Χτίζοντας ένα νέο συνεταιριστικό κίνημα – βήμα βήμα ο δρόμος για τη δημιουργία συνεταιρισμών

Τι είναι η κοινωνική οικονομία;

Η συζήτηση για την κοινωνική κ αλληλέγγυα οικονομία βρίσκεται σε εξέλιξη κυρίως τα τελευταία χρόνια, πόσο μάλλον μέσα στη μνημονιακή περίοδο.

Η επικαιρότητα της Κοινωνική Οικονομίας έχει πολλές αναγνώσεις και διαφορετικές οπτικές.

Αφενός, για το ίδιο το σύστημα θα μπορούσε να αποτελέσει βαλβίδα εκτόνωσης της κρίσης, εργαλείο για την απάλυνση των κοινωνικών αντιδράσεων αλλά και μηχανισμό εξομάλυνσης των ραγδαία οξυμένων κοινωνικών ανισοτήτων.

Αφετέρου, η δική μας επικαιρότητα, «βλέπει» την κοινωνική οικονομία , σαν μια προσπάθεια συλλογικής δράσης που ξεφεύγει από τα εξαρτημένα σχήματα, ανοίγεται στην κοινωνία, επανανοηματοδοτεί την κοινωνική δράση, προτάσσει την αυτοοργάνωση και την αλληλεγγύη.

Στον παρόντα οδηγό λοιπόν επιχειρείται μια τοποθέτηση πάνω στην κοινωνική κ αλληλέγγυα οικονομία, γίνεται μια προσπάθεια επανακαθορισμού του περιεχομένου των συνεταιρισμών, για ένα νέο, δυναμικό συνεταιριστικό κίνημα.

Κατεβάστε τον οδηγό (pdf, 638KB)

Για ένα “Χωριό Αλληλεγγύης” μέσα στο Alter Summit

Kάλεσμα δομών αλληλεγγύης και κοινωνικής οικονομίας
για τη συνδιαμόρφωση “Χωριού Αλληλεγγύης”
στη διάρκεια της Εναλλακτικής Συνόδου των Ευρωπαϊκών Κινημάτων
(Alter Summit) 7 και 8 Ιουνίου στην Αθήνα

 

Το κίνημα αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης της κοινωνίας μας έχει πολλές φορές προσελκύσει το ενδιαφέρον των υπόλοιπων ευρωπαϊκών χωρών, τόσο του νότου που πλήττονται από τις πολιτικές λιτότητας των δικών τους κυβερνήσεων, όσο και του βορρά που “βλέπει” τις συνέπειες μνημονιακών πολιτικών να τους χτυπούν την πόρτα.

Με αφορμή την  Εναλλακτική Σύνοδο των Ευρωπαϊκών Κινημάτων, η οποία  θα πραγματοποιηθεί 7 και 8 Ιουνίου στην Αθήνα, η «αλληλεγγύη για όλους» απευθύνει πρόσκληση σε όλες τις δομές κοινωνικής αλληλεγγύης και κοινωνικής οικονομίας προκειμένου να συνδιαμορφώσουμε σε αυτή ένα«Χωριό Αλληλεγγύης» όπου θα δοθεί η δυνατότητα άμεσης συνεύρεσης και επαφής ελληνικών και ξένων δομών / κινημάτων αλληλεγγύης.

Πιστεύουμε ότι η άφιξη στην Αθήνα χιλιάδων ακτιβιστών από την Ευρώπη δίνει την ευκαιρία:

α. γνωριμίας με το είδος και τις οργανωτικές εμπειρίες των δομών αλληλεγγύης στην Ελλάδα

β. ανταλλαγής εμπειριών με κινήματα αλληλεγγύης και αυτοοργάνωσης στην Ευρώπη και

γ. διαμόρφωσης μόνιμων και σταθερών δικτύων επικοινωνίας

Πιο συγκεκριμένα προτείνουμε την οργάνωση διακριτού χώρου («Χωριό Αλληλεγγύης») στον περίγυρο του Ποδηλατοδρόμιου στο ΟΑΚΑ ως σημείο φυσικής συνάντησης ελληνικών και ευρωπαϊκών συλλογικοτήτων. Επίσης τη διοργάνωση  στον ίδιο χώρο συζήτησης – συνάντησης των συλλογικοτήτων των «από κάτω», όπως και τη διαμόρφωση της ελληνικής παρουσίας στην κεντρική συζήτηση με θέμα «Αλληλεγγύη εν δράσει: Η Ευρώπη των “από κάτω” στο προσκήνιο» που έχει προγραμματιστεί  για το Σάββατο 8 Ιουνίου.

Ανάλογη πρόσκληση έχει απευθυνθεί και σε συλλογικότητες αντίστασης και αλληλεγγύης σε ευρωπαϊκές χώρες καθώς και σε συλλογικότητες αλληλεγγύης προς την Ελλάδα.

Προκειμένου, λοιπόν, να συνδιαμορφώσουμε και να οργανώσουμε το “Χωριό Αλληλεγγύης”, καλούμε όλες τις συλλογικότητες να συναντηθούμε την Πέμπτη 23.05 και ώρα 7.00 μ.μ. στο κτίριο Γκίνη στο Πολυτεχνείο να συζητήσουμε και να ανταλλάξουμε ιδέες.

Περισσότερες πληροφορίες για την Εναλλακτική Σύνοδο των Ευρωπαϊκών Κινημάτων:http://www.altersummit.eu/?lang=en

 

http://www.solidarity4all.gr/news/%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CE%AD%CE%BD%CE%B1-%E2%80%9C%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%8C-%CE%B1%CE%BB%CE%BB%CE%B7%CE%BB%CE%B5%CE%B3%CE%B3%CF%8D%CE%B7%CF%82%E2%80%9D-%CE%BC%CE%AD%CF%83%CE%B1-%CF%83%CF%84%CE%BF-alter-summit

Κινήματα αλληλεγγύης: το παράδειγμα των κοινωνικών ιατρείων

Του Πέτρου Λινάρδου-Ρυλμόν

Αλλά άφησα για το τέλος μια ακόμη σημαντικότερη νίκη της πολιτικής οικονομίας της εργασίας επί της πολιτικής οικονομίας της ιδιοκτησίας. Αναφέρομαι στο συνεταιριστικό κίνημα, και ειδικότερα στα εργοστάσια με καθεστώς συνεταιριστικό που έχουν εγκαθιδρυθεί, χωρίς καμία βοήθεια, χάρη στις προσπάθειες λίγων θαρραλέων. Ποτέ δεν θα είμαστε υπερβολικοί σχετικά με την αξία αυτών των μεγάλων κοινωνικών πειραμάτων. Με πράξεις, και όχι με λόγια, έχουν αποδείξει οτι η παραγωγή σε μεγάλη κλίμακα και σύμφωνα με τις απαιτήσεις της σύγχρονης επιστήμης είναι δυνατή χωρίς την ύπαρξη μιας τάξης αφεντικών που προσλαμβάνει μια τάξη εργατών… Η συνεταιριστική εργασία θα πρέπει να αναπτυχθεί σε εθνική κλίμακα και να ενθαρρύνεται με μέσα της ίδιας φύσης.

Κάρλ Μάρξ, Εναρκτήρια ομιλία στη Διεθνή Ένωση Εργατών (1864)

Η άποψη οτι οι αντιστάσεις στην κυριαρχία του κεφαλαίου μπορούν να αναπτυχθούν μόνο στο πλαίσιο των παραγωγικών μονάδων όπου ισχύουν οι καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, και ότι δεν εκδηλώνονται πραγματικά με παραγωγικές πρωτοβουλίες ανεξάρτητες απο την πλευρά των εργαζομένων, όσο αλληλέγγυες και αν είναι, δεν έχει σχέση με την ιστορία των εργατικών κινημάτων. Η σύγχυση που υπάρχει σχετικά με τη θέση του βασικού κορμού της κοινωνικής ή αλληλέγγυας οικονομίας στις αναπτυγμένες ευρωπαϊκές χώρες, οφείλεται στην κυριαρχία αυτής της στρεβλής άποψης.

Μια πιο προσεκτική ματιά σε χώρες όπου έχει αισθητά αναπτυχθεί η κοινωνική οικονομία (όπως το Βέλγιο, η Γαλλία και η Ισπανία), αποκαλύπτει οτι οι δομές της έχουν γεννηθεί και αναπτυχθεί ως αυθεντικές κινηματικές πρωτοβουλίες οι οποίες αμφισβήτησαν και αμφισβητούν τις καπιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, βασίζονται στην αλληλεγγύη μεταξύ εργαζομένων ή κατηγοριών εργαζομένων, στην άμεσα δημοκρατική λειτουργία και στην ισότητα από την άποψη των αμοιβών και των παροχών.

Σε αντίθεση με ό,τι πιστεύει ακόμα ο αριστερός κρατισμός, ή ειδικότερα ο σταλινικός κρατισμός, αυτές οι κινηματικές πρωτοβουλίες δεν ενσωματώθηκαν στον καπιταλισμό, όπως δεν ενσωματώθηκαν οι ταξικές συνδικαλιστικές οργανώσεις. Και οι δύο αυτές κινηματικές εκφράσεις, εντάχθηκαν στο σύστημα κοινωνικής διαπραγμάτευσης με το κεφάλαιο και το αστικό κράτος, και διατήρησαν τα αρχικά χαρακτηριστικά τους κατά την μακρά μεταπολεμική ανάπτυξη, παρά την σταθερή θεσμική τους θέση και παρά την επιδότησή τους από το κράτος σε πολλές περιπτώσεις.

Στην Ελλάδα οι πρωτοβουλίες αλληλέγγυας οικονομίας αναπτύσσονται και γίνονται περισσότερο ορατές σε σχέση με το παρελθόν, κατά την περίοδο της κρίσης. Δεν σημαίνει, όμως, αυτό οτι αποτελούν προσπάθειες δημιουργίας δομών αντιμετώπισης κοινωνικών προβλημάτων, οι οποίες εγκαθίστανται σε έναν παράλληλο κόσμο και φροντίζουν απλώς τα θύματα της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης. Η εμπειρία των κοινωνικών ιατρείων που έχουν δημιουργηθεί σε πολλές πόλεις της Ελλάδας, δείχνει ότι πρόκειται για αυθεντικές κινηματικές διαδικασίες, με την ιστορία της η καθεμιά, οι οποίες δεν αποσκοπούν απλώς στην κάλυψη κενών του συστήματος υγείας, αλλά στη δημιουργία των προϋποθέσεων για την ανασυγκρότηση ενός συστήματος υγείας για όλους – ενός συστήματος ικανού να καλύπτει τις υπάρχουσες ανάγκες και να λειτουργεί αποτελεσματικά υπό κοινωνικό έλεγχο.

Κοινωνικά ιατρεία, όπως της Θεσσαλονίκης και του Ρεθύμνου, που ξεκίνησαν ως πρωτοβουλίες ομάδων εθελοντών ιατρών, φαρμακοποιών, νοσηλευτών αλλά και πολιτών για τη στήριξη ανασφάλιστων μεταναστών, έχουν πλέον μετατραπεί σε ιατρεία για μετανάστες και ανασφάλιστους έλληνες που πληθαίνουν λόγω της κρίσης. Στην Πάτρα η πρωτοβουλία ανήκε επίσης σε εθελοντές ιατρούς, φαρμακοποιούς και νοσηλευτές που υποστηρίχθηκαν όμως από την πρώτη στιγμή από το Δήμο Πατρέων και ενώ ξεκίνησαν για τη φροντίδα ελλήνων ανασφάλιστων, έχουν πλέον δραστηριοποιηθεί και στη φροντίδα μεταναστών. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι στην Πάτρα συμμετέχει στην προσπάθεια αυτή ο σύλλογος των ιδιωτών παιδιάτρων, προσφέροντας δωρεάν επισκέψεις σε ανασφάλιστους έλληνες και αλλοδαπούς γονείς [1].

Από τις συζητήσεις με μέλη αυτών των ομάδων, προκύπτει οτι προσεγγίζουν τις δραστηριότητές τους, όχι μόνο ως κάλυψη των άμεσων αναγκών, αλλά και ως δραστηριότητα συγκέντρωσης πληροφοριών και επεξεργασίας θέσεων σχετικά με την αναμόρφωση του συστήματτος υγείας, ώστε αυτό να καλύπτει το σύνολο του πληθυσμού και να είναι αποδοτικό με κριτήριο το δημόσιο συμφέρον. Είναι σαφές οτι δεν έχουμε μόνο τη στήριξη κατηγοριών εργαζομένων, ανέργων και συνταξιούχων, από εθελοντές ιατρούς και τα συναφή επαγγέλματα, αλλά και μια σημαντική προσπάθεια συσπείρωσης εργαζομένων στον τομέα της υγείας γύρω από ένα σχέδιο για την ανασυγκρότηση του συστήματος. Κινητοποιήσεις για την πρωτοβάθμια φροντίδα οδηγούν αναπόφευκτα στην ανάγκη συνεργασίας με τη νοσοκομειακή περίθαλψη, και η δραστηριοποίηση των συνδικαλιστικών οργανώσεων των νοσοκομειακών προς μια τέτοια κατεύθυνση θα οδηγήσει στη δημιουργία ενός ευρύτατου κινήματος για την υγεία.

Μια άλλη διάσταση των κοινωνικών ιατρείων είναι οτι υιοθετούνται και δοκιμάζονται δομές άμεσης δημοκρατικής λειτουργίας, όπου οι καταμερισμοί εργασιών έχουν λειτουργικό χαρακτήρα και δεν διαμορφώνουν ιεραρχίες. Οι εμπειρίες αυτές μπορούν να παίξουν αποφασιστικό ρόλο σχετικά με την αμφισβήτηση των αυστηρά ιεραρχικών και αυταρχικών δομών στο νοσοκομειακό σύστημα, και να εμπνεύσουν τις συνδικαλιστικές οργανώσεις ώστε να παλέψουν για την ανανέωση της διοίκησης και οργάνωσης σε αυτούς τους χώρους. Η προσφορά χρόνου εργασίας από ιατρούς και νοσηλευτές του ΕΣΥ και από ιδιώτες ιατρούς, αποτελεί μια προσέγγιση η οποία είναι προφανώς μεταβατική, αλλά εντάσσεται πλήρως στην παράδοση της κοινωνικής ή αλληλέγγυας οικονομίας, για την οποία η αμοιβή της εργασίας είναι συνάρτηση της δυνατότητας υλοποίησης ενός κοινωνικού έργου.

Κεντρικό χαρακτηριστικό της τρέχουσας κρίσης του καπιταλισμού, ιδιαίτερα ορατό και καταστροφικό στην Ελλάδα, είναι οτι αδρανοποιεί και εν δυνάμει καταστρέφει παραγωγικό δυναμικό, με τη μορφή του εξοπλισμού, αλλά κατά κύριο λόγο με τη μορφή του ανθρώπινου δυναμικού και του γνωσιακού κεφαλαίου. Εγκαθιστά επίσης μορφές οργάνωσης και διαχείρισης της απομένουσας παραγωγικής δομής, οι οποίες είναι αυταρχικές, άνισες και μη αποδοτικές. Στην Ελλάδα σήμερα η ανασυγκρότηση της οικονομίας περνάει μέσα από τη δημιουργία ενός νέου παραγωγικού ιστού και από τη λήψη αποφάσεων σχετικά με τα χαρακτηριστικά του και σχετικά με την ποιότητα της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης της χώρας. Μια τέτοια ανανεωτική πνοή στην οικονομία και την κοινωνία δεν μπορεί προφανώς να βασιστεί σε έναν συρρικνωμένο και πεπαλαιωμένο ιδιωτικό τομέα και χρειάζεται ισχυρές πρωτοβουλίες των εργαζομένων, των ανέργων και των πολιτών εν γένει, ικανές να επηρεάσουν τις κρατικές πολιτικές, αλλά και να δημιουργήσουν αυτόνομες παραγωγικές και κοινωνικές δομές έκφρασης και κάλυψης των αναγκών.

_________________________

[1] Επισκεφθήκαμε τα αναφερόμενα κοινωνικά ιατρεία στο πλαίσιο της έρευνας και μελέτης που πραγματοποιείται στο Ινστιτούτο Εργασίας της ΓΣΕΕ, από την Ειρήνη Σωτηροπούλου και τον υπογράφοντα, με θέμα τις σχέσεις αλληλέγγυας οικονομίας και συνδικάτων. Το άρθρο αυτό δεν αποτελεί δημοσίευση μέρους της μελέτης, η οποία δεν θα ολοκληρωθεί πριν το τέλος του 2012.

http://rednotebook.gr/details.php?id=5988

 

Δυνατότητες και δυσκολίες του συνεταιριστικού τρόπου παραγωγής

Οι συνεταιρισμοί έχουν αποδείξει την ικανότητά τους να αναλαμβάνουν την παραγωγή, την προμήθεια, το εμπόριο, τη διανομή των αγαθών και την πίστωση, με λίγα λόγια όλες τις οικονομικές λειτουργίες.
Του Δημήτρη Παπανικολόπουλου
Στο άρθρο του «Από την κρίση του νεοφιλελευθερισμού σε μια νέα οικονομία των αναγκών και των συλλογικών αγαθών», ο Γ. Δραγασάκης πολύ σωστά σημείωνε ότι «πρώτος στόχος πρέπει […] να είναι η ανάκτηση μιας δημόσιας σφαίρας συλλογικών αγαθών, η στήριξη και η ανάπτυξη αυτής της σφαίρας και η χρησιμοποίησή της ως ένα βασικό υπόβαθρο για την ανασυγκρότηση ολόκληρης της οικονομίας και της κοινωνίας». «Πρέπει να ξανασκεφτούμε τη στρατηγική για το σοσιαλισμό». Αναρωτιέται ωστόσο τα εξής: «Βλέπουμε τη στρατηγική για το σοσιαλισμό μέσω ενός κρατικού καπιταλισμού ο οποίος, βαθμιαία διευρυνόμενος, ‘θα μας πάει’ στο σοσιαλισμό; Κάποια συστήματα κατέρρευσαν όχι από την έλλειψη κράτους, αλλά από την υπερτροφία του κράτους. […]Ασφαλώς», συνεχίζει, «ο ρόλος του κράτους ήταν και αναγνωρίζεται εκ νέου ως κεντρικός. Όμως, το κράτος και η κρατικοποίηση υπό συνθήκες καπιταλισμού δεν είναι ουδέτερη». Γι αυτό το λόγο, μας προτείνει «να σκεφτούμε ποιοι φορείς θα παράγουν αυτά τα δημόσια αγαθά», καθώς «δεν είναι μόνο το κράτος που μπορεί». Συγκεκριμένα, μας προτείνει «να ξανανοίξουμε το κεφάλαιο των συνεταιρισμών με νέους όρους».
Πρόκειται αναμφίβολα για μια πρώτης τάξεως ιδέα σε μια εποχή θριάμβου της αγοράς και συρρίκνωσης του κράτους, σε μια εποχή δηλαδή που οι επιχειρηματίες μας εκβιάζουν συνεχώς, εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη εναλλακτικού μοντέλου οργάνωσης της οικονομίας, και η σοσιαλδημοκρατία προσπαθεί να βγει απ’ την κρίση της κρύβοντας τα βιβλία του Χάγιεκ και ξεσκονίζοντας αυτά του Κέυνς.
Όμως τι στ’ αλήθεια θα μπορούσαν να μας προσφέρουν οι συνεταιρισμοί στην προσπάθεια οικοδόμησης μιας οικονομίας των αναγκών και των συλλογικών αγαθών, μιας σοσιαλιστικής οικονομίας; Οι συνεταιρισμοί, εκτός από το να απορροφήσουν μεγάλο μέρος της διογκωνόμενης ανεργίας και να σώσουν τους εργαζομένους από την εξαθλίωση, μπορούν να αποδείξουν ότι οι εργαζόμενοι «μπορούν χωρίς αφεντικό».

Συνεταιρισμοί, αγορά, κράτος, οικογένεια

Η ένταξη ωστόσο των συνεταιρισμών σε σοσιαλιστική προοπτική ή, πράγμα που είναι το ίδιο, η αποφυγή εκφυλισμού τους, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Οι λόγοι αυτής της δυσκολίας εντοπίζονται, όπως έχει δείξει ο Κυριάκος Χαραλάμπους  στις σχέσεις των συνεταιρισμών με την αγορά, το κράτος και την οικογένεια.
Όσον αφορά στις σχέσεις τους με την αγορά, παρόλα τα σοσιαλιστικά στοιχεία που υπάρχουν στο εσωτερικό τους λόγω της απουσίας εκμεταλλευτικών σχέσεων χάρη στη συνύπαρξη στο ίδιο πρόσωπο του εργαζόμενου και του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, οι συνεταιρισμοί, που λειτουργούν στα πλαίσια της αγοράς, παράγουν ανταλλακτικές αξίες και κέρδη μέσα από την απόσπαση τμήματος του πλεονάσματος που παρήχθη από άλλους συνεταιρισμούς ή επιχειρήσεις. Επίσης, έχουν υιοθετήσει στην πλειονότητά τους τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας που ισχύει στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις (βάθεμα της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας μέσω της εξειδίκευσης, ιεραρχία μισθών, διαίρεση χειρονακτικής και πνευματικής εργασίας ή μεταξύ εκείνων που αποφασίζουν και εκείνων που εκτελούν).
Όσον αφορά τώρα στις σχέσεις τους με την οικογένεια, ο Κ. Χ. έχει προβεί σε μια καίρια παρατήρηση: οι αρχηγοί των οικογενειών και ιδρυτές των συνεταιρισμών έτειναν, μέσα από τη φυσικοποίηση  της οικογένειας, να αναιρέσουν την προοπτική του αυτοδιαχειριζόμενου σοσιαλισμού. Συγκεκριμένα, η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής εκ μέρους των μελών των (αγροτικών και βιοτεχνικών κυρίως) συνεταιρισμών ερχόταν σε αντίθεση με τη συλλογική ιδιοκτησία. «Γράφουμε για αντίθεση όταν αναφερόμαστε στη σοσιαλιστική προοπτική των συνεταιρισμών, οι τελευταίοι όμως ενδέχεται να είναι συμπληρωματικοί/βοηθητικοί της ατομικής ιδιοκτησίας των αγροτών και βιοτεχνών. Εξάλλου, η μέχρι τώρα ιστορία των συνεταιρισμών έδειξε ότι επικράτησε η τάση της συμπληρωματικότητάς τους». Το μικροαστικό πνεύμα στο εσωτερικό των συνεταιρισμών προδίδει και η προσδοκία των συνεταιριστών για βραχυχρόνια οφέλη, ει δυνατόν εφάμιλλα με των επιχειρήσεων σε άλλους τομείς της οικονομίας, και η άρνησή τους να κάνουν θυσίες προς όφελος της ανάπτυξης του συνεργατισμού.
Όσον αφορά  δε στις σχέσεις των συνεταιρισμών με το κράτος, δύο παρατηρήσεις του συγγραφέα αξίζουν ιδιαίτερης μνείας: Πρώτον, το κράτος σε πολλές περιπτώσεις, όπως στην Ελλάδα και στη Γαλλία, συνέβαλε στην ανάδυση των συνεταιρισμών, ωστόσο η παρέμβασή του εντάσσονταν στην προσπάθειά του να προωθήσει ένα κορπορατιστικό μοντέλο οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας και όχι ένα αυτοδιαχειριστικό. Δεύτερον, ο προσανατολισμός των συνεταιριστών προς τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, στα πλαίσια των συνεταιρισμών, ερχόταν σε αντίθεση με την ταυτόχρονη συμμετοχή τους στην επέκταση του κράτους, μέσα από τη διεκδίκηση να αναλαμβάνει το τελευταίο όλο και περισσότερες λειτουργίες (βλ. ανάπτυξη κοινωνικού κράτους και δημόσιες επιχειρήσεις κοινής οφελείας). Το κράτος, όμως, «μέσα από την οικονομική και κοινωνική του πολιτική συμμετέχει στη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου και γι αυτό η κύρια πλευρά του είναι η κεφαλαιοκρατική και όχι η ‘κοινωνική’» .
Όλες αυτές οι αντιφάσεις, όμως, αν δεν συνιστούν ήδη, σίγουρα τείνουν στην αναίρεση της σοσιαλιστικής προοπτικής των συνεταιρισμών. Γίνεται σαφές δηλαδή ότι οι συνεταιρισμοί μπορούν, αντί να οικοδομήσουν τον σοσιαλισμό σε πείσμα της αγοράς, του κράτους και της οικογένειας, να λειτουργήσουν προς όφελος αυτών των θεσμών σε πείσμα των σοσιαλιστικών σπερμάτων που φέρουν.

Οι προοπτικές στην Ελλάδα σήμερα

Τέτοιου είδους προοπτικές υπάρχουν άραγε στη σημερινή Ελλάδα; Μια περιγραφή της κατάστασης στην οποία βρίσκονται οι συνεταιρισμοί ίσως κομίζει μια πρώτη απάντηση. Πολλοί συνεταιρισμοί στην Ελλάδα σήμερα έχουν απολέσει τη σοσιαλιστική προοπτική τους. Ο σφιχτός εναγκαλισμός του κράτους έχει μετατρέψει πολλούς από αυτούς σε φορείς διεκπεραίωσης των υποθέσεων των μελών τους απέναντι το κράτος. Η πίεση της αγοράς υποχρέωσε άλλους να τεθούν ουσιαστικά εκτός λειτουργίας και άλλους να μετατραπούν σε κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις. Εκείνοι δε που παραμένουν ζωντανοί λειτουργούν ως κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις στις σχέσεις τους με την αγορά, ενώ οι συνεταιριστικές αρχές στις οποίες βασίζονται οι σχέσεις στο εσωτερικό τους μοιάζουν πολλές φορές ως αντίδοτο σε ματαιωμένες ατομικές και οικογενειακές στρατηγικές. Οι διαπιστώσεις αυτές μπορούν να μας προσφέρουν μερικά χρήσιμα συμπεράσματα. Πρώτον, ο προσανατολισμός των συνεταιρισμών μπορεί ν’ αποτελέσει αντικείμενο πάλης με διαφορετικά αποτελέσματα. Δεύτερον, οι αγοραίες, οι κρατικές και οι μικροαστικές, ατομικές ή οικογενειακές, πιέσεις εξακολουθούν να θέτουν τα βασικά εμπόδια τα οποία εμποδίζουν την ανάδυση και ανάπτυξη των συνεταιρισμών. Τρίτον, η ολομέτωπη επίθεση της αγοράς προκαλεί τη συρρίκνωση τόσο του κοινωνικού κράτους όσο και της οικογένειας, που ανελάμβανε σημαντικές λειτουργίες του τελευταίου. Αυτή η εξέλιξη επηρεάζει αρνητικά τη δυνατότητα εκπόνησης μικροαστικών στρατηγικών, ατομικών ή οικογενειακών, γεγονός που απελευθερώνει όλο και μεγαλύτερο αριθμό συμπατριωτών μας από την μέγγενη του μικροαστισμού και τον υποχρεώνει να αναζητήσει εργασιακή διέξοδο με άλλο τρόπο. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται φυσικά όλο και περισσότεροι πτυχιούχοι. Στον όλο και διευρυνόμενο χώρο λοιπόν όπου συναντιέται η μεγαλύτερη ανάγκη με τις μεγαλύτερες προσδοκίες και τις μικρότερες ιδεολογικές και ψυχολογικές αγκυλώσεις, εκεί πρέπει να ψάξουμε τους νέους συνεταιριστές.
Οι συνεταιρισμοί έχουν αποδείξει την ικανότητά τους να αναλαμβάνουν την παραγωγή, την προμήθεια, το εμπόριο, τη διανομή των αγαθών και την πίστωση, με λίγα λόγια όλες τις οικονομικές λειτουργίες. Η αναγκαιότητα οικοδόμησης τους σε περίοδο οικονομικής κρίσης και ανέχειας είναι πρόδηλη. Η συνεταιριστική ιδεολογία και πρακτική είναι κάθε άλλο παρά διαδεδομένες. Ωστόσο, έχουμε ήδη γνωρίσει τους πιονιέρους τους.

Τι είναι η Κοινωνική Οικονομία;

Αφιέρωμα του Red Notebook
Του Πέτρου Σταύρου

1) Η Κοινωνική Οικονομία σε κανονικές συνθήκες μιας καπιταλιστικής οικονομίας

Βασικό και κοινό στοιχείο όλων των ορισμών της Κοινωνικής Οικονομίας είναι η διαπίστωση πως αυτή βρίσκεται μεταξύ του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. Στην ουσία, μια παραγωγική μονάδα της κοινωνικής οικονομίας θεωρείται αυτόνομη τόσο σε σχέση με τους σκοπούς του Κεφαλαίου όσο και σε σχέση με τη διοίκηση του κράτους. Πρόκειται για καθαρά ιδιωτική επιχείρηση αλλά με τους κοινωνικούς σκοπούς να υπερτερούν των κερδοσκοπικών και το ανοικτό και συνεταιριστικό σύστημα συμμετοχής των μελών να διαφέρει τόσο από το μετοχικό σύστημα των επιχειρήσεων όσο και από το διοικητικό έλεγχο των ΔΕΚΟ.

Ο παραπάνω ορισμός μπορεί να περιγράφει τα χαρακτηριστικά των παραγωγικών μονάδων της κοινωνικής οικονομίας δεν εξηγεί όμως το γιατί αυτές υπάρχουν τόσο σε συνθήκες οικονομικής ομαλότητας και σταθερής ανάπτυξης όσο και σε συνθήκες οξείας κρίσης των καπιταλιστικών παραδειγμάτων οργάνωσης της οικονομικής δραστηριότητας. Ενώ η ύπαρξη των καθαρά δημόσιων επιχειρήσεων μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός πως το κεφάλαιο δεν μπορεί να επενδύσει, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια ενός επενδυτικού κύκλου, μαζικά σε υποδομές και δίκτυα που σκοπό έχουν την αναπαραγωγή κάποιων συνολικών συνθηκών και όρων αναπαραγωγής της καθαρά καπιταλιστικής παραγωγής, (Ενέργεια, Συγκοινωνίες, Μεταφορές, Τηλεπικοινωνίες κλπ), ή μερική ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας ακόμα και σε εμπορευματικούς τομείς που δραστηριοποιείται, κατά κόρον, η καπιταλιστική ιδιωτική επιχείρηση χρήζει μιας πιο επίμονης ανάλυσης. Για την οικονομία του κειμένου θα αρκεστούμε σε μια μόνο επισήμανση: Για λόγους που άπτονται των όρων αξιοποίησης του κεφαλαίου, η «χωρητικότητα» της αγοράς εργασίας (μισθωτοί εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα), υπό κανονικές καπιταλιστικές συνθήκες, είναι πάντα περιορισμένη. Στην πραγματικότητα, οι κανονικές συνθήκες της κεφαλαιακής αξιοποίησης απαιτούν μια λεπτή ισορροπία μεταξύ της ύπαρξης ενός ικανού εφεδρικού στρατού ανέργων (για να πιέζει προς τα κάτω τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων) και ενός εκτεταμένου χώρου απασχόλησης απλών εμπορευματοπαραγωγών, είτε με την μορφή των ελεύθερων επαγγελματιών είτε με τη μορφή συνεργατικών σχημάτων της κοινωνικής οικονομίας (ως βαλβίδα εκτόνωσης από την κοινωνική πίεση της ανεργίας). Η συνθήκη ύπαρξης της κοινωνικής οικονομίας είναι εγγεγραμμένη σε αυτό που η μαρξιστική θεωρία ονομάζει Καπιταλιστικό Τρόπο Παραγωγής (ΚΤΠ) ως ειδική άρθρωση ενός κυρίαρχου τρόπου παραγωγής με πολλούς δευτερεύοντες.

Στο παρόν κείμενο και αμέσως παρακάτω θα υποστηριχθεί πως η πρόσφατη οικονομική κρίση, ως κρίση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος,  χτύπησε με τέτοια σφοδρότητα που έχει διαταράξει το συσχετισμό δύναμης μεταξύ των επιμέρους τρόπων παραγωγής εντός του συνολικού ΚΤΠ. Πρόκειται για μια εξέλιξη που θα πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε διαφορετικά την έννοια της κοινωνικής οικονομίας και να την τοποθετήσουμε εντός ενός νέου πεδίου πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης.

2) Η οικονομική λειτουργία του νεοφιλελεύθερου παρεμβατισμού πριν και κατά τη διάρκεια της κρίσης

Αντίθετα με ό,τι διακηρύσσεται, το κράτος του νεοφιλελευθερισμού είναι μεγάλο και τείνει να γίνει μεγαλύτερο στη περίοδο που ο νεοφιλελευθερισμός συναντιέται με την έντονη χρηματιστηριοποίηση της οικονομίας. Μπορεί να ελαχιστοποιούνται οι κρατικές επενδυτικές δαπάνες όπως και οι κοινωνικές δαπάνες αλλά κάπου άλλου το κράτος αυτό διογκώνεται και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό από κει που αυτό συρρικνώνεται.  Η πρόσφατη τραπεζική κρίση μετεξελίχθηκε πολύ γρήγορα σε κρίση δημόσιων ελλειμμάτων όταν το κράτος προσπάθησε να κοινωνικοποιήσει τις ζημιές τους. Η λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ ως δανειστής της έσχατης προσφυγής προσφέρει και αυτή με την σειρά της σωτηρία στην απαξίωση των τραπεζικών ιδρυμάτων με το να τοποθετεί αντιστάσεις στη πτώση του ενεργητικού τους. Το ίδιο κάνουν και οι ευρωπαϊκές «ανακαλύψεις» με τα αρκτικόλεξα EFSF (ο μηχανισμός στήριξης), LTRO (φθηνός δανεισμός των εμπορικών τραπεζών από την ΕΚΤ) και  ELA (έκτακτη βοήθεια ρευστότητας).

Αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος παρέμβασης της νεοφιλελεύθερης οικονομικής εξουσίας, που προϋπάρχει της κρίσης, ενθαρρύνει το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο να αναλαμβάνει ρίσκα και να δημιουργεί υπερμόχλευση (εφόσον έχει την κάλυψη του κράτους σε περίπτωση ζημιών), καταστάσεις, που και οι δύο κυοφορούν μέσα τους τη μόνιμη χρηματοπιστωτική αστάθεια. Πρόκειται για την ακριβώς αντίθετη πολιτική από αυτή που θα ακολουθούσε μια κευνσιανικής εμπνεύσεως «θανάτωση» του ραντιέρη ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάκαμψη της μη χρηματιστικής οικονομίας. Η σωτηρία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με τη διοχέτευση τεράστιων πόρων για τη «θεραπεία» του ενεργητικού τους τα καθιστά πρακτικώς ανενεργά (απέχουν από τις συνήθεις τραπεζικές λειτουργίες τους) και σε κατάσταση αναμονής έτσι ώστε να συμβεί πρώτα και από μόνη της η ανάκαμψη της μη χρηματιστικής οικονομίας. Τα μεγάλα ελλείμματα του κράτους – σωτήρα του τραπεζικού συστήματος πυροδοτούν πολιτικές ύφεσης και εκκαθάρισης της αγοράς από αντιπαραγωγικά κεφάλαια και ανθρώπινο δυναμικό (ανεργία). Στο πλαίσιο ενός υφεσιακού σπιράλ απενεργοποιούνται οι κλασσικές πολιτικές επηρεασμού του συνολικού όγκου των επενδύσεων. Οι ιδιωτικές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώνονται δραματικά λόγω έλλειψης προσδοκιών κερδοφορίας και οι «φιλικές», ως προς την επιχειρηματικότητα, πολιτικές μείωσης των επιτοκίων, των φόρων και των μισθών αδυνατούν να αντιστρέψουν την πορεία των επενδύσεων αφού οι πόροι που εξοικονομούνται από τις επιχειρήσεις δεν επενδύονται αλλά αποθεματοποιούνται.

Είναι αντιφατικό αλλά απολύτως πραγματικό. Η κοινωνικοποίηση των ζημιών του χρηματιστικού τομέα, δημιουργεί ύφεση, τεράστια ανεργία και γενικευμένη επενδυτική αποχή του ιδιωτικού τομέα. Το κράτος αναλαμβάνοντας το ρόλο του σωτήρα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων καταργεί και τον ελάχιστό ρόλο που είχε στον επηρεασμό  του συνολικού όγκου των επενδύσεων μέσω των φοροαπαλλαγών και των χαμηλών επιτοκίων. Εντός αυτού του νεοφιλελεύθερου πλαισίου δεν είναι το δημόσιο που αδυνατεί να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, είναι ο καπιταλιστικός – ιδιωτικός τομέας που δεν μπορεί (εδώ μπορεί να στηριχθεί και μια κριτική στο πρόγραμμα της ΝΔ και άλλων αστικών κομμάτων). Η ανάπτυξη του χρηματιστικού καπιταλισμού δημιουργεί την ανάγκη για έναν νεοφιλελεύθερο παρεμβατισμό ικανό να διαθέσει αμέτρητο χρήμα για τη διάσωση του. Αυτός αντί να σταθεροποιεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα  επιτείνει την αστάθεια του καθιστώντας, εν τέλει, και τις συνολικές επενδύσεις ιδιαίτερα ασταθείς και έτοιμες για καταβύθιση.

Από πού όμως μπορούν να προέλθουν οι επενδύσεις και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας αν ο καπιταλιστικός τομέας απέχει και το δημόσιο έχει διαφοροποιήσει το ρόλο του;

3) Η Κοινωνική Οικονομία ως μορφή κοινωνικοποίησης των επενδύσεων

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές πως βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής του σύγχρονου καπιταλισμού. Η εκτεταμένη κοινωνικοποίηση των ζημιών του χρηματοπιστωτικού τομέα αδρανοποιεί το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας και κυρίως αποσταθεροποιεί τις ιδιωτικές επενδύσεις. Το σπάσιμο αυτού του φαύλου κύκλου δεν μπορεί να επιτευχθεί αν δεν κοινωνικοποιηθεί ή ίδια η παραγωγή αν δηλαδή δεν περιοριστεί δραστικά ο ρόλος του κέρδους, ως κινήτρου επένδυσης, και αν δεν αντικατασταθεί, έστω και μερικά, από κοινωνικά κίνητρα και στόχους δημοσίου συμφέροντος. Στο σημείο αυτό μορφές κοινωνικής οικονομίας (συνεταιριστικές επιχειρήσεις, αλληλέγγυα δίκτυα, επιχειρήσεις δίκαιου εμπορίου, δημοτικές επιχειρήσεις, συμπράξεις ανέργων κλπ) μπορούν να αποτελέσουν την έναρξη ενός νέου, ενάρετου αυτή τη φορά, επενδυτικού κύκλου. Όμως, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι μπορεί να ξεκινήσει και να αναπτυχθεί ένας νέος κύκλος κοινωνικοποιημένων επενδύσεων απλώς και μόνο με την αριθμητική αύξηση των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας. Εκείνο που χρειάζεται, παράλληλα, είναι και η καθιέρωση ενός δημοκρατικού σχεδιασμού της συνολικής οικονομίας με νέες  θεσμικές, διοικητικές και χρηματοδοτικές δυνατότητες.

Οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις καθώς και όλες οι μορφές παραγωγικών μονάδων της κοινωνικής οικονομίας συνεχίζουν και αποτελούν μορφές ιδιωτικών παραγωγών που λειτουργούν δίπλα σε καθαρά καπιταλιστικές επιχειρήσεις και ως εκ τούτου διακατέχονται από υποκειμενικούς σκοπούς αν όχι του κέρδους, τουλάχιστον, κάποιας μορφής πλεονασμάτων. Για να επιτελέσουν κάτι ριζικά διαφορετικό από τον συμπληρωματικό και περιορισμένο ρόλο που έχουν εντός του ΚΤΠ θα πρέπει να ενταχθούν σε έναν δημοκρατικό σχεδιασμό της συνολικής οικονομίας ως οικονομίας των κοινωνικών αναγκών. Εντός αυτού του νέου σχεδιασμού οι υποκειμενικοί σκοποί των μεμονωμένων επιχειρήσεων δεν χάνονται αλλά αποκτούν νέες λειτουργίες και εξυπηρετούν νέες αναγκαιότητες. Αυτό που θα στηρίξει τις μορφές της κοινωνικής οικονομίας και που θα τους δώσει την ευκαιρία να αναπτυχθούν είναι αυτό που ο Μαρξ ονομάζει «Γενικό Φωτισμό» και που εμβαπτίζει όλα τα χρώματα της φύσης μεταλλάσσοντάς τα  στην ιδιαιτερότητά τους.