Αγαπημένε Che

Σήμερα συμπληρώνονται 46 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε. Το Barikat δημοσιεύει, στα πλαίσια αυτής της ημέρας μνήμης, μια συνέντευξη ενος από τους σημαντικότερους ανθρώπους της διανόησης του πολιτισμού στην αμερικανική ήπειρο, του Eduardo Galeano στον Iosu Perales που δημοσιεύθηκε στο βιβλιo με τίτλο «Αγαπημένε Che».

 

 

 

Ας αρχίσουμε την συζήτηση μιλώντας για την προσωπικότητα του Τσε. Ο αντάρτης της Σιέρα Μαέστρα, ο μύθος της Βολιβίας, είναι ίσως ο πιο γνωστός παγκοσμίως. Ωστόσο ο Τσε έχει μια πολύπλευρη συνεισφορά, που επικεντρώνεται στην ανάδειξη του υποκειμενικού παράγοντα της επανάστασης. Αναδεικνύεται δηλαδή, στα γραπτά του, στην συμπεριφορά του, ο ρόλος του ανθρώπου στον μετασχηματισμό της κοινωνίας , η σταθερή του προσήλωση στην ουτοπία του κομμουνισμού.

Τον κατηγόρησαν για βολονταρισμό επειδή επέμενε πολύ στον παράγοντα άνθρωπο. Εγώ πιστεύω ότι αυτό δεν είναι βολονταρισμός, με την αστική έννοια, αλλά απλή επαναφορά στην πραγματικότητα αυτού που είναι αυτονόητο, γιατί οι αιτιοκρατικές μηχανιστικές αντιλήψεις, για τις οποίες ο Μαρξ δεν ευθύνεται, θέτουν την ελευθερία έξω από τον άνθρωπο, όπως ο Πλεχάνοφ που σε ορισμένα γραπτά του, μοιάζει να υποβαθμίζει την ελευθερία του ανθρώπου, στην ελευθερία που έχει το φεγγάρι να περιστρέφεται γύρω από την γη. Ο Τσε τοποθετεί την ελευθερία στην συνείδηση και στον πρωταγωνιστικό ρόλο που αυτή παίζει στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι οικονομίστικες αντιλήψεις προδίδουν τον μαρξισμό, και τον υποβαθμίζουν σε έναν απλό ωρολογιακό μηχανισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο σοσιαλισμός είναι εφικτός επειδή ήρθε η ώρα του και έχει ήδη καθοριστεί τι πρέπει να συμβεί. Ακόμα και με το άσθμα του ήταν ολοκληρωμένος. Θα πρέπει να σημειώσουμε το ιστορικό γεγονός ότι στον Τσε δεν υπήρχε αντίφαση σε αυτό που είπε και σε αυτό που έκανε, και αυτό είναι που δεν του συγχωρούν οι δογματικοί. Αμφισβήτησε την εξουσία και το χρήμα και έπαιξε τη ζωή του κορώνα-γράμματα. Τοποθετήθηκε ενάντια σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα με δύο μέτρα και σταθμά. Ο Τσε προειδοποιούσε για τον κίνδυνο της απληστίας, λέγοντας «προσέξτε  τους κινδύνους της απληστίας» και γι αυτό, αυτοσαρκαζόταν που τα χαρτονομίσματα είχαν την υπογραφή του, όταν ήταν πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας.Έλεγε, προσέξτε τις παραχωρήσεις που κάνουν τον εγωισμό κινητήριο μοχλό της επανάστασης και της ζωής, γιατί αυτές οι παγίδες με έναν μαγικό τρόπο βάζουν τέλος στην επανάσταση , εμπεριέχονται μέσα στην κοινωνική επανάσταση και επιβιώνουν στον καπιταλισμό, σαν ένα δηλητήριο που μπορεί να γαμήσει την διαδικασία οικοδόμησης της νέας κοινωνίας.

Μιλάτε για έναν εξαιρετικό άνθρωπο. Πολλές φορές όμως αναρωτιέμαι, ότι δεν έχουμε σταματήσει να εξιδανικεύουμε τον Τσε, οικοδομώντας μια θεϊκή εικόνα γι αυτόν, και παρασυρόμαστε σε αυτό, γιατί τελικά έχουμε ανάγκη από έναν νέο θεό.

Μετά τον θάνατό του, το σύστημα διαπίστωσε ότι αυτό που αντιπροσώπευε ο Τσε ήταν πολύ επικίνδυνο, και στην συνέχεια προσπάθησε να το ελέγξει. Πώς να το πω; Η προσπάθεια εμπορευματοποίησής του επιχείρησε να λανσάρει ένα είδος Mπούφαλο Μπίλ της αριστεράς. Ταυτίζουν τον Τσε με την ένοπλη βία και προσπαθούν να υποβαθμίζουν το έργο και την σκέψη του, μόνο στο στρατιωτικό τομέα. Ακόμα και η αριστερά το άφησε να πλανάται, δεν έχει βέβαια σημασία, γιατί ένας μύθος αληθινός και όχι ψεύτικος, είναι ένας μύθος επικίνδυνος. Ο Τσε θα μπορούσε να κάνει λάθος σε κάποια ζητήματα. Η αποτυχία στη Βολιβία δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από την προδοσία της αριστεράς εκεί, αλλά θεωρώ ότι ήταν λάθος εκτίμηση του χρόνου και του τόπου. Επέλεξε ένα μέρος αραιοκατοικημένο, ερημωμένο, που η αγροτική μεταρρύθμιση θα έκανε περισσότερο κακό παρά καλό, και η γενικότερη κατάσταση δεν ήταν αυτή που πίστευε. Εκεί διεξήχθη ένας διάλογων κωφών, για τον αντάρτικο «εστιασμό» και το χώρο , για το αν είναι η υποτιθέμενη σπίθα που θα αναφλέξει το λιβάδι ή αν το λιβάδι ήταν ευνοϊκό για τη σπίθα. Ο Τσε και οι άνθρωποί του βρισκόταν σε απόλυτη μοναξιά. Όμως το ουσιαστικό μήνυμά του δεν ήταν σε λάθος χρόνο και τόπο, παρότι αλλοιώθηκε με μια εικόνα του, που εμφανίζεται ως κυρίαρχη και έφτασε σε σημείο να υποβαθμίσει και να αμβλύνει την ουσία, που αναπαράγεται στο χρόνο. Με άλλα λόγια, το μήνυμά του ξεπερνάει την αντίληψή του για τον «εστιασμό», και μπορεί να συζητηθεί, να αμφισβητηθεί και να τροφοδοτηθεί με επιχειρήματα.

Θέλετε να πείτε, ότι το σημαντικό είναι η ουσία και όχι το φαινομενικό και συγκυριακό;

Φυσικά, τα γεγονότα ολοκληρώνονται όταν αποδεικνύονται. Η αντίληψή του για την διεύρυνση και όχι την απομόνωση της επανάστασης – αυτό ήταν το δράμα της επανάστασης στην Σοβιετική Ένωση – είναι το σημαντικό. Η αντίληψη του εξειδικεύεται για την επανάσταση σε όλη την ήπειρο (Λατινική Αμερική). Και νομίζω ότι ο Τσε είχε πάντα την ανησυχία να μην καταλήξει η Κούβα ένα είδος «λεκέ στη θάλασσα», μια εξαίρεση στον κανόνα. Δυστυχώς, δεν έζησε για να δει την νίκη της Επανάστασης στη Νικαράγουα, που ήταν μια επιβεβαίωση ότι η Κούβα δεν είναι μόνη. Από το 1979 εκεί κάτω, η ίδια η κουβανική επανάσταση που έπαιξε ζωτικό ρόλο στον θρίαμβο των Σαντινίστας, κατά κάποιο τρόπο τροφοδοτείται από την εμπειρία της Νικαράγουα. Γι’ αυτό, και σωστά λένε οι Νικαραγουάνοι ότι δεν πρόκειται να κάνουν μια άλλη Κούβα, αλλά μια άλλη Νικαράγουα. Αλλά αυτή η εμπειρία, η οποία δεν είναι πρότυπο, δεν αντιγράφεται, επηρεάζει την Κουβανική εμπειρία και το αντίστροφο. Είναι αναγκαίος ο διάλογος, και οι διάλογοι που γίνονται με τον καθρέπτη ή τον τοίχο, δεν είναι πραγματικοί. Αυτό που είναι λυπηρό είναι ότι ο Τσε δεν πρόλαβε να δει με τα μάτια του, να αισθανθεί τα νέα επαναστατικά σκιρτήματα της Λατινικής Αμερικής.

Μου φαίνεται ελκυστική η ιδέα των κατόπτρων, με την έννοια ότι ένα μόνο, δεν είναι αρκετό. Δεν νομίζω ωστόσο ότι η στρατηγική του Τσε για την Λατινική Αμερική ήταν τόσο μονολιθική.

Η ιστορία της Λατινικής Αμερικής είναι μία ιστορία τρελή, και η πραγματικότητά της είναι πολύπλευρη και σύνθετη, και απαιτείται πάνω από ένας καθρέπτης για να εξετάσουμε το υπόλοιπό της πρόσωπο. Και γι αυτό, τα συστήματα της Λατινικής Αμερικής βαδίζουν αργά ή γρήγορα στο τέλος τους και θα ναυαγήσουν πάνω στα βράχια της πραγματικότητας. Ο Τσε δεν έκανε λάθος όταν έλεγε ότι οι επιφανειακές αλλαγές δεν θα επιβιώσουν, και οι βαθιές αλλαγές απαιτούν την αναγκαία βία, αλλά είπε επίσης ότι δεν πρέπει να υπάρχει σύγχυση, ότι ο ένοπλος αγώνας για να αποκρυσταλλώσει αυτές τις βαθιές αλλαγές, απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις και όταν υπάρχει ανοικτό πολιτικό πεδίο πρέπει τα βήματά μας να είναι πολύ προσεχτικά. Πολλές γκάφες έγιναν επικαλούμενες τον Τσε, ενάντια στις παραινέσεις του και σε αντίθεση με τις θέσεις του.

Με σοκάριζε πάντα αυτή η ιδέα του Τσε, ότι ο επαναστάτης πρέπει πάντα να κινείται με συναισθήματα αγάπης. Όταν χρειάζεται να συσσωρευτεί τόσο μίσος, ώστε να πούμε «φτάνει πια», πως είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτή η αρμονία αγάπης και μίσους;

Πιστεύω ότι η αγάπη και το μίσος πάνε μαζί, είναι απόλυτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Όποιος αγαπά την ελευθερία, μισεί το αντίθετό της, κάθε αγάπη που δεν περιλαμβάνει το μίσος είναι ατελής και υποκριτική. Σε αυτή την ιδέα του Τσε δεν υπάρχει ίχνος πουριτανισμού. Η πραγματικότητα της ζωής δεν έχει καμία σχέση με την υποκριτική ηθική.

Ο Τσε ζει;

Κοίτα, σε μια γη σαν την Λατινική Αμερική, που η ασθένεια της ανικανότητας είναι χρόνια και που στο όνομα του ρεαλισμού κηρύσσουν την παραίτηση και μας καλούν να περιμένουμε και να περιμένουμε, ελπίζοντας να κουραστούμε από την αναμονή, ο Τσε είναι ο ανυπόμονος, ο άνθρωπος της ελπίδας και γι’αυτό είναι ένας προφήτης, ένας είδος Ησαΐα της Λατινικής Αμερικής, ένας κήρυκας μιας άλλης εποχής. Ίσως πρέπει να πούμε ότι και εμείς επίσης, έχουμε την υπομονή να περιμένουμε τον Τσε, την επιστροφή του Τσε. Σίγουρα, ο Τσε ζει στον καθένα που πιστεύει σε αυτά που ο ίδιος πίστευε, και ζει μέσα στα μεγάλα λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα, σε αυτή τη γη που δεν την έχει καταδικάσει κανένας θεός σε αυτή την δυστυχία.

 

Πηγή: Nuestra America, 2003 (Fuente: SoloLiteratura.com y Bolivianet.com). Μετάφραση κειμένου: Βαγ. Γονατάς & Λ. Κωνσταντίνου από το Guevaristas

 

https://barikat.gr/content/agapimene-che

Advertisements

Πρόβλημα στον παράδεισο

Ο Σλάβοϊ Ζίζεκ για τις διαδηλώσεις στην Τουρκία και την Ελλάδα

Στα πρώιμα έργα του, ο Μαρξ περιέγραψε τη γερμανική κατάσταση ως μια κατάσταση στην οποία η μόνη απάντηση στα συγκεκριμένα προβλήματα ήταν η παγκόσμια λύση: η παγκόσμια επανάσταση. Αυτή είναι μια λακωνική έκφραση της διαφοράς μεταξύ μιας ρεφορμιστικής και μιας επαναστατικής περιόδου: σε μια ρεφορμιστική περίοδο, η παγκόσμια επανάσταση παραμένει ένα όνειρο το οποίο, αν κάνει κάτι, απλώς δίνει έμφαση στις προσπάθειες να αλλάξουν τα πράγματα τοπικά. Σε μια επαναστατική περίοδο, γίνεται ξεκάθαρο ότι τίποτε δεν θα βελτιωθεί χωρίς την παγκόσμια ριζοσπαστική αλλαγή. Με αυτήν την καθαρά τυπική έννοια, το 1990 ήταν μια επαναστατική χρονιά: ήταν σαφές ότι οι αποσπασματικές μεταρρυθμίσεις των κομμουνιστικών κρατών δεν θα λειτουργούσαν και ότι μια συνολική ρήξη χρειαζόταν για την επίλυση ακόμα και των καθημερινών προβλημάτων, όπως η διασφάλιση αναγκαίας τροφής για τους ανθρώπους.

 

Σε ποιο σημείο βρισκόμαστε σήμερα; Είναι τα προβλήματα και οι διαμαρτυρίες των τελευταίων χρόνων σημάδια μιας επερχόμενης παγκόσμιας κρίσης ή είναι απλώς ήσσονος σημασίας εμπόδια τα οποία μπορούν να αντιμετωπιστούν με τη βοήθεια τοπικών παρεμβάσεων; Το πιο αξιοσημείωτο σχετικά με τις εξεγέρσεις είναι ότι λαμβάνουν χώρα όχι μόνο, ή όχι κυρίως, στα αδύναμα σημεία του συστήματος, αλλά σε μέρη τα οποία  θεωρούνταν μέχρι σήμερα ως επιτυχημένες ιστορίες. Γνωρίζουμε το γιατί οι άνθρωποι διαμαρτύρονται στην Ελλάδα και την Ισπανία, όμως γιατί υπάρχει πρόβλημα σε τέτοιες ευημερούσες ή ταχέως αναπτυσσόμενες χώρες όπως η Τουρκία, η Σουηδία ή η Βραζιλία; Εκ των υστέρων, ίσως θεωρήσουμε την επανάσταση του Χομεϊνί το 1979 ως το αρχικό «πρόβλημα στον παράδεισο», δεδομένου ότι συνέβη σε μια χώρα που είχε ανοδικούς ρυθμούς ανάπτυξης και φιλοδυτική κατεύθυνση εκσυγχρονισμού, και ήταν ένθερμος σύμμαχος της Δύσης στην περιοχή. Υπάρχει ίσως κάποιο λάθος με την έννοια του παραδείσου μας.

 

Πριν από το τρέχον κύμα διαδηλώσεων, η Τουρκία βρισκόταν σε αναβρασμό: το ίδιο το μοντέλο ενός κράτους ικανού να συνδυάσει μια ακμάζουσα φιλελεύθερη οικονομία με έναν ταιριαστό στην Ευρώπη μετριοπαθή ισλαμισμό έμοιαζε μια ευπρόσδεκτη αντίθεση με την πιο «ευρωπαϊκή» Ελλάδα, εγκλωβισμένη σε ένα ιδεολογικό τέλμα και τείνουσα προς την οικονομική αυτοκαταστροφή. Είναι αλήθεια ότι υπήρχαν δυσοίωνα σημάδια εδώ και εκεί (η άρνηση του Ολοκαυτώματος των αρμενίων από την Τουρκία, οι συλλήψεις δημοσιογράφων, το άλυτο πρόβλημα των κούρδων, οι εκκλήσεις για την ένδοξη Τουρκία που θα αναστήσει την παράδοση της οθωμανικής αυτοκρατορίας, η περιστασιακή επιβολή θρησκευτικών νόμων), αλλά απορρίπτονταν ως μικρές κηλίδες που δεν θα τους επιτρεπόταν να αλλοιώσουν τη συνολική εικόνα.

 

Στη συνέχεια, είχαμε την έκρηξη της διαμαρτυρίας στην πλατεία Ταξίμ. Ο καθένας γνωρίζει ότι η σχεδιαζόμενη μετατροπή ενός πάρκου που συνορεύει με την πλατεία Ταξίμ στο κέντρο της Κωνσταντινούπολης σε ένα εμπορικό κέντρο δεν αφορούσε τον πραγματικό λόγο των διαδηλώσεων, και ότι μια βαθύτερη ανησυχία κέρδιζε ολοένα και μεγαλύτερο έδαφος. Το ίδιο ίσχυε και για τις διαδηλώσεις στην Βραζιλία, στα μέσα του Ιούνη: αυτό που τις πυροδότησε ήταν μια μικρή αύξηση του κόστους των μέσων μαζικής μεταφοράς, αλλά συνεχίστηκαν και μετά την ανάκληση του μέτρου. Εδώ, επίσης, οι διαδηλώσεις εμφανίστηκαν σε μια χώρα η οποία – σύμφωνα με τα μέσα ενημέρωσης, τουλάχιστον – απολάμβανε μια οικονομική άνθηση και είχε κάθε λόγο να αισθάνεται σίγουρη για το μέλλον. Σε αυτήν την περίπτωση, οι διαδηλώσεις προφανώς υποστηρίχθηκαν από την πρόεδρο Ντίλμα Ρούσεφ, η οποία εξέφρασε την ικανοποίησή της για αυτές.

 

Είναι σημαντικό το γεγονός ότι δεν αναγνωρίζουμε τις διαδηλώσεις των τούρκων απλώς ως μια εξέγερση της κοινωνίας πολιτών εναντίον του αυταρχικού ισλαμικού καθεστώτος που υποστηρίζεται από μια σιωπηλή μουσουλμανική πλειοψηφία. Αυτό που περιπλέκει την εικόνα είναι η αντικαπιταλιστική ώθηση των διαδηλώσεων: οι διαδηλωτές ενστικτωδώς αισθάνονται ότι ο φονταμενταλισμός της ελεύθερης αγοράς και το φονταμενταλιστικό Ισλάμ δεν είναι αμοιβαία αποκλειόμενα. Η ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου από μια ισλαμιστική κυβέρνηση φανερώνει ότι οι δυο μορφές του φονταμενταλισμού μπορούν να εργαστούν από κοινού. Είναι ένα σαφές σημάδι ότι ο «αιώνιος» γάμος ανάμεσα στη δημοκρατία και τον καπιταλισμό πλησιάζει προς το διαζύγιο.

 

Επίσης, είναι ουσιαστικό να αναγνωρίσουμε ότι οι διαδηλωτές δεν επιδιώκουν κανέναν αναγνωρίσιμο «πραγματικό» στόχο. Οι διαδηλωτές δεν είναι «πραγματικά» κατά του παγκόσμιου καπιταλισμού, «πραγματικά» κατά του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, «πραγματικά» υπέρ των πολιτικών ελευθεριών και της δημοκρατίας ή «πραγματικά» υπέρ κάποιου από αυτά συγκεκριμένα. Αυτό που η πλειοψηφία εκείνων που έχουν συμμετάσχει στις διαδηλώσεις γνωρίζει είναι ένα ρευστό αίσθημα ανησυχίας και δυσαρέσκειας που διατηρεί και ενώνει διάφορες ειδικές απαιτήσεις. Ο αγώνας για την κατανόηση των διαδηλώσεων δεν είναι μόνο επιστημολογικός, με τους δημοσιογράφους και τους θεωρητικούς να προσπαθούν να εξηγήσουν το πραγματικό τους περιεχόμενο. Είναι, επίσης, ένας οντολογικός αγώνας γι΄ αυτό που λαμβάνει χώρα εντός των ίδιων των διαδηλώσεων. Είναι απλώς μια πάλη ενάντια στη διεφθαρμένη διοίκηση της πόλης; Είναι μια πάλη ενάντια στο αυταρχικό ισλαμιστικό καθεστώς; Είναι μια πάλη ενάντια στην ιδιωτικοποίηση του δημόσιου χώρου; Το ερώτημα είναι ανοιχτό και το πώς θα απαντηθεί θα εξαρτηθεί από το αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης πολιτικής διαδικασίας.

 

Το 2011, όταν ξέσπασαν διαδηλώσεις σε όλη την Ευρώπη και τη Μέση Ανατολή, πολλοί επέμειναν ότι δεν πρέπει να αντιμετωπίζονται ως παραδείγματα ενός ενιαίου παγκόσμιου κινήματος. Αντίθετα, συμφώνησαν ότι καθένα από αυτά ήταν μια απάντηση σε μια συγκεκριμένη κατάσταση. Στην Αίγυπτο, οι διαδηλωτές διεκδικούσαν ότι σε άλλες χώρες το κίνημα Occupy ήταν εναντίον: «ελευθερία» και «δημοκρατία». Ακόμη και στις μουσουλμανικές χώρες ήταν σημαντικές οι διαφορές: η αραβική άνοιξη στην Αίγυπτο ήταν μια διαμαρτυρία κατά ενός διεφθαρμένου αυταρχικού φιλοδυτικού καθεστώτος, η Πράσινη Επανάσταση στο Ιράν, που ξεκίνησε το 2009, ήταν κατά του αυταρχικού ισλαμισμού. Είναι εύκολο να δούμε πως μια τέτοιου τύπου συγκεκριμένη διαμαρτυρία ελκύει τους υποστηρικτές του κατεστημένου: δεν υπάρχει απειλή για την ίδια την παγκόσμια τάξη, μόνο μια σειρά ξεχωριστών τοπικών προβλημάτων.

 

Ο παγκόσμιος καπιταλισμός είναι μια σύνθετη διαδικασία που επηρεάζει διαφορετικές χώρες με διαφορετικούς τρόπους. Αυτό που ενώνει τις διαμαρτυρίες, σε όλο τους το εύρος, είναι ότι αποτελούν όλες αντιδράσεις κατά των διαφόρων πτυχών της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Η γενική τάση του σημερινού παγκόσμιου καπιταλισμού είναι η περαιτέρω επέκταση της αγοράς, η ολοένα και με αυξητικό τρόπο περίφραξη του δημόσιου χώρου, η μείωση των δημόσιων υπηρεσιών (υγεία, παιδεία, πολιτισμός) και η ολοένα και πιο αυταρχική πολιτική εξουσία. Είναι σε αυτό το πλαίσιο που οι έλληνες διαδηλώνουν κατά των κανόνων του διεθνούς χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου και του δικού τους διεφθαρμένου και αναποτελεσματικού κράτους, το οποίο είναι όλο και λιγότερο σε θέση να παρέχει βασικές κοινωνικές υπηρεσίες. Επίσης, είναι σε αυτό το πλαίσιο που οι τούρκοι διαδηλώνουν κατά της εμπορευματοποίησης του δημόσιου χώρου και του θρησκευτικού αυταρχισμού, που οι αιγύπτιοι διαδηλώνουν κατά ενός καθεστώτος που υποστηρίζεται από τις δυτικές δυνάμεις, που οι ιρανοί διαδηλώνουν κατά της διαφθοράς και του θρησκευτικού φονταμενταλισμού και ούτω καθεξής.

 

Καμιά από αυτές τις διαδηλώσεις δεν μπορεί να υποβιβαστεί σε ένα και μόνο θέμα. Όλες αφορούν έναν συγκεκριμένο συνδυασμό τουλάχιστον δυο θεμάτων, το ένα οικονομικό (από τη διαφθορά στην αναποτελεσματικότητα του ίδιου του καπιταλισμού), το άλλο πολιτικοιδεολογικό (από το αίτημα για δημοκρατία στο ζήτημα ότι η συμβατικά πολυκομματική δημοκρατία είναι έκπτωτη). Το ίδιο ισχύει και για το κίνημα «Occupy». Κάτω από την πληθώρα (συχνά συγκεχυμένων) δηλώσεων, το κίνημα είχε δυο βασικά χαρακτηριστικά. Το πρώτο, τη δυσαρέσκεια για τον καπιταλισμό ως ένα σύστημα, κι  όχι μόνο λόγω  συγκεκριμένων τοπικών κηλίδων του, και το δεύτερο, μια συνειδητοποίηση ότι η θεσμοθετημένη μορφή αντιπροσωπευτικής,  πολυκομματικής δημοκρατία δεν παρέχει τα εργαλεία για την καταπολέμηση του καπιταλιστικού πλεονάσματος, δηλαδή η δημοκρατία πρέπει να εφευρεθεί εκ νέου.

 

Ακριβώς επειδή η βασική αιτία των διαδηλώσεων είναι ο παγκόσμιος καπιταλισμός, αυτό δεν σημαίνει ότι η μόνη λύση είναι η ανατροπή του άμεσα. Ούτε είναι βιώσιμο να επιδιώκουμε την πραγματιστική εναλλακτική, η οποία πρόκειται να ασχοληθεί με τα επιμέρους προβλήματα και να περιμένει τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό. Αυτό παραβλέπει το γεγονός ότι ο παγκόσμιος καπιταλισμός είναι αναγκαστικά ασυμβίβαστος: η ελεύθερη αγορά πηγαίνει χέρι-χέρι με την υποστήριξη των ΗΠΑ για τους δικούς της αγρότες, το κήρυγμα δημοκρατίας πηγαίνει χέρι-χέρι με την υποστήριξη της Σαουδικής Αραβίας. Αυτή η αντίφαση ανοίγει ένα χώρο για πολιτική παρέμβαση: οπουδήποτε το πολιτικό σύστημα αναγκάζεται να παραβιάσει τους δικούς του κανόνες, υπάρχει μια ευκαιρία για το ίδιο να επιμείνει ότι ακολουθεί αυτούς τους κανόνες. Η απαίτηση συνέπειας σε στρατηγικά επιλεγμένα σημεία, όπου το σύστημα δεν μπορεί να αντέξει οικονομικά και δεν είναι συνεπές, είναι να ασκήσει πίεση σε ολόκληρο το σύστημα. Η τέχνη της πολιτικής βασίζεται στη δημιουργία συγκεκριμένων απαιτήσεων, η οποία, ενώ είναι πλήρως ρεαλιστική, χτυπά στον πυρήνα της ηγεμονικής ιδεολογίας και συνεπάγεται πολύ πιο ριζική αλλαγή. Τέτοιες απαιτήσεις, ενώ είναι εφικτές και νόμιμες, είναι εκ των πραγμάτων αδύνατες. Η πρόταση του Ομπάμα για καθολική υγειονομική περίθαλψη ήταν μια τέτοια περίπτωση, η οποία εξηγεί γιατί οι αντιδράσεις σε αυτό ήταν τόσο βίαιες.

 

Ένα πολιτικό κίνημα ξεκινά με μια ιδέα, κάτι για να αγωνιστούμε, αλλά στην πορεία η ιδέα υποβάλλεται σε βαθύ μετασχηματισμό –όχι απλώς σε ένα τακτικό βόλεμα, αλλά σε έναν ουσιαστικό επαναπροσδιορισμό– γιατί η ίδια η ιδέα γίνεται μέρος της διαδικασίας: υπερπροσδιορίζεται. Ας πούμε ότι μια εξέγερση ξεκινά με μια απαίτηση για δικαιοσύνη,  ίσως με τη μορφή μιας πρόσκλησης για την κατάργηση ενός συγκεκριμένου νόμου. Όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να δένονται με αυτή, συνειδητοποιούν ότι θα χρειαστούν πολλά περισσότερα από την αρχική απαίτηση για να επιφέρουν πραγματική δικαιοσύνη. Το πρόβλημα έγκειται στο να ορίσουμε τι ακριβώς περικλείει το «πολλά περισσότερα». Η φιλελεύθερη–ρεαλιστική άποψη διακηρύσσει ότι τα προβλήματα μπορούν να λυθούν σταδιακά, ένα προς ένα: «Οι άνθρωποι πεθαίνουν σήμερα στη Ρουάντα, οπότε ξεχάστε την αντιιμπεριαλιστική πάλη, αφήστε μας μόνο να εμποδίσουμε τη σφαγή» ή «Έχουμε να αγωνιστούμε κατά της φτώχειας και του ρατσισμού εδώ και τώρα, όχι να περιμένουμε την κατάρρευση της παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης». Ο John Caputo υποστήριζε στο After the Death of God (2007): «Θα ήμουν απόλυτα ευχαριστημένος αν οι ακροαριστεροί πολιτικοί στις ΗΠΑ ήταν σε θέση να μεταρρυθμίσουν το σύστημα, παρέχοντας καθολική υγειονομική περίθαλψη, πιο δίκαιη και αποτελεσματική αναδιανομή του πλούτου με έναν αναθεωρημένο κώδικα IRS, αποτελεσματικά περιοριστική καμπάνια χρηματοδότησης, απελευθέρωση όλων των ψηφοφόρων, ανθρώπινη αντιμετώπιση των μεταναστών εργαζομένων, ασκώντας μια εξωτερική πολιτική που θα ενσωματώσει την αμερικανική δύναμη εντός του πλαισίου της διεθνούς κοινότητας, κλπ, δηλ, να παρεμβαίνει στον καπιταλισμό μέσω σοβαρών και εκτεταμένων μεταρρυθμίσεων… Εάν, μετά από όλα αυτά, ο Μπαντιού και ο Ζίζεκ διαμαρτύρονταν ότι κάποιο τέρας που αποκαλείται καπιταλισμός μας παραμονεύει ακόμα, θα ήμουν διατεθειμένος να χαιρετίσω από το τέρας με ένα χασμουρητό».

 

Το πρόβλημα εδώ δεν είναι το συμπέρασμα του Caputo: αν κάποιος μπορούσε να επιτύχει όλα αυτά εντός του καπιταλιστικού πλαισίου, γιατί να μην παρέμεινε σε αυτόν; Το πρόβλημα είναι η βασική παραδοχή ότι είναι δυνατόν να επιτευχθούν όλα αυτά εντός του παγκόσμιου καπιταλισμού στη σημερινή του μορφή. Τι θα συμβεί αν οι δυσλειτουργίες του καπιταλισμού, που αναφέρονται από τον Caputo, δεν είναι απλώς ενδεχόμενες διαταραχές, αλλά δομικές αναγκαιότητες; Τι θα συμβεί αν το όνειρο του Caputo είναι ένα όνειρο μιας παγκόσμιας καπιταλιστικής τάξης χωρίς τα συμπτώματά της, χωρίς τα σημεία κριτικής στα οποία η «καταπιεσμένη αλήθεια» προβάλλεται;

 

Οι σημερινές διαδηλώσεις και εξεγέρσεις διατηρούνται από το συνδυασμό επικαλυπτόμενων απαιτήσεων και αυτό εξηγεί τη δύναμή τους: αγωνίζονται για («κανονική», κοινοβουλευτική) δημοκρατία κατά των αυταρχικών καθεστώτων, κατά του ρατσισμού και του σεξισμού, κυρίως όταν αυτός έχει ως στόχο μετανάστες και πρόσφυγες, κατά της διαφθοράς στην πολιτική και την επιχειρηματική ζωή (βιομηχανική ρύπανση του περιβάλλοντος, κλπ), για το κράτος πρόνοιας κατά του νεοφιλελευθερισμού, και για νέες μορφές δημοκρατίας που φτάνουν πέρα από τις πολυκομματικές τελετουργίες.  Επίσης, αμφισβητούν το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα ως τέτοιο και προσπαθούν να κρατήσουν ζωντανή την ιδέα μιας κοινωνίας πέρα από τον καπιταλισμό. Εδώ, πρέπει να αποφεύγονται δυο παγίδες: ψευδής ριζοσπαστισμός («αυτό που πραγματικά έχει σημασία είναι η κατάργηση του φιλελεύθερου–κοινοβουλευτικού καπιταλισμού, όλα τ’ άλλα είναι δευτερεύοντα»), αλλά και ο ψευδής προοδευτισμός («αυτή τη στιγμή πρέπει να αγωνιστούμε κατά της στρατιωτικής δικτατορίας και για βασική δημοκρατία, όλα τα όνειρα του σοσιαλισμού πρέπει να παραμεριστούν για την ώρα»).  Στο σημείο αυτό, δεν ντρεπόμαστε να υπενθυμίσουμε τη μαοϊκή διάκριση μεταξύ των κύριων και των δευτερευουσών ανταγωνισμών, μεταξύ εκείνων που στο τέλος έχουν μεγαλύτερη σημασία και εκείνων που σήμερα κυριαρχούν.

 

Υπάρχουν περιπτώσεις στις οποίες το να επιμείνουμε στην αρχή του ανταγωνισμού σημαίνει ότι χάνουμε την ευκαιρία να προσφέρουμε μια σημαντική ώθηση στην πάλη. Μόνο μια πολιτική που λαμβάνει πλήρως υπόψη της την πολυπλοκότητα του υπερκαθορισμού αξίζει να αποκαλείται στρατηγική. Όταν συμμετέχουμε σε έναν συγκεκριμένο αγώνα, το βασικό ερώτημα είναι: πως η εμπλοκή μας ή μη σε αυτόν επηρεάζει άλλους αγώνες; Ο γενικός κανόνας είναι ότι, όταν μια εξέγερση κατά ενός καταπιεστικού, ημι-δημοκρατικού καθεστώτος ξεσπά, όπως στη Μέση Ανατολή το 2011, είναι εύκολο να κινητοποιηθούν μεγάλα πλήθη με συνθήματα –για δημοκρατία, κατά της διαφθοράς, κλπ.

 

Αλλά σύντομα είμαστε αντιμέτωποι με πιο δύσκολες επιλογές. Όταν η εξέγερση επιτυγχάνει τον αρχικό της στόχο, συνειδητοποιούμε ότι αυτό που μας ενοχλεί πραγματικά (η έλλειψη της ελευθερίας μας, η ταπείνωσή μας, η διαφθορά, ελάχιστες προοπτικές) εξακολουθεί να υφίσταται σε μια νέα μορφή, έτσι ώστε να είμαστε αναγκασμένοι να αναγνωρίσουμε ότι υπήρξε ένα ελάττωμα στον ίδιο τον στόχο. Αυτό μπορεί να συνεπάγεται ότι η ίδια η δημοκρατία μπορεί να είναι μια μορφή ανελευθερίας ή ότι πρέπει να απαιτήσουμε κάτι παραπάνω από την αυστηρώς πολιτική δημοκρατία: η κοινωνική και οικονομική ζωή πρέπει επίσης να εκδημοκρατιστούν. Εν συντομία, αυτό που αρχικά θεωρούμε ως μια αποτυχία για την πλήρη εφαρμογή μιας ευγενούς αρχής (δημοκρατική ελευθερία) είναι στην πραγματικότητα μια αποτυχία συνυφασμένη με την ίδια την αρχή. Αυτή η συνειδητοποίηση –ότι η αποτυχία μπορεί να είναι συνυφασμένη με την αρχή για την οποία αγωνιζόμαστε – είναι ένα μεγάλο βήμα για μια πολιτική διαπαιδαγώγηση.

 

Οι εκπρόσωποι της κυρίαρχης ιδεολογίας ξετυλίγουν ολόκληρο το οπλοστάσιό τους για να μας εμποδίσουν να φτάσουμε σε αυτό το ριζοσπαστικό συμπέρασμα. Μας λένε ότι η δημοκρατική ελευθερία φέρνει τις δικές της ευθύνες, ότι έχει ένα τίμημα, ότι είναι ανώριμο να περιμένουμε τόσα πολλά από τη δημοκρατία. Σε μια ελεύθερη κοινωνία, λένε, θα πρέπει να συμπεριφερόμαστε σαν καπιταλιστές, επενδύοντας στις δικές μας ζωές: αν αποτύχουμε να κάνουμε τις αναγκαίες θυσίες ή αν σε κάθε περίπτωση χάσουμε τον στόχο δεν έχουμε να κατηγορήσουμε κάποιον άλλο, αλλά μόνο τον εαυτό μας. Με μια πιο άμεση πολιτική έννοια, οι ΗΠΑ έχουν ακολουθήσει σταθερά μια στρατηγική ελέγχου ζημιών στην εξωτερική τους πολιτική με την εκ νέου διοχέτευση λαϊκών εξεγέρσεων σε αποδεκτές κοινοβουλευτικές – καπιταλιστικές μορφές: στη Νότιο Αφρική μετά το απαρτχάιντ, στις Φιλιππίνες μετά την πτώση του καθεστώτος του Μάρκος, στην Ινδονησία μετά την πτώση του Σουχάρτο, κλπ. Εδώ είναι όπου η πολιτική αρχίζει με τον κατάλληλο τρόπο: το πρόβλημα είναι η ώθηση όταν ολοκληρωθεί το πρώτο, συναρπαστικό κύμα αλλαγής, το πως θα κάνουμε το επόμενο βήμα χωρίς να υποκύψουμε στον πειρασμού του «ολοκληρωτισμού», πως θα μετακινηθούμε πέρα από τον Μαντέλα, χωρίς να γίνουμε Μουγκάμπε.

 

Τι θα σήμαινε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση; Ας συγκρίνουμε δυο γειτονικές χώρες, την Ελλάδα και την Τουρκία. Με την πρώτη ματιά, μπορεί να φαίνονται εντελώς διαφορετικές: Η Ελλάδα είναι εγκλωβισμένη στην καταστροφική πολιτική της λιτότητας, ενώ η Τουρκία απολαμβάνει μια οικονομική άνθιση και αναδύεται ως μια νέα περιφερειακή υπερδύναμη. Αλλά τι θα συμβεί αν κάθε Τουρκία δημιουργεί και περικλείει τη δικής της Ελλάδα, τα δικά της νησιά μιζέριας; Όπως το θέτει ο Μπρεχτ στο «Hollywood Elegies»: Το χωριό του Χόλυγουντ σχεδιάστηκε σύμφωνα με την ιδέα ότι οι άνθρωποι σε αυτά τα μέρη βρίσκονται στον παράδεισο. Σε αυτά τα μέρη έχουν καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο Θεός απαιτεί έναν παράδεισο και μια κόλαση, δεν χρειάστηκε να σχεδιάσουν δυο καταστάσεις, αλλά μόνο μια: τον παράδεισο. Και αυτό προσδιορίζει και την άλλη, την  μη ευημερούσα, την ανεπιτυχή, δηλαδή την κόλαση.

 

Αυτό περιγράφει αρκετά καλά το σημερινό «παγκόσμιο χωριό»: αυτό ισχύει για το Κατάρ ή το Ντουμπάι, τους «παιδότοπους» των πλουσίων που εξαρτώνται από τις συνθήκες της σχεδόν δουλείας για τους μετανάστες εργάτες. Μια πιο προσεκτική ματιά αποκαλύπτει τις ομοιότητες μεταξύ της Τουρκίας και της Ελλάδας: την ιδιωτικοποίηση, την περίφραξη του δημόσιου χώρου, τη διάλυση των κοινωνικών υπηρεσιών, την άνοδο του αυταρχισμού της πολιτικής. Σε ένα πρωταρχικό επίπεδο, οι έλληνες και οι τούρκοι διαδηλωτές εμπλέκονται στον ίδιο αγώνα.

 

Το πραγματικό μονοπάτι θα ήταν να συντονίσουν τους δυο αγώνες, να απορρίψουν τους «πατριωτικούς» πειρασμούς, να αφήσουν πίσω τους την ιστορική εχθρότητα των δυο χωρών και να αναζητήσουν το έδαφος για αλληλεγγύη. Το μέλλον των διαδηλώσεων μπορεί να εξαρτάται από αυτό.

 

Πηγή: http://www.lrb.co.uk via Rednotebook.gr

– See more at: http://left.gr/news/provlima-ston-paradeiso#sthash.5bizLsPu.dpuf

Δυνάμεις του κομμουνισμού

599576_355738261162978_283198595_n
Του Daniel Bensaid
Σε ένα άρθρο του 1843 για «τις προόδους της κοινωνικής μεταρρύθμισης στην ηπειρωτική Ευρώπη», ο νεαρός Ένγκελς (μόλις είκοσι ετών) περιέγραφε τον κομμουνισμό ως «αναγκαία κατάληξη που συνάγεται αναγκαία από τις γενικές συνθήκες του σύγχρονου πολιτισμού». Εν ολίγοις, πρόκειται για έναν κομμουνι­σμό νοούμενο με όρους λογικής, καρπό της επανάστασης του 1830, όπου οι ερ­γάτες «επέστρεψαν στις ζωντανές πηγές και στη μελέτη της μεγάλης επανάστα­σης και ιδιοποιήθηκαν με σφρίγος τον κομμουνισμό του Μπαμπέφ».

Για τον νεαρό Μαρξ, από την άλλη, αυτός ο κομμουνισμός ήταν απλώς μια «δογματική αφαίρεση», μια «πρωτότυπη εκδήλωση της αρχής του ανθρωπι­σμού». Το νεοεμφανιζόμενο προλεταριάτο είχε «πέσει στα χέρια των δογματι­κών της χειραφέτησης του», των «σοσιαλιστικών σεχτών» και των συγκεχυμέ­νων πνευμάτων που «φαντασιοκοπούν ως ανθρωπιστές» για τη «χιλιοστή επέ­τειο της οικουμενικής αδελφοσύνης» ως «φαντασιακής κατάργησης των ταξι­κών σχέσεων». Πριν από το 1848, αυτός ο φαντασματικός κομμουνισμός, χωρίς ακριβές πρόγραμμα, στοιχειώνει την ατμόσφαιρα της εποχής με τις «ακατέργα­στες» μορφές των εξισωτικών σεχτών ή των ικάριων ονειροπολήσεων.

Ήδη, η υπέρβαση του αφηρημένου αθεϊσμού συνεπαγόταν ωστόσο έναν νέο κοινωνικό υλισμό που δεν ήταν άλλος από τον κομμουνισμό: «Όπως ακριβώς ο αθεϊσμός, ως άρνηση του Θεού, είναι η ανάπτυξη του θεωρητικού ανθρωπισμού, ομοίως ο κομμουνισμός, ως άρνηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, είναι η διεκδίκη­ση της πραγματικής ανθρώπινης ζωής». Μακριά από κάθε χυδαίο αντικληρικα­λισμό, αυτός ο κομμουνισμός ήταν «η ανάπτυξη ενός πρακτικού ανθρωπισμού», για τον οποίο ζητούμενο δεν ήταν μόνο να αντιπαλέψει τη θρησκευτική αλλο­τρίωση, αλλά την πραγματική κοινωνική αλλοτρίωση και εξαθλίωση που γεν­νούν την ανάγκη της θρησκείας.

Από την ιδρυτική εμπειρία του 1848 μέχρι την εμπειρία της Κομμούνας, η «πραγματική κίνηση» που τείνει στην κατάργηση της κατεστημένης τάξης πραγ­μάτων απέκτησε μορφή και δύναμη, διαλύοντας τις «δογματικές φαντασιοπλη-ξίες» και περιγελώντας το «ύφος χρησμού της επιστημονικής βεβαιότητας». Με άλλα λόγια, ο κομμουνισμός, που ήταν αρχικά μια πνευματική κατάσταση ή ένας «φιλοσοφικός κομμουνισμός», έβρισκε την πολιτική μορφή του. Σε ένα τέταρτο του αιώνα μεταμορφώθηκε: από τους τρόπους φιλοσοφικής και ουτοπικής εμ­φάνισης του στην επιτέλους ευρεθείσα πολιτική μορφή της χειραφέτησης.

  1. Οι λέξεις της χειραφέτησης δεν βγήκαν άθικτες από τις θύελλες του περα­σμένου αιώνα. Μπορούμε να πούμε γι’ αυτές, όπως λέει για τα ζώα ο μύθος του Λαφοντέν, ότι δεν πέθαναν όλες, αλλά ότι όλες πληγώθηκαν βαριά. Ο σοσιαλι­σμός, η επανάσταση, ακόμη και η αναρχία δεν βρίσκονται σχεδόν καθόλου σε καλύτερη κατάσταση από τον κομμουνισμό. Ο σοσιαλισμός ενεπλάκη στη δο­λοφονία του Καρλ Λίμπνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ, καθώς και στους αποικιακούς πολέμους και τις κυβερνητικές συνεργασίες σε τέτοιο βαθμό, που έχανε τελικώς κάθε περιεχόμενο όσο κέρδιζε σε έκταση. Μια μεθοδική ιδεολο­γική εκστρατεία κατάφερε να ταυτιστεί στα μάτια πολλών η επανάσταση με τη βία και την τρομοκρατία. Ωστόσο, από όλες τις λέξεις που μέχρι πρότινος εξέ­φραζαν μεγάλες υποσχέσεις και όνειρα για το μέλλον, ο κομμουνισμός υπέστη τη μεγαλύτερη ζημιά επειδή τον σφετερίστηκε ο κρατικός γραφειοκρατικός λό­γος και υποδουλώθηκε σε ένα ολοκληρωτικό εγχείρημα. Παραμένει εντούτοις το ερώτημα κατά πόσο, από όλες αυτές τις λαβωμένες λέξεις, υπάρχουν ορισμέ­νες που αξίζει τον κόπο να επιδιορθωθούν και να τεθούν εκ νέου σε κίνηση.
  2. Για να γίνει αυτό, είναι αναγκαίο να σκεφτούμε τι συνέβη στον κομμουνι­σμό κατά τον 20ό αιώνα. Η λέξη και το πράγμα δεν γίνεται να μείνουν έξω από τον χρόνο και τις ιστορικές δοκιμασίες στις οποίες υποβλήθηκαν. Η μαζική χρή­ση του όρου «κομμουνιστικός» για να χαρακτηριστεί το κινεζικό αυταρχικό φιλε­λεύθερο κράτος θα βαρύνει για καιρό ακόμη περισσότερο, στα μάτια των περισ­σοτέρων, από τους αδύναμους θεωρητικούς και πειραματικούς βλαστούς μιας κομμουνιστικής υπόθεσης. Η πρόκληση να αποκοπούμε από έναν κριτικό ιστορι­κό απολογισμό θα μπορούσε να επιφέρει την αναγωγή της κομμουνιστικής ιδέας σε αχρονικές «σταθερές», να τη μετατρέψει σε συνώνυμο των ακαθόριστων ιδε­ών της δικαιοσύνης ή της χειραφέτησης, και όχι στην ειδική μορφή της χειραφέ­τησης κατά την εποχή της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Η λέξη χάνει τότε ως προς την πολιτική της ακρίβεια αυτό που κερδίζει με όρους ηθικής και φιλοσοφικής επέκτασης. Ένα από τα καίρια ερωτήματα είναι κατά πόσο ο γραφειοκρατικός δεσποτισμός είναι η θεμιτή συνέχιση της επανάστασης του Οκτώβρη ή ο καρπός μιας γραφειοκρατικής αντεπανάστασης, που πιστοποιείται όχι μόνο από τις δί­κες, τις εκκαθαρίσεις ή τις μαζικές εκτοπίσεις, αλλά και από τις ανατροπές της δεκαετίας του τριάντα στη σοβιετική κοινωνία και στο σοβιετικό κράτος.
  3. Δεν επινοούμε με διατάγματα ένα νέο λεξιλόγιο. Το λεξιλόγιο διαμορφώ­νεται μέσα στον χρόνο και μέσα από διάφορες χρήσεις και εμπειρίες. Αν ενδίδα­με στην ταύτιση του κομμουνισμού με τη σταλινική ολοκληρωτική δικτατορία, θα σήμαινε ότι υποχωρούμε μπροστά στους προσωρινούς νικητές, ότι συγχέου­με την επανάσταση με τη γραφειοκρατική αντεπανάσταση, και ότι κλείνουμε έτσι το κεφάλαιο των διακλαδώσεων, που μόνον αυτό είναι ανοιχτό στην ελπί­δα. Και θα διαπράτταμε μείζονα αδικία εις βάρος των ηττημένων, όλων εκεί­νων, ανδρών και γυναικών, ανώνυμων ή όχι, που βίωσαν με πάθος την κομμου­νιστική ιδέα και την έκαναν να ζει ενάντια στις γελοιογραφίες και τις παραποι­ήσεις της. Ντροπή σε εκείνους που έπαψαν να είναι κομμουνιστές επειδή έπα­ψαν να είναι σταλινικοί, και οι οποίοι ήταν κομμουνιστές μόνον καθόσον ήσαν σταλινικοί1!
  4. Από όλους τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να κατονομαστεί ο «έτε­ρος πόλος» αναγκαίος και δυνατός προς τον ποταπό καπιταλισμό, η λέξη «κομ­μουνισμός» είναι εκείνη που διατηρεί το περισσότερο ιστορικό νόημα και το πιο εκρηκτικό προγραμματικό φορτίο. Είναι εκείνη ακριβώς η λέξη που επικαλείται με τον καλύτερο τρόπο το κοινό της διαμοίρασης και της ισότητας, την από κοι­νού άσκηση της εξουσίας, την αλληλεγγύη που μπορεί να αντιταχθεί στον εγωι­στικό υπολογισμό και στον γενικευμένο ανταγωνισμό, την υπεράσπιση των κοι­νών αγαθών της ανθρωπότητας, φυσικών και πολιτισμικών, την επέκταση ενός τομέα δωρεάν υπηρεσιών (αποεμπορευματοποίηση) σε είδη πρώτης ανάγκης, ενάντια στη γενικευμένη αρπαγή και την ιδιωτικοποίηση του κόσμου.
  5. Αποτελεί επίσης το όνομα ενός άλλου μέτρου για τον κοινωνικό πλούτο από εκείνο του νόμου της αξίας και της εμπορικής αξιολόγησης. Ο «ελεύθερος και ανό­θευτος» ανταγωνισμός εδράζεται στην «κλοπή του χρόνου εργασίας των άλλων». Διατείνεται ότι ποσοτικοποιεί το μη ποσοτικοποιήσιμο και ότι ανάγει στο αξιοθρή­νητο κοινό μέτρο του, βάσει του χρόνου αφηρημένης εργασίας, την πέραν κάθε μέ­τρου σχέση του ανθρωπίνου είδους με τις φυσικές συνθήκες αναπαραγωγής του. Ο κομμουνισμός είναι το όνομα ενός διαφορετικού κριτηρίου για τον πλούτο, μιας οι­κολογικής ανάπτυξης ποιοτικά διαφορετικής από τον ποσοτικό αγώνα δρόμου για ανάπτυξη. Η λογική της συσσώρευσης του κεφαλαίου απαιτεί όχι μόνο την παρα­γωγή για το κέρδος, και όχι για τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά επίσης την «παραγω­γή νέας κατανάλωσης», τη σταθερή διεύρυνση του κύκλου της κατανάλωσης «με τη δημιουργία νέων αναγκών και με τη δημιουργία νέων αξιών χρήσης»: «Εξού και η εκμετάλλευση ολόκληρης της φύσης» και η «εκμετάλλευση της γης με κάθε έννοια». Αυτή η ισοπεδωτική έλλειψη μέτρου που χαρακτηρίζει το κεφάλαιο θεμε­λιώνει την επικαιρότητα ενός ριζοσπαστικού οικο-κομμουνισμού.
  6. To ζήτημα του κομμουνισμού αφορά καταρχάς στο Κομμουνιστικό Μα­νιφέστοτην ιδιοκτησία: «Οι κομμουνιστές μπορούν να συνοψίσουν τη θεωρία τους σε αυτήν τη μοναδική διατύπωση: κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας» των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την ατομική ιδιοκτησία των αγαθών προσωπικής χρήσης. Σε «όλα τα κινήματα», οι κομμουνιστές «προτάσσουν το ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε όποιον βαθμό εξέ­λιξης κι αν έχει φτάσει, ως θεμελιώδες ζήτημα του κινήματος». Πράγματι, από τα δέκα σημεία που ολοκληρώνουν το πρώτο κεφάλαιο, τα επτά αφορούν τις μορφές ιδιοκτησίας: την απαλλοτρίωση της γαιοκτησίας και τη χρησιμοποίηση της γαιοπροσόδου για την αντιμετώπιση των κρατικών δαπανών· την καθιέρω­ση ενός αυστηρά προοδευτικού φορολογικού συστήματος· την κατάργηση του κληρονομικού δικαίου στα μέσα παραγωγής και ανταλλαγής· την κατάσχεση της περιουσίας των στασιαστών φυγάδων· τη συγκέντρωση της πίστης σε μια δημόσια τράπεζα· την κοινωνικοποίηση των μέσων μεταφοράς και την ίδρυση μιας δημόσιας και δωρεάν για όλους εκπαίδευσης· τη δημιουργία εθνικών ερ­γοστασίων και την εκχέρσωση ακαλλιέργητων εδαφών. Ολα αυτά τα μέτρα τεί­νουν να εδραιώσουν τον έλεγχο της πολιτικής δημοκρατίας επί της οικονομίας, το πρωτείο του κοινού καλού επί του εγωιστικού συμφέροντος, του δημόσιου χώρου επί του ιδιωτικού. Δεν πρόκειται να καταργηθεί κάθε μορφή ιδιοκτησίας, αλλά μόνον «η σημερινή ιδιωτική ιδιοκτησία, η αστική ιδιοκτησία» και ο «τρό­πος ιδιοποίησης» που βασίζεται στην εκμετάλλευση των μεν από τους δε.
  7. Ανάμεσα σε δύο δικαιώματα, αφενός των ιδιοκτητών να ιδιοποιούνται τα κοινά αγαθά και αφετέρου των αποστερημένων στην ύπαρξη, «η δύναμη απο­φασίζει», λέει ο Μαρξ. Όλη η σύγχρονη ιστορία της ταξικής πάλης, από τον πό­λεμο των χωρικών στη Γερμανία μέχρι τις κοινωνικές επαναστάσεις του περα­σμένου αιώνα, περνώντας από την Αγγλική και τη Γαλλική Επανάσταση, είναι ιστορία αυτής της σύγκρουσης. Επιλύθηκε με την ανάδυση μιας θεμιτότητας αντιπαραθετικής προς τη νομιμότητα των κυρίαρχων. Ως «επιτέλους ευρεθεί­σα πολιτική μορφή της χειραφέτησης», ως «κατάργηση» της κρατικής εξουσί­ας, ως ολοκλήρωση της κοινωνικής δημοκρατίας, η Κομμούνα φωτίζει την ανά­δυση αυτής της νέας θεμιτότητας. Η εμπειρία της ενέπνευσε τις λαϊκές μορφές αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης που εμφανίστηκαν σε επαναστατικές κρί­σεις: εργατικά συμβούλια, σοβιέτ, επιτροπές πολιτοφυλακής, βιομηχανικές ζώ­νες, ενώσεις κατοίκων, αγροτικές κομμούνες, που τείνουν να στερήσουν από την πολιτική τον επαγγελματικό της χαρακτήρα, να τροποποιήσουν τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, να δημιουργήσουν τις συνθήκες για τον μαρασμό του κράτους ως χωριστού γραφειοκρατικού σώματος.
  8. Υπό την επικράτεια του κεφαλαίου, κάθε φαινομενική πρόοδος έχει το αντίτιμο της σε οπισθοδρόμηση και καταστροφή. Δεν συνίσταται in fine «παρά σε αλλαγή της μορφής της υποδούλωσης». Ο κομμουνισμός απαιτεί μιαν άλλη ιδέα και άλλα κριτήρια από αυτά της αποδοτικότητας και της χρηματικής κερ­δοφορίας. Ξεκινώντας από τη δραστική μείωση του υποχρεωτικού χρόνου ερ­γασίας και την αλλαγή στην ίδια την έννοια της εργασίας: δεν θα μπορούσε να υπάρχει ατομική ανάπτυξη κατά την ανάπαυση ή τον «ελεύθερο χρόνο» εφόσον ο εργαζόμενος παραμένει αλλοτριωμένος και ακρωτηριασμένος στην εργασία. Η κομμουνιστική προοπτική απαιτεί επίσης μια ριζική αλλαγή στη σχέση άνδρα και γυναίκας: η εμπειρία που αποκομίζει κανείς από τη σχέση μεταξύ των κοι-νιονικών φύλων είναι η πρώτη εμπειρία ετερότητας και για όσον καιρό εξακο­λουθεί να υπάρχει αυτή η σχέση καταπίεσης, κάθε διαφορετικό ον, λόγω πολι­τισμού, χρώματος ή σεξουαλικού προσανατολισμού, θα είναι θύμα μορφών δυ­σμενούς διάκρισης και κυριαρχίας. Η γνήσια πρόοδος έγκειται τέλος στην ανά­πτυξη και τη διαφοροποίηση αναγκών, των οποίων ο πρωτότυπος συνδυασμός καθιστά τον καθένα και την καθεμιά ένα μοναδικό ον, η ενικότητα του οποίου συμβάλλει στον εμπλουτισμό του είδους.

9.  Το Μανιφέστο περιγράφει τον κομμουνισμό ως «συνεταιρισμό όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι όρος για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων».
Ο κομμουνισμός παρουσιάζεται έτσι ως θεμελιώδης αρχή μιας ελεύθερης ατομικής ανάπτυξης που δεν θα μπορούσε να συγχέεται ούτε με τις αυταπάτες ενός
ατομικισμού χωρίς ατομικότητα υποταγμένου στον διαφημιστικό κομφορμισμό, ούτε με τον χονδροειδή εξισωτισμό ενός σοσιαλισμού του στρατώνα. Η ανάπτυξη των ιδιαίτερων αναγκών και ικανοτήτων του καθενός και της καθεμιάς συμβάλει στην καθολική ανάπτυξη του ανθρωπίνου είδους. Αντιστοίχως, η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός και της καθεμιάς συνεπάγεται την ελεύθερη ανάπτυξη όλων, διότι η χειραφέτηση δεν είναι μοναχικού τύπου απόλαυση.

10. Ο κομμουνισμός δεν είναι μια καθαρή ιδέα ούτε ένα δογματικό πρότυπο για την κοινωνία. Δεν είναι το όνομα ενός κρατικού καθεστώτος ούτε ενός
νέου τρόπου παραγωγής.  Είναι το όνομα ενός κινήματος που υπερβαίνει / καταργεί αδιάκοπα την κατεστημένη τάξη πραγμάτων.

Αλλά είναι και ο σκοπός που καθώς αναδύεται από το κίνημα, το προσανατολίζει και του επιτρέπει, εν αντιθέσει προς τις πολιτικές χωρίς αρχές, τις αποσπασματικές δράσεις και τους καθημερινούς αυτοσχεδιασμούς, να προσδιορίσει τι μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό τον σκοπό και τι μας απομακρύνει από αυτόν. Με αυτή την έννοια, δεν είναι μια επιστημονική γνώση του σκοπού και της διαδρομής, αλλά μια ρυθμιστική στρατηγική υπόθεση. Κατονομάζει, αδιαχώριστα, το όραμα ενός άλλου κόσμου με δικαιοσύνη, ισότητα, αλληλεγγύη και το διαρκές κίνημα που αποσκοπεί στην ανατροπή της τάξης πραγμάτων που υπάρχει στην εποχή του καπιταλισμού· και την υπόθεση που προσανατολίζει αυτό το κίνημα προς μια ριζική αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας και εξουσίας, σε απόσταση από συμβιβασμούς με ένα μικρότερο κακό που θα ήταν ο συντομότερος δρόμος προς το χειρότερο κακό.

11. Η κοινωνική, οικονομική, οικολογική και ηθική κρίση ενός καπιταλισμού που δεν απωθεί πλέον τα όριά του παρά με τίμημα μια αυξανόμενη έλλειψη μέ­τρου και έναν αυξανόμενο παραλογισμό, απειλώντας συγχρόνως το είδος και τον πλανήτη, επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη την «επικαιρότητα ενός ριζο­σπαστικού κομμουνισμού» που επικαλέστηκε ο Μπένγιαμιν απέναντι στην άνο­δο των κινδύνων κατά τη μεσοπολεμική περίοδο.

Σημείωσηβιβλιογραφία

1. Βλ. Dionys Mascolo, A la recherche d’un communisme de pensee, Editions Fourbis, 2000, σ. 113.

Μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος

το  άρθρο είναι δημοσιεύθηκε στο περιοδικό εκατοστό τεύχος του περιοδικού ΟΥΤΟΠΙΑ με θέμα ¨Κομμουνισμός: Θεωρία, ιστορία, προοπτική”

https://ilesxi.wordpress.com/2012/12/20/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D/

Η Κομμούνα του Παρισιού, 1871

Σαν σήμερα, πριν από ακριβώς 140 χρόνια, η κυβερνητικές δυνάμεις του Λουί Τιερ πνίγουν στο αίμα την πρώτη απόπειρα της εργατικής τάξης, να πάρει την εξουσία στα χέρια της.

 

Το πείραμα της Παρισινής Κομμούνας διήρκεσε 72 μέρες και έχει αποτελέσει ένα από τα σημαντικότερα μαθήματα για τις λαϊκές επαναστάσεις μέχρι σήμερα.

 

Με αφορμή τα 140 χρόνια από τη βίαιη καταστολή της Κομμούνας του Παρισιού, κατά την οποία σκοτώθηκαν 30 με 40 χιλιάδες κομμουνάροι, αναδημοσιεύουμε από το tvxs.gr ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον απόσπασμα από το βιβλίο του Manuel Castells, «Τhe City and the Grassroots», σε μετάφραση της Ελένης Πορτάλιου:

 

Εισαγωγή

Η Κομμούνα του Παρισιού έχει γενικά αντιμετωπιστεί, ιδιαίτερα στη μαρξιστική παράδοση, ως η πρώτη σημαντική προλεταριακή πολιτική εξέγερση. Για τον Λένιν, η εμπειρία της Κομμούνας κατέδειξε τη δυνατότητα ενός προσανατολισμένου πολιτικά κινήματος της εργατικής τάξης και την ανάγκη καταστροφής του αστικού κράτους για ν’ αντικατασταθεί, εάν η επανάσταση διαρκούσε, από ένα προλεταριακό κράτος. Υπάρχει, πράγματι, μια κλασική συζήτηση ανάμεσα στη λενινιστική άποψη και τη φιλελεύθερη ερμηνεία της Κομμούνας ή, με πιο γαλλικούς όρους, ανάμεσα στους Γιακωβίνους και τους Προυντονιστές.

 

Ήταν η Κομμούνα μια διαδικασία ριζοσπαστικοποίησης των ιδεωδών της δημοκρατίας όταν ήρθαν αντιμέτωπα με τη στρατιωτική ήττα του έθνους και την κατάρρευση της Δεύτερης Αυτοκρατορίας; Ή ήταν, αντίθετα, μια πολιτική επανάσταση που προήγαγε το αίτημα για πολιτική ελευθερία σε μια νέα θεσμική οργάνωση βασισμένη στο σχέδιο μιας εθελοντικής ομοσπονδίας ελεύθερων κοινοτήτων; Τα ενδιαφέροντα της έρευνάς μας είναι κάπως διαφορετικά. Χωρίς να μπορούμε σ’ αυτό το κείμενο ή να επανασυστήσουμε ή να προσπελάσουμε μια τέτοια θεμελιακή συζήτηση, θέλουμε να επιστήσουμε την προσοχή σε άλλα δυνατά ιστορικά νοήματα της Κομμούνας, μερικά από τα οποία είναι γεμάτα σημασία για την κατανόηση του αστικού προβλήματος.

 

Ενδιαφερόμαστε ιδιαίτερα να εξερευνήσουμε την υπόθεση που ετέθη από τον μεγάλο μαρξιστή φιλόσοφο Henry Lefebvre για την Κομμούνα ως αστική επανάσταση. Αν μια τέτοια ερμηνεία ήταν ορθή, η υπερβολική ώθηση της Κομμούνας πάνω στην πολιτική και την ιδεολογία του εργατικού κινήματος θα μπορούσε να είναι μια ένδειξη της ιστορικής σχέσης που εγκαθιδρύθηκε ανάμεσα στο αστικό πρόβλημα και το κοινωνικό κίνημα, που διατηρεί τον κύριο ρόλο στη διαδικασία της καπιταλιστικής εκβιομηχάνισης. Αντί να είναι μια καθυστερημένη συνέχεια της Γαλλικής Επανάστασης ή της αναγγελίας της επερχόμενης σοσιαλιστικής, η Κομμούνα θα μπορούσε, κάτω από αυτή την οπτική, να θεωρηθεί ως σημείο επαφής ανάμεσα στις αστικές αντιθέσεις και το εμφανιζόμενο εργατικό κίνημα, τόσο στις πιο αρχαϊκές πλευρές της (η επανάσταση των Ξεβράκωτων ενάντια στις αδικίες της εξουσίας) όσο και στα πιο προβλεπτικά του μέλλοντος θέματά της (η αυτοδιαχείριση της κοινωνίας).

 

Αυτή η θεμελιώδης διάσταση της Κομμούνας, που ο Lefebvre έχει προβάλλει, έχει σε μεγάλο βαθμό απορριφθεί εξ’ αιτίας της πολιτικοποίησης της συζήτησης ανάμεσα στους μαρξιστές και τους φιλελεύθερους σε σχέση με το ιστορικό της νόημα. Ακόμα, η προσεκτική θεώρηση της μελέτης αυτής της διάστασης και η ιστορική μαρτυρία γι’ αυτή θα μπορούσαν ν’ αποδειχθούν εξαιρετικά βοηθητικά στην προσπάθειά μας να ερμηνεύσουμε τις μεταβαλλόμενες σχέσεις ανάμεσα στην πόλη, την κοινωνία και το κράτος.

 

Oι Kομμουνάροι

Ποιοι ήταν οι Kομμουνάροι. Ποια η κοινωνική σύνθεση της Kομμούνας (commune). Aπό πρώτη ματιά εμφανίζεται να είναι μια εργατική εξέγερση αντίθετα με την εξέγερση του 1848 ή την αντίσταση στο Coup d’ Etat (πραξικόπημα) του 1851. …O κομμουνάρος ήταν ένα μισθωτό πρόσωπο. Και αν οι υπάλληλοι ήταν ακόμα παρόντες μεταξύ των επαναστατών το 1871, τα ελεύθερα επαγγέλματα, οι εισοδηματίες, οι έμποροι, οι υπάλληλοι αριθμούσαν όλοι μαζί μόνο το 16 των ανθρώπων που συνελήφθησαν, ενώ ήταν 27 το 1851.

 

Οι περισσότεροι κομμουνάροι ήταν χειρώνακτες εργάτες. Αλλά τί είδος εργατών; Eργάτες από βιομηχανικές δραστηριότητες και ιδιαίτερα από τη μεταλλουργία. Όμως, η εικόνα είναι πιο σύνθετη. Μεταξύ των εξεγερμένων η πιο σημαντική ομάδα και η πιο υπεραντιπροσωπευόμενη, σε σχέση με τον ενεργό Παρισινό πληθυσμό ως σύνολο, ήταν οι εργάτες κατασκευών. Αυτοί ήταν οι αντιπρόσωποι της σύγχρονης βιομηχανίας. Εξέφραζαν τη φανταστική αστική ανάπτυξη και τις δραστηριότητες αστικής ανανέωσης στο Παρίσι στη διάρκεια της Δεύτερης Aυτοκρατορίας, κάτω από τη διεύθυνση του Haussmann, ενός από τους πιο φιλόδοξους πολεοδόμους στην ιστορία. …Συνεπώς, αν είναι αλήθεια ότι η μεγάλη πλειοψηφία των κομμουνάρων ήταν εργάτες, οι περισσότεροι δεν ήταν βιομηχανικό προλεταριάτο, αλλά παραδοσιακοί τεχνίτες και εργάτες στις κατασκευές που συνδέονταν με την αστική ανάπτυξη.

 

Για να ολοκληρώσουμε το κοινωνικό προφίλ των κομμουνάρων, πρέπει να προσθέσουμε δύο σημαντικές παρατηρήσεις. Πρώτον, η μικροαστική τάξη αντιπροσωπεύει μια καθαρή μειοψηφία μεταξύ των εξεγερμένων, όχι όμως και μεταξύ των εκλεγμένων αντιπροσώπων της Kομμούνας: υπήρχαν μόνο 25 εργάτες μεταξύ των 90 αντιπροσώπων που εκλέχτηκαν στις δημοτικές εκλογές της επανάστασης στις 26 Mαρτίου 1871. Η μεγάλη πλειοψηφία της συνέλευσης σχηματίστηκε από “μικροαστούς”, υπαλλήλους, λογιστές, γιατρούς, δασκάλους, δικηγόρους και δημοσιογράφους. Ακόμα πιο σημαντικό, η πλειοψηφία των αξιωματικών και στελεχών της στρατιωτικής δύναμης της Kομμούνας, της Garde Nationale, αποτελείτο από υπαλλήλους, τυπογράφους και μικρούς εμπόρους. Για να συνοψίσουμε, οι δράστες της Kομμούνας ήταν μόνο ένα μικρό περιθωριακό τμήμα του βιομηχανικού προλεταριάτου… Eπομένως ο χαρακτηρισμός της Kομμούνας ως προλεταριακής εξέγερσης είναι αμφίβολος.

 

Αντίθετα, εμφανίζεται ως λαϊκή επανάσταση, πολύ περισσότερο λαϊκή από οποιαδήποτε άλλη Παρισινή επανάσταση. Είναι ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το ότι δεν υπήρχε απολύτως καμμία συμμετοχή της φιλελεύθερης αστικής τάξης. Ακόμα οι κομμουνάροι δεν ήταν οι Canuts de Lyon, πρωτομάρτυρες στο βιομηχανικό ταξικό αγώνα. Ήταν οι άνθρωποι της μεγάλης πόλης στη διαδικασία μετασχηματισμού και οι πολίτες μιας δημοκρατίας σε αναζήτηση των θεσμών της. Tελευταίο, αλλά όχι λιγότερο σημαντικό, η Kομμούνα ήταν αποφασιστικά μια δράση γυναικών. O Lissagaray, αυτόπτης μάρτυρας γράφει: “Oι γυναίκες ξεκίνησαν πρώτες όπως έκαναν και στη διάρκεια της επανάστασης. Οι γυναίκες της 18ης Mαρτίου, σκληραγωγημένες από τον πόλεμο στον οποίο είχαν διπλό μερίδιο δυστυχίας, δεν περίμεναν τους άνδρες τους”.

 

Φαίνεται ότι ο ρόλος τους στην Kομμούνα ήταν κρίσιμος και όχι μόνο ορισμένων εμβληματικών φυσιογνωμιών, όπως η Louise Michel, μία από τους λίγους ηγέτες που στάθηκαν μπροστά στα στρατιωτικά δικαστήρια, στη διάρκεια των δικών και η Elisabeth Dimitrieva, πρόεδρος των Eνώσεων Γυναικών και πιθανόν ο σύνδεσμος ανάμεσα στον Kαρλ Mαρξ και την Kομμούνα. Οι γυναίκες ήταν το πιο δραστήριο στοιχείο στις κινητοποιήσεις του λαού, στη μάχη με τον στρατό, στις συναντήσεις της γειτονιάς και στις διαδηλώσεις στους δρόμους. Η μεγάλη πλειοψηφία αυτών των γυναικών ήταν “κοινής” καταγωγής. Η οικογενειακή τους κατάσταση ήταν γενικά “ανώμαλη” – σύμφωνα με την αστική ηθική – οι περισσότερες ζούσαν ανύπανδρες με άνδρες και πολλές είχαν χωρίσει από τους συζύγους τους.

 

Ο τύπος και το νομικό σύστημα ήταν ιδιαίτερα σκληρά σ’αυτές τις γυναίκες, τις επονομαζόμενες petroleuses εξαιτίας μιας υποτιμητικής φήμης, σύμφωνα με την οποία μετέφεραν μπουκάλια πετρελαίου για ν’ανάψουν φωτιές στα σπίτια των αστικών οικογενειών. Πολλές από τις γυναίκες που πήγαν σε δίκη ως κομμουνάροι, είχαν ποινικό μητρώο – γεγονός που αποκαλύπτει τις συνθήκες στις πόλεις του 19ου αι. όπου οι κοινές γυναίκες εχρησιμοποιούντο συχνά ως πηγή ευχαρίστησης από πλούσιους άνδρες και πηγή κέρδους από τους φτωχούς. Ο κόσμος των γυναικών της κατώτερης τάξης ήταν πάντα στην άκρη της αστικής απόκλισης. Η ενεργή συμμετοχή των γυναικών στην Kομμούνα δίνει έμφαση στο λαϊκό και αστικό χαρακτήρα της κοινωνικής εξέγερσης, στην οποία τα οδοφράγματα κτίστηκαν περισσότερο για να σημειώσουν χωρικά μια κοινωνική κοινότητα σε κάθε γειτονιά παρά για να υπερασπιστούν αποτελεσματικά ένα στρατό του οποίου η κινητικότητα διευκολύνθηκε πολύ από τη στρατιωτική οπτική, που ο Haussmann είχε εφαρμόσει στον πολεοδομικό σχεδιασμό: μεγάλες εθνικές λεωφόροι για ν’ανοίξουν το δρόμο στο ιππικό και τις σφαίρες των όπλων.

 

Tο Πρόγραμμα της Kομμούνας

Πώς οι κομμουνάροι αυτοπροσδιορίζονται – περισσότερο ως άνθρωποι του Παρισιού ή περισσότερο ως εργάτες της πρωτεύουσας; Στο επίπεδο των επίσημων διακηρύξεων της Kομμούνας, δεν υπάρχει αμφιβολία – ως πολίτες (citoyens). Ο Λουδοβίκος XIV είχε διακηρύξει “Tο κράτος είμαι εγώ”. Οι άνθρωποι του Παρισιού απαντούσαν “H κοινωνία είμαστε εμείς”. Στο συγκεντρωτισμό του Γαλλικού κράτους η Kομμούνα του Παρισιού αντιπαράθεσε τον συγκεντρωτισμό της τοπικής αστικής κοινωνίας. Αυτός ο Παρισινός μεσιανισμός εγχαράχτηκε για πάντα στη Γαλλική κουλτούρα και πολιτική και στη σχέση τους με τον υπόλοιπο κόσμο. Γι’αυτό το πρώτο αίτημα της Kομμούνας και η πυροδότηση του κινήματος ήταν η επανίδρυση της δημοτικής ελευθερίας και η πρώτη πολιτική της πράξη ήταν η οργάνωση των πρώτων δημοτικών εκλογών στο Παρίσι του 19ου αι.

 

Πιο πέρα, οι κομμουνάροι έκαναν καθαρό ότι διεκδίκησαν “σοβαρές δημοτικές ελευθερίες”. Αυτές θα ήταν η παύση της Nομαρχίας που έλεγχε τις αρχές της πόλης. το δικαίωμα της “Eθνικής Φρουράς” να ονομάζει τους αρχηγούς της και να διαμορφώνει την οργάνωσή της. η διακήρυξη της Δημοκρατίας ως νομικής μορφής της κυβέρνησης. και η απαγόρευση στο στρατό να εισέλθει στην περιοχή του δήμου του Παρισιού. – πράγματι, ένα θεσμικό πλαίσιο όπου οι δημοτικές ελευθερίες θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για να εγκαταστήσουν την αυτοκυβέρνηση της τοπικής πολιτικής κοινωνίας. Και για την υπόλοιπη Γαλλία “H απόλυτη αυτονομία της Kομμούνας επεκτάθηκε σε όλες τις περιοχές στη Γαλλία, ενθαρρύνοντας κάθε μία στην ολοκλήρωση των δικαιωμάτων της”. Επίσης, σκόπευε “… να βρει στη μεγάλη κεντρική διοίκηση, αντιπροσώπευση των ομόσπονδων κοινοτήτων, την πρακτική εκπλήρωση των ίδιων αρχών…” που το Παρίσι είχε αποφασίσει να θέσει σε εφαρμογή στους δικούς του θεσμούς”.

 

Ποιες ήταν αυτές οι αρχές;

To Δικαίωμα Kάθε Kομμούνας (Kοινότητας) ν’ Aποφασίζει: “Tην ψήφιση του κοινοτικού προϋπολογισμού. την επιβολή και τη διανομή των φόρων. την κατεύθυνση των τοπικών υπηρεσιών. την οργάνωση της δικαιοσύνης, της αστυνομίας και της εκπαίδευσης. τη διοίκηση της κοινοτικής ιδιοκτησίας”. “Tην εξουσία του δήμου στον ορισμό, με εκλογή ή εντολή, με πλήρη υπευθυνότητα και μόνιμο δικαίωμα ελέγχου και ανάκλησης όλων των δικαστών και των κοινοτικών αξιωματούχων όλων των ειδών”. “Tην απόλυτη εγγύηση της ελευθερίας του ατόμου, της ελευθερίας της συνείδησης και της ελευθερίας στην εργασία”. “Tη μόνιμη παρέμβαση των πολιτών στις κοινοτικές υποθέσεις, από την ελεύθερη έκφραση των ιδεών τους και την ελεύθερη υπεράσπιση των συμφερόντων τους”. “Tην οργάνωση της Άμυνας της Πόλης και της Eθνικής Φρουράς, που εκλέγει τους επικεφαλής της και έχουν πλήρη υπευθυνότητα στη διατήρηση της τάξης στην πόλη τους”. Διακήρυξη στο Γαλλικό Λαό, 19 Aπριλίου 1871

 

Έτσι, η Kομμούνα ήταν αρχικά μια δημοτική επανάσταση, με τον εμπλουτισμό ότι ένας τέτοιος προσανατολισμός δεν συνεπάγεται καμμία περιορισμένη οπτική. αντίθετα, ο μετασχηματισμός του κράτους ως συνόλου ήταν το διακύβευμα, με τους δημοτικούς θεσμούς ως ακρογωνιαίο λίθο μιας νέας πολιτικής κατασκευής. Μια τέτοια προοπτική δεν ήταν μόνο το αποτέλεσμα της Προυντονικής επιρροής στους συγγραφείς της Διακήρυξης της 19ης Aπριλίου, αλλά ένα σταθερό θέμα που βρίσκεται σε όλες τις πράξεις και τους λόγους των κομμουνάρων στο Παρίσι και, έτσι, ήταν, με τον ίδιο τρόπο, παρόν στις προσπάθειες να επεκταθεί η Kομμούνα στις επαρχίες της Λυών, της Mασσαλίας, της Tουλούζης, της Kρεσό και της Λιμουζίν. Στο Σεν Eτιέν, μια κυρίαρχα εργατική βιομηχανική πόλη, οι κομμουνάροι σκότωσαν τον νομάρχη που ήταν βιομήχανος καπιταλιστής. Παρά τη βίαιη σύγκρουση που ενεπλάκησαν οι εργάτες, οι κομμουνάροι δεν εξέφρασαν κανενός είδους αντικαπιταλιστικά αισθήματα και η κύρια απαίτησή τους αφορούσε ξανά την ανάκτηση των δημοτικών ελευθεριών.

 

Για να γίνει κατανοητή, σε όλο το νόημά της, η κυριαρχία του δημοτικού θέματος μεταξύ των κομμουνάρων χρειάζεται να τοποθετηθεί στο πλαίσιο της διαίρεσης ανάμεσα στο Παρίσι και τις επαρχίες, την πόλη και την ύπαιθρο. Η μεγάλη πόλη, ως φωλιά της ελευθερίας ήταν το αποφασιστικό στοιχείο που έπρεπε να διαφύγει τον έλεγχο του κεντρικού κράτους που έμοιαζε ακόμα να κυριαρχείται από τη συντηρητική πλειοψηφία. Επειδή η κατάκτηση της τοπικής αυτονομίας θα μπορούσε να επιτρέψει στις τοπικές πολιτικές κοινωνίες των πόλεων να εκφράσουν πλήρως την επαναστατική τους κλίση, η δημοτική ελευθερία γινόταν αντιληπτή ως θεμελιώδες πολιτικό ατού για τις δυνάμεις που πολεμούσαν για κοινωνική αλλαγή.

 

Μαζί με αυτό τον θεμελιώδη στόχο των δημοτικών ελευθεριών, η Kομμούνα έθεσε, επίσης, τα βασικά κοινωνικο-οικονομικά αιτήματα το πρώτο από τα οποία ήταν η διαγραφή των οφειλομένων ενοικίων στην κατοικία, μαζί με μια καθαρή νομοθεσία για την πληρωμή των εμπορικών μισθώσεων και των δανείων. Ο σπινθήρας, που πυροδότησε την Kομμούνα, ήταν η έγκριση ενός διατάγματος που απαιτούσε την εκβιαστική πληρωμή όλων των οφειλομένων ενοικίων και των εμπορικών χρεών. Σύμφωνα με τον Lissagaray “300.000 εργάτες, καταστηματάρχες, τεχνίτες και μικροί επιχειρηματίες και έμποροι που είχαν ξοδέψει τις οικονομίες τους στη διάρκεια της πολιορκίας (από τους Πρώσους) και δεν είχαν κανένα έσοδο πτώχευσαν, εξαρτώμενοι από τη θέληση των ιδιοκτητών”.

 

Ανάμεσα στις 13 με 17 Mαρτίου υπήρχαν 50.000 νομικές αιτήσεις για κατασχέσεις. Γι’αυτό και όταν η εξέγερση ήταν νικηφόρα στις 21 Mαρτίου, η Kεντρική Eπιτροπή της Eθνικής Φρουράς απαγόρευσε την πώληση των προσωπικών αντικειμένων στο Mont-de-Piete για εγγύηση των δανείων. Η ίδια απόφαση επεκτάθηκε για τα εμπορικά χρέη, και απαγόρευσε την έξωση ενοικιαστών με αίτημα των ιδιοκτητών. Έτσι, η πρώτη σειρά των κοινωνικών μέτρων που λήφθηκαν από την Kομμούνα δεν αφορούσαν τον έλεγχο στα μέσα παραγωγής ή των εργασιακών συνθηκών. Ήταν, αντίθετα, μέτρα προστασίας των ανθρώπων ενάντια στην κερδοσκοπία και για να σταματήσει η διαδικασία των μαζικών εξώσεων που βρισκόταν σε εξέλιξη εξαιτίας της δραματικής αύξησης των ενοικίων.

 

Ακόμα και τα μέτρα που ελήφθησαν από την Aντιπροσωπεία Eργασίας και Aνταλλαγής της Kομμούνας, ελεγχόμενης από τον διεθνιστή σοσιαλιστή Leo Frankel, κατευθύνονταν περισσότερο ενάντια στην αδικία των αφεντικών παρά στην εγκαθίδρυση εργατικού ελέγχου. Ήταν: απαγόρευση νυχτερινής εργασίας για τους φουρνάρηδες. πρόταση κατάργησης των ενεχυροδανειστηρίων. και απαγόρευση αυθαίρετης κράτησης ενός μέρους των εργατικών ημερομισθίων από τη διαχείριση ως μέσον εξαναγκασμού σε εργασιακή πειθαρχία. Υπήρχε, πράγματι, μια μείζων πρωτοβουλία με σοσιαλιστικό προσανατολισμό και το Διάταγμα στις 16 Aπριλίου που άνοιξε τη δυνατότητα μετασχηματισμού όλων των εργοστασίων και των καταστημάτων που εγκαταλείπονταν από τους ιδιοκτήτες τους σε συνεργατικές εργατών.

 

Αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι μια τέτοια κολεκτιβοποίηση των μέσων παραγωγής αφορούσε μόνο την αστική τάξη και προέβλεπε ακόμα την εθελούσια επαναπώληση της ιδιοκτησίας των εργατών αν ο ιδιοκτήτης επανερχόταν. Στην πραγματικότητα μόνο 10 μαγαζιά επιτάχθηκαν και επαναοργανώθηκαν υπό εργατική αυτοδιαχείριση. Άλλη μια φορά ξανά αντιλαμβανόμαστε την ενεργή παρουσία μιας σοσιαλιστικής μειοψηφίας, που ήταν ανίκανη να κατευθύνει το κίνημα στο σύνολο. Οι κοινωνικοί στόχοι των κομμουνάρων κατευθύνονταν περισσότερο στην καταπολέμηση της κερδοσκοπίας παρά στην κατάργηση της εκμετάλλευσης. Η δημοτική ελευθερία και η ευημερία των ανθρώπων ήταν τα κύρια ενδιαφέροντα στο πρόγραμμα της Kομμούνας. Επίσης πολέμησε για τη Republique και για τη Γαλλία αλλά λιγότερο.

 

Ο Aντίπαλος της Kομμούνας

Η γενική γραμμή της επιχειρηματολογίας μας πάνω στην ιστορική σημασία της Kομμούνας εμφανίζεται να ενισχύεται ισχυρά από τον ίδιο τον αυτοπροσδιορισμό από τους κομμουνάρους του κοινωνικού τους αντιπάλου. Ας αρχίσουμε με τον ισχυρισμό ότι ο αντίπαλος δεν ήταν ούτε η αστική τάξη ούτε οι καπιταλιστές. Αντίθετα, στη διάρκεια των μαζικών συλλήψεων μετά την Kομμούνα, οι βιομηχανικοί επιχειρηματίες συχνά πήγαιναν στην αστυνομία να δώσουν συστάσεις υπέρ και να εγγυηθούν την “καλή ηθική” των εργατών τους για να πετύχουν την ελευθερία τους.

 

Στην πραγματικότητα, αυτοί που φανερά διακατέχονταν από μίσος εναντίον των κομμουνάρων στη διάρκεια της άγριας καταστολής, που ακολούθησε την ήττα τους, ήταν οι ιδιοκτήτες ακινήτων και οι επιστάτες τους (θυρωροί). Τα απλήρωτα ενοίκια της περιόδου της Kομμούνας επέσυραν άγρια τιμωρία, με τους ενοικιαστές να καταγγέλονται ως κομμουνάροι και να εκτίθενται σε πιθανή φυλάκιση, απέλαση και, τις πρώτες ημέρες, σε εκτέλεση. Η Kομμούνα του Παρισιού διατηρεί τον τίτλο της απεργίας ενοικίων με τη μεγαλύτερη καταστολή στην ιστορία.

 

Για τους κομμουνάρους ο εχθρός ήταν, επίσης, ο κερδοσκόπος, ο συσσωρεύων αποθεματικά έμπορος, ο ταχυδακτυλουργός, ο δανειστής που πόνταρε στη δυστυχία των οικογενειών για να κατάσχει την περιουσία τους, ο δανειστής που εκμεταλλευόμενος δραματικές ανάγκες έπαιρνε πολύ υψηλό τόκο. Ο εχθρός ήταν ο χειριστής των κανόνων της ανταλλαγής, όχι αυτός που σφετεριζόταν τα μέσα παραγωγής. Οι κομμουνάροι ήταν αντίθετοι στον κακό έμπορο, όχι στον εκμεταλλευτή καπιταλιστή. Αλλά οι κύριοι εχθροί, στους οποίους η βία της Kομμούνας έδωσε έμφαση, ήταν οι ιερείς και η αστυνομία – δηλαδή οι προσωπικές εκφράσεις του παλαιού καθεστώτος, οι ελεγκτές της καθημερινής ζωής, οι λογιστές της παλιάς ηθικής…

 

Δεν επρόκειτο, λοιπόν, για μια προλεταριακή και σοσιαλιστική επανάσταση που αγνοούσε το δικό της ιστορικό μήνυμα, αλλά για μια λαϊκή επανάσταση πολιτών, που αγωνίζονταν για δημοτική ελευθερία και κοινωνική δικαιοσύνη και για την υπεράσπιση της Δημοκρατίας εναντίον του ancien regime (παλαιού καθεστώτος). Ήταν, ταυτόχρονα, και μια αστική επανάσταση και, αν ναι, με ποια έννοια; Kαι τί προσθέτουμε στην ιστορική γνώση από την πρόταση μιας τέτοιας ερμηνείας;

 

Mια Aστική Eπανάσταση

H Kομμούνα του Παρισιού ήταν μια αστική επανάσταση σε τρία διαφορετικά επίπεδα. Πρώτ’απ’όλα, ήταν ένα κίνημα σε αντίθεση με όλη την αγροτική κοινωνία, δηλαδή όχι μόνο με τις κυρίαρχες τάξεις αλλά με το σύνολο των τάξεων και των ομάδων που αποτελούσαν τον κοινωνικό κόσμο της Γαλλικής υπαίθρου στον 19ο αι.

 

Υπήρξε μια δεύτερη αστική διάσταση της Kομμούνας, πιο κοντά στα σύγχρονα ενδιαφέροντα, και το πιο λαϊκό αίτημά της: η διαγραφή των ενοικίων και, μέσω αυτού του μέτρου, το αίτημα να συγκρατηθεί η κερδοσκοπία που συνδέεται με την κρίση της κατοικίας. Ήταν το πρώτο μέτρο που, όπως είπαμε, θέσπισε η Kομμούνα. Για να κατανοήσουμε τη σημασία του θέματος θα έπρεπε να θυμηθούμε τις συνθήκες που υπήρχαν στο Παρίσι στο τέλος της Δεύτερης Aυτοκρατορίας. Η κατάσταση χαρακτηριζόταν από μια επιταχυνόμενη διαδικασία αστικής ανάπτυξης, που έφερε στην πόλη εκατοντάδες χιλιάδες φτωχούς μετανάστες από την επαρχία χωρίς μέρος να μείνουν.

 

Πολλοί απ’αυτούς τους Παρισινούς ήταν οι εργάτες κατασκευών και άλλοι εργαζόμενοι που διαμόρφωσαν τα κύρια τμήματα των κομμουνάρων. Ήταν ιδιαίτερα ευαίσθητοι σε θέματα κατοικίας, εφ’όσον παρήγαγαν αυτό το στοιχειώδες αγαθό στο οποίο δεν είχαν πρόσβαση. Περαιτέρω, η οικιστική κρίση δεν οφειλόταν μόνο στη μαζική μετανάστευση από τις επαρχίες, αλλά ήταν, επίσης, συνέπεια μιας μαζικής μετακίνησης που προέκυψε από τη γιγάντια αναδόμηση του Παρισιού από τον Haussmann. Άνοιξε την πόλη, χαράσσοντας τα μεγάλα βουλεβάρτα, ανέλαβε δημόσια έργα έτσι ώστε η αστική έκταση μπορούσε να επεκταθεί και παρήγαγε δημόσιες υπηρεσίες έτσι ώστε οι επιχειρήσεις της κτηματαγοράς να μπορούν να κτίσουν, να αγοράσουν, να πωλήσουν και να προσποριστούν φανταστικά κέρδη. Η κερδοσκοπία στη γη έγινε το πιο σημαντικό πεδίο επενδύσεων για το χρηματιστικό κεφάλαιο.

 

Με ένα τέτοιο γενναιόδωρο σχήμα και τέτοια άμεσα κίνητρα, η πόλη μετασχηματίστηκε γρήγορα. Οι λαϊκές γειτονιές εξαφανίστηκαν ή εξωραΐστηκαν. Η νέα αστική τάξη στο Παρίσι επεκτάθηκε δυτικά, στα ερείπια των παλιών faubourgs.H ενδο-αστική έξοδος των διωγμένων ενοίκων ξανασυνάντησε τη ροή των μεταναστών που κατέκλυσαν τις εναπομείνασες λαϊκές συνοικίες, ιδιαίτερα στη Belleville ανατολικά, στη Mονμάρτη στο βορρά και γύρω από την Butte-aux-Cailles βορειοανατολικά: όλες αυτές οι συνοικίες έγιναν τα σημεία-κλειδιά της Kομμούνας.

 

Οι ιδιοκτήτες ακινήτων είχαν το πλεονέκτημα της οξύτητας της οικιστικής κρίσης. Στρίμωχναν τους ενοικιαστές σε καταφύγια, μικρά διαμερίσματα, ζητούσαν μεγάλα ενοίκια, αστυνόμευαν τα κτίρια με τους θυρωρούς τους και έκαναν αμέσως έξωση σε όσους καθυστερούσαν τις πληρωμές. Δεδομένης αυτής της κατάστασης, η αγανάκτηση των Παρισινών είναι εύκολα αντιληπτή, όταν, στις 13 Mαρτίου 1871, το Kοινοβούλιο των Bερσαλιών πέρασε ένα νόμο που ενέκρινε την έξωση των ενοικιαστών που δεν είχαν πληρώσει το ενοίκιό τους στη διάρκεια της πολιορκίας του Παρισιού. Όχι μόνο διείδαν ένα παλιροιακό κύμα βίαιων εξώσεων (που έλαβε πράγματι χώρα μετά την Kομμούνα) αλλά ένας τέτοιος νόμος υπογράμμιζε τη διαφθορά μιας κυβέρνησης εντολοδόχου των κερδοσκόπων…

 

Μολαταύτα, αν θεωρούμε την Kομμούνα του Παρισιού αστική επανάσταση, αυτό γίνεται γιατί ήταν πρωταρχικά μια δημοτική επανάσταση όπως προσπαθήσαμε να υποστηρίξουμε. Με τον όρο δημοτική επανάσταση εννοούμε μια λαϊκή κινητοποίηση που σκόπευε σ’ένα ριζικό μετασχηματισμό των πολιτικών θεσμών που αντιπροσώπευαν την τοπική κοινωνία, τόσο στην εσωτερική τους οργάνωση, όσο και στη σχέση τους με το κεντρικό κράτος. Vis-avis στο κράτος η Kομμούνα διεκδίκησε το δικαίωμα στην τοπική αυτονομία και την επέκταση της τοπικής διοίκησης σε όλες τις σφαίρες της κοινωνικής ζωής. Vis-a-vis στο λαό η Kομμούνα διεκδίκησε τον εκδημοκρατισμό των πολιτικών θεσμών, συνηγορώντας στη μόνιμη συμμετοχή των πολιτών στη δημοτική κυβέρνηση μέσω της αποκέντρωσης των εξουσιών στις συνοικιακές επιτροπές.

 

Στο τρίτο (και πιο γενικό) επίπεδο, η επανασύσταση του κράτους στη βάση του κοινοτικού μοντέλου ήταν το διακύβευμα. Για την Kομμούνα του Παρισιού, η πόλη ήταν ουσιαστικά μια ιδιαίτερη πολιτική κουλτούρα, μια μορφή λαϊκής δημοκρατίας, που άρθρωνε τη δημοκρατία των αποκάτω και την αντιπροσωπευτική δημοκρατία για να αναδιοργανώσει το έθνος μέσω της σύνδεσης ανάμεσα σε διαδοχικά επίπεδα της πολιτικής εκπροσώπησης.

 

Έτσι, αν με το αστικό αντιλαμβανόμαστε, ταυτόχρονα, την αναφορά σε μια ιδιαίτερη χωρική μορφή (που αντιτίθεται στην αγροτική), την αναπτυσσόμενη σημασία μιας ιδιαίτερης κατηγορίας μέσων κατανάλωσης κατοικίας και αστικών υπηρεσιών και την αυτόνομη πολιτική έκφραση της τοπικής και αστικής κοινωνίας, πρέπει να δεχθούμε ότι η Kομμούνα του Παρισιού ήταν μια αστική επανάσταση, στη βάση της ιστορικής συζήτησης.

 

 

Πηγή: tvxs

Αφιέρωμα στον Τσε Γκεβάρα

Ανταποκριτής της Guardian στη Λατινική Αμερική, ο δημοσιογράφος Richard Gott ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε το νεκρό Τσε λίγες ώρες μετά την εκτέλεσή του. Στο παρακάτω απόσπασμα, από το κλασικό πλέον βιβλίο του για το αντάρτικο της δεκαετίας του ’60 («Rural guerillas in Latin America», Λονδίνο 1970, εκδ.Penguin), o Gott αφηγείται αυτή του την εμπειρία.

8 Οκτωβρίου 1967. Εκείνη την Κυριακή ο καιρός ήταν ζεστός, και στις οκτώμισι το βράδυ περιφερόμαστε με έναν άγγλο φίλο στην κεντρική πλατεία της Σάντα Κρουζ στην ανατολική Βολιβία, όταν κάποιος μας έγνεψε από το τραπεζάκι ενός καφενείου.
«Έχω νέα για σας», μας είπε. «Ο Τσε;», ρωτήσαμε, γιατί το ενδεχόμενο να συλληφθεί ο Τσε στριφογύριζε στο μυαλό μας από μία εβδομάδα. Πριν από λίγες ημέρες βρισκόμαστε στη μικρή πόλη Βαγεγκράντε και είχαμε ακούσει το συνταγματάρχη Χοακίν Σεντένο Ανάγια, διοικητή της όγδοης μεραρχίας των βολιβιανών ενόπλων δυνάμεων, να εκφράζει τη βεβαιότητα ότι τα στρατεύματά του θα βάλουν τον Τσε στο χέρι πριν από το τέλος της εβδομάδας. Μας εξήγησε μάλιστα ότι είχαν ενισχυθεί από 600 «ρέιντζερ», φρέσκους από το στρατόπεδο εκπαίδευσης που διηύθυναν οι Ειδικές Δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών βορείως της Σάντα Κρουζ. Είπε ακόμη πώς έγινε η περικύκλωση των ανταρτών. Δυνατότητα διαφυγής υπήρχε μόνο από τη μία πλευρά, κι εκεί ο στρατός είχε σκορπίσει στρατιώτες μεταμφιεσμένους σε αγρότες, ώστε να σημάνουν αμέσως συναγερμό μόλις δουν τους αντάρτες να περνούν από αυτό το σημείο. Από τα στοιχεία που μας είχαν δώσει κάτοικοι ενός χωριού στο οποίο μπήκαν οι αντάρτες περί το τέλος Σεπτεμβρίου, καθώς και από τη μαρτυρία δύο ανταρτών που είχαν συλληφθεί, δεν μας έμενε η παραμικρή αμφιβολία ότι ο Τσε ήταν ο επικεφαλής τούτης της περικυκλωμένης ομάδας.
«Ο Τσε συνελήφθη», μας είπε ο γνωστός μας στο καφενείο, «αλλά είναι τραυματισμένος σοβαρά και μπορεί να μη βγάζει τη νύχτα. Οι υπόλοιποι αντάρτες παλεύουν απεγνωσμένα να τον πάρουν πίσω, ενώ ο διοικητής του λόχου ζητά να τους στείλουν ελικόπτερο ώστε να μπορέσουν να τον φυγαδεύσουν μακριά. Ο διοικητής είναι σε τέτοια αναστάτωση, ώστε τα λόγια του ήταν εντελώς ακατάληπτα. Το μόνο που κατόρθωσαν να ξεχωρίσουν εκείνοι που τον άκουγαν ήταν η κραυγή ‘Τον πιάσαμε, τον πιάσαμε'».
Ο πληροφοριοδότης μας συνέχισε λέγοντας ότι πρέπει να νοικιάσουμε ελικόπτερο και να πετάξουμε αμέσως στην περιοχή των ανταρτών. Δεν ήξερε αν ο Τσε ήταν ακόμη ζωντανός ή αν είχε πεθάνει, αλλά διαισθανόταν ότι οι πιθανότητες να ζήσει ήταν πλέον ελάχιστες. Δεν είχαμε χρήματα να νοικιάσουμε ελικόπτερο, ακόμη κι αν υπήρχε κάποιο διαθέσιμο, άσε που σε κάθε περίπτωση στη Βολιβία είναι αδύνατη η πτήση μετά τη δύση του ήλιου. Έτσι νοικιάσαμε ένα τζιπ και στις 4 το πρωί της Δευτέρας 9 Οκτωβρίου πήραμε το δρόμο για τη Βαγεγκράντε.
Φθάσαμε πεντέμισι ώρες αργότερα και κατευθυνθήκαμε αμέσως στο αεροδρόμιο. Ο μισός πληθυσμός της μικρής πόλης έμοιαζε να περιμένει εκεί, οι μαθητές ντυμένοι στα άσπρα και οι ερασιτέχνες φωτογράφοι ανυπόμονοι να εξασφαλίσουν φωτογραφίες των νεκρών ανταρτών. Μόλις πριν από δύο εβδομάδες, εδώ είχαν φέρει το σώμα του βολιβιανού αντάρτη «Κόκο» Περέντο και του Κουβανού «Μιγκέλ». Και στο νεκροταφείο κοντά στο αεροδρόμιο είχε ήδη ταφεί η «Τάνια», η όμορφη αντάρτισσα που σκοτώθηκε με άλλους εννέα στις 31 Αυγούστου στο Ρίο Γκράντε, σε ενέδρα όπου οδηγήθηκε με μπαμπεσιά. Οι κάτοικοι της Βαγεγκράντε έχουν πλέον εθιστεί σε τούτα τα πήγαιν’ έλα του στρατού.
Τα παιδιά έμοιαζαν περισσότερο αναστατωμένα. Έδειχναν με το χέρι στο βάθος του ορίζοντα και χοροπηδούσαν, καθώς τα μάτια τους βλέπουν μακρύτερα από τα μάτια των ενηλίκων. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα διακρίναμε ένα σημαδάκι στον ουρανό που σύντομα μεταμορφώθηκε σε ελικόπτερο. Μετέφερε δύο νεκρούς φαντάρους, δεμένους στα πέδιλά του. Τους έλυσαν βιαστικά και τους φόρτωσαν χωρίς πολλά πολλά σε ένα φορτηγό για να τους κουβαλήσει στην πόλη. Καθώς όμως το πλήθος διαλυόταν, εμείς μείναμε πίσω και φωτογραφίσαμε τα κιβώτια με τα ναπάλμ, προσφορά των βραζιλιάνικων ενόπλων δυνάμεων, που βρίσκονταν στην περιφέρεια του αεροδρομίου. Και με τηλεφακό πήραμε φωτογραφίες ενός άνδρα με πράσινη στολή χωρίς διακριτικά, για τον οποίο μάθαμε ότι είναι πράκτορας της CIA.
Τέτοια επίδειξη θράσους από ξένους δημοσιογράφους -γιατί ήμαστε οι πρώτοι που έφθασαν στη Βαγεγκράντε- δεν ήταν νοητή, κι έτσι ο πράκτορας της CIA συνοδευόμενος από μερικούς βολιβιανούς αξιωματικούς επιχείρησε να μας πετάξει έξω από την πόλη. Ήμαστε όμως εφοδιασμένοι με κάμποσα διαπιστευτήρια ώστε να μπορούμε να αποδείξουμε την «καλή μας πίστη», οπότε ύστερα από αρκετή συζήτηση μας επιτράπηκε να παραμείνουμε. Το ένα και μοναδικό ελικόπτερο σηκώθηκε και πάλι και κατευθύνθηκε προς την εμπόλεμη ζώνη, τριάντα περίπου χιλιόμετρα νοτιοδυτικά, μεταφέροντας και το συνταγματάρχη Σεντένο. Λίγο μετά τη μία το μεσημέρι επέστρεψε με το συνταγματάρχη θριαμβευτή, ανίκανο να κρύψει το πλατύ του χαμόγελο. Ο Τσε πέθανε, ανακοίνωσε. Είδε το πτώμα και δεν χωρά η παραμικρή αμφιβολία. Ο συνταγματάρχης Σεντένο είναι έντιμος άνθρωπος, άμαθος να αποκαλύπτει περισσότερα από τα απολύτως απαραίτητα και δεν υπήρχε λόγος να τον αμφισβητήσουμε. Τρέξαμε στο μικρό ταχυδρομικό γραφείο και δώσαμε τα τηλεγραφήματά
μας προς τον έξω κόσμο σε έναν αιφνιδιασμένο και δύσπιστο υπάλληλο. Κανείς μας δεν πίστευε και πολύ ότι θα κατάφερναν να φθάσουν στον προορισμό τους.
Τέσσερις ώρες αργότερα, στις 5 ακριβώς, το ελικόπτερο γύρισε και πάλι, κουβαλώντας αυτή τη φορά ένα και μοναδικό μικρό σώμα δεμένο στα πέδιλά του. Αντί όμως να προσγειωθεί κοντά στο σημείο που βρισκόμαστε, όπως έκανε τις προηγούμενες φορές, σταμάτησε στο κέντρο του αεροδρομίου, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των δημοσιογράφων. Αμέσως μας απαγορεύτηκε να διασπάσουμε τον κλοιό που σχημάτισαν αποφασισμένοι στρατιώτες. Πολύ γρήγορα, το πτώμα φορτώθηκε σε ένα κλειστό βαν μάρκας σέβρολετ που ξεκίνησε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πηδήξαμε στο τζιπ που περίμενε εκεί δίπλα και ο τολμηρός οδηγός μας πήρε το βαν στο κατόπι. Σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου, η σέβρολετ έκανε μια απότομη στροφή και μπήκε στον περίβολο ενός νοσοκομείου. Οι στρατιώτες επιχείρησαν να κλείσουν την πύλη προτού περάσουμε, αλλά ήμαστε αρκετά κοντά και τους εμποδίσαμε να το πετύχουν.
Η σέβρολετ ανηφόρισε μια απότομη πλαγιά και σταμάτησε μπροστά σε ένα μικρό παράπηγμα με καλαμωτή οροφή και τη μία πλευρά ανοιχτή στον ουρανό. Κατεβήκαμε από το τζιπ και τρέξαμε στην πίσω πόρτα του βαν προτού ανοίξει. Την ώρα που άνοιγε, πετάχτηκε έξω ο πράκτορας της CIA, ουρλιάζοντας στα αγγλικά: «Εντάξει, ας ξεκουμπιστούμε τώρα γρήγορα». Ο κακομοίρης ούτε που μπορούσε να φανταστεί ότι δύο άγγλοι δημοσιογράφοι περίμεναν στις δύο πλευρές της πόρτας.
Μέσα στο βαν, πάνω σε φορείο, βρισκόταν η σορός του Τσε Γκεβάρα. Δεν αμφέβαλα ούτε στιγμή ότι ήταν αυτός. Τον είχα δει μία και μοναδική φορά πριν από τέσσερα ακριβώς χρόνια στην Αβάνα και δεν ήταν από τις μορφές που ξεχνάς εύκολα. Από τότε, η προσωπική μου ανάμνηση είχε αναμφίβολα επηρεαστεί από τις συχνές φωτογραφίες του στον τύπο και ομολογώ ότι είχα λησμονήσει το κορακίσιο χρώμα του μικρού γενιού του. Μου φάνηκε πιο κοντός και πιο αδύνατος απ’ ό,τι θυμόμουν. Οι μήνες της ζωής στη ζούγκλα είχαν προφανώς αφήσει τα ίχνη τους. Παρά τα ερωτηματικά, δεν υπήρχε καμία απολύτως αμφιβολία ότι επρόκειτο για τον Γκεβάρα. Όταν έβγαλαν έξω το πτώμα και το ακούμπησαν σε ένα πρόχειρο τραπέζι μέσα στο παράπηγμα που τους λιγότερο ταραγμένους καιρούς χρησίμευε για πλυσταριό, ήμουν πια βέβαιος ότι ο Γκεβάρα ήταν νεκρός.
Το σχήμα του γενιού, το περίγραμμα του προσώπου και τα πλούσια κυματιστά μαλλιά δεν μπορούσαν να ανήκουν σε άλλον. Φορούσε πράσινη στολή εκστρατείας στο χρώμα της ελιάς και ένα τζάκετ με φερμουάρ. Στα πόδια φορούσε πράσινες ξεθωριασμένες κάλτσες και χειροποίητα παπούτσια. Καθώς ήταν ντυμένος, δυσκολευόμουν να δω πού ακριβώς είχε πληγωθεί. Είχε δύο φανερές οπές στη βάση του λαιμού και αργότερα, όταν καθάριζαν το σώμα, είδα μία ακόμη πληγή στο στομάχι. Δεν αμφισβητώ ότι είχε πληγές στα πόδια και κοντά στην καρδιά, αλλά δεν τις είδα.
Οι γιατροί εξέταζαν τις πληγές του λαιμού και η πρώτη μου αντίδραση ήταν να υποθέσω ότι έψαχναν για τη σφαίρα, αλλά στην πραγματικότητα ετοίμαζαν το σωληνάκι που θα οδηγούσε τη φορμόλη στο σώμα για να το συντηρήσει. Ένας από τους γιατρούς άρχισε να καθαρίζει τα χέρια του νεκρού αντάρτη που ήταν καλυμμένα με αίμα. Αλλά κατά τα άλλα δεν υπήρχε τίποτε απωθητικό στο πτώμα. Ο Τσε έμοιαζε ζωντανός. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και λαμπερά, και δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου να του τραβήξουν το χέρι έξω από το τζάκετ. Πρέπει να μην είχε πεθάνει πριν από πολλές ώρες και τη στιγμή εκείνη δεν πίστευα ότι δολοφονήθηκε μετά τη σύλληψή του. Όλοι υποθέταμε τότε ότι πέθανε από τις πληγές του και από έλλειψη ιατρικής φροντίδας τις πρώτες ώρες του πρωινού της Δευτέρας.
Οι άνθρωποι γύρω από το πτώμα ήταν περισσότερο αποκρουστικοί από το νεκρό: Μια καλόγρια που δεν μπορούσε να κρύψει το χαμόγελό της και κάποιες φορές γελούσε δυνατά. Αξιωματικοί που κατέφθαναν με τις ακριβές τους μηχανές για να απαθανατίσουν τη σκηνή. Και, προφανώς, ο πράκτορας της CIA. Έμοιαζε να είναι επικεφαλής της όλης επιχείρησης και γινόταν έξαλλος κάθε φορά που κάποιος τον σημάδευε με τη φωτογραφική του μηχανή. «Από πού είσαι εσύ;», τον ρωτήσαμε στα αγγλικά, προσθέτοντας για πλάκα: «Από την Κούβα; Το Πόρτο Ρίκο;» Δεν έδειξε να διασκεδάζει και απάντησε κοφτά στα αγγλικά: «Από πουθενά». Τον ξαναρωτήσαμε αργότερα, αλλά τούτη τη φορά απάντησε στα ισπανικά «Que dice?» και υποκρίθηκε ότι δεν καταλαβαίνει αγγλικά. Ήταν ένας κοντός, γεροδεμένος τριανταπεντάρης με βαθουλωτά γουρουνίσια μάτια και κουρεμένο κεφάλι. Δύσκολο να καταλάβεις αν ήταν Βορειοαμερικάνος ή κουβανός εξόριστος, γιατί μιλούσε αγγλικά και ισπανικά με την ίδια ευκολία και χωρίς ίχνος ιδιαίτερης προφοράς. Αργότερα ανακάλυψα ότι λέγεται Εντι Γκονζάλες και ήταν ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου στην Αβάνα πριν από την κουβανέζική επανάσταση.

2Η ανάκριση

Στις 7.30′, ο Σέλιχ επικοινώνησε στον ασύρματο με τη Βαγεγκράντε για να ρωτήσει τι να κάνει με τον Τσε και πήρε την απάντηση να τον κρατήσει μέχρι νεωτέρας. Στη συνέχεια, μαζί με τον Πράντο και τον Αγιορόα, πήγαν στο σχολείο για να μιλήσουν με τον Τσε. Από το διάλογό τους που διήρκεσε 45 λεπτά, ο Σέλιχ κράτησε μερικές σύντομες προσωπικές σημειώσεις.

«Απέτυχα», απάντησε ο Τσε. «Όλα τέλειωσαν, κι αυτός είναι ο λόγος που με βλέπεις σ’ αυτή την κατάσταση». 

Ο ΤΣΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ ΤΟΥ

Ύστερα ο Σέλιχ ρώτησε τον Τσε γιατί επέλεξε να αγωνιστεί στη Βολιβία και όχι στην «πατρίδα του». Ο Τσε απέφυγε την ερώτηση, αλλά παραδέχτηκε ότι «ίσως να ήταν καλύτερα έτσι». Όταν άρχισε να εκθειάζει το σοσιαλισμό ως το καλύτερο σύστημα για τις λατινοαμερικανικές χώρες, ο Σέλιχ τον διέκοψε.
«Θα προτιμούσα να μην αναφερθώ στο θέμα αυτό», είπε ο αξιωματικός, και ισχυρίστηκε ότι σε κάθε περίπτωση η Βολιβία ήταν «εμβολιασμένη κατά του κομμουνισμού». Κατηγόρησε τον Τσε ότι είχε «εισβάλει» στη Βολιβία και υπογράμμισε ότι η πλειονότητα των ανταρτών ήταν «ξένοι». Πάντα κατά τον Σέλιχ, ο Τσε έστρεψε το βλέμμα προς τους νεκρούς Αντόνιο και Αρτούρο.
«Συνταγματάρχη, κοίταξέ τους. Τα παλικάρια αυτά είχαν ό,τι μπορούσαν να επιθυμήσουν στην Κούβα, αλλά ήρθαν εδώ για να πεθάνουν σαν σκυλιά».
Ο Σέλιχ προσπάθησε να αποσπάσει κάποιες πληροφορίες από τον Τσε για τους αντάρτες που διώκονταν ακόμη. «Γνωρίζω ότι ο Μπενίνιο είναι βαριά τραυματισμένος από τη μάχη στη Λα Ιγκέρα (26 Σεπτεμβρίου), όπου πέθαναν ο Κόκο και οι άλλοι. Μπορείς να μου πεις, κομαντάντε, αν είναι ακόμη ζωντανός;»
«Συνταγματάρχη, η μνήμη μου είναι πολύ αδύναμη, δεν θυμάμαι και ούτε ξέρω πώς να απαντήσω στην ερώτησή σου».
«Είσαι Κουβανός ή Αργεντινός;», ρώτησε ο Σέλιχ.
«Είμαι Κουβανός, Αργεντινός, Βολιβιανός, Περουβιανός, Εκουαδοριανός κ.ο. κ. Με αντιλαμβάνεσαι».
«Και τι σε έκανε να αποφασίσεις να δράσεις στη χώρα μας;»
«Μα δεν βλέπετε τις συνθήκες ζωή των χωρικών;, ρώτησε ο Τσε. «Ζουν σχεδόν σαν άγριοι, σε συνθήκες φτώχειας που ραγίζουν την καρδιά, έχουν ένα μόνο δωμάτιο όπου κοιμούνται και μαγειρεύουν, δεν έχουν ρούχα να φορέσουν, κι είναι εγκαταλειμμένοι σαν ζώα…»
«Τα ίδια συμβαίνουν και στην Κούβα», αντέτεινε ο Σέλιχ.
«Αυτό δεν ισχύει», απάντησε ο Τσε. «Δεν αρνούμαι ότι στην Κούβα υπάρχει ακόμη φτώχεια, αλλά εκεί οι αγρότες ζουν τουλάχιστον με την αυταπάτη της προόδου, ενώ ο Βολιβιανός ζει δίχως ελπίδα. Οπως γεννιέται, έτσι πεθαίνει, χωρίς ποτέ να δει την κατάστασή του να βελτιώνεται στο παραμικρό».

(από το βιβλίο του Jon Lee Anderson «Che Guevara. A revolutionary life», Ν. Υόρκη 1997, εκδ. Bantam Press, σ.734-5).

3. Η χρονιά της εξαφάνισης

Την άνοιξη του 1965 ο Τσε εξαφανίστηκε από προσώπου γης, μέσα σε μια απίστευτη παραφιλολογία των δυτικών ΜΜΕ που τον ήθελαν να έχει αυτοκτονήσει, να έχει εκτελεστεί από τον Κάστρο ή να είναι θαμμένος στο … Λας Βέγκας. Στην πραγματικότητα, όπως έμελλε να αποδείξει ο θάνατός του δυόμισι χρόνια αργότερα στα βουνά της Βολιβίας, ο θρυλικός κομαντάντε είχε αποφασίσει να κάνει πράξη το κάλεσμά του για τη μετατροπή του Τρίτου Κόσμου σε «2, 3, πολλά Βιετνάμ». Πρώτος σταθμός του θα είναι το πρώην βελγικό Κονγκό (αργότερα Ζαίρ), σε μια επτάμηνη εκστρατεία που θα παραμείνει για τρεις ολόκληρες δεκαετίες «το καλύτερα φυλαγμένο μυστικό της κουβανικής επανάστασης». Κι όμως, επρόκειτο για επιχείρηση κάθε άλλο παρά αμελητέα.

ΚΟΜΑΝΤΑΝΤΕ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ

 Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, το Κονγκό ήταν για τη διεθνή πολιτική ό,τι η Γιουγκοσλαβία των ημερών μας: ένα πεδίο δοκιμής της νέας τάξης πραγμάτων του μεταποικιακού κόσμου -με εθνοτικές διαμάχες, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και αποτυχημένες ειρηνιστικές παρεμβάσεις του ΟΗΕ. Το 1964, τρία διαφορετικά αντάρτικα αριστερών αποκλίσεων μάχονταν -με τη δεδηλωμένη υποστήριξη του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας- κατά της νεοαποικιακής κυβέρνησης του Μωϋσή Τσομπέ και των λευκών μισθοφόρων της · το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, η προέλασή τους θα ανακοπεί από βέλγους αλεξιπτωτιστές, που μεταφέρθηκαν από αμερικανικά αεροπλάνα μέσω βρετανικών βάσεων. Η κουβανική επέμβαση θα επιχειρήσει να απαντήσει σ’ αυτή την ιμπεριαλιστική επιδρομή: η πρώτη ομάδα μαχητών, με επικεφαλής τον Γκεβάρα, έφτασε στο Νταρ-ες-Σαλάμ της Τανζανίας στις 19.4.1965 και λίγες μέρες αργότερα πέρασε στο Κονγκό, στην απέναντι όχθη της λίμνης Ταγκανίκα · ακολουθούν τους επόμενους μήνες περισσότεροι από 100 ακόμα Κουβανοί, όλοι εθελοντές. Η επιχείρηση παρόλα αυτά θα καταλήξει σε πανωλεθρία, εξαιτίας μιας σειράς αδυναμιών του κονγκολέζικου αντάρτικου αλλά και της αλλαγής της διεθνούς συγκυρίας. Στις 23 Νοεμβρίου 1965, το εκστρατευτικό σώμα του Γκεβάρα εγκαταλείπει τη χώρα. Ο ίδιος ο κομαντάντε, ύστερα από ένα σύντομο διάλειμμα στην Πράγα, θα πάρει το δρόμο για τη Βολιβία -όπου η αφρικανική εμπειρία του θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις επιλογές του, κυρίως όσον αφορά την επιμονή του να κρατήσει ο ίδιος την ηγεσία του αντάρτικου και να μην την εμπιστευθεί στην απρόθυμη καθοδήγηση του τοπικού ΚΚ.
Η πρώτη λεπτομερής περιγραφή του κονγκολέζικου εγχειρήματος έγινε μόλις το 1994, σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αβάνα από το γνωστό μεξικανό συγγραφέα Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο ΙΙ και τους κουβανούς δημοσιογράφους Φροϊλάν Εσκομπάρ και Φελίξ Γκέρα, με τίτλο «Η χρονιά που δεν ήμασταν πουθενά». Στο μεγαλύτερο μέρος του πρόκειται για συρραφή από μαρτυρίες κουβανών και κονγκολέζων που είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία, το πιο ενδιαφέρον όμως τμήμα του αποτελούν τα αποσπάσματα από ένα αδημοσίευτο κείμενο του ίδιου του Γκεβάρα με τίτλο «Pasajes de la guerra revolucionaria: el Congo» (Σελίδες του επαναστατικού πολέμου: το Κονγκό). Από τη γαλλική μετάφραση του βιβλίου ( Παρίσι 1995, εκδ. Metaile) μεταφέρουμε εδώ κάποια χαρακτηριστικά τμήματα των απομνημονευμάτων του Τσε, μαζί με δυο μαρτυρίες συμπολεμιστών του.

Η άφιξη. «Δεν ενημέρωσα κανέναν κονγκολέζο για την απόφασή μου να συμμετάσχω στον αγώνα, ούτε φυσικά για την παρουσία μου. Στην πρώτη συζήτηση με τον Καμπίλα δεν μπορούσα να το κάνω, γιατί τίποτα δεν είχε αποφασιστεί και, άπαξ και αποφασίστηκε, ήταν επικίνδυνο να γνωστοποιηθεί το σχέδιό μου πριν φτάσω στον προορισμό μου (…) Είχα συνείδηση του γεγονότος ότι μια άρνηση από μέρους τους θα με έφερνε σε δύσκολη θέση, καθώς δε θα μπορούσα πια να γυρίσω πίσω, υπολόγιζα όμως πως θα τους ήταν δύσκολο να αρνηθούν. Ήταν ένας εκβιασμός, όπου επέβαλα την παρουσία μου».

Τα Μετόπισθεν. «Μπορέσαμε να διαπιστώσουμε πως οι κονγκολέζοι διοικητές μοίραζαν άδειες για επισκέψεις από το μέτωπο στην Κιγκόμα. Αυτό το χωριό αποτελούσε ένα καταφύγιο, όπου οι πιο τυχεροί μπορούσαν να αποβιβαστούν για να ζήσουν μακριά από τις τύχες του πολέμου. Η καταστροφική επίδραση της Κιγκόμα, των πορνείων της, των μπαρ της και κυρίως αυτός ο χαρακτήρας της ως εξασφαλισμένο άσυλο, δεν είχαν ληφθεί επαρκώς υπόψη από την επαναστατική διοίκηση. (…) Οι μέρες περνούσαν. GΗ λίμνη διασχιζόταν από διάφορους αγγελιοφόρους, που είχαν μια μυθική ικανότητα να διαστρέφουν κάθε είδηση, ή από αδειούχους που είχαν εξασφαλίσει ένα κάποιο πάσο για την Κιγκόμα. Ως γιατρός (επιδημιολόγος), δούλεψα κάμποσες μέρες μαζί με τον Κούμι στο αγροτικό ιατρείο, όπου παρατήρησα αρκετά ανησυχητικά κρούσματα. Πρώτα απ’ όλα, το μεγάλο αριθμό αφροδίσιων νοσημάτων, τα περισσότερα από τα οποία είχαν αποκτηθεί στην Κιγκόμα. Δεν ήταν η υγειονομική κατάσταση του πληθυσμού ή των πορνών της Κιγκόμα που θεωρούσα τότε ανησυχητικά, αλλά το γεγονός ότι αυτές ήταν σε θέση να μολύνουν τόσους άντρες. Ποιος πλήρωνε γι’ αυτές τις γυναίκες; Πού πήγαιναν τα χρήματα της επανάστασης;»

Το Χάος. «Συμμετείχα προσωπικά στη διανομή σοβιετικών φαρμάκων, η όλη σκηνή έμοιαζε με ανατολίτικο παζάρι. Κάθε εκπρόσωπος ένοπλης ομάδας έβγαζε αριθμούς και παρέθετε λόγους για να πάρει μεγάλες ποσότητες φαρμάκων · χρειάστηκε πολλές φορές να αντιταχθώ βίαια στην αρπαγή ορισμένων σκευασμάτων και ειδικευμένου υλικού που θα ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθούν στα πολεμικά μέτωπα, αλλά όλοι ήθελαν να έχουν απ’ όλα. Καθένας ορμούσε με αριθμούς μαγικούς: τέσσερις χιλιάδες οι δικοί μου, κι εγώ άλλες δυο χιλιάδες, και ούτω καθεξής (…) Η παράδοση των φορτίων με τα όπλα και τον υπόλοιπο εξοπλισμό γινόταν με τέτοιο τρόπο, ώστε πάντοτε έλειπε κάτι: κανόνια ή πολυβόλα χωρίς βασικά εξαρτήματα, τουφέκια με ακατάλληλα πυρομαχικά νάρκες δίχως πυροκροτητές. Όλα αυτά έμοιαζαν αναγκαστικό χαρακτηριστικό των αποστολών υλικού από την Κιγκόμα».

Το Μαγικό Φίλτρο. «Ο αντισυνταγματάχης Λαμπέρ, συμπαθητικός και στην αρχή πρόσχαρος, μου εξήγησε πως τα αεροπλάνα του εχθρού δε μετράνε καθόλου γι’ αυτούς, αφού διαθέτουν το dawa, ένα φάρμακο που τους κάνει άτρωτους στις σφαίρες.
-Εμένα, με έχουν πετύχει πολλές φορές και οι σφαίρες πέφτουν στη γη, χωρίς δύναμη.
Δεν άργησα να αντιληφθώ πως μιλούσε σοβαρά. Αυτό το dawa αποδείχθηκε μάλλον καταστροφικό για τη στρατιωτική προετοιμασία. Η αρχή είναι η εξής: ο μαχητής λούζεται με ένα υγρό, όπου έχουν λιώσει διάφορα βότανα και άλλες μαγικές ουσίες, με τη συνοδεία ορισμένων καβαλιστικών σημείων και, σχεδόν πάντα, με τη χάραξη ενός σημαδιού με κάρβουνο στο πρόσωπό του · προς το παρόν, προστατεύεται απέναντι σε κάθε λογής όπλα του εχθρού (αυτό εξαρτάται από την έκταση των δυνάμεων του μάγου), δεν πρέπει όμως να ακουμπήσει κανένα αντικείμενο που δεν του ανήκει, ούτε γυναίκα, ούτε να φοβάται, γιατί αλλιώς θα χάσει την προστασία. Οι αποτυχίες είναι έτσι εύκολο να εξηγηθούν: νεκρός άντρας ίσον άντρας που φοβήθηκε, που έκλεψε ή που κοιμήθηκε με γυναίκα, τραυματίας ίσον άντρας που φοβήθηκε. Καθώς ο φόβος αποτελεί συστατικό στοιχείο του πολέμου, οι μαχητές βρίσκουν πολύ φυσικό να αποδίδουν ένα τραύμα στη δειλία, τουτέστιν στην απουσία πίστης. Και καθώς οι νεκροί δε μιλάνε, μπορεί κανείς πάντοτε να υποψιάζεται ότι παρέβησαν μίαν από τις τρεις εντολές.
Αυτή η πεποίθηση είναι τόσο ισχυρή, που κανείς δεν πηγαίνει στη μάχη χωρίς την προστασία του dawa. Πάντα φοβόμουνα μήπως αυτή η δεισιδαιμονία στρεφόταν τελικά εις βάρος μας, καθιστώντας υπεύθυνους για την αποτυχία μιας μάχης με μεγάλες απώλειες, κι επιχείρησα πολλές φορές να συζητήσω το ζήτημα με διάφορους υπεύθυνους για να δοκιμάσω να τους πείσω. Αποδείχθηκε αδύνατο · το dawa θεωρούνταν σημάδι πίστης. Οι πιο προχωρημένοι πολιτικά έλεγαν πως το dawa είναι μια υλική, φυσική δύναμη, κι ότι ως οπαδοί του διαλεκτικού υλισμού αναγνωρίζουν τη δύναμη του dawa, που επιβάλει τα μυστικά του στους μάγους του δάσους».

Οι Τούτσι. «Περίπου τέσσερις ώρες ποδαρόδρομο από τη βάση μας, υψώνεται ένα σύνολο από μικρούς οικισμούς, των δέκα σπιτιών το πολύ, διασκορπισμένους σε μια τεράστια έκταση φυσικών λιβαδιών. Η ζώνη ονομάζεται γενικά Νγκάνια και κατοικείται από μια φυλή που κατάγεται απ’ τη Ρουάντα. Παρόλο που ζουν στο Κονγκό εδώ και κάμποσες γενιές, διατηρούν άθικτο το πνεύμα της πατρίδας τους · αφοσιώθηκαν στην κτηνοτροφική ζωή αλλά είναι μόνιμοι κάτοικοι κι έχουν την αγελάδα ως κέντρο της οικονομίας τους (…) Πολλές φορές μας αφηγήθηκαν την ιστορία εκείνου του άτυχου στρατιώτη που δεν είχε τον αριθμό αγελάδων που απαιτούσε ο πατέρας της γυναίκας των ονείρων του, γιατί η γυναίκα αγοράζεται κι αυτή -ακριβέστερα, η κατοχή όσο γίνεται περισσότερων γυναικών αποτελεί δείγμα οικονομικής ισχύος, χωρίς να λάβουμε υπόψη ότι είναι αυτή που ασχολείται με τη γεωργία και το σπίτι. Αυτή η κοινότητα μας επέτρεπε να έχουμε στη διάρκεια του πολέμου πρόσβαση στο πολύτιμο βοδινό κρέας που θεραπεύει τα πάντα, ακόμη και τη νοσταλγία (ή σχεδόν)».

Η επίσκεψη του αρχηγού«Ο Καμπίλα έδειξε πως ήξερε τη νοοτροπία των αντρών του · ζωντανός κι ευχάριστος, εξήγησε στα σουαχίλι όλες τις συνεδριάσεις και τα αποτελέσματα του Καίρου. Έκανε τους αγρότες να μιλούν, έδωσε γρήγορες απαντήσεις που ικανοποίησαν τον κόσμο. Όλα τέλειωσαν με γιορτή και χορό, στο ρυθμό μιας μουσικής που κατέληγε στο ρεφρέν «Καμπίλα βά, Καμπίλα έ».
Επιδείκνυε μίαν έντονη δραστηριότητα, είχε το ύφος πως ήθελε να ξανακερδίσει το χαμένο χρόνο. Πρότεινε να οργανώσουμε την άμυνα της βάσης, κι έμοιαζε να δίνει κουράγιο σε όλο τον κόσμο και να αλλάζει τη φυσιογνωμία μιας ζώνης που υπέφερε πολύ από έλλειψη πειθαρχίας. Αμέσως μαζεύτηκαν εξήντα άντρες, τους δώσαμε τρεις κουβανούς εκπαιδευτές κι άρχισαν να σκάβουν χαρακώματα και να κάνουν μαθήματα σκοποβολής.
Πέντε μέρες μετά την άφιξή του, ο Καμπίλα με φώναξε για να μου πει πως έπρεπε να ξαναφύγει το ίδιο κιόλας βράδυ για την Κιγκόμα. Μου εξήγησε πως ο Σουμαλιότ βρισκόταν εκεί, κι επιδόθηκε σε μίαν αυστηρή κριτική αυτού του ηγέτη, των οργανωτικών του λαθών, της δημαγωγίας και της αδυναμίας του (…) Στη διάρκεια της συζήτησης, του ξέφυγε πως ο Σουμαλιότ στην πραγματικότητα βρισκόταν στο Νταρ-ες-Σαλάμ (…) Όταν μάθαμε τα νέα για την αναχώρηση του Καμπίλα, οι Κονγκολέζοι και οι Κουβανοί παραδόθηκαν για μίαν ακόμη φορά στην απογοήτευση».

Το Μέτωπο«Ένας μεγάλος αριθμός από ένοπλους άντρες κυκλοφορούσε ανάμεσα στα μικρά χωριά που διασχίζαμε · σε καθένα, υπήρχε κάποιος αρχηγός που βρισκόταν στο σπίτι του ή στο σπίτι κάποιου φίλου, καθαρός, καλοταϊσμένος, και κατά κανόνα καλοπιωμένος. Οι μαχητές έμοιαζαν ν’ απολαμβάνουν μεγάλη ελευθερία και πολύ ικανοποιημένοι από την τύχη τους. Είχανε πάντα το όπλο τους χιαστί, και δεν παρατηρούσε κανείς ούτε το παραμικρό σημάδι πειθαρχίας, διάθεσης για μάχη ή οργάνωσης.

Η Δυσαρέσκεια«Η ρομαντική εποχή που απειλούσα τους απείθαρχους πως θα τους στείλω πίσω στην Κούβα, είχε περάσει (…) Φήμες ανάμεσα στους άντρες της αποστολής έλεγαν πως οι Κουβανοί έμεναν στο Κονγκό γιατί ο Φιντέλ αγνοούσε την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε. Δεν μπορούσα να απαιτώ και πολύ απ’ αυτούς να έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητά μου να διοικώ, μπορούσα όμως να απαιτήσω να σεβαστούν την καλή μου πίστη. Δεν είχα την πρόθεση να θυσιάσω οποιονδήποτε για την προσωπική μου τιμή. Αν ήταν αλήθεια ότι δεν είχα γνωστοποιήσει στην Αβάνα πως τα πάντα είχαν χαθεί, αυτό οφειλόταν στο ότι πραγματικά δεν το πίστευα.

Επιστολή στο Φιντέλ: «Η παρουσία 200 επιπλέον ανδρών θα ήταν μάλλον επιζήμια τούτη τη στιγμή, εκτός αν αποφασίσουμε μια και καλή να πολεμήσουμε από μόνοι μας, αν και σ’ αυτή την περίπτωση θα μας χρειαζόταν μια μεραρχία, κι επιπλέον, θα ‘πρεπε να δούμε πόσες δυνάμεις θα παρατάξει τότε ο εχθρός απέναντί μας. Ίσως υπερβάλλω και ένα τάγμα ενδεχομένως να αρκούσε για να επαναφέρει τα σύνορα εκεί που βρίσκονταν την εποχή της άφιξής μας και να απειλήσει την Αλμπερτβίλ. Όμως σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι ο αριθμός που μετρά. Δε μπορούμε να απελευθερώσουμε από μόνοι μας μια χώρα που δε θέλει να απελευθερωθεί. Πρέπει να δημιουργήσουμε αυτό το μαχητικό πνεύμα και να ξεκινήσουμε να αναζητάμε ανθρώπους με το φανάρι του Διογένη και την υπομονή του Ιώβ, γεγονός που καθιστά την αποστολή αδύνατη, αν λάβουμε υπόψη μας το περιβάλλον σκατό».

Η Ήττα«Ήταν η κατάρρευση. Ολόκληρα αποσπάσματα και χωρικοί περνούσαν με τον εχθρό. Δεν υπήρχαν πια έμπιστα κονγκολέζικα στρατεύματα (…) Από τα υψώματά μας, μπορούσαμε να δούμε τις αναρίθμητες φωτιές που είχαν ανάψει οι στρατιώτες, καθώς έκαιγαν όλα τα σπίτια των αγροτών».

Η Αναχώρηση«Πέρασα τις τελευταίες ώρες μοναχός και μπερδεμένος, ώσπου στις δύο το πρωί ήρθαν από την Κιγκόμα τα καράβια με το κουβανέζικο πλήρωμά τους (…) Οργανώσαμε την εκκένωση · ανέβηκαν οι άρρωστοι, ύστερα το επιτελείο του Μεσένγκο, μια σαρανταριά άνθρωποι που αυτός είχε διαλέξει. Όλοι οι Κουβανοί επιβιβάστηκαν κι ένα επώδυνο θέαμα άρχισε, αξιοθρήνητο, θορυβώδες και άδοξο: χρειάστηκε να απωθήσω άντρες που εκλιπαρούσαν να τους πάρουμε μαζί. Δεν υπήρξε ούτε μια χειρονομία μεγαλείου σ’ αυτή την υποχώρηση, ούτε μια κίνηση εξέγερσης. Τα πολυβόλα και οι άντρες ήταν έτοιμα για το ενδεχόμενο που θα επιχειρούσαν να μας πτοήσουν χτυπώντας μας τη στιγμή της αναχώρησης. Όμως τίποτα τέτοιο δε συνέβη (…)
Ο ενθουσιασμός των Κουβανών και των Κονγκολέζων ξεχείλιζε από τις βάρκες, σαν ένα καυτό υγρό που με τσουρούφλιζε χωρίς να υποκύπτω στο κλίμα που μεταδιδόταν. Στη διάρκεια αυτών των τελευταίων ωρών που πέρασα στο Κονγκό, ένιωσα μόνος όσο ποτέ άλλοτε δεν το είχα νιώσει, ούτε στην Κούβα ούτε οπουδήποτε αλλού, στο μακρύ μου προσκύνημα κατά μήκος του κόσμου».

4. Εμείς οι γκεβαριστές

Πολλοί αγωνιστές της Αριστεράς θαύμαζαν στη δεκαετία του ’60 και του ’70 την προσωπικότητα του Γκεβάρα, ελάχιστοι όμως επιχείρησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Στέργιος Κατσαρός, που έφτασε μέχρι την Κούβα, μόνος του, για να ανακαλύψει τα χνάρια του κομαντάντε, και επέστρεψε στην Ελλάδα της χούντας για να στήσει το δικό του αντάρτικο, πριν καταλήξει στη φυλακή, με καταδίκη σε ισόβια.

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ Ο ΘΡΥΛΟΣ

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Κούβα και οι ηγέτες της, Κάστρο και Γκεβάρα, ασκούσαν ιδιαίτερη έλξη στο ελληνικό αριστερό κίνημα. Ο Στέργιος Κατσαρός ανήκε τότε στην ΕΔΑ, και μαζί με άλλα στελέχη της Αριστεράς έζησε έντονα την περίοδο των «Ιουλιανών», και τότε για πρώτη φορά αναρωτήθηκε για τις μεθόδους πάλης και για τη δυνατότητα απάντησης στο κρατικό μονοπώλιο της βίας.
«Η Κούβα ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία σε όλους μας. Ήταν η μητρόπολη της παγκόσμιας επανάστασης. Ο Κάστρο και ο Γκεβάρα ήταν γνωστοί στο ελληνικό κίνημα. Αλλά η αναζήτησή μας αρχίζει από τη στιγμή του θανάτου του Σωτήρη Πέτρουλα. Τότε φάνηκε η αναποτελεσματικότητα των μεθόδων της παραδοσιακής Αριστεράς. Για πρώτη φορά είπαμε ότι δεν πρέπει να έχουμε μόνο μάρτυρες που να προκαλούν τον οίκτο, αλλά και αγωνιστές που να γεννούν τον τρόμο στους αντιπάλους μας. Το θράσος του Γκεβάρα μας ενέπνευσε. Ψάχνοντας να βρούμε εναλλακτικές τακτικές, διαπιστώσαμε ότι οι μέθοδοι του Μάο ή του Γκιαπ ήταν ξένες προς την ελληνική πραγματικότητα. Απαιτούσαν μεγάλες εκτάσεις και πολυάριθμη αγροτική τάξη. Οι «εστίες», ο «φοκίσμο» του Γκεβάρα ταίριαζαν περισσότερο. Αρχίσαμε να μελετούμε τα κείμενά του, στην αρχή από τα αγγλικά.»
«Η ομοιότητα της δικής μας περίπτωσης με όσα γράφει ο Τσε δεν είναι μοναδική. Και στην Κατοχή κάπως έτσι ξεκίνησαν ορισμένες ‘περίεργες’ ομάδες από 12-13 άτομα στη δυτική Φθιώτιδα, ανάλογα φαινόμενα έχουμε και στη Γαλλία. Μόνο όμως ο Γκεβάρα συστηματοποίησε και περιέγραψε τη μέθοδο του «εστιασμού». Μετά την έκρηξη του ’65 ακολουθεί μια ύφεση στο ελληνικό μαζικό κίνημα. Πολυδιάσπαση (μαοϊκές, τροτσκιστικές οργανώσεις, οι Φίλοι Νέων Χωρών, το Κοινόβιο του Γουλιέλμου) και ιδεολογική σύγχυση. Ήταν αδιανόητο να συγκροτηθεί ένας επαναστατικός πυρήνας με ξεκάθαρη πολιτική άποψη και τακτική. Άρα τι έμενε; Έμεναν όσοι πίστευαν στην αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης.»
«Μετά τα Ιουλιανά συγκροτήθηκε μια αρκετά συμπαγής γκεβαρική ομάδα μέσα στη Νεολαία της ΕΔΑ, 50-60 άτομα, που κάναμε συστηματική προπαγάνδα αυτών των απόψεων, με πολυγραφημένα φυλλάδια. Στο μυαλό μας είχαμε τότε ότι επίκειται ένοπλη ρήξη. Και προετοιμαζόμαστε καταγράφοντας τα σημεία απ’ όπου θα μπορούσαμε να προμηθευθούμε όπλα, π.χ. από τα ΤΕΑ.»
Υπήρχαν ήδη από το 1966 επαφές με τις ευρωπαϊκές ομάδες που τροφοδοτούσαν τη διεθνή ταξιαρχία «Βενσερέμος» στην Κούβα. Είχαν σκέψεις να στείλουν Έλληνες μπριγκαντίστες, αλλά τους πρόλαβε η δικτατορία. Με την επικράτηση της χούντας οι γκεβαρικές ιδέες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Όμως η ανάπτυξη των οργανώσεων δεν είναι άμεση. «Ο πρώτος λόγος είναι ότι η νεολαία εκείνης της εποχής είχε μεγαλώσει σε συνθήκες νομιμότητας, ανόδου του κινήματος και γενικότερης αισιοδοξίας. Η αποδιοργάνωση μετά τη λήξη των Ιουλιανών επηρέασε αποφασιστικά. Βρισκόμαστε σε μια φάση αποστράτευσης. Ένας δεύτερος λόγος ήταν η γρήγορη σύλληψη και η δίκη των Δ.Ε.Α. (Δημοκρατικών Επιτροπών Αντίστασης). Και τρίτο, η δική μας ευθύνη, όσων δηλαδή ανήκαμε στην πιο ακραία γκεβαρική τάση, που προσπαθήσαμε να εκβιάσουμε τα πράγματα, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν άλλοι που δεν συμφωνούσαν.»
Πώς αντιμετωπίζονταν εκείνη την εποχή οι πράξεις ένοπλης αντίστασης; «Υπάρχει καταρχάς μια σημαντική διαφορά των οργανώσεων ένοπλης πάλης από τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Σε μια δικτατορία ο αντίπαλός σου στηρίζεται στα όπλα. Για να υπάρχει αντιστοιχία των μέσων πρέπει κι εσύ να χρησιμοποιείς τα όπλα. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, όσο κι αν είναι δικτατορία λίγων, στηρίζεται στις συνειδήσεις αυτών που ψηφίζουν. Αλλά στην ελληνική κοινωνία μετά τον εμφύλιο δεν χρησιμοποίησε βία ενάντια στην εξουσία ούτε το ποινικό αδίκημα ούτε η πολιτική πράξη αντίστασης. Αν κάποιος τολμούσε να χρησιμοποιήσει βία ενάντια σε ένα χωροφύλακα δεν γινόταν αποδεκτός. Αυτό έσπασε με την πράξη του Κοεμτζή.»
Μας διηγείται ο συνομιλητής μας την απόπειρα που είχε ετοιμάσει εναντίον του Τζεβελέκου, υπουργού Δημόσιας Τάξης της χούντας. Δεν είχαν προηγηθεί άλλες πράξεις βίας εις βάρος υπουργών, και η φρουρά τους ήταν υποτυπώδης. «Τη στήσαμε στην Πανόρμου με δυο μασούρια δυναμίτη σε σωλήνα μαντεμένιο που τον είχαμε χαράξει με κόφτη, σαν χειροβομβίδες μιλς. Όμως αν τον χτυπούσαμε, θα σκοτωνόταν η συνοδεία του, 3-4 χωροφύλακες. Υπήρξε λοιπόν δισταγμός, παρότι ήταν εύκολος στόχος. Ο επαναστάτης για να φτάσει να χτυπήσει έναν άνθρωπο πρέπει να χάσει ο ίδιος ένα μέρος απ’ την ανθρωπιά του. Αλλά τότε δεν υπήρχε συνέχεια. Από νομοταγείς πολίτες μιας -αντιδραστικής έστω- κοινοβουλευτικής δημοκρατίας κληθήκαμε από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταβληθούμε σε εκτελεστές.» Η εκπαίδευση της ομάδας του κ. Κατσαρού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας γινόταν στην Τήνο, κοντά σε νταμάρια, με μαθήματα σκοποβολής. «Σε κυκλικούς στόχους ακίνητους είχαμε μια σημαντική ευθυβολία. Όταν όμως σχεδίασε κάποιος έναν μπάτσο σε χαρτί και τον σημαδέψαμε, ούτε μια σφαίρα δεν βρήκε το στόχο.» Μια άλλη πράξη που είχε σχεδιάσει η ομάδα ήταν η εκτέλεση χαφιέδων, σύμφωνα με το παράδειγμα των Ιρλανδών. «Εύκολοι στόχοι. Και όλος ο κόσμος θα έλεγε μπράβο. Όμως ούτε κι αυτός πραγματοποιήθηκε. Ακόμα τρέμαν τα χέρια μας.»
Την επαύριο της 21ης Απριλίου υπάρχουν σκέψεις στην γκεβαρική ομάδα να μετασχηματιστεί σε οργάνωση με το όνομα Επαναστατική Δράση και σήμα το αστέρι του Τσε, αλλά δεν ολοκληρώνονται. Ο Στέργιος Κατσαρός είναι από την πρώτη στιγμή καταζητούμενος. Το κόστος της συντήρησής του στην παρανομία είναι ιδιαίτερα υψηλό. Επιλέγεται ως καταλληλότερος να επισκεφθεί την Κούβα. Πρώτος σταθμός του ταξιδιού του είναι το Παρίσι, όπου παίρνει συστατικές επιστολές και διευθύνσεις. Υποχρεώνεται να μπαρκάρει σε ένα εμπορικό που ταξίδευε προς Λατινική Αμερική. Το θάνατο του Γκεβάρα τον πληροφορείται στα παράλια του Ειρηνικού, καθ’ οδόν για Περού. «Ξέραμε ότι ο Τσε λείπει από την Κούβα. Πιστεύαμε ότι είναι κάπου στην Αφρική. Όταν μου το ‘παν στο καράβι, προσπάθησα να μάθω απ’ το ραδιόφωνο. Το πίστεψα μόνο όταν είδα το Time στη Λα Πας.» Για καλή του τύχη, το ναυάγησαν το καράβι κοντά στο Γκουαντανάμο για να πάρουν την ασφάλεια. Αδύνατον να πάει βέβαια εκεί το Lloyd’s! Ο Κατσαρός γίνεται λοιπόν ο πρώτος Έλληνας που θα επισκεφθεί τη μητρόπολη της επανάστασης.
«Τα αισθήματά μου είναι και σήμερα ξεκάθαρα απέναντι στην Κούβα. Αν έχω μια πατρίδα, αυτή είναι η Κούβα. Όταν πήγα δεν είχε ακόμα σβήσει η πρώτη φλόγα της επανάστασης. Η εικόνα του Τσε ήταν παντού. Αυτό που με ξένισε στην αρχή ήταν η απέχθεια προς τους ξένους που εκφράστηκε από τον εκπρόσωπο του κόμματος που πρωτοσυνάντησα μετά το ναυάγιο. Όταν πήγα στην Αβάνα διαπίστωσα τη διαφορά των οπαδών του Γκεβάρα που υποστήριζαν την άνευ όρων εξαγωγή της επανάστασης στις άλλες χώρες, αλλά βρίσκονταν σε δυσμένεια. Οι σοβιετόφιλοι, οι οποίοι συγκέντρωναν στα χέρια τους όλη την πραγματική εξουσία (αστυνομία, διοίκηση) αντιδρούσαν και επιδίωκαν την υιοθέτηση όλων των σοβιετικών προτύπων, στην παραγωγή αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις: υλικά κίνητρα, σταχανοφισμός, οικογένεια. Όμως αυτή η τάση δεν μπορούσε να βάλει ευθέως κατά του Τσε. Όσο για τον Κάστρο, αυτός βρισκόταν κάπου στη μέση, σε κατάσταση Βοναπάρτη. Το όπλο του ήταν η μαζική εισαγωγή της νεολαίας και της γυναίκας στην πολιτική.»
Άλλος Έλληνας δεν υπήρχε τότε στην Κούβα. Οι πρώτες επαφές του κ. Κατσαρού έγιναν μέσω της ταξιαρχίας «Βενσερέμος» στον κύκλο των αυτοεξόριστων απ’ όλο τον κόσμο, των διωκόμενων αεροπειρατών που είχαν καταφύγει εκεί. Λόγος για βοήθεια προς την Ελλάδα δεν μπορούσε να γίνει. «Η Ελλάδα δεν ήταν Κονγκό. Αν χρειαζόταν βοήθεια, θα έπρεπε να τη ζητήσει από τη Ευρώπη». Μέσω Παρισιού ο κ. Κατσαρός επιστρέφει στην Ελλάδα το Μάη του 68. Είχε επισημοποιηθεί η διάσπαση του ΚΚΕ. «Η ομάδα μου στην Ελλάδα συνέχιζε τη δράση με προκηρύξεις μέσω διάφορων οργανώσεων. Διάφοροι σύντροφοι θεωρητικά προετοίμαζαν κάποιες ομάδες με υλικά και όπλα. Πρακτικά δεν γινόταν τίποτα. Οπότε προσπαθώ να κάνω ένα μικρό πραξικόπημα μέσα στην οργάνωση, να τους φέρω σε τετελεσμένα γεγονότα. Μου είχαν δώσει τρεις οργανώσεις να συντονίζω, τη Λαϊκή Πάλη -αυτή που με πιάσανε- μια ομάδα μαθητών του Μωραϊτη και μια ομάδα εργατών στο Θησείο. Αυτές οι ομάδες είχαν δεχθεί να γίνουν οι εστίες της ένοπλης αντίστασης. Η ευθύνη η δική μου ήταν ότι έβλεπα πως τα παιδιά αυτά δεν ήταν ώριμα να προσχωρήσουν σε οργάνωση ένοπλης βίας. Εγώ όμως το τραβούσα.» Η εκπαίδευση γινόταν εν θερμώ. Πέρα από την απόπειρα κατά του Τζεβελέκου, ο Κατσαρός επέλεξε να ανατινάξουν τον Τρούμαν την 29η Αυγούστου, επέτειο της «συντριβής του συμμοριτισμού», όταν το άγαλμα ήταν γεμάτο επισήμους και αστυνομία. Μοιραία στάθηκε η απόπειρα ανατίναξης του στρατιωτικού περίπτερου στην Έκθεση Θεσσαλονίκης τη μέρα που θα μιλούσε ο Παπαδόπουλος. Η ασφάλεια Θεσσαλονίκης τον συνέλαβε με τις μπόμπες συναρμολογημένες. Ακολούθησε η δίκη, η καταδίκη σε ισόβια, η φυλακή.
«Αν σκεφτόμουν λογικά, θα ανέβαλα την απόπειρα, τη στιγμή που ήταν μαζεμένο όλο το παρακρατικό σκυλολόι στη Θεσσαλονίκη. Πίστευα όμως -κι αυτό είναι ένα στοιχείο του βολονταρισμού του Τσε- ότι ένα άτομο μπορεί να υποκαταστήσει σημαντικές υλικές δυνάμεις. Ήταν μια υπερεκτίμηση. Θα ‘πρεπε να παντρευτεί ο γκεβαρισμός με τον Χο, ο οποίος λέει ότι πρέπει να αρχίζεις από μικρές μάχες για σίγουρες νίκες.» Μήπως αυτή η εμμονή του σε εντυπωσιακές ενέργειες οφειλόταν και στην προσπάθειά του να ξεχωρίσει από τις απλές κροτίδες άλλων οργανώσεων; «Δεν μας αφορούσε η τακτική της Δημοκρατικής Άμυνας και του Σημίτη. Ένα χαρακτηριστικό του γκεβαρισμού είναι ότι χτυπάμε πάντα στρατιωτικούς στόχους, δηλαδή ένοπλες εστίες της αντίδρασης.»
Αποφυλακίζεται το ’73 με τη γενική αμνηστία του Παπαδόπουλου. Είναι η περίοδος ανάπτυξης του μαζικού φοιτητικού κινήματος. Ο Γκεβάρα είναι ήδη μύθος. Για τον συνομιλητή μας η επικαιρότητα του «φοκίσμο» παραμένει. «Στο Πολυτεχνείο ζήσαμε μια πραγματική εξέγερση. Από την άλλη πλευρά το επαναστατικό υποκείμενο λείπει εντελώς. Δεν υπήρχε καμιά τακτική να προστατευθούμε από τα τανκς. Και όμως, μέσα στην πόλη τα τανκς είναι ανίσχυρα. Ακινητοποιούνται εύκολα. Είναι ένα ερώτημα άξιο διερεύνησης, για ποιο λόγο δεν βρέθηκε ούτε ένα χέρι τότε να σηκώσει κάποιο όπλο. Υπήρχαν και τεχνικά μέσα και δυναμίτες κι απ’ όλα.» Πώς δεν συνέπεσε αυτή η αυθόρμητη εξέγερση ούτε με μια έτοιμη ένοπλη οργάνωση; «Πιστεύω ότι η γενική αμνηστία ήταν πολύ έξυπνη κίνηση. Όλοι ξαφνιάστηκαν, γιατί νόμιζαν ότι θα εξαιρεθούμε εμείς, ο Καράγιωργας, ο Παναγούλης, και μερικοί άλλοι. Βγάζοντάς μας ο Παπαδόπουλος ποντάριζε στην αναποτελεσματικότητα που είχε μέχρι τότε επιδείξει η ένοπλη δράση. Έδειχνε ότι δεν έχει τίποτα να φοβάται.» Εκείνη την εποχή παιζόταν από τον Γιώργο Κωνσταντίνου ο «Μανωλάκης ο βομβιστής». «Αυτό κατάφερε ο Παπαδόπουλος. Να μεταμορφώσει τον αντάρτη πόλης σε γραφικό Μανωλάκη.»
«Πιστεύω και σήμερα στην αξία της γκεβαρικής θεωρίας του «εστιασμού». Αλλά μετά το Πολυτεχνείο ξεστράτισαν πολύ τα πράγματα. Φαίνεται ότι τα σπέρματα είχαν μπει. Οι οργανώσεις και οι τάσεις για ένοπλη πάλη αρχίζουν και παίρνουν το δρόμο για την τρομοκρατία. Οι παλιοί οπαδοί του γκεβαρισμού αποσύρονται, αποστασιοποιούνται και πια σαν άρνηση της προηγούμενης δράσης έχουμε την εμφάνιση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο που και η ’17 Νοέμβρη’ προβάλλει τη φωτογραφία του Τσε. Είναι μια παραμόρφωση της αντιστασιακής πάλης.»
«Η επικαιρότητα του «εστιασμού» παραμένει όσο υπάρχουν οι εξαθλιωμένες μάζες από τη μια και η οργανωμένη δύναμη του κεφάλαιου από την άλλη. Πιστεύω ότι οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν, αλλά υπάρχει αδυναμία σχηματισμού ενός παραδοσιακού επαναστατικού κόμματος. Δεν μπορούμε σήμερα να φανταστούμε την κόκκινη στρατιά που θα κατεβαίνει το μεγάλο ποτάμι. Όποιος θέλει να αντιδράσει, μπορεί να το κάνει μόνο με τη μορφή μικρών σχηματισμών, χωρίς να δίνει σημασία αν είχε δίκιο ο Τρότσκι ή ο Μάο. Όσο κι αν το σχήμα αυτό φαίνεται λίγο πρώιμο ή καθυστερημένο για την Ευρώπη και την Ελλάδα, δεν συμβαίνει το ίδιο για την Τουρκία, τις αραβικές χώρες, τον Τρίτο Κόσμο.»

(Η εμπειρία του Στέργιου Κατσαρού καταγράφηκε στο βιβλίο του «Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης», Εκδόσεις Μαύρη Λίστα 1999)

5. Τότε που μας χώριζε ο Τσε

Ο θάνατος του Τσε συμπίπτει στην Ελλάδα με τη σκληρότερη φάση της χουντικής τρομοκρατίας. Η μυθική μορφή του επαναστάτη εμπνέει την αντίσταση, αλλά η μέθοδός του διχάζει. Το 1970, δύο από τα πρώτα στελέχη της αντίστασης, ο Γιώργος Βότσης και ο Περικλής Κοροβέσης διαφωνούσαν δημόσια από τις στήλες του περιοδικού «Επανάσταση» (οργάνου των «Επαναστατικών Σοσιαλιστικών Ομάδων») για τη δυνατότητα εφαρμογής στην Ελλάδα της γκεβαρικής θεωρίας των ενόπλων πυρήνων (των «εστιών», του «foco», όπως την κωδικοποίησε ο Ρεζί Ντεμπρέ στο βιβλίο του «Επανάσταση μέσα στην Επανάσταση»).

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ ΕΓΙΝΕ ΣΗΜΑΙΑ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ο Βότσης προτείνει μια «μορφή ένοπλης προπαγάνδας» η οποία θα στηρίζεται σε «μικρές ευκίνητες και αποκεντρωμένες μαχητικές ομάδες, που θα δράσουν ένοπλα και σοβαρά, χτυπώντας επιμελώς επιλεγμένους στόχους και εξασφαλίζοντας τη συνέχεια και κλιμάκωση των ενεργειών τους.» Και εξαίρει τον Τσε που «σκοτώθηκε με το όπλο στο χέρι, αλλά το αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής δεν ξόφλησε». Ο Κοροβέσης αντιτείνει ότι «η επιθυμία ενός ατόμου ή μιας ομάδας, όσο γενναίοι και αν είναι, δεν πρόκειται να φέρει κανένα αποτέλεσμα» και θυμίζει την τραγική σκηνή από το βολιβιανό ημερολόγιο: «Ο Τσε με τους γκεριλιέρος και με τα ντουφέκια στον ώμο, έρημοι σαν ναυαγοί, περιφέρονταν σε απομακρυσμένα χωριά, ανάμεσα από έκπληκτους και φοβισμένους χωριάτες που δεν έδειχναν καμιά συγκίνηση.»
Τριάντα χρόνια αργότερα, συνεχίζουν να διαφωνούν.
 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ: Στη χούντα, με πιάσανε 10 Οκτωβρίου 1967 και στις 11 έμαθα για το θάνατο του Τσε Γκεβάρα. Μου τό ‘πε ένας συγκρατούμενος. Το νέο κυκλοφόρησε αστραπιαία. Εκείνη την εποχή είχα ήδη διαβάσει το βιλίο του Ντεμπρέ «Επανάσταση στην Επανάσταση», νομίζω από τα αγγλικά. Αυτό στάθηκε αφορμή για το πρώτο δικό μου σκίρτημα, για κάτι άλλο. Αλλά, τότε, ήταν λίγα τα πράγματα που ξέραμε. Ο,τι ουσιαστικό βιβλίο διάβασα, το βρήκα έξω, αργότερα. Αυτό που κυριαρχούσε και σε μένα -πρίν δω τον Τσε κριτικά- ήταν αυτός ο ενθουσιασμός για την επανάσταση που λειτουργούσε σαν ένα ελιξήριο νεότητας σε ένα κόμμα που είχε ήδη νεκρωθεί ιδεολογικά, και πολιτικά.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΟΤΣΗΣ: Εγώ δεν θα ‘λεγα ότι ο Τσε είναι που εμπνέει όποιες ιδέες, κινήσεις, προτάσεις, πρακτικές περί τη χρήση των όπλων, στον αντιστασιακό αγώνα. Είναι η ίδια η δικτατορία, η κατάλυση του καθεστώτος, η ωμή βία. Είναι και το χάλι της ρεφορμιστικής -όπως την αποκαλούσαμε τότε- Αριστεράς, η οποία απεκάλυψε τη γύμνια της και με τον τρόπο που βρεθήκαμε όλοι «ξεβράκωτοι» στην αντιμετώπιση του πραξικοπήματος. Ο Τσε έφτανε σε μας τότε ως απόηχος ή ως μακρινός μύθος, αλλά ήταν ελάχιστα γνωστός.
Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη εμπνευσμένη από τον καστρισμό και τον γκεβαρισμό οργάνωση γίνεται στο Παρίσι, όπου οι Έλληνες ήταν πιο ενημερωμένοι. Το Κίνημα της 29ης Μαΐου, πράγματι εξέφραζε μια σκληρή γκεβαρική τάση -και αν δεν απατώμαι ήταν η πρώτη οργάνωση η οποία έστειλε και ανθρώπους της στην Κούβα να εκπαιδευτούν. Αργότερα το έκαναν κι άλλες οργανώσεις. Υπάρχουν μερικές δεκάδες ανθρώπων οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί. Στρατόπεδα υπήρχαν και στην Κούβα και στην Μέση Ανατολή. Αυτοί πλαισίωσαν ή ήταν ήδη μέσα σε κάποιες απ’ αυτές τις οργανώσεις που ευθέως κήρυσσαν και επεδίωκαν, ως πρακτική, τον ένοπλο αγώνα στη δικτατορία. Εκτός από την «29η Μαΐου», η «20ή Οκτώβρη», ο «Άρης», ο «Μαχητής», κλπ.
– Μεσολάβησε και ο Μάης του ’68 για να γίνει, και για την ελληνική Αριστερά, το πρόσωπο του Γκεβάρα, μύθος;
Γ.Β.: Όχι. Θυμάμαι ότι ήμουν στην παρανομία όταν έμαθα το τέλος του Τσε. Υπήρξε μια παγωμάρα. Στην αρχή δεν το πίστευα, γιατί είχε ακουστεί δυο τρεις φορές. Όταν πια επαληθεύτηκε, έκλαιγαν οι άνθρωποι, γιατί ο Τσε ήταν ένας -έστω και απόμακρος- μύθος. Γιατί τα συγκεντρώνει όλα: πλήρη αφοσίωση στην επανάσταση και στο διεθνισμό. Τα τινάζει όλα, φεύγει απ’ την πατρίδα του την Αργεντινή για να πάει στη Γουατεμάλα, να πάει στο Μεξικό, να πάει στην Κούβα, να πάει στην Αφρική και να πεθάνει στη Βολιβία- με εμμονή στον ένοπλο αγώνα.
-Αυτή την εικόνα την είχατε από τότε;
Γ.Β.: Δεν υπήρχε η γνώση αυτή, τί ήταν ο Τσε, τουλάχιστον τον πρώτο χρόνο της αντίστασης. Αργότερα, και ιδίως στους αντιστασιαζόμενους του εξωτερικού, όπου όλες οι τάσεις της Αριστεράς εμφανίζονται στην ακραία τους υπερβολή, όπου η επανάσταση έδινε κι έπαιρνε, εκεί βέβαια ήταν κοινός τόπος. Θα μπορούσε το βιβλίο του Ντεμπρέ να αποτελεί πεδίο συζήτησης σε συνεδριάσεις δύο, τριών και τεσσάρων νυχτών, ή να δημιουργήσει θεωρητικές συγκρούσεις μέσα σε συνελεύσεις των κατειλημμένων κτιρίων, όπως το ελληνικό σπίτι στη Σιτέ. Εδώ, δεν νομίζω. Πολύ αργότερα, δηλαδή στα μέσα του ’69, το ’70, όταν εμφανίζονται ομάδες με ένοπλη πρακτική και τότε ακόμα δεν είναι μόνο ο Τσε που εμπνέει. Υπενθυμίζω ότι τα πρώτα φυλλάδια που κυκλοφορούν παράνομα και καμουφλαρισμένα…
Π.Κ.: …με εξώφυλλα Βίων Αγίων, συχνά.
Γ.Β.: Αυτά δεν ήταν του Τσε, αλλά του Μαριγκέλα.
– Δηλαδή, σε μια ορισμένη τάση της Αριστεράς υπήρχε στροφή προς τις ιδέες του Τσε και λιγότερο προς την ιστορία των κλασικών αντάρτικων. Μάο, Γκιάπ κ. λπ; Ανακαλύπτουν στον Τσε κάποιες μεγαλύτερες αναλογίες με την Ελλάδα;
Γ.Β.: Υπάρχει αυτή η γκεβαρική θεωρία του foco, που, αν θες, σ’ εκείνες τις περιστάσεις, στη στρατοκρατούμενη Ελλάδα, μας πάει. Με ποια έννοια; Ότι απαιτεί δράση, επαναστατική πρακτική, από μικρές ομάδες φωτισμένων και αφοσιωμένων στην επανάσταση ανθρώπων. Όχι κινητοποιήσεις μαζών, όχι ένοπλο αγώνα μαζικό. Θυμάμαι, πάντα πριν από το γαλλικό Μάη, αλλά και μετά, ώσπου να εμφανιστούν τα κινήματα ένοπλης βίας στην Ευρώπη (στις αρχές της δεκαετίας του 70) υπάρχουν οι δικές μας ομάδες στην Ελλάδα που χρησιμοποιούν τα όπλα.
Π.Κ.: Το γεγονός ότι βρεθήκαν ομάδες ένοπλης πάλης ή ομάδες που βάζανε βόμβες, δεν μας επιτρέπει να τις ταυτίσουμε με τον Τσε. Γιατί κάποιος πρέπει να τις ταυτίσει με τον Τσε, κι όχι με την παράδοση του εργατικού κινήματος; Βάζανε βόμβες από τον περασμένο αιώνα. Υπάρχει η παράδοση του αναρχικού κινήματος, π.χ. Πες το όπως θέλεις. Δεν βλέπω κάπου να έχει μια άμεση σύνδεση το φαινόμενο Τσε με τις ομάδες ένοπλης πάλης. Μπορεί να αναφέρονταν και στον Τσε, αλλά δεν έχω δει το μοντέλο δράσης Τσε να πηγαίνει είτε σε μια ελληνική, είτε σε μια ξένη ομάδα.
Υπήρχε τότε και ο άλλος παράγοντας: το Βιετνάμ και ο Μάο, το σύνθημα ότι «η εξουσία είναι στην κάνη του τουφεκιού». Βλέπω ότι αυτά αποτελούν μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης, παρά ο Τσε. Ο Τσε θεωρώ ότι ήταν ένα είδος ρομαντικής αναφοράς. Κράτησε μια προσωπική στάση και δημιούργησε ένα μοντέλο από το οποίο ο καθένας μπορεί να βγάλει το χαρακτήρα του, αλλά σαν επαναστατικό μοντέλο νομίζω ότι δεν λειτούργησε.
Γ.Β.: Παρότι η αμφισβήτηση στην επίσημη Αριστερά, την κομμουνιστική, την παραδοσιακή Αριστερά, πριν από το πραξικόπημα του ’67, έφτασε και σε μας -εξ αντανακλάσεως- ως μαοϊκή απόκλιση (τότε μην ξεχνάτε, η πολιτιστική επανάσταση βρισκόταν στο φόρτε της), δεν είναι οι μαοϊκοί εκείνοι που ψάχνουν για τα όπλα, ή χρησιμοποιούν τα όπλα. Οι ένοπλες ομάδες έχουν πληρέστερες αναφορές στον γκεβαρισμό, ή μη ομολογημένες, αλλά σαφέστατες αναφορές στο παράδειγμα της κουβανέζικης επανάστασης και τον Τσε.
Π.Κ.: Αν πάρουμε όλες αυτές τις οργανώσεις μία-μία, σε ποιά κείμενά τους ακολουθούν τη θεωρία του foco;
Γ.Β.: Για θεωρία του foco δεν μίλησε κανένας.
Π.Κ.: Εκτός από σένα. (γέλια)
Γ.Β.: Εγώ είχα τη θεωρία του «μοχλού». Άλλο πράγμα. Ξαδερφάκι της, ίσως. Σε διαβεβαιώ ότι όταν ήμουν στην παρανομία, απ’ τους πρώτους, τον πρώτο καιρό της δικτατορίας, δεν εγνώριζα καν τον Ντεμπρέ. Μέσα σ’ αυτό το χάλι της διαλυμένης Αριστεράς, μέσα την αναζήτηση νέων μορφών πάλης, το να φτάσεις σε τέτοιες θεωρίες, όπως είναι η θεωρία του «μοχλού», ήταν θέμα λογικής επεξεργασίας.
Π.Κ.: Πάντως εγώ νομίζω ότι αν υπάρχει μία θεωρία γκεβαρική στα ελληνικά, είναι δικιά σου.
Γ.Β.: Θες να με κατηγορήσεις ότι ήθελα να γίνω ο Τσε στην Ελλάδα;
Π.Κ.: Μπορεί να ήθελα να σου κάνω κομπλιμέντο. (γέλια)
– Και σήμερα τι σημαίνει για σας ο Τσε;
Π.Κ.: Αυτό που χαρακτηρίζει τον Τσε δεν είναι η Κούβα. Όταν σκέφτομαι τον Τσε, έχω στον μυαλό μου την προσπάθειά του, όλη την πορεία του, να μεταφέρει την επανάσταση εκτός Κούβας.
Γ.Β.: Εγώ όταν φέρνω τον Τσε στο μυαλό μου, έχω την εικόνα του ωραιότερου άνδρα που έχει βγάλει η παγκόσμια επανάσταση. Ο Τσε αποδεικνύει τη μοναδικότητά του κυρίως μέσα στην κουβανέζικη επανάσταση, όταν αποφασίζει να εγκαταλείψει την εξουσία για να συνεχίσει την επανάσταση κάπου αλλού. Αλλά αναδεικνύεται μέσα από τη διαδικασία της κουβανέζικης επανάστασης. Εκεί ολοκληρώνεται ως προσωπικότητα.
Π.Κ.: Δεν νομίζω ότι μπορώ να συμφωνήσω σ’ αυτό το σημείο. Δηλαδή αυτό που ολοκληρώνει τον Τσε σαν θεωρία, είναι η ρήξη του με την Κούβα.
Γ.Β.: Δεν συμφωνώ. Αυτό που ολοκληρώνει τον Τσε είναι η θεωρία ότι ο Τρίτος Κόσμος -δηλαδή «2, 3, πολλά Βιετνάμ»- έχει προτεραιότητα. Γιατί όντως αν κάποιος οφείλει να επαναστατήσει στο τέλος του αιώνα μας ή σ’ όλον τον αιώνα μας, είναι οι πιο αδικημένοι, ο Τρίτος Κόσμος, που καταληστεύεται, με μία βία φρικιαστική, από τις ανεπτυγμένες χώρες και έχει όλο το δίκιο να εξεγείρεται και να επαναστατεί. Σ’ αυτούς απευθύνεται ο Τσε. Και συγκρούεται και με την Σοβιετική Ένωση, η οποία όσο υποχωρεί ο Ψυχρός Πόλεμος τόσο πιο ρεφορμιστικά βλέπει τις λύσεις παντού. Ενώ ο Τσε πάει στην Αφρική για να συνεχίσει την επανάσταση και να μην έχει σοβιετικές εκδοχές τύπου Αγκόλας κ.λπ.
Π.Κ.: Αυτό μοιάζει σαν η επανάσταση να είναι ένας θεόπνευστος λόγος, μια ιεραποστολή. Κάποιος έχει την αλήθεια και τη μεταφέρει. Με μοναδικό αποτέλεσμα να σκοτώνονται οι δέκα, δεκαπέντε που είχαν απομείνει στο τέλος με τον Τσε.
– Και πώς αποτιμάτε σήμερα την ιστορική σας εκείνη διαφωνία; 
Γ.Β.: Όταν διαλύθηκαν οι ΕΣΟ, αυτοί που έμειναν ακόμα συνεχίζουν να κρατούν μοναχικά πανό, πιστοί στη μέθοδο μαζικής προπαγάνδας τους. Δύο απ’ αυτούς που διαφωνούσαν μαζί μου, έχουν παραμείνει γκρούπα. Αν λοιπόν οι δικές μας ιδέες είχαν τον εκφυλισμό τους στην έκφραση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα, το αδιέξοδο των άλλων φαίνεται από το ότι το γκουπούσκουλο που ήταν τότε, παρέμεινε γκρουπούσκουλο μετά από 30 χρόνια. Σε ποιες μάζες απευθύνθηκε; Ποιόν έπεισε;

6. Ο Τσε στα ελληνικά


Η πρώτη έκδοση κειμένου του Τσε στην Ελλάδα δεν έγινε από κάποια οργάνωση ή εκδοτικό οίκο της αριστεράς, αλλά από το επίσημο περιοδικό του στρατού: τον Ιανουάριο του 1962, η «Γενική Στρατιωτική Επιθεώρησις» (μηνιαία έκδοσις του ΓΕΣ) δημοσίευσε -με τον τίτλο «Ανορθόδοξος Πόλεμος»- «το δεύτερον κεφάλαιον εκ του εγχειριδίου του Κουβανού Γκουεβάρα, επιτελάρχου του Φιντέλ Κάστρο, περί ανταρτοπολέμου». Πρώτος έλληνας μεταφραστής του Τσε, από την ανάλογη έκδοση του αμερικανικού περιοδικού «Army», ήταν έτσι ο αντισυνταγματάχης Π. Γιαννακόπουλος!
Το άρθρο αυτό και μια ομιλία του Τσε -που δημοσιεύθηκε λίγα χρόνια αργότερα στο περιοδικό «Αντιιμπεριαλιστής» της οργάνωσης «Φίλοι Νέων Χωρών»- θα είναι οι μόνες δημοσιεύσεις κειμένων του Γκεβάρα στα ελληνικά μέχρι τα μέσα περίπου της δικτατορίας. Το 1969 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ‘Φως’ «Η Επανάσταση στην Κούβα» (σε μετάφραση Φ. Κομνηνού) ενώ τον Αύγουστο του 1971 στο 2ο τεύχος του περιοδικού «Νέοι Στόχοι» δημοσιεύεται το «Μήνυμα στην Τριηπειρωτική» («2,3,… πολλά Βιετνάμ»). Μέχρι τα πρώτα χρόνια της Μετραπολίτευσης, εκδόθηκαν και τα υπόλοιπα βασικά κείμενά του: «Ο Ανταρτοπόλεμος» (μτφ. Φ. Χατζιδάκη-Σ. Σιδερά), «Ημερολόγιο Βολιβίας» (μτφ. Φ. Κομνηνού), «Πολιτικά Κείμενα» (2 τόμοι, σε μετάφραση Λιλής Ζωγράφου & Μπάμπη Λυκούδη) · από τις εκδόσεις Gutenberg κυκλοφόρησε επίσης, σε μετάφραση Γ. Παπαγιαννέα, το «Σοσιαλισμός και άνθρωπος» (1972).


Με την αναζωπύρωση του σχετικού ενδιαφέροντος, την τελευταία δεκαετία έχουν επανεκδοθεί -σε νέες μεταφράσεις- μια επιλογή από πολιτικά κείμενά του («Κείμενα», μτφ. Χρ. Πάντζου, Σύγχρονη Εποχή 1988) και οι αναμνήσεις του από το αντάρτικο της Κούβας («Το ημερολόγιο του επαναστατικού πολέμου», μτφ. Δ. Κωστελένιος, `Το Ποντίκι’ 1996). Λίγο μετά την πρώτη έκδοσή τους σε διεθνές επίπεδο, το 1993, κυκλοφόρησαν και οι αναμνήσεις του από το νεανικό του ταξίδι στη Λατ. Αμερική ( «Λατινοαμερικάνα. Ημερολόγιο από ένα ταξίδι με μοτοσικλέτα», μτφ. Ντίνας Σιδέρη, εκδ. Νέα Σύνορα 1994).


Προς το παρόν, μοναδική αποτίμηση της σκέψης του Τσε στα ελληνικά παραμένει το βιβλίο του Michael Lowy «Ο Τσε Γκεβάρα και ο μαρξισμός» (Καρανάσης 1973). Παράλληλα κυκλοφορούν δυο βιογραφίες του, που δυστυχώς δε συγκαταλέγονται στις καλύτερες του είδους. Η πρώτη, από το φίλο του Ricardo Rojo («Τσε Γκουεβάρα. Η ζωή και ο θάνατος ενός φίλου», εκδ. Δημιουργία), γράφτηκε βιαστικά το 1968 προκειμένου να ανταποκριθεί στο τεράστιο ενδιαφέρον που προκάλεσε ο θάνατος του κομαντάντε στη Βολιβία · η δεύτερη, από το γάλλο συγγραφέα Ζάν Κορμιέ («Τσε Γκεβάρα», εκδ. Καστανιώτη), χαρακτηρίζεται επίσης από μια κάποια προχειρότητα. Εξαιρετικά περιορισμένο όσον αφορά την οπτική του γωνία είναι το βιβλίο του κουβανού Φροϊλάν Γκονσάλες, πρώην στελέχους του κουβανικού Υπ. Εσωτερικών, και της συζύγου του Α.Κουπούλ («CIA κατά Τσε», Σύγχρονη Εποχή 1997). Έμμεση αναφορά στον Τσε συνιστούν τέλος οι αναμνήσεις ενός από τους λιγοστούς επιζήσαντες του βολιβιανού αντάρτικου ( Νταριέλ Αλαρκόν Ραμίρες «Οι επιζήσαντες σύντροφοι του Τσε», Καστανιώτης 1997), που ξεκινά με τη σύλληψη του θρυλικού κομαντάτε.

7. Η διαδρομή του μύθου

1928: Γέννηση του Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, πρώτου παιδιού του μηχανικού Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς και της Σέλια ντε λα Σέρνα (14/6). Ακολουθούν, μέχρι το 1934, άλλα τρία παιδιά.

1947: Γράφεται στην ιατρική σχολή του Μπουένος Αϊρες.

1948Περνά τις διακοπές του δουλεύοντας στο λεπροκομείο του Σαν Φρανσίσκο ντε Σανάρ, στα ορεινά της Κόρδοβα.

1951-52Επτάμηνη περιπλάνηση με μοτοσικλέτα και ωτοστόπ στη Λατινική Αμερική (Αργεντινή, Χιλή, Βολιβία, Περού, Κολομβία, Βενεζουέλα) μαζί με το φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο (29/12-26/7). Επιστροφή στο Μπουένος Αϊρες αεροπορικά, μέσω Μαϊάμι (Σεπτ).

 

1953Πτυχιούχος της ιατρικής (12/6). Δεύτερο μεγάλο ταξίδι στη Λατ. Αμερική (7/7): Βολιβία, Περού, Ισημερινός, Παναμάς, Κοσταρίκα, Ονδούρα και Σαλβαδόρ. Άφιξη στη Γουατεμάλα (24/12).

1954: Απορρίπτει πρόταση για ένταξή του στο «Γουατεμαλέζικο Κόμμα Εργασίας» (ΚΚ) σαν προϋπόθεση για εργασιακή του `τακτοποίηση’ (Φεβρ). Εισβολή μισθοφόρων της CΙΑ ανατρέπει την προοδευτική κυβέρνηση του Χάκομπο Αρμπενς (27/6). Συμμετοχή του Γκεβάρα στην ένοπλη πολιτοφυλακή της κομμουνιστικής νεολαίας, που επιχειρεί να αντισταθεί στους εισβολείς. Καταζητούμενος από την αστυνομία του νέου καθεστώτος, ζητά άσυλο στην πρεσβεία της Αργεντινής (τέλη Ιουλίου) και φεύγει στο Μεξικό (Σεπτ). Η CIA ανοίγει ατομικό φάκελό του (φθιν).

1955: Διάφορες δουλειές στην Πόλη του Μεξικού: πλανόδιος φωτογράφος, νυχτοφύλακας, φωτορεπόρτερ, βοηθός σε νοσοκομείο. Γνωριμία με τον εξόριστο Φιντέλ Κάστρο και τους συντρόφους του, που του δίνουν το προσωνύμιο «Τσε» (9/7). Γάμος του με την 30χρονη περουβιανή Ιλντα Γκαντέα Ακόστα, με την οποία συνδέεται από τη Γουατεμάλα (18/8). Ταξίδι στο Τσιάπας και το Γιουκατάν (Νοεμβ).

1956: Γεννιέται η κόρη του Ιλντίτα (15/2). Προετοιμασία για ανταρτοπόλεμο στην Κούβα με το «Κίνημα της 26ης Ιουλίου» (Μ26J) του Κάστρο. Σύλληψη του Τσε από τη μεξικανική αστυνομία (24/6), απόλυσή του ύστερα από κράτηση 57 ημερών (10/8). Απόβαση 82 μαχητών, μεταξύ των οποίων οι Γκεβάρα και Κάστρο, στην Κούβα με τη θαλαμηγό «Γκράνμα» (2/12). Αποδεκατισμός τους από το στρατό του Μπατίστα, τραυματισμός του Τσε (5/12). Είκοσι δύο επιζήσαντες καταφεύγουν στη Σιέρα Μαέστρα.

1957: Πρώτες μικρές νίκες των ανταρτών (Γεν). Ο Τσε προβιβάζεται σε κομαντάντε κι αναλαμβάνει τη διοίκηση της δεύτερης επαναστατικής φάλαγγας (22/7).

1958: Οι αντάρτες περνούν στην επίθεση (Ιούλ). Η φάλαγγα του Τσε διασχίζει την ανατολική Κούβα και καταφεύγει στα βουνά του Εσκαμπρέ, στο κέντρο του νησιού (Σεπτ-Οκτ). Τελική νίκη των επαναστατών στη μάχη της Σάντα Κλάρα (28-31/12).

1959: Φυγή του Μπατίστα (1/1), είσοδος της φάλαγγας του Τσε στην Αβάνα (2/1). Ο Γκεβάρα αναλαμβάνει διοικητής της στρατιωτικής ακαδημίας (13/1), αποκτά την κουβανική υπηκοότητα (9/2) και οργανώνει τις δίκες των βασανιστών του παλιού καθεστώτος. Πρώτο του άρθρο για τον ανταρτοπόλεμο, στην εφημερίδα Revoluciόn (19/2). Διαζύγιο (22/5) και δεύτερος γάμος του με την Αλέιδα Μάρτς, στέλεχος του Μ26J στη Σάντα Κλάρα την εποχή του αντάρτικου (2/6). Πρώτη διεθνής περιοδεία του σε Αίγυπτο, Σουδάν, Ινδία, Ινδονησία, Γιουγκοσλαβία και Κεϋλάνη, για τη δημιουργία δεσμών ανάμεσα στην Κούβα και το Μπλοκ των Αδεσμεύτων (12/6-8/9). Αναλαμβάνει διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης (7/10) και, παράλληλα, πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας (26/11).

1960: Έκδοση του βιβλίου του «Ο Ανταρτοπόλεμος» (Απρ). Εθνικοποίηση των αμερικανικών εταιρειών στην Κούβα (6/8). Δεύτερη περιοδεία του Τσε σε Τσεχοσλοβακία, ΕΣΣΔ, Κίνα, Β. Κορέα και Αν. Γερμανία (22/10-23/12). Γέννηση του δεύτερου παιδιού του, της Αλέιδα (24/11).

1961: Αναλαμβάνει υπουργός Βιομηχανίας της Κούβας (23/2). Απόβαση μισθοφόρων της CIA στον Κόλπο των Χοίρων, αποκρούεται από τους Κουβανούς (17/4). Ομιλία του Τσε στην οικονομική διάσκεψη του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών, στην Πούντα ντελ Εστε της Ουρουγουάης: απόρριψη της `Συμμαχίας για την Πρόοδο’ που εισηγούνται οι ΗΠΑ για τη Λατινική Αμερική (8/8). Επισκέψεις-αστραπή στην Αργεντινή και τη Βραζιλία (19-20/8).

1962: Εκδίωξη της Κούβας από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών (31/1) κι επιβολή πλήρους εμπορικού αποκλεισμού εις βάρος της από τις ΗΠΑ (3/2). «Δεύτερη διακήρυξη της Αβάνας», υπέρ του επαναστατικού αγώνα σε παναμερικανική κλίμακα (4/2). Γέννηση του Καμίλο, τρίτου παιδιού του Γκεβάρα (20/5). Νέα επίσκεψη του Τσε στην ΕΣΣΔ, υπογραφή συμφωνίας για οικονομική συνεργασία (27/8-7/9). Κρίση των πυραύλων (22-28/10), οργή των Κουβανών για το «ξεπούλημά» τους απ’ τον Χρουστσόφ.

1963: Σύλληψη της μητέρας του Τσε στην Αργεντινή, κατά την επιστροφή της από ένα ταξίδι στην Κούβα, και φυλάκισή της (Απρ). Γέννηση της Σέλια, τέταρτου παιδιού του Τσε (14/6). Ταξίδι στην Τσεχοσλοβακία και την Αλγερία (Ιουν). Κυκλοφορεί το κείμενό του «Ο ανταρτοπόλεμος: μια μέθοδος», στο οποίο υποστηρίζει την αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης σε πανηπειρωτική κλίμακα (Σεπτ). Νέος, ριζοσπαστικότερος νόμος για την αγροτική μεταρρύθμιση (4/10).

1964: Εκπροσωπεί την Κούβα στην παγκόσμια διάσκεψη για το εμπόριο και την ανάπτυξη, στη Γενεύη (25/3). Πανωλεθρία της απόπειρας για δημιουργία αντάρτικης εστίας στην Αργεντινή από το `δεύτερο κομαντάτε’ -και φίλο του Γκεβάρα- Χόρχε Μασέτι (18/4). Τρίτη και τελευταία επίσκεψη του Τσε στη Μόσχα, όπου έχει συγκροτηθεί ένα εχθρικό γι’ αυτόν λόμπι από τα λατινοαμερικανικά ΚΚ που αντιτίθενται στην ένοπλη πάλη (4-19/11). Σε ομιλία του στο Σαντιάγο της Κούβας, καταγγέλλει την `ηττοπάθεια’ των ΚΚ της Λατ. Αμερικής (30/11). Επίσκεψη στη Ν. Υόρκη ( 4-13/12) και ομιλία του στη ΓΣ του ΟΗΕ υπέρ των απελευθερωτικών κινημάτων του Τρίτου Κόσμου (11/12). Αμέσως μετά, ξεκινά μια τρίμηνη περιοδεία στην Αφρική (Αλγερία, Μαλί, Κονγκό-Μπραζαβίλ, Γουϊνέα, Γκάνα, Δαχομέη, Αίγυπτος, Τανζανία) και την Κίνα, που θα διαρκέσει μέχρι το Μάρτιο του 1965.

1965: Γέννηση του 5ου και τελευταίου παιδιού του, του Ερνέστο (24/2). Τελευταία δημόσια ομιλία του στο Αλγέρι, στο 2ο Οικονομικό Σεμινάριο Αφροασιατικής Αλληλεγγύης: κάλεσμα για ενιαίο αντιιμπεριαλιστικό αγώνα σε παγκόσμια κλίμακα, σκληρή κριτική στις άνισες ανταλλαγές μεταξύ του «σοσιαλιστικού μπλόκ» και του Τρίτου Κόσμου (25/2). Επιστροφή στην Κούβα, τελευταία δημόσια εμφάνισή του στο αεροδρόμιο της Αβάνας (15/3). Επιστολή παραίτησής του από όλα τα επίσημα αξιώματα και την κουβανική υπηκοότητα. Μυστική αναχώρησή του για την Αφρική (1/4). Άφιξη στο Νταρ-Ες- Σαλάμ της Τανζανίας (19/4). Συμμετοχή του Τσε και 150 περίπου κουβανών εθελοντών στο επαναστατικό κίνημα του Κονγκό-Ζαϊρ (Μάιος-Νοέμβριος). Αποχώρηση από το Κονγκό, μετά την ήττα των επαναστατικών δυνάμεων (23/11).

1966: Παραμονή ινκόγκνιτο στο Νταρ-Ες-Σαλάμ. Συγγραφή μιας φιλοσοφικής πραγματείας και μιας οξείας κριτικής του σοβιετικού Εγχειριδίου Πολιτικής Οικονομίας, που μένει αδημοσίευτη μέχρι σήμερα (Γεν. – Μαρτ.). Ταξίδι στην Πράγα, όπου παραμένει επίσης ινκόγκνιτο, προετοιμάζοντας την επικείμενη επιχείρησή του στη Λατ. Αμερική. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες για παραμονή του για ένα διάστημα στην Ανατ. Γερμανία (Μαρτ. – Ιουλ.). Επιλογή της Βολιβίας, ως προνομιακού πεδίου δημιουργίας αντάρτικης εστίας με προοπτική ανταρτοπόλεμο σε παναμερικανική κλίμακα, ύστερα από εισήγηση του Κάστρο (Ιουν.). Επιστροφή στην Κούβα ινκόγκνιτο (21/7) και προετοιμασίες. Άφιξη στη Λα Πας με το ψευδώνυμο Αδόλφο Μένα Γκονσάλες (3/11), εγκατάσταση στην αντάρτικη βάση του Νακαχουασού. Ρήξη με το γενικό γραμματέα του ΚΚ Βολιβίας, Μάριο Μόνχε, για το ζήτημα της καθοδήγησης του ένοπλου αγώνα (31/12).

1967: Καταγγελία του αντάρτικου από το ΚΚΒ και διαγραφή των μελών της νεολαίας του που ακολούθησαν τον Γκεβάρα (8-10/1). Ανακάλυψη της παρουσίας των ανταρτών από το στρατό (11/3) και κατάληψη της βάσης του Νακαχουασού (17/3). Πρώτη επιθετική ενέργεια του Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού (ELN) του Τσε (23/3). Δημοσιεύεται το μήνυμα του Τσε προς την Τριηπειρωτική: `Εμπρός για 2,3, πολλά Βιετνάμ’ (16/4). Σύλληψη του γάλλου συγγραφέα Ρεζί Ντεμπρέ κι επιβεβαίωση της παρουσίας του Τσε στη Βολιβία (20/4). Τραυματισμός και σύλληψη του Γκεβάρα σε συμπλοκή με το στρατό στο φαράγγι του Γιούρο (8/10). Εκτέλεσή του την επομένη, με διαταγή της βολιβιανής χούντας.

 

http://www.politikokafeneio.com/tse/tse1.htm

Errico Malatesta: Αναρχία και Βία

Errico MalatestaΑΝΑΡΧΙΑ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΜΗ ΒΙΑ, μη κυριαρχία ανθρώπου σε άνθρωπο, μη επιβολή της βούλησης ενός ή περισσότερων στους υπόλοιπους.

Είναι μόνο μέσω της εναρμόνισης των συμφερόντων, μέσω της εθελούσιας συνεργασίας, της αγάπης, του σεβασμού, της αμοιβαίας ανοχής, είναι μόνο με την πειθώ, το παράδειγμα, την μεταδοτικότητα και το αμοιβαίο όφελος από την επιείκεια που μπορεί και πρέπει να θριαμβεύσει η αναρχία, δηλαδή μια κοινωνία αδελφών ελευθέρως αλληλέγγυων, η οποία θα εξασφαλίζει στους πάντες την μέγιστη ελευθερία, τη μέγιστη ανάπτυξη, τη μέγιστη δυνατή ευημερία.

Υπάρχουν σίγουρα άλλοι άνθρωποι, άλλες παρατάξεις, άλλες σχολές τόσο ειλικρινώς αφιερωμένες στο γενικό καλό, όσο μπορούν να είναι οι καλύτεροι ανάμεσά μας. Αλλά αυτό που διακρίνει τους αναρχικούς απ’ όλους τους άλλους, είναι ακριβώς ο φόβος της βίας, η επιθυμία και η πρόθεση να εξαλειφθεί η βία, δηλαδή η υλική δύναμη από την ανθρώπινη άμιλλα.

Θα μπορούσαμε ως εκ τούτου να πούμε ότι η ιδιαίτερη ιδέα που διακρίνει τους αναρχικούς, είναι η κατάργηση του χωροφύλακα, ο αποκλεισμός από τους κοινωνικούς συντελεστές του κανόνα που επιβάλλεται μέσω της κτηνώδους, είτε νόμιμης, είτε παράνομης, δύναμης.

Αλλά τότε, θα μπορούσε να ρωτήσει κανείς, γιατί στον σημερινό αγώνα, εναντίον των κοινωνικο-πολιτικών θεσμών που θεωρούν καταπιεστικούς, οι αναρχικοί έχουν κηρύξει και ασκήσει, κηρύττουν και ασκούν, όταν μπορούν, την χρήση βίαιων μέσων, κάτι το οποίο προφανώς αντιφάσκει με τους σκοπούς τους; Κι αυτό σε βαθμό που, κάποιες φορές, πολλοί καλόπιστοι, όπως και όλοι οι κακόπιστοι αντίπαλοί τους, να πιστεύουν ότι το ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του αναρχισμού ίσως να είναι ακριβώς η βία;

Το ερώτημα μπορεί να φαίνεται ότι προκαλεί αμηχανία, αλλά μπορώ να το απαντήσω με λίγα λόγια. Για να ζήσουν δύο εν ειρήνει πρέπει να το θέλουν αμφότεροι• αν ένας από τους δύο είναι ισχυρογνώμων και θέλει με τη βία να επιβάλλει στον άλλο να δουλεύει για λογαριασμό του και να τον υπηρετεί, αυτός ο άλλος, αν θέλει να διατηρήσει την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του και να μην περιπέσει στην πλέον ταπεινή δουλεία, παρόλη την αγάπη του για την ειρήνη και την ομόνοια, είναι υποχρεωμένος ν’ αντισταθεί στη δύναμη μ’ όλα τα πρόσφορα μέσα.

Η ρίζα των κακών που ταλαιπώρησαν και ταλαιπωρούν την ανθρωπότητα, εκτός εκείνων εννοείται που εξαρτώνται από τις αντίξοες δυνάμεις της φύσης, βρίσκεται στο ότι οι άνθρωποι δεν έχουν κατανοήσει πως η συμφωνία και η αδελφική συνεργασία είναι το καλύτερο μέσο για την εξασφάλιση στους πάντες του μέγιστου δυνατού καλού, με αποτέλεσμα οι πιο δυνατοί και πιο πανούργοι να θέλουν να υποτάξουν και να εκμεταλλεύονται τους υπόλοιπους. Κι όταν καταφέρουν ν’ αποκτήσουν κάποιο πλεονέκτημα, θέλουν να το εξασφαλίσουν και να το διαιωνίσουν, δημιουργώντας για την υπεράσπισή του κάθε μορφής όργανα συνεχούς καταναγκασμού. Εκ αυτού ολόκληρη η ιστορία είναι γεμάτη αιματηρές συγκρούσεις: αυταρχικές ενέργειες, αδικίες, άγρια καταπίεση από τη μια πλευρά, εξεγέρσεις από την άλλη.

Δεν προτίθεμαι να κάνω διακρίσεις μεταξύ των παρατάξεων: οποιοσδήποτε θέλει να χειραφετηθεί, ή να προσπαθήσει να χειραφετηθεί, οφείλει να αντιπαρατάξει τη δύναμη στη δύναμη, τα όπλα στα όπλα.

Όμως ο καθένας ενώ βρίσκει αναγκαίο και δίκαιο να χρησιμοποιήσει τη δύναμη για να υπερασπίσει την ελευθερία του, τα συμφέροντά του, την τάξη του, τη χώρα του, καταδικάζει, στο όνομα μιας ιδιαίτερης ηθικής που τον διακρίνει, τη βία, όταν αυτή στρέφεται εναντίον του για την ελευθερία, τα συμφέροντα, την τάξη, τη χώρα κάποιων άλλων.

Έτσι, αυτοί οι ίδιοι που, παραδείγματος χάριν εδώ στην Ιταλία, εξυμνούν ευλόγως τους πολέμους για την ανεξαρτησία, αναγείρουν αγάλματα και ανδριάντες προς τιμήν του Αγησίλαου Μιλάνο, του Φελίτσε Ορσίνι, του Γουλιέλμου Ομπερντάν και γράφουν παθιασμένους ύμνους στην Σοφία Περόφσκαγια και τους άλλους μάρτυρες μακρινών χωρών, θεωρούν εγκληματίες τους αναρχικούς όταν αυτοί διεκδικούν την πλήρη ελευθερία και την ίση δικαιοσύνη για όλες τις ανθρώπινες υπάρξεις και δηλώνουν με ειλικρίνεια ότι, σήμερα όπως χθες, στο βαθμό που η κτηνώδης δύναμη της ξιφολόγχης θα υπερασπίζει την καταπίεση και τα προνόμια, η λαϊκή εξέγερση, η ατομική και μαζική επανάσταση, είναι τα αναγκαία μέσα για την επίτευξη της χειραφέτησης.

Θυμίζω ότι επ’ ευκαιρία μιας πολύκροτης αναρχικής απόπειρας, κάποιος που φιγουράριζε τότε στις πρώτες γραμμές του σοσιαλιστικού κόμματος και είχε επιστρέψει φρέσκος-φρέσκος από τον ελληνοτουρκικό πόλεμο, κραύγαζε δυνατά, με την έγκριση των συντρόφων του, ότι η ανθρώπινη ζωή είναι ιερή και δεν πρέπει να αφαιρείται ούτε για την υπόθεση της ελευθερίας. Φαίνεται ότι εξαιρείται η ζωή των Τούρκων και η υπόθεση της ελληνικής ανεξαρτησίας. Παραλογισμός ή υποκρισία;

Ωστόσο η αναρχική βία είναι η μοναδική που δικαιολογείται, η μοναδική που δεν είναι εγκληματική.

Μιλώ φυσικά για τη βία που έχει όντως αναρχικά χαρακτηριστικά, και όχι για κάποια τυφλή ή παράλογη βίαιη ενέργεια η οποία αποδίδεται στους αναρχικούς, ή για εκείνη που πιθανώς διαπράττεται από πραγματικούς αναρχικούς, ωθούμενους στην παραφορά από άδικες καταδιώξεις, ή τυφλωμένους, λόγω υπερβολικής ευαισθησίας που δεν μετριάζει η λογική, από τη θέα των κοινωνικών αδικιών, από τη λύπη για τη λύπη των άλλων. Η πραγματική αναρχική βία είναι αυτή που σταματά όταν σταματά η ανάγκη υπεράσπισης της ελευθερίας. Αυτή μετριάζεται από τη γνώση ότι τα άτομα ξεχωριστά, λόγω κληρονομικότητας και περιβάλλοντος, είναι ελάχιστα υπεύθυνα για τη θέση που βρέθηκαν• αυτή δεν την εμπνέει το μίσος αλλά η αγάπη• και είναι ιερή εφόσον σκοπεύει στην απελευθέρωση των πάντων και όχι στην αντικατάσταση της κυριαρχίας των άλλων με τη δική τους.

Υπήρξε στην Ιταλία ένα κόμμα που, με σκοπούς ανωτέρου επιπέδου, προσπάθησε να σβήσει από τις μάζες κάθε εμπιστοσύνη στη βία… και κατάφερε να τις καταστήσει ανίκανες για οποιαδήποτε αντίσταση όταν ήρθε ο φασισμός. Μου φαίνεται ότι ο ίδιος ο Τουράτι λίγο-πολύ το αναγνώρισε ξεκάθαρα και θρήνησε γι’ αυτό στην ομιλία του στο Παρίσι στη μνήμη του Ζωρές.

Οι αναρχικοί δεν είναι υποκριτές. Η δύναμη χρειάζεται να αποκρούεται με τη δύναμη: σήμερα εναντίον της καταπίεσης του σήμερα• αύριο εναντίον της καταπίεσης που ίσως αντικαταστήσει αυτή του σήμερα.

Εμείς θέλουμε την ελευθερία για όλους, για μας και για τους φίλους μας, όπως για τους αντιπάλους και τους εχθρούς μας. Ελευθερία στοχασμού και προπαγάνδισης της σκέψης μας, ελευθερία εργασίας και οργάνωσης της ζωής μας όπως μας ευχαριστεί• όχι ελευθερία, εννοείται – και παρακαλούνται οι κομμουνιστές να μην παρερμηνεύουν – για την κατάργηση της ελευθερίας και εκμετάλλευση της εργασίας των άλλων.

«Pensiero e Volontà», 1η Σεπτέμβρη 1924

 

http://eagainst.com/articles/errico-malatesta-%ce%b1%ce%bd%ce%b1%cf%81%cf%87%ce%af%ce%b1-%ce%ba%ce%b1%ce%b9-%ce%b2%ce%af%ce%b1/