Να μην μπει λουκέτο στην ιστορία του ΕΜΠΡΟΣ

Για μια ακόμη φορά, το ελληνικό δημόσιο επιχειρεί να σφραγίσει το Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ, έναν αυτοδιαχειριζόμενο χώρο πολιτισμού στην καρδιά της πόλης. Μετά το σφράγισμα του θεάτρου, χτες το πρωί, από υπαλλήλους του ΤΑΙΠΕΔ, με εντολή εισαγγελέα και αστυνομική συνοδεία, οι ομάδες που δραστηριοποιούνται στο ΕΜΠΡΟΣ καλούν σήμερα σε ανοιχτή συνέλευση για να αποφασίσουν τη συνέχιση των δράσεών τους.

Της Έφης Γιαννοπούλου

 

Το ιστορικό κτίριο του τυπογραφείου ΕΜΠΡΟΣ, στη Ρήγα Παλαμήδου 2, στου Ψυρρή, έχει φιλοξενήσει από το 1933 πολλές ιστορίες. Τυπογραφείο της εφημερίδας ΕΜΠΡΟΣ από το 1933 μέχρι το 1985, φιλοξενεί από το 1989 τον θεατρικό οργανισμό «Μορφές» των Τάσου Μπαντή, Ράνιας Οικονομίδου και Δημήτρη Καταλειφού, αφήνοντας εποχή στα θεατρικά πράγματα της πόλης τόσο με τις παραστάσεις του όσο και με τη δραματική σχολή του από την οποία αποφοίτησαν μερικοί από τους καλύτερους ηθοποιούς της νέας γενιάς. Εγκαταλελειμμένο και ρημαγμένο για επτά χρόνια, ξεκινά έναν νέο κύκλο ζωής το 2011 όταν η Κίνηση Μαβίλη αποφασίζει να επανενεργοποιήσει το χώρο σε ένα εγχείρημα καλλιτεχνικό αλλά και με την ευρεία έννοια πολιτικό. Για ένα χρόνο το ΕΜΠΡΟΣ γίνεται και πάλι το κέντρο μιας πρωτοποριακής ιστορίας. Πέρα από τις πεπατημένες προσεγγίσεις και αναζητώντας δομές που θα ανταποκρίνονται στη σύγχρονη κατάσταση, η Κίνηση Μαβίλη ορίζει τους δικούς της άξονες δράσης: Δωρεάν είσοδος σε παραστάσεις και εκδηλώσεις, συλλογικότητα στη διαχείριση, προσκλήσεις σε νέους καλλιτέχνες, άνοιγμα στη γειτονιά και σε συλλόγους μεταναστών, συνεργασίες με καλλιτέχνες και εκπαιδευτικά ιδρύματα του εξωτερικού, επέκταση σε νέα καλλιτεχνικά και επιστημονικά πεδία, ερευνητική δουλειά, είναι μόνο κάποιοι από αυτούς.

Ένα χρόνο μετά, τον Οκτώβριο του 2012, το ΕΜΠΡΟΣ βρίσκεται για πρώτη φορά στο στόχαστρο της Πολιτείας και της αξιοποίησης της δημόσιας περιουσίας. Μια πρώτη απόπειρα σφραγίσματος του χώρου θα αποτύχει χάρη σε μια ευρεία κινητοποίηση, που ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα της Κίνησης Μαβίλη, με στόχο το ΕΜΠΡΟΣ να παραμείνει ανοιχτό και αυτοδιαχειριζόμενο. Με την κινητοποίηση συντάσσονται ανοιχτά και δύο από τις δημοτικές παρατάξεις του Δήμου Αθηναίων (Ανοιχτή Πόλη, ΑΝΤΑΡΣΥΑ), ενώ το δημοτικό συμβούλιο σε μια συνεδρίαση του παίρνει απόφαση υπέρ της συνέχισης της λειτουργίας του θεάτρου, απόφαση που όμως ποτέ δεν καταγράφεται σε επίσημα πρακτικά. Σε μια συγκυρία που ιστορικές καταλήψεις της Αθήνας δέχονται επίθεση από το κράτος και κλείνουν μέσα σε έναν καταιγισμό συκοφαντιών, παραπλάνησης της κοινής γνώμης και λογυδρίων περί νομιμότητας, τάξης και ασφάλειας, το ΕΜΠΡΟΣ καταφέρνει να μείνει ανοιχτό, γυρίζοντας για μια ακόμα φορά σελίδα στην ιστορία του.

Από το Δεκέμβριο του 2012 μέχρι σήμερα το θέατρο ΕΜΠΡΟΣ λειτουργεί ως «Ελεύθερο Αυτοδιαχειριζόμενο Θέατρο ΕΜΠΡΟΣ» και στεγάζει πολλές συλλογικότητες και άτομα που βρέθηκαν αντιμέτωπα με μια μεγάλη πρόκληση: τη συνύπαρξη πολλών διαφορετικών απόψεων, τόσο για την καλλιτεχνική δημιουργία όσο και για την πολιτική παρέμβαση. Με κεντρικό όργανό του την ανοιχτή του συνέλευση, το ΕΜΠΡΟΣ έχει προσφέρει μέχρι σήμερα, σε έναν χώρο που διατηρεί πολλά από τα χαρακτηριστικά της προηγούμενης περιόδου του (Κίνηση Μαβίλη), πλήθος εκδηλώσεων: μίνι θεματικά φεστιβάλ (Αντιρατσιστικό Φεστιβάλ, QueerFestival) και πολυθεματικά ολιγοήμερα φεστιβάλ («Πού είμαστε τώρα» και «Τι κόντεψα να στερηθώ»), συζητήσεις σχετικά με την πολιτική επικαιρότητα (Σκουριές και μεταλλεία, Διαπόμπευση οροθετικών, «4η Αυγούστου σήμερα / Μέρες του ‘36», «Συζήτηση για το κέντρο της Αθήνας), κινηματογραφικές προβολές, τακτικό χαριστικό παζάρι βιβλίων, συλλογικές κουζίνες, καλλιτεχνικές και λογοτεχνικές δράσεις από μετανάστες («Με νύχια και με δόντια για τα δικαιώματά μας»), παρουσιάσεις βιβλίων κ.ά. Ταυτόχρονα ο χώρος ήταν ανοιχτός σε οποιαδήποτε ομάδα ήθελε να τον χρησιμοποιήσει προκειμένου να προετοιμάσει ή να παρουσιάσει το έργο της.

Χτες για μια ακόμη φορά, το ΕΜΠΡΟΣ βρίσκεται στο στόχαστρο του Δημοσίου. Υπάλληλοι του ΤΑΙΠΕΔ, με εντολή εισαγγελέα και συνοδευόμενοι από αστυνομικούς, σφράγισαν χτες το πρωί το θέατρο. Βαριές σιδερένιες μπάρες φράζουν πλέον την είσοδο και ο χώρος φυλάσσεται από ιδιωτικό αστυνομικό. Τόσο η ανακοίνωση του ΤΑΙΠΕΔ, που βγήκε λίγες ώρες αργότερα, όσο και άρθρο σε διαδικτυακό τόπο προαναγγέλλουν την πώληση του κτιρίου της Ρήγα Παλαμήδου 2 μέχρι το τέλος του χρόνου μέσω ηλεκτρονικής δημοπρασίας. Μεταξύ άλλων το ΤΑΙΠΕΔ επικαλείται ζητήματα ασφάλειας, νομιμότητας, αλλά και διασφάλισης του δημοσίου συμφέροντος, ανάδειξης της ιστορικής αξίας του κτιρίου και αναβάθμισης της περιοχής. Τίποτα από αυτά όμως δεν ανήκει στις αρμοδιότητές του, οι οποίες περιορίζονται στην πώληση δημόσιας περιουσίας αποκλειστικά και μόνο για την αποπληρωμή των δανειακών υποχρεώσεων της χώρας.

Σε μια δύσκολη συγκυρία και σε μια από τις δυσκολότερες γειτονιές του κέντρου της Αθήνας, το ΕΜΠΡΟΣ αποτέλεσε για δύο χρόνια και μέχρι σήμερα ένα κοινό αγαθό, έναν ζωντανό χώρο συνάντησης, ανταλλαγής, πειραματισμού, καλλιτεχνικής δημιουργίας. Πώς αποτιμάται άραγε το δημόσιο συμφέρον που επικαλείται η ανακοίνωση του ΤΑΙΠΕΔ για να δικαιολογήσει την πώλησή του; Ποιο τίμημα μπορεί να υπερβεί τη σημασία ενός ανοιχτού σε όλους χώρου πολιτισμού στο κέντρο της πόλης; Θα θυσιαστεί το ΕΜΠΡΟΣ για μερικές χιλιάδες ευρώ που θα καταλήξουν στη μαύρη τρύπα του χρέους;

Άτομα και συλλογικότητες που δραστηριοποιούνται τους τελευταίους μήνες στο ΕΜΠΡΟΣ απευθύνουν έκκληση για συμπαράσταση και καλούν σήμερα Τρίτη 17/9 στις 7:00 μ.μ. σε ανοιχτή συνέλευση στην πλατεία Αγ. Αναργύρων, έξω από το θέατρο, για να αποφασίσουν τη δράση τους από εδώ και στο εξής.

http://unfollow.com.gr/blog/item/291-embros.html

 

* Μια συζήτηση με τη θεατρική ομάδα του Ζαννείου Λυκείου Πειραιά με αφορμή την παράστασή τους «Τρόμος και αθλιότητα του Γ΄ Ράιχ» του Μπρεχτ

«Το θέατρο μάς μαθαίνει τη συλλογική δουλειά και το πνεύμα ομαδικότητας»

Το Ζάννειο Πειραματικό Λύκειο τη χρονιά που μόλις τέλειωσε, συνεχίζοντας μια παράδοση χρόνων, ανέβασε μια πολύ ωραία θεατρική παράσταση: το σύνολο των μονόπρακτων που αποτελούν τον «Τρόμο και αθλιότητα του Γ΄ Ράιχ» του Μπέρτολτ Μπρεχτ. Δύσκολο εγχείρημα από θεατρικής απόψεως, ακόμα κι αν το επιχειρήσει μια επαγγελματική θεατρική ομάδα. Ωστόσο τόλμησαν. Και τα κατάφεραν. Η παράσταση που είδαμε είχε ζωντάνια, εσωτερική συνοχή, πολιτικά ερωτήματα και συνέδεε την άνοδο του ναζισμού με σύγχρονα φαινόμενα αυταρχισμού και φασισμού που ταλανίζουν την ελληνική κοινωνία. Τα παιδιά έδωσαν τον καλύτερο εαυτό τους και το κοινό συγκλονίστηκε, όταν στο τέλος της παράστασης, έβγαλαν τα πουκάμισα και φανέρωσαν τα αιτήματά τους γραμμένα πάνω στα μπλουζάκια τους: λιγότερος αυταρχισμός, περισσότερη δημοκρατία, καλύτερη παιδεία, προσοχή στο περιβάλλον. Ήξεραν τι ακριβώς συμβαίνει γύρω τους και το κατήγγειλαν με το δικό τους αυθόρμητο τρόπο.
Η παράσταση προετοιμάστηκε με μακροχρόνιες, πολύωρες πρόβες στις οποίες τα παιδιά συμμετείχαν αγόγγυστα, δίνοντας τον ελάχιστο ελεύθερο χρόνο τους για το θέατρο. Τη σκηνοθεσία έκαναν η φιλόλογος Λένα Βεντούρη, που έχει πλούσια πείρα σχολικού θεάτρου και η φιλόλογος Πηνελόπη Κουφοπούλου, που έχει εντρυφήσει ιστορικά και φιλοσοφικά στο θέμα του ναζισμού.
Παρουσιάζουμε τη δουλειά αυτή σήμερα για δύο κυρίως λόγους: ο πρώτος είναι για να τονίσουμε την αναγκαιότητα της αντιφασιστικής παιδείας και ότι το θέατρο, που μαθαίνει στους νέους ανθρώπους τη συλλογικότητα, τη συνεργασία και τη δημοκρατία, είναι βασική παιδαγωγική λειτουργία ενάντια στις ολοκληρωτικές και ναζιστικές απόψεις που δυστυχώς κυκλοφορούν πολύ στα σχολεία και δηλητηριάζουν τις ψυχές των παιδιών. Ο δεύτερος είναι για να υπερασπίσουμε το δημόσιο σχολείο και την προσφορά του. Βάλλεται και συκοφαντείται το δημόσιο σχολείο και ο δάσκαλος, ωστόσο αυτός συνεχίζει με χαρά, με αγάπη και ανιδιοτέλεια να προσφέρει. Και θα συνεχίσει να το κάνει… Όχι για να αξιολογηθεί καλύτερα αλλά γιατί το πιστεύει.
Στη συνέντευξη πήραν μέρος οι μαθητές: Μαργαρίτα Ασπιώτη, Δαμιανός Αγραβαράς, Σταύρος Χιονάς, Ανδρέας Γερανάκης, Τατιάνα Καραντζή και Δημήτρης Τσιγκόπουλος και οι καθηγήτριες: Λένα Βεντούρη, Πηνελόπη Κουφοπούλου και η διευθύντρια του Ζαννείου Μαριαγγέλα Κατσικαλή.

Μαρώ Τριανταφύλλου

Πώς επιλέξατε το έργο;
Μαργαρίτα: 
Η κυρία Βεντούρη μας έφερε διάφορα έργα για να διαλέξουμε. Τα διαβάσαμε και έπειτα τα συζητήσαμε. Καταλήξαμε στον Μπρεχτ ύστερα από πολλή συζήτηση.
Δαμιανός: Πέρυσι είχαμε ανεβάσει Καμπανέλλη, την «Αυλή των Θαυμάτων» και πρόπερσι την «Φουέντε Οβεχούνα» του Λόπε ντε Βέγα. Τα έργα αυτά μας είχαν κάνει να σκεφτούμε πολύ είτε παίζαμε σ’ αυτά είτε τα είχαμε παρακολουθήσει σαν θεατές. Ο Μπρεχτ ήταν η συνέχεια στα προηγούμενα.

Κυρία Βεντούρη, το έργο είναι μεγάλο, δύσκολο και περίπλοκο. Θα έπρεπε να γίνει μεγάλη προετοιμασία για να μπορέσουν να ανταποκριθούν τα παιδιά…
Όπως ακούσατε είχαν προηγηθεί η «Φουέντε Οβεχούνα» και η «Αυλή των Θαυμάτων». Δεν θέλαμε να συνεχίσουμε με Καμπανέλλη και αφηγηματικό θέατρο. Θέλαμε να σχολιάσουμε τη σύγχρονη κοινωνική και πολιτική κατάσταση στην Ελλάδα, άρα ένα έργο με πολιτικό μήνυμα, που να εκφράζει ένα αίτημα, ανεξάρτητα από συγκεκριμένες πολιτικές θέσεις. Το ζήτημα του φασισμού είναι εξαιρετικά επίκαιρο και απασχολεί ολόκληρη την εκπαιδευτική κοινότητα. Θεώρησα πως έπρεπε να ασχοληθούμε σοβαρά μαζί του και να προσπαθήσουμε να καταλάβουμε. Έτσι σκέφτηκα τον Μπρεχτ και ειδικά τον Τρόμο και την αθλιότητα του Γ΄ Ράιχ. Το συζήτησα με την συνάδελφο Πηνελόπη Κουφοπούλου, η οποία ενθουσιάστηκε, γιατί γνωρίζει πολύ καλά και το θέμα και την μπρεχτική σκέψη και, άρα, είχαμε τον άνθρωπο που θα δούλευε το ιδεολογικό πλαίσιο και… ξεκινήσαμε.

Παιδιά, έχετε ξανασχοληθεί με το θέατρο;
Τατιάνα: 
Σχεδόν όλοι ήμασταν στη θεατρική ομάδα στο παρελθόν. Ο Δαμιανός γράφει και θεατρικά.
Αντρέας: Έχουμε ξαναδουλέψει μαζί οι περισσότεροι. Με την κυρία Βεντούρη. Αυτό που μου άρεσε περισσότερο ήταν η ομαδικότητα στη δουλειά. Είμαστε μια πολύ δεμένη ομάδα. Το έργο ήταν δύσκολο και μέχρι την πρώτη παράσταση το παλεύαμε και είχαμε άγχος –ειδικά για κάποιες συγκεκριμένες σκηνές. Τελικά πήγαν όλα πολύ καλά, βοήθησε και η μουσική– είχαμε ζωντανή μουσική, έπαιζαν και τραγουδούσαν συμμαθητές μας και παιδιά που ήταν παλιότεροι απόφοιτοι του σχολείου μας.
Τατιάνα: Η φετινή δουλειά μ’ έκανε να προβληματιστώ πολύ. Τι είναι αλήθεια και τι όχι; Επίσης να τονίσω κι εγώ την ομαδικότητα. Φέτος καταλάβαμε ακόμα πιο πολύ ότι μια προσπάθεια πετυχαίνει όταν είναι συλλογική.
Αντρέας: Νομίζω ότι η φετινή μας προσπάθεια ήταν η πιο ολοκληρωμένη γιατί φέτος, μετά από δύο άλλες δουλειές, γίναμε πραγματικά ομάδα. Δεν υπήρξαν συγκρούσεις, περάσαμε ωραία, μιλάμε πολύ, το ευχαριστήθηκα.
Δαμιανός: Ήταν μια πολύ εποικοδομητική χρονιά και το επιστέγασμα μιας δουλειάς που έχει αρχίσει από παλιότερα. Θα θέλαμε να συνεχίσουμε και του χρόνου αλλά οι περισσότεροι θα είμαστε Γ΄ Λυκείου και όσο κι αν επιθυμούμε να συνεχίσουμε δεν θα υπάρχει ο απαραίτητος χρόνος –για κάθε παράσταση δουλεύουμε πολλές ώρες μέσα στην εβδομάδα

Βρήκατε κοινά στοιχεία ανάμεσα στα όσα λέει ο Μπρεχτ για την εποχή του και στη σύγχρονη εποχή;
Σταύρος: 
Ναι, δυστυχώς. Είδαμε πολλά κοινά στοιχεία.

Πού τα εντοπίζετε;
Δαμιανός: 
Η ένδεια… Οι άνθρωποι πεινούσαν, δεν είχαν δουλειές. Ένιωθαν καλά αν εξασφάλιζαν απλώς και μόνο το ψωμί τους.

Σήμερα ο ναζισμός σηκώνει πάλι κεφάλι. Πιστεύετε ότι με «όπλο» την τέχνη μπορούμε να τον πολεμήσουμε, να δείξουμε το πραγματικό του πρόσωπο;
Αντρέας: 
Η τέχνη γλυκαίνει τις ψυχές των ανθρώπων. Προσωπικά παρακολουθώ όσο μπορώ και παίρνω πράγματα. Όμως επειδή περισσότερο βλέπουμε τηλεόραση, που είναι φερέφωνο της εξουσίας, ο λαός γίνεται αδιάφορος. Αυτό είναι κάτι που καταγγέλλεται και στο έργο, δηλαδή τρόποι που ο λαός γίνεται αδιάφορος και δεν συμμετέχει. Τα είχαμε δει και στον Λόπε ντε Βέγα πέρυσι τι σημαίνει ο λαός να δέχεται και να σκύβει το κεφάλι.
Πηνελόπη Κουφοπούλου: Τα κείμενα γράφτηκαν από τον Μπρεχτ στην εξορία, μετά το 1936, και ως την αρχή του πολέμου, όταν η Γερμανία γινόταν σιγά σιγά ένα απέραντο στρατόπεδο συγκέντρωσης. Το έργο αυτό έχει ως σκοπό να κάνει κατανοητό ότι ο Χίτλερ δεν θα ανέβαινε και δεν θα κρατιόταν στην εξουσία αν δεν υπήρχε αρχικά η ενθουσιώδης υποστήριξη και μετά η φοβισμένη συμμετοχή αυτών των φιλήσυχων πολιτών. Έτσι το κρίσιμο ζήτημα για τον Μπρεχτ είναι τι κάνει ο συνηθισμένος άνθρωπος στη δύσκολη ώρα. Μας βοηθά να δούμε και στοιχεία από τη δική μας πραγματικότητα και ευθύνη. Έχουμε συνηθίσει να λέμε ότι οι Γερμανοί ήταν φασίστες αλλά εμείς έχουμε σήμερα στρατόπεδα συγκέντρωσης, εμείς δημοσιοποιούμε τα ονόματα των οροθετικών ιερόδουλων, εμείς έχουμε πρόβλημα με τους μετανάστες. Ο Μπρεχτ μας βοηθά να δούμε και το δικό μας πρόσωπο. Νομίζω ότι αυτό ακριβώς προσέλαβαν και τα παιδιά.
Λένα Βεντούρη: Κάθε χρονιά, πρώτη προτεραιότητα είναι τι θα αφήσει το κείμενο και η όλη προετοιμασία στα παιδιά. Τονίσαμε, λοιπόν, και όπως είδατε το υπογράμμισαν και τα παιδιά, τη συλλογικότητα. Τα 22 μονόπρακτα δουλεύτηκαν ως μέρος ενός μεγάλου συνόλου, άλλη μια έννοια με την οποία ασχοληθήκαμε ιδιαίτερα, γιατί αποτελεί βασική μου πεποίθηση ότι αύριο ως πολίτες πρέπει να έχουν μάθει να λειτουργούν ως σύνολο και όχι κατά μόνας και ανταγωνιστικά. Να μάθουν να αντιδρούν. Είναι σημαντικό επίσης ότι έμαθαν πράγματα για την περίοδο της ανόδου του ναζισμού και για τον ίδιο το ναζισμό που αλλιώς ίσως να μην τα μάθαιναν ποτέ. Διαπιστώσαμε ότι αγνοούσαν βασικά πράγματα και καλύψαμε τα κενά γνώσεων για να μπορέσουν μετά να σκεφτούν.

Ωστόσο, πρέπει να παραδεχτούμε ότι φταίει τρομερά το εκπαιδευτικό μας σύστημα για την άγνοιά τους αυτή. Δεν διδάσκονται ποτέ τη σύγχρονη ιστορία, για παράδειγμα. Κυρία Κατσικαλή, τι προσφέρει η θεατρική παιδεία στο σχολείο;
Μαριαγγέλα Κατσικαλή: 
Το είπαν ωραία τα ίδια τα παιδιά: ανάπτυξη του πνεύματος της ομαδικότητας της συλλογικότητας, διάθεση για δουλειά και δημιουργία. Να βλέπεις αυτά τα παιδιά να έρχονται Κυριακές ολόκληρες αγόγγυστα, να συζητούν, να ψάχνουν. Και για μας, όμως, τους εκπαιδευτικούς είναι σπουδαία εμπειρία. Ανακαλύπτουμε πολλά για τον εαυτό μας και τη διδασκαλία. Ξέρετε, με εντυπωσίασε κάτι. Γνωρίζετε βέβαια ότι εμείς στα Πειραματικά είχαμε αξιολόγηση. Οι συνάδελφοι, λοιπόν, ακόμα κι αυτοί που δεν είχαν πάρει ενεργό μέρος στην προετοιμασία της παράστασης, ανέφεραν με χαρά και περηφάνεια στους αξιολογητές τη θεατρική δουλειά του σχολείου μας ως μέρος μιας συλλογικής δραστηριότητας που μας αφορούσε όλους.
Σταύρος: Θέλω να δείξω και μια άλλη πλευρά της συλλογικότητας. Στην παράσταση πήραν μέρος και παιδιά από άλλο σχολείο. Εγώ είμαι από την Καλλίπολη. Και νομίζω ότι τέτοιες συνεργασίες είναι σημαντικές.

Πώς βλέπουν αυτή τη δραστηριότητά σας οι γονείς σας;
Δημήτρης: 
Το έργο ξένισε κάποιους γονείς αλλά γενικά ήταν θετικοί με την συμμετοχή μας. Πολλοί γονείς βοήθησαν να ανέβει η παράσταση και όλοι ήρθαν και μας είδαν. Μας έδιναν κουράγιο και μετά την παράσταση ήταν ευχαριστημένοι.
Μαργαρίτα: Οι γονείς μας βοήθησαν όσο μπόρεσαν. Στα ρούχα, στα αντικείμενα που χρειαστήκαμε.

Στην παράσταση έπαιξαν οι μαθητές: Δαμιανός Αγραβαράς, Νίκος Αντωνίου, Παναγιώτης Αραπάκης, Ειρήνη Αράπκουλε, Μαργαρίτα Ασπιώτη, Ηρώ Βλάχου, Ανδρέας Γερανάκης, Γιώργος Γιαννακός, Ιλίτια Γκίνη, Σοφία Δήμοβιτς, Θεανώ Διαμάντη, Άσπα Καδιλάρ, Τατιάνα Καραντζή , Κατερίνα Κοντοζανή, Ρήνα Κορακίτη, Ανατολή Πάλλα, Ελπίδα-Γεωργία Ρεβογέδο, Κώστας Τριαντακωνσταντής, Δημήτρης Τσιγκόπουλος, Μαρία Τσιγκοπούλου, Μαρία Φραγκάκη, Σταύρος Χιονάς και ο μικρός Παναγιώτης Αντωνιάδης
Μουσική: Όλγα Μουστακίδου (πιάνο), Κώστας Ματθαίου (κιθάρα), Μιχάλης Κοντογιάννης (ντραμς), Αναστασία Ευδαίμων (βιολί). Τραγούδι: Λουΐζα Πολιτάκη και Κώστας Ματθαίου.

http://www.epohi.gr/portal/politismos/2010-05-16-13-01-01/14141——————l—–r–

ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΣΥΝΤΕΛΕΣΤΕΣ ΤΟΥ ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΟΥ ΚΑΜΠΑΡΕ «ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΟ»

Θέατρο που σχολιάζει και παρεμβαίνει στο σκληρό παρόν

Μια παράσταση που αγγίζει τα πιο καυτά θέματα της εποχής μας και αναλύει την κρίση, ανεβαίνει στο θέατρο Beton 7. Το «Ντοκουμέντο» μιλά για την ιστορία, τα τραυματικά γεγονότα του παρελθόντος και τις αναλογίες τους με το παρόν, τις συνέπειές τους, τις επιβιώσεις τους. Μιλά για το αυγό του φιδιού, για το νεοναζισμό, για το ρατσισμό. Μιλά για τις γυναίκες. Μιλά για το φόβο, τη λήθη, αλλά και για την ελπίδα. Με πολύ τραγούδι, με πικρό χιούμορ, συνδυάζοντας τολμηρά και επιτυχημένα μερικές από τις πιο δυνατές σελίδες της σύγχρονης λογοτεχνίας, όπως είναι ο «Δύστηνος Άγγελος» του Μίλερ, με στίχους του Αγγελάκα, τις σπαρακτικές περιγραφές του Πρίμο Λέβι με τις δυσώδεις, γεμάτες μίσος «αναλύσεις» του ναζισμού, τον δυνατό και τόσο ευαίσθητο πολιτικό λόγο του υποδιοικητή Μάρκος με την τραγικότητα του Μπέκετ. Ένα πολιτικό καμπαρέ με μουσική και τραγούδια του Λεωνίδα Μαριδάκη, που έγραψε και τους καυστικούς στίχους, ερμηνευμένο μοναδικά από την Κάτια Γέρου και την Ελεάνα Γεωργούλη και σκηνοθετημένο από τον Σάββα Στρούμπο. Είχαμε τη χαρά να παρακολουθήσουμε τη γενική πρόβα και να συζητήσουμε με τους συντελεστές της παράστασης.

Τη συνέντευξη πήρε
η Μαρώ Τριανταφύλλου

Το «Ντοκουμέντο» είναι βαθιά πολιτικό θέατρο. Δείχνει την ανησυχία σας ως καλλιτέχνες, την αγωνία σας μπροστά σε όσα τραγικά συμβαίνουν. Ποια είναι τα βασικά πολιτικά ερωτήματα που σας απασχολούν στην παράστασή σας;
Ελεάνα Γεωργούλη: 
Τα ερωτήματα που απασχόλησαν την έρευνα και την παράσταση μας τα ανέδειξε ο κυνισμός της πραγματικότητας. Πώς προέκυψε η κτηνωδία του φασισμού; Τι είναι αυτό που λέμε λαϊφστάιλ; Πώς οι άνθρωποι γίναμε επιθυμητικές μηχανές και χάσαμε τον ίδιο μας τον εαυτό; Σε τι μπορούμε πλέον να ελπίσουμε; Μέσα σε αυτή την γκρίζα ζώνη, όπου η βιαιότητα και η δολοφονική μαινάδα του καπιταλισμού έχουν ανοίξει όλα τους τα χαρτιά, εμείς οι άνθρωποι έχουμε πλέον δικαίωμα στην ελπίδα και το όνειρο, έχουμε δικαίωμα να διεκδικήσουμε μια νέα ουτοπία;
Λεωνίδας Μαριδάκης: Τα τελευταία τρία χρόνια ζήσαμε καταστάσεις πρωτόγνωρες για τη χώρα μας. Αποκτήνωση της εξουσίας, μαζικές κινητοποιήσεις, σπάσιμο των αγκυλώσεων του παρελθόντος Είναι μια καταιγίδα από ερεθίσματα απέναντι στα οποία νιώσαμε την ανάγκη να πάρουμε θέση και να απαντήσουμε αλλιώς θα μας έπνιγαν. Όταν με πήρε τηλέφωνο η Ελεάνα και μου πρότεινε τη σκέψη της, ενθουσιάστηκα γιατί ήταν αυτό που είχα ανάγκη: Να συμμετέχω σε μια παράσταση που παίρνει θέση πολιτική, αισθητική, ανθρώπινη, στους χαοτικούς καιρούς που ζούμε.
Κάτια Γέρου: Το βασικό πολιτικό ερώτημα δεν ήταν γιατί συνέβη η κρίση. Αυτό κάπως, ας πούμε, το καταλαβαίνουμε. Το βασικό ερώτημα για εμάς ήταν: Γιατί εμείς οι πολίτες πιαστήκαμε στον ύπνο; Γιατί δεν καταλάβαμε εγκαίρως τι συνέβαινε; Γιατί η ευμάρεια –πραγματική ή πλασματική, δεν έχει σημασία– να συνοδεύεται πάντα από τον εφησυχασμό, την κακογουστιά, την αφωνία και την έλλειψη αντίδρασης;

Η παράσταση είναι προϊόν συλλογικής δουλειάς. Πείτε μας για τον τρόπο που εργαστήκατε, τα θέματα στα οποία τελικά επικεντρωθήκατε αλλά και για τη θεατρική φόρμα που επιλέξατε;
Κ.Γ.:
 Δουλέψαμε ερευνητικά. Διαβάσαμε από βιβλία για την οικονομία μέχρι κείμενα των φιλοσόφων της σχολής της Φρανκφούρτης (γραμμένα γύρω στο 1940, απίστευτα άμεσα και επίκαιρα σαν να μιλούν για το σήμερα). Μαζέψαμε αποκόμματα εφημερίδων και στηθήκαμε σε ουρές αναμονής, ακούγοντας τις κουβέντες των ανθρώπων από γύρω. Στην πορεία της δουλειάς αποφασίσαμε να μιλήσουμε πιο μεταφορικά και συμπυκνωμένα γιατί το υλικό της κρίσης δεν χωράει ούτε σε εικοσιτετράωρη παράσταση! Προσπαθήσαμε να μιλήσουμε για το φασισμό, τις αφιλόξενες πατρίδες που διώχνουν και πετάν έξω τους πολίτες τους, να μιμηθούμε τον εξουσιαστικό λόγο μέσω ενός ευφυούς κειμένου του υποδιοικητή Μάρκος. Μιλάμε για την έλλειψη παιδείας και πνευματικότητας, μια έλλειψη που μας έκανε εύκολα θύματα και, μέσω δικών μας φράσεων, ελληνικών ποιημάτων και των τραγουδιών του Λεωνίδα λέμε αυτά που ευχόμαστε, επιθυμούμε και διεκδικούμε. Η παράσταση που προέκυψε είναι ένας συνδυασμός πολιτικού cabaret και performance.
Λ.Μ.:Τα θέματα που πιάνουμε είναι όλα καυτές πατάτες και το ότι δεν υπήρχε ένα συγκεκριμένο έργο πάνω στο οποίο θα δουλεύαμε μας έκανε να πασχίσουμε πολύ μέχρι να σχηματιστεί ραχοκοκκαλιά της παράστασης. Περάσαμε καιρό που τα κορίτσια έφερναν και δοκίμαζαν κείμενα, που εγώ προσπαθούσα να αφουγκραστώ τη μουσική των πραγμάτων και έτσι μαζεύτηκε ένα πρώτο -αλλά μεγάλο- υλικό από λέξεις, ήχους, ιδέες. Μετά ήρθε ο Σάββας, σαν καταλύτης και τους έδωσε φόρμα. Για μένα είναι απίστευτα ενδιαφέρον το ότι λειτουργήσαμε γενναία σαν ομάδα δηλαδή ακούγαμε ο ένας τον άλλο χωρίς στεγανά και εγωισμούς. Μας ενδιέφερε το ψαχνό, να βρούμε τον τρόπο να ανοίξουμε ένα δρόμο σε αυτά που θέλαμε να πούμε.
Η φόρμα και το περιεχόμενο μας απασχόλησε πολύ καθώς, στην τόσο φλύαρη κατά τα άλλα εποχή μας, μερικές αλήθειες λέγονται πολύ δύσκολα. Η φόρμα επιλέξαμε τελικά να συνδυάζει πολλές διαφορετικές παραδόσεις θεάτρου και μουσικής. Εμένα μάλιστα αυτή η πρόκληση και αναζήτηση με οδήγησε για πρώτη φορά να δουλέψω με βασικό όργανο το ακορντεόν, που κουβαλάει μνήμες από το καμπαρέ, τους δρόμους αλλά και από τα Βαλκάνια.
Ε.Γ.: Τα θέματα σχεδόν μας επιβλήθηκαν: Η κατάσταση γύρω μας που μας υπερβαίνει, η διαρκής κλιμάκωση της αγριότητας, το ότι έχει καταλήξει η ανθρώπινη ζωή σενάριο μιας δυστοπικής νουβέλας. Υπάρχει μεγάλη ανησυχία και αγωνία. Ωστόσο, πάνω στη σκηνή του θεάτρου μπορεί να εκφραστεί ένας λόγος τόσο προσωπικός όσο και δημόσιος. Θελήσαμε να αξιοποιήσουμε αυτό το βήμα για να εκφράσουμε την αγωνία και την οργή μας, το πεπερασμένο που νιώθουμε γύρω και μέσα μας και να αναδείξουμε αυτά τα θέματα ως καλλιτέχνες, αλλά και πολίτες.

Δυο πράγματα μου έκαναν ιδιαίτερη εντύπωση όσο σας παρακολουθούσα: Η προσέγγιση της σχέσης παρόντος και παρελθόντος και η ευαίσθητη, αλλά καθόλου χαριστική, ματιά πάνω στις γυναίκες.
Κ.Γ.: 
Το δικό μου θέμα στο κομμάτι της performance είναι το λαϊφστάιλ. Μέσω της σωματικής συμπεριφοράς και της ηχητικής μπάντας του Λεωνίδα, με την πολύτιμη βοήθεια του Σάββα, προσπαθώ κάπως να αγγίξω αυτό το θέμα γιατί είναι τεράστιο. Να φανεί πώς ένας κανονικός άνθρωπος, μιμούμενος κακόγουστα πρότυπα, βυθιζόμενος σε ένα αφόρητο ηχητικό σύμπαν, φορώντας ψεύτικο χαμόγελο και πασχίζοντας να γίνει «ιν», μπορεί να μεταλλαχθεί και να γίνει ένα ον αλλούτερο και χαμένο. Ένα τέτοιο πλάσμα μπορεί να εξεγερθεί, να σταθεί αλληλέγγυο, και να διεκδικήσει; Οι δυο αυτοσχεδιασμοί -της Ελεάνας και ο δικός μου- συνδυάζονται και, νομίζω,  αλληλοσυμπληρώνονται. Φτιάχνουν ένα σύμπαν του κατακερματισμένου και τραυματισμένου σύγχρονου ανθρώπου.
Ε.Γ.: Για μένα προσωπικά, το γυναικείο ζήτημα δεν αποτελεί ξεχωριστό κεφάλαιο, είναι προέκταση μιας διαδικασίας όπου το ανθρώπινο σώμα και η ψυχή γίνονται μαζί εμπόρευμα και σκουπίδι. Γι’ αυτό ο αγοραίος καπιταλισμός αγκαλιάζει το φασισμό και τις φυλετικές ιδεολογίες. Στις μέρες μας, τα ιδανικά της αρείας φυλής είναι πολύ κοντά στον άνθρωπο εμπόρευμα του τεχνικού πολιτισμού. Για να σε δεχτεί η μηχανή πρέπει να είσαι ανώτερος, τέλειος. Και για να είσαι τέλειος πρέπει να καταναλώσεις τα υλικά αγαθά της τελειότητας. Δεν έχει σημασία πια αν οι άνθρωποι είναι δυστυχισμένοι και σχέσεις διαλυμένες. Αυτό που μετράει είναι η επιθυμία να αγοράσεις, να καταναλώσεις και, αν η επιθυμία παραμένει ζωντανή, τότε όλα πάνε καλά…

Πώς επηρεάζει η κρίση την τέχνη και τον καλλιτέχνη;
Κ.Γ.:
 Νιώθω ότι οι καλλιτέχνες που έχουμε αγαπήσει είναι αυτοί που μιλούν για την κρίση διαρκώς! Που προβλέπουν και που, μέσα από την αισθητική τους και τη δουλεμένη τους φόρμα, προειδοποιούν. Που δεν τυφλώνονται από μια τάχα μου ευμάρεια, γιατί ξέρουν ότι η αδικία και η στρεβλότητα πάντα πλήττουν τους ανθρώπους. Έστω και τώρα, που η κρίση στέκεται πάνω μας σαν μπαμπούλας, οι καλλιτέχνες πρέπει να ενεργοποιηθούμε, να εξελίξουμε τη φόρμα μας να πλουτίσουμε το περιεχόμενο της να σταθούμε μέσω της δουλειάς μας αλληλέγγυοι στους συμπολίτες μας που ματώνουν και να ζητήσουμε και τη δική τους αλληλεγγύη. Γιατί και τα δικά μας οικονομικά και εργασιακά βρίσκονται σε άθλια κατάσταση. Να μαζευόμαστε μεταξύ μας όσοι νιώθουμε ότι έχουμε κοινά πράγματα να μοιραστούμε -όπως καλή ώρα μαζευτήκαμε εμείς οι τέσσερις, προσωπικά πήρα μεγάλη χαρά από αυτή τη συνάντηση -και να πηγαίνουμε κόντρα στην κούραση και την κατάθλιψη μας.
Λ.Μ.: Ένας καλλιτέχνης βρίσκεται πάντα σε κρίση. Βαθιά υπαρξιακή και δημιουργική κρίση. Δεν του είναι μια ξένη κατάσταση. Όμως τις τελευταίες δεκαετίες αντάλλαξε αυτόν το δημιουργικό οίστρο για τα υλικά αγαθά και την υπόσχεση μιας «καλής ζωής». Η αμφισβήτηση και η ιδέα της ελευθερίας του φαινόταν πια ένα «ούφο». Τώρα, μέσα σε αυτή την οριακή κατάσταση των τελευταίων χρόνων -που ονομάζουμε κρίση- ίσως έχει μια νέα ευκαιρία να ξαναθυμηθεί τη δική του δημιουργική κρίση και να νοιώσει ξανά ελεύθερος άνθρωπος, καλλιτέχνης, πολίτης. Δεν είναι εύκολο, θέλει αγώνα και συνειδητή επιλογή. Αυτή είναι ωστόσο μια ευκαιρία για όλους μας, να ψάξουμε άλλη μια τον εαυτό μας και τις επιλογές μας, να μάθουμε να αγαπάμε ξανά. Αξίζει το ρίσκο πιστεύω, είναι ένας τρόπος να ξανα-φλερτάρουμε με την ελπίδα.
Ε.Γ.: Τι είναι ο καλλιτέχνης αν όχι ένας ανήσυχος άνθρωπος; Και γι’ αυτόν τον ανήσυχο άνθρωπο η κρίση είναι διαρκής, την αναζητά πειναλέα και την ξεσηκώνει. Άλλοτε του τη χαρίζει απλόχερα η κοινωνία, άλλοτε ο ίδιος του ο εαυτός. Ο καλλιτέχνης είναι καταδικασμένος σε μια διαρκή κρίση και εκεί μέσα ψαχουλεύει μια σχισμή φωτός.

 

http://www.epohi.gr/portal/politismos/2010-05-16-13-01-01/14013——–lr

 

σχόλιο: H παράσταση μεταφέρει συμβολικές ερμηνείες και βγάζει απίστευτη ενέργεια σε ένα χώρο που σε καθηλώνει να παρακολουθείς! Σχολιάζει την επικαιρότητα και την βαρβαρότητα της εποχής και μεταφέρει απαισιοδοξία και αισιοδοξία ταυτόχρονα επί σκηνής, πράγμα που γοητεύει και ταιριάζει πολύ καλά. Κρατάμε το ουσιαστικό μήνυμα που περνάει η παράσταση που είναι η αντίσταση σε όλα αυτά που καυτηριάζουν εύστοχα οι ηθοποιοί Κάτια Γέρου & Ελεάνα Γεωργούλη και συνοδεύει έξυπνα ο Λεωνίδας Μαριδάκης και δίνουμε ραντεβού στον «δρόμο»! Ακόμη και για τους τελευταίους θεατές αξίζει να το ζήσετε!