-2013

1. Όταν μιλάνε οι γυναίκες: η νόρμα, η σιωπή κι η απάντηση στην επίθεση

Μια γυναικεία ένοπλη ομάδα έγραφε στις προκηρύξεις της 25 χρόνια πριν στη γερμανία: «πολεμάμε την καταπίεση για να την κάνουμε ορατή». Το σκεπτικό ήταν το εξής: μέσω της γυναικείας, πολιτικά οργανωμένης, αντι-βίας γινόταν φανερή η βία την οποία δέχονταν οι γυναίκες. Μέσω της αντίστασης, η βία γινόταν ορτατή. Αυτή η ιδιαίτερη βία, εναντίον συγκεκριμένων φορέων θηλυκού γένους, γυναικείων χαρακτηριστικών, μπορούσε πια να ονομάζεται βία και το ‘φύλο’, από τόπος κυνηγιού όσων δεν εξέπιπταν των αρρενωποτήτων (και πλήττονταν για αυτό), γινόταν τόπος αντίστασης.

Στην Ξάνθη μετά το πρόσφατο αποτρόπαιο έγκλημα κατά της ζωής και της αξιοπρέπειας της Ζωής Δαλακλίδου μάθαμε από τα μέσα ότι ένα μέρος της τοπικής κοινωνίας, κυρίως άντρες φανταζόμαστε, επιχείρησε να λιντσάρει τον δράστη στα δικαστήρια. Συνταυτιζόμενο με αυτό το μέρος της τοπικής κοινωνίας, κομμάτι του τοπικού Τύπου, όπως η “Φωνή της Ξάνθης” συκοφάντησε τις πολιτικές προθέσεις των διοργανωτριών και των συμμετεχουσών στη σημερινή διαδήλωση, διερωτώμενος σκωπτικά για το αν οι φεμινίστριες “ζουν εκτός τόπου χρόνου και πραγματικότητας”. “Ποια κοινωνία συγκάλυψε το έγκλημα; Αυτή που συγκεντρώθηκε έξω από τα δικαστήρια και επιχείρησε να λιντσάρει τον δράστη; (Φωνή της Ξάνθης, 15-02-2013). Σαν ζήτημα, εδώ, λοιπόν, μπαίνει το εξής: Για ποια “σιωπή” μιλά η αφίσα που καλούσε στη σημερινή διαδήλωση; Αφού, η σιωπή έσπασε από την τοπική κοινωνία της Ξάνθης. Άρα, μπαίνει θέμα ορατότητας του συγκεκριμένου πατριαρχικού εγκλήματος στην Ξάνθη ή, όντως, είμαστε “εκτός τόπου, χρόνου και πραγματικότητας”;

Αναφερόμαστε στο ερώτημα της φυλλάδας της Ξάνθης για να την αντιπαραθέσουμε μόνο στην προηγούμενη φράση της γυναικείας ομάδας Rote Zora («πολεμάμε την καταπίεση για να την κάνουμε ορατή»). Ισχυριζόμαστε ότι ακολουθώντας τις διαφορές μεταξύ των δύο πρακτικών λόγων, θα μας γίνει ορατή και η ουσία του εγκλήματος στην Ξάνθη, το οποίο αποτελεί βέβαια επαίσχυντη απόδειξη ενός κανόνα βίας και σεξουαλικοποιημένης αντικειμενοποίησης κατά των γυναικών.

Από τη μια πλευρά έχουμε μια γυναικεία βασικά ομάδα να μιλάει, από την άλλη πλευρά έχουμε μια μάζα κυρίως ντόπιων ανδρών. Από τη μια πλευρά έχουμε μια πολιτική γυναικεία ομάδα, ο λόγος και η πρακτική της οποίας εστιάζουν στην κριτική των εγκλημάτων βίας της πατριαρχικής κοινωνίας μέσα στον καπιταλισμό, από την άλλη έχουμε μια μάζα ανθρώπων με κοινή καταγωγή και μάλλον διαφορετικές πολιτικές τοποθετήσεις μεταξύ τους, που βρέθηκαν μαζί (και πιθανόν δεν θα ξαναβρεθούν) έξω από τα δικαστήρια μέσα από ένα κοινό κίνητρο: να καταφερθούν κατά του δράστη ενός συγκεκριμένου εγκλήματος κατα μιας γυναίκας. Ήδη οι διαφορές αρχίζουν να μιλάνε. Ο λόγος της γυναικείας ομάδας υπερασπίζεται την ύπαρξη των γυναικών που δέχονται βία. Ο λόγος των Ξανθιωτών έξω από τα δικαστήρια, φαίνεται να υπερασπίζεται, μεταξύ άλλων, “την τιμή μίας πόλης”.

Το έγκλημα στην Ξάνθη αποτρόπαιο, μοναδικό στην ένταση της βίας που δέχτηκε το θύμα και δύσκολο να γίνει ανεκτή ακόμα και η λεπτομερής ακρόαση της αφήγησης του από έναν κοινό νου. Η ένταση του εγκλήματος εξασφαλίζει στο θύμα ή στο όνομα του μνήμη, για κάποια χρόνια τουλάχιστον, στην ίδια την εκτέλεση του εγκλήματος τον χαρακτηρισμό του “ανατριχιαστικού” και στον ίδιο τον δράστη τον χαρακτηρισμό του “τέρατος”. Η δημοσιογραφική και, βέβαια, κοινωνική μεταφορά περί “τέρατος” ήρθε, λοιπόν, για να μείνει και θα μείνουμε κι εμείς λιγάκι σε αυτήν την μεταφορά. Η λέξη “τέρας” που χρησιμοποιήθηκε στην Ξάνθη, αλλά όχι μόνον εκεί, σε μεγάλο βαθμό για να περιγράψει τον δράστη, ό,τι συνειρμούς κι αν προκαλεί, ένα είναι το σίγουρο: ότι το νόημα της λέξης εννοεί πως στον δράστη μέσω της έντασης του εγκλήματος του, αξίζει να αφαιρεθεί η ανθρώπινη υπόσταση. Ότι ο δράστης – μετά το έγκλημα – αξίζει να αποβληθεί από την ανθρώπινη κοινότητα, την κοινότητα των (συν)ανθρώπων. Δίχως να αμφισβητηθεί, στην καθημερινή γλώσσα, το έγκλημα κατά της Ζωής μπορεί να γίνει αντιληπτό ως ένα έγκλημα που στόχευσε την “ανθρωπινότητα” της, σε αυτό που λέμε λίγο-πολύ συμβατικά “ανθρώπινη αξιοπρέπεια” και μοιράζονται όλοι οι φέροντες και οι φέρουσες ανθρώπινο πρόσωπο. Αν μπούμε σε αυτήν την κουβέντα, όμως, περί ανθρώπινου και εξω-ανθρώπινου, τεράτων και μη, με μία ευρεία κλίμακα παραδειγμάτων, γρήγορα θα καταλάβουμε ότι το τι συνιστά ‘ανθρώπινο’ και τι συνιστά ‘ανθρώπινη αξιοπρέπεια’, καθώς και το πότε αυτά τα δυο παραβιάζονται από κάποιον, αποτελούν ζήτημα αέναης και υποκειμενικής ενασχόλησης. Για άλλον η ανθρώπινη αξιοπρέπεια του παραβιάζεται αν χάσει το ημερήσιο μπάνιο του, για άλλον αν δεχτεί το πρώτο χτύπημα σε κάποια αστυνομικά κρατητήρια, για άλλην η ανθρώπινη αξιοπρέπεια της χάνεται όταν την κάνουν να αισθάνεται σαν ένα σεξουαλικοποιημένο αντικείμενο και για άλλην όταν την βάζουν να κατεβάζει τα ρούχα της μπροστά σε έναν γιατρό. Η ευρύτητα των όσων φέρουν την ταμπέλα “άνθρωπος”, πολλαπλασιάζει και τους ορισμούς περί του στάτους αυτού. Θα αποπειρώμασταν να καταθέσουμε ότι άνθρωπος είναι η ιστορία των εγκλημάτων του, δηλαδή οι στιγμές και οι εποχές – οι μεγαλύτερες σε διάρκεια ούτως ή άλλως απ’ όλη την ιστορία – κατά την οποία οι μεν προσπάθησαν να αφαιρέσουν την ύπαρξη των δε από μια ορισμένη βάσει φύλου, εθνικότητας, θρησκείας, σεξουαλικού προσανατολισμού κ.ο.κ.

Ωστόσο, το θύμα στην Ξάνθη πέρα από την ταμπέλα “άνθρωπος” είχε κι άλλα πιο συγκεκριμένα χαρακτηριστικά στα οποία πρέπει να ωθηθούμε εμείς οι υπόλοιπες για να καταλάβουμε γιατί τη σκότωσε, τη βίασε και την έκαψε ο δράστης. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο φυσικά. Ήταν αυτό που λέγεται ‘γυναίκα’. Κι ο δράστης είναι αυτό που λέγεται ‘άντρας’. Του άρεσε, την είχε προσέξει, μας είπε ο δράστης έπειτα. Και την βίασε. Το ότι της φέρθηκε αρχικά σαν σεξουαλικό αντικείμενο, δεν μπορεί παρά να οριοθετήσει κεντρικά το έγκλημα ως ένα έγκλημα έμφυλου χαρακτήρα. Την βίασε και την σκότωσε και την έκαψε γιατί δεν μπορούσε να την έχει για δική του: αυτή είναι η ελάχιστη ανάγνωση αυτού του έμφυλου εγκλήματος.

Ο δράστης παραμένει βέβαια και μετά το έγκλημα αυτό που λέμε ‘άντρας’. Επίσης, ο δράστης και πριν το έγκλημα ήταν, κατά τα άλλα, αυτό που λέμε ‘άντρας’. Μήπως, λοιπόν, μήπως θα έπρεπε οι χαρακτηρισμοί που θα έπρεπε να απευθύνουμε και σε αυτόν και στο έγκλημα του να είναι κεντρικά σχετικοί με την έμφυλη θέση του, διαπαιδαγώγησή του και βασικά πράξη του ως κάποιου από αυτούς που λέμε ‘άντρες’;

Λέμε ότι μια τέτοια προσπάθεια σίγουρα δεν έγινε από όσους μαζεύτηκαν έξω από τα δικαστήρια της Ξάνθης γιατί δεν υπήρχε και κανένα συμφέρον να γίνει μια τέτοια προσπάθεια. Γιατί σε μια προσπάθεια λιντσαρίσματος ενός “τέρατος”, ενός δηλαδή που έχει αποβληθεί στις συνειδήσεις μιας τοπικής κοινωνίας από το εσωτερικό της, και σε μια προσπάθεια εν γένει ξεπλύματος “της τιμής μιας πόλης”, όπου ο κάθε διαμαρτυρόμενος αναφέρεται ως τίμιο και σωστό μέλος της πόλης αυτής και της κοινωνίας αυτής, δεν χωρούν σκέψεις μήπως η πόλη αυτή και η κοινωνία αυτή είχαν προβλήματα από πριν, προβλήματα που έχουν να κάνουν με το τι εφαρμόζει και αναπαράγει η πόλη αυτή και η κοινωνία αυτή στις σχέσεις των αντρών ‘της’ με τις γυναίκες ‘της’.

Λέμε ότι η ελληνική κοινωνία, κι η ξανθιώτική σαν επιμέρους τοπική κοινωνία, δεν έχει δικαίωμα ούτε να πέφτει από τα σύννεφα με κάθε αφορμή ενός τέτοιου αποτρόπαιου εγκλήματος αλλά ούτε και να “τερατολογεί”, βιαζόμενη να αποβάλλει κάθε έντιμο μέλος του συνόλου της αφού αυτό εγκληματίσει και διαχωριστεί έτσι από αυτήν. Η ελληνική κοινωνία λέμε, σαν εξόχως ορθόδοξη, πατριαρχική και υπερ-αρρενωπή, δεν έχει κανένα δικαίωμα να μιλά για “δράκους” και “τέρατα” μιας και η πατριαρχία που ζούν/ζούμε εκατομμύρια γυναίκες σε αυτή τη χώρα, η ιδιαίτερη καταπίεση με την οποία τις/μας διαπαιδαγωγούν από μικρές, δεν είναι ένα κακό παραμύθι αλλά μια κακή πραγματικότητα.

Λέμε ότι αυτή η κακή πραγματικότητα που μας εκδικείται για το φύλο μας, αφού φόρτωσε αυτό το ‘φύλο’ με ό,τι νοήματα ήθελε πρώτα, μας είναι αντιληπτή από μια λίστα πραγμάτων δίχως τέλος, από το αντρικό βλέμμα που είναι εκεί έξω κρίνοντας ανά πάση στιγμή τα σώματα μας, μετρώντας τα, βαθμολογώντας τα, διαμορφώνοντας τα, εκθέτοντάς τα ή τεμαχίζοντας τα. Αυτή η κακή πραγματικότητα που συνίσταται επίσης στον αληθινό και καθόλου παραμυθένιο κίνδυνο του βιασμού σε καθημερινή βάση (4.500 υπολογίζονται κάθε χρόνο οι βιασμοί στην ελλάδα), καθώς και τις κάθε είδους σεξουαλικές επιθέσεις (μία στις δύο γυναίκες λένε πως έχουν δεχτεί συχνά κακοποίηση ή παρενόχληση κάτι που συνίσταται και στον περιορισμό της ελευθερίας κίνησης μας και στον συνεχή φόβο της υπό αμφισβήτηση ύπαρξης μας μετά από μια ορισμένη νυχτερινή ώρα…). Αυτή η κακή πραγματικότητα που συνίσταται, εξάλλου, και στην καθημερινή έλλειψη σεβασμού στις κάθε είδους σχέσεις μας με το άλλο φύλο (φιλικές, οικογενειακές, ερωτικές κτλ), στο μάθεμα των κοριτσιών να γίνουν “υπάκουες μητέρες” και των αγοριών να επιβληθούν μέσω της ανταγωνιστικής τους αρρενωπότητας, στις ανεπιθύμητες εγκυμοσύνες και τις εκτρώσεις, στο αόρατο της λεσβιακής ύπαρξης και εν γένει την διάχυτη ομοφυλοφοβία που σε μεγάλο βαθμό περιφρουρεί την πατριαρχία στο σύνολο της, επίσης, συνίσταται στην κοροϊδία προς τις τρανς και η λίστα δεν έχει τελειωμό.

Λέμε, άρα, ότι αν η ελληνική κοινωνία κοιτάξει τη μούρη της στον καθρέφτη, ίσως δει κάπου να αχνοφαίνεται κι η μούρη του “τέρατος”, τουλάχιστον κατά την προετοιμασία του εγκλήματος. Θα ‘χει τότε δικαίωμα κανείς να αναρωτηθεί: “τι σχέση είχε το τέρας με την κοινωνία της Ξάνθης”, αν δηλαδή ‘θυμηθεί’ του πως από μικροί οι πιτσιρικάδες παίρνουν το μήνυμα πως έτσι τις κάνουν τις γυναίκες; Θα ‘χει κανείς τότε δικαίωμα για τέτοιες υποκριτικές διερωτήσεις αν ‘θυμηθεί’ τις δεκάδες αθωώσεις βιαστών από τα ελληνικά δικαστήρια, τα εκατοντάδες “έλα-μωρέ-αυτό-δεν-ήταν-βιασμός” των ελλήνων γειτόνων, συγγενών και φίλων; Θα ‘χει κανείς τότε δικαίωμα να αναρωτηθεί, αν ‘θυμηθεί’ την έλλειψη ορατότητας αυτών των δομών και άρα της καταπίεσης των γυναικών;

Για αυτήν, λοιπόν, την ορατότητα πιστεύουμε γίνεται η συγκεκριμένη εκδήλωση και διαδήλωση, για να σπάσει τη σιωπή όχι εναντίον ενός τέρατος που αποτελεί την δαιμονοποιημένη εξαίρεση μιας κοινωνίας στην οποία όλα κυλούν νορμάλ, αλλά, αντιθέτως, για να σπάσει τη σιωπή μιας κοινωνίας που προετοιμάζει κι άλλα τερατώδη εγκλήματα. Για να σπάσει τη σιωπή μιας κοινωνίας που είναι σιωπηλή ως συνενοχή, μιας κοινωνίας μικρών και μεγάλων τεράτων.

2. Εθνοτσαμπουκάς: αναγκαστικές συναρθρώσεις

Είμαστε, λοιπόν, “εκτός τόπου, χρόνου και πραγματικότητας”? Ο σημερινός χρόνος, η εποχή που έλαβε χώρα το έγκλημα κι η εποχή που έλαβε χώρα η διαδήλωση είναι μια ξεχωριστή εποχή. Η εποχή της λεγόμενης ‘κρίσης’ κατά την οποία ένα κομμάτι της ελληνικής κοινωνίας (και του ελληνικού κράτους βέβαια) ανοιχτά κι άλλο ένα κομμάτι ακόμα κλειστά πριμοδοτεί και προωθεί σαν φάρμακο στην κρίση λίγο ‘φασισμό’. Κι αναρωτιόμαστε τώρα εμείς μήπως πίστεψαν οι έλληνες και οι ελληνίδες πως αυτός ο ‘λίγος φασισμός’ που βρίσκει την ενσάρκωση του στα σώματα, τον εθνοτσαμπουκά και την μαγκιά των 20 αντρών της χρυσής αυγής (και της συζύγου του φύρερ τους), θα αντιστοιχεί σε ένα ασήμαντο και ανεπαίσθητο πέρασμα της οργάνωσης αυτής από την ελληνική ιστορία και κοινωνία. Δε νομίζουμε.

Ίσα-ίσα, λέμε. Οι σημερινοί “πέφτω-από-τα-σύννεφα” και οι σημερινοί “τερατολόγοι”, πολλές φορές μάλιστα, αν όχι πάντα, έχουν ποντάρει χοντρά, όχι απλά στο χώσιμο των νεοναζί μέσα στη βουλή αλλά και στο ξεκαθάρισμα και την προστασία από τους νεοναζί. Κι όταν, βέβαια, κάποιος αποφασίζει να συνδιαλλαγεί με αυτόν που πουλάει ξεκαθάρισμα και προστασία, όταν βέβαια κάποιος αποφασίζει να ονομάσει τον “τσαμπουκά” και την “μαγκιά” πολιτικά επιχειρήματα και αναγνωρίσιμα κοινοβουλευτικά ή εξωκοινοβουλευτικά μέσα, όταν κάποιος επιβραβεύει και αναπαράγει σιωπηλά την επιβράβευση του “εθνοτσαμπουκά” διά της εκλογής 21 νεοναζι στη βουλή και τη δράση μισού εκατομμυρίου ναζί παράλληλα (πχ κυνήγι, μαχαιρώματα και δολοφονίες μεταναστών), όταν κάποιος αποδέχεται το ενδεχόμενο στο μυαλό του και νομιμοποιεί ένα καθεστώς τρόμου όπου κάποιοι με βάση κριτήρια εθνικότητας θα κυνηγήσουν ανελέητα κάποιους άλλους, κι όταν κάποιος αποφασίζει να ενσωματώσει τους ναζί στον καθημερινό του/της τρόπο σκέψης, τότε καλά θα κάνει να κόψει και το δούλεμα για το ότι η βία τον κάνει να πέφτει από τα σύννεφα.

Η ‘εποχή των τεράτων’ αναμφισβήτητα είναι εδώ για να μας θυμίζει στοιχεία εγγενή της ελληνικής κοινωνίας όπως ο “διάχυτος κώδικας της εθνομαγκιάς”, στοιχεία που οι έλληνες άντρες μοιράζονταν εξάλλου πολύ πριν την άνοδο των νεοναζί.1 Από την δεκαετία του ’90 κι έπειτα, όλο και με μεγαλύτερη ένταση, ένα ορισμένο lifestyle, σεξουαλικοποιημένης και πορνογραφικής αντικειμενοποίησης των γυναικών πουλιέται στα περίπτερα σε τιμές προσιτές. Από την δεκαετία του ’90 κι έπειτα, συγκεκριμένα πρότυπα εθνικών αρρενωποτήτων πλασάρονται σαν πρότυπα πολιτικής και προσωπικής συμπεριφοράς. Πάγκαλοι, πολύδωρες, μεϊμαράκηδες, τατσόπουλοι συναγωνίζονται στο ποιος είναι ο πιο άντρας, ποιος δεν είναι ο ομοφυλόφιλος. Δεν ήρθαν από το πουθενά οι σημερινοί ξυλοδαρμοί εναντίον gay ανδρών σε πάρκα στην Αθήνα. Κι ούτε το χέρι της χρυσής αυγής αποτελεί “περιθωριακό” χέρι που φρόντισε κανείς μέχρι στιγμής να της το σπάσει για να δείξει πως όποιο χέρι σηκώνεται πάνω σε ομοφυλόφιλους, πρέπει να σπάζεται. Χώρια που δεν τους ονόμασαν και “τέρατα”.

Η εποχή αυτή κολλάει γάντι στην χώρα των τεράτων. Εκτός αν νόμισαν κάποιοι πως επειδή η φασιστική/ ναζιστική βία προτίμησε θύματα άλλης εθνικότητας και άλλου σεξουαλικού προσανατολισμού, κάνει αυτή την βία λιγότερο “φασιστική/ναζιστική” ή κάνει την καθιέρωση της στην ελληνική κοινωνία περισσότερο αμελητέα. Η επικράτηση, όμως, της φασιστικής και ρατσιστικής βίας σε όλη την χώρα δεν μπορεί παρά να αποτελεί νομιμοποίηση του συγκεκριμένου φορέα της. Το πρότυπο του έλληνα φασίστα, ρατσιστή άντρα τη στιγμή που μιλάμε κοπιάρεται με όλο και πιο μεγάλη ένταση, σε σχολεία, στρατώνες, αστυνομικά τμήματα και … μανάβικα. Πως μπορεί, άρα, μια ελληνική κοινωνία υποκριτικά να καταφέρεται κατά της βίας ενώ όλο και πιο ενισχυμένα εξαπολύει ένα σύστημα βίας κατά κάποιων Άλλων; Πως μπορεί αυτός που θέλησε να μάθει τη γλώσσα του συστήματος του τρόμου, αυτός που έσπρωξε την χιονοστιβάδα, να διαμαρτυρηθεί για το ότι τον καταπλακώνει;

Άρα, για άλλη μια φορά, οι συγκεντρώσεις λιντσαρίσματος έξω από δικαστήρια απο μια τοπική κοινωνία, δεν είναι ανάχωμα στην πατριαρχική βία. Είναι μάλιστα και επιβεβαίωση της, εφόσον συνεχίζεται ο αποκλεισμός των λόγων των γυναικών. Είναι, επιπλέον, επιβεβαίωση της, εφόσον η αρρενωπή βία επιχειρείται να ανταπαντηθεί με αρρενωπή βία, εν είδει ενός τοπικού τσαμπουκά για το ποιος θα έχει εξουσία πάνω στο σώμα “των γυναικών μας”.

Στην εποχή της κρίσης, η χώρα των τεράτων συναντά την εποχή της. Όπως γράφει και η Αλεξάνδρα Χαλκιά: “Τόσο το πατριαρχικό έθνος-κράτος όσο και το κεφάλαιο βάλλονται, ενώ η καταστατική αδυναμία που τα συνέχει γίνεται ολοένα και περισσότερο ορατή. Η “αδυναμία πληρωμής” του έθνους, του εργοδότη, ή και του οικογενειάρχη, σημαδεύει ένα είδος εκθήλυνσης του μέχρι πρότινος πανίσχυρου ‘πατέρα‘”2. Πακέτο με το κράτος τους, οι έλληνες πατεράδες νιώθουν την οικονομική τους ανισχυρότητα – ένα από τα μεγαλύτερα, αν όχι το μεγαλύτερο εξάλλου στήριγμα της αρρενωπότητας τους – να απειλείται με αφανισμό. Δεν μπορεί να μας ξεγελάσει κανείς για το τι γίνεται όταν ηγεμονικές αρρενωπότητες αυτής της χώρας συσσωρεύουν μέσα τους κομμάτια της γελοίας τους κατάρρευσης ως αρρενωποτήτων: θα κοιτάξουν να επιτεθούν ακόμα πιο λυσσαλέα, θα τρέξουν να επιβληθούν με μεγαλύτερη ένταση. Ο Daniel Mang λέει: “η καταστροφική δυναμική των πατριαρχικών κοινωνιών καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι η αρρενωπότητα γίνεται αντιληπτή ως θεμελιωδώς ελλιπής, ανασφαλής και απειλούμενη3. Θύματα αυτής της επίθεσης είναι ήδη και θα είναι και οι έμφυλες θέσεις των γυναικών, των ομοφυλόφιλων, των τρανς.

3. Από την Πάρο στην Ξάνθη…

Ήδη αυτό που ονομάζουμε λυσσαλέα επίθεση και επιβολή έχει εφαρμοστεί σε μεγάλες επιφάνειες της ελληνικής ιστορίας και κοινωνίας. Προσφατο παράδειγμα, έξι μήνες περίπου πριν το πατριαρχικό έγκλημα στην Ξάνθη, ήταν το πανελλαδικό πογκρόμ ρατσιστικών επιθέσεων εναντίον κυρίως Πακιστανών μεταναστών ανά την επικράτεια, που εξαπολύθηκε με αφορμή έναν ακόμα βιασμό, αυτή την φορά στην Πάρο. Εκεί, με το πρόσχημα ότι ο κατηγορούμενος για τον βιασμό ήταν μετανάστης, το κράτος γύρεψε και φυσικά κέρδισε ευρεία κοινωνική νομιμοποίηση για τις ρατσιστικές του αστυνομικές επιχειρήσεις τύπου “Ξένιος Δίας” και οι χρυσαυγίτες μαζί με τους ψηφοφόρους του και απλά κομμάτια του όχλου βγήκαν υποτίθεται να “απαντήσουν στον βιασμό” από έναν “ξένο”, υπερασπιζόμενοι την τιμή μιας εθνικά ορισμένης θηλυκότητας. Φυσικά, μαχαιρώνοντας και σκοτώνοντας μετανάστες, λεηλατώντας και χτυπώντας τους χώρους τους, ζητώντας να “απελαθούν”.

Και πάλι: κανείς δεν θεωρεί περίεργο ότι εκ μέρους ενός θύματος βιασμού αναμένεται στην Ελλάδα να μιλήσουν τόσο οι ρατσιστικές πολιτικές ενός κράτους ή οι φασιστικές πρακτικές μιας κοινωνίας. Ξέρουν καλά τόσο οι χρυσαυγίτες όσο και οι ψηφοφόροι τους (ή οι wanna-be ψηφοφόροι τους), τα γνήσια πατριαρχικά, ορθόδοξα και πατριωτικά κομμάτια αυτής της κοινωνίας ότι όσο οι γυναίκες σε αυτή στην Ελλάδα δεν θα μπορούν να εκφραστούν αυτόνομα και ανεξάρτητα από τους πατεράδες τους, τους γκόμενους τους και τους συζύγους τους κι όσο οι φασίστες θα ‘χουν το πάνω χέρι στη δημόσια σφαίρα, δεν έχουν τίποτε να ανησυχούν. Κάθε βιασμός μιας γυναίκας για αυτούς θα ‘ναι εργαλείο ναζιστικής πολιτικής χρήσης – “έξω οι ξένοι!”, θα ουρλιάζουν, επιτελώντας κάθε βία ενάντια σε κάθε γυναίκα και άντρα που θα ναι μη-έλληνες. Και οι “πέφτω-από-τα-σύννεφα” θα αναρρωτιούνται ακόμα…

Λέμε ότι για να μπορεί κανείς να διαβάσει τι έγινε στην Ξάνθη και να έχει μια άποψη στο μυαλό του για το πως να το αντιμετωπίσει πρέπει να ξεθάψει ιστορίες χρήσιμες από το παρελθόν, μακρινό και άμεσο αυτής της κοινωνίας, και να βάλει μπροστά εργαλεία που πάνε κόντρα στα εργαλεία και την επιλεκτική αμνησία που αυτή η κοινωνία έχει βάλει μπρος.

Λέμε ότι έχουν όνομα αυτά τα εργαλεία. ‘Ριζοσπαστικός Φεμινισμός’. Που, στο εδώ και τώρα, πάει να πει πως οι γυναίκες, θύματα ή μη, είναι αυτές που θα έχουν τον πρώτο λόγο ορισμού του βιώματος της καταπίεσης τους και τον πρώτο λόγο για το πως θα αντισταθούν σε αυτήν. Δεν είναι τυχαίο που τα θύματα βιασμού τα οποία πεθαίνουν ή καθίστανται ανήμπορα να μιλήσουν, είναι ακριβώς αυτά που σκυλεύουν οι κάθε λογής εθνικές αρρενωπότητες. Ποντάρουν στην μη-δυνατότητα αντίστασης. Ποντάρουν στη μη-δυνατότητα άρθρωσης λόγου. Ενώ τα υπόλοιπα θύματα, αυτά που ακόμα μπορούν να μιλήσουν, είναι αυτά τα θύματα των οποίων ο λόγος μπαίνει κάτω απ’ το χαλί. Εδώ είναι μια κρίσιμη ομοιότητα μεταξύ των δύο εγκλημάτων, της Ξάνθης και της Πάρου. Εργαλειοποιήθηκαν για πάσα χρήση, η ελληνική κοινωνία βόλικα δεν μίλησε ούτε για βιασμό ούτε για πατριαρχία.
Αλλά λέμε επίσης ότι στην εποχή και την χώρα των τεράτων, δηλαδή σε έναν τόπο κρίσης όπου το έθνος και οι κοινωνοί του αυτοθυματοποιούνται σαν οι πιο ανίσχυροι, πρέπει καμιά να ‘ναι υποψιασμένη για το παιχνίδι της εποχής, που λέγεται “κυνήγι ξένων”.

Ξανά. Έχουν όνομα λοιπόν τα εργαλεία μας. ‘Μαχητικός αντιφασισμός’. Γιατί πρέπει να ‘μαστε υποψιασμένες, αποφασισμένες πως εμείς οι ίδιες δεν θα αφήσουμε τους βιασμούς και τη βία κατά των γυναικών να εργαλειοποιηθεί από αυτούς που μας έμαθαν στην σιωπή και την αυτουποτίμησή μας. Πρέπει να ‘χει καμιά το νου της για το ότι, όταν ο κάθε Σαμαράς, ο κάθε χρυσαυγίτης ή ο καθένας του όχλου ανησυχεί για τα όσα παθαίνουν οι Ελληνίδες, κάπου αλλού στοχεύουν: συνήθως βέβαια στην κατασυκοφάντηση και το κυνήγι των ξένων. Αλλά βέβαια όλοι αυτοί ούτε και στο καλό των γυναικών στοχεύουν γενικά κι αφηρημένα μιας και “η προφύλαξη και η προστασία της Ελληνίδας” αναγκαστικά θα περάσει πάνω από τα πτώματα τα δικά μας, των υπολοίπων γυναικών, εμάς που δεν ταιριάζουμε στα δικά τους όρια μητρότητας και εθνικής αναπαραγωγής, τις άτεκνες, τις λεσβίες, τις ‘βρωμερές οροθετικές πόρνες’, τις ξένες, τις εθνοπροδότριες κλπ κλπ.

Λέμε λοιπόν:

Φτάνει πια, γενικά, με τους “προστάτες” κάθε είδους, τον κόσμο τους, την εποχή τους και τη χώρα τους.

Για τον ριζοσπαστικό φεμινισμό! Για τον μαχητικό αντιφασισμό!

1 Είμαστε όλοι ξεσκισμένες αδερφές; του Δημήτρη Παπανικολάου,http://enthemata.wordpress.com/2012/10/21/papanikolaoy-3/#comment-2488

2Η κοινωνιολογία της σεξουαλικότητας, οι αρρενωπότητες και ο έμφυλος Δεκέμβρης, της Αλεξάνδρας Χαλκιά, σελ. 235, από το Σωμα, Φύλο, Σεξουαλικότητα: ΛΟΑΤΚ πολιτικές στην Ελλάδα (ΠΛΕΘΡΟΝ)

3Φυλή, τάξη και οι αντιφάσεις της αρρενωπότητας, του Daniel Mang, σελ. 20, από το τ. 4 του περιοδικού QV.

 

http://eagainst.com/articles/feminismos/