Συνέντευξη με τον πολιτικό επιστήμονα Μιχάλη Σπουρδαλάκη

Όλα εξαρτώνται από την ένταση της κοινωνικής και πολιτικής αντίστασης

«Το οπλοστάσιο του φόβου δεν μπορεί να σταθεί πια για να κρατήσουν την κοινωνία ακίνητη. Η επιχειρηματολογία τους καταρρέει και αυτό μας δίνει μια άλλη ώθηση, εφόσον ο λόγος μας γίνει πιο οξύς και πιο εμπεριστατωμένος. Σήμερα η κοινωνία δεν είναι μόνο κλειδωμένη έξω από το σύστημα, αλλά θεωρείται και εχθρός», υποστηρίζει σε συνέντευξή του ο πανεπιστημιακός Μ. Σπουρδαλάκης σχολιάζοντας την περίοδο που εγκαινιάζει η δικομματική κυβέρνηση και καταλήγει: «Ως αριστερή κριτική διανόηση, πρέπει να ξαναβάλουμε στην εξίσωση της ανάλυσής μας αλλά και της στρατηγικής μας το κράτος. Πρέπει να μιλήσουμε όχι μόνο για τη διαχείρισή του, αλλά για το ίδιο το κράτος».

Τη συνέντευξη πήραν
η Ιωάννα Δρόσου
και ο Παύλος Κλαυδιανός

Η τρικομματική κυβέρνηση, ύστερα από την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ, έγινε δικομματική. Όμως ο ανασχηματισμός στέλνει και πάλι μήνυμα επικράτησης της πολιτικής της ΝΔ. Η «Καθημερινή», σε κύριο άρθρο της, σχολίασε ότι «θα χρειαστεί αποφασιστικότητα, αλλά και παντελής αδιαφορία για το όποιο πολιτικό κόστος». Πώς θα περιέγραφες το σημερινό πολιτικό τοπίο;
Η συμμαχική κυβέρνηση βρίσκεται σ’ ένα νέο σταθμό μιας πορείας που φάνηκε ξεκάθαρα μετά τις εκλογές του 2009 και έχει να κάνει με την παραβίαση της δημοκρατικής αρχής. Παραβίαση που συνεχώς ανανεώνεται, βαθαίνει ποιοτικά και αποκτά μονιμότητα. Η νέα κυβέρνηση χωρίς ουσιαστική νομιμοποίηση, έχοντας χάσει το αριστερό της κέρας που της προσέφερε σημαντική συμβολική στήριξη, θα αναγκαστεί, όπως λέει και η «Καθημερινή», να γίνει ακόμα πιο σκληρή και να παραμείνει «παντελώς» αδιάφορη απέναντι στο πολιτικό κόστος. Το τελευταίο φυσικά δεν είναι άλλο από τα κοινωνικά αιτήματα, την κοινωνική αντίδραση, τις κοινωνικές διεκδικήσεις. Η κυβέρνηση λοιπόν θα είναι «παντελώς αδιάφορη» απέναντι σε όλα αυτά που συμβουλεύει η καλή εφημερίδα. Αν είσαι, ωστόσο, αδιάφορος για αυτά, η καταστολή αναδεικνύεται σε μονόδρομο για την εξασφάλιση της πολιτικής και της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Βρισκόμαστε, δηλαδή, σε μια φάση που το πολιτικό σύστημα δίνει την τελική του μάχη ή προκύπτει νέα δομή;
Δεν πρόκειται για μια νέα δομή του πολιτικού συστήματος. Οι απαρχές αυτής της λογικής του συστήματος πρέπει να αναζητηθούν στο φοβικό τρόπο που το πολιτικό σύστημα αντιμετώπισε τη ριζοσπαστικότητα της κοινωνίας κατά τη Μεταπολίτευση, στον συνεπαγόμενο κομματικό έλεγχό της, που ανανέωσε και εκσυγχρόνισε τις μεθόδους πελατειακής ένταξης, που μόνον ουδέτερες ταξικά δεν ήταν. Αυτή η αντιμετώπιση της κοινωνίας από το πολιτικό σύστημα δεν οδήγησε μόνο στη σταδιακή αποξένωση των κοινωνικών υποκειμένων (κυρίως βέβαια των κυριαρχούμενων κοινωνικών στρωμάτων) αλλά στη σημερινή συγκυρία και στην αδυναμία αναπαραγωγής των σχέσεων κοινωνίας-κράτους. Σήμερα η κοινωνία δεν είναι μόνο κλειδωμένη έξω από το σύστημα, αλλά θεωρείται και εχθρός. Γι’ αυτό πιστεύω ότι, ως αριστερή κριτική διανόηση, πρέπει να ξαναβάλουμε στην εξίσωση της ανάλυσής μας αλλά και της στρατηγικής μας το κράτος. Πρέπει να μιλήσουμε όχι μόνο για τη διαχείρισή του, αλλά για το ίδιο το κράτος. Ποιες είναι οι κοινωνικές του αναφορές, ποιες οι εσωτερικές του αντιθέσεις, πώς αναπαράγεται, ποιοι είναι οι πυλώνες στήριξής του. Μόνο μια τέτοια συζήτηση και κατανόηση θα κάνει τη ριζοσπαστική αριστερά πολιτικά αποτελεσματική.

Η «ανανεωμένη» κυβέρνηση μπορεί να αντέξει;
Όλα εξαρτώνται από την ένταση της κοινωνικής και πολιτικής αντίστασης που θα συναντήσει. Πάντως, επειδή το κράτος δεν φαίνεται να διαθέτει πολλές εναλλακτικές λύσεις για την πολιτική του διαχείριση, θα στηρίξει την κυβέρνηση με νύχια και με δόντια.

Ανέφερες ότι η κυβέρνηση θα ενισχύσει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, για να διασφαλίσει έτσι την πολιτική αναπαραγωγή. Τους τελευταίους μήνες βλέπουμε ότι, πέραν της αστυνομικής καταστολής, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα εργαλεία του κινήματος (διαδίκτυο, ραδιόφωνο, κλπ) και τη νομοθετική εξουσία, προκειμένου να καταστείλει την όποια κοινωνική αντίδραση…
Ζούμε σε μια περίοδο που έχει περιγραφεί ως «ολικός καπιταλισμός», κατά το «ολικός πόλεμος», και σ’ αυτόν τον «πόλεμο» δεν φαίνεται να υπάρχουν κανόνες και εξαιρέσεις. Άρα τα περιθώρια μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων στον καπιταλισμό (μερικός έλεγχος, εξανθρωπισμός κά) είναι στην καλύτερη περίπτωση οριακά. Κατά συνέπεια, με δεδομένη την πρωτοφανή λιτότητα, δεν είναι δυνατόν κανείς να ισχυριστεί ότι υπάρχουν περιθώρια συναίνεσης μέσα από κάποιες έστω οριακές αναδιανεμητικές πολιτικές· ο μόνος δρόμος είναι η καταστολή.
Ωστόσο, είναι γεγονός ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις εμφανίζουν απίστευτη ευρηματικότητα. Για παράδειγμα, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε, μέχρι πριν λίγες μέρες, ότι μέλη του υπουργικού συμβουλίου, για να δικαιολογήσουν τις πολιτικές επιλογές τους, θα κατασκεύαζαν δήλωση προέδρου ανωτάτου δικαστηρίου. Τα πεδία άσκησης αυτών των πολιτικών χειραγώγησης που αναφέρατε, δεν αποτελούν ποιοτική αλλαγή, αλλά μας υπενθυμίζουν την ευρηματικότητα του οπλοστασίου των αντιπάλων μας.

Οι «εξωχώριες» δυνάμεις εντέλλονται στις κυβερνήσεις την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσουν, χωρίς να τους αφήνουν κανένα περιθώριο. Το πολιτικό σύστημα μπορεί, εν τέλει, να επιβιώσει;
Βλέπουμε ότι ο λεγόμενος διεθνής παράγοντας χρησιμοποιείται κατά κόρον. Ξεκίνησε την παραμονή των εκλογών του περασμένου Ιουνίου και επαναλήφθηκε τώρα με την κυβερνητική κρίση και την απειλή της μη καταβολής της δόσης. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όσες χώρες βιώνουν έντονα την κρίση (Ισπανία, Πορτογαλία, Κύπρος). Δηλαδή, το πακέτο της λεγόμενης δημοσιονομικής προσαρμογής, ή αλλιώς της επιθετικής λιτότητας απέναντι στις κοινωνίες και τα κεκτημένα τους, συνοδεύεται πολιτικά και ιδεολογικά με όμοιες πρωτοβουλίες. Με αυτή την έννοια, υπάρχει μια πίεση των «εξωχώριων» δυνάμεων που στηρίζουν τις πολιτικές που παίρνονται και περιορίζουν τις δυνατότητες του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, το πολιτικό σύστημα με το χρόνιο έλλειμμα κοινωνικής νομιμοποίησης δεν μπορεί να καταφύγει στην κοινωνική βάση, χωρίς να διακινδυνεύσει ανατροπές.

ΔΗΜΑΡ: Μια θεσμολαγνική αριστερά

Πιστεύεις ότι η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ είναι κίνηση σωτηρίας ή αντανάκλαση των αλλαγών που συμβαίνουν στο κοινωνικό σώμα;
Η αντίδραση του κόσμου και η ακραία επιλογή που έκανε το κυρίαρχο κυβερνητικό σχήμα του Σαμαρά, φαίνεται ότι δημιούργησε μια στιγμιαία κρίση ταυτότητας. Ωστόσο, η ΔΗΜΑΡ έχει συγκεκριμένη ταυτότητα, άρα και στρατηγική: πάση θυσία σχέση με τους κυβερνητικούς θεσμούς. Πάντα ήταν, και παραμένει μέχρι σήμερα, μια αριστερά θεσμολαγνική. Και με αυτή την έννοια ήταν μεγάλη επιτυχία, γι’ αυτό το κομμάτι της αριστεράς, η συμμετοχή της στην κυβέρνηση. Η λογική της ΔΗΜΑΡ χαρακτηρίζεται από τεράστια πολιτική αφέλεια, που πηγάζει από την αντίληψή της για την ουδετερότητα των θεσμών και της τεχνοκρατική γνώσης, που της δίνει σχετικά μεγάλα περιθώρια πολιτικής ευελιξίας. Ωστόσο, είναι πολύ κουρασμένη, αρκετά διχασμένη και έχει χάσει πια τον οποιοδήποτε προσανατολισμό της. Άρα, η μόνη της ελπίδα είναι να προσκολληθεί σε κάποιο κυβερνητικό ή με κυβερνητικές φιλοδοξίες σχήμα της λεγόμενης κεντροαριστεράς.

Είναι εφικτή η αναβίωση της κεντροαριστεράς, προκειμένου να αποτελέσει τον αντίπαλο πόλο του ΣΥΡΙΖΑ;
Όχι. Η στρατηγική της κεντροαριστεράς -εξανθρωπισμού, στρογγυλέματος των κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων, με τεχνοκρατικό και ουδέτερο λόγο, με μικρή ή καθόλου αναφορά στα κοινωνικά υποκείμενα- μπορεί να λειτουργήσει σε περιόδους που έχουμε θετικά πρόσημα στην οικονομική μεγέθυνση. Σήμερα, που αυτά τα πρόσημα έχουν φτάσει σε επίπεδο βιβλικής καταστροφής, δεν έχει περιθώρια αυτή η πολιτική. Στερείται κοινωνικής βάσης. Άρα, η κεντροαριστερά μπορεί να υπάρχει μόνο στη σκέψη των τεχνοκρατών και των πολιτικά αφελών.

Το ΠΑΣΟΚ είχε άλλη διέξοδο από τη συνέχιση της συγκυβέρνησης;
Το ΠΑΣΟΚ, που είναι ο μεγαλύτερος πολιτικός φορέας της κεντροαριστεράς, έχει αποκοπεί από την κοινωνική του βάση και επομένως ο μόνος δρόμος που του απομένει είναι αυτός που ακολουθεί. Πρόκειται για ένα κρατικοδίαιτο κόμμα και ο μόνος τρόπος να επιβιώσει, έστω και οριακά, είναι να διατηρήσει τη σχέση του με το κράτος.

ΣΥΡΙΖΑ: Να κατακτήσει την αυτογνωσία του

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σήμερα σε ευνοϊκότερο σημείο;
Η ριζοσπαστική αριστερά είναι σε καλύτερο σημείο, διότι η καταγωγή της συγκρότησής της ήταν κυρίως πολιτική και δευτερευόντως κοινωνική. Οι κυβερνητικές δυνάμεις τον τελευταίο χρόνο έκαναν πολλές και ποιοτικά καινούργιες παρεκτροπές από τη δημοκρατία –προληπτικές συλλήψεις, προληπτικές επιστρατεύσεις, μαύρο στην ΕΡΤ κ.λπ.- ενώ εντατικοποίησαν την επιχειρηματολογία του φόβου. Όμως, βλέπουμε ότι το οπλοστάσιο του φόβου δεν μπορεί να σταθεί πια. Για παράδειγμα, τα σπίτια και τις καταθέσεις τελικά δεν τα παίρνουν οι κομμουνιστές, αλλά οι τράπεζες και η ΕΕ. Η επιχειρηματολογία τους, λοιπόν, καταρρέει και αυτό μας δίνει μια άλλη ώθηση, εφόσον ο λόγος μας γίνει πιο οξύς και πιο εμπεριστατωμένος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή τι πρέπει να αλλάξει στην στρατηγική του;
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κατακτήσει την αυτογνωσία του. Δεν έχει συνειδητοποιήσει βαθιά αυτό που κάνει. Αν το είχε συνειδητοποιήσει, πολλά από τα εσωτερικά του προβλήματα θα είχαν λυθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ενσωματώσει, αξιοποιήσει και δώσει ώθηση στην παραδοσιακή αριστερά, αλλά και στον κινηματικό πλούτο, πηγαίνοντας ενάντια και πέρα από αυτή την παράδοση. Με αυτή του τη στρατηγική κατάφερε να φτάσει εδώ που είναι. Αυτό δεν έχει γίνει κατάκτηση όλων των μελών, των στελεχών και φίλων του κόμματος, αλλά πρέπει να γίνει.

Χρυσή Αυγή: Ο πρωτογονισμός μαύρου-άσπρου

Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η ΧΑ έχει έρθει για να μείνει και δεν φαίνεται να απομονώνεται πολιτικά παρά τη φασιστική της δράση. Ποια η γνώμη σου;
Η Χρυσή Αυγή πατάει στον πρωτογονισμό της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Έναν πρωτογονισμό μαύρου-άσπρου, που ερμηνεύει τα φαινόμενα με λογικές συνωμοσίας και μερικές φορές και πολιτικού κουτσομπολιού, πρακτική από την οποία, πρέπει να παραδεχτούμε, δεν απείχε η παραδοσιακή αριστερά, ούτε φυσικά και ο νεο-λαϊκισμός του εκσυγχρονισμού και του «μεσαίου χώρου». Η Χρυσή Αυγή ενδυναμώθηκε από την κουλτούρα του μαύρου-άσπρου και κυρίως από τις σκοπιμότητες των ακροτήτων του κέντρου του πολιτικού συστήματος. Η υιοθέτηση της ατζέντας και της λογικής της Χρυσής Αυγής από την πλευρά της ΝΔ και ενίοτε από τα κυβερνητικά κόμματα, δεν πρόκειται να μειώσει την επιρροή της Χρυσής Αυγής. Αντίθετα, αν συνεχιστεί αυτή η τακτική, η οποία εμφανίστηκε δυστυχώς με τον πιο χαρακτηριστικό και πιο τρομακτικό για τους δημοκρατικούς πολίτες τρόπο στον πρόσφατο λόγο του πρωθυπουργού, όταν ανέφερε ότι «η μόνη ιδεολογία είναι η πατρίδα» θυμίζοντας προνεωτερικές καταστάσεις, θεωρώ ότι πολύ σύντομα η Χρυσή Αυγή θα αποτελέσει τον άλλο πόλο του πολιτικού συστήματος, δηλαδή το δεύτερο μεγάλο πόλο απέναντι στη ριζοσπαστική αριστερά. Και η Χρυσή Αυγή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με αντιρατσιστικά νομοσχέδια, αλλά απαιτείται πολιτική απομόνωση. Για παράδειγμα, η ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ, αντί να διαγκωνίζονται ποιος αντιρατσιστικός νόμος είναι καλύτερος, θα έπρεπε να εγγυηθούν, αφού μάλιστα ήταν και κυβερνητικοί εταίροι, ότι όλες οι εγκληματικές ενέργειες αυτής της συμμορίας θα τιμωρούνταν σύμφωνα με τον ισχύοντα ποινικό κώδικα.

Αντ’ αυτού είδαμε να στοχοποιείται η ριζοσπαστική αριστερά με την υιοθέτηση της θεωρίας των δύο άκρων, η οποία, όμως, φαίνεται ότι δεν απέδωσε καρπούς. Ή μήπως απέδωσε;
Η θεωρία των δύο άκρων εκπορεύεται από τα ίδια ακριβώς κέντρα, τα οποία προσπαθούν να δείξουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στρογγυλεύει την πολιτική του πρακτική και συντηρητικοποιείται. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτοί που πρώτοι ενδίδουν, αποδέχονται ή παίρνουν στα σοβαρά αυτού του είδους την προπαγάνδα, είναι τα μέλη και η βάση του ΣΥΡΙΖΑ. Οι κυρίαρχες δυνάμεις προσπαθούν από τη μια να φοβίσουν το συντηρητικό ακροατήριο, με τη θεωρία των δύο άκρων και την ταύτιση της αριστεράς με την τρομοκρατία, την ίδια στιγμή που λένε ότι έχουμε συντηρητικοποιηθεί, λέγοντας λχ. ότι οι συναντήσεις του επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης με ηγέτες ή παράγοντες άλλων χωρών και διεθνών οργανισμών αποτελούν συμβιβασμό. Αυτό είναι πολιτικός πρωτογονισμός.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να καταλάβει ποια είναι η στρατηγική του και να μην κάνει τίποτε άλλο από το να συνεχίσει πιο συνειδητά και με μεγαλύτερη ένταση να κάνει αυτό που έκανε ως δύναμη στήριξης, έμπνευσης, συνεργασίας και μαθητείας στα κινήματα που αναπτύσσονται στο κοινωνικό πεδίο. Από τη συμμετοχή του στα κινήματα και δίνοντάς ηθική, νομική, πολιτική κάλυψη στους αγωνιζόμενους συμπολίτες μας θα προκύψει το περίγραμμα των προγραμματικών δηλώσεων του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε έτσι να συμβάλει στην ενότητα της αριστεράς (κοινωνικής και πολιτικής) για να έρθει στην εξουσία. Αυτά τα χαρακτηριστικά πρέπει να διαφυλάξουμε, να τα βαθύνουμε και να τα εξειδικεύουμε στο χώρο μας. Αν το κάνουμε αυτό, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα.

Από τη στιγμή αποχώρησης της ΔΗΜΑΡ από τη συγκυβέρνηση έχει ανοίξει η συζήτηση για ενδεχόμενη συνεργασία της ΔΗΜΑΡ με τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι εφικτή μια τέτοια κίνηση;
Δεν γίνεται αυτό, γιατί είναι αποκλίνουσες οι στρατηγικές. Δεν είμαστε θεσμολάγνοι, δεν θεωρούμε ότι οι θεσμοί είναι ουδέτεροι, δεν θεωρούμε ότι ο καπιταλισμός εξανθρωπίζεται. Έχουμε άλλη λογική, άλλη στρατηγική. Δεν γίνεται λοιπόν να συνεργαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ με τη ΔΗΜΑΡ και δεν πρέπει να παρασυρθεί. Αν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε όπως παλιά, αν διολισθήσουμε πάλι στην κατανόηση της πολιτικής ως αριθμητικής, θα πάμε εκεί που ήμασταν πριν τρία χρόνια. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία.

Βρέθηκες στο Αριστερό Φόρουμ 2013 στη Νέα Υόρκη, όπου η Ελλάδα φάνηκε να είναι στο επίκεντρο της συζήτησης. Γιατί πιστεύεις;
Η χώρα μας βρίσκεται στο επίκεντρο για δύο λόγους: Πρώτο, για το φόβο τρομακτικής ανόδου των νεο-Ναζί και, δεύτερο, γιατί η παγκόσμια προοδευτική σκεπτόμενη κοινότητα βλέπει ότι η μόνη στρατηγική εξόδου από την κρίση και η μόνη δυνατότητα προάσπισης της δημοκρατίας είναι η δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος, όσο αποτελεσματικού και ευρηματικού όσο ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κινεί μόνο την περιέργεια αλλά φαίνεται και να εμπνέει. Αυτό μας δημιουργεί ιδιαίτερες ευθύνες.

 

http://www.epohi.gr/portal/politiki/14382-2013-06-30-15-00-19

Ο Κουβέλης και ο σκορπιός, του Κώστα Βαξεβάνη

77_0.jpeg

 

Ο Φώτης Κουβέλης,θα κριθεί από την ιστορία και για τη στάση του να συμμετάσχει στην τρικομματική κυβέρνηση που έριξε τη χώρα στην απύθμενη λιτότητα και για τη στάση του να εγκαταλείψει αυτή την κυβέρνηση,όπως την εγκαταλείπει.Είναι δύσκολο πάντως,να προφασιστεί πως το κίνητρό του ήταν η σωτηρία της χώρας και τις δύο φορές,αφού όλη η αναγκαιότητα της “σωτηρίας” που επικαλέστηκε παραμένει,αλλά ο ίδιος αποχωρεί.
Ο Πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ,πιέστηκε από την Κοινοβουλευτική του ομάδα και την κομματική βάση,που με τη σειρά τους πιέστηκαν από τις εξελίξεις,να πάψει να αποτελεί παρακλάδι μιας αυταρχικής ΝΔ και άλλοθι στα απομεινάρια ενός ΠΑΣΟΚ που δεν έχει καμιά σχέση με την πολιτική,αλλά εκφράζει έναν βουλιμικό για εξουσία αρχηγό.

Ο Φώτης Κουβέλης,δεν υπήρξε στο σχήμα αυτό η Αριστερά ευθύνης όπως προφασίστηκε.Υπήρξε μια Αριστερά,που με τα ίδια ιδιοτελή κίνητρα με το Βενιζέλο,θεώρησε πως θα μπει στο κάδρο,μπαίνοντας στην κυβέρνηση και τα κανάλια.

Κατάφερε στο λίγο διάστημα που έμεινε στην κυβέρνηση,να εθίσει στην εξουσία τα στελέχη του,που καταλάβαιναν πως το μοναδικό στοιχείο άσκησης πολιτικής,δεν είναι άλλο από τη συμμετοχή στα αξιώματα.Επί μήνες οι πιο φιλόδοξοι βουλευτές του διαγκωνίζονται για το ποιός θα πάρει υπουργείο.Πολλοί δε απ αυτούς έπαψαν να τον έχουν διαμεσολαβητή για την εξουσία και απευθύνθηκαν απευθείας στην πηγή της εξουσίας.Έτσι σήμερα είναι καταδικασμένος να ζήσει την διάλυση του πολιτικού του χώρου,από τους φιλόδοξους “γύρω” του,που τους έπεισε πως πολιτική είναι οι συμφέροντες συμβιβασμοί.

Ο ίδιος ο Κουβέλης,το τελευταίο διάστημα,κατέβασε κι άλλο το επίπεδο της ερμηνείας της πολιτικής,εκπονώντας ή συμμετέχοντας σε κρυφά σχέδια για έναν νεο πολιτικό χώρο που θα συνένωνε ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ,όχι ως πολιτικές θέσεις αλλά ως ανάχωμα στο Συριζα.Ναι,ο Φώτης Κουβέλης θεωρεί πια,πιό οικεία δύναμη τον Βενιζέλο,αυτόν τον θεσμοθέτη της πολιτικής αθλιότητας,από τον Τσίπρα.

Σε ό,τι αφορά το πού κατάντησε σε σχέση με τον πολιτικό του χώρο θα πω στον Φώτη Κουβέλη κάτι που θα το καταλάβει σίγουρα.Έφτασε στο σημείο,ο Νίκος Μπίστης,αυτός ο ογκόλιθος της πολιτικής πιρουέτας, ο γυρολόγος της πολιτικής, ο Βενιζέλος της ΔΗΜΑΡ,να τον αποκαλεί Καρατζαφέρη.Αυτό τα λέει όλα.Τα δε ευνοούμενα κομματικά του παιδιά,θα τον εγκαταλείψουν για ένα υπουργείο,με τα επιχειρήματα της “σωτηρίας” που ο ίδιος εφηύρε καιροσκοπικά.

Θα πω όμως στον Φώτη Κουβέλη και την γνωστή ιστορία του Αισώπου,λίγο παραλλαγμένη,για να κατανοήσει το λάθος που έκανε να αποτελέσει το πλυντήριο του Βενιζέλου.Κάποτε ένας σκορπιός πλησιάζει έναν βάτραχο και του ζητάει να τον περάσει από τη λίμνη. “Όχι” απαντάει ο βάτραχος στο σκορπιό, “γιατί θα με τσιμπήσεις”.”Δεν θα τσιμπήσω γιατί θα πνιγώ και ο ίδιος δεν το καταλαβαίνεις” του ανταπαντά ο σκορπιός.Ο βάτραχος θεώρησε λογικό το επιχείρημα και ανεβάζει τον σκορπιό στην πλάτη του να τον περάσει από τη λίμνη.Στη μέση της διαδρομής ο σκορπιός γυρίζει το κεντρί του και τσιμπάει τον βάτραχο.Την ώρα που ξεψυχάει ο βάτραχος ρωτάει με απορία τον σκορπιό “μα γιατί το έκανες αφού θα πνιγείς και εσύ μαζί μου;” “Γιατί είναι η φύση μου” απαντάει ο Βενιζέλος.

Πηγή: koutipandoras.gr

Σαν σήμερα γεννήθηκε ο Μιχαήλ Μπακούνιν

 

Ο εξέχων ρώσος επαναστάτης και πολιτικός συγγραφέας Μιχαήλ Μπακούνιν γεννήθηκε το 1814 στο Πρεμούκινο της Ρωσίας και πέθανε το 1876 στη Βέρνη της Ελβετίας. Είναι ο σημαντικότερος ίσως εκπρόσωπος του αναρχισμού του 19ου αιώνα. Η διαμάχη του με τον Καρλ Μαρξ δίχασε για πολλά χρόνια το ευρωπαϊκό επαναστατικό κίνημα. [μήπως για πάντα;]
Ο Μπακούνιν ήταν ο μεγαλύτερος γιος ενός μικρού γαιοκτήμονα της επαρχίας του Τβερ. Η εξέγερσή του άρχισε όταν τον έστειλαν στη Σχολή Πυροβολικού στην Αγία Πετρούπολη και όταν τον τοποθέτησαν, λίγο αργότερα, σε μια στρατιωτική μονάδα στα πολωνικά σύνορα. Το 1835 εγκατέλειψε το πόστο του δίχως άδεια, γλιτώνοντας μόλις και μετά βίας τη σύλληψη για λιποταξία. Τα πέντε επόμενα χρόνια μοίρασε το χρόνο του ανάμεσα στο Πρεμούκινο, όπου αφοσιώθηκε στη μελέτη των γερμανών φιλοσόφων Γιόχαν Φίχτε και Φρίντριχ [μήπως Γκέοργκ;] Χέγκελ, και στη Μόσχα, όπου εισήλθε στους λογοτεχνικούς κύκλους του κριτικού Β. Μπελίνσκυ, του μυθιστοριογράφου Ι. Τουργκιένιεφ, και τον εκδότη Αλεξάντερ Χέρτσεν. Το 1840, κι ενώ οι ιδέες του ήταν ακόμη ρευστές, πήγε στο Βερολίνο για να ολοκληρώσει την εκπαίδευσή του. Εκεί γοητεύτηκε από τις θεωρίες των Νέων Εγελιανών, ριζοσπαστών συνεχιστών του Χέγκελ. Το 1842 πήγε στη Δρέσδη όπου δημοσίευσε σε μια ριζοσπαστική εφημερίδα το πρώτο του επαναστατικό πιστεύω, που τελείωνε με τον περίφημο και γνωστό ώς σήμερα αφορισμό του: «Το πάθος για την καταστροφή είναι και δημιουργικό πάθος». Αυτό του στοίχισε την επιτακτική διαταγή να επιστρέψει στην Ρωσία. Αρνούμενος να υπακούσει, έχασε το διαβατήριό του. μετά σύνοτμο χρονικά διαστήματα παραμονής στην Ελβετία και το Βέλγιο, ο Μπακούνιν εγκαταστάθηκε στο Παρίσι, όπου συναναστράφηκε γάλλους και γερμανούς σοσιαλιστές, όπως τον Πιερ-Ζοζέφ Προυντόν και τον Καρλ Μαρξ, και πολλούς Πολωνούς εμιγκρέδες, οι οποίοι τον ενέπνευσαν να συνδυάσει την υπόθεση της εθνικής απελευθέρωσης των σλαβικών λαών με εκείνη της κοινωνικής επανάστασης. Η επανάσταση του 1848 στο Παρίσι του έδωσε την πρώτη γεύση από οδομαχίες· και μετά λίγες μέρες ενθουσιώδους συμμετοχής, ταξίδεψε προς τα ανατολικά με την ελπίδα να μεταδώσει τις φλόγες της επανάστασης στη Γερμανία και την Πολωνία. Τον Ιούνιο του 1848 στην Πράγα παρακολούθησε το Σλαβικό Συνέδριο, το οποίο τελείωσε απρόσμενα όταν τα αυστριακά στρατεύματα βομβάρδισαν την πόλη· λίγο αργότερα τον ίδιο χρόνο, ζώντας ασφαλής στο Ανχάλτ-Κέτεν, στην Γερμανία, έγραψε το πρώτο του σημαντικό μανιφέστο, Κάλεσμα στους Σλάβους. Κατήγγειλε την αστική τάξη ως ξοφλημένη αντεπαναστατική δύναμη· ζήτησε την ανατροπή της αυτοκρατορίας των Αψβούργων και τη δημιουργία στην Ευρώπη μιας ελεύθερης ομοσπονδίας σλαβικών λαών· και βασίστηκε στον αγρότη, και ιδίως στον ρώσο αγρότη, με την παράδοσή του της βίαιης εξέγερσης, ως κύριο συντελεστή της επικείμενης επανάστασης.
Κουρασμένος από την αδράνεια, ο Μπακούνιν επιδόθηκε και πάλε σε επαναστατικές ίντριγκες και, λαμβάνοντας μέρος στην εξέγερση της Δρέσδης τον Μάιο του 1849, δεν κατάφερε αυτή τη φορά να αποφύγει τη σύλληψη. Οι σαξονικές αρχές τον παρέδωσαν στην Αυστρία, και η Αυστρία, αφού τον κράτησε για ένα διάστημα φυλακισμένο, τον παρέδωσε στη Ρωσία. Τον Μάιο του 1851 βρισκόταν πάλι σε ρωσικό έδαφος, έγκλειστος στο φρούριο Πετροπαυλόσκ στην Αγία Πετρούπολη. Εκεί, έπειτα από παρακίνηση του αρχηγού της αστυνομίας, έγραψε τη μυστηριώδη Ομολογία [μήπως Απολογία], η οποία δεν δημοσιεύτηκε ώς το 1921. Μεγάλο μέρος της αποτελείται από εκφράσεις μετάνοιας για τις πράξεις του. Έχει όμως και σημεία απείθειας και τονίζει την αφοσίωσή του Μπακούνιν στους Σλάβους και το μίσος του για τους Γερμανούς –αισθήματα που πρόσεξε με ενδιαφέρον και επιδοκίμασε ο ίδιος ο τσάρος. Ωστόσο, δεν βοήθησαν τον κρατούμενο. Παρέμεινε για τρία χρόνια στο φρούριο Πετροπαυλόσκ και για άλλα τρία σε ένα άλλο φρούριο, το Σλούσεμπουργκ, με αποτέλεσμα να τρωθεί σοβαρά η υγεία του. τέλος, το 1857, τον έβγαλαν από την φυλακή για να τον εκτοπίσουν στη Σιβηρία. Ο κυβερνήτης της Ανατολικής Σιβηρίας ήταν εξάδελφος της μητέρας του Μπακούνιν, και πιθανόν μέσω αυτής της γνωριμίας πήρε την άδεια το 1861 να κατέβει ποταμό Αμούρ, δήθεν για εμπορικές δουλειές. Όταν έφτασε όμως στην ακτή, ανέβηκε σε ένα αμερικάνικο πλοίο που είχε προορισμό Ιαπωνία και κατέληξε μέσω των Η.Π.Α. στην Αγγλία.
Η άφιξη του Μπακούνιν στα τέλη του 1861 στο Λονδίνο τον επανασύνδεσε με τον Χέρτσεν, τον οποίο είχε δει για τελευταία φορά στο Παρίσι το 1847 και ο οποίος είχε σημαντική θέση ανάμεσα στους ρώσους εμιγκρέδες ως εκδότης της εφημερίδας Kolokol (Η Καμπάνα). Η δεκατετράμηνη παραμονή του Μπακούνιν στο Λονδίνο κατέληξε σε κάποια ρήξη με τον Χέρτσεν, ο οποίος είχε αποβάλλει ένας μέρος από την επαναστατική ζέση της νιότης του και είχε έρθει σε σύγκρουση με τον κριτικό και μυθιστοριογράφο Νικολάι Τσερνιτσέφσκι και άλλους ακραίους ριζοσπάστες της νεότερης ρωσικής γενιάς. Όταν ξέσπασε η πολωνική εξέγερση στις αρχές του 1863, ο Μπακούνιν μπάρκαρε μαζί με πολωνούς εθελοντές για την Βαλτική. Κατάφερε όμως να φτάσει μέχρι τη Σουηδία, όπου πέρασε ένα άκαρπο καλοκαίρι. Στις αρχές του 1864 εγκαταστάθηκε στην Ιταλία, όπου έμεινε τέσσερα χρόνια. Εκεί σχεδίασε τις βασικές γραμμές της αναρχικής θεωρίας του, την οποία υποστήριξε με θέρμη, αν και όχι συστηματικά, στην υπόλοιπη ζωή του. Εκεί επίσης άρχισε να υφαίνει ένα περίπλοκο δίκτυο, εν μέρει αληθινό, εν μέρει φανταστικό, μυστικών επαναστατικών εταιρειών. Το πιο σπουδαίο επεισόδιο των ύστερων χρόνων του Μπακούνιν ήταν η διαμάχη του με τον Μαρξ. Το 1868, εγκατεστημένος στην Γενεύη εισήλθε στην Πρώτη διεθνή, μια ομοσπονδία κομμάτων της εργατικής τάξης που απέβλεπε στο να μετασχηματίσει τις καπιταλιστικές κοινωνίες σε σοσιαλιστικές κοινοπολιτείες [μήπως συνομοσπονδίες;] και να τις εντάξει σε μια παγκόσμια ομοσπονδία. Την ίδια στιγμή όμως ενέγραψε τους οπαδούς του σε μισομυστική Κοινωνική Δημοκρατική Συμμαχία, την οποία συνέλαβε ως επαναστατική πρωτοπορία μέσα στη Διεθνή. Η ίδια οργάνωση δεν μπορούσε να αντέξει δύο τόσο ισχυρές και ασύμβατες προσωπικότητες και σε ένα συνέδριο του 1872 στη Χάγη, ο Μαρξ, με μια μηχανορραφία που μικρή σχέση είχε με τις αιτίες της διαμάχης, πέτυχε την διαγραφή του Μπακούνιν και των οπαδών του από τη Διεθνή. Η ρήξη δίχασε το επαναστατικό κίνημα στην Ευρώπη για πολλά χρόνια μετά [μήπως για πάντα;]. Δύο από τα μείζονα κείμενα του Μπακούνιν, Η κνουτογερμανική αυτοκρατορία και η κοινωνική επανάσταση (1871) και το Κρατισμός και αναρχία (1873) αντανακλούν άμεσα τη σύγκρουσή του με τον Μαρξ. Ο Μπακούνιν ήταν εξίσου ασυμβίβαστος επαναστάτης με τον Μαρξ και δεν έπαυε να κηρύττει την ανατροπή της υπάρχουσας τάξης πραγμώατων με βίαια μέσα. Απέρριπτε όμως τον πολιτικό έλεγχο, την συγκέντρωση και την υποταγή στην αυθεντία (αν και εξαιρούσε ίσως τη δική του αυθεντία μέσα στο κίνημα). Κατήγγελε αυτό που θεωρούσε χαρακτηριστικά γερμανικούς τρόπους σκέψης και οργάνωσης και αντέτασσε σ’ αυτούς το ακηδεμόνευτο πνεύμα της εξέγερσης του οποίου εκφραστής ήταν ο ρώσος αγρότης. Ο αναρχισμός του Μπακούνιν πήρε την τελική του μορφή ως η αντίθεση στον κομμουνισμό του Μαρξ.
Τα τελευταία χρόνια του, τα οποία πέρασε φτωχός στην Ελβετία, ο Μπακούνιν ασχολήθηκε και πάλι με την κεντρική και ανατολική Ευρώπη. Εκτέθηκε από τον βραχύχρονο ενθουσιασμό του για τον Σ. Νετσάγιεφ, αλλά γενικά βρήκε φανατικούς οπαδούς ανάμεσα σε ρώσους, πολωνούς, σέρβους και ρουμάνους εμιγκρέδες· έγραψε και κυκλοφόρησε πολλές προκηρύξεις και σχεδίασε επαναστατικές οργανώσεις. Η υγεία του επιδεινωνόταν μέρα με τη μέρα, τα οικονομικά του προβλήματα οξύνονταν ολοένα περισσότερο, και εξαρτιόταν από τη γενναιοδωρία λίγων ιταλών και ελβετών φίλων του. ποτέ όμως δεν έχασε την ικανότητά του να ανανεώνει τις επαναστατικές του πεποιθήσεις.

Ο Προυντόν και ο Μπακούνιν είναι οι ιδρυτικοί πατέρες του αναρχισμού του 19ου αιώνα. Ο Μπακούνιν δεν διατύπωσε μια συνεκτική θεωρία. Τα πολλά και ευμεγέθη κείμενά του είναι πολλές φορές ανολοκλήρωτα. Η φήμη όμως και η προσωπικότητά του ενέπνευσαν πολλούς και ποικίλους οπαδούς σε όλες σχεδόν τις χώρες του κόσμου.

Κοινωνικός Αναρχισμός, ένα ρεύμα του μέλλοντος

Τι είναι ο Κοινωνικός Αναρχισμός;
Μια προσέγγιση για ένα σχέδιο πολιτικού προγράμματος και οργανωτικής έκφρασης του κοινωνικού αναρχικού κινήματος.
«Όλοι οι αναρχικοί είναι κομμουνιστές, όλοι οι κομμουνιστές δεν είναι αναρχικοί».
P. Kropotkin
Του Άρη Τσιούμα
|Μια εισαγωγή |
Από το 2008 στη χώρα μας -κυρίως- αλλά και διεθνώς, αρχικά στις ΗΠΑ κι έπειτα εντονότερα στην Ευρώπη, εμφανίζεται με τους πλέον καθετοποιημένους όρους το νέο σχήμα ολοκληρωτικής καπιταλιστικής διαχείρισης[1], το οποίο επωαζόταν εδώ και δεκαετίες κυρίως από το αγγλοσαξονικό think tank και εκτελούνταν μέσω των διεθνών οργανώσεων της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης [Ε.Ε., ΝΑΤΟ, ΕΚΤ, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ].
Οι καπιταλιστικές ελίτ, αφού διαμόρφωσαν τις συνθήκες για τη λήξη της «συναινετικής» περιόδου του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαχείρισης, τώρα αναβαθμίζουν γρήγορα τις θέσεις τους, ώστε να εξαπολύσουν μια εντονότερη και πιο δομική επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας. Η περίοδος-φούσκα, κατά την οποία μπορούσε να εξαγοραστεί η κοινωνική συναίνεση μέσω της προσφοράς ελπίδων και υποσχέσεων κατανάλωσης με δανεικό χρήμα, έσκασε μετά από σαράντα περίπου χρόνια διόγκωσης. Ο παγκόσμιος χώρος, το οικουμενικό περιβάλλον και ο συλλογικός χρόνος αποικίστηκαν από την καπιταλιστική σχέση με όρους ανελέητης κακοποίησής τους. Τούτο, είχε ως συνέπεια την κακοποίηση του ίδιου του ανθρώπου μέσω των νέων, αρνητικών συσχετισμών εκμετάλλευσης-αναπαραγωγής του.
Η συναίνεση, ως πολιτική μεσολάβηση, εγκαταλείφθηκε από τις ελίτ ως ιδιαιτέρως ακριβή διαδικασία. Οι τελευταίες, φεύγοντας από το τραπέζι του διαλόγου περί κοινωνικού συμβολαίου έριξαν, την ίδια στιγμή, ένα ηχηρό χαστούκι στο πρόσωπο όσων είχαν απομείνει στο τραπέζι να ψελλίζουν περί εκπροσώπησης κοινών συμφερόντων και ειρηνικής συνύπαρξης.
Η νέα περίοδος, μέσα στην οποία θα αναμετρηθούν και πάλι με όρους ανταγωνιστικούς οι μεγάλες δυναμικές του 20ου αιώνα -όπως αυτές εκφράστηκαν από τις ταξικές δυνάμεις- ονομάζεται, για την ώρα, Κρίση. Η Κρίση συντρίβει ευθύς αμέσως όλα τα θέσφατα, όλες τις προηγούμενες κοινωνικές και πολιτικές συγκροτήσεις και, ως εκ τούτου, το σύνολο των παραδειγμάτων αντίστασης, που διαμορφώθηκαν στον πυρήνα της μεταπολεμικής περιόδου «ανάπτυξης».
Η Κρίση επαναφέρει, ως προτεραιότητα στη δημόσια σφαίρα, το αρχετυπικό, κοινωνικό πρόβλημα της ανισότητας και της αδικίας στο εκσυγχρονισμένο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Παράλληλα, οξύνει τις αντιθέσεις που διέπουν το κοινωνικό σώμα.
Ό,τι παρήχθηκε ως διαλεκτικό παράγωγο των ανταγωνιστικών, κοινωνικών δυνάμεων στο βιοπολιτικό πεδίο της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, συντρίβεται ως κοινό βάζο που σπάει στον πρώτο καβγά της νέας περιόδου των ταραχών. Σύνολες οι πολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν ή δε θέλουν να αντιληφθούν τη νέα αυτή πραγματικότητα, ενώ από τη άλλη πλευρά το ανήμπορο -προσώρας- πλήθος των καταπιεσμένων, δεν έχει κερδίσει ακόμα τα όπλα της αντιπαράθεσης, και παραμένει γυμνό απέναντι στις επιθέσεις των ελίτ.
Ο παλιός κόσμος, το μοντέλο πολιτικής διαχείρισης προ κρίσης, ταυτίζεται με το νέο τοπίο του ρημαγμένου, πολιτικού χώρου, εκφράζοντας την κοινωνική αποσύνθεση σε κρισιακό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, αποτελεί κοινό τόπο για το συλλογικό φαντασιακό, ότι για τη σημερινή κατάσταση ευθύνεται -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- το σύνολο των πολιτικών και κοινωνικών συγκροτήσεων διαμεσολάβησης, σε όποιο σημείο του πολιτικού φάσματος κι αν αυτές τοποθετούνται.
Η ταξική αναδιάρθρωση, εκτός όλων των άλλων, μεταβάλλει τα εργαλεία κατασκευής ιδεολογιών, πολιτικών προσήμων και ιδεοτύπων συλλογικής δράσης. Πάνω απ’ όλα επαναφέρει τις μεγάλες συζητήσεις, από όπου είθισται να προκύπτουν οι μεγάλες αφηγήσεις, οι οποίες, ανεξάρτητα από τις προηγούμενες λειτουργίες τους, δε φαίνεται να εξαντλούν τις προκείμενές τους για έναν κόσμο που, αντιθέτως με ότι πιστεύαμε ίσως κάποια χρόνια πριν, δεν άκουσε τα πάντα που –τάχα- είχαν ήδη ειπωθεί..
|Η πολιτική συγκυρία |
Η Κρίση αποτελεί, επί της ουσίας, την αίθουσα αναμονής και το αναγκαίο στάδιο μέσα από το οποίο θα διέλθει ο καπιταλισμός, προτού οδηγήσει τις δυτικές κοινωνίες στη νέα κατάσταση του αποχαλινωμένου, οικονομικού ολοκληρωτισμού του κεφαλαίου. Η περίοδος αυτή, λοιπόν, λαμβάνει πολύ σημαντικές διαστάσεις, καθώς από τις αντιστάσεις που θα παράξουν οι κοινωνίες, θα εξαρτηθεί η νέα, δυναμική σχέση που θα καθορίσει, όχι απλώς τους πολιτικούς, αλλά τους βαθύτερα κοινωνικούς και πολιτειακούς συσχετισμούς. Αυτό θα συμβαίνει, καθόσον οι πολιτικές εντολές της διοίκησης θα σχετίζονται όλο και πιο άμεσα με τις ζωές των υπηκόων, σε σημείο τέτοιο που να τίθεται ζήτημα άρσης της ασυλίας της ίδιας της ζωής και των αναγκαίων προϋποθέσεών της. Σε αυτό το πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, θα πρέπει να προσαρμοστούν οι αντιλήψεις μας ως προς τα φιλοσοφικά εργαλεία και την πολιτική σκέψη, που θα μας επιτρέψουν την κοινωνική διείσδυση.
Η άρση της καπιταλιστικής υπόσχεσης και η εξάντληση του βασικού υλικού κατασκευής της συναίνεσης, δηλαδή του χρήματος, δίνει εκρηκτικά χαρακτηριστικά στην κοινωνική βάση και αποστοιχίζει μαζικά τους καταπιεσμένους από τις προηγούμενες πολιτικές και ίσως ιδεολογικές τους επιλογές. Όσο ο καπιταλισμός αδυνατεί να γεμίσει τα στόματα των κατώτερων τάξεων, έστω και υποτυπωδώς, τόσο η αστική δημοκρατία θα αποσύρεται στο παρασκήνιο. Εν τέλει, θα εγκαινιαστεί η εποχή των εντάσεων και των ταραχών. Η τελευταία, μπορεί να παρομοιαστεί, ως συνθήκη σύγκρουσης, με την περίοδο της ολοκληρωτικής επικράτησης του δυτικού καπιταλισμού επί της φεουδαρχικής διάρθρωσης και της αγροτικής ζωής.
Στην Ελλάδα, το εν λόγω πείραμα, όχι μόνο έχει ξεκινήσει, αλλά έχει διανύσει ήδη μια μεγάλη απόσταση. Το πρώτο κομμάτι της σύγκρουσης εξελίσσεται, με τις οργανωμένες δυνάμεις της εξουσίας του κράτους και του κεφαλαίου να εναντιώνονται στις άτακτες κοινωνικές δυνάμεις των αντιστεκόμενων. Η αδυναμία συσπείρωσης των κοινωνικών δυνάμεων αντίστασης και ανατροπής γύρω από ένα πρόγραμμα επαναστατικής και ριζοσπαστικής κατεύθυνσης, μπορεί αρχικά να θεωρήθηκε εύλογη. Η ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής θεωρίας και πρακτικής φάνταζε ένα πραγματικά δύσκολο έργο, ειδικά μετά από μια περίοδο διευρυμένης κοινωνικής ραστώνης, την οποία εξέθρεψε η ευρωπαϊκή συναίνεση και η «εκσυγχρονισμένη» σοσιαλδημοκρατία του δανεισμένου χρήματος. Ασφαλώς, η τελευταία συνέχιζε να παράγει σκλάβους, χρησιμοποιώντας κυρίως την εργατική δύναμη των αλλοδαπών.
Σήμερα, όμως, πριν καλά καλά διαμορφωθεί ένας οργανωμένος πόλος αντίστασης σε μια κατεύθυνση επαναστατική και προτού μπορέσει το κοινωνικό κίνημα να γίνει όντως απειλητικό, βλέπουμε ότι το σύστημα εξαπολύει ακόμα και τις φασιστικές του εφεδρείες. Καθώς η προηγούμενη αδυναμία συσπείρωσης έχει γίνει πια γάγγραινα, η επιλογή της δημιουργικής σύγκρουσης απομακρύνεται, στην καλύτερη περίπτωση, προς όφελος του εκσυγχρονισμένου «αριστερού μεταρρυθμισμού». Στη χειρότερη περίπτωση, ενδυναμώνεται το μπλοκ της ακροδεξιάς και της ναζιστικής αντι-εξέγερσης. Μετά από τέσσερα χρόνια Κρίσης, έχουν κάνει την εμφάνισή τους όλοι οι μπαλαντέρ της πολιτικής ζωής, είτε αυτοί φορούν το πουκάμισο του ρεφορμισμού είτε τη γραβάτα του νεοφιλελευθερισμού, ή ακόμα και τη στολή των Ες-Ες. Μολονότι όλες οι δεξαμενές σκέψης έχουν στερέψει ουσίας εδώ και καιρό, συνεχίζουν να παράγουν τάσεις επηρεασμού της κοινωνικής ζωής, ανασύροντας στην επιφάνεια τον βούρκο των πιο απάνθρωπων αντιλήψεων.
Μόνο το επαναστατικό κομμάτι του κοινωνικού κινήματος δεν έχει διαμορφώσει ακόμα τους όρους για την πολιτική και οργανωτική του έκφραση. Δεν έχει ανακεφαλαιώσει τα κοινωνικά κινήματα και τις χιλιάδες φλέβες κοινωνικής αντίστασης και δημιουργίας σε ένα ενιαίο σώμα, το οποίο θα ήταν ικανό να δώσει τη μάχη απέναντι στο υπάρχον, τον ρεφορμισμό και τον εθνικισμό. Για να μπορέσει να γίνει αυτό, θα πρέπει το οργανωμένο, ταξικό, επαναστατικό, κοινωνικό κίνημα να επανακαταστήσει τον εαυτό του ως δύναμη διεξόδου από το περιβάλλον εκμετάλλευσης, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πολιτικό, στρατηγικό αλλά και τακτικό επίπεδο. Αυτό θα συμβεί, εφόσον διαμορφώσει ένα πρόγραμμα βασισμένο στην κοινωνική ανάγκη, το οποίο θα του επιτρέψει, πρώτα απ’ όλα, να επιβληθεί στο εσωτερικό του κοινωνικού κινήματος, να συστρατεύσει δυνάμεις ευρύτερες των ιδεολογικών του αναφορών και να εμπνεύσει τις επιθυμίες των αποκλεισμένων, των φτωχών, των προλεταρίων.
Δεδομένης της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, που έχει διαμορφώσει συνθήκες ανέχειας στο κοινωνικό σώμα, το κίνημα που θα κατορθώσει να προτείνει μια πορεία πολιτικής πράξης με πυξίδα την κοινωνική αναγκαιότητα, θα καταφέρει να γίνει ο κινητήριος μοχλός προς μια θετική αποδέσμευση από την καπιταλιστική μέγγενη.
Ειδικότερα, στην Ελλάδα του σήμερα, ένα κίνημα επαναστατικής πολιτικής θα πρέπει να απαντήσει συνολικά ακόμα και στο επίπεδο των αξιών. Η διαρκής υποβάθμιση των εισοδημάτων των εργαζομένων δημιουργεί συνθήκες ανέχειας, τα ποσοστά ανεργίας παραπέμπουν σε συνθήκες γενοκτονίας του περισσευούμενου εργατικού δυναμικού και η ναζιστική πολιτική των στρατοπέδων συγκέντρωσης και της δημόσιας διαπόμπευσης με την επίφαση των «υγειονομικών πολιτικών», γίνεται κατανοητή μέσω της ταξικής οπτικής της παρανομοποίησης του αλλοδαπού, πολυάριθμου, εργατικού δυναμικού.
Η απόσυρση του κράτους από τα «καθήκοντα» της κοινωνικής πρόνοιας, προς όφελος του ιδιωτικού κεφαλαίου, σε βαθμό που να μην προσφέρει τίποτα πλέον στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, υποδεικνύει το δρόμο όπου πρέπει να βαδίσει το επαναστατικό κίνημα, εκδηλώνοντας τι μπορεί και πρέπει να αντικατασταθεί από τις δομές του. Η διεύρυνση του ελλείμματος στην παιδεία, την υγεία και τα δημόσια αγαθά εν γένει, δημιουργεί τις προϋποθέσεις άρνησης της εξουσίας τους κράτους και του κεφαλαίου με καθετοποιημένους όρους, υλοποιώντας το πρώτο βήμα της κοινωνικής αυτοάμυνας, ενόσω πυροδοτεί τη δημιουργική, κοινωνική δράση της βάσης. Η τελευταία, οφείλει να αναλάβει την πολιτική και κοινωνική ευθύνη για την ανατροπή των υφιστάμενων όρων διαβίωσης.
|Μια θεωρία|
Απόρροια των παραπάνω, οφείλει να είναι ο προβληματισμός γύρω από τα εργαλεία εκείνα που θα συγκροτήσουν μια πρόταση ολικής αντιπαράθεσης. Ο χρήσιμος βολονταρισμός δεν μπορεί να υποσχεθεί ένα καινούργιο κόσμο από μόνος του, σε μια εποχή που τα σημαινόμενα γίνονται με μεγάλη δυσκολία αντιληπτά από την κοινωνική βάση. Ακόμη και το σημαίνον, απαλείφεται πίσω από τις διάφορες και περίπλοκες διαδικασίες αλλοτρίωσης που μπόλιασε σαν ιούς στο κοινωνικό σώμα η προηγούμενη καπιταλιστική διαχείριση των υποσχέσεων, της συμμετοχής, της ενσωμάτωσης και της κατανάλωσης.
Η ρήση του «όσα είπαμε παλιά ισχύουν» ήταν ένα χρήσιμο εφαλτήριο για την προηγούμενη περιόδο, οπότε το κοινωνικό, επαναστατικό κίνημα έπρεπε να δώσει μια σκληρή μάχη επιβίωσης απέναντι στην απειλή εξαφάνισης του πλαισίου δικαίου. Η ρευστοποίηση των νοημάτων που επέβαλε η τρέχουσα, μεταμοντέρνα αφήγηση, βρήκε τρόπο να διεισδύσει και στο εσωτερικό των κοινωνικών κινημάτων. Σήμερα, όμως, εν μέσω των νέων συνθηκών που διαμορφώνονται -όπου οι δήθεν τυφλοί έχουν αποχωρήσει από τη σκηνή της πραγματικότητας και μόνο όσοι δεν θέλουν να δουν κάνουν πως δεν βλέπουν- πρέπει να προχωρήσουμε ένα βήμα παρακάτω, λέγοντας: Ποια ακριβώς από «όσα είπαμε παλιά ισχύουν»; Ποια είναι η σχέση μας με το παλαιό και το παρόν και από πού αντλούμε την προσδοκία να αναλογιζόμαστε  ένα διαφορετικό μέλλον; Ποια διαλεκτική συνέχειας-ασυνέχειας αποκαλύπτει το θεωρητικό μας οπλοστάσιο και μας παρωθεί να επαναδιατυπώσουμε την πολιτική μας, συγκροτώντας τα εργαλεία σκέψης και εμπνέοντας τη δράση μας;
Όλες οι «μεγάλες αφηγήσεις» του 19ου και του 20ου αιώνα μοιάζει να δοκιμάστηκαν, έστω μια φορά ή έστω και στρεβλά σε κάποιο σημείο του πλανήτη, κυρίως ως κυβερνητικά προγράμματα. Μόνο το σύστημα σκέψης που συγκρότησε ο κλασσικός αναρχισμός δεν κατόρθωσε μέσα στην πλημμυρίδα των εργατικών και πολιτικών κινημάτων βάσης να αρπάξει σε κάποια γωνιά της γης την πολυπόθητη «εξουσία», που θα του επέτρεπε να κομπάζει για το εφικτό της φύσης του.
Αυτή η αλήθεια, ήτοι η αδυναμία διαμόρφωσης του αναρχισμού από φιλοσοφική δεξαμενή και θεωρητικό εργαλείο σε πολιτική «κυβερνησιμότητας», θεωρήθηκε από διάφορους καλοθελητές ως εγγενής αδυναμία του αναρχισμού. Η φράση «ο αναρχισμός είναι ουτοπία, δεν μπορεί να λειτουργήσει» έγινε ένα βολικό τοτέμ το οποίο, παρόλο που κατασκευάστηκε από τους μεγαλύτερους εχθρούς του ελευθεριακού πνεύματος, κατέληξε να αποτελεί αντικείμενο «σεβασμού» ακόμη και για μεγάλα κομμάτια των σύγχρονων ελευθεριακών.
Στους έξυπνους και «σαν έτοιμους από καιρό» επικριτές της αδυναμίας του αναρχισμού, δεν έγινε ποτέ κατανοητό ότι ο αναρχισμός δεν θα μπορούσε να καταστεί ολοποιητικό πρόγραμμα, στο μέτρο που το ευρύτερο λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα είχε πολλάκις ηττηθεί, ακόμα και στον δυνατό του τομέα, εκείνο των αξιών. Εφόσον το απελευθερωτικό και χειραφετητικό κίνημα των καταπιεσμένων ηττήθηκε, δηλαδή απέτυχε να περιορίσει τη μάχη των οικουμενικών αξιών του ενάντια στους δηλωμένους του εχθρούς και μόνο, και εφόσον δεν κατανοήθηκε σε βάθος η έννοια του δικαίου από την πλευρά των από-τα-κάτω, ο αναρχισμός δεν θα μπορούσε να επικρατήσει πουθενά. Αυτό συνέβη διότι, σε αντίθεση με άλλα ρεύματα επαναστατικής σκέψης, ο αναρχισμός δε θα μπορούσε να λειτουργήσει σε επίπεδο «κυβερνητικό», αποκομμένος από μια κοινωνία που αγνοεί τις βάσεις και τις προεκτάσεις μιας φιλοσοφίας της απελευθέρωσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο αναρχισμός θα υπήρχε ως ιδεολογικός μανδύας –ένας μηχανισμός που θα κάλυπτε τις ανάγκες επιβίωσης μιας ακόμη γραφειοκρατικής και εξουσιαστικής κάστας αετονύχηδων.
Ο μόνος τρόπος να επικρατήσει ο αναρχισμός, είναι μέσω της βαθύτερης κατανόησης των αναγκών των κοινωνικών υποκειμένων από τα ίδια αλλά και του τρόπου πραγμάτωσής τους. Αυτός, πρέπει να γίνει το εποπτικό όργανο των κοινωνικών, απελευθερωτικών δομών των απλών ανθρώπων, εμπνέοντας την πολιτική τους διαδρομή, μέχρι την κατάργηση της διαχωρισμένης εξουσίας και της «ανεξαρτησίας» στην οικονομική σφαίρα. Μόνο μέσω μιας διαδικασίας ολικής απελευθέρωσης σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα της καθημερινής ζωής, μπορεί ο αναρχισμός να αναφανεί ως «πολιτικά ρεαλιστικός» και να διαμορφωθεί σε μια οικουμενική μανιέρα απόφασης, ξεριζώνοντας συνάμα την ίδια την έννοια της πολιτικής και, φυσικά, της «κυβερνησιμότητας».
Η, παρουσιαζόμενη ως, αδυναμία του αναρχισμού να «ασκήσει διοίκηση» ίσως είναι όντως «φυσική», εάν εννοήσουμε τον αναρχισμό ως κοιτίδα σκέψης της κοινωνίας που ασκείται στην ελευθερία και όχι ως κόλπο κάποιας νομενκλατούρας. Συν τοις άλλοις, αυτή η «αδυναμία» προστάτεψε τον αναρχισμό από το να βάψει τα χέρια του με το αίμα εκατομμυρίων ανθρώπων στη χοάνη γενοκτονίας της ανθρωπότητας που συστήθηκε ως 20ος αιώνας. Ο αναρχισμός, ως διαλεκτική χειραφέτησης μη αποκομμένη από το λαό, δε θα μπορούσε ποτέ να έχει το δικό του Νταχάου, Άουσβιτς, Τρεμπλίνκα, Χιροσίμα, Ναγκασάκι, Σιβηρία, Κροστάνδη και πάει λέγοντας. Ωστόσο, μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του στα χιλιάδες μέρη όπου ακόμη ριζώνει. Κυρίως, όμως, βρίσκεται μέσα στους ίδιους τους ανθρώπους που εξακολουθούν να τον επιθυμούν και να τον επικαλούνται, προκειμένου να διατηρήσουν την πιθανότητα εφαρμογής μιας χειραφετητικής και απελευθερωτικής δυνατότητας για την ανθρωπότητα.
Ο αναρχισμός είναι το ελευθεριακό πνεύμα και ο διάλογος που αναπτύσσει με την πραγματικότητα και τις δυσκολίες της σε κάθε ιστορική συγκυρία. Εννοείται ως συνείδηση του λαού, που μπορεί και πρέπει να εφευρεθεί εκ νέου μέσα στους αγώνες των φτωχών, ώστε να συγκροτήσει μια μορφή και μια δομή, προσδίνοντάς της ξανά ένα περιεχόμενο απελευθερωτικό.
Αυτή είναι, κυρίως, η μήτρα της σκέψης του ελευθεριακού κινήματος, την οποία θα προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε ενισχύοντας το οπλοστάσιο της απελευθέρωσης. Εδώ, ίσως χρειαστεί να προβούμε σε ορισμένες διευθετήσεις. Το σύγχρονο, αναρχικό, κοινωνικό κίνημα δεν μπορεί να οριστεί εξ ολοκλήρου με βάση τις παλιές του ενδύσεις. Η πρώτη, αφορά στην οριστική αποχώρηση της δεύτερης δεξαμενής δράσης και σκέψης μιας τάσης του αναρχισμού, τον μηδενισμό. Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει «η σκοτεινή πλευρά της σελήνης» του αναρχισμού -πάντα υπήρχε- και σε αυτό το σημείο θα πρέπει να την ορίσουμε ως ολότελα ξένη προς τη δική μας. Η αντίληψη του κοινωνικού αναρχισμού συνοδοιπορεί με τη διαλεκτική του πάθους για την ατομική και την κοινωνική ελευθερία.
Δεν μπορούμε, λόγω χώρου, να υπεισέλθουμε στις δυναμικές συγκρούσεις που οριοθετούν τη σκέψη μας μακριά από το ρεύμα του μηδενισμού. Σε αυτό το σημείο, σημασία έχει η καταγραφή αυτής της πρώτης διαχωριστικής στάσης, έως ότου επανέλθουμε σε κάποιο επόμενο άρθρο.
Το επίθετο «κοινωνικός» μπροστά από τον «αναρχισμό», δυστυχώς σήμερα φαντάζει ως μια αναγκαία, διευκρινιστική επισήμανση. Όλες οι «κρίσιμες αντιλήψεις» επανακαθορίζονται για να αποφύγουν τα φαντάσματα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν στο όνομά τους. Ο κομμουνισμός ψάχνει ξανά το ανθρώπινο πρόσωπό του, ως θεωρία της πανανθρώπινης ελευθερίας και ως διαδικασία υπέρβασης της αέναης αναμέτρησης των ανθρώπων με τη φτώχεια, τη δυστυχία και την εξάρτηση, στην οποία τους καταδικάζουν άλλοι άνθρωποι. Προκειμένου να πετύχει, θα πρέπει να σκοτώσει τα φαντάσματα των δικών του δήμιων, τους γενικούς του γραμματείς και τα κονκλάβιά του. Τότε μόνο θα μπορεί να ελπίζει να γίνει αυτό που προοριζόταν κι όχι αυτό στο οποίο κατέληξε.
Ακόμα και η αστική δημοκρατία, παρόλο που αποπνέει τον αέρα της νίκης, αισθάνεται την ανάγκη για επαναπροσδιορισμούς. Αφενός, αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι αθώα για το αίμα των τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων που χύθηκε στη γη, προκειμένου να επιτραπεί στο δυτικό όνειρο να κομπάζει. Αφετέρου, οι πολιτικές των ελίτ την οδηγούν σε μια τέτοια ολοκληρωτική εκδοχή της, που θα πρέπει από τώρα να δικαιολογηθεί. Η αποκατάσταση του ναζισμού, του οποίου το όνομα ασφαλώς δεν ομολογεί, θα αποτελέσει το διαλεκτικό της συμπλήρωμα, μιας και η χρησιμότητά του για τον καπιταλισμό υφίσταται άπαξ.
Τουλάχιστον, ο κοινωνικός αναρχισμός δεν προσδιορίζεται εκ νέου για να βουτήξει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ώστε να αποκαθαρθεί από τα μαζικά εγκλήματα που διέπραξε. Επαναπροσδιορίζεται για να είναι υπεύθυνος μονάχα για τις πράξεις που αντιστοιχούν στο φιλοσοφικό του ειρμό, τον ελευθεριακό του προσανατολισμό και το ανθρώπινο της φύσης του, καθώς απεχθάνεται τα κλειστά σχήματα, τους ολοκληρωτικούς αφορισμούς και τις συναινετικές αγιοποιήσεις.
Η δεξαμενή, λοιπόν, του κοινωνικού αναρχισμού, εμπεριέχει τόσο τον αναρχοκομμουνιστικό τρόπο θέασης όσο και τον αναρχοσυνδικαλιστικό. Εφόσον υπερβούμε τα όρια που καλύπτονται απ’ τους μαυροκόκκινους χρωματισμούς, θα αναγνωρίσουμε πτυχές της ελευθεριακής σκέψης στα εργατικά συμβούλια, στη θλιμμένη θυσία των Σπαρτακιστών, σε διάφορα επαναστατικά κινήματα σε όλη τη γη˙ κυρίως στους Ζαπατίστας, στους αυτόνομους της Ιταλίας και της Γερμανίας, στην πολιτική σκέψη που επηρεάστηκε από τη θεματολογία του Γαλλικού Μάη αλλά και στον ίδιο τον Μαρξ (του οποίου η συνεισφορά στην απελευθερωτική κατεύθυνση της ανθρωπότητας δεν μπορεί να αποσιωπηθεί στο όνομα ενός αντι-δημιουργικού ανταγωνισμού). Ειδικά για τον Μαρξ, θα πρέπει να επανέλθουμε με μεγαλύτερη διεισδυτικότητα στις τομές και τις συνέχειες που μοιράζεται το έργο του με το αναρχικό κίνημα. Σύμμαχό μας σε αυτή την προσπάθεια, μπορούμε να έχουμε τις θετικές πρωτοβουλίες διαφόρων ομάδων, οι οποίες προσπαθούν τα τελευταία χρόνια να ανοίξουν ρωγμές στο τοίχος της ιδεοληπτικής ανάγνωσης των ιδεών και της ιστορίας τους. Συγχρόνως, προκειμένου να προσεγγίσουμε ξανά το σύνολο της επαναστατικής σκέψης, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε κριτικά τις παρεκβάσεις των επαναστατικών ρευμάτων. Ως προς τον Μαρξ και το έργο του, η υπέρβαση, για παράδειγμα, του λενινισμού, ως γέφυρα επικοινωνίας με τη μαρξική σκέψη, μάλλον θα βοηθούσε τη διαδικασία επαναφοράς μιας καλοακονισμένης, επαναστατικής αιχμής στο οπλοστάσιο της ριζοσπαστικής σκέψης.
Ο συγκερασμός των ποιοτικών στοιχείων σκέψης αυτών των ρευμάτων, πρέπει σήμερα να θεωρηθεί απαραίτητος για την ανασυγκρότηση του κοινωνικού δυναμικού της επαναστατικής διεκδίκησης. Πρέπει να αποσαφηνιστεί το κοινό νήμα που μπορεί να ενώσει τις επί μέρους λογικές, κατονομάζοντας τα εποπτικά όργανα αυτής της διαδικασίας, έτσι ώστε να στοχεύουμε, πράγματι, σε μια επιτυχημένη γονιμοποίηση σκέψεων κι όχι σε ένα ξιπασμένο παζάρι ιδεών.
Ένα χρήσιμο, «σταθερό σημείο αναφοράς» για εμάς, θα πρέπει να είναι το ελευθεριακό πνεύμα που σχηματοποιείται σε πολιτική και φιλοσοφική βάση, εκκινώντας από την αναρχική κριτική στην πολιτική δομή του μαρξικού οράματος. Η εν λόγω κριτική, μετατρέπει τις έννοιες «άμεση δημοκρατία», «αυτοδιεύθυνση» και «αντί- ιεραρχία» από απλούς «διαλεκτικούς διαξιφισμούς», όπως θα τους ήθελε ο Ένγκελς, σε ποιότητες που ξεκλειδώνουν τα μεγάλα «γιατί» της διαχωρισμένης εξουσίας, πριν καν αυτή πάρει τη θέση της στο ιστορικό προσκήνιο ως το τέρας της «επαναστατικής» γραφειοκρατίας. Επίσης, σταθερό σημείο και εργαλείο σκέψης, ανάλυσης και πράξης πρέπει να θεωρείται αναπόδραστα, η ίδια η κοινωνική ανάγκη. Όλες οι άλλες πυξίδες δείχνουν την ιδεολογία ως στρεβλή πραγματικότητα, ως εξαναγκασμένη υπηρέτρια ωφελιμιστικών εξορμήσεων. Η ρήση «ό,τι είναι καλό για εμάς, είναι καλό και για τους φτωχούς», πρέπει να ανατραπεί και να παραμείνει οριστικά, ως οφείλει να είναι: «Ό,τι είναι καλό για τους φτωχούς, είναι καλό και για εμάς».
Τέλος, μέσω μιας τελευταίας αντιστροφής, θίγουμε την πολιτική συγκρότηση και αναφερόμαστε στις πλέον κλασικές απολήξεις του αναρχικού κινήματος. Πρόκειται για την αντιστροφή της ρήσης «δημιουργούμε καταστρέφοντας», προβάλλοντας ξανά την πιο μεστή εξύψωση της κοινωνικής αναρχικής αισθητικής, που προκύπτει από τη διαλεκτική της άρνησης ως καταφατικής θέσης και αποτυπώνεται στην απόφαση: «καταστρέφουμε δημιουργώντας».
Μέσω αυτών των προσλήψεων θέασης της κοινωνίας μπορούμε να ανασυγκροτήσουμε τον αναρχισμό ως καθημερινή διαλεκτική της ζωής, ως διακύβευμα και μαγιά ζύμωσης της επανάστασης με την πραγματικότητα.
Ορίζοντας τους εκμεταλλευόμενους από το κράτος και το κεφάλαιο ως υποκείμενα δράσης, δοκιμάζουμε να ισορροπήσουμε την ώσμωση του χρήσιμου παρελθόντος με την κρισιμότητα του σύγχρονου παρόντος, σε μια αλληλουχία διαμόρφωσης ενός άλλου μέλλοντος.
|Μια πολιτική | 
Το ως άνω πλαίσιο σκέψης θα αποτελέσει μια απλή, θεωρητική συμβολή σε έναν αόριστο διάλογο, εφόσον δεν μπορέσει να αποκρυσταλλωθεί ως πολιτική δυναμική˙ ήτοι, ως κουλτούρα διαμόρφωσης νέων συνόλων, που φέρουν μια νέα, ενιαία αντίληψη και έχουν καλλιεργηθεί με τα υλικά της απελευθέρωσης στο γόνιμο έδαφος των κοινωνικών πειραματισμών.
Πιο συγκεκριμένα, εάν υπάρχουν σήμερα κάποιες κοινωνικές δυναμικές, οι οποίες υπερβαίνουν, κατά πολύ, σε όγκο την ίδια την αναρχική θεώρηση, μολονότι έχουν οργανική σχέση με τη φιλοσοφία της, αυτές συνίστανται στην αυτοοργάνωση των μαζών και την αυτοδιαχείρισή τους, καθώς επίσης και στην άρνηση, ως έμπρακτη αμφισβήτηση του υπάρχοντος. Θα πρέπει, λοιπόν, να ονομάσουμε αυτές τις διαδικασίες ως δυναμικές του κοινωνικού αναρχισμού˙ το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί ανθίσει η λογική της ριζοσπαστικής σκέψης και της επαναστατικής δράσης. Ακόμα κι αν δεν υπήρχαν κάποια ρεύματα σκέψης, όπως ο αναρχισμός, τα οποία έχουν βασίσει την συγκρότησή τους σε αυτές τις διαδικασίες, είναι πιθανό να εμφανίζονταν και πάλι οι έννοιες της αυτοοργάνωσης και της αυτοδιαχείρισης. Σε αυτό ακριβώς έγκειται και η δυναμική τους. Ωστόσο, εντός της καπιταλιστικής σχέσης, η ταξική διάρθρωση, η βία του κράτους, η καταστολή, τα διαχωρισμένα συμφερόντα, η ανεργία και η φτώχεια δεν αφήνουν περιθώριο για να αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν με τους δικούς τους ιδιαίτερους ρυθμούς.
Κατανοώντας την κοινωνική παρέμβαση ως το πρωταρχικό πεδίο συμμετοχής των ιδεών μας στο δημόσιο χώρο, πρέπει να προσπαθήσουμε να συγκροτήσουμε αυτή τη δυναμική και πολιτικά. Το πρώτο βήμα σε αυτό τον πόλεμο θέσεων ενάντια στον καπιταλισμό και την εξουσία, οφείλει να είναι η υπεράσπιση των δομών αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης, με απώτερο στόχο τη συνειδητοποίηση της διαλεκτικής τους σχέσης με την κοινωνία. Οι τελευταίες, ως ενιαία θέση κοινωνικής ριζοσπαστικότητας υπό τη θέαση της γενικευμένης Αυτοδιεύθυνσης, αποτελούν το σχήμα που θα πρέπει να αντικαταστήσει εξ ολοκλήρου το σημερινό σύστημα εξουσίας, ανατρέποντάς το. Θα πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας μια επανάσταση με όρους που αφορούν στους απλούς ανθρώπους, μια επανάσταση με όρους πλειοψηφίας. Άλλωστε, ένα κλειστό σχήμα που αφορά λίγους δεν πρόκειται να προκύψει, κι αν αυτό συμβεί θα έχει αμφίβολα αποτελέσματα.
Δεν μπορούμε σε καμιά περίπτωση να μην αντιλαμβανόμαστε, υποπίπτοντας σε άσκοπους παρωπιδισμούς, ότι η μάχη που καλούμαστε να δώσουμε είναι πολυεπίπεδη και ότι οφείλουμε να ανταποκριθούμε σε όλα της τα επίπεδα. Μέσω μιας διαδικασίας σύγκρουσης με το υπάρχον, θα πρέπει να τοποθετούμε διαρκώς και προσεκτικά έννοιες, σχήματα, πολιτικά και φιλοσοφικά εργαλεία, ακόμη και την ίδια την ιστορία, σε ορισμένες βάσεις, επεξηγηματικές της αντίληψή μας.
Πρέπει να επαναδιαπραγματευτούμε σημαντικά θέματα, όπως το τι σημαίνει σήμερα για εμάς η ταξική πάλη ανάμεσα στη νομοτέλεια των de facto επαναστατικών υποκειμένων και τη φενάκη του σχετικισμού του μετα-χυλού˙ τι σημαίνει εξουσία ενώπιον της κτηνώδους βίας και του αποκλεισμού που βιώνουμε και την αντίληψη που δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη απόφασης, αρνούμενη ουσιαστικά την ίδια την επανάσταση; Τι είναι ο αντικαπιταλισμός για τη στείρα, αριστερή κριτική που δεν ακουμπά τον πυρήνα της εξουσίας και τι για τις «αντιαυταρχικές» πολιτικές που θίγουν τα πάντα εκτός από τον πυρήνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής; Ποια είναι η σύγχρονη θέαση της σχέσης με τη φύση, όταν η τεχνολογία στρέφεται ενάντια στην ίδια τη ζωή προς όφελος της «προόδου» και ο παράδοξος νεο-βιταλισμός δεν αντιλαμβάνεται τις πραγματικές συνθήκες και τη μήτρα της ταξικής ανισότητας;
Είναι, επίσης, σημαντικό να επανακαθορίσουμε τον συνδικαλισμό ως εργαλείο καθημερινής, επαναστατικής τριβής˙ τη δυναμική του αντιφασισμού, διαμέσου της σύγκρουσης με τις εφεδρείες, ως γενική πρόβα ρήξης των καταπιεσμένων με το τέρας της εξουσίας του κράτους και του κεφαλαίου, και όχι ως αποσπασματική θεματική˙ τις δυναμικές της εξουσίας, διαμέσου των εκλογών, της «αριστερής διακυβέρνησης»˙ τον πολιτικό «ρεαλισμό» που οδηγεί είτε στο ρεφορμισμό είτε στο φασισμό˙ τέλος, την τελική αντιμετώπιση όλων των πτυχών της ενσωμάτωσης και της καταστολής στο δρόμο. Τα θέματα αυτά πρέπει να διερευνηθούν, προκειμένου να συγκροτηθεί μια αυτοτελής, δυναμική πτέρυγα της κοινωνικής, αναρχικής ριζοσπαστικής σκέψης.
Ήδη, το κίνημα με τη δυναμική που έχει αναπτύξει το ένστικτο της αντίστασης στην εξουσιαστική βαρβαρότητα, έχει αναδείξει το πού μπορεί να βασιστεί μια ομπρέλα κοινής επαναστατικής συμπόρευσης. Ποια θα είναι, λοιπόν, τα υγιή κύτταρα που μπορούν να αποτελέσουν τις ομάδες βάσης, οι οποίες θα καλύπτουν τις κοινωνικές ανάγκες και θα τροφοδοτούν την πολιτική σκέψη της επανάστασης, μέσω του διαρκούς πολέμου θέσεων με το καπιταλιστικό τέρας μέχρι την οριστική του ανατροπή;
Τα νέα σωματεία βάσης με τα αμεσοδημοκρατικά, ταξικά και μαχητικά χαρακτηριστικά τους, καθώς επίσης και ο αναγκαίος συντονισμός τους, πραγματώνουν τον επανακαθορισμό του συνδικαλισμού στη βάση της ρήξης -και όχι της συναίνεσης και της ενσωμάτωσης-, δημιουργώντας νέα, καθημερινά σημεία τριβής με την καπιταλιστική εξουσία.
Τα κοινωνικά ιατρεία αλληλεγγύης και η αναβίωση των αστικών και αγροτικών συνεταιρισμών σε μια καινούργια βάση οριζόντιας δόμησης και ανεξάρτητης λειτουργίας ως προς τον πυρήνα του κράτους. Τα εργατικά, αυτοδιαχειριζόμενα εγχειρήματα με τα προωθημένα πλαίσια. Όλα, αποτελούν τις δομές που δείχνουν πώς και με τι μπορούν να αντικατασταθούν οι υπάρχουσες δομές σήμερα, το πνεύμα που θα τις διέπει και τον τρόπο λειτουργίας τους. Τούτες, θα καλύπτουν ανάγκες, θα επανακαθορίζουν τις αξίες και τη λογική, δίνοντας μια διαρκή μάχη με το υπάρχον στο πλευρό του ευρύτερου ριζοσπαστικού κινήματος.
Το αίτημα και η δράση για την εργατική αυτοδιαχείριση και την κατάληψη των παραγωγικών δομών ανατρέπει τη φύση των αιτιάσεων της εργατικής τάξης, μετατρέποντας το χυδαίο παζάρεμα, που διψάει για καθοδήγηση των εργατοπατέρων, σε ζωντανή μάχη που χρειάζεται αλληλέγγυους συντρόφους και αγωνιστές.
Μέρα τη μέρα, οι δεκάδες συνελεύσεις γειτονιών αλλάζουν τον τρόπο λειτουργίας και σκέψης των από-τα-κάτω, παρέχοντας την πρώτη, βασική δομή συγκρότησης του κοινωνικού ιστού και αποτελώντας τον πρώτο φραγμό αυτοάμυνας απέναντι στην εξουσιαστική ασυδοσία, που καθημερινά παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Συγχρόνως, μετατρέπουν τις ανούσιες, φιλολογικές συζητήσεις περί εφαρμογής ή μη της άμεσης δημοκρατίας σε ζωντανό παράδειγμα παραγωγής πολιτικής διαδικασίας, εντός ενός πλαισίου σχέσης που ευθύνεται για το φορτίο της απόφασης κι όχι απλά της αναζήτησης.
Οι λαϊκές πολιτοφυλακές που συγκροτούνται ταχύτατα από τα πιο προωθημένα κομμάτια του ριζοσπαστικού, επαναστατικού και αναρχικού κινήματος, κυρίως στις μητροπόλεις, θα πρέπει να ενσωματώσουν χιλιάδες οργανωμένα μέλη σε όλες τις περιφέρειες της χώρας ευθύς αμέσως. Λόγω της απειλής που απορρέει από τη συγκροτημένη και οργανωμένη δράση τους,  αποτελούν για το καθεστώς ίσως το πιο δύσκολο εγχείρημα και, ως εκ τούτου, το πιο αναγκαίο και ελπιδοφόρο. Η συγκρότησή τους αναβαθμίζει τον αντιφασιστικό αγώνα και συνάμα τον αντικαθεστωτικό, για τον οποίο πρέπει να προετοιμαστεί το σύνολο των καταπιεσμένων. Οι λαϊκές πολιτοφυλακές διασπούν τον πυρήνα της έννοιας και της πρακτικής της ανάθεσης στους άλλους, είτε πρόκειται για την αστυνομία είτε για την κυβέρνηση, ή ακόμα για τις ναζιστικές συμμορίες και την εκκολαπτόμενη, «καλή κυβέρνηση». Αυτές, αποτελούν την αναβίωση των πιο ένδοξων στιγμών και κληροδοτημάτων του οργανωμένου, κοινωνικού, αναρχικού κινήματος.
Η συσπείρωση όλων αυτών των δομών, των διαδικασιών και λειτουργιών σε ένα κοινό συντονισμό, θα αναιρούσε αυτόματα την αδυναμία του ριζοσπαστικού κινήματος βάσης να εκφράσει την πολιτική του συγκρότηση. Την ίδια στιγμή,  θα προχωρούσε το περιεχόμενο και τη σκέψη της επανάστασης, ως κοινωνική καθημερινή διαδικασία, ένα βήμα παραπέρα, διαμορφώνοντας όρους και δομές που μπορούν να διεκδικήσουν την δυαδική δυνατότητα απόφασης, στο πλαίσιο σύγκρουσης της εξουσίας με τις δυνάμεις της αντι-εξουσίας.
Απαραίτητα σημεία αναφοράς πρέπει να παραμείνουν η οργάνωση της κοινωνικής δυναμικής από τα κάτω αλλά και ενάντια, καθώς και η συγκρότηση ενός πολιτικού προγράμματος. Το τελευταίο, θα αποτελέσει την αποκωδικοποίηση του καταστατικού χάρτη των σύγχρονων, κοινωνικών αναγκών των φτωχών και καταπιεσμένων, κατανοώντας την πολιτική ως την τέχνη του εφικτού και την επανάσταση ως την εφικτή, καθημερινή πράξη ενασχόλησης και πάλης.
            Ο κοινωνικός αναρχισμός, θα πρέπει να μεταφέρει την εμπειρία της οργάνωσης του κοινωνικού πεδίου μέσα στις διαδικασίες και τη νοοτροπία του «χώρου», αντικαθιστώντας το διάχυτο δίκτυο ατομικοτήτων και διάσπαρτων ομαδοποιήσεων που τον συγκροτούν, με μια ενιαία, ειδική, πολιτική οργάνωση υπό τη μορφή της Συνομοσπονδίας.
Ωστόσο, προκειμένου να μην αναπαραχθούν αντικοινωνικά ή ελιτίστικα σχήματα εντός μιας προωθημένης μορφής οργάνωσης, γεγονός που εάν συμβεί θα πλήξει καίρια την αξιοπιστία της οργάνωσης και του κινήματος που εκπροσωπεί, θα πρέπει οι κοινωνικοί αναρχικοί να εμφορούνται από βαθιά ελευθεριακή κουλτούρα. Τούτη, θα επιτρέπει στο κίνημα και τους ανθρώπους του να αντιλαμβάνονται τις διαφορετικές ταχύτητες συνείδησης των καταπιεσμένων, καθώς επίσης και τη σταθερή κατεύθυνση προς όλα τα διαφορετικά και κρίσιμα πεδία κοινωνικής παρέμβασης. Τέλος, οι κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες πρέπει να συγκλίνουν, όχι όμως στη βάση του προηγούμενου υλικού που, καθώς αντιστοιχούσε σε πιο «προσωπικές» δομές συλλογικής ζωής και αγώνα, κατέληγε ιδεοληπτικό. Διερευνώντας τις διαφορετικές προσεγγίσεις, όχι με ύφος και ήθος πολεμικό, αλλά στο πλαίσιο της ανεκτικότητας του διαφορετικού που δημιουργεί η ανάγκη της μεγαλύτερης απεύθυνσης -όπως άλλωστε αναδεικνύει η κληρονομιά της ελευθεριακής παιδείας και κατά την προσπάθεια να τίθενται οι διαχωρισμοί σε πολιτική και κοινωνική βάση- θα πρέπει η προσεκτική συγκρότηση των ιδεολογικών αναφορών, των τρόπων πάλης και των εργαλείων ανάλυσης να ερείδεται στον κοινωνικό περίγυρο, λαμβάνοντας σταθερά υπ’ όψιν της την κρισιμότητα της οργανωμένης δράσης, της ταξικής αντιπαράθεσης και της κοινωνικής ανάγκης. Μόνο έτσι μπορεί να στοχεύει σταθερά στην ολική ανατροπή με επαναστατικό τρόπο.
Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να είναι ένα σταθερό πλαίσιο διαλόγου μεταξύ των ομάδων που εμφορούνται από το φιλοσοφικό και πολιτικό-ιδεολογικό πρόταγμα του Κοινωνικού Αναρχισμού, οι οποίες συνεχώς αυξάνονται στον ελλαδικό χώρο. Ο συντονισμός και η προκήρυξη του πανελλαδικού συνεδρίου μπορεί και πρέπει να αποτελέσει ένα στόχο εφικτό, που αναδιαμορφώνει και αναβαθμίζει το αναρχικό, κοινωνικό, επαναστατικό κίνημα.


[1]
                        [1] Για μια βαθύτερη προσέγγιση των συνθηκών διαμόρφωσης της ολοκληρωτικής καπιταλιστικής διαχείρισης βλέπε, Φώτης Τερζάκης, Κρίση και ιδεολογίες στην αυγή του 21ου αιώνα, εκδFutura.

Πηγή anthostoukakou.blogspot.gr

Εργατική τάξη και μεσαίες τάξεις: ταξική θέση και ταξική τοποθέτηση

Tων Γιάννη Μηλιού και Γιώργου Οικονομάκη

Περίληψη

Μέσω μιας κριτικής επανανάγνωσης της μαρξιστικής θεωρίας των τάξεων, επιχειρούμε μια επανεξέταση των ορίων μεταξύ της εργατικής τάξης και των μεσαίων κοινωνικών τάξεων, εστιάζοντας την ανάλυσή μας στην ταξική ταυτότητα των τελευταίων, ιδίως σε αναφορά με το ερώτημα της δομικής ταξικής τους θέσης και της ταξικής τους τοποθέτησης. Σε αυτό το πλαίσιο ανακεφαλαιώνουμε τα επιχειρήματα της προσέγγισης του Νίκου Πουλαντζά σχετικά με το θεωρητικό ερώτημα του ταξικού προσδιορισμού των μεσαίων τάξεων, σύμφωνα με τα οποία όλες οι βασικές κατηγορίες (τμήματα) των μεσαίων τάξεων είναι στενά συνδεδεμένες στην ίδια κοινωνική τάξη, τη μικροαστική, και τα υποβάλλουμε σε κριτική, υποστηρίζοντας ότι θα ήταν ορθότερο να ιδωθούν τα υποσύνολα των μεσαίων τάξεων όχι ως τμήματα της ίδιας τάξης αλλά ως διακριτές κοινωνικές τάξεις: η μεσαία αστική (ή μεσοαστική) τάξη, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη και η νέα μικροαστική τάξη. Από την άποψη μιας τέτοιας προβληματικής αμφισβητούμε τον τρόπο με τον οποίο ο Πουλαντζάς χρησιμοποιεί την έννοια των «κατάλληλων αποτελεσμάτων» για να ερμηνεύσει την ιδεολογική και πολιτική ταξική τοποθέτηση των μεσαίων κοινωνικών τάξεων.

1. Εισαγωγή

Θα ξεκινήσουμε από μια παρατήρηση του Νίκου Πουλαντζά (1975: 323), την οποία θεωρούμε εξαιρετικά εύστοχη: «Ο ταξικός χαρακτηρισμός της μικροαστικής τάξης είναι πραγματικά η λυδία λίθος της μαρξιστικής θεωρίας για τις τάξεις». Για να θέσουμε το ίδιο ζήτημα με έναν διαφορετικό τρόπο, οι περισσότερες από τις δυσκολίες ή τα ανεπίλυτα θέματα αναφορικά με την ταξική ανάλυση στις σύγχρονες καπιταλιστικές κοινωνίες συνδέονται με τη δυσκολία της ταξικής ανάλυσης της μικροαστικής τάξης και γενικότερα των μεσαίων κοινωνικών τάξεων.

Για να θέσουμε μόνο δυο προβλήματα σχετικά με τα όσα σκοπεύουμε να εξετάσουμε στην ανάλυσή μας:

α) Το ερώτημα του ταξικού προσδιορισμού των μεσαίων τάξεων συνδέεται αποφασιστικά με το ερώτημα του ταξικού προσδιορισμού τόσο της καπιταλιστικής (αστικής) όσο και της εργατικής τάξης.

β) Όσον αφορά τη μικροαστική τάξη/τις μεσαίες τάξεις και ακολουθώντας τη διατύπωση του G. Labica (1986: 639), το πρόβλημα μπορεί να τεθεί ως εξής: «Τάξη ή κοινωνικό στρώμα; Μία ή πολλές;»

Όσον αφορά τη δομή του άρθρου μας, αρχικά προτιθέμεθα, στην ενότητα 2, να διατυπώσουμε μερικές θέσεις αναφορικά με την ταξική θέση της εργατικής τάξης και των μεσαίων κοινωνικών τάξεων, ακολουθώντας μια ταξική θεωρία η οποία αντιλαμβάνεται τις κοινωνικές τάξεις ως «κοινωνικές πρακτικές», δηλαδή ως ανταγωνιστικές σχέσεις (που διαμεσολαβούνται από τα άτομα) στο πεδίο της ταξικής πάλης. 2 Θα προχωρήσουμε στη συνέχεια, στην 3η ενότητα, σε μια σύνοψη των σχετικών επιχειρημάτων του Νίκου Πουλαντζά, σύμφωνα με τα οποία αφ’ ενός τόσο οι μικροί επιχειρηματίες οι οποίοι εκμεταλλεύονται μισθωτή εργασία όσο και οι αυτοαπασχολούμενοι παραγωγοί που δεν είναι «φορείς» της όποιας σχέσης εκμετάλλευσης συγχωνεύονται στην επονομαζόμενη παραδοσιακή μικροαστική τάξη και αφ’ ετέρου οι δυο βασικές κατηγορίες (τμήματα) της μικροαστικής τάξης (παραδοσιακή και νέα) εντάσσονται στην ίδια τάξη, τη μικροαστική. Σε ό,τι θα ακολουθήσει θα υποβάλουμε αυτά τα επιχειρήματα σε κριτική (ή τουλάχιστον θα θέσουμε ορισμένες αμφιβολίες και ερωτήματα αναφορικά με αυτά). Ειδικότερα, θα αμφισβητήσουμε κατ’ αρχάς τα κριτήρια και τις θέσεις του Πουλαντζά από την άποψη των (δομικών) ταξικών θέσεων. Εστιάζοντας, στη συνέχεια, στην ταξική θέση και ταξική τοποθέτηση των μεσαίων τάξεων,3 θα υποστηρίξουμε, αντιθέτως, ότι είναι πιο ορθό να ιδωθούν τα δύο μικροαστικά υποσύνολα όχι ως τμήματα της ίδιας τάξης αλλά ως διακριτές κοινωνικές τάξεις, οι οποίες, επιπροσθέτως, θα πρέπει να διακριθούν από τους μικρούς επιχειρηματίες, οι οποίοι συνιστούν μια χωριστή κοινωνική τάξη, τη «μεσαία αστική τάξη» (ή «μεσοαστική τάξη»). Τέλος, στον επίλογο θα κωδικοποιήσουμε τα συμπεράσματά μας.

2. Μια μαρξιστική προσέγγιση: η εργατική τάξη και οι μεσαίες τάξεις

2.1. Η έννοια του τρόπου παραγωγής και οι κοινωνικές τάξεις

Παίρνουμε ως αφετηριακό σημείο μας τη θέση «ότι ο τρόπος παραγωγής αναφέρεται αποκλειστικά στον πυρήνα των ταξικών σχέσεων, όχι στις ταξικές σχέσεις ως τέτοιες» (Milios 2000: 295).

Σε έναν δεδομένο κοινωνικό σχηματισμό, ο οποίος «έχει μια ειδική ιστορία, κουλτούρα, οικονομία και πολιτική οργάνωση » (Goodman and Redclift 1982: 59), μπορούν να συνυπάρχουν περισσότεροι τρόποι παραγωγής και επομένως να μορφοποιείται ένας σύνθετος ταξικός σχηματισμός. Έτσι, η ταξική ανάλυση μιας κοινωνίας εκκινεί από την ανάλυση των διαφορετικών τρόπων παραγωγής. Οι συνάρθρωση διαφορετικών τρόπων παραγωγής πραγματοποιείται πάντα υπό την κυριαρχία ενός συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής. Το πεδίο αυτής της συνάρθρωσης, όταν πρόκειται για την κυριαρχία του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, είναι η σφαίρα της κυκλοφορίας (βλ. Οικονομάκης 2000).

Ακολουθώντας κριτικά εννοιολογικούς προσδιορισμούς της «αλτουσεριανής σχολής»,4 υποστηρίζουμε ότι οι σχέσεις παραγωγής μπορούν να γίνουν αντιληπτές ως η σύνθεση των σχέσεων κυριότητας, κατοχής και χρήσης των μέσων παραγωγής. Η χρήση των μέσων παραγωγής ορίζεται ως η αποκλειστική εκτέλεση της λειτουργίας της εργασίας, όπου λειτουργία της εργασίας σημαίνει συμμετοχή –ενός ατόμου ή ενός συλλογικού παράγοντα– στη διαδικασία της εργασίας με σκοπό την παραγωγή αξιών χρήσης (βλ. π.χ. Carchedi 1977: 66). Η κυριότητα ως οικονομική σχέση συνίσταται στην εξουσία επί των μέσων, των αντικειμένων και των αποτελεσμάτων της παραγωγικής διαδικασίας. Σε διάκριση από την τυπική-νομική κυριότητα, η κυριότητα ως (πραγματική) οικονομική σχέση προϋποθέτει την κατοχή των μέσων παραγωγής, δηλαδή τη διοίκηση (διεύθυνση) της παραγωγικής διαδικασίας, τη δυνατότητα να τίθενται τα μέσα παραγωγής σε λειτουργία και την οικειοποίηση αποτελεσμάτων εκ της χρήσης των μέσων παραγωγής. Με άλλα λόγια, η κυριότητα ως οικονομική σχέση υφίσταται σε σχέση ομολογίας (σύμπτωσης-αντιστοιχίας) με τη σχέση κατοχής (διοίκησης).5 Σε περίπτωση μη ομολογίας (μη σύμπτωσης και μη αντιστοιχίας), η κυριότητα δεν είναι μια οικονομική αλλά είναι (ή μπορεί να είναι) μια εντελώς τυπική ή νομική σχέση (βλ. σχετικά και Οικονομάκης 2005).6

Ένας «καθαρός» τρόπος παραγωγής7 αναφέρεται στον ιδιαίτερο/ειδικό (και ιστορικώς μεταβλητό στις μορφές υλοποίησής του) συνδυασμό των τριών αυτών σχέσεων. Αυτός ο ιδιαίτερος συνδυασμός (δηλαδή η οικονομική δομή ενός τρόπου παραγωγής) συνιστά (συνθέτει) τη «μήτρα» ενός τρόπου παραγωγής και καθορίζει ποιο από τα τρία συστατικά δομικά στοιχεία ενός ιστορικού τρόπου παραγωγής (οικονομικό, δικαιοπολιτικό ή ιδεολογικό) είναι κυρίαρχο, με το οικονομικό στοιχείο να διαδραματίζει σε όλες τις περιπτώσεις το ρόλο του καθοριστικού σε τελευταία ανάλυση στοιχείου.

Από τη θέση ότι ο ιδιαίτερος συνδυασμός των σχέσεων κυριότητας, κατοχής και χρήσης συνιστά τη «μήτρα» ενός τρόπου παραγωγής προκύπτει ότι οι (διαφορετικές) κοινωνικές τάξεις σχηματίζονται εντός των (διαφορετικών) τρόπων παραγωγής ως αποτέλεσμα της «μήτρας» τους και ως «φορείς» αυτών των σχέσεων. Οι κοινωνικές τάξεις χαρακτηρίζονται συνεπώς, όπως υποστηρίζει ο Αλτουσέρ (2003: 428), από τις ταξικές θέσεις στις οποίες οι «φορείς» είναι «οι κάτοχοι». Ο Αλτουσέρ εδώ ακολουθεί την ανάλυση του Μαρξ, σύμφωνα με την οποία τα μέλη των κοινωνικών τάξεων δεν είναι παρά «απλώς ενσαρκώσεις, προσωποποιήσεις […] καθορισμένοι κοινωνικοί χαρακτήρες, που εγχαράσσει στα άτομα το κοινωνικό προτσές παραγωγής, είναι τα προϊόντα αυτών των καθορισμένων κοινωνικών σχέσεων παραγωγής» – και ως τέτοιοι είναι οι «κύριοι παράγοντες» ενός τρόπου παραγωγής (Μαρξ 1978β: 1080).

Ορίζουμε τις κοινωνικές τάξεις που συγκροτούνται εντός ενός τρόπου παραγωγής ως τους «φορείς» των σχέσεων που συνθέτουν τη «μήτρα» του, θεμελιώδεις κοινωνικές τάξεις αυτού του τρόπου παραγωγής (οι «κύριοι παράγοντες» ενός τρόπου παραγωγής, για να χρησιμοποιήσουμε τη μαρξική ορολογία). Κατά συνέπεια, ορίζουμε ως μη θεμελιώδεις 8 ή ίσως ορθότερα ως ενδιάμεσες κοινωνικές τάξεις εκείνες τις κοινωνικές ομάδες ενός τρόπου παραγωγής (εάν υπάρχουν) που δεν είναι «φορείς» συνθετουσών σχέσεων, δηλαδή τις τάξεις που δεν ενσαρκώνουν επαρκώς έναν διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής (βλ. Economakis 2005).

Μια διαδικασία παραγωγής η οποία δεν συνεπάγεται (ή δεν συνεπιφέρει) την παραγωγή και απόσπαση στο εσωτερικό της υπερπροϊόντος συνιστά, σύμφωνα με τον Πουλαντζά (1982α), μια μορφή παραγωγής (διακρινόμενη από την έννοια του τρόπου παραγωγής η οποία προϋποθέτει σχέσεις εκμετάλλευσης, δηλαδή δύο κοινωνικές τάξεις: την τάξη των κυρίαρχων-εκμεταλλευομένων, στους οποίους ανήκουν τα μέσα παραγωγής και έτσι οικειοποιούνται υπερπροϊόν, και την τάξη των άμεσων παραγωγών, οι οποίοι είναι κυριαρχούμενοι και αποτελούν το αντικείμενο της εκμετάλλευσης).

Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής (ΚΤΠ) και η καπιταλιστική ανάπτυξη μπορούν να συνυπάρχουν (και αυτός είναι ο κανόνας) με μη καπιταλιστικούς τρόπους ή μορφές παραγωγής. Ο ΚΤΠ και το σύστημα της καπιταλιστικής κυριαρχίας –καπιταλισμός– δεν είναι συνώνυμα ή ταυτόσημα. Επομένως οι τάξεις του ΚΤΠ δεν είναι οι μόνες τάξεις ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού (βλ. π.χ. Gerstein 1989). Εντούτοις, εφόσον «οι δυο βασικές τάξεις κάθε κοινωνικού σχηματισμού, όπου και εμφανίζεται η κύρια αντίφαση, είναι οι τάξεις του κυρίαρχου σ’ αυτόν τον σχηματισμό τρόπου παραγωγής: στους καπιταλιστικούς κοινωνικούς σχηματισμούς [αυτές είναι] η αστική και η εργατική τάξη » (Πουλαντζάς 1982β: 28). Καπιταλιστές και εργάτες ενσαρκώνουν έναν διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο αυτού του τρόπου παραγωγής, δηλαδή είναι οι «κύριοι παράγοντές» του (βλ. σχετικά πιο αναλυτικά στη συνέχεια).

Ένα θεωρητικό πρόβλημα ανακύπτει στο σημείο αυτό και αφορά το κατά πόσο είναι δόκιμο να θεωρήσουμε κοινωνική τάξη μια κοινωνική ομάδα (όπως π.χ. οι γαιοκτήμονες) η οποία δεν αντιστοιχεί σε έναν ιδιαίτερο τρόπο παραγωγής (ή δεν συγκροτείται δομικά στο εσωτερικό του) εντός του καπιταλισμού.9

Η απάντηση που δίνουμε στο ερώτημα αυτό είναι καταφατική, στον βαθμό που πρόκειται για το αποτέλεσμα ενός ταξικού προσδιορισμού με δομικά χαρακτηριστικά τα οποία αντανακλώνται με διακριτό τρόπο στην πάλη των τάξεων: με άλλα λόγια, εφόσον πρόκειται για τον προσδιορισμό μιας θέσης στο πλέγμα των εκμεταλλευτικών κοινωνικών σχέσεων που συνέχουν έναν κοινωνικό σχηματισμό, η οποία θέση συναρθρώνεται με συγκεκριμένο-διακριτό τρόπο με τη βασική αντίφαση του κοινωνικού σχηματισμού (αυτή που απορρέει από τον κυρίαρχο τρόπο παραγωγής)10 και (ανα)παράγει ειδικά «κατάλληλα αποτελέσματα» 11 στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο του κοινωνικού σχηματισμού (σχετικά και Μηλιός 2002).

Αυτή η προσέγγιση δεν αποκλείει πάντως την ύπαρξη «οριακών» κοινωνικών στρωμάτων χωρίς ταξική ένταξη (π.χ., ενδεχομένως ο περιθωριακός πληθυσμός που ιστορικώς έχει περιγραφεί ως «λούμπεν προλεταριάτο» ή οι έμμισθοι υπηρέτες και υπηρέτριες – που δεν ανταλλάσσουν την εργασιακή τους δύναμη με κεφάλαιο αλλά με προσωπικό εισόδημα, και μάλιστα με το προσωπικό εισόδημα όχι απαραίτητα των κυρίαρχων τάξεων) (Μηλιός 2002 – βλ. επίσης στα επόμενα).12

Σε κάθε περίπτωση, οι προηγούμενες παραδοχές σημαίνουν ότι στη διερεύνησή μας θεωρούμε πως οι κοινωνικές τάξεις δεν προσδιορίζονται αποκλειστικά εντός των τρόπων ή μορφών παραγωγής –κάτι που θα σήμαινε ότι ο ρόλος των οικονομικών σχέσεων στη διαδικασία συγκρότησης των τάξεων είναι κυριαρχικός (βλ. Laclau 1983: 128-129)– αλλά ότι οι «τάξεις ορίζονται πρωταρχικά ( αλλά όχι αποκλειστικά) από τη θέση τους στις σχέσεις παραγωγής » (Jessop 1985: 165, βλ. επίσης 160, η έμφαση δική μας). Ακολουθώντας την «αλτουσεριανή παράδοση» (βλ. Jessop 1985: 170), αυτό σημαίνει «ότι ένας πλήρης προσδιορισμός των τάξεων πρέπει να διενεργηθεί σε όρους οικονομικών, πολιτικών και ιδεολογικών [παραγόντων]» (Carchedi 1977: 43).

2.2. Ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής

Ο ΚΤΠ αναδύεται στη βάση μιας διπλής ιστορικής κίνησης: απελευθέρωση των άμεσων παραγωγών από τη φεουδαρχική ή ασιατική υποτέλεια και αποχωρισμός τους από τα μέσα παραγωγής και συντήρησης τα οποία κατείχαν υπό εκείνες τις ιστορικές συνθήκες προς όφελος της νέας εκμεταλλευτικής τάξης (βλ. Μαρξ 1978α). Αυτή η διπλή κίνηση, η οποία δημιούργησε τον ελεύθερο εργάτη με τη διπλή έννοια (ελεύθερο άτομο και απαλλοτριωμένο από μέσα παραγωγής),13 μετέτρεψε μαζικά την εργασιακή δύναμη σε εμπόρευμα και δημιούργησε αυτό που θα ονομάσουμε στοιχειώδες χαρακτηριστικό της «μήτρας» του («καθαρού») ΚΤΠ. Αυτό το στοιχειώδες χαρακτηριστικό μπορεί να οριστεί ως ομολογία της σχέσης κυριότητας και κατοχής στον ταξικό «φορέα» κυριότητας (πραγματική –οικονομική– κυριότητα) μέσω ή λόγω του χωρισμού του ελεύθερου άμεσου-παραγωγού από την κατοχή των μέσων παραγωγής. Η πραγματική κυριότητα συνεπάγεται ότι ο ελεύθερος εργάτης εργάζεται προς όφελος του ταξικού «φορέα» της κυριότητας χωρίς να απαιτείται γι’ αυτό εξωοικονομικός καταναγκασμός (κυριαρχικό το οικονομικό στοιχείο)14 (βλ. σχετικά Οικονομάκης 2005).

Ωστόσο, ισχυριζόμαστε ότι το στοιχειώδες χαρακτηριστικό της «μήτρας» του ΚΤΠ δεν είναι το ειδικώς καπιταλιστικό χαρακτηριστικό και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί από μόνο του να προσδιορίσει τους πραγματικούς ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής (τον «φορέα» της πραγματικής κυριότητας) ως καπιταλιστική τάξη. Εν ολίγοις, δεν θεωρούμε πειστικό, ως προς τον προσδιορισμό της «μήτρας» του ΚΤΠ, τον ισχυρισμό ότι «οι καπιταλιστικές σχέσεις ιδιοκτησίας προκύπτουν όταν οι άμεσοι παραγωγοί χωρίζονται από τα μέσα παραγωγής […] και είναι ελεύθεροι από εξωοικονομικό καταναγκασμό» (Albritton 2000: 150).

Σύμφωνα με τον Μαρξ (1978α: 337, 347, 350), για να εμφανιστεί η σχέση μεταξύ πραγματικού ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής και εργάτη ως σχέση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας απαιτείται μια ποσοτική προϋπόθεση, η οποία δεν έχει να κάνει με τίποτα περισσότερο από μια μεταβολή στην ποσοτική κλίμακα της παραγωγής: ένας κάποιος αριθμός εργατών που βρίσκονται υπό τη διαταγή του ίδιου κεφαλαιοκράτη.

Επομένως ο ΚΤΠ έχει ως αφετηριακό του σημείο την αύξηση του αριθμού των εργατών που εργάζονται από κοινού με σκοπό την παραγωγή του ίδιου είδους εμπορεύματος. Έτσι, για να εμφανιστεί ο πραγματικός ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής ως «κεφάλαιο» (εξουσία επί της εργασιακής διαδικασίας και διεύθυνσή της) και ο άμεσος παραγωγός ως «εργάτης», η κλίμακα της παραγωγής, και συνεπώς ο όγκος του κεφαλαίου που απασχολείται από έναν ατομικό επιχειρηματία (και ως εκ τούτου και ο αριθμός των απασχολούμενων απ’ αυτόν μισθωτών εργατών σε κάθε δεδομένη χρονική στιγμή), πρέπει να είναι τέτοιος που ο καπιταλιστής απαλλάσσεται πλήρως από την άμεση εργασία. Το εισόδημα του καπιταλιστή (δηλαδή το κέρδος) εξαρτάται έτσι από τον όγκο τού προκαταβεβλημένου συνολικού κεφαλαίου και όχι από την εργασία του ως κεφαλαιοκράτη και επομένως η εργασιακή διαδικασία είναι αποκλειστικά υπό την άμεση εκμετάλλευση ταξικών παραγόντων άλλων από εκείνους που συμμετέχουν σε αυτή (Μαρξ χωρίς χρονολογία έκδοσης: 101-102, 105, 123-124). Μόνο υπ’ αυτή την έννοια οι καπιταλιστές είναι «μη εργαζόμενοι» και «τα μέσα παραγωγής […] είναι ιδιοκτησία των μη εργαζομένων (καπιταλιστών) » (Hindess & Hirst 1979: 10). Αυτή την πλήρη απαλλαγή του πραγματικού ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής από την ανάγκη της άμεσης εργασίας ονομάζουμε αναγκαία συνθήκη για τον ΚΤΠ. Αυτή η αναγκαία συνθήκη μετασχηματίζει το στοιχειώδες χαρακτηριστικό της «μήτρας» του ΚΤΠ σε ειδικό (βλ. και Οικονομάκης 2005).

Ο σχηματισμός της πραγματικής καπιταλιστικής κυριότητας προϋποθέτει την πλήρη απαλλαγή του καπιταλιστή από την ανάγκη να δουλέψει ο ίδιος, αλλά δεν έχει ως προϋπόθεση ότι οι καπιταλιστές ως ατομικά υποκείμενα είναι ταυτοχρόνως οι νομικοί ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής. Το ζήτημα (όπως είναι γνωστό) έχει να κάνει με το χωρισμό της (νομικής) ιδιοκτησίας από την κατοχή των μέσων παραγωγής. Ο Μαρξ (1978β: 489) είχε ήδη παρατηρήσει ότι κύριο χαρακτηριστικό των μεγάλων μετοχικών εταιρειών είναι πως «έχουν την τάση […] τη διευθυντική δουλειά σαν λειτουργία να τη χωρίζουν όλο και περισσότερο από την κατοχή του κεφαλαίου », δηλαδή τη νομική του ιδιοκτησία. Και βεβαίως το θέμα έχει να κάνει με την ταξική θέση των top managers. Γράφει ο Πουλαντζάς (1982β: 223) αναφορικά με τη μαρξική ανάλυση: «Οι αναλύσεις του Μαρξ είναι ξεκάθαρες: ενώ οι διάφορες εξουσίες της κυριότητας και της κατοχής ανήκουν στη θέση του κεφαλαίου –είναι “λειτουργίες” του κεφαλαίου– δεν ασκούνται απαραίτητα από τους ίδιους φορείς-ιδιοκτήτες – δεν είναι “λειτουργίες” κεφαλαιούχων ιδιοκτητών» . Επομένως: «Οι ιθύνοντες φορείς που ασκούν άμεσα τις εξουσίες αυτές και που εκπληρώνουν τις “λειτουργίες του κεφαλαίου” καταλαμβάνουν τη θέση του κεφαλαίου, και ανήκουν έτσι στην αστική τάξη, έστω κι αν δεν είναι κάτοχοι της τυπικής νομικής κυριότητας. Έτσι, οι μάνατζερς αποτελούν, οπωσδήποτε, συστατικό μέρος της αστικής τάξης» .

Ο αποχωρισμός των εργαζομένων από τα μέσα παραγωγής (δηλαδή η αποστέρηση των εργαζομένων από την κατοχή των μέσων παραγωγής) έχει ως άλλη όψη της τη συγκρότηση του εργαζομένου (ο οποίος ανταλλάσσει την εργασιακή του δύναμη με κεφάλαιο), στο δικαιακό-πολιτικό επίπεδο και στο επίπεδο της ιδεολογίας, σε ελεύθερο πολίτη-υποκείμενο δικαίου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τα δομικά χαρακτηριστικά του κράτους και της κυρίαρχης ιδεολογίας (Μηλιός 2002).

Αποκαλύπτεται επομένως ότι η καπιταλιστική τάξη κατέχει όχι μόνο την οικονομική αλλά και την πολιτική εξουσία: όχι γιατί οι καπιταλιστές επανδρώνουν τις ανώτατες πολιτικές θέσεις του κράτους, αλλά γιατί η δομή του πολιτικού στοιχείου στις καπιταλιστικές κοινωνίες και ειδικότερα του καπιταλιστικού κράτους (η ιεραρχική-γραφειοκρατική διάρθρωσή του, η «αταξική»-ισοπολιτειακή λειτουργία του με βάση τους κανόνες του δικαίου κλπ.) αντιστοιχεί στην –και εξασφαλίζει τη– διατήρηση και αναπαραγωγή της συνολικής καπιταλιστικής ταξικής κυριαρχίας. Ομοίως γίνεται φανερό ότι η δομή της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας (η ιδεολογία των ατομικών δικαιωμάτων και της ισοπολιτείας, της εθνικής ενότητας και του κοινού –εθνικού– συμφέροντος κ.ο.κ.) αντιστοιχεί στη διαιώνιση και αναπαραγωγή της καπιταλιστικής τάξης πραγμάτων. Η κυρίαρχη ιδεολογία αποτελεί έτσι μια διαδικασία εμπέδωσης των καπιταλιστικών ταξικών συμφερόντων, μέσω ακριβώς της υλικότητάς της ως «βιωματικής πρακτικής», ως «τρόπου ζωής» όχι μόνο των κυρίαρχων αλλά, υπό παραλλαγμένη μορφή, και των κυριαρχούμενων τάξεων (Μηλιός 2002).15

2.3. Η καπιταλιστική τάξη, η εργατική τάξη και η νέα μικροαστική τάξη

Σύμφωνα με τον Μαρξ (1978α: 355, 375, 380-, 421) στη μανουφακτούρα (στην τυπική υπαγωγή της εργασίας στο κεφάλαιο) «ο συνδυασμένος συνολικός εργάτης» που «αποτελείται […] μόνο από […] μονόπλευρους μερικούς εργάτες» εκπηγάζει ως «ο ζωντανός μηχανισμός της μανουφακτούρας» .

Όπως υποστηρίζει ο Μαρξ (χωρίς χρονολογία έκδοσης: 129-130):

«Μια που με την ανάπτυξη της πραγματικής υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο ή του ειδικά καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, ο πραγματικός λειτουργός του συνολικού προτσές εργασίας […] γίνεται ολοένα και περισσότερο μια κοινωνικά συνδυασμένη ικανότητα εργασίας και μια που οι διάφορες ικανότητες εργασίας, που ανταγωνίζονται, και που αποτελούν τη συνολική παραγωγική μηχανή, παίρνουν μέρος με πολύ διαφορετικούς τρόπους στο άμεσο προτσές της διαμόρφωσης των εμπορευμάτων ή εδώ καλλίτερα των προϊόντων, ο ένας σαν manager, engineer [διευθυντής, μηχανικός], τεχνολόγος κλπ. ο άλλος σαν overlooker [επιβλέπων], ο τρίτος σαν άμεσος χειροτέχνης ή ακόμα απλά σαν ανειδίκευτος εργάτης, έτσι, ολοένα και περισσότερο αυξανόμενος αριθμός λειτουργιών της ικανότητας εργασίας κατατάσσεται κάτω από την άμεση έννοια της παραγωγικής εργασίας και οι φορείς της κάτω από την έννοια των παραγωγικών εργατών, εργατών που τους εκμεταλλεύεται απ’ ευθείας το κεφάλαιο και που υπόκεινται γενικά στο προτσές αξιοποίησης της παραγωγής. Αν εξετάσει κανείς το συλλογικό εργάτη από τον οποίο αποτελείται το εργαστήριο, τότε η συνδυασμένη του δραστηριότητα εκφράζεται άμεσα και υλικά σε ένα συνολικό προϊόν, που είναι συγχρόνως μία συνολική μάζα εμπορευμάτων, ενώ είναι τελείως αδιάφορο, αν η λειτουργία του μεμονωμένου εργάτη, που είναι μόνο ένα μέλος αυτού του συλλογικού εργάτη, βρίσκεται πιο μακριά ή πιο κοντά στην άμεση χειροτεχνική εργασία».

Έτσι, αυτός ο συλλογικός (ή συνολικός) εργάτης ταυτίζεται με την παραγωγική εργασία. Ο μάνατζερ (υποθέτουμε όχι ο top manager), ο μηχανικός, ο τεχνολόγος, ο επιβλέπων, ο χειρώνακτας εργάτης –όλοι αυτοί μαζί– συνιστούν αυτόν το συλλογικό εργάτη. Ως εκ τούτου, ένας τέτοιος συλλογικός εργάτης συγκροτείται στο επίπεδο ενός τεχνικού καταμερισμού εργασίας στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής ως φορέας της συνολικής-συνδυασμένης εργασίας, η οποία ταυτίζεται με το σύνολο των μισθωτών εργαζομένων (παραγωγική εργασία-παραγωγικός εργάτης).

Έχουμε σημειώσει ότι οι θεμελιώδεις τάξεις ενός τρόπου παραγωγής είναι οι «φορείς» των (διαφοροποιημένων) σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής: κυριότητα, κατοχή και χρήση των μέσων παραγωγής. Η καπιταλιστική τάξη είναι ο «φορέας» της (καπιταλιστικά μορφοποιημένης) πραγματικής κυριότητας. Η άλλη τάξη του ΚΤΠ είναι η εργατική τάξη, νοούμενη ως ο «φορέας» της τρίτης συνθέτουσας σχέσης, της σχέσης χρήσης. Από την άποψη αυτή, οι βασικές τάξεις του ΚΤΠ είναι η καπιταλιστική και η εργατική τάξη, εφόσον αυτές επαρκώς ενσαρκώνουν έναν διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο του (καπιταλιστικού) τρόπου παραγωγής, και συνεπώς η καπιταλιστική και η εργατική τάξη είναι οι θεμελιώδεις κοινωνικές τάξεις που επίσης αποτελούν και τις βασικές στο επίπεδο ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού.

Το ερώτημα που προκύπτει είναι το ακόλουθο: Είναι η (καπιταλιστικά) μισθωμένη (δηλαδή, παραγωγική) εργασία η οποία περιλαμβάνει όλα αυτά τα διαφορετικά είδη εργασίας –σε μεγαλύτερη ή μικρότερη απόσταση από την άμεση χειρωνακτική εργασία– ταυτόσημη με τον ταξικό «φορέα» της σχέσης χρήσης, δηλαδή την εργατική τάξη;

Ο Μαρξ (1978α: 347) γράφει:

«Όπως ο κεφαλαιοκράτης απαλλάσσεται στην αρχή από τη χειρωνακτική εργασία μόλις το κεφάλαιό του φτάσει το ελάχιστο εκείνο μέγεθος με το οποίο και μόνο αρχίζει η καθαυτό κεφαλαιοκρατική παραγωγή, έτσι παραχωρεί τώρα τη λειτουργία της άμεσης και συνεχούς επίβλεψης των ξεχωριστών εργατών και εργατικών ομάδων σε μια ειδική κατηγορία μισθωτών εργατών. Όπως ένας στρατός χρειάζεται στρατιωτικούς αξιωματικούς και υπαξιωματικούς, έτσι και μια μάζα εργατών που συνεργάζονται κάτω από το πρόσταγμα του ίδιου κεφαλαίου χρειάζεται αξιωματικούς (διευθυντές, διαχειριστές) και υπαξιωματικούς της βιομηχανίας (επιστάτες, foremen, overlookers, contremaitres) που στη διάρκεια του προτσές εργασίας διοικούν εξ ονόματος του κεφαλαίου. Η δουλειά της επιστασίας εδραιώνεται σαν αποκλειστική τους λειτουργία».

Είδαμε και στα προηγούμενα ότι εντός του συλλογικού εργάτη συγκροτείται ένας βιομηχανικός στρατός ενός ειδικού είδους μισθωτών εργαζομένων (χαμηλότερου επιπέδου μάνατζερς, επιβλέποντες), των οποίων η αποκλειστική λειτουργία είναι η εργασία της διοίκησης-επιτήρησης (ως αντίθετης στην εκτέλεση της άμεσης εργασίας). Συνεπώς οι μισθωτοί εργαζόμενοι που ανήκουν σε αυτή την ειδική κατηγορία της μισθωτής εργασίας δεν εκτελούν αποκλειστικά τη λειτουργία της εργασίας αλλά αντιθέτως ασκούν εξουσίες του κεφαλαίου. Έτσι, καίτοι αποτελούν μέρος του συλλογικού εργάτη, δηλαδή είναι παραγωγικοί εργαζόμενοι –εργαζόμενοι άμεσα εκμεταλλευόμενοι από το κεφάλαιο– εντούτοις επίσης «λειτουργούν ως κεφάλαιο», και επομένως δεν αποτελούν «ενσαρκώσεις» και «προσωποποιήσεις» ενός επαρκώς διακριτού ή «καθορισμένου κοινωνικού χαρακτήρα» στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής.16 Κατά συνέπεια δεν αποτελούν prima facie συστατικά στοιχεία ούτε του ταξικού «φορέα» της σχέσης χρήσης, δηλαδή της εργατικής τάξης,17 ούτε προφανώς του ταξικού «φορέα» της πραγματικής κυριότητας, δηλαδή της καπιταλιστικής τάξης (βλ. Πουλαντζάς 1982β: 281-283). Ακολούθως, δεν ανήκουν σε καμιά από τις θεμελιώδες τάξεις του ΚΤΠ και επομένως είναι μέρος μιας ενδιάμεσης κοινωνικής τάξης του ΚΤΠ, η οποία βρίσκεται μεταξύ της καπιταλιστικής τάξης και της εργατικής τάξης. Η ενδιάμεση αυτή κοινωνική τάξη του ΚΤΠ είναι η λεγόμενη νέα μικροαστική τάξη. 18 Σε αυτή την τάξη ανήκουν επίσης οι μηχανικοί και τεχνικοί (τεχνολόγοι), οι οποίοι στην πραγματικότητα εκτελούν ειδικές μορφές της διοίκησης-επιτήρησης της εργασίας, οι οποίες πηγάζουν από την ειδικά καπιταλιστική διαίρεση μεταξύ επιστήμης και εμπειρίας, όπως ο Πουλαντζάς (κυρίως:1982β:284 κ.ε.) έχει δείξει.19

Ωστόσο, «είναι δυνατόν να γίνουν ορισμένοι διαφορισμοί μέσα στους μηχανικούς και τους τεχνικούς, ιδιαίτερα ανάλογα με το αν βρίσκονται σε κλάδους ή βιομηχανίες όπου διευθύνουν ή έχουν υπό τις εντολές τους χειρώνακτες εργάτες, ή σε κλάδους όπου αποτελούν οι ίδιοι το κύριο εργατικό δυναμικό και όπου, επομένως, δεν ασκούν διευθυντικά και εποπτικά καθήκοντα πάνω σε άλλους εργαζόμενους» (Πουλαντζάς 1982β: 299). Στην τελευταία αυτή περίπτωση μπορούν να αποτελέσουν τον ταξικό «φορέα» της σχέσης χρήσης, και επομένως μπορεί να εμφανιστεί μια διαδικασία «προλεταριοποίησης των διανοητικών εργασιών» (Pestieau 1998). Σημειώνουμε ακόμη στο σημείο αυτό ότι οι διακρίσεις μεταξύ πνευματικής και χειρωνακτικής εργασίας και επιστήμης και εμπειρίας πρέπει να γίνονται κατανοητές μόνο μέσω της αντιθετικότητάς τους και της ιστορικότητάς τους (βλ. Γκράμσι 1972, Πουλαντζάς 1982β, Μπαλιμπάρ 1986).

2.4. Το κράτος και η νέα μικροαστική τάξη: περαιτέρω συζήτηση

Ορίσαμε προηγουμένως τη νέα μικροαστική τάξη ως την ενδιάμεση κοινωνική τάξη του ΚΤΠ, η οποία ασκεί εξουσία εντός της εργασιακής διαδικασίας στο όνομα του κεφαλαίου, ενώ ταυτοχρόνως αποτελεί αντικείμενο καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Ακολουθώντας τον Πουλαντζά (κυρίως 1982α, 1982β) υποστηρίζουμε ότι η νέα μικροαστική τάξη περιλαμβάνει επίσης όλους εκείνους τους μισθωτούς εργαζομένους που στελεχώνουν τους μηχανισμούς του καπιταλιστικού κράτους, και έτσι ασκούν εξουσία στο όνομα του καπιταλιστικού συστήματος κατά τη διαδικασία της αναπαραγωγής του.

Το ερώτημα που τίθεται είναι γιατί διαφορετικές κοινωνικές ομάδες και παράγοντες ανήκουν στην ίδια κοινωνική τάξη, παρά το γεγονός ότι αναλαμβάνουν διαφορετικούς ρόλους στην καπιταλιστική διαίρεση της εργασίας (καπιταλιστική παραγωγής έναντι κρατικών μηχανισμών). Η απάντηση είναι διότι ασκούν ίδιου τύπου κοινωνικές λειτουργίες εντός της καπιταλιστικής αναπαραγωγής, καίτοι σε διαφορετικά κοινωνικά επίπεδα.

Συνεπώς: Η νέα μικροαστική τάξη είναι η ενδιάμεση κοινωνική τάξη του καπιταλισμού η οποία συμπεριλαμβάνει μισθωτούς εργαζομένους οι οποίοι δεν είναι μέρος της εργατικής τάξης ακριβώς εξαιτίας της θέσης τους στο πλέγμα των λειτουργιών που εμπλέκονται στην άσκηση της καπιταλιστικής (οικονομικής, πολιτικής, ιδεολογικής) εξουσίας. Παραλλήλως, αυτά τα στοιχεία δεν είναι τμήμα της καπιταλιστικής τάξης, εφόσον δεν είναι ιδιοκτήτες των μέσων παραγωγής (καπιταλιστές).

Η νέα μικροαστική τάξη είναι το προϊόν που αναδύεται από τη στελέχωση των μηχανισμών και διαδικασιών άσκησης της καπιταλιστικής εξουσίας (μέσα στους υπάρχοντες κοινωνικούς σχηματισμούς) από στοιχεία που δεν είναι τμήμα της κυρίαρχης τάξης και τα οποία υπόκεινται συχνά σε άμεση καπιταλιστική εκμετάλλευση. Αυτή η ταξική θέση περιλαμβάνει ή συνεπάγεται τις ακόλουθες λειτουργίες:20 i. λειτουργίες που εξασφαλίζουν την απόσπαση υπεραξίας, όπως η επίβλεψη-επιτήρηση-έλεγχος της παραγωγικής διαδικασίας (τεχνικοί, μηχανικοί, κ.λπ.)· ii. λειτουργίες που εξασφαλίζουν τη συνοχή της καπιταλιστικής εξουσίας (κρατική γραφειοκρατία, δικαστικός μηχανισμός, στρατός κλπ.)· iii. λειτουργίες για τη συστηματοποίηση και διάδοση της κυρίαρχης ιδεολογίας, όπως η εκπαίδευση.

Η νέα μικροαστική τάξη δεν αποτελεί ένα φαινόμενο κάποιας «σύγχρονης φάσης» του καπιταλισμού, αλλά εμφανίζεται από την πρώτη κιόλας περίοδο της κυριαρχίας του, μαζί με το αστικό κράτος και τη βιομηχανία.21

Περιλαμβάνει τόσο παραγωγικούς μισθωτούς εργαζομένους (δηλαδή εκείνους που ανταλλάσσουν την εργασία για κεφάλαιο και παράγουν υπεραξία): κατηγορία i, όσο και μη παραγωγικούς μισθωτούς εργαζομένους (δηλαδή εκείνους που απασχολούνται στον δημόσιο [μη-επιχειρηματικό] τομέα και έτσι δεν παράγουν υπεραξία:22 κατηγορίες ii και iii23 (Μηλιός 2002).

2.5. Παραδοσιακή μικροαστική τάξη

Έχουμε θέσει ως καθοριστικό κριτήριο (αναγκαία συνθήκη) για τον προσδιορισμό του ΚΤΠ την πλήρη απαλλαγή του πραγματικού ιδιοκτήτη από την άμεση εργασία. Από εδώ προκύπτει ότι σε συνθήκες μη πλήρους απαλλαγής ή σε συνθήκες πλήρους εμπλοκής (δέσμευσης) του πραγματικού ιδιοκτήτη στην εργασιακή διαδικασία, υπάρχουν (ή μπορεί να υπάρχουν) διακριτοί μη καπιταλιστικοί τρόποι παραγωγής ή μορφές παραγωγής εντός του καπιταλιστικού συστήματος. Η δεύτερη περίπτωση είναι η επονομαζόμενη απλή εμπορευματική παραγωγή (ΑΕΠ). Η πρώτη είναι η περίπτωση ενός τρόπου παραγωγής τον οποίο ορίζουμε ως υβριδικό (ΥΤΠ) (Οικονομάκης 2000, Economakis 2005).

Γράφει ο Μαρξ (1984: 455-457) αναφορικά «με τους αυτοτελείς βιοτέχνες ή αγρότες που δε χρησιμοποιούν εργάτες, δηλαδή δεν παράγουν σαν καπιταλιστές»:

«Είτε είναι εμπορευματοπαραγωγοί, όπως γίνεται πάντα με τους αγρότες […], και αγοράζω απ’ αυτούς το εμπόρευμα, οπότε δεν αλλάζει σε τίποτα το γεγονός ότι λ.χ. ο βιοτέχνης το προσφέρει επί παραγγελία και ο αγρότης την προσφορά του την κάνει ανάλογα με τα μέσα που διαθέτει. Στη σχέση αυτή παρουσιάζονται σε μένα σαν πουλητές εμπορευμάτων και όχι σαν πουλητές εργασίας, και η σχέση αυτή δεν έχει λοιπόν καμιά δουλειά με την ανταλλαγή κεφαλαίου και εργασίας […] Η παραγωγή τους […] δεν υπάγεται στον κεφαλαιοκρατικό τρόπο παραγωγής. […] Ο ανεξάρτητος βιοτέχνης ή αγρότης χωρίζεται σε δυο πρόσωπα […] Σαν κάτοχος των μέσων παραγωγής είναι καπιταλιστής, σαν εργάτης είναι μισθωτός εργάτης του εαυτού του. Πληρώνει λοιπόν στον εαυτό του το μισθό του σαν καπιταλιστής και βγάζει το κέρδος του από το κεφάλαιό του, δηλαδή εκμεταλλεύεται τον εαυτό του σαν μισθωτό εργάτη […]. Στην περίπτωση που αναφέραμε ο παραγωγός –ο εργάτης– είναι κάτοχος, ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής του. Επομένως τα μέσα παραγωγής δεν είναι κεφάλαιο, όπως και ο ίδιος δεν είναι απέναντί τους μισθωτός εργάτης. […] Το ότι όμως μπορεί και ιδιοποιείται ο ίδιος ολόκληρο το προϊόν της δικής του δουλειάς και δεν το ιδιοποιείται ένα τρίτο αφεντικό, το περίσσευμα της αξίας του προϊόντος του πάνω από τη μέση τιμή […], λ.χ. της ημερήσιας εργασίας του, δεν το χρωστάει στη δική του εργασία –που τον κάνει να ξεχωρίζει από τους άλλους εργάτες– αλλά στο ότι είναι κάτοχος των μέσων παραγωγής. Επομένως, μόνον επειδή είναι ιδιοκτήτης των μέσων παραγωγής παίρνει τη δική του υπερεργασία, και έτσι σαν να είναι ο ίδιος καπιταλιστής συμπεριφέρεται στον ίδιο τον εαυτό του σαν μισθωτός εργάτης […] το πρόσωπο συνενώνει διάφορες λειτουργίες. Εδώ προβάλλει πολύ χτυπητά το γεγονός ότι ο καπιταλιστής σαν τέτοιος δεν είναι παρά λειτουργία του κεφαλαίου, και ο εργάτης λειτουργία της εργατικής δύναμης».

Μεταφρασμένη σε όρους των αναλυτικών προσδιορισμών που έχουμε δώσει, η θέση αυτή του Μαρξ αναφέρεται στον ιδιαίτερο/ειδικό ιστορικώς συνδυασμό των τριών σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής (δηλαδή σε μια ιδιαίτερη ιστορική «μήτρα»): ομολογία της σχέσης κυριότητας και κατοχής (πραγματική κυριότητα) με τη χρήση, δηλαδή σύμπτωση της πραγματικής κυριότητας με τη χρήση σε έναν ταξικό «φορέα». Συνεπώς βρίσκουμε εδώ, εντός του συστήματος της καπιταλιστικής κυριαρχίας, μια ιστορικώς ιδιαίτερη μη καπιταλιστική μορφή παραγωγής (Murray 2000, Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005). Η κυριαρχία του ΚΤΠ συνεπάγεται ότι οι ανεξάρτητοι απλοί εμπορευματοπαραγωγοί πρέπει να παράγουν για την αγορά ώστε να επιβιώσουν ως τέτοιοι. Αυτό σημαίνει ότι η παραγωγή είναι παραγωγή για την αγορά, χωρίς καμιά μορφή εξωοικονομικού καταναγκασμού να απαιτείται γι’ αυτό (κυρίαρχο το οικονομικό στοιχείο). Σε αυτή την («καθαρή») απλή εμπορευματική παραγωγή (ΑΕΠ)24 ορίζεται μία κοινωνική τάξη, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη.

Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη είναι επομένως η ιστορικώς ιδιαίτερη τάξη της καπιταλιστικής οικονομικής δομής που συγχωνεύει σε ένα πρόσωπο (σε μια ταξική θέση) τη λειτουργία του κεφαλαίου (κυριότητα συν κατοχή των μέσων παραγωγής) με τη λειτουργία της εργασίας (χρήση των μέσων παραγωγής). Εντούτοις, αυτές οι ενοποιημένες λειτουργίες (όντας ενοποιημένες) παύουν να είναι λειτουργίες του κεφαλαίου και της εργασίας. Ως εκ τούτου, ο ιδιαίτερος ιστορικά συνδυασμός της ομολογίας της κυριότητας, κατοχής και χρήσης ως «μια σχιζοφρενική συνύπαρξη […] του αστού και του προλετάριου “σε ένα πρόσωπο”» (Harrison 1977: 328) θέτει μια ιστορική ιδιαιτερότητα στις τρεις σχέσεις που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής. Έτσι η πραγματική κυριότητα και η χρήση είναι αξεχώριστες λειτουργίες μιας «συλλογικής οντότητας που αποτελείται από όλα τα μέλη της οικογένειας που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στην (τεχνική) διαδικασία παραγωγής» , η οποία οργανώνεται «στη βάση των σχέσεων συγγένειας εντός της στοιχειώδους οικογενειακής μονάδας» (Dedoussopoulos 1985: 172-173), δηλαδή στη βάση της απλήρωτης οικογενειακής εργασίας. Ο σχηματισμός αυτής της συλλογικής οντότητας, στη βάση της σύμπτωσης της πραγματικής κυριότητας με τη χρήση σε έναν ταξικό «φορέα», σημαίνει ότι η πραγματική κυριότητα δεν οδηγεί σε σχέσεις εκμετάλλευσης εντός αυτής της μορφής παραγωγής 25 (Dedoussopoulos 1985: 146,171-172). Εάν υπάρχει κάποια σχέση εκμετάλλευσης, αυτή πρέπει να αναζητηθεί στη σφαίρα της κυκλοφορίας26 (βλ. σχετικά και Οικονομάκης 2000).

Σύμφωνα με τον Μαρξ: Η παραγωγή στις συνθήκες της (αγροτικής) μικροϊδιοκτησίας «γίνεται ανεξάρτητα από τη ρύθμισή της από το γενικό ποσοστό κέρδους» (Μαρξ 1978β: 995). «Σαν όριο της εκμετάλλευσης για το μικροαγρότη […] εμφανίζεται […], στην ιδιότητά του σαν μικροκαπιταλιστής, όχι το μέσο κέρδος του κεφαλαίου. […] Απόλυτο όριο γι’ αυτόν σαν μικροκαπιταλιστή εμφανίζεται μονάχα ο μισθός εργασίας, που πληρώνει στον ίδιο τον εαυτό του, μετά την αφαίρεση των καθεαυτό εξόδων παραγωγής. Όσον καιρό η τιμή του προϊόντος τού εξασφαλίζει αυτόν το μισθό εργασίας θα καλλιεργεί τη γη του, και αυτό θα το κάνει συχνά ως το σημείο εκείνο που ο μισθός εργασίας καλύπτει το κατώτατο φυσικό όριο» (Μαρξ 1978β: 989-990). Σε αυτή την κατεύθυνση ανάλυσης μπορεί να συναχθεί ότι η ΑΕΠ «προσδιορίζει» μια ειδική μορφή παραγωγής εντός του καπιταλισμού, «η “λογική” της οποίας είναι η επιβίωση με την ευρύτερη έννοια της απλής αναπαραγωγής των παραγωγών και της μονάδας παραγωγής (περιγραφικά το νοικοκυριό). […] Πολύ σχηματικά θα μπορούσαμε να πούμε ότι η απλή εμπορευματική παραγωγή διακρίνεται από την καπιταλιστική από τη “λογική” τής επιβίωσης (όπως αυτή αντιστοιχεί στις ανάγκες της απλής αναπαραγωγής) ως αντίθετη στη λογική της οικειοποίησης και πραγματοποίησης της υπεραξίας και της συσσώρευσης του κεφαλαίου» (Bernstein 1979: 425)· «εδώ το “όριο της εκμετάλλευσης” ισούται, κατ’ αρχήν, με τα κόστη της απλής αναπαραγωγής. […] Η επιβίωση παραμένει ο στόχος της παραγωγής» (Banaji 1977: 33).

Επιπροσθέτως, σύμφωνα με τον Δεδουσόπουλο (Dedoussopoulos 1985: 198): «Η προσπάθεια για μεγιστοποίηση του κέρδους υποσκάπτει την αναπαραγωγή της οικογενειακής μονάδας ως της συνδυασμένης ενότητας παραγωγής και κατανάλωσης προκαλώντας μια μόνιμη μετακίνηση του πλεονάζοντος εργατικού δυναμικού, σπάζει όλους τους οικογενειακούς δεσμούς και παραγκωνίζει τον οργανωσιακό ρόλο της παραγωγικής δραστηριότητας η οποία προηγουμένως χαρακτηριζόταν από τις συγγενικές σχέσεις. Με μια έννοια υποσκάπτει όλα τα στοιχεία που χαρακτήριζαν την εσωτερική συνοχή της στοιχειώδους μονάδας παραγωγής. […] Η νοοτροπία της αναπαραγωγής της οικογενειακής μονάδας εκφράζεται μέσω των προσωρινών ή μόνιμων μετακινήσεων ενός μέρους του εργατικού δυναμικού σε μια προσπάθεια να αποκτηθούν επιπρόσθετα εισοδήματα προερχόμενα από μισθωτή απασχόληση τα οποία θα συνεισφέρουν στην επιβίωση/αναπαραγωγής της οικογένειας ως μονάδας παραγωγής και κατανάλωσης» . Αυτά τα επιπρόσθετα εισοδήματα που προέρχονται από μισθωτή απασχόληση των μελών της οικογενείας συνιστούν την κατάσταση της ημιπρολεταριοποίησης σύμφωνα με τον Λένιν (1986).27

Στην ημιπρολεταριοποίηση, ως έναν όρο επιβίωσης-αναπαραγωγής της οικογενειακής μονάδας στις συνθήκες του ανταγωνισμού της αγοράς, θα πρέπει να προσθέσουμε την αυξημένη «αυτοεκμετάλλευση», εκφραζόμενη ως μείωση του «στάνταρντ κατανάλωσης» και γενικότερα ως «συμπίεση» των όρων απλής αναπαραγωγής («υποτίμηση του […] χρόνου εργασίας») (Bernstein 1979: 429).

2.6. Μεσαία αστική τάξη

Σε διαφοροποίηση προς την ΑΕΠ, ο υβριδικός τρόπος παραγωγής (ΥΤΠ) εμφανίζεται ως ένας διακριτός ιδιαίτερος ιστορικός συνδυασμός των τριών σχέσεων που συνθέτουν τις σχέσεις παραγωγής («μήτρα»), δηλαδή ως ένας διαφορετικός («καθαρός») ιστορικός τρόπος παραγωγής. Ο ΥΤΠ είναι ο τρόπος παραγωγής της καπιταλιστικής οικονομικής δομής στον οποίο η απλήρωτη (οικογενειακή) εργασία συνυπάρχει με οριακή (ως προς τον αριθμό) αλλά μονίμως μισθωμένη (μη οικογενειακή) εργασία. Στη βάση αυτού του προσδιορισμού συνάγουμε ότι υφίσταται μια ιδιάζουσα ιδιαιτερότητα σε αυτόν τον τρόπο παραγωγής.

Αυτός ο τρόπος παραγωγής σχηματίζεται από το συνδυασμό στοιχείων που προέρχονται τόσο από τις (ή αναφέρονται στις) καπιταλιστικές όσο και τις απλοεμπορευματικές σχέσεις παραγωγής. Όπως στον ΚΤΠ, υπάρχει μονίμως μισθωμένη (ξένη) εργασία, και, όπως στην ΑΕΠ, ο «φορέας» της πραγματικής κυριότητας (η οικογενειακή συλλογική οντότητα) είναι επίσης «φορέας» της χρήσης. Γι’ αυτό και αποκαλούμε αυτόν τον τρόπο παραγωγής υβριδικό. Ταυτοχρόνως υφίσταται σαφής διαφοροποίηση.

Εν συγκρίσει προς τον ΚΤΠ, ο ΥΤΠ διαφοροποιείται από το γεγονός ότι ο «φορέας» της πραγματικής κυριότητας είναι επίσης «φορέας» της χρήσης. Επομένως μπορούμε επίσης να συμπεράνουμε ότι η κλίμακα της παραγωγής στον ΥΤΠ, και έτσι και ο όγκος του απασχολούμενου από τον ατομικό επιχειρηματία (τη συλλογική οντότητα) κεφαλαίου, και ως εκ τούτου και ο αριθμός των μισθωτών εργαζομένων που απασχολούνται πρέπει να είναι τέτοιος ώστε ο εργοδότης (η συλλογική οντότητα) να απαλλάσσεται μόνο μερικώς από τη χρήση των μέσων παραγωγής. Άρα η εργασιακή διαδικασία αποτελεί μόνο μερικώς μια διαδικασία άμεσης εκμετάλλευσης της εργασίας άλλων και μόνο μια μερίδα του υπερπροϊόντος (εάν αυτό υφίσταται) παράγεται από την εκμετάλλευση της εργασίας άλλων. Με άλλα λόγια, εν συγκρίσει προς τον ΚΤΠ, στην περίπτωση του ΥΤΠ το στοιχειώδες χαρακτηριστικό (ομολογία της σχέσης κυριότητας και κατοχής) δεν συνοδεύεται από την αναγκαία συνθήκη (πλήρης απαλλαγή του πραγματικού ιδιοκτήτη από την άμεση εργασία).

Εν συγκρίσει προς την ΑΕΠ, ο ΥΤΠ διαφοροποιείται από το γεγονός ότι ο «φορέας» της χρήσης (μισθωτή εργασία) δεν είναι ούτε «φορέας» κυριότητας ούτε «φορέας» κατοχής. Εφόσον υπάρχει μη σύμπτωση της χρήσης με την πραγματική κυριότητα για τον ταξικό «φορέα» της χρήσης, αναδύεται μια σχέση εκμετάλλευσης εντός του ΥΤΠ. Επομένως εντός του ΥΤΠ συγκροτούνται δυο κοινωνικές τάξεις. Αμφότερες είναι θεμελιώδες, εφόσον εκφράζουν επαρκώς έναν διακριτό ή «καθορισμένο κοινωνικό χαρακτήρα» στο επίπεδο του τρόπου παραγωγής: η τάξη των μισθωτών εργαζομένων άμεσων παραγωγών28 και η τάξη που είναι «φορέας» της πραγματικής κυριότητας και της χρήσης. Αυτή η τάξη των «μικρών εργοδοτών» είναι η μεσαία αστική (ή μεσοαστική) τάξη, ως διακριτή τάξη τόσο από την καπιταλιστική όσο και από την παραδοσιακή μικροαστική.29

Ακριβώς όπως η απλή εμπορευματική παραγωγή, η υβριδική παραγωγή είναι εμπορευματική παραγωγή εντός των συνθηκών της γενικευμένης εμπορευματικής παραγωγής (καπιταλιστική οικονομική δομή). Συνεπώς, ακριβώς όπως ο ανεξάρτητος απλός εμπορευματοπαραγωγός (η παραδοσιακή μικροαστική τάξη), ο ανεξάρτητος υβριδικός παραγωγός (η μεσοαστική τάξη) πρέπει να παράγει για την αγορά, χωρίς να απαιτείται γι’ αυτό εξωοικονομικός καταναγκασμός, ώστε νε επιβιώσει ως συλλογική οντότητα, η οποία, επιπροσθέτως, απασχολεί μισθωτή εργασία.30

Ποιο είναι, ωστόσο, το μοντέλο της αναπαραγωγής του ΥΤΠ; Εάν η καπιταλιστική παραγωγή είναι «“ [π] αραγωγή για την παραγωγή” – παραγωγή σαν αυτοσκοπός», εάν «[ο] σκοπός της είναι, το καθένα προϊόν κ.λπ. να περιέχει όσο το δυνατόν περισσότερο απλήρωτη εργασία και αυτό είναι κατορθωτό μόνο μέσα από παραγωγή για χάρη της παραγωγής » (Μαρξ χωρίς χρονολογία έκδοσης: 126-127) και εάν ο σκοπός της απλής εμπορευματικής παραγωγής είναι η αναπαραγωγή του απλού (άμεσου) εμπορευματοπαραγωγού ως ενός ανεξάρτητου πραγματικού (οικονομικού) ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, και αυτός ο σκοπός προϋποθέτει τη διατήρηση και εσωτερική συνοχή της στοιχειώδους μονάδας παραγωγής και κατανάλωσης (οικογένεια) –δηλαδή τη διατήρηση της οικογενειακής εργασίας με όρους αυξημένης «αυτοεκμετάλλευσης» συν τα επιπρόσθετα εισοδήματα από τα απασχολούμενα σε μισθωτή σχέση μέλη της οικογένειας (κατάσταση της ημιπρολεταριοποίησης)– ο σκοπός της υβριδικής παραγωγής είναι υβριδικός εφόσον η δομική αναγκαιότητα της οικογενειακής εργασίας διαπλέκεται με την ύπαρξη μισθωτής, δηλαδή (δυνητικά) εργασίας που υπόκειται σε εκμετάλλευση. Με άλλα λόγια, η μη αναγκαιότητα μεγιστοποίησης του κέρδους συνυπάρχει με το αντίθετό της, το «νόμο»: «Μάξιμουμ του προϊόντος με μίνιμουμ της εργασίας» (Μαρξ όπ.π.: 127) (βλ. αναλυτικότερα Οικονομάκης 2000, σχετικά και Economakis 2005.)

3. Οι μεσαίες τάξεις: Σύμπτωση ή απόκλιση των ταξικών πρακτικών;

3.1. Διατυπώνοντας το πρόβλημα

Όπως έχει δείξει συστηματικά ο Labica (1986), ούτε στα έργα του Μαρξ και του Ένγκελς ούτε σε εκείνα του Λένιν μπορεί να ανευρεθεί η όποια θεωρητική επεξεργασία επί του ερωτήματος των μεσαίων τάξεων. Αυτό το οποίο μπορεί κανείς να δει σε αυτά τα κείμενα είναι μάλλον μια πολιτική δήλωση ότι οι μεσαίες τάξεις κείνται «μεταξύ» των δυο κύριων τάξεων των καπιταλιστικών κοινωνιών και ότι στην ταξική πάλη «αμφιταλαντεύονται» μεταξύ αστικών και προλεταριακών πολιτικών και στρατηγικής. Το ίδιο ισχύει και ως προς την οπτική του Μάο Τσε-Τουνγκ (Mao Tse-Tung 1968), ο οποίος θεωρούσε ότι η μικροαστική τάξη συνιστά μία ενιαία τάξη.

Από την οπτική των δομικών ταξικών θέσεών τους, τα υποσύνολα των μεσαίων τάξεων, όπως έχουμε ήδη δείξει, δεν συσχετίζονται θετικά αλλά αρνητικά: αυτό το οποίο τα ενοποιεί είναι πρωτίστως ότι δεν ανήκουν σε καμιά από τις δυο θεμελιώδεις τάξεις του ΚΤΠ (ή/ήτοι στις δυο βασικές ενός καπιταλιστικού κοινωνικού σχηματισμού). Αυτό το αρνητικό χαρακτηριστικό δεν συνιστά, ωστόσο, ικανοποιητική αιτιολογική βάση για να συμπεριληφθούν στην ίδια τάξη.

Οι Baudelot και Establet (L΄ Ecole capitaliste en France: 169, 1969) υποστήριξαν ότι οι μικροαστοί εντάσσονται σε μια ενιαία τάξη με κυρίως ιδεολογικά κριτήρια: «Η μικροαστική τάξη […] αποτελείται από ετερογενή κοινωνικά στρώματα […] Η ενότητα των διαφορετικών αυτών στρωμάτων στο οικονομικό επίπεδο είναι φτιαγμένη από αρνήσεις (ούτε αστοί, ούτε προλετάριοι) […] Το συστατικό στοιχείο της ενότητάς τους βρίσκεται στο ιδεολογικό επίπεδο και εκφράζεται σε συμβιβαστικά σχήματα συνεχώς ανανεωνόμενα, αλλά όμοια στη δομή τους, μεταξύ της αστικής και της προλεταριακής ιδεολογίας» (παρατίθεται στο Πουλαντζάς 1982β: 365-366).

Το σχήμα των Baudelot και Establet είναι ανεπαρκές διότι υπαινίσσεται ότι (και προϋποθέτει να) διαμορφώνεται πάντα στις καπιταλιστικές κοινωνίες μια «προλεταριακή πολιτική γραμμή» και μια «προλεταριακή ιδεολογία», που αντιπαρατίθενται ευκρινώς στην καπιταλιστική πολιτική γραμμή και την αστική ιδεολογία, αφήνοντας έναν «ενδιάμεσο χώρο» όπου συνωθούνται πολιτικά και (κυρίως) ιδεολογικά («αμφιταλαντευόμενοι» μάλιστα ανάμεσα στις «δύο γραμμές» ή ιδεολογίες) οι μικροαστοί. Μια τέτοια «υποκειμενιστική» προσέγγιση (που θα προϋπέθετε ότι η «συνειδητή ταξική στρατηγική» αποτελεί συστατικό στοιχείο του ορισμού των βασικών κοινωνικών τάξεων στον καπιταλισμό) δεν αντιστοιχεί στην προσέγγιση που υιοθετούμε εδώ.31 Το ότι «οι ιδέες της κυρίαρχης τάξης είναι σε κάθε εποχή οι κυρίαρχες ιδέες» 32 σημαίνει πολύ απλά ότι η κυρίαρχη αστική ιδεολογία κυριαρχεί κατά κανόνα και στο εσωτερικό της εργατικής τάξης (έστω υπό τροποποιημένες μορφές σε σχέση με τις άλλες τάξεις) (Μηλιός 2002).

Την πρώτη, και μέχρι σήμερα κατά τη γνώμη μας περισσότερο τεκμηριωμένη, απόπειρα να θεμελιωθεί θεωρητικά –χωρίς την προσφυγή στις υποκειμενιστικές απόψεις περί «προλεταριακής γραμμής και ιδεολογίας»– η θέση ότι τα υποσύνολα των μεσαίων τάξεων εντάσσονται στην ίδια τάξη, παρά τη διαφορετική τους δομική ένταξη στις σχέσεις παραγωγής, διατύπωσε ο Ν. Πουλαντζάς (1975, 1982β) στη βάση της θεωρίας του για τα πολιτικά και ιδεολογικά «κατάλληλα αποτελέσματα»33 (βλ. σχετικά και Μηλιός 2002).

Καίτοι αποδεχόμαστε τη σημασία της θεωρίας των «κατάλληλων αποτελεσμάτων» ως δείκτη των δυνητικών ταξικών τοποθετήσεων, πιστεύουμε, ωστόσο, ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Πουλαντζάς χρησιμοποιεί αυτή τη θεωρία οδηγεί σε εσφαλμένα συμπεράσματα αναφορικά με τις κοινωνικές τάξεις και σε λαθεμένη κατανόηση αυτών των ίδιων των «αποτελεσμάτων»· όχι μόνο γιατί συγχέει δομικές ταξικές θέσεις αλλά και γιατί αποσυνδέει πλήρως τα αναζητούμενα «αποτελέσματα» από τις δομικές ταξικές θέσεις: Δεν μπορεί να υπάρξει κανένας ταξικός ορισμός στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο σε αντίθεση προς τον ορισμό στο οικονομικό επίπεδο. 34

Στη συνέχεια του παρόντος κειμένου, παραμένοντας στο εσωτερικό του θεωρητικού πλαισίου που έθεσε ο Πουλαντζάς με βάση την έννοια των «κατάλληλων αποτελεσμάτων», θα καταθέσουμε θέσεις και ερωτήματα που αμφισβητούν τα συμπεράσματά του αναφορικά με τα υποσύνολα των μεσαίων τάξεων. Θα ισχυριστούμε, δηλαδή, στο πλαίσιο του θεωρητικού σχήματος του Πουλαντζά, ότι καθένα από τα υποσύνολα των μεσαίων τάξεων εκδηλώνεται μέσω «κατάλληλων αποτελεσμάτων» που είναι διαφορετικά (και συχνά αντιθετικά ) από τα εκείνα του άλλου υποσυνόλου. Για την υποστήριξη των θέσεών μας θα στηριχθούμε ως έναν βαθμό σε ορισμένες από τις επισημάνσεις και τις «αμφιβολίες» που παρεισδύουν στα κείμενα του ίδιου του Πουλαντζά, παρά τη σπουδή του να θεμελιώσει τη θέση για την κοινή ταξική ένταξη του «παραδοσιακού» και του «νέου» μικροαστικού συνόλου (καθώς και εκείνου της μεσαίας αστικής τάξης).

Όπως έχουμε ήδη σημειώσει, σύμφωνα με τον Πουλαντζά η νέα μικροαστική τάξη είναι τμήμα της ίδιας τάξης με την παραδοσιακή μικροαστική τάξη. Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη αναφέρεται στους φτωχούς αγρότες, τους μικρούς εμπόρους και στη μικρή βιοτεχνία που απασχολεί οριακό αριθμό μισθωτών εργαζομένων (0-5 ή 6-9 άτομα). Οι βιοτέχνες που χρησιμοποιούν περισσότερους από 5 μισθωτούς εργαζομένους σηματοδοτούν «το πέρασμα των μικροαστών στην κατάσταση των μικροκεφαλαιούχων » (Πουλαντζάς 1982β: 407-408, 410). Έτσι ο Πουλαντζάς ταυτίζει την παραδοσιακή μικροαστική τάξη με τη μεσαία αστική τάξη (ονομάζοντας και τις δύο «παραδοσιακή» μικροαστική τάξη) και ως εκ τούτου αντιλαμβάνεται το σύνολο των μεσαίων τάξεων (παραδοσιακή μικροαστική τάξη, νέα μικροαστική τάξη και μεσαία αστική τάξη) ως ανήκον σε μία και μόνη κοινωνική τάξη, τη «μικροαστική τάξη».

3.2. «Κατάλληλα αποτελέσματα»

Ας διερευνήσουμε τώρα το κύριο επιχείρημα που βρίσκεται πίσω από τη θέση της μίας και μοναδικής μικροαστικής τάξης.

Ο Πουλανταζάς (1982β: 254) γράφει: «Αν μπορούμε να θεωρούμε ότι ανήκουν σε μια και την ίδια τάξη σύνολα που, από πρώτη ματιά, κατέχουν διαφορετικές θέσεις στις οικονομικές σχέσεις, τούτο συμβαίνει γιατί αυτές οι διαφορετικές θέσεις έχουν, στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο, τα ίδια αποτελέσματα». Επομένως: «Η αναφορά στις πολιτικές και ιδεολογικές σχέσεις είναι απόλυτα απαραίτητη για να εντοπιστεί η θέση της μικροαστικής τάξης στον ταξικό δομικό προσδιορισμό» 35 (1982β: 256).

Η ανάλυση του Πουλαντζά βασίζεται στη θεωρία του των πολιτικών και ιδεολογικών «κατάλληλων αποτελεσμάτων». Τα «κατάλληλα αποτελέσματα» αποκτούν ιδιαίτερη σημασία για να εντοπιστεί πώς οριοθετούνται οι «μη θεμελιώδεις τάξεις σε μια κεφαλαιοκρατική κοινωνία» (Πουλαντζάς 1984: 69). Ο Πουλαντζάς υποστηρίζει τη θέση ότι οι αυτοαπασχολούμενοι παραγωγοί απλών εμπορευμάτων (παραδοσιακή μικροαστική τάξη) και οι (παραγωγικοί και μη παραγωγικοί) μισθωτοί που δεν εντάσσονται στην εργατική τάξη (νέα μικροαστική τάξη) καθώς επίσης και η μεσοαστική τάξη αποτελούν μερίδες μιας και της αυτής κοινωνικής τάξης, της μικροαστικής τάξης, διότι «εκδηλώνονται» μέσω ταυτόσημων «κατάλληλων αποτελεσμάτων»· έχουν «τις ίδιες εκφάνσεις στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο» (Πουλαντζάς 1975: 324).

Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με τον Πουλαντζά, ότι τα ακόλουθα αποτελέσματα μπορούν να εντοπιστούν για όλα τα υποσύνολα των μεσαίων τάξεων:

α) μια λίγο-πολύ κοινή ιδεολογική (και πολιτική) τοποθέτηση στη συγκυρία της πάλης των τάξεων,

β) η τάση πόλωσής τους κατά ενιαίο τρόπο σε συγκυρίες πολιτικής κρίσης και αποσταθεροποίησης-διάλυσης των σχέσεων αντιπροσώπευσης που χαρακτηρίζουν το καπιταλιστικό συνταγματικό-κοινοβουλευτικό κράτος και

γ) η κοινή «στρατηγική τοποθέτησή» τους, που στη συγκεκριμένη περίπτωση δεν σημαίνει την ύπαρξη αλλά την έλλειψη μιας (κοινής) αντικειμενικής ταξικής στρατηγικής (μιας δυνάμει προοπτικής κατάκτησης της ταξικής εξουσίας ή μιας δυνάμει εφικτής εναλλακτικής μορφής κοινωνίας που να αναφέρεται στα αντικειμενικά ταξικά τους συμφέροντα).

Τα επιχειρήματα του Πουλαντζά αναφορικά με τους τρεις αυτούς άξονες συνοψίζονται ως εξής:

α) Στο ιδεολογικό επίπεδο, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη εκδηλώνει τα ακόλουθα «κατάλληλα αποτελέσματα»:

* «μια αντικαπιταλιστική ιδεολογική χροιά του κοινωνικού status quo: εναντίον του “μεγάλου πλούτου” και των μεγάλων “περιουσιών”, αλλά υπέρ του κοινωνικού status quo εν γένει, γιατί αυτή η κατηγορία των μικροαστών είναι προσκολλημένη στην ιδιοκτησία της» (Πουλαντζάς 1982β: 329).

* «μια ιδεολογική χροιά που συνδέεται […] με το μύθο του “γεφυριού” […] προσδοκά να γίνει αστική [τάξη] με το ατομικό πέρασμα […] προς τα ανώτερα στρώματα» (Πουλαντζάς 1982β: 329).

* έναν «φετιχισμό της εξουσίας» , καθώς «πιστεύει στη φενάκη του υπερταξικού “ουδέτερου” κράτους […] [και] οδηγείται συχνά σε μια “λατρεία του κράτους”» (Πουλαντζάς 1982β: 329).

Η νέα μικροαστική τάξη εκδηλώνει αντίστοιχα τα ακόλουθα ιδεολογικά «κατάλληλα αποτελέσματα»:

* «αντικαπιταλιστική ιδεολογική χροιά υπέρ του κοινωνικού status quo» (Πουλαντζάς 1982β: 329), η οποία όμως βιώνεται σε αναφορά με το μισθό και γι’ αυτό «κλίνει έντονα προς τις ρεφορμιστικές αυταπάτες» και συνοψίζεται στην «ανακατανομή των εισοδημάτων μέσω της “κοινωνικής δικαιοσύνης”» (όπ.π.: 360).

* «ιδεολογική τάση της “γέφυρας”: βλέψεις προς την κοινωνική καταξίωση-άνοδο» (Πουλαντζάς 1982β: 360). «Για τη νέα μικροαστική τάξη, η τάση αυτή συμπυκνώνεται στο σχολικό μηχανισμό, λόγω του ρόλου που αυτός παίζει απέναντί της […] [και] για έναν “εκδημοκρατισμό” των μηχανισμών, ώστε να προσφέρουν “ίσες δυνατότητες” στα άτομα [και] τα πιο ικανά να συμμετάσχουν στην “ανανέωση των ελίτ”» (όπ.π.: 362).

* «ιδεολογική χροιά του φετιχισμού της εξουσίας» (Πουλαντζάς 1975: 331), με «μια πολύπλοκη στάση ταύτισής της με ένα κράτος που το θεωρεί ότι είναι αυτοδικαίως δικό της κράτος, ο νόμιμος πολιτικός αντιπρόσωπος και οργανωτής της» (Πουλαντζάς 1982β: 363).

β) Στο πολιτικό επίπεδο, τόσο η παραδοσιακή μικροαστική τάξη όσο και η νέα μικροαστική τάξη εκδηλώνουν, κατά τον Πουλαντζά, επίσης ταυτόσημα «κατάλληλα αποτελέσματα»:

* στήριξη προς το κράτος (με το οποίο ιδεολογικά ταυτίζονται) και έτσι (διαμεσολαβημένη) στήριξη προς την αστική τάξη.

* ασταθής και αμφιταλαντευόμενη παρέμβαση στην πολιτική συγκυρία της κρίσης, που «εκδηλώνεται με το γνωστό φαινόμενο […] της “αιώρησής” της από μιαν αστική ταξική τοποθέτηση σε μιαν προλεταριακή ταξική τοποθέτηση […] (παράδειγμα οι εξελίξεις στη Γαλλία μεταξύ Μαΐου και Ιουλίου 1968)» (Πουλαντζάς 1982β: 370).

*  ωστόσο, ο Πουλαντζάς αναγνωρίζει ότι υπάρχουν μερίδες της νέας μικροαστικής τάξης, οι οποίες, καταλαμβάνοντας κατώτερες ιεραρχικές θέσεις στην καπιταλιστική διαδικασία παραγωγής και στον κρατικό μηχανισμό, θα μπορούσαν να πολωθούν προς την εργατική τάξη. Πιο συγκεκριμένα, σύμφωνα με τον Πουλαντζά (Πουλαντζάς 1982β: 390 κ.ε.) υπάρχουν τρεις τέτοιες μερίδες της νέας μικροαστικής τάξης. Η πρώτη «περιλαμβάνει τη μεγάλη πλειονότητα των μισθωτών βάσης στον τομέα του εμπορίου –“τους εμποροϋπαλλήλους”» , η δεύτερη «περιλαμβάνει τους κατώτερους υπαλλήλους των δημόσιων και ιδιωτικών γραφειοκρατικοποιημένων τομέων» και τέλος η τρίτη «είναι των κατώτερων τεχνικών και μηχανικών που μετέχουν άμεσα στην παραγωγική εργασία» .

γ) Τέλος, στο επίπεδο της στρατηγικής, ο Πουλαντζάς θεωρεί επίσης ότι τόσο η παραδοσιακή μικροαστική τάξη όσο και η νέα μικροαστική τάξη εκδηλώνουν τα ίδια «κατάλληλα αποτελέσματα», μέσω της απουσίας μιας αυτόνομης ταξικής στρατηγικής: «Δεν είναι δυνατόν να έχουν “δικά τους” μακροπρόθεσμα πολιτικά συμφέροντα» (Πουλαντζάς 1975: 332). «Τούτο σημαίνει απλούστατα ότι σ’ ένα καπιταλιστικό σχηματισμό δεν υπάρχει παρά μόνον ο αστικός και ο προλεταριακός (σοσιαλιστικός) δρόμος» (Πουλαντζάς 1982β: 368).

3.3. Δομικές ταξικές θέσεις και δυνητικές ταξικές τοποθετήσεις

Από την άποψη της δικής μας οπτικής η ανάλυση του Πουλαντζά για τις κοινωνικές τάξεις συγχέει τόσο δομικές ταξικές θέσεις όσο και (έτσι) δυνητικές ταξικές τοποθετήσεις των μεσαίων τάξεων.

α) Όσον αφορά τις ιδεολογικοπολιτικές τοποθετήσεις των υποσυνόλων των μεσαίων τάξεων: οι κατηγοριοποιήσεις του Πουλαντζά («αντικαπιταλιστική ιδεολογική χροιά υπέρ του κοινωνικού status quo», «ιδεολογική τάση της “γέφυρας”: βλέψεις προς την κοινωνική καταξίωση-άνοδο», «φετιχισμός της εξουσίας » είναι πολύ γενικές (στην ουσία αποτελούν σταθερές της κυρίαρχης αστικής ιδεολογίας γενικά), και για το λόγο αυτόν συσκοτίζουν τις ιδιαίτερες μορφές υπό τις οποίες εμφανίζονται σε καθένα από τα ταξικά σύνολα που εξετάζουμε εδώ. Θα σχολιάσουμε μόνο τα προφανή, αναπτύσσοντας τη δική μας προβληματική, αφού υπενθυμίσουμε πιο πριν ότι η «παραδοσιακή μικροαστική τάξη», σύμφωνα με τον Πουλαντζά, αντιστοιχεί στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη συν τη μεσαία αστική τάξη, με βάση τις δικές μας αναλυτικές παραδοχές: Από τη μια πλευρά, ο «αντικαπιταλισμός» της μεσαίας αστικής τάξης στρέφεται κατά των μεγάλων επιχειρήσεων (που «καταδυναστεύουν τις μικρές»). Από την άλλη, η στράτευσή της υπέρ του status quo είναι πρώτα απ’ όλα μια στράτευση κατά της «αναδιανομής» (της αύξησης του «εργασιακού κόστους») και από αυτή την άποψη η μεσαία αστική τάξη προσεγγίζει τα ταξικά ενδιαφέροντα της καπιταλιστικής τάξης. Επιπλέον, η φιλοδοξία για κοινωνική άνοδο είναι εγγεγραμμένη στη μήτρα του ΥΤΠ (εφόσον το κέρδος περιλαμβάνεται, έστω και με αντιφάσεις, στους σκοπούς της υβριδικής παραγωγής) και αυτό θέτει τη μεσοαστική στρατηγική στο καπιταλιστικό στρατόπεδο.

Ο «αντικαπιταλισμός» της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης συναντά τα όριά του στην επιθυμία της να αυτοαναπαραχθεί ως μια τάξη ιδιοκτήτρια των μέσων παραγωγής, μια οπτική η οποία είναι παραπλήσια προς εκείνη της μεσαίας αστικής τάξης. Εντούτοις, αντίθετα με τη μεσαία αστική τάξη, η παραδοσιακή μικροαστική τάξη μάλλον ευνοεί μια «αναδιανομή του πλούτου», εφόσον η αναπαραγωγή της (ως μιας τάξης ιδιοκτητών μέσων παραγωγής) δεν εξαρτάται από την εκμετάλλευση ξένης εργασίας, αλλά, περισσότερο ή λιγότερο, από τα επιπρόσθετα εισοδήματα που προέρχονται από μισθωτή απασχόληση (αλλά και από την κοινωνική πολιτική του κράτους). Το τελευταίο (δηλαδή η κατάσταση της ημιπρολεταριοποίησης) όπως επίσης και η έντονη «αυτοεκμετάλλευση» της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης στην παραγωγική πρακτική (εν συγκρίσει προς τη μεσαία αστική τάξη) ίσως τη θέτει πλησιέστερα προς την εργατική τάξη, κάτω από ειδικές συνθήκες της κοινωνικής συγκυρίας.

Η νέα μικροαστική τάξη, αντιθέτως, καταλαμβάνει μεσαίες και χαμηλότερες διευθυντικές θέσεις στις μεγάλες εταιρείες. Επιθυμεί να δει την περαιτέρω ανάπτυξη αυτών των επιχειρήσεων, δηλαδή «την οικονομία της χώρας να πηγαίνει μπροστά», να αυξάνεται η «ανταγωνιστικότητα» κλπ. και από αυτή την άποψη ο «αντικαπιταλισμός» της είναι ο αντίθετος εκείνου της μεσαίας αστικής και της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης: «εναντίον» των επιχειρηματιών αλλά υπέρ των επιχειρήσεων. Μερικώς η αντίληψη της νέας μικροαστικής τάξης προσεγγίζει εκείνη της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης στο θέμα της «αναδιανομής» του εισοδήματος εφόσον ευνοεί την «αναδιανομή του πλούτου». Αλλά, αντίθετα με τα άλλα δυο υποσύνολα των μεσαίων τάξεων, η νέα μικροαστική τάξη επίσης ευνοεί την αύξηση των αρμοδιοτήτων όλων εκείνων που «φέρουν τη γνώση» και στελεχώνουν τις ενδιάμεσες θέσεις στην κρατική και επιχειρηματική ιεραρχία, οι οποίοι «στραγγαλίζονται» από την «έλλειψη αξιοκρατίας» που απορρέει από το «ιδιωτικό καθεστώς» της σύγχρονης επιχείρησης ή τον «απολυταρχισμό» του κράτους.

Οι βλέψεις για κοινωνική άνοδο του «νέου μικροαστού» ταυτίζονται με την ανέλιξή του στη μεγάλη επιχείρηση και τους κρατικούς μηχανισμούς. Η σχέση του με τη μεγάλη καπιταλιστική επιχείρηση και το κράτος είναι εσωτερική.

Στην περίπτωση τόσο της μεσαίας αστικής τάξης όσο και της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης η σχέση με τη μεγάλη επιχείρηση είναι ανταγωνιστική (ακόμα κι όταν ο «μεσοαστός» ή ο «παραδοσιακός μικροαστός» λειτουργεί ως υπεργολάβος ή προμηθευτής της μεγάλης επιχείρησης, που τον «εκμεταλλεύεται») και προς το κράτος είναι εξωτερική: απαιτεί μια οικονομική και φορολογική πολιτική που θα τον προστατεύει από τον καπιταλιστικό ανταγωνισμό.

Ειδικότερα στη σχέση τους με το κράτος, οι «νέοι μικροαστοί» που επανδρώνουν τους κρατικούς μηχανισμούς (αλλά και τις καπιταλιστικές επιχειρήσεις υπό δημόσια νομική ιδιοκτησία) θεωρούν το κράτος το «δικό τους» κράτος, όπως και ο Πουλαντζάς υποδεικνύει. Διεκδικούν τον «εκδημοκρατισμό» των θεσμών και των διαδικασιών, μέσα από τον οποίο θα διευρύνουν τις αρμοδιότητες και δικαιοδοσίες τους. Αντίθετα, οι «μεσοαστοί» και οι «παραδοσιακοί μικροαστοί», λόγω της εξωτερικής σχέσης τους με τον κρατισμό μηχανισμό, εκδηλώνουν το «φετιχισμό» του κράτους και της εξουσίας μάλλον μέσα από την υπεράσπιση των παραδοσιακών αξιών της κυρίαρχης ιδεολογίας και κυρίως της «οικογένειας» 36 (βλ. και Μηλιός 2002.)

β) Σχετικά με την πόλωση των υποσυνόλων των μεσαίων τάξεων σε συγκυρίες πολιτικών κρίσεων αντιπροσώπευσης ή ακόμα και σε «κανονικές» συγκυρίες: έχει επανειλημμένως αποδειχθεί ιστορικά ότι σε φάσεις αποσταθεροποίησης-διάλυσης των κοινοβουλευτικών σχέσεων αντιπροσώπευσης η παραδοσιακή (με την έννοια του Πουλαντζά) μικροαστική τάξη έλκεται από το φασισμό, επανδρώνει τα ακροδεξιά κινήματα και αποτελεί τον κύριο όγκο της λαϊκής τους βάσης. Μάλιστα, η τάση αυτή συχνά εκδηλώνεται και σε περιόδους κατά τις οποίες απλώς χαλαρώνουν οι δεσμοί αντιπροσώπευσης των «πολιτών» από τα πολιτικά κόμματα ή σε περιόδους αναδιάρθρωσης του κράτους σε συντηρητική κατεύθυνση. Ειδικότερα, αναφορικά προς το φασισμό αυτή η υποστήριξη θα μπορούσε να ερμηνευτεί από τα ειδικά στοιχεία του κοινού χαρακτήρα του αντικαπιταλισμού-εντός-του-καπιταλισμού, τον οποίο μοιράζονται τόσο η μεσαία αστική όσο και η παραδοσιακή μικροαστική τάξη, αναφορικά με τις «αντιπλουτοκρατικές» διακηρύξεις του φασισμού. Ο Πουλαντζάς (1975: 346) γράφει αναφορικά με αυτό το ζήτημα: «Οι “αντιπλουτοκρατικές” διακηρύξεις στρέφονται εναντίον των τμημάτων του μεγάλου κεφαλαίου που η δραστηριότητά του πλήττει, με τον πιο φανερό τρόπο, τα συμφέρονται της κλασικής μικροαστικής τάξης: εναντίον του τοκογλυφικού κεφαλαίου […]· εναντίον του μεγάλου κεφαλαίου που επενδύεται στη σφαίρα της κυκλοφορίας […]? εναντίον των μονοπωλίων […]· και τέλος εναντίον της φορολογίας» .

Επιπλέον, σύμφωνα με τον Πουλαντζά (1975: 334) «η “παραδοσιακή” μικροαστική τάξη […] είναι πιο πρόσφορη στα εξτρεμιστικά κινήματα της Δεξιάς μέσα σε “ομαλές” συγκυρίες και λιγότερο η νέα μικροαστική τάξη: παράδειγμα, ο μακαρθισμός στις ΗΠΑ και ο πουζαντισμός στη Γαλλία» .

Αντίθετα, η νέα μικροαστική τάξη, λόγω της ροπής της προς τον «εκδημοκρατισμό του κράτους» και τη μαζικοποίηση των συλλογικών αρμοδιοτήτων, προσανατολίζεται σε σημαντικό βαθμό προς το συνδικαλισμό και τα μεταρρυθμιστικά πολιτικά κόμματα, ενώ από τις «γραμμές της» προκύπτει πάντα μια σημαντική μερίδα των στελεχών της σοσιαλιστικής επανάστασης: «Μετά τον πόλεμο, ένα τμήμα της μικροαστικής τάξης μοιάζει να ταλαντεύεται, λίγο ή πολύ, προς την εργατική τάξη. Οι ιδιωτικοί και δημόσιοι υπάλληλοι συμμετέχουν ανοιχτά στις μεγάλες απεργίες και τα συλλαλητήρια, προσχωρούν στα συνδικάτα, αλλά επίσης υποστηρίζουν εκλογικά […] την σοσιαλδημοκρατία και, σπανιότερα, το κομμουνιστικό κόμμα » (Πουλαντζάς 1975: 355). Στην ίδια αναλυτική κατεύθυνση πρέπει επίσης να υπενθυμίσουμε την παραδοχή του Πουλαντζά ότι εντός της νέας μικροαστικής τάξης σχηματίζονται τρεις μερίδες («εμποροϋπάλληλοι», κατώτεροι υπηρέτες και κατώτεροι τεχνικοί και μηχανικοί) οι οποίοι μπορούν να πολωθούν αντικειμενικά προς την εργατική τάξη. Εντούτοις, όπως έχουμε ήδη υποστηρίξει, μία από αυτές τις μερίδες (εκείνη των «εμποροϋπαλλήλων») είναι δομικά μέρος της εργατικής και όχι της νέας μικροαστικής τάξης.

Δεδομένων των προαναφερθέντων, υποστηρίζουμε ότι τα κατά Πουλαντζά πολιτικά και ιδεολογικά «κατάλληλα αποτελέσματα» δεν μπορούν να ορίσουν μια μοναδική κοινωνική τάξη και σε κάθε περίπτωση δεν μπορούν να εκτοπίσουν τον δομικό ταξικό καθορισμό στο οικονομικό επίπεδο. 37

γ) Σχετικά με την «απουσία αυτόνομης ταξικής στρατηγικής» των μεσαίων τάξεων: ενώ είναι σαφής η απουσία ενός ταξικού στρατηγικού συμφέροντος για τη μεσαία αστική και την παραδοσιακή μικροαστική τάξη (μιας δυνάμει προοπτικής δικής της ταξικής εξουσίας) –εφόσον, ως θεμελιώδεις κοινωνικές τάξεις του καπιταλισμού, το μοντέλο της κοινωνικοοικονομικής αναπαραγωγής τους αντιστοιχεί σε (και εξαρτάται αποκλειστικά από) τις συνθήκες της ατομικής/ιδιωτικής (καπιταλιστικής) ιδιοκτησίας– κάτι τέτοιο δεν είναι προφανές για τη νέα μικροαστική τάξη. Ανεξάρτητα από ατομικές ή συλλογικές «συνειδήσεις», η τάση ελέγχου των επιχειρήσεων και των κρατικών μηχανισμών που απορρέει από την ταξική θέση της νέας μικροαστικής τάξης δυνάμει εμπεριέχει την προοπτική «μετάβασης» προς ένα καθεστώς κρατικού καπιταλισμού, κατά το πρότυπο αυτών που διαμορφώθηκαν στην Ανατολική Ευρώπη μετά το 1945 ή σε χώρες του Τρίτου Κόσμου38 (Μηλιός 2002).

Στα καθεστώτα του κρατικού καπιταλισμού της Ανατολικής Ευρώπης μετά το 1945 («υπαρκτός σοσιαλισμός»), η «αστική τάξη νέου τύπου»39 που κατείχε την πραγματική ιδιοκτησία (κυριότητα και κατοχή) των «δημόσιων» μέσων παραγωγής (και του παραγόμενου υπερπροϊόντος), προήλθε από το μετασχηματισμό-ανέλιξη στην εξουσία μερίδων της νέας μικροαστικής τάξης. Καίτοι στις περιπτώσεις αυτές η νέα μικροαστική τάξη (ή μάλλον ορισμένες ανώτερες μερίδες της) μετασχηματίζεται σε κρατική αστική τάξη, 40 εντούτοις η στρατηγική αυτού του δυνάμει μετασχηματισμού αποτελεί «κατάλληλο αποτέλεσμα», που μπορεί να εντοπιστεί στην αυθόρμητη καθημερινή πρακτική μερίδων της νέας μικροαστικής τάξης (Πουλαντζάς 1982β: 369).

4. Επίλογος

Η ανάλυση που προηγήθηκε αποτελεί μια πρώτη κατάθεση θέσεων και επιχειρημάτων για τη θεμελίωση της άποψης ότι οι μικροαστοί δεν αποτελούν ενιαία τάξη αλλά πολώνονται σε τρεις «ενδιάμεσες» τάξεις στις κοινωνίες του αναπτυγμένου καπιταλισμού: παραδοσιακή μικροαστική τάξη, νέα μικροαστική τάξη και μεσαία αστική τάξη. Αυτό το συμπέρασμα βασίζεται στη θεωρητική παραδοχή ότι δεν μπορεί να υπάρξει ένας μοναδικός ταξικός ορισμός για όλα τα ταξικά υποσύνολα των μεσαίων τάξεων στο οικονομικό επίπεδο και ότι δεν μπορεί να υπάρξει κανένας ταξικός ορισμός στο πολιτικό και ιδεολογικό επίπεδο σε αντίθεση με τον ορισμό στο οικονομικό επίπεδο. Η παραδοσιακή μικροαστική τάξη είναι η τάξη των αυτοαπασχολούμενων απλών εμπορευματοπαραγωγών, δηλαδή είναι η τάξη που σχηματίζεται εντός της απλής εμπορευματικής παραγωγής· η νέα μικροαστική τάξη είναι η ενδιάμεση κοινωνική τάξη των μισθωτών εργαζομένων οι οποίοι ασκούν εξουσία στο όνομα του καπιταλιστικού συστήματος, εντός της διαδικασίας καπιταλιστικής παραγωγής (ΚΤΠ) και της κοινωνικής αναπαραγωγής (καπιταλιστικό κράτος/κατασταλτικοί-ιδεολογικοί μηχανισμοί)· τέλος, η μεσαία αστική τάξη είναι η τάξη των αυτοαπασχολούμενων επιχειρηματιών οι οποίοι εκμεταλλεύονται οριακή ως προς τον αριθμό της μισθωτή εργασιακή δύναμη, δηλαδή είναι η τάξη που σχηματίζεται εντός του υβριδικού τρόπου παραγωγής.

Αναλύοντας κριτικά τις θέσεις του Πουλαντζά επί του προσδιορισμού των τάξεων συναγάγαμε ότι οδηγείται σε λανθασμένα συμπεράσματα: παρανοήσεις στον ορισμό των κοινωνικών τάξεων στο οικονομικό επίπεδο, οφειλόμενες σε λανθασμένα ή ανεπαρκή κριτήρια ταξικού προσδιορισμού, με αποτέλεσμα να ορίζει μια περιορισμένη εργατική τάξη και μια υπερδιευρυμένη νέα μικροαστική, και να ταυτίζει μια μη εκμεταλλευτική και μια εκμεταλλευτική κοινωνική τάξη (παραδοσιακή μικροαστική τάξη-μεσαία αστική τάξη). Προσθέτουμε την παρανόηση των δυνητικών πολιτικών και ιδεολογικών τοποθετήσεων των μεσαίων τάξεων, που οφείλεται στον τρόπο με τον οποίο ο Πουλαντζάς χρησιμοποιεί τη θεωρία του των «κατάλληλων αποτελεσμάτων».

Εστιάζοντας στις δυνητικές τοποθετήσεις των μεσαίων τάξεων, συμπεράναμε ότι κάθε τάξη παράγει ιδιαίτερα ή σε κάθε περίπτωση διαφορετικά από τις άλλες «κατάλληλα αποτελέσματα». Αυτά τα «αποτελέσματα» αναδύονται από τις –και ανταποκρίνονται στις– ιδιαιτερότητες των δομικών ταξικών χαρακτηριστικών καθενός από τα ταξικά υποσύνολα των μεσαίων τάξεων.41

________________________

Βιβλιογραφικές αναφορές

Albritton R. (2000), «Agrarian Capitalism: A Response to Michael Zmolek», The Journal of Peasant Studies 28,1 (October): 147-154.

Αλτουσέρ Λ. (1977), «Απάντηση στον Τζων Λιούις»· στο Αλτουσέρ Λ., Λιούις Τζ., Απάντηση στον Τζων Λιούις – Κριτική του έργου του Λουί Αλτουσέρ, Αθήνα: Θεμέλιο.

Αλτουσέρ Λ. (1978α), Θέσεις, Αθήνα: Θεμέλιο.

Αλτουσέρ Λ. (1978β), Για τον Μαρξ, Αθήνα: Γράμματα.

Αλτουσέρ Λ. (2003), «Από το Κεφάλαιο στη φιλοσοφία του Μαρξ», «Το αντικείμενο του Κεφαλαίου» ? στο Althusser L., E. Balibar, R. Establet, P. Macherey, J. Ranciere (2003), Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Balibar E. (1986), “Klassen/Κlassenkampf“, στο Labica/Bensussan (eds), Kritisches Worterbuch des Marxismus, Berlin: Αrgument, 4: 615-636.

Banaji J. (1976), «The Peasantry in the Feudal Mode of Production: Towards an Economic Model», The Journal of Peasant Studies 3 (April): 299-320.

Banaji J. (1977), «Modes of Production in a Materialist Conception of History», Capital & Class 3 (autumn): 1-43.

Becker J.F. (1973), «Class Structure and Conflict in the Managerial Phase: I.», Science & Society 37, 3 (Fall): 259-277 & Becker, James F. (1973-4), “Class Structure and Conflict in the Managerial Phase: II”, Science & Society 37, 4 (Winter): 437-453.

Bernstein H. (1979), «African Peasantries: a Theoretical Framework», The Journal of Peasant Studies 4 (July): 421-443.

Βεργόπουλος Κ. (1975), Το Αγροτικό Ζήτημα στην Ελλάδα – Η κοινωνική ενσωμάτωση της γεωργίας, Αμίν Σ., «Πρόλογος» στη γ΄ έκδοση: Εξάντας.

Βεργόπουλος Κ., Αμίν. Σ. (χωρίς χρονολογία έκδοσης), Καπιταλισμός και Αγροτικό Ζήτημα: Δύσμορφος Καπιταλισμός: Παπαζήσης.

Carchedi G. (1977), On the Economic Identification of Social Classes, London: Routledge & Kegan Paul.

Carter B. (1985), Capitalism, Class Conflict and the New Middle Class, London, Boston, Melbourne and Henley: Routledge & Kegan Paul.

Chevalier J.M. (1982), Civilisation and the Stolen Gift: Capital, Kin, and Cult in the Eastern Peru, Toronto Buffalo London: University of Toronto Press.

Chevalier J.M. (1983), «There is Nothing Simple about Simple Commodity Production», The Journal of Peasant Studies 10, 4 (July): 153-186.

Cutler A., B. Hindess, P. Hirst, A. Hussain (1977), Marx’s Capital and Capitalism Today, London: Routledge & kegan Paul, vol. 1.

Dedoussopoulos A. (1985), Capitalism, Simple Commodity Production and Merchant Capitlal: The Political Economy of Greece in the 19th century, Ph.D. Thesis, University of Kent at Canterbury: Photocopy offprint.

Der X. Parteitag der Kommunistischen Partei Chinas, 1973, Peking.

Economakis G. E. (2005), «Definition of the capitalist mode of production: re-examination (with application to non-capitalist modes of production», History of Economics Review 42 (Summer): 12-28.

Gerstein I. (1989), «(Re)Structuring Structural Marxism», Rethinking Marxism 2, 1 (Spring): 104-133.

Goodman D., M. Redclift (1982), From Peasant to Proletarian – Capitalist Development and the Agrarian Transition, New York: St. Martin’s Press.

Γκράμσι Α. (1972), Οι Διανοούμενοι, Αθήνα: Στοχαστής, Α.

Harnecker M. (χωρίς χρονολογία έκδοσης), Βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού, Αθήνα: Παπαζήσης.

Harrison M. (1977), «The Peasant Mode of Production in the Work of A.V. Chayanov», The Journal of Peasant Studies 4 (July): 323-336.

Hindess B., P.Q. Hirst (1979), Pre-capitalist Modes of Production, London: Routledge & kegan Paul.

Jessop Β. (1985), Nicos Poulantzas – Marxist Theory and Political Strategy, London and Basingstoke: Macmillan Publishers LTD.

Labica G. (1986), «Kleinburgertum, Kleinbourgeoisie, Mittelstand», στο Labica/Bensussan (eds), Kritisches Woerterbuch des Marxismus Berlin: Αrgument, 4: 637-645.

Laclau E. (1983), Πολιτική και ιδεολογία στη μαρξιστική θεωρία/Καπιταλισμός-Φασισμός-Λαϊκισμός, Θεσσαλονίκη: Σύγχρονα Θέματα.

Λένιν Β.Ι. (1986), Το αγροτικό ζήτημα και οι «κριτικοί του Μαρξ», Μόσχα: Προγκρές.

Mao Tse-Tung (1968), «Analyse der Klassen in der chinesischen Gesellschaft», στο Mao Tse-Tung, Ausgewalte Werke, Beijing, 1: 9-19.

Μάο Τσετούνγκ (1975),  Για την οικοδόμηση του σοσιαλισμού. Κριτική στο Στάλιν και την ΕΣΣΔ, Αθήνα: Εκδόσεις του Λαού.

Μάο Τσετούνγκ (1976),  Αποσπάσματα για την Πολιτιστική Επανάσταση, Αθήνα: Πολιτιστική Επανάσταση.

Martin J. (1977), «Α Replay to Banaji on the Feudal Mode of Production», The Journal of Peasant Studies 4 (July): 390-393.

Μαρξ Κ. (1978α), Το Κεφάλαιο-Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος πρώτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ. (1978β), Το Κεφάλαιο-Κριτική της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος τρίτος, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ. (1984), Θεωρίες για την Υπεραξία, Μέρος Πρώτο, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Μαρξ Κ. (1989), Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Α, Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ Κ. (1990), Grundrisse. Βασικές γραμμές της Κριτικής της Πολιτικής Οικονομίας, τόμος Β, Αθήνα: Στοχαστής.

Μαρξ Κ. (χωρίς χρονολογία έκδοσης), Αποτελέσματα της Άμεσης Διαδικασίας Παραγωγής [VI ανέκδοτο βιβλίο], Αθήνα: Α/συνέχεια.

Μαρξ Κ. Ένγκελς Φρ. (1994), Η Γερμανική Ιδεολογία, τόμος πρώτος, Αθήνα: Gutenberg.

Milios J. (1999), «Preindustrial Capitalist forms: Lenin’s Contribution to a Marxist Theory of Economic Development», Rethinking Marxism 11, 4 (Winter): 38-56.

Milios J. (2000), «Social Classes in Classical and Marxist Political Economy», The American Journal of Economics and Sociology 59, 3: 283-302.

Μηλιός Γ. (2002), «Το ζήτημα των μικροαστών: Ενιαία τάξη ή δυο διακριτά ταξικά σύνολα;», Θέσεις 81: 59-80.

Μηλιός Γ., Δ. Δημούλης, Γ. Οικονομάκης (2005), Η Θεωρία του Μαρξ για τον Καπιταλισμό: πλευρές μιας θεωρητικής και πολιτικής ρήξης, Αθήνα: νήσος.

Μπαλιμπάρ Ε. (2003), «Σχετικά με τις θεμελιώδεις έννοιες του ιστορικού υλισμού»? στο Althusser L., E. Balibar, R. Establet, P. Macherey, J. Ranciere (2003), Να Διαβάσουμε το Κεφάλαιο, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Μπαλιμπάρ Ε. (2003), «Για τη μαρξιστική έννοια του “καταμερισμού της χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας” και την πάλη των τάξεων», Θέσεις 17: 99-111.

Μπεττελέμ Σ. (1975), Πολιτιστική Επανάσταση και βιομηχανική οργάνωση στην Κίνα, Αθήνα: Γη.

Μπετελέμ Σ. (1978), Μορφές ιδιοκτησίας στο μεταβατικό στάδιο προς το σοσιαλισμό: Οικονομικός λογισμός και μορφές ιδιοκτησίας, Αθήνα: Ράππα.

Bettelheim Ch. (1983), Μετάβαση στη σοσιαλιστική οικονομία, Αθήνα: Μπάυρον.

Murray P. (2000), «Marx’s “Truly Social” Labor Theory of Value: Abstract Labor in Marxian Value Theory», Part II. Historical Materialism 7: 99-136.

Οικονομάκης Γ. (2000), Ιστορικοί Τρόποι Παραγωγής, Καπιταλιστικό Σύστημα και Γεωργία, Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα.

Οικονομάκης Γ. (2005), «Σκέψεις πάνω στο θεωρητικό προσδιορισμό της εργατικής τάξης», Θέσεις 90: 93-126.

Ομάδα Επιστημόνων: Διαμαντής Γ., Θερσιώτη Α., Ιωάννου Θ., Κοτζιάς Ν. (γενική εποπτεία), Κωνσταντινίδης Γ., Συμεωνίδης Τ. (1981), Η Διανόηση στην Ελλάδα, Ταξική Θέση και Ιδεολογία, Αθήνα: Σύγχρονη Εποχή.

Pestieau J. (1998), The changes in the composition of the working class and the proletariat, International Communist Seminar – Workers’ Party of Belgium, Brussels, May 2-4: http://www.wpb.be/icm/98en/98en06.html

Poulantzas N. (1973), «On Social Classes», New Left Review 78: 27-54.

Πουλαντζάς Ν. (1975), Φασισμός και δικτατορία: η Τρίτη Διεθνής αντιμέτωπη στον φασισμό, Αθήνα: Ολκός.

Πουλαντζάς Ν.Α. (1982α), Πολιτική Εξουσία και Κοινωνικές Τάξεις, τόμος α, Αθήνα: Θεμέλιο.

Πουλαντζάς Ν.Α. (1982β), Οι Κοινωνικές Τάξεις στον Σύγχρονο Καπιταλισμό, Αθήνα: Θεμέλιο.

Πουλαντζάς Ν. (1984), «Το πρόβλημα του κεφαλαιοκρατικού κράτους», «Το κεφαλαιοκρατικό κράτος: Μια απάντηση στον Μίλιμπαντ», «Σχετικά με τον ολοκληρωτισμό», «Σχετικά με τη λαϊκή απήχηση του φασισμού»· στο Πουλαντζάς Ν., Μίλιμπαντ Ρ., Φάυ Ζ.Π., Προβλήματα του Σύγχρονου Κράτους και του Φασιστικού Φαινομένου, Αθήνα: Θεμέλιο.

Resnick S, R. Wolff (1982), «Classes in Marxian Theory», The Review of Radical Political Economics 13, 4: 1-18.

Resnick S., R. Wolff (2002), Class Theory and History: Capitalism and Communism in the U.S.S.R., New York: Routledge.

Rey P.-Ph. (no publication date), «Sur l’ Articulation des Modes de Production» (Cahier 1 & 2), in Problemes de Planification, No 13 & 14. Ecole des Hautes Etudes (VIe Section), Centre d’ Etudes de Planification Socialiste. Sorbonne – Paris.

Rey, P.-Ph. (1973), Les Alliances de Classes, Paris: Francois Maspero.

Σταμάτης Γ. (1989), «Η θέση της “κυκλοφορίας” στην αναπαραγωγή του οικονομικού συστήματος και στην παραγωγή υπεραξίας και κέρδους», Θέσεις 29: 119-32.

Σταμάτης Γ. (1992), Κείμενα Οικονομικής Θεωρίας και Πολιτικής, τόμος Α, Αθήνα: Κριτική.

Ste. Croix G.E.M. de (1984), «Class in Marx’s Conception of History, Ancient and Modern», New Left Review 146: 92-111.

Wolpe H. (1980), «Introduction», στο H. Wolpe (ed.) The articulation of modes of production London, Boston and Henley: Routledge & Kegan Paul.

Wright E.O. (1978), «Class Boundaries in Advanced Capitalist Societies», New Left Review. 98.

Wright E.O. (1980), «Varieties of Marxist Conceptions of Class Structure», Politics & Society 9, 3: 323-370.

Wright E.O. (1983), «Class Boundaries and Contradictory Class Locations», σε A. Giddens, D. Held (eds.), Classes, Power, and Conflict – Classical and Contemporary Debates, London and Basingstoke: The Macmillan Press LTD: 112-129.

Wright E. O. (1997), Classes, London-New York: Verso.

___________________________

Σημειώσεις

1.Το κείμενο αυτό αποτελεί ελαφρώς παραλλαγμένη μορφή εισήγησης με τίτλο «Working class and the middle classes: Class position and class stance», την οποία επρόκειτο να παρουσιάσει ο πρώτος εκ των συγγραφέων στο διεθνές συνέδριο How Class Works , που διοργάνωσε στο διάστημα 8-10 Ιουνίου 2006 το Τμήμα Οικονομικών του Πολιτειακού Πανεπιστημίου Νέας Υόρκης SUNY Stony Brook. Καθώς οι Αρχές των ΗΠΑ του απαγόρευσαν την είσοδο στη χώρα, η παρουσίαση της εισήγησης δεν έλαβε χώρα.

2.Σχετικά με τη θέση ότι οι τάξεις υπάρχουν μόνο εντός της ταξικής πάλης, η οποία γίνεται κατανοητή ως αυτοαναπαραγόμενη διαδικασία «χωρίς υποκείμενο ή τέλος» (και έτσι ανεξάρτητη απ’ ό,τι θα μπορούσε να περιγραφεί ως «ταξική συνείδηση» ή «ταξική στρατηγική»), βλ. Αλτουσέρ 1977. Τα επόμενα αποσπάσματα δείχνουν καθαρά την οπτική που επιθυμούμε να υπογραμμίσουμε εδώ: Οι τάξεις «δεν μπορούν να οριστούν η μία ανεξάρτητα από την άλλη, αλλά μόνο μέσω μια κοινωνικής συγκρουσιακής σχέσης η οποία φέρνει τη μια τάξη ενάντια στην άλλη» (Balibar 1986: 620). «Οι τάξεις […] είναι η συλλογική κοινωνική έκφραση του γεγονότος της εκμετάλλευσης, του τρόπου με τον οποίο η εκμετάλλευση ενσωματώνεται σε μια κοινωνική δομή» (Ste. Croix 1984: 100).

3.Με τον όρο «μεσαίες (κοινωνικές) τάξεις» εννοούμε το ανομοιογενές ταξικό σύνολο των επονομαζόμενων παραδοσιακή και νέα μικροαστική τάξη και της τάξης την οποία θα ορίσουμε ως «μεσαία αστική τάξη» (ή «μεσοαστική τάξη»).

4.Βλ. κυρίως Αλτουσέρ [Althusser] 1977, 1978α, 1978β, 2003, Balibar 1986, Μπαλιμπάρ 1986, 2003 Μπετ(τ)ελέμ [Bettelheim] 1975, 1978, 1983, Harnecker χωρίς χρονολογία έκδοσης, Πουλαντζά 1975, 1982α, 1982β, 1984), Rey χωρίς χρονολογία έκδοσης, 1973.

5.Για τη διάκριση μεταξύ πραγματικής (οικονομικής) κυριότητας και κατοχής βλ. Jessop 1985: 161.

6.Στην ανάλυσή μας, αυτές οι τρεις σχέσεις αποτελούν τον «μικρό αριθμό στοιχείων που είναι πάντοτε τα ίδια» (Μπαλιμπάρ 2003: 489). Εντούτοις, είναι πάντοτε τα ίδια μόνο στον γενικό τους προσδιορισμό και με την έννοια ότι αποτελούν τις σταθερές συνιστώσες των σχέσεων παραγωγής. Αυτό σημαίνει ότι οι τρεις αυτές σχέσεις δεν πρέπει να θεωρούνται αμετάβλητες από τον ένα τρόπο παραγωγής στον άλλο, ως εάν να ήταν σχηματισμένες από «στοιχεία» τα οποία θα «έμεναν αμετάβλητα σ’ όλους τους τρόπους παραγωγής» (Πουλαντζάς 1984: 83, βλ. επίσης Dedoussopoulos 1985: 161, Gerstein 1989: 123, 125).

7.Υποστηρίζουμε τη θέση ότι «παραγωγική εργασία» από την άποψη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής είναι η εργασία που αμείβεται από μεταβλητό κεφάλαιο (Μαρξ 1978α, 1984, Ομάδα Επιστημόνων 1981, Σταμάτης 1992, Οικονομάκης 2000). Κατά συνέπεια, «παραγωγή», από την άποψη της καπιταλιστικής διαδικασίας παραγωγής, είναι κάθε διαδικασία στην οποία η εργασιακή δύναμη ανταλλάσσεται άμεσα με κεφάλαιο (βλ. στη συνέχεια για μια σύντομη ανάλυση επ’ αυτού του θεωρητικού ζητήματος.)

8.Αυτή η διάκριση μεταξύ θεμελιωδών και μη θεμελιωδών κοινωνικών τάξεων δεν σχετίζεται με τη διάκριση (που έχει τεθεί από τους Resnick and Wolff) μεταξύ «θεμελιωδών και υπαγόμενων τάξεων», η οποία αναφέρεται στη «διάκριση μεταξύ της παραγωγής και της διανομής της υπεραξίας» (1982: 2 ff.) ή του πλεονάσματος (βλ. και Resnick and Wolff 2002).

9.Πρόκειται εδώ για την περίπτωση όπου νέες τάξεις διαμορφώνονται από την ιστορική διαδικασία μετάβασης, καθώς κάποιοι τρόποι παραγωγής διαλύονται υπό το βάρος της διευρυμένης αναπαραγωγής ενός νέου κυρίαρχου τρόπου παραγωγής. Τυπικό παράδειγμα μιας τέτοιας περίπτωσης αποτελεί η τάξη των γαιοκτημόνων σε μερικές καπιταλιστικές χώρες (π.χ. Βρετανία) η οποία αναδύθηκε από το μετασχηματισμό-προσαρμογή της τάξης των φεουδαρχών: με τη διάλυση του φεουδαρχικού τρόπου παραγωγής, η φεουδαρχική μετασχηματίστηκε σε καπιταλιστικού τύπου κυριότητα (πλήρης κυριότητα επί της γης), και οι δουλοπάροικοι εκδιώχθηκαν από τη γη (που πλέον περιφράχτηκε από τους γαιοκτήμονες) και αποστερήθηκαν όλα τα προηγούμενα δικαιώματά τους επί της («πραγματικής οικειοποίησης», δηλαδή της κατοχής της) γης. Εντός αυτής της διαδικασίας, οι φεουδάρχες έγιναν γαιοκτήμονες με τη σύγχρονη (καπιταλιστική) έννοια: ιδιοκτήτες της γης οι οποίοι απολαμβάνουν μιας ειδικής μορφής εισοδήματος, της καπιταλιστικής γαιοπροσόδου, μέσω της ενοικίασης των γαιών τους στους καπιταλιστές ενοικιαστές της γης. Η τάξη των γαιοκτημόνων, εντούτοις, δεν αποτελεί δομικό-συστατικό στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής, δηλαδή ένα αναπόφευκτο αποτέλεσμα της κυριαρχίας του, αλλά συνιστά εκδήλωση μιας ειδικής ιστορικής εκδοχής αυτής της κυριαρχίας. Έτσι είναι κατανοήσιμο πώς έλαβε χώρα η συρρίκνωση, ακόμα και η εξαφάνιση, της τάξης των γαιοκτημόνων σε χώρες όπου η καπιταλιστική κυριαρχία οδήγησε σε διαφορετικές σχέσεις ταξικής εξουσίας στις αγροτικές περιοχές. Η συνηθέστερη ιστορική εκδοχή είναι ο κατακερματισμός των κλήρων και η ιδιοποίησή τους από τους άμεσους καλλιεργητές, ένα μέρος από τους οποίους μετασχηματίζεται έτσι σε αυτοαπασχολούμενους παραγωγούς απλών εμπορευμάτων (βλ. σχετικά και Μηλιός 2002).

10.«Ο ταξικός δομικός προσδιορισμός τους δεν μπορεί να νοηθεί παρά στη σχέση τους με την αστική τάξη και την εργατική τάξη μέσα στον κοινωνικό καταμερισμό εργασίας (πόλωση του ταξικού προσδιορισμού) » (Πουλαντζάς 1982β: 255).

11.«Λέγοντας “κατάλληλα αποτελέσματα” θα εννοούμε το γεγονός ότι η αντανάκλαση της θέσης μέσα στην παραγωγική διαδικασία πάνω στα άλλα επίπεδα αποτελεί ένα καινούργιο στοιχείο, που δεν μπορεί να ενσωματωθεί μέσα στο τυπικό πλαίσιο που θα παρουσίαζαν αυτά τα επίπεδα δίχως αυτό το στοιχείο» (Πουλαντζάς 1982α: 106-107).

12.Η θέση περί της ένταξης όλων των κοινωνικών ομάδων σε τάξεις προτάθηκε από τον Νίκο Πουλαντζά (1982α, 1982β), η αντίθετη από την Martha Harnecker (χωρίς χρονολογία έκδοσης). Αξίζει να σημειωθεί ότι τη στιγμή κατά την οποία διατυπώνονται οι προαναφερθείσες αντιτιθέμενες θέσεις και οι δυο θεωρητικοί ανήκαν στο ίδιο μαρξιστικό ρεύμα: την «αλτουσεριανή σχολή».

13.Ελεύθερος εργάτης με διπλή έννοια σημαίνει ελεύθερος «από τη μια με την έννοια ότι σαν ελεύθερο πρόσωπο διαθέτει την εργατική του δύναμη σαν εμπόρευμά του, και από την άλλη με την έννοια ότι δεν έχει άλλα εμπορεύματα να πουλήσει, ότι σαν το ελεύθερο πουλί είναι ελεύθερος από όλα τα πράγματα που χρειάζονται για να πραγματοποιήσει την εργατική του δύναμη» (Μαρξ 1978α: 181-182).

14.Στους προκαπιταλιστικούς τρόπους παραγωγής (φεουδαρχικό και ασιατικό), αντιθέτως, η κυριότητα των μέσων παραγωγής από την κυρίαρχη τάξη δεν ήταν ποτέ πλήρης. Η κυρίαρχη τάξη είχε υπό την κυριότητά της τα μέσα παραγωγής, δηλαδή αποκτούσε το υπερπροϊόν, αλλά η εργαζόμενες/κυριαρχούμενες τάξεις διατηρούσαν την κατοχή των μέσων παραγωγής. Αυτό το γεγονός συνδέεται με σημαντικά αντιστοιχούντα χαρακτηριστικά στη δομή του πολιτικού όπως και του ιδεολογικού επιπέδου. Η οικονομική εκμετάλλευση, δηλαδή η απόσπαση υπερπροϊόντος από τον εργαζόμενο, είχε ως συμπληρωματικό της στοιχείο τον άμεσο πολιτικό καταναγκασμό: τις σχέσεις πολιτικής εξάρτησης κυρίαρχου-κυριαρχουμένων και την ιδεολογική τους (κατά κανόνα θρησκευτική) αποτύπωση (Μηλιός 2002, βλ. και Μαρξ 1989: 283-314).

15.«Δεν φτάνει που οι όροι της εργασίας εμφανίζονται στον ένα πόλο σαν κεφάλαιο, ενώ στον αντίθετο πόλο υπάρχουν μόνο άνθρωποι που δεν έχουν τίποτα να πουλήσουν εκτός από την εργατική τους δύναμη. Δεν φτάνει ακόμα που εξαναγκάζονται άνθρωποι να πουλούν θεληματικά τον εαυτό τους. Στην παραπέρα πορεία της κεφαλαιοκρατικής παραγωγής αναπτύσσεται μια εργατική τάξη, που από αγωγή, παράδοση και συνήθεια αναγνωρίζει σαν αυτονόητους φυσικούς νόμους τις απαιτήσεις του κεφαλαιοκρατικού τρόπου παραγωγής» (Μαρξ 1978α: 761).

16.Για τη « “διπλή φύση” της διευθυντικής και της εποπτικής εργασίας» βλ. Μαρξ (1978β: 484-485) και Πουλαντζάς (1982β: 279 κ.ε.).

17.Αν για την ταξική ένταξη στην εργατική τάξη προϋποτίθεται, ως κατ’ αρχήν οικονομικό κριτήριο, η σχέση εκμετάλλευσης (ως παραγωγή υπεραξίας), η σχέση εκμετάλλευσης δεν ταυτίζεται με την ταξική ένταξη στην εργατική τάξη.

18.Ο εργαζόμενος ο οποίος αναλαμβάνει επίβλεψη και διοίκηση αντιστοιχεί σε ό,τι ο Carchedi (1977: 62-92) ορίζει ως «νέα μεσαία τάξη», η οποία εκτελεί «ταυτοχρόνως τη […] λειτουργία του κεφαλαίου και τη λειτουργία του συλλογικού εργάτη».

19.Ο Πουλαντζάς (1982β: 260) υποστηρίζει: «Η εργατική τάξη δεν οριοθετείται με βάση ένα απλό αρνητικό “καθ’ εαυτό” κριτήριο –τον αποκλεισμό της από τις σχέσεις ιδιοκτησίας– αλλά με βάση την παραγωγική εργασία » . Κατά συνέπεια, η νέα μικροαστική τάξη προσδιορίζεται από τη μη-παραγωγική εργασία. Υποστηρίζει επίσης την άποψη ότι «παραγωγική εργασία στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής είναι εκείνη που παράγει υπεραξία αναπαράγοντας άμεσα τα υλικά στοιχεία που χρησιμεύουν για υπόστρωμα στη σχέση εκμετάλλευσης: η εργασία επομένως που παρεμβαίνει άμεσα στην υλική παραγωγή παράγοντας αξίες χρήσης οι οποίες αυξάνουν τον υλικό πλούτο »· (Πουλαντζάς 1982β: 268). Επομένως, σύμφωνα με τον Πουλαντζά, οι μισθωτοί εργαζόμενοι που δεν παράγουν νέες αξίες χρήσης (νέες από φυσική άποψη) είναι μη παραγωγικοί, και ως εκ τούτου δεν είναι μέρος της εργατικής τάξης: «οι μισθωτοί του εμπορίου, της διαφήμισης, του μάρκετινγκ , της λογιστικής, της τράπεζας, των ασφαλειών κλπ. […] δεν αποτελούν μέρος της εργατικής τάξης (παραγωγική εργασία)» (Πουλαντζάς 1982β: 262). Το ό,τι, κατά τη γνώμη μας, η αντίληψη του Πουλαντζά επί της μαρξικής έννοιας της παραγωγικής εργασίας είναι μια λαθεμένη-προκλασική «φυσιοκρατική εξήγηση της παραγωγικής εργασίας» (Dedoussopoulos 1985: 42, 79) δεν θα είχε ίσως τόση σημασία εάν οδηγούσε σε συνεπείς θεωρητικά απαντήσεις επί του ερωτήματος του προσδιορισμού της εργατικής τάξης. Αλλά δεν οδηγεί, εφόσον επάγεται έναν άνευ νοήματος περιορισμό των ορίων της εργατικής τάξης και έτσι μια ανούσια διεύρυνση της νέας μικροαστικής τάξης. Σύμφωνα με τη δική μας οπτική, αντιθέτως, μισθωτοί εργαζόμενοι όπως οι εμποροϋπάλληλοι ανήκουν στην εργατική τάξη, όχι απλώς επειδή είναι παραγωγικοί (και είναι παραγωγικοί, ως αμειβόμενοι από μεταβλητό κεφάλαιο) αλλά εφόσον ασκούν αποκλειστικά τη λειτουργία της άμεσης εργασίας εντός της εργασιακής διαδικασίας. (Για τη σχετική κριτική στις θέσεις αυτές του Πουλαντζά βλ. αναλυτικότερα Οικονομάκης 2005, για το ζήτημα της «παραγωγικής εργασίας» βλ. περισσότερα στη συνέχεια).

20.Πρόκειται για τις λειτουργίες που αντιπαρατίθενται σε αυτές των κυριαρχούμενων τάξεων (παραγωγή αξίας και υπεραξίας, αναπαραγωγή των υλικών –οικονομικών, πολιτικών, ιδεολογικών– όρων της μισθωτής σχέσης) και από κοινού με αυτές οριοθετούν το πεδίο του ταξικού ανταγωνισμού κεφαλαίου-εργασίας.

21.«Ότι η “ψυχή του βιομηχανικού μας συστήματος” δεν είναι οι βιομήχανοι κεφαλαιοκράτες, αλλά οι managers της βιομηχανίας, το σημείωσε ήδη ο Γιουρ» (Μαρξ 1978β: 488). Διαφορετική θέση υποστηρίζει ο Πουλαντζάς (Poulantzas 1973) αποδίδοντας την ανάδυση της νέας μικροαστική τάξης στη «μονοπωλιακή φάση» του καπιταλισμού. Για μια κριτική βλ. σχετικά Milios 2000.

22.Όπως οι Resnick και Wolff (1982: 5-6, επίσης 2002) επισημαίνουν, το εισόδημα αυτών των ταξικών μερίδων προέρχεται από τη «διανομή της υπεραξίας την οποία αποσπούν οι καπιταλιστές από τους παραγωγικούς εργαζομένους».

23.Εδώ πρέπει να θίξουμε δύο θεωρητικά ζητήματα: 1. Οι μη παραγωγικοί εργαζόμενοι, που δεν ανταλλάσσουν την εργασία τους με κεφαλαίο, δεν μπορούν να καταχωρηθούν στην εργατική τάξη, με βάση το κατ’ αρχήν οικονομικό κριτήριο της θέσης τους στις σχέσεις παραγωγής (μη παραγωγή υπεραξίας). Στο βαθμό που πρόκειται για δημόσιους υπαλλήλους, δηλαδή για φορείς που στελεχώνουν τους μηχανισμούς άσκησης της πολιτικής (και ιδεολογικής) εξουσίας της αστικής τάξης (κρατική γραφειοκρατία, εκπαιδευτικοί, στρατιωτικοί κ.ο.κ.), η κατανόηση της ταξικής τους ένταξης δεν παρουσιάζει δυσκολίες, καθώς εντάσσονται στη νέα μικροαστική τάξη (κατηγορίες ii και iii). Ένα ζήτημα γεννάται εντούτοις αναφορικά με την ταξική ένταξη των κατώτερων βαθμίδων κρατικών υπαλλήλων (π.χ. τεχνίτες ή καθαριστές-καθαρίστριες που απασχολούνται ως μόνιμο προσωπικό στις δημόσιες υπηρεσίες, τους ΟΤΑ κλπ.), καθώς και των κατώτερων βαθμίδων των μισθωτών που απασχολούνται σε προσωπικές υπηρεσίες (κηπουροί, υπηρέτες-υπηρέτριες, φύλακες, κλπ.). Μια προσέγγιση θα ήταν να θεωρηθούν μία «μη παραγωγική» μερίδα της εργατικής τάξης, με την επίκληση πολιτικοϊδεολογικών κριτηρίων. Μια άλλη να θεωρηθούν το κατώτερο στρώμα της νέας μικροαστικής τάξης. Τέλος, ορισμένες από αυτές τις κατηγορίες εργαζομένων θα μπορούσαν να θεωρηθούν «στρώματα» μη εντασσόμενα σε κάποια τάξη. Η διερεύνηση του ζητήματος αυτού υπερβαίνει τους στόχους του παρόντος κειμένου. 2. Ερχόμαστε τώρα στο ζήτημα της «παραγωγικής εργασίας» το οποίο έχουμε ήδη θίξει ακροθιγώς. Στη μαρξιστική βιβλιογραφία έχει διαμορφωθεί μια διάσταση απόψεων για το εάν το κεφάλαιο στη διαδικασία της κυκλοφορίας θα πρέπει να θεωρείται παραγωγικό ή μη παραγωγικό. Η διάσταση αυτή προκύπτει από μια αντίστοιχη θεωρητική αντίφαση που εντοπίζεται στο έργο του Μαρξ. Στα Grundrisse (όπως επίσης και στον πρώτο τόμο του Κεφαλαίου ), ο Μαρξ θεωρεί όλες τις μορφές κεφαλαίου εξίσου παραγωγικές (ως παράγουσες υπεραξία): «Ωστόσο, στο μέτρο που η ίδια η κυκλοφορία δημιουργεί κόστος και απαιτεί υπερεργασία, εμφανίζεται η ίδια να περιλαμβάνεται στην παραγωγική διαδικασία. […] Η κυκλοφορία μπορεί να δημιουργήσει αξία μόνο στο βαθμό που απαιτεί νέα απασχόληση ξένης εργασίας – πέρα απ’ αυτήν που αναλώθηκε άμεσα στην παραγωγική διαδικασία» (Μαρξ 1990: 397, 416). Εντούτοις, στον τρίτο τόμο του Κεφαλαίου ο Μαρξ ορίζει την κυκλοφορία του κεφαλαίου ως μη παραγωγική: «Έτσι λοιπόν, το εμπορευματεμπορικό κεφάλαιο […] δεν δημιουργεί ούτε αξία ούτε υπεραξία» (Μαρξ 1978α: 357). Πολλοί μαρξιστές θεωρητικοί (με επιφανέστερο, όπως ήδη είδαμε, τον Νίκο Πουλαντζά 1982β: 259-276, βλ. στα προηγούμενα) υιοθετούν τη δεύτερη άποψη και συνάγουν αντίστοιχα συμπεράσματα για τους μισθωτούς που απασχολούνται στο εμπόριο και γενικότερα στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις του τομέα των υπηρεσιών. Έχουμε θεωρήσει την άποψη αυτή απολύτως λανθασμένη, δηλαδή υιοθετούμε την πρώτη από τις δύο (αντιφατικές μεταξύ τους) αναλύσεις του Μαρξ (για το ζήτημα αυτό βλ. αναλυτικά Σταμάτης 1989) υποστηρίζοντας (βλ. επίσης στα προηγούμενα) ότι αυτός είναι ένας λόγος για τον οποίο ο Πουλαντζάς οδηγείται σε λάθη αναφορικά με τον προσδιορισμό τόσο της εργατικής όσο και της νέας μικροαστική τάξης. Προϋπόθεση για την ορθή κατανόηση του έργου του Μαρξ (αλλά και για την περαιτέρω ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας) είναι η αποστασιοποίηση από την κοινή «αγιοποιητική» στάση των περισσότερων μαρξιστών, σύμφωνα με την οποία κάθε ανάπτυξη, απόσπασμα ή φράση αυτού του έργου αποτελεί αποτύπωση της «απόλυτης αλήθειας». (Αναλυτικά για το ζήτημα αυτό βλ. Μηλιός, Δημούλης, Οικονομάκης 2005. Για μια παρουσίαση-κριτική των αντιφάσεων της μαρξικής θεωρίας και των αντιθέσεων μεταξύ των μαρξιστών αναφορικά με την έννοια της παραγωγικής εργασίας βλ. ανάμεσα σε άλλες εργασίες Resnick and Wolff 1982: 6-10.)

24.Η απλή εμπορευματική παραγωγή είναι γνωστή στην κοινωνιολογική και οικονομική (ειδικώς τη μαρξιστική) βιβλιογραφία (η οποία αναπτύχθηκε κυρίως σε αναφορά με το ερώτημα της ενσωμάτωσης της γεωργίας στον καπιταλισμό). Είναι ακόμη ένα θεωρητικό πεδίο όπου υπάρχει μεγάλη θεωρητική διαφωνία μεταξύ των ερευνητών. Το κρίσιμο σημείο αυτής της διαφωνίας θα μπορούσε να κωδικοποιηθεί ως ο τύπος της ενσωμάτωσης της απλής εμπορευματικής παραγωγής στον καπιταλισμό (το ερώτημα της εκμετάλλευσης και ταξικής ταυτότητας των απλών εμπορευματοπαραγωγών). Στο ζήτημα αυτό βρίσκουμε διαφορετικές θεωρητικές εκδοχές όπως αυτές των Banaji (1976, 1977), Βεργόπουλου και Αμίν (Βεργόπουλος 1975, Βεργόπουλος & Αμίν χωρίς χρονολογία έκδοσης) και Chevalier (1982, 1983), οι οποίοι συμφωνούν ότι οι απλοί εμπορευματοπαραγωγοί πρέπει να ιδωθούν ως προλετάριοι «αμειβόμενοι με το κομμάτι». Για μια κριτική αυτών των απόψεων βλ., μεταξύ άλλων εργασιών, Martin 1977, Wolpe 1980, Goodman and Redclift 1982, Dedoussopoulos 1985, Οικονομάκης 2000. Δεν προτιθέμεθα να εξετάσουμε αυτές τις προσεγγίσεις εδώ, περιοριζόμενοι σε μια συνοπτική παρουσίαση του κύριου επιχειρήματός μας.

25.Η απουσία εκμετάλλευσης ξένης (μισθωτής) εργασίας εντός της εργασιακής διαδικασίας της απλής εμπορευματικής παραγωγής είναι ένας λόγος για τον οποίο κάποιοι μαρξιστές ορίζουν την απλή εμπορευματική παραγωγή ως μια μορφή (και όχι έναν τρόπο ) παραγωγής. Ακολουθώντας αυτή την προβληματική (βλ. σχετικά στα προηγούμενα), δεν θα πρέπει να παραλείψουμε να σημειώσουμε ότι δεν λαμβάνουμε υπόψη μας το ερώτημα της ύπαρξης ή μη εκμεταλλευτικών σχέσεων εντός της (οικογενειακής) συλλογικής οντότητας, του τύπου (μάλλον φεουδαλικού) που αναλύουν οι Resnick και Wolff’s (2002: κυρίως κεφάλαιο 7). Εντούτοις, η διερεύνηση ενός τέτοιου ζητήματος είναι έξω από τους ερευνητικούς σκοπούς του παρόντος άρθρου.

26.«Είναι δυνατό αυτοί οι παραγωγοί, που εργάζονται με δικά τους μέσα παραγωγής, να αναπαράγουν όχι μόνο την εργατική τους δύναμη, αλλά να δημιουργούν και υπεραξία, γιατί η θέση τους επιτρέπει σ’ αυτούς να ιδιοποιούνται τη δική τους υπερεργασία ή ένα μέρος της (γιατί ένα μέρος αφαιρείται απ’ αυτούς με τη μορφή φόρων κλπ.» (Μαρξ 1984: 456).

27.«Η προλεταριοποίηση για τον Λένιν […] δεν υπονοεί αναγκαία την εμφάνιση άμεσων παραγωγών αποστερημένων από τα μέσα παραγωγής τους, αλλά μάλλον την ανάγκη, την προκαλούμενη από την ανάπτυξη του καπιταλισμού, κάποια μέλη του αγροτικού νοικοκυριού να εμπλακούν σε μισθωτή απασχόληση. Το εισόδημα από μια τέτοια απασχόληση μπορεί να συνεισφέρει στην επιβίωση της μικροϊδιοκτησιακής αγροτικής οικογενειακής παραγωγής» (Dedoussopoulos 1985: 152).

28.Η τάξη η οποία είναι «φορέας» μόνο της χρήσης στον ΥΤΠ (μισθωτή εργασία) μπορεί να αποκληθεί «νόθα εργατική τάξη» σε διάκριση προς την εργατική τάξη που συγκροτείται εντός του ΚΤΠ (βλ. Οικονομάκης 2000, Economakis 2005).

29.Η ανάλυση του Carchedi (1977: 87) επί της «παλαιάς μεσαίας τάξης» βρίσκεται κοντά στην επιχειρηματολογία που αναπτύξαμε. Όπως ο ίδιος θέτει το ζήτημα, αυτή η τάξη «περιλαμβάνει όψεις και από τις δυο τάξεις», την καπιταλιστική και την εργατική.

30.Αυτή η προβληματική σχετικά με τον υβριδικό τρόπο παραγωγής είναι παρεμφερής με εκείνη του Wright (1980, 1983, 1997) αναφορικά με τη διάκριση μεταξύ ΑΕΠ και ΥΤΠ ή μεταξύ ΚΤΠ και ΥΤΠ, αν και σε ένα διαφορετικό θεωρητικό πλαίσιο (βλ. Οικονομάκης 2000: 135-136, 396-398).

31.Όπως ορθά παρατηρεί ο de Ste Croix (1984: 102): «Εάν οι σκλάβοι της αρχαιότητας πρέπει πράγματι να θεωρηθούν ως τάξη, τότε ούτε η ταξική συνείδηση, ούτε η κοινή πολιτική δράση (και οι δύο ήταν πέρα από τη δυνατότητα των αρχαίων σκλάβων) δεν φαίνονται να δικαιούνται να θεωρηθούν ως αναγκαία στοιχεία της τάξης, σύμφωνα με το μαρξικό σύστημα».

32.«Die Gedanken der herrschenden Klasse sind in jeder Epoche die herrschenden Gedanken», Marx/Engels, Η Γερμανική Ιδεολογία [ Die Deutsche Ideologie ] (1845-46) (Μαρξ – Ένγκελς 1994: 94).

33.Για το λόγο αυτό, σε ό,τι ακολουθεί θα μας απασχολήσει αποκλειστικά η επιχειρηματολογία του Πουλαντζά (1975, 1982β).

34.Η Harnecker (χωρίς χρονολογία έκδοσης: 198) ορθώς υποστηρίζει ότι: «Είναι άλλο πράγμα να μιλάμε για τις κοινωνικές τάξεις […] –[ως] βασικά αποτελέσματα των σχέσεων παραγωγής– και άλλο να μιλάμε για τα αποτελέσματα που μπορούν να παράγουν οι τάξεις στα διάφορα επίπεδα της κοινωνίας: ιδεολογικά, πολιτικά ή οικονομικά αποτελέσματα».

35.Άλλωστε «ο προσδιορισμός των κοινωνικών τάξεων ανάγεται στις πολιτικοϊδεολογικές σχέσεις» (Πουλαντζάς 1982β: 31).

36.Ο ίδιος ο Πουλαντζάς (1982β: 368) παραδέχεται τα εξής: «Τον κυριότερο ρόλο στην περίπτωση αυτή τον έχει εδώ όχι το σχολείο (διανοητική εργασία), αλλά ο ειδικός μηχανισμός που λέγεται οικογένεια : πρόκειται για τον ρόλο που παίζει η οικογενειακή εκμετάλλευση στην οικονομική μορφή ύπαρξης αυτών των φορέων». Και εάν έτσι έχουν τα πράγματα, και εφόσον η σημασία της συνοχής της οικογενειακής συλλογικής οντότητας είναι πολύ περισσότερο κρίσιμη στην περίπτωση της εργασιακής διαδικασίας της ΑΕΠ έναντι εκείνης του ΥΤΠ, μπορούμε να αναμένουμε ότι οι κατεξοχήν παραδοσιακές αξίες θα φωλιάζουν στο εσωτερικό της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης.

37.Σύμφωνα με τον Wright (1980: 348), «[α]κόμα και αν η περίπτωση των μη παραγωγικών εργαζομένων [με την έννοια του Πουλαντζά/Γ.Μ.-Γ.Οι.] είχε θεμελιωδώς διαφορετικά συμφέροντα από την εργατική τάξη, θα ήταν ακόμα πολύ δύσκολο να τους προσδιορίσεις ως μικροαστούς, “νέους” ή οτιδήποτε άλλο». Ο Laclau (1983: 128-129), κρίνοντας τη λογική των κατά Πουλαντζά «αποτελεσμάτων» ως κριτήριο ταξικού προσδιορισμού, σημειώνει πως ο Πουλαντζάς δεν ακολουθεί τη λογική αυτή με συνέπεια, αφού θα έπρεπε να θέσει και ως προς την εργατική τάξη το ερώτημα «αν η θέση ορισμένων μη παραγωγικών μισθωτών στρωμάτων στο επίπεδο των οικονομικών σχέσεων μπορεί να παράγει παρόμοια αποτελέσματα [με εκείνα της εργατικής τάξης] στο επίπεδο των πολιτικών και ιδεολογικών σχέσεων, πράγμα που θα μας επέτρεπε να τα εντάξουμε στην εργατική τάξη».

38.Η νέα μικροαστική τάξη «πέτυχε διαμέσου ορισμένων καθεστώτων και ορισμένων πολιτικών κρίσεων να εκτοπίσει ένα μεγάλο μέρος της παλιάς αστικής τάξης και να πάρει […] τη θέση της (αυτό συνέβηκε λ.χ. στην Αίγυπτο του Νάσσερ) […] παίρνοντας κυρίως τη μορφή της κρατικής αστικής τάξης » (Πουλαντζάς 1982β: 369).

39.Μπετελέμ 1978. Der X. Parteitag der Kommunistischen Partei Chinas 1973. Μάο Τσετούνγκ (1975, 1976).

40.Επομένως έχει δίκιο ο Πουλαντζάς (1982β: 369) όταν παρατηρεί ότι «στις περιπτώσεις αυτές είναι πολιτικά κυρίαρχη τάξη, σαν αστική ακριβώς τάξη (που πήρε τη θέση της παλιάς) και όχι πλέον σαν μικροαστική τάξη».

41.Έχουμε, βεβαίως, επίγνωση ότι πολλά ζητήματα παραμένουν ανοικτά ή χρήζουν περαιτέρω ανάλυσης. Ας μας επιτραπεί να αναφέρουμε επιγραμματικά τρία από αυτά: 1. το ζήτημα της ιδιαίτερης συνοχής (στο πλαίσιο της παραδοσιακής μικροαστικής τάξης) των αυτοαπασχολούμενων αγροτών (λόγω της απουσίας μεγάλων αγροτικών επιχειρήσεων από τη μια και της ειδικής σχέσης που έχει ο αγροτικός τομέας με το κράτος μέσω των ασκούμενων πολιτικών τιμών και επιδοτήσεων από την άλλη). 2) το ζήτημα, στο οποίο επίσης αναφερθήκαμε νωρίτερα, αν εντάσσονται στην εργατική τάξη οι άμεσα εργαζόμενοι μισθωτοί εκείνων των εταιρειών παραγωγής προϊόντων υψηλής τεχνολογίας που απασχολούν σχεδόν κατ’ αποκλειστικότητα επιστημονικό προσωπικό υψηλής ειδίκευσης (καίτοι αυτοί οι εργαζόμενοι ανήκουν στις «κορυφές» της «πνευματικής εργασίας»). 3) το ζήτημα της (ιδεολογικής και πολιτικής) ενότητας συγκεκριμένων επαγγελματικών ομάδων (όπως π.χ. οι δικηγόροι ή οι μηχανικοί), παρά το γεγονός ότι εντάσσονται στις δύο μικροαστικές τάξεις ή στη μεσαία αστική τάξη ή ακόμη και στην εργατική τάξη (για την περίπτωση των δικηγόρων: στην παραδοσιακή μικροαστική τάξη οι αυτοαπασχολούμενοι, στη μεσαία τάξη οι μικροί εργοδότες, στη νέα μικροαστική τάξη οι μισθωτοί των καπιταλιστικών επιχειρήσεων και του Δημοσίου, στην εργατική τάξη οι χωρίς διευθυντικό ρόλο απασχολούμενοι ως μισθωτοί σε καπιταλιστικές δικηγορικές εταιρείες – κατηγορία 2).

Πηγή: Θέσεις