Αγαπημένε Che

Σήμερα συμπληρώνονται 46 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε. Το Barikat δημοσιεύει, στα πλαίσια αυτής της ημέρας μνήμης, μια συνέντευξη ενος από τους σημαντικότερους ανθρώπους της διανόησης του πολιτισμού στην αμερικανική ήπειρο, του Eduardo Galeano στον Iosu Perales που δημοσιεύθηκε στο βιβλιo με τίτλο «Αγαπημένε Che».

 

 

 

Ας αρχίσουμε την συζήτηση μιλώντας για την προσωπικότητα του Τσε. Ο αντάρτης της Σιέρα Μαέστρα, ο μύθος της Βολιβίας, είναι ίσως ο πιο γνωστός παγκοσμίως. Ωστόσο ο Τσε έχει μια πολύπλευρη συνεισφορά, που επικεντρώνεται στην ανάδειξη του υποκειμενικού παράγοντα της επανάστασης. Αναδεικνύεται δηλαδή, στα γραπτά του, στην συμπεριφορά του, ο ρόλος του ανθρώπου στον μετασχηματισμό της κοινωνίας , η σταθερή του προσήλωση στην ουτοπία του κομμουνισμού.

Τον κατηγόρησαν για βολονταρισμό επειδή επέμενε πολύ στον παράγοντα άνθρωπο. Εγώ πιστεύω ότι αυτό δεν είναι βολονταρισμός, με την αστική έννοια, αλλά απλή επαναφορά στην πραγματικότητα αυτού που είναι αυτονόητο, γιατί οι αιτιοκρατικές μηχανιστικές αντιλήψεις, για τις οποίες ο Μαρξ δεν ευθύνεται, θέτουν την ελευθερία έξω από τον άνθρωπο, όπως ο Πλεχάνοφ που σε ορισμένα γραπτά του, μοιάζει να υποβαθμίζει την ελευθερία του ανθρώπου, στην ελευθερία που έχει το φεγγάρι να περιστρέφεται γύρω από την γη. Ο Τσε τοποθετεί την ελευθερία στην συνείδηση και στον πρωταγωνιστικό ρόλο που αυτή παίζει στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι οικονομίστικες αντιλήψεις προδίδουν τον μαρξισμό, και τον υποβαθμίζουν σε έναν απλό ωρολογιακό μηχανισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο σοσιαλισμός είναι εφικτός επειδή ήρθε η ώρα του και έχει ήδη καθοριστεί τι πρέπει να συμβεί. Ακόμα και με το άσθμα του ήταν ολοκληρωμένος. Θα πρέπει να σημειώσουμε το ιστορικό γεγονός ότι στον Τσε δεν υπήρχε αντίφαση σε αυτό που είπε και σε αυτό που έκανε, και αυτό είναι που δεν του συγχωρούν οι δογματικοί. Αμφισβήτησε την εξουσία και το χρήμα και έπαιξε τη ζωή του κορώνα-γράμματα. Τοποθετήθηκε ενάντια σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα με δύο μέτρα και σταθμά. Ο Τσε προειδοποιούσε για τον κίνδυνο της απληστίας, λέγοντας «προσέξτε  τους κινδύνους της απληστίας» και γι αυτό, αυτοσαρκαζόταν που τα χαρτονομίσματα είχαν την υπογραφή του, όταν ήταν πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας.Έλεγε, προσέξτε τις παραχωρήσεις που κάνουν τον εγωισμό κινητήριο μοχλό της επανάστασης και της ζωής, γιατί αυτές οι παγίδες με έναν μαγικό τρόπο βάζουν τέλος στην επανάσταση , εμπεριέχονται μέσα στην κοινωνική επανάσταση και επιβιώνουν στον καπιταλισμό, σαν ένα δηλητήριο που μπορεί να γαμήσει την διαδικασία οικοδόμησης της νέας κοινωνίας.

Μιλάτε για έναν εξαιρετικό άνθρωπο. Πολλές φορές όμως αναρωτιέμαι, ότι δεν έχουμε σταματήσει να εξιδανικεύουμε τον Τσε, οικοδομώντας μια θεϊκή εικόνα γι αυτόν, και παρασυρόμαστε σε αυτό, γιατί τελικά έχουμε ανάγκη από έναν νέο θεό.

Μετά τον θάνατό του, το σύστημα διαπίστωσε ότι αυτό που αντιπροσώπευε ο Τσε ήταν πολύ επικίνδυνο, και στην συνέχεια προσπάθησε να το ελέγξει. Πώς να το πω; Η προσπάθεια εμπορευματοποίησής του επιχείρησε να λανσάρει ένα είδος Mπούφαλο Μπίλ της αριστεράς. Ταυτίζουν τον Τσε με την ένοπλη βία και προσπαθούν να υποβαθμίζουν το έργο και την σκέψη του, μόνο στο στρατιωτικό τομέα. Ακόμα και η αριστερά το άφησε να πλανάται, δεν έχει βέβαια σημασία, γιατί ένας μύθος αληθινός και όχι ψεύτικος, είναι ένας μύθος επικίνδυνος. Ο Τσε θα μπορούσε να κάνει λάθος σε κάποια ζητήματα. Η αποτυχία στη Βολιβία δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από την προδοσία της αριστεράς εκεί, αλλά θεωρώ ότι ήταν λάθος εκτίμηση του χρόνου και του τόπου. Επέλεξε ένα μέρος αραιοκατοικημένο, ερημωμένο, που η αγροτική μεταρρύθμιση θα έκανε περισσότερο κακό παρά καλό, και η γενικότερη κατάσταση δεν ήταν αυτή που πίστευε. Εκεί διεξήχθη ένας διάλογων κωφών, για τον αντάρτικο «εστιασμό» και το χώρο , για το αν είναι η υποτιθέμενη σπίθα που θα αναφλέξει το λιβάδι ή αν το λιβάδι ήταν ευνοϊκό για τη σπίθα. Ο Τσε και οι άνθρωποί του βρισκόταν σε απόλυτη μοναξιά. Όμως το ουσιαστικό μήνυμά του δεν ήταν σε λάθος χρόνο και τόπο, παρότι αλλοιώθηκε με μια εικόνα του, που εμφανίζεται ως κυρίαρχη και έφτασε σε σημείο να υποβαθμίσει και να αμβλύνει την ουσία, που αναπαράγεται στο χρόνο. Με άλλα λόγια, το μήνυμά του ξεπερνάει την αντίληψή του για τον «εστιασμό», και μπορεί να συζητηθεί, να αμφισβητηθεί και να τροφοδοτηθεί με επιχειρήματα.

Θέλετε να πείτε, ότι το σημαντικό είναι η ουσία και όχι το φαινομενικό και συγκυριακό;

Φυσικά, τα γεγονότα ολοκληρώνονται όταν αποδεικνύονται. Η αντίληψή του για την διεύρυνση και όχι την απομόνωση της επανάστασης – αυτό ήταν το δράμα της επανάστασης στην Σοβιετική Ένωση – είναι το σημαντικό. Η αντίληψη του εξειδικεύεται για την επανάσταση σε όλη την ήπειρο (Λατινική Αμερική). Και νομίζω ότι ο Τσε είχε πάντα την ανησυχία να μην καταλήξει η Κούβα ένα είδος «λεκέ στη θάλασσα», μια εξαίρεση στον κανόνα. Δυστυχώς, δεν έζησε για να δει την νίκη της Επανάστασης στη Νικαράγουα, που ήταν μια επιβεβαίωση ότι η Κούβα δεν είναι μόνη. Από το 1979 εκεί κάτω, η ίδια η κουβανική επανάσταση που έπαιξε ζωτικό ρόλο στον θρίαμβο των Σαντινίστας, κατά κάποιο τρόπο τροφοδοτείται από την εμπειρία της Νικαράγουα. Γι’ αυτό, και σωστά λένε οι Νικαραγουάνοι ότι δεν πρόκειται να κάνουν μια άλλη Κούβα, αλλά μια άλλη Νικαράγουα. Αλλά αυτή η εμπειρία, η οποία δεν είναι πρότυπο, δεν αντιγράφεται, επηρεάζει την Κουβανική εμπειρία και το αντίστροφο. Είναι αναγκαίος ο διάλογος, και οι διάλογοι που γίνονται με τον καθρέπτη ή τον τοίχο, δεν είναι πραγματικοί. Αυτό που είναι λυπηρό είναι ότι ο Τσε δεν πρόλαβε να δει με τα μάτια του, να αισθανθεί τα νέα επαναστατικά σκιρτήματα της Λατινικής Αμερικής.

Μου φαίνεται ελκυστική η ιδέα των κατόπτρων, με την έννοια ότι ένα μόνο, δεν είναι αρκετό. Δεν νομίζω ωστόσο ότι η στρατηγική του Τσε για την Λατινική Αμερική ήταν τόσο μονολιθική.

Η ιστορία της Λατινικής Αμερικής είναι μία ιστορία τρελή, και η πραγματικότητά της είναι πολύπλευρη και σύνθετη, και απαιτείται πάνω από ένας καθρέπτης για να εξετάσουμε το υπόλοιπό της πρόσωπο. Και γι αυτό, τα συστήματα της Λατινικής Αμερικής βαδίζουν αργά ή γρήγορα στο τέλος τους και θα ναυαγήσουν πάνω στα βράχια της πραγματικότητας. Ο Τσε δεν έκανε λάθος όταν έλεγε ότι οι επιφανειακές αλλαγές δεν θα επιβιώσουν, και οι βαθιές αλλαγές απαιτούν την αναγκαία βία, αλλά είπε επίσης ότι δεν πρέπει να υπάρχει σύγχυση, ότι ο ένοπλος αγώνας για να αποκρυσταλλώσει αυτές τις βαθιές αλλαγές, απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις και όταν υπάρχει ανοικτό πολιτικό πεδίο πρέπει τα βήματά μας να είναι πολύ προσεχτικά. Πολλές γκάφες έγιναν επικαλούμενες τον Τσε, ενάντια στις παραινέσεις του και σε αντίθεση με τις θέσεις του.

Με σοκάριζε πάντα αυτή η ιδέα του Τσε, ότι ο επαναστάτης πρέπει πάντα να κινείται με συναισθήματα αγάπης. Όταν χρειάζεται να συσσωρευτεί τόσο μίσος, ώστε να πούμε «φτάνει πια», πως είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτή η αρμονία αγάπης και μίσους;

Πιστεύω ότι η αγάπη και το μίσος πάνε μαζί, είναι απόλυτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Όποιος αγαπά την ελευθερία, μισεί το αντίθετό της, κάθε αγάπη που δεν περιλαμβάνει το μίσος είναι ατελής και υποκριτική. Σε αυτή την ιδέα του Τσε δεν υπάρχει ίχνος πουριτανισμού. Η πραγματικότητα της ζωής δεν έχει καμία σχέση με την υποκριτική ηθική.

Ο Τσε ζει;

Κοίτα, σε μια γη σαν την Λατινική Αμερική, που η ασθένεια της ανικανότητας είναι χρόνια και που στο όνομα του ρεαλισμού κηρύσσουν την παραίτηση και μας καλούν να περιμένουμε και να περιμένουμε, ελπίζοντας να κουραστούμε από την αναμονή, ο Τσε είναι ο ανυπόμονος, ο άνθρωπος της ελπίδας και γι’αυτό είναι ένας προφήτης, ένας είδος Ησαΐα της Λατινικής Αμερικής, ένας κήρυκας μιας άλλης εποχής. Ίσως πρέπει να πούμε ότι και εμείς επίσης, έχουμε την υπομονή να περιμένουμε τον Τσε, την επιστροφή του Τσε. Σίγουρα, ο Τσε ζει στον καθένα που πιστεύει σε αυτά που ο ίδιος πίστευε, και ζει μέσα στα μεγάλα λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα, σε αυτή τη γη που δεν την έχει καταδικάσει κανένας θεός σε αυτή την δυστυχία.

 

Πηγή: Nuestra America, 2003 (Fuente: SoloLiteratura.com y Bolivianet.com). Μετάφραση κειμένου: Βαγ. Γονατάς & Λ. Κωνσταντίνου από το Guevaristas

 

https://barikat.gr/content/agapimene-che

Η διαλεκτική του μαζικού συνεκτικού κόμματος

Του Μίμο Πορκάρο

Η συζήτηση για το μετασχηματισμό του ΣΥΡΙΖΑ απασχολεί τις διαδικασίες του αυτή την περίοδο. Ποιο είναι όμως το βάθος της συζήτησης που διεξάγεται; Η συζήτηση γίνεται ελλείψει μιας θεωρίας αλλά και μιας πολιτικής για το φορέα και τη μορφή του. Έτσι, εύκολα, είτε ξεπέφτει στη σύγκριση ή την αντιπαραβολή με κάποια μοντέλα (ΚΚΕ και ΚΚΕ-εσ. της μεταπολίτευσης, Συνασπισμός κλπ.) που δεν μπορούν να απαντήσουν το ζήτημα, είτε επικεντρώνεται σε ορισμένα μόνο οργανωτικά θέματα και μέτρα. Όταν μάλιστα αυτά εντοπίζονται με κριτήριο κύρια τους εσωτερικούς συσχετισμούς της στιγμής και ξεχνιέται το έργο που πρέπει να επιτελέσει αυτός ο φορέας και η σχέση του ευρύτερα με την κοινωνία, τότε τα πράγματα γίνονται ακόμα πιο περιοριστικά. Από αυτή την άποψη θα είχε ενδιαφέρον η μελέτη και άλλων εμπειριών ή συνεισφορών στο θέμα. Η εφημερίδα Δρόμος  της Αριστεράς δημοσίευσε ένα άρθρο του Ιταλού διανοητή Μίμο Πορκάρο που γράφτηκε το 2006. Το άρθρο προσεγγίζει τη διαλεκτική σχέση του «τυπικού κόμματος» με αυτό που περιγράφει ως «πραγματικό κόμμα» και την έννοια του «συνεκτικού κόμματος» σε σχέση με τα κινήματα και το σύγχρονο ρόλο τους.

***

Η βασική λειτουργία των κομμάτων του εργατικού κινήματος, των αγροτικών και λαϊκών κινημάτων, υπήρξε αυτή του μετασχηματισμού ενός μεγάλου μέρους των υποτελών τάξεων σε (δυνητικά ή πραγματικά) ηγεμονικές.

Αυτή η βασική λειτουργία προωθούνταν μέσα από διάφορες δευτερεύουσες λειτουργίες: την κοινωνικοποίηση των μαζών, τη συγκρότηση δικτύων συνεταιριστικής οικονομίας, την πολιτιστική παραγωγή, την ιδεολογική προπαγάνδα, την κοινοβουλευτική εκπροσώπηση, την πολιτική καθοδήγηση.

Όμως από την αρχή έγινε αντιληπτό πως όλες αυτές οι λειτουργίες δεν είναι δυνατόν να προωθούνται μόνο από το κόμμα. Αυτές προωθούνται (μερικά ή συνολικά) και από άλλους οργανισμούς, κάποτε προϋφιστάμενους του κόμματος που στην πορεία απέκτησαν μια σχέση μαζί του (ΣτΜ. εξάρτησης, ένταξης), κάποτε πάλι, δημιουργημένοι από το κόμμα διατηρώντας όμως μια σχετική αυτονομία από αυτό.

Έτσι, από την αρχή, το «καθεαυτό» κόμμα, δηλαδή ο φορέας που εγγυάται το μετασχηματισμό των υποτελών τάξεων σε ηγεμονεύουσες τάξεις, «χωρίζεται στα δύο». Από τη μια μεριά υπάρχει το τυπικό κόμμα, που λειτουργεί σύμφωνα με ένα καταστατικό που έχει συγκεκριμένες διαδικασίες εγγραφής μελών, με μια ιδεολογική ταυτότητα και ένα συγκεκριμένο όνομα (π.χ. ΚΚΙ). Όμως, παράλληλα με αυτό, υπάρχει το πραγματικό κόμμα που αποτελείται από ένα ή περισσότερα τυπικά κόμματα και από όλους τους άλλους οργανισμούς (εθνικού ή υπερεθνικού επιπέδου) που με τον ένα ή τον άλλο τρόπο επιτελούν λειτουργίες κόμματος: σύλλογοι, συνδικάτα, συνεταιρισμοί, πολιτιστικές ομάδες, εφημερίδες και εκδοτικοί οίκοι, κύκλοι διανοουμένων, ακόμη και κομμάτια του κρατικού μηχανισμού. Οι διαφορετικοί οργανισμοί που συνθέτουν το πραγματικό κόμμα δεν συνδέονται με ένα καταστατικό, αλλά σε μια πολιτική βάση (ΣτΜ. vincolo politico), λιγότερο σταθερή και πιο ευέλικτη, που εύκολα μπορεί να αλλάζει.

Η πορεία κάθε τυπικού κόμματος μπορεί να ερμηνευτεί μόνο σε συνάρτηση με τη δραστηριότητα του πραγματικού κόμματος στο οποίο εντάσσεται. Για παράδειγμα, θα ήταν αδύνατο να κατανοήσουμε την ιστορία της τελευταίας περιόδου του ΚΚΙ, χωρίς να μελετήσουμε το ρόλο της «αστικής προοδευτικής» εφημερίδας La Repubblica, που σε κάποιες κρίσιμες στιγμές λειτούργησε ως πολιτική διεύθυνση στο εσωτερικό του κόμματος, προωθώντας παράλληλα μια ιδεολογική προπαγάνδα προς τα έξω. Ή ακόμη την παλαιότερη ιστορία του, χωρίς να αναφερθούμε στην επίδραση του ΚΚΣΕ ή στην παρουσία φιλοκομμουνιστικών τάσεων στο εσωτερικό του Σοσιαλιστικού Ιταλικού Κόμματος που κι αυτές αποτελούσαν συνιστώσες του πραγματικού κόμματος που κινούνταν στις παρυφές του ΚΚΙ.

Και επίσης, τη δύσκολη μετάβαση που ξεκίνησε μετά το 1989 δεν την διαχειρίστηκαν τα τυπικά κόμματα (που τότε αντιμετώπιζαν βαθύτατη κρίση) αλλά αυτό που ορίζουμε ως πραγματικό κόμμα, που αποτελούνταν από τον Σύνδεσμο Βιομηχάνων (την Κονφιντούστρια), μερικά υπουργεία (ειδικά σχετικά με την οικονομία), από τα συνδικάτα, από εφημερίδες, τμήματα κομμάτων και ένα τμήμα πολιτικών. Ένα πραγματικό κόμμα που το επιτελικό κέντρο του βρισκόταν στην Ιταλική Τράπεζα.

Η σχέση ανάμεσα στο τυπικό και το πραγματικό κόμμα

Η παρουσία του πραγματικού κόμματος γίνεται πιο ορατή σε περιόδους κοινωνικής κρίσης και ασυγχρονίας των κοινωνικών και πολιτικών δυναμικών εκπροσώπησης (η ιδέα του πραγματικού κόμματος ωρίμασε μέσα μου μελετώντας τις σελίδες που αφιερώνει ο Γκράμσι στην πολιτική κρίση της Ιταλίας). Όμως, το πραγματικό κόμμα δεν συγκροτείται μόνο σε περιόδους κρίσης, μάλλον θα έλεγε κανείς πως είναι η «κανονική» λειτουργία ενός δοσμένου κοινωνικού συστήματος. Είναι απότοκο πολύπλοκων κοινωνικών διεργασιών: κάποιων ιδιαιτεροτήτων (π.χ. ανάγκη ειδικών) που καθιστούν αδύνατη τη διαχείριση της κοινωνίας μόνο με τις γνώσεις που διαμορφώνονται στο κόμμα ή στο κράτος, τον πολλαπλασιασμό των κοινωνικών και πολιτικών παραγόντων, της πολιτικοποίησης πολλών πλευρών της ζωής. Όλα αυτά συντελούν ώστε η πολιτική να ξεπηδάει από παντού και να μπορεί να ερμηνευτεί ακόμη και από όποιον δεν εμφανίζεται εξ αρχής ως «γενικό» υποκείμενο. Και τροποποιούνται έτσι οι αντιλήψεις για ένα μοναδικό πολιτικό υποκείμενο.

Κάθε σημαντικό κόμμα, δηλαδή κάθε κόμμα που παίζει καθοριστικό ρόλο στο εσωτερικό της κοινωνίας, είναι λοιπόν πάντα ένα πραγματικό κόμμα. Αν δεν συμβαίνει αυτό, τότε δεν έχει καμία πιθανότητα να έχει την ηγεμονία. Από την άλλη μεριά, το πραγματικό κόμμα αποτελείται σχεδόν πάντα από ένα ή περισσότερα τυπικά κόμματα, αλλά μπορεί, σε συγκεκριμένες περιστάσεις, να μη συμβαίνει αυτό και να φτιάχνει για τις ανάγκες της συγκυρίας συντονιστικά και επιτελεία ad hoc, λιγότερο ή περισσότερο σταθερά ή ευέλικτα. Προφανώς η παρουσία αποτελεσματικών τυπικών κομμάτων μπορεί να ενισχύσει το πραγματικό κόμμα, όμως μόνο στην περίπτωση που αυτά είναι σε θέση να αξιολογήσουν αποτελεσματικά τις δυνατότητες που τους προσφέρει το πραγματικό κόμμα.

Η ιστορία των κομμάτων είναι η ιστορία της διαλεκτικής σχέσης ανάμεσα στο τυπικό και το πραγματικό κόμμα. Και εννοούμε μια διαλεκτική «σχεδόν χεγκελιανή» με την έννοια ότι, ακριβώς για να ανταποκριθεί στα καθήκοντα που του ανάθεσε η κοινωνία, που δεν μπορεί να φέρει σε πέρας μόνο του, το τυπικό κόμμα χρειάζεται να συνδεθεί με το «αντίθετό» του, δηλαδή με το πραγματικό κόμμα. Μπορούμε να πούμε πως η πρόσφατη εξέλιξη των κομμάτων σηματοδοτεί τη νίκη του πραγματικού επί του τυπικού κόμματος, από την άποψη ότι, λόγω των βαθιών κοινωνικών διεργασιών που προαναφέραμε, οι δομές που είναι διαφορετικές από το τυπικό κόμμα γίνονται όλο και πιο βαρύνουσες και αυτόνομες, όλο και πιο ικανές για πολιτική δράση. Ακόμη και η πολιτική ηγεσία των κομμάτων είναι όλο και περισσότερο αποτέλεσμα της διαρκούς μεσολάβησης ανάμεσα στους διάφορους οργανισμούς του πραγματικού κόμματος, που ο καθένας έχει τη δική του στρατηγική. Και τούτο ισχύει τόσο για τα «αστικά» όσο και για τα «προλεταριακά» κόμματα.

Στο πλαίσιο αυτό, τα παλιά και τα νεότερα τυπικά κόμματα που συμμετέχουν ή πρόκειται να συμμετάσχουν στο «μέτωπό» μας, μάλλον θα πρέπει να αποκτήσουν τα χαρακτηριστικά αυτού που ονομάζω «συνεκτικό μαζικό κόμμα». Θα εξηγήσω τι εννοώ με τον ορισμό αυτόν.

Από κόμματα μαζών, οργανισμοί κορυφής

Τα εργατικά κόμματα και γενικότερα τα αριστερά κόμματα του 20ού αιώνα, σε γενικές γραμμές είχαν την εξής εξέλιξη. Γεννήθηκαν σαν κόμματα των μαζών, δηλαδή σαν κόμματα που είχαν κύριο στόχο να κοινωνικοποιήσουν τις μάζες και να τις βοηθήσουν να πρωταγωνιστήσουν στους κρατικούς θεσμούς για να τους τροποποιήσουν ριζικά. Λίγο-λίγο η δραστηριότητα των κομμάτων προσανατολίστηκε στις εκλογικές διαδικασίες, με αποτέλεσμα αυτά να μετατραπούν σε εκλογικούς μαζικούς σχηματισμούς, παραχωρώντας σε άλλες δομές (μαζικούς φορείς, δημόσιο σχολείο, τηλεόραση) τις διαδικασίες κοινωνικοποίησης. Ως αποτέλεσμα αυτής της αντίληψης, το μαζικό εκλογικό κόμμα μετατρέπεται αποκλειστικά σε εκλογικό κόμμα: τα καθήκοντα ανάλυσης της πραγματικότητας, της προπαγάνδας κ.λπ., που προηγούμενα προωθούσαν τα κομματικά μέλη, τώρα προωθούνται από επαγγελματίες και ειδικούς, που συχνά δεν είναι καν μέλη του κόμματος.

Στο τέλος αυτής της διαδικασίας τα κόμματα παρουσιάζονται ως στενοί οργανισμοί κορυφής, αρχηγοκεντρικοί οργανισμοί, με ισχυρή την παρουσία των κοινοβουλευτικών ομάδων και γενικά όλων όσων συμμετέχουν σε θεσμικά όργανα. Οι λειτουργίες κοινωνικοποίησης έχουν εγκαταλειφτεί εντελώς. Η θεωρητικο-πολιτιστική επεξεργασία, η μελέτη της κοινωνίας και η προπαγάνδα αφήνονται σταδιακά σε εξωκομματικούς υπεύθυνους. Τα κόμματα εξακολουθούν να παίζουν αποφασιστικό ρόλο στην επιλογή των πολιτικών προσώπων και στη νομιμοποίησή τους διά μέσου των εκλογών, στην απορρόφηση και διάθεση κονδυλίων (κι αυτό τους δίνει μεγάλη εξουσία). Αλλά (κι αυτό είναι ένα βασικό κριτήριο αξιολόγησης της απήχησης των κομμάτων στην κοινωνία), το πολιτικό προσωπικό προέρχεται όλο και λιγότερο από το κόμμα και όλο και περισσότερο από τις επιχειρήσεις, από τον κρατικό μηχανισμό, από την «κοινωνία των πολιτών».

Ακόμη και τα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς δεν ξεφεύγουν από αυτό το πλαίσιο: αν και εμφανίζονται τυπικά σαν κόμματα μαζών, δεν είναι πια τέτοια. Κι όχι μόνο επειδή είναι μικρά: αλλά κύρια επειδή η κοινωνικοποίηση των μαζών εξελίσσεται αλλού, και αυτά υποδέχονται κυρίως ενεργά μέλη, ενώ τα απλά μέλη, δηλαδή όσοι πλαισιώνουν το κόμμα σχεδόν αποκλειστικά για λόγους πολιτιστικούς και κοινωνικούς, γίνονται όλο και λιγότερα. Τα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς, ακόμη κι αν λειτουργούν τυπικά σαν μαζικά κόμματα, συχνά είναι «σύγχρονα κόμματα στελεχών» που αναθέτουν σε εξωτερικούς παράγοντες πολλές από τις λειτουργίες που παραδοσιακά χαρακτήριζαν ένα μαζικό κόμμα. Στις συνθήκες αυτές, τα κόμματα της ριζοσπαστικής Αριστεράς έχουν δύο επιλογές: Ή να προσπαθήσουν να ξαναγίνουν πραγματικά μαζικά κόμματα ή να συνειδητοποιήσουν ότι έχουν πάψει πια να αποτελούν το μοναδικό κέντρο κοινωνικοποίησης και το μόνο χώρο πολιτικής δράσης και έτσι να επιλέξουν τη λειτουργία συνεκτικής σύνδεσης των διάφορων αυτόνομων δομών όπου σήμερα διαρθρώνεται η πολιτική ζωή. Αυτή η δεύτερη επιλογή (που στις σημερινές συνθήκες και στον γεωγραφικό μας χώρο μοιάζει πιο ρεαλιστική) χαρακτηρίζει το συνεκτικό κόμμα, που βοηθά στη σύσφιγξη πολιτικών δεσμών ανάμεσα στους διάφορους οργανισμούς που συναποτελούν το πραγματικό κόμμα.

Συνάντηση με τις κινηματικές δομές

Η οικοδόμηση των συνεκτικών κομμάτων ευνοείται από τις παράλληλες διαδικασίες μετασχηματισμού των κινημάτων. Τα κινήματα δεν είναι πια ένας προσωρινός σχηματισμός που ή θα διαχυθεί στην κοινωνία ή θα μετασχηματιστεί σε κόμμα. Μάλλον είναι προϊόν της δυναμικής διαφόρων μορφών συλλογικοτήτων, διαφόρων φορέων επιφορτισμένων με πολλά καθήκοντα που πριν ήταν χαρακτηριστικά των κομμάτων. Πρέπει να υπογραμμίσουμε το γεγονός πως η διαφορά ανάμεσα στα τυπικά κόμματα και αυτούς τους θεσμούς κινήματος δεν βρίσκεται στο ότι τα πρώτα έχουν σταθερό και τα δεύτερα μεταβατικό χαρακτήρα, ούτε στο ότι τα πρώτα ασχολούνται με «γενικά» ζητήματα ενώ τα δεύτερα με εξειδικευμένα. Όπως αποδεικνύουν τα κινήματα των τελευταίων ετών, πολύ συχνά οι κινηματικές δομές είναι σταθερές και διαρκούν στο χρόνο και έχουν τη δυνατότητα γενικεύσεων. Κι αυτό είτε επειδή έχουν αυτά τα χαρακτηριστικά ήδη από τη γέννηση τους, είτε γιατί αντιλαμβάνονται αυτή την αναγκαιότητα στην πορεία της δράσης τους. Η διαφορά μάλλον βρίσκεται στο ότι τα πρώτα είναι κύρια προσανατολισμένα στον μετασχηματισμό του κράτους, ενώ τα δεύτερα στους συγκεκριμένους και άμεσους κοινωνικούς μετασχηματισμούς.

Η νέα πολιτική μορφή του εργατικού, αλλά και του κινήματος κοινωνικής χειραφέτησης, το σύγχρονο πραγματικό κόμμα που θα επιτρέψει στις καταπιεσμένες τάξεις και άτομα να καταστούν προοδευτικά ικανά να πάρουν τις τύχες τους στα χέρια τους, όσο αυτό είναι δυνατόν, θα γεννηθεί από τη συνάντηση συνεκτικών μαζικών κομμάτων και κινηματικών δομών ικανών για πολιτική πρωτοβουλία. Μια διασταύρωση που πρέπει να γίνει με μια αναγκαστική προϋπόθεση: ότι καμία από τις συνιστώσες του πραγματικού κόμματος δεν έχει εξ ορισμού ηγετική λειτουργία. Η συνεκτικότητα των στοιχείων του πραγματικού κόμματος μπορεί να γίνει τόσο από το τυπικό κόμμα (σαν συνεκτικό κόμμα) όσο κι από τη μία ή την άλλη δομή κινήματος: Πράγματι όλοι είναι ικανοί, σε γενικές γραμμές, να «καθοδηγήσουν» ανάλογα με τις περιστάσεις, το σύνολο όσων συμμετέχουν στο πραγματικό κόμμα.

Εδώ πρέπει να υπογραμμίσω πως σε αυτή την πληθώρα παραγόντων και ιδεολογικού και οργανωτικού πλουραλισμού (που είναι αναγκαία, αν και μη ικανή, συνθήκη για δημοκρατία στο εσωτερικό καθεμιάς συνιστώσας του πραγματικού κόμματος), η παρουσία ηγετικών ομάδων, μόνιμων ή προσωρινών, ικανών να προσανατολιστούν και να παρέμβουν σε κρίσιμες στιγμές της κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας (που αποτελεί τυπικό χαρακτηριστικό μιας πρωτοπορίας), δεν είναι απειλή, αλλά αντίθετα ένα πλεονέκτημα επιπλέον. Ο ρόλος της πολιτικής καθοδήγησης, όταν δεν είναι αποκλειστικό προνόμιο μιας δομής (όπως ένα κόμμα) και δεν δημιουργεί μια κάστα ηγετών που δεν τολμάει να κουνήσει κανείς από τη θέση τους, μπορεί να προωθηθεί τελικά χωρίς το φόβο ότι θα δημιουργήσει αναγκαστικά συγκέντρωση εξουσίας σαν αυτή που τόσο έβλαψε στο παρελθόν το εργατικό, το σοσιαλιστικό και το κομμουνιστικό κίνημα.

Στις σημερινές κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες μπορούμε τελικά να αξιολογήσουμε ένα φαινόμενο που εκδηλώθηκε σε κάθε πολιτική εμπειρία, που αντιμετωπίστηκε πάντα δύσπιστα. Δηλαδή, το σχηματισμό ηγετικών ομάδων «της περιόδου», χωρίς ουσιαστικό υπόβαθρο, αποτελούμενων από μέλη διάφορων κομμάτων και συλλογικοτήτων που δεν προωθούν πάντα τη θέληση και τις θέσεις αυτών των κομμάτων ή συλλογικοτήτων, αλλά για τούτο εκφράζουν με μεγαλύτερη ευφυΐα και ελαστικότητα τις ανάγκες μιας δοσμένης πολιτικής συγκυρίας. Ηγετικές ομάδες που, την εποχή των μονοκεντρικών οργανώσεων αντιμετωπίζονταν σαν σημάδι κρίσης αυτών των οργανώσεων, αλλά σήμερα αντιπροσωπεύουν τη φυσιολογική λειτουργία του νέου πλουραλιστικού πολιτικού υποκειμένου.

Δύο χαρακτηριστικά παραδείγματα

Η πληθώρα πολιτικών και κοινωνικών συντελεστών, πλεονέκτημα που πρέπει να ενισχυθεί

Ανάλογα με τις ιστορικές και κοινωνικές συνθήκες στις οποίες συγκροτείται, το συνεκτικό κόμμα που προανέφερα μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Αναφέρω μόνο δύο παραδείγματα: Ένα είναι το PSOL (Partito Socialismo e Libertà = Κόμμα Σοσιαλισμός και Ελευθερία, που συγκροτήθηκε πρόσφατα στη Βραζιλία στα αριστερά του Εργατικού Κόμματος-PT) και το άλλο είναι το ιταλικό σχέδιο για την Ευρωπαϊκή Αριστερά, που γεννιέται με πρωτοβουλία του Κόμματος Κομμουνιστικής Επανίδρυσης και άλλων πολιτικών και κοινωνικών υποκειμένων.

Το PSOL εμφανίζεται σαν μια αξιοποίηση του πραγματικού κόμματος. Είναι ένα κόμμα σχετικά μικρό, που όμως διαδίδει-διαχέει δικά του αποσπάσματα σε όλους τους οργανισμούς του πραγματικού κόμματος, όχι για να τους καπελώσει ή ηγεμονεύσει, αλλά για να συμβάλει στο διάλογο και τη μεταξύ τους σχέση. Η διάχυση τμημάτων του κόμματος στις διάφορες κινηματικές συλλογικότητες, εφικτή επειδή ακριβώς το κόμμα αναγνωρίζει την απόλυτη πολιτική τους αυτονομία, επιτρέπει να πολλαπλασιάζεται η επιρροή του κόμματος, πολύ περισσότερο από τις μικρές του δυνάμεις.

Αντίθετα, η Ευρωπαϊκή Αριστερά παρουσιάζεται σαν μια μορφή εσωτερίκευσης του πραγματικού κόμματος: αυτή προσπαθεί να συμπεριλάβει μέσα στο ίδιο θεσμικό-επίσημο καταστατικό κέλυφος, διαφορετικές συλλογικότητες που διατηρούν την αυτονομία και τα κοινωνικά τους περιεχόμενα. Η προσχώρηση στο κόμμα δεν έχει ατομικό χαρακτήρα: εντάσσεται κανείς στην Ευρωπαϊκή Αριστερά προσχωρώντας σε μια από τις συνιστώσες της.
Προφανώς οι καταστατικές αρχές της Ευρωπαϊκής Αριστεράς είναι «ευρύχωρες» και ελαστικές και αυτή δεν έχει πρόθεση να ενσαρκώσει ή να «εκφράσει» το σύνολο του πραγματικού κόμματος.

Και στις δύο περιπτώσεις, παραμένει ζωντανή η διαλεκτική σχέση ανάμεσα σε τυπικό και πραγματικό κόμμα, και στις δύο περιπτώσεις η θετική προώθηση του σχεδίου εξαρτάται από την ικανότητα να αναγνωρίσει κανείς την πληθώρα των κοινωνικών και πολιτικών συντελεστών όχι σαν περιορισμό (όπως συνέβαινε στο μαζικό κόμμα, που ήθελε να απορροφήσει όλους τους άλλους) αλλά σαν ένα πλεονέκτημα που πρέπει να ενισχυθεί.

Μετάφραση: Άβα Μπουλούμπαση
Πηγή: Δρόμος της Αριστεράς

«Διαδρομές» της δυαδικής εξουσίας

του Γιώργου Καλαμπόκα
10.05.13
Περιοδικό Εκτός Γραμμής, Τεύχος 32 / Μάρτιος 2013
1891

Στις 9 Απρίλη του 1917, στο άρθρο του στην Πράβντα με τίτλο «Για τη δυαδική εξουσία», ο Λένιν έγραφε: «Η πιο αξιοσημείωτη ιδιομορφία της επανάστασής μας βρίσκεται στο ότι δημιούργησε μια δυαδική εξουσία. Το γεγονός αυτό πρέπει πρώτα απ’ όλα να το καταλάβουμε εμείς οι ίδιοι. Αν δεν το καταλάβουμε, δεν μπορούμε να προχωρήσουμε. […] Σε τι συνίσταται η δυαδική εξουσία;

Στο ότι πλάι στην Προσωρινή Κυβέρνηση, την κυβέρνηση της αστικής τάξης, σχηματίστηκε μια άλλη κυβέρνηση, αδύνατη ακόμα, εμβρυακή, μα που ωστόσο υπάρχει αναμφισβήτητα στην πραγματικότητα και αναπτύσσεται: τα σοβιέτ των εργατών και στρατιωτών βουλευτών» [1]. Τι σήμαινε όμως αλήθεια αυτή η περίφημη «δυαδική εξουσία», η τόσο σημαντική «κατάσταση» την οποία ο Λένιν καλούσε, παραμονές της επανάστασης, τους μπολσεβίκους να κατανοήσουν, παρότι την είχαν ήδη επιτύχει;

Από τη Ζυρίχη στην Πετρούπολη

Στην ιστορία του κομμουνιστικού κινήματος, η δυαδική εξουσία συνιστά μια σχετικά αποσιωπημένη πλευρά, μια πλευρά που ίσως δεν έγινε κατανοητή στο βάθος που έπρεπε. Στην κυρίαρχη αφήγηση της Αριστεράς, η Ρώσικη Επανάσταση θεωρήθηκε συνήθως αποτέλεσμα μιας καλά οργανωμένης «εφόδου». Και ακόμη περισσότερο αυτή η έφοδος «εικονοποίησε» τη μεταφορά της «διάλυσης της κρατικής μηχανής». Έκτοτε, όπως και άλλες εικόνες στην ιστορία του μαρξισμού, αυτό το καρέ από τον Οκτώβρη με το οποίο ο Αϊζενστάιν αναπαριστά τη «στιγμή» της κατάληψης [2] στοιχειώνει με τρόπο αμετάκλητο κάθε προσέγγιση της επαναστατικής στρατηγικής των Μπολσεβίκων, υποβιβάζοντας παράλληλα σε δευτερεύουσα την ενδεχομένως σημαντικότερη πτυχή της, αυτήν της οικοδόμησης της προλεταριακής ηγεμονίας ή, αλλιώς, της ανάπτυξης της δυαδικής εξουσίας.

Αυτή ακριβώς η ανάπτυξη είναι άλλωστε που όχι απλώς έκανε εφικτή την «εφόρμηση», αλλά που σε τελική ανάλυση μας διαχωρίζει αμετάκλητα από μια καρικατούρα εφόδου τύπου Μπλανκί, όπου μια χούφτα συνωμοτών, δρώντας τάχα σωστά και με την κατάλληλη μυστικότητα, χωρίς καμία προηγούμενη προετοιμασία του λαού αλλά μόνο με τη δική τους «επαναστατική προπαίδεια», θα μπορούσαν να πετύχουν την κατάληψη της εξουσίας. Στην περίπτωση της Ρώσικης Επανάστασης η διαίρεση των στρατοπέδων είχε ήδη συμβεί πριν από αυτή την «τελική» επίθεση, και η εφόρμηση των μπολσεβίκων προς την κατάληψη της εξουσίας ήταν το αποτέλεσμα μιας δυνατότητας που έκανε εφικτή η ανάδυση του θεσμού των σοβιέτ ως κυττάρου οργάνωσης του λαού και η προοδευτική ανάδειξή τους από τους Μπολσεβίκους σε πολιτικό κέντρο εξουσίας αυτής της οργάνωσης.

Άλλωστε, ο ίδιος ο Λένιν είχε από νωρίς εισαγάγει την έννοια της ηγεμονίας ως καθήκοντος του προλεταριάτου να αποτελέσει την κοινωνική και πολιτική ηγεσία του συνόλου των καταπιεζόμενων τάξεων, και τα σοβιέτ δεν «υλοποίησαν» τίποτα λιγότερο από αυτή την προτεραιότητα. Έγιναν τα εργαστήρια της ηγεμονίας της εργατικής τάξης, όχι μόνο με την έννοια της ανάδειξης των ίδιων σε θεσμούς αυτοτελούς, δυνάμει επαναστατικής, εξουσίας, αλλά ακόμη περισσότερο με την de facto σηματοδότηση στο εσωτερικό τους της νέας κοινωνικής συμμαχίας της οποίας το προλεταριάτο θα όφειλε να ηγηθεί: αυτής μεταξύ των εργατών των μεγάλων ρωσικών βιομηχανικών πόλεων, και κυρίως της Πετρούπολης, των φτωχών αγροτών της υπαίθρου και των στρατιωτών του ρημαγμένου, από τον ιμπεριαλιστικό πόλεμο και την πείνα, στρατού της τσαρικής Ρωσίας.

Και από εκεί στο Τορίνο και το Μπάρι

Όμως, ήδη από νωρίς, ο νεαρός Ιταλός κομμουνιστής ηγέτης Αντόνιο Γκράμσι συλλαμβάνει την ουσία της λενινιστικής τοποθέτησης για την επαναστατική στρατηγική: Αυτή δεν μπορεί να εφαρμοστεί με τον ίδιο τρόπο σε κάθε χώρα, μιας που πρέπει να απαντήσει σε διαφορετική κάθε φορά συνάρθρωση αντιθέσεων, συσχετισμό δύναμης, παράδοση. Και είναι αλήθεια ότι οι συνθήκες της τσαρικής Ρωσίας, της μη αναπτυγμένης «κοινωνίας των πολιτών» και «πολιτικής κοινωνίας» όπως ο Γκράμσι, με ένα δάνειο από τον νεαρό Μαρξ, θα περιγράψει τη διχοτομία ανάμεσα σε σύγχρονο κράτος και κοινωνία, απέχουν ήδη, δύο μόλις χρόνια μετά τη Ρώσικη Επανάσταση, παρασάγγας από τις ιταλικές: Στο τέλος της κόκκινης διετίας 1919-21, του μεγαλύτερου ως τότε προλεταριακού επαναστατικού αναβρασμού της Δυτικής Ευρώπης, το ιταλικό αστικό κράτος κατακτά η μαύρη μπότα του φασισμού.

Στις φυλακές του Μπάρι, ο Γκράμσι βάζει στο χαρτί την τεράστια αυτή εμπειρία καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι η μπολσεβίκικη επανάσταση είναι η τελευταία επανάσταση «στην Ανατολή», επανάσταση δηλαδή σε ένα κράτος όπου η αστική κοινωνία συνολικά, αλλά και το κράτος της ειδικά, δεν είναι αρκετά αναπτυγμένα ώστε να μπορούν να προφυλαχθούν από τον επαναστατικό «πόλεμο κινήσεων», την απευθείας επίθεση του επαναστατικού κινήματος προς το καπιταλιστικό κέντρο. Γι’ αυτόν, ένας τέτοιος τύπος επανάστασης δεν μπορούσε να εφαρμοστεί στη «Δύση». Εκεί θα έπρεπε να υπάρξει ένας συνδυασμός ανάμεσα σε έναν «πόλεμο κινήσεων» (απευθείας εφόρμησης, ρήξης, διάλυσης του κρατικού μηχανισμού) και έναν «πόλεμο θέσεων», μιας διαδικασίας κατάκτησης θέσεων μέσα στην «κοινωνία των πολιτών» αλλά και στο κράτος, διαδικασία ανάπτυξης όρων μιας επαναστατικής ηγεμονίας ήδη πριν από την τελική κατάληψη της εξουσίας και την τελική ρήξη που θα ερχόταν ως αποτέλεσμα και ταυτόχρονα τομή της.

Με αυτό το σχήμα, ο Γκράμσι θα συλλάβει μια στρατηγική για τον αναπτυγμένο δυτικό καπιταλισμό, στην οποία η δυαδική εξουσία θα είναι κεντρικό σημείο, ο πυρήνας της οικοδόμησης της ηγεμονίας, η αναγκαία προαπεικόνιση των όρων και των θεσμών άσκησης της εξουσίας του επαναστατικού κινήματος.

Παρίσι 1978: Το ερώτημα του κράτους

Η έννοια της δυαδικής εξουσίας δεν έτυχε πάντα μιας θετικής, έστω αποσιωπημένης, αντιμετώπισης. Η απόπειρα του Γκράμσι να στοχαστεί τη νέα κατάσταση και μια νέα στρατηγική για το επαναστατικό κίνημα στη Δύση, έφτασε να σχετικοποιηθεί μέχρι το σημείο της πλήρους απαλοιφής του «πολέμου κινήσεων», της στιγμής δηλαδή της ρήξης. Ήταν μάλιστα η παρέμβαση του Πουλαντζά αυτή που, σε μια από τις μεγαλύτερες, πιο φιλόδοξες και σημαντικές απόπειρες ανανέωσης της επαναστατικής στρατηγικής, κήρυξε τον θεωρητικό και πολιτικό πόλεμο στην έννοια και τη στρατηγική της δυαδικής εξουσίας. Για εκείνον, η δυαδική εξουσία είναι συνυφασμένη αποκλειστικά με μια στρατηγική της εφόδου, μια στρατηγική που πηγάζει από τη θεώρηση του αστικού κράτους ως «μηχανής ταξικής κυριαρχίας», δηλαδή από την, κατά τον Πουλαντζά, διατήρηση της λενινιστικής αντίληψης ότι σε τελική ανάλυση, ένα μέρος του κράτους δεν μπορεί να αλλάξει, ένας «σκληρός πυρήνας» που θα πρέπει να ανατραπεί, να διαλυθεί.

Ο ίδιος εισάγει τον ορισμό του κράτους ως «συμπύκνωσης ενός συσχετισμού δυνάμεων», η κατάληψη του οποίου από το επαναστατικό κίνημα μπορεί να γίνει καθ’ ολοκληρίαν με «δημοκρατικό» τρόπο, ήτοι (για τον Πουλαντζά) με κοινοβουλευτικό τρόπο. Ακόμη όμως και αν, όπως κατά τη γνώμη μας οφείλουμε, δεχτούμε την επιμονή του Πουλαντζά στην καταστατική κεντρικότητα της δημοκρατικής μορφής, ακόμη και τη σημασία του κοινοβουλευτικού δρόμου ως στιγμής για την επαναστατική στρατηγική, η βασική του υπόμνηση εδώ είναι άλλη: Από τη στιγμή που το αστικό κράτος είναι ένας συσχετισμός δυνάμεων, αυτός ο συσχετισμός μπορεί να αλλάξει, άρα το κράτος μπορεί να κατακτηθεί δημοκρατικά (κοινοβουλευτικά, προσθέτουμε εμείς) και (πάλι, προσθέτουμε εμείς) να χρησιμοποιηθεί το ίδιο από το επαναστατικό κίνημα για τους δικούς του σκοπούς.

Είναι εκείνη η στιγμή που ενώ ο Πουλαντζάς δείχνει να είναι πιο κοντά από κάθε άλλη φορά στον Γκράμσι, που φαίνεται να αποδέχεται αυτό που θεωρήθηκε το βασικό γκραμσιανό επιχείρημα, ότι δηλαδή στον αναπτυγμένο δυτικό καπιταλισμό η επανάσταση υπόκειται σε άλλες στρατηγικές αρχές τις οποίες πρέπει να αναζητήσουμε, καταλήγει τελικά, ακόμη και ρητώς, πιο μακριά του από ποτέ. Η στιγμή που ο ίδιος απορρίπτει την γκραμσιανή απάντηση ως επί της ουσίας «λενινιστική». Ο συνδυασμός πολέμου θέσεων και κινήσεων που προτείνει ο Γκράμσι δεν επαρκεί για τον Πουλαντζά, που θα ήθελε να αναφέρεται αποκλειστικά σε έναν πόλεμο θέσεων. Πολύ περισσότερο είναι η στιγμή που ο ίδιος ο Πουλαντζάς θα έρθει σε αντίφαση με μια από τις μεγαλύτερες συνεισφορές του, αυτή που, ως μεγάλη ειρωνεία, βρίσκεται μόλις μερικές σελίδες προτού εκθέσει τις παραπάνω ιδέες: τη θεμελίωση της έννοιας της «θεσμικής υλικότητας του κράτους», της ανάλυσης δηλαδή που περισσότερο από κάθε άλλη αποδεικνύει ότι το κράτος δεν συνιστά έναν ουδέτερο μηχανισμό που η «διοίκηση», όποια και αν είναι αυτή, μπορεί να τον θέσει σε κίνηση προς εξυπηρέτηση των δικών της συμφερόντων.

Τη στιγμή που πασχίζει να διαχωριστεί από τον Λένιν και τον Γκράμσι, ως μη επαρκών, σε τακτικό επίπεδο, να προσφέρουν εργαλεία για την επανάσταση στον σύγχρονο καπιταλισμό, ο Πουλαντζάς εξηγεί με σύγχρονους όρους και τεράστιο βάθος ακριβώς αυτό που εκείνοι περιέγραψαν: ότι το κράτος είναι μια απρόσωπη υλική δύναμη, ότι η αστική κυριαρχία βρίσκεται «υλοποιημένη» σε αυτό ότι βρίσκεται δηλαδή σε «πρακτική κατάσταση» μέσα στις κρατικές λειτουργίες και αναπαράγεται από/σε αυτές, ότι τα ταξικά συμφέροντα που ακριβώς «συμπυκνώνει» (για να χρησιμοποιήσουμε αυτή την εκπληκτική εννοιολογική μεταφορά του Πουλαντζά δίνοντας άλλη έννοια) δεν μπορούν να τροποποιηθούν προοδευτικά.

Αν όμως τα παραπάνω διαψεύδουν τον Πουλαντζά ως προς το αν το επαναστατικό κίνημα πρέπει να επιμένει στη «στιγμή» της ρήξης, άλλο τόσο είναι σαφές ότι αυτή η ρήξη, ο σύγχρονος «πόλεμος κινήσεων», δεν μπορεί να αποτελεί μια επανάληψη της «εφόρμησης» του ’17. Και, παραπέρα, ότι η αναγκαία ρήξη δεν μπορεί να λάβει σήμερα τη μορφή μιας (εξεγερσιακής) στιγμής. Πολύ περισσότερο από αυτό, θα είναι μια διαδικασία, στον ορίζοντα της οποίας αυτή η αναμέτρηση θα είναι αναπόφευκτη, ακριβώς επειδή θα σηματοδοτήσει τη δυνατότητα συμπύκνωσης, υλοποίησης άλλων κοινωνικών και πολιτικών συμφερόντων μέσα σε έναν νέο κρατικό μηχανισμό, που θα εξυπηρετεί άλλους, νέους σκοπούς, τους σκοπούς τάξεων που ως τώρα ήταν υποτελείς και τώρα τείνουν να γίνουν κυρίαρχες.

Στην ίδια γειτονιά, λίγα στενά παρακάτω

Αν ισχύει ότι, με γκραμσιανούς όρους, η «πολιτική κοινωνία», ο αστικός πολιτικός και κρατικός μηχανισμός είναι πολύ διαφορετικός σήμερα από ό,τι στη Ρωσία του ’17 για να ηττηθεί κυρίως μέσω μιας «εφόρμησης», αυτό δεν σημαίνει ότι, πολύ περισσότερο, και η «κοινωνία των πολιτών» δεν είναι εξίσου δύσκολο να αλωθεί από μια επαναστατική γραμμή. Κι αυτό γιατί, όπως θα δείξουν τη δεκαετία του ’60 με διαφορετικό τρόπο τόσο ο Αλτουσέρ [3] όσο και, κυρίως, ο Φουκώ, η εξουσία δεν συνίσταται αποκλειστικά στην «κυριαρχική» της εκδοχή, δεν βρίσκεται, με άλλα λόγια, απλώς συγκεντρωμένη σε έναν μηχανισμό. Και σπεύδουμε να πούμε ότι αν κάτι τέτοιο συνέβαινε, αν δηλαδή η εξουσία ήταν αποκλειστικά «κυριαρχία» ή «καταπίεση», τότε θα έπρεπε ενδεχομένως το επαναστατικό κίνημα να φτιάξει τα καλύτερα κανόνια και να δώσει όλες του τις δυνάμεις αποκλειστικά στον αγώνα μιας ανηλεούς κατά μέτωπο επίθεσης για να «γκρεμίσει» αυτό το «κάστρο», το μηχανισμό της κυριαρχίας, αφού άλλωστε δυνητικά θα έλεγχε οτιδήποτε βρισκόταν «έξω» από αυτό.

Όμως η εξουσία, καλύτερα οι σχέσεις εξουσίας, συνίστανται σε τελική ανάλυση σε πρακτικές, σε λόγους, σε άρρητους κανόνες και είναι πάντα παρούσες μέσα στις καθημερινές κοινωνικές σχέσεις, διαχέονται σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής. Αυτή τη «μικροφυσική της εξουσίας» δεν μπορούμε να την πολεμήσουμε «εξαγγέλλοντας» εν γένει πολιτικές στρατηγικές, ούτε καν κατακτώντας τον αστικό κρατικό μηχανισμό (ακόμη και αν μπορούσαμε, ακόμη και αν τον διαλύαμε με το μεγαλύτερο κανόνι). Γιατί και πάλι θα επιβίωναν.

Τι, άραγε, σημαίνουν τα παραπάνω για μια σύγχρονη επαναστατική στρατηγική; Ότι η (αντι)ηγεμονία του εργατικού και λαϊκού κινήματος, του δυνάμει επαναστατικού κινήματος, είναι πολύ περισσότερα πράγματα από άλλη μια κλασική «θέση» που μας έρχεται από το ελβετικό τρένο προς την Πετρούπολη του ’17, τις φυλακές του Μπάρι το ’30 ή το Παρίσι του ’60. Είναι μια αναγκαία, πρακτική κατάσταση στην οποία θα πρέπει να βρεθούμε ή, μάλλον, την οποία θαπρέπει να διαμορφώσουμε ως αναγκαία αφετηρία μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής. Είναι, με άλλα λόγια, σήμερα ίσως περισσότερο από κάθε άλλη φορά στο παρελθόν, που η οικοδόμηση των θεσμών της δικής μας εξουσίας, η de facto ανάδυση μιας συνθήκης δυαδικής εξουσίας, είναι όχι απλώς το ουσιώδες αλλά το δυνάμει καθοριστικό στοιχείο για την επιτυχία, ακόμη όμως και για τη σύλληψη της δυνατότητας μιας σύγχρονης επαναστατικής στρατηγικής.

Η παρέμβαση των Αλτουσέρ, Πουλαντζά και Φουκώ καθιστούν τον Λένιν και τον Γκράμσι ακόμη πιο επίκαιρους. Αν η εξουσία βρίσκεται και αναπαράγεται σε πρακτικές, τότε σε αυτές πρέπει να αναζητήσουμε την ανάδυση και της δικής μας εξουσίας, ακόμη και αν σε πρώτη φάση αυτή ορίζεται ως αντιεξουσία. Δηλαδή, ως συνθήκη διάλυσης των ηγεμονικών αστικών πρακτικών, της ηγεμόνευσής μας από την αστική ιδεολογία, καθώς και του τρόπου οργάνωσης της κοινωνικής ζωής και της εγγραφής μας στις προτεραιότητες της καπιταλιστικής συσσώρευσης.

Η δυαδική εξουσία ως οικοδόμηση της ηγεμονίας

Σήμερα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά από την εποχή που ξεπρόβαλαν στο ιστορικό προσκήνιο οι προλεταριακές επαναστάσεις, πρέπει να κατανοήσουμε την επαναστατική στρατηγική ως διαδικασία. Όχι ως μια προοδευτική, κοινοβουλευτική μεταβολή συσχετισμών, που θα μας φέρει τάχα χωρίς πολλές συγκρούσεις στην εξουσία, αλλά ως μια διαδικασία «οικοδόμησης» της ηγεμονίας, μιας σύγχρονης κοινωνικής και πολιτικής ηγεσίας των εργαζομένων, που όχι απλώς θα «πολιορκήσει» και θα καταλάβει θέσεις μέσα στην κοινωνία των πολιτών και τον στενό κρατικό μηχανισμό, αλλά που θα προβεί και στη ρήξη. Όμως αυτή η ρήξη δεν θα είναι πάλι μια «στιγμή», θα είναι μια βαθιά, γεμάτη συγκρούσεις, καθημερινή, γενική και μερική διαδικασία.

Και σε αυτή τη διαδικασία οι δικοί μας θεσμοί ηγεμονίας, η διαμόρφωση εκείνων των θεσμών εξουσίας που θα αναδείξουν μια συνθήκη de facto δυαδικής εξουσίας, είναι αναγκαίοι όχι απλώς ως ο πολιτικός «πολιορκητικός κριός» προς τον αστικό κρατικό μηχανισμό, αλλά ακριβώς ως ο μηχανισμός οικοδόμησης της ηγεμονίας, ο οργανωτής της κοινωνικής και πολιτικής ηγεσίας των εργαζόμενων τάξεων, ως στιγμή υλικής, έμπρακτης απάντησης στις αστικές σχέσεις εξουσίας, ως οικοδόμηση από τώρα του άλλου κόσμου μας.

Ποια όμως μπορεί να είναι τα σύγχρονα σοβιέτ; Πώς θα μπορέσουμε, αν όχι να τα παραγάγουμε, τουλάχιστον, όταν και εφόσον εμφανιστούν, να τα αναγνωρίσουμε; Πώς θα μπορέσουμε να μη σταθούμε κριτικά ή φοβικά απέναντι στις σύγχρονες νέες μορφές που σαν και αυτές δεν θα έχουμε ίσως ξαναδιαβάσει, αυτές που μπορούν να αποτελέσουν τις «αρχαιολογίες του (επαναστατικού μας) μέλλοντος»; Αυτά ίσως είναι ήδη «τα καίρια ζητήματα του κινήματός μας» σήμερα.

 

[1] Β. Ι. Λένιν, Οι θέσεις του Απρίλη, Αθήνα: Ειρήνη, 1975

[2] Αναπαράσταση που βασίζεται άλλωστε με την σειρά της σε μια άλλη αναπαράσταση, αυτή του 1920, με την οποία, συμμετέχοντος του ίδιου του Λένιν και χρησιμοποιώντας χιλιάδες ερυθροφρουρούς, μπροστά σε ένα πλήθος άνω των 100.000 θεατών, οι Μπολσεβίκοι ύμνησαν τον κόκκινο Οκτώβρη και κατοχύρωσαν την ιστορική του «εικόνα»

[3] Είναι συνήθης θεωρητική «κατηγορία» για τον Αλτουσέρ ότι η προσφορά του περιορίζεται σε μια «δικαιική» σύλληψη της ιδεολογίας και (άρα, προχωράμε εμείς) της εξουσίας. Ωστόσο, μια σύλληψη της ιδεολογίας ως πρακτικής δεν μπορεί παρά να υπογραμμίζει de facto την παρουσία της ιδεολογίας και των σχέσεων εξουσίας σε όλες τις εκφάνσεις της κοινωνικής ζωής, και όχι αποκλειστικά στους μηχανισμούς που (σύμφωνα με τον Αλτουσέρ) την «παράγουν».

 

http://www.ektosgrammis.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=1891%3Alr—&catid=165%3A2013-05-10-13-05-18&Itemid=639

Ο κομ­μου­νι­σμός του πε­πε­ρα­σμέ­νου

 

Το κείμενο που ακολουθεί αποτελεί τμήμα κεφαλαίου
από το υπό έκδοση βιβλίο του Ευτύχη Μπιτσάκη
με τίτλο «Ανθρώπινη φύση. Για τον κομμουνισμό
του πεπερασμένου», το οποίο θα κυκλοφορήσει
τέλη Μαΐου από τις εκδόσεις Τόπος.

Του
Ευ­τύ­χη Μπι­τσά­κη

Σο­σια­λι­σμός: Ο κα­θέ­νας κα­τά τις ι­κα­νό­τη­τές του. Στον κα­θέ­να α­νά­λο­γα με την προ­σφο­ρά του. Εδώ, κα­τά τον Μαρ­ξ, ι­σχύει το α­στι­κό δί­καιο. Κομ­μου­νι­σμός: Από τον κα­θέ­να α­νά­λο­γα με τις ι­κα­νό­τη­τές του. Στον κα­θέ­να α­νά­λο­γα με τις α­νά­γκες του. Πώς μπο­ρεί να γί­νει αυ­τό; Όταν «με την ο­λό­πλευ­ρη α­νά­πτυ­ξη των α­τό­μων θα έ­χουν α­να­πτυχ­θεί και οι πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις και θα α­να­βλύ­ζουν πιο ά­φθο­να οι πη­γές του κοι­νω­νι­κού πλού­του» (Μαρξ). Τό­τε η αν­θρω­πό­τη­τα θα έ­χει πε­ρά­σει «α­πό το βα­σί­λειο της α­νά­γκης στο βα­σί­λειο της ε­λευ­θε­ρίας».
Χά­ρη στην ε­πι­στή­μη και την ε­πι­στη­μο­νι­κή τε­χνο­λο­γία, ο κα­πι­τα­λι­σμός α­νέ­πτυ­ξε τις πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις με πράγ­μα­τι ε­πα­να­στα­τι­κό τρό­πο. Αλλά η α­νά­πτυ­ξη συ­νο­δεύ­τη­κε α­πό τη γέν­νη­ση του νεό­τε­ρου προ­λε­τα­ριά­του, και τις ω­δί­νες που συ­νό­δευαν την εμ­φά­νι­ση αυ­τής της τά­ξης στο ι­στο­ρι­κό προ­σκή­νιο. Η βαρ­βα­ρό­τη­τα της α­να­δυό­με­νης κε­φα­λαιο­κρα­τι­κής κοι­νω­νίας συ­νο­δεύ­τη­κε α­πό ε­ξε­γέρ­σεις, ε­πα­να­στά­σεις, κι­νή­μα­τα, ου­το­πι­κά σχε­διά­σμα­τα, α­πό το κί­νη­μα του ρο­μα­ντι­σμού κ.λπ.
Σή­με­ρα, ε­πο­χή πρω­το­φα­νούς τε­χνο­λο­γι­κής α­νά­πτυ­ξης, οι α­ντι­νο­μίες της κε­φα­λαιο­κρα­τι­κής προό­δου έ­χουν φθά­σει σε πα­ρο­ξυ­σμό. Πολ­λοί σή­με­ρα, νο­σταλ­γοί ε­νός ε­ξι­δα­νι­κευ­μέ­νου πα­ρελ­θό­ντος, μι­λούν για ε­πι­στρο­φή στις ρί­ζες (κυ­ρίως τις πο­λι­τι­σμι­κές αλ­λά και γε­νι­κό­τε­ρα). Μια τέ­τοια ε­πι­στρο­φή σε προ­κα­πι­τα­λι­στι­κές μορ­φές κοι­νω­νι­κής συμ­βίω­σης α­πο­τε­λεί ου­το­πία. Μπο­ρού­με ό­μως να α­παλ­λα­γού­με α­πό τον ε­ξου­θε­νω­τι­κό α­στι­κό κα­τα­με­ρι­σμό ερ­γα­σίας; Από τους γρα­φειο­κρα­τι­κούς μη­χα­νι­σμούς; Πώς θα ή­ταν δυ­να­τόν να α­πο­φύ­γου­με τη σπα­τά­λη και τε­λι­κά την ε­ξάν­τλη­ση των φυ­σι­κών α­πο­θε­μά­των, τη μό­λυν­ση του πλα­νή­τη, τις με­γα­λου­πό­λεις της νέ­ας φτώ­χειας, της μο­να­ξιάς και του κα­θη­με­ρι­νού άγ­χους;
Ας δού­με αν ο Μαρξ πρό­τει­νε κά­ποια λύ­ση με βά­ση την ε­πο­χή του, που οι ο­πα­δοί την έ­θα­ψαν ή καν δεν την α­να­κά­λυ­ψαν.

Ο πε­ριο­ρι­σμός της ερ­γά­σι­μης μέ­ρας

Υλι­κή α­φθο­νία. Βα­σί­λειο της Ελευ­θε­ρίας. Αλλά: «Το βα­σί­λειο της ε­λευ­θε­ρίας αρ­χί­ζει μό­νον ε­κεί ό­που η ερ­γα­σία δεν γί­νε­ται α­πό α­νά­γκη και α­πό ε­ξω­τε­ρι­κή συ­γκυ­ρία. Από τη φύ­ση της, λοι­πόν, το­πο­θε­τεί­ται πέ­ρα α­πό τη σφαί­ρα της κα­θαυ­τό υ­λι­κής πα­ρα­γω­γής. Όπως ο πρω­τό­γο­νος άν­θρω­πος έ­πρε­πε να α­γω­νί­ζε­ται ε­νά­ντια στη φύ­ση για να ι­κα­νο­ποιεί τις α­νά­γκες του, να δια­τη­ρεί­ται στη ζωή και να α­να­πα­ρά­γε­ται, πα­ρό­μοια ο πο­λι­τι­σμέ­νος άν­θρω­πος εί­ναι ε­πί­σης α­να­γκα­σμέ­νος να κά­νει το ί­διο, ό­ποια και να εί­ναι η δο­μή της κοι­νω­νίας και ο τρό­πος πα­ρα­γω­γής. Με την α­νά­πτυ­ξη ε­πε­κτεί­νε­ται ε­πί­σης η φυ­σι­κή α­να­γκαιό­τη­τα, ε­πει­δή οι α­νά­γκες αυ­ξά­νο­νται. Την ί­δια στιγ­μή ό­μως διευ­ρύ­νο­νται οι πα­ρα­γω­γι­κές δυ­νά­μεις για να τις ι­κα­νο­ποιή­σουν. Σε αυ­τή την πε­ριο­χή, η μό­νη δυ­να­τή ε­λευ­θε­ρία εί­ναι: ο κοι­νω­νι­κός άν­θρω­πος, οι συ­νε­ται­ρι­σμέ­νοι πα­ρα­γω­γοί, να ρυθ­μί­ζουν ορ­θο­λο­γι­κά τις α­νταλ­λα­γές τους με τη φύ­ση, την ο­ποία ε­λέγ­χουν α­πό κοι­νού, α­ντί να κυ­ριαρ­χού­νται α­πό την τυ­φλή δύ­να­μή της, και να πραγ­μα­το­ποιούν αυ­τές τις α­νταλ­λα­γές δα­πα­νώ­ντας το ε­λά­χι­στο των δυ­νά­μεών τους και σε συν­θή­κες πε­ρισ­σό­τε­ρο α­ντά­ξιες και πε­ρισ­σό­τε­ρο σύμ­φω­νες με την αν­θρώ­πι­νη φύ­ση τους. Αλλά αυ­τή η δρα­στη­ριό­τη­τα θα α­πο­τε­λεί πά­ντα το βα­σί­λειο της α­νά­γκης. Πέ­ρα α­πό ε­κεί αρ­χί­ζει η α­νά­πτυ­ξη των αν­θρώ­πι­νων δυ­νά­μεων ως αυ­το­σκο­πός, το πραγ­μα­τι­κό βα­σί­λειο της ε­λευ­θε­ρίας, που δεν μπο­ρεί να αν­θή­σει πα­ρά μό­νο θε­με­λιω­μέ­νο στο άλ­λο βα­σί­λειο, στη βά­ση της α­να­γκαιό­τη­τας. Ου­σια­στι­κός ό­ρος αυ­τής της άν­θη­σης, εί­ναι ο πε­ριο­ρι­σμός της ερ­γά­σι­μης η­μέ­ρας»1.

Κομ­μου­νι­σμός:η κα­τάρ­γη­ση της υ­πάρ­χου­σας κα­τά­στα­σης

Πε­ριο­ρι­σμός της ερ­γά­σι­μης η­μέ­ρας. Πε­ριο­ρι­σμός, κα­τά το δυ­να­τόν, του α­στι­κού κα­τα­με­ρι­σμού ερ­γα­σίας. Κοι­νή προ­σπά­θεια. Συλ­λο­γι­κό­τη­τα. Αλλά τι θα γί­νει με τις α­πάν­θρω­πες με­γα­λου­πό­λεις; Με την προϊού­σα ε­ξάν­τλη­ση των φυ­σι­κών α­πο­θε­μά­τω­ν; Με την κα­τα­στρο­φή τε­ρά­στιων ε­νερ­γεια­κών α­πο­θε­μά­των για τη με­τα­φο­ρά ε­μπο­ρευ­μά­των α­πό τη μια ά­κρη του πλα­νή­τη μέ­χρι την άλ­λη; Τι θα γί­νει συ­νο­λι­κά με τον σύγ­χρο­νο άν­θρω­πο, που ζει τη «μο­λυ­σμέ­νη α­νά­σα του πο­λι­τι­σμού»; (Μαρξ)
«Ανά­γκα και θε­οί πεί­θο­νται». Αυ­τό ι­σχύει και στην πο­ρεία προς την κομ­μου­νι­στι­κή κοι­νω­νία, και στον κομ­μου­νι­σμό. Χω­ρίς την α­νά­πτυ­ξη των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­μεων, η φτώ­χεια θα γε­νι­κευ­θεί. Θα ξα­ναρ­χί­σει ο α­γώ­νας για τα α­να­γκαία, και μοι­ραία θα ξα­να­πέ­φτα­με στην ί­δια κο­πριά2.
Συ­νε­πώς: «Ο κομ­μου­νι­σμός δεν εί­ναι για ε­μάς ού­τε κα­τά­στα­ση που πρέ­πει να δη­μιουρ­γη­θεί ού­τε έ­να ι­δα­νι­κό με το ο­ποίο πρέ­πει να ρυθ­μι­στεί η πραγ­μα­τι­κό­τη­τα. Ονο­μά­ζου­με κομ­μου­νι­σμό την πραγ­μα­τι­κή κί­νη­ση, η ο­ποία κα­ταρ­γεί την υ­πάρ­χου­σα κα­τά­στα­ση»3. Αρκεί μό­νο η κα­τάρ­γη­ση της υ­πάρ­χου­σας κα­τά­στα­σης; Και τι θα υ­πάρ­ξει στη θέ­ση της;
Πώς θα εί­ναι δυ­να­τόν να έ­χου­με α­νά­πτυ­ξη των πα­ρα­γω­γι­κών δυ­νά­μεων, α­νά­πτυ­ξη των α­να­γκών και ταυ­τό­χρο­να α­παλ­λα­γή α­πό τις κα­τα­στρο­φι­κές συ­νέ­πειες του κε­φα­λαιο­κρα­τι­κού τρό­που πα­ρα­γω­γής (κα­τα­με­ρι­σμό ερ­γα­σίας, σπα­τά­λη πρώ­των υ­λών, με­γα­λου­πό­λεις κ.λπ.); Ας α­φή­σου­με τον ε­πα­να­στα­τι­κό βερ­μπα­λι­σμό και ας ε­πι­χει­ρή­σου­με μιαν α­πά­ντη­ση.
Έχου­με ση­μειώ­σει τις θε­τι­κές κρί­σεις και του Μαρξ και του Ένγκε­λς για τη φυ­λε­τι­κή κοι­νω­νία, και ει­δι­κά για την κοι­νω­νία των Ινδιά­νων. Επι­στρο­φή λοι­πόν στις πρω­τό­γο­νες κοι­νό­τη­τες;

Επι­στρο­φή στην κοι­νο­τι­κή ι­διο­κτη­σία

Τι λέει ε­π’ αυ­τού ο Μαρ­ξ; «Η α­γρο­τι­κή κοι­νό­τη­τα α­πο­τε­λεί πα­ντού τον νεό­τε­ρο τύ­πο του αρ­χαϊκού κοι­νω­νι­κού σχη­μα­τι­σμού και γι’ αυ­τό τον λό­γο εμ­φα­νί­ζε­ται στην ι­στο­ρι­κή α­νά­πτυ­ξη της αρ­χαίας και της δυ­τι­κής Ευ­ρώ­πης η πε­ρίο­δος της α­γρο­τι­κής κοι­νό­τη­τας, ως με­τα­βα­τι­κή πε­ρίο­δος α­πό την κοι­νο­τι­κή στην α­το­μι­κή ι­διο­κτη­σία». Πώς κρί­νει ο Μαρξ την α­γρο­τι­κή κοι­νό­τη­τα; «Η νέα κοι­νό­τη­τα που ει­σάχ­θη­κε α­πό τους αρ­χαίους Γερ­μα­νούς σε ό­λες τις κα­τα­κτη­μέ­νες χώ­ρες κα­θ’ ό­λη τη διάρ­κεια του Με­σαίω­να, έ­γι­νε το μο­να­δι­κό κα­τα­φύ­γιο της ε­λευ­θε­ρίας και του λαϊκού βίου».
Σή­με­ρα που η κρί­ση του κα­πι­τα­λι­σμού εί­ναι πα­γκό­σμια και α­πει­λεί την ε­πι­βίω­ση της αν­θρω­πό­τη­τας, μή­πως θα έ­πρε­πε να ε­πι­στρέ­ψου­με στις αρ­χαϊκές κοι­νό­τη­τες, ε­πω­φε­λού­με­νοι α­πό τη σύγ­χρο­νη τε­χνο­λο­γία; Ιδού η γνώ­μη του Μαρ­ξ: «Η κε­φα­λαιο­κρα­τι­κή κρί­ση θα λή­ξει μό­νο με την κα­τάρ­γη­ση της κε­φα­λαιο­κρα­τίας, με την ε­πι­στρο­φή των σύγ­χρο­νων κοι­νω­νιών στον “αρ­χαϊκό” τύ­πο της κοι­νο­τι­κής ι­διο­κτη­σίας». […] Το νέο σύ­στη­μα, στο ο­ποίο τεί­νει η σύγ­χρο­νη κοι­νω­νία, «θα εί­ναι η α­να­βίω­ση του αρ­χαϊκού τύ­που κοι­νω­νίας σε μια α­νώ­τε­ρη μορ­φή». Δη­λα­δή κρα­τά­με το στοι­χείο της κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης, της συ­νερ­γα­σίας και της αλ­λη­λεγ­γύης, στο πλαί­σιο μιας κοι­νο­κτη­μο­νι­κής συμ­βίω­σης σε α­νώ­τε­ρο ε­πί­πε­δο. Οι τα­ξι­κές κοι­νω­νίες, και ει­δι­κά ο κα­πι­τα­λι­σμός, ή­ταν η άρ­νη­ση της πρω­τό­γο­νης κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης. Ο κομ­μου­νι­σμός θα εί­ναι η άρ­νη­ση της άρ­νη­σης: μια νέα, α­νώ­τε­ρη μορ­φή κοι­νο­τι­κού βίου4.
«Σε μια α­νώ­τε­ρη μορ­φή»: Δη­λα­δή, με την α­ξιο­ποίη­ση των κα­τα­κτή­σεων των ε­πι­στη­μών και της τε­χνο­λο­γίας α­πό σύγ­χρο­νες κοι­νό­τη­τες, ό­που η πολ­λα­πλό­τη­τα των α­πα­σχο­λή­σεων θα μειώ­νει τον αυ­στη­ρό κα­τα­με­ρι­σμό ερ­γα­σίας, η πα­ρα­γω­γή κα­τά το δυ­να­τόν σε το­πι­κή κλί­μα­κα υ­λι­κών α­γα­θών θα α­ξιο­ποιεί τις το­πι­κές ι­διο­μορ­φίες, οι με­τα­φο­ρές προϊό­ντων θα μειω­θούν και μα­ζί με αυ­τό η ε­νερ­γεια­κή σπα­τά­λη. Επι­πλέ­ον και προ­πα­ντός: θα αρ­θεί ο τα­ξι­κός α­ντα­γω­νι­σμός στο πλαί­σιο της συλ­λο­γι­κής προ­σπά­θειας. Η πολ­λα­πλό­τη­τα πα­ρα­γω­γής προϊό­ντων σε το­πι­κή κλί­μα­κα δεν θα ση­μά­νει την άρ­νη­ση κε­ντρι­κού σχε­δια­σμού. Η ση­με­ρι­νή τε­χνο­λο­γία (πλη­ρο­φο­ρι­κή κ.λπ.) δί­νει τη δυ­να­τό­τη­τα δη­μο­κρα­τι­κού συ­ντο­νι­σμού του το­πι­κού με το κοι­νω­νι­κό, στο πλαί­σιο της κομ­μου­νι­στι­κής κοι­νω­νίας.
Ωραία μεν, δύ­σκο­λα δε! Για να ε­πι­στρέ­ψει η αν­θρω­πό­τη­τα ε­κεί ό­που ξε­κί­νη­σε αλ­λά με άλ­λα μέ­σα, θα χρεια­στούν χρό­νια, μέ­σα, μόχ­θος και συλ­λο­γι­κή αν­θρώ­πι­νη ευ­ρη­μα­τι­κό­τη­τα.

Η άρ­ση της α­ντί­θε­σης πό­λης – υ­παί­θρου

Και οι πό­λεις του κα­πι­τα­λι­σμού των ε­κα­τομ­μυ­ρίων μο­να­χι­κών αν­θρώ­πι­νων υ­πάρ­ξεω­ν;
Αυ­τή εί­ναι εκ των πραγ­μά­των η κα­τα­στρο­φή των προ­σω­πι­κών σχέ­σεων και της συλ­λο­γι­κής αλ­λη­λεγ­γύης. Επα­νερ­χό­μα­στε στην ά­πο­ψη του Ένγκε­λς, στην ο­ποία έ­χου­με ή­δη α­να­φερ­θεί. Ο κα­πι­τα­λι­σμός ό­ξυ­νε στο έ­πα­κρο την α­ντί­θε­ση πό­λης-υ­παί­θρου. Λύ­ση; Κα­τά τον Ένγκε­λς, «η άρ­ση της α­ντί­θε­σης της πό­λης και της υ­παί­θρου δεν εί­ναι μό­νο δυ­να­τή. Έχει γί­νει ά­με­ση α­να­γκαιό­τη­τα της βιο­μη­χα­νι­κής πα­ρα­γω­γής, ό­πως ε­πί­σης έ­γι­νε α­νά­γκη της α­γρο­τι­κής πα­ρα­γω­γής και ε­πι­πλέ­ον της α­γο­ράς και της δη­μό­σιας υ­γείας. Μό­νο με τη συγ­χώ­νευ­ση της πό­λης και της υ­παί­θρου εί­ναι δυ­να­τόν να ε­ξα­λει­φθεί η μό­λυν­ση του αέ­ρα, του νε­ρού και του ε­δά­φους. Ο χω­ρι­σμός αυ­τός και μό­νο μπο­ρεί να φέ­ρει τις μά­ζες που σή­με­ρα μα­ραί­νο­νται μέ­σα στις πό­λεις, στο ση­μείο ό­που η κο­πριά τους θα χρη­σι­μεύει για να πα­ρά­γει δέ­ντρα α­ντί να προ­κα­λεί α­σθέ­νειες». Και στη συ­νέ­χεια: «Η κα­τάρ­γη­ση του δια­χω­ρι­σμού της πό­λης και της υ­παί­θρου δεν εί­ναι συ­νε­πώς ου­το­πία, έ­στω και αν έ­χει ως προϋπό­θε­ση την κα­τά το δυ­να­τόν με με­γα­λύ­τε­ρη ι­σό­τη­τα κα­τα­νο­μή της με­γά­λης βιο­μη­χα­νίας σε ο­λό­κλη­ρη τη χώ­ρα. Βέ­βαια, ο πο­λι­τι­σμός μας ά­φη­σε με τις με­γά­λες πό­λεις μια κλη­ρο­νο­μιά που θα χρεια­στεί πο­λύς χρό­νος και μόχ­θος για να την ε­ξα­λεί­ψου­με»5. Σε άλ­λο ση­μείο ο Ένγκε­λς α­να­φέ­ρε­ται στις με­γα­λου­πό­λεις του κα­πι­τα­λι­σμού, που θα μεί­νουν κά­πο­τε έ­ρη­μα μνη­μεία μιας βάρ­βα­ρης ε­πο­χής.
Τό­σο στην Ευ­ρώ­πη ό­σο και στη Ρω­σία, υ­πήρ­χαν μέ­χρι και τα νεό­τε­ρα χρό­νια κα­τά­λοι­πα προ­κα­πι­τα­λι­στι­κών σχέ­σεων ι­διο­κτη­σίας. Η ο­μπι­στσί­να ή­ταν μορ­φή πα­μπά­λαιας κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης της γης. Σχε­τι­κά με αυ­τό γρά­φει ο Ένγκε­λς: «Μπο­ρεί ά­ρα­γε η ρω­σι­κή ο­μπι­στσί­να, αυ­τή η σε με­γά­λο βαθ­μό υ­πο­νο­μευ­μέ­νη μορ­φή της πα­μπά­λαιας κοι­νο­κτη­μο­σύ­νης της γης, να πε­ρά­σει κα­τευ­θείαν στην α­νώ­τε­ρη, κομ­μου­νι­στι­κή μορ­φή της κοι­νής γαιο­κτη­σίας; Ή, α­ντί­θε­τα, θα πρέ­πει να δια­τρέ­ξει πρώ­τα την ί­δια την πο­ρεία διά­λυ­σης που χα­ρα­κτη­ρί­ζει την ι­στο­ρι­κή ε­ξέ­λι­ξη της Δύ­σης; Αν η ρω­σι­κή ε­πα­νά­στα­ση α­πο­τε­λέ­σει το σύν­θη­μα για μια προ­λε­τα­ρια­κή ε­πα­νά­στα­ση στη Δύ­ση, έ­τσι που οι δύο μα­ζί να συ­μπλη­ρώ­νουν η μία την άλ­λη, τό­τε η τω­ρι­νή κοι­νή ι­διο­κτη­σία της γης μπο­ρεί να χρη­σι­μεύ­σει ως α­φε­τη­ρία για μια κομ­μου­νι­στι­κή ε­ξέ­λι­ξη»6.

Απλοϊκή η α­ντί­λη­ψη της γραμ­μι­κής ε­ξέ­λι­ξης

Αυ­τά έ­γρα­φε ο Ένγκε­λς το 1882. Τα γε­γο­νό­τα ε­ξε­λίχ­θη­καν δια­φο­ρε­τι­κά, αλ­λά οι α­πό­ψεις του Μαρξ και του Ένγκε­λς δια­τη­ρούν και σή­με­ρα την α­ξία τους. Ανά­γκη συ­νε­πώς να τις με­λε­τή­σου­με στο φως της ση­με­ρι­νής πραγ­μα­τι­κό­τη­τας.
Ας το συ­ζη­τή­σου­με.
Σε ε­κλαϊκευ­μέ­να κεί­με­να και την κα­θη­με­ρι­νή συ­ζή­τη­ση, αλ­λά και σε ε­πί­ση­μα «ντο­κου­μέ­ντα», έ­χει κυ­ριαρ­χή­σει μια α­πλοϊκή, δή­θεν μαρ­ξι­στι­κή γραμ­μι­κή α­ντί­λη­ψη της κοι­νω­νι­κής ε­ξέ­λι­ξης: πρω­τό­γο­νος κομ­μου­νι­σμός (φυ­λε­τι­κή κοι­νω­νία) δου­λο­κτη­σία, φε­ου­δαρ­χία, κα­πι­τα­λι­σμός, κομ­μου­νι­σμός. Αυ­τή η πο­ρεία α­ντα­πο­κρί­νε­ται σε έ­να γε­νι­κό, α­φη­ρη­μέ­νο ε­πί­πε­δο της ι­στο­ρι­κής κί­νη­σης. Αλλά πιο συ­γκε­κρι­μέ­νη με­λέ­τη της ι­στο­ρίας και των κει­μέ­νων των κλα­σι­κών του μαρ­ξι­σμού α­να­δει­κνύει μια πιο σύν­θε­τη ει­κό­να.
Κα­ταρ­χήν, πο­τέ και που­θε­νά δεν υ­πήρ­ξε κα­θα­ρός τρό­πος πα­ρα­γω­γής. Κα­τά­λοι­πα πα­λαιών τρό­πων πα­ρέ­μει­ναν ως δευ­τε­ρεύο­ντα στοι­χεία στο νέο τρό­πο πα­ρα­γω­γής. Η έκ­φρα­ση κυ­ρίαρ­χος τρό­πος πα­ρα­γω­γής α­ντι­στοι­χεί πε­ρισ­σό­τε­ρο στην πραγ­μα­τι­κή κοι­νω­νι­κή ε­ξέ­λι­ξη.
Στην ι­στο­ρία εί­ναι ου­σια­στι­κός ο ρό­λος του συ­μπτω­μα­τι­κού και του τυ­χαίου7. Γι’ αυ­τό, ό­πως έ­χου­με το­νί­σει, κά­θε κοι­νω­νία συ­νι­στά έ­να α­νοι­κτό πε­δίο δυ­να­το­τή­των. Οι νό­μοι ε­νυ­πάρ­χουν ως τά­σεις. Ποια α­πό τις δυ­να­τές τά­σεις θα πραγ­μα­το­ποιη­θεί, ε­ξαρ­τά­ται και α­πό ε­ξω­τε­ρι­κούς και τυ­χαίους πα­ρά­γο­ντες, αλ­λά και προ­πα­ντός α­πό τη δρά­ση του υ­πο­κει­με­νι­κού πα­ρά­γο­ντα. Η φα­τα­λι­στι­κή α­ντί­λη­ψη της ι­στο­ρίας εί­ναι ξέ­νη προς το μαρ­ξι­σμό. Κά­θε κοι­νω­νι­κός σχη­μα­τι­σμός έ­χει τις δι­κές του ι­διο­μορ­φίες, και έ­στω και αν η γε­νι­κή πο­ρεία της α­στι­κής κοι­νω­νίας τεί­νει προς τον κομ­μου­νι­σμό, ι­διο­μορ­φίες, συ­μπτω­μα­τι­κοί και υ­πο­κει­με­νι­κοί πα­ρά­γο­ντες θα μπο­ρού­σαν να ο­δη­γή­σουν σε κά­τι που ί­σως «κα­νείς να μην το θέ­λη­σε» (Ένγκε­λς).
Τα προ­η­γού­με­να δεν συ­νε­πά­γο­νται κά­ποια μορ­φή α­γνω­στι­κι­σμού ως προς την κί­νη­ση της ι­στο­ρίας. Θέ­λουν να το­νί­σουν ό­τι το γε­νι­κό-α­φη­ρη­μέ­νο δεν πραγ­μα­το­ποιεί­ται πο­τέ σε κα­θα­ρή μορ­φή και ό­τι, συ­νε­πώς, η κοι­νω­νι­κή πρω­το­πο­ρία, ορ­γα­νι­κοί δια­νοού­με­νοι και η­γε­σίες πρέ­πει πά­ντα να θυ­μού­νται το λε­νι­στι­κό: «συ­γκε­κρι­μέ­νη α­νά­λυ­ση της συ­γκε­κρι­μέ­νης κα­τά­στα­σης». Όπως το­νί­ζει ο γάλ­λος φι­λό­σο­φος Yvon Quiniou, «πρέ­πει να σκε­πτό­μα­στε έ­να δη­μο­κρα­τι­κό κομ­μου­νι­σμό, σύγ­χρο­νο και ευ­φυή, ο ο­ποίος δεν θα ή­ταν μό­νο μια ι­στο­ρι­κή α­να­γκαιό­τη­τα (θε­με­λιω­μέ­νη στην α­νά­λυ­ση των α­ντι­νο­μιών της πραγ­μα­τι­κό­τη­τας) ή μια η­θι­κή υ­πο­χρέω­ση (θε­με­λιω­μέ­νη στην ε­πι­λο­γή μιας χει­ρα­φε­τη­μέ­νης αν­θρω­πό­τη­τας), αλ­λά έ­νας συλ­λο­γι­κός στό­χος ε­πι­θυ­μίας, συμ­φι­λιω­μέ­νος με τις πε­ρισ­σό­τε­ρο πλή­ρεις μορ­φές της ζωής»8.
Αι­σιο­δο­ξία; Ρε­α­λι­σμός: Ας μην ξε­χνά­με ό­τι τα χη­μι­κά και τα πυ­ρη­νι­κά ερ­γο­στά­σια εί­ναι ε­ξί­σου βλα­βε­ρά και ε­πι­κίν­δυ­να τό­σο στην α­στι­κή ό­σο και στην κομ­μου­νι­στι­κή κοι­νω­νία. Ότι τα φυ­σι­κά α­πο­θέ­μα­τα και με την πιο οι­κο­νο­μι­κή δια­χεί­ρι­ση θα μειώ­νο­νται. Ότι οι με­ταλ­λω­ρύ­χοι θα κα­τε­βαί­νουν ό­λο και πιο βα­θιά στα έ­γκα­τα της γης α­να­ζη­τώ­ντας βα­θύ­τε­ρα στρώ­μα­τα με­ταλ­λευ­μά­των. Ότι το πρό­βλη­μα του νε­ρού εί­ναι ή­δη αι­τία ε­ντά­σεων και πι­θα­νών πο­λέ­μων. Ότι ο κε­ντρι­κός σχε­δια­σμός, έ­στω και με την πλη­ρο­φο­ρι­κή, μπο­ρεί να ο­δη­γή­σει στην α­νά­πτυ­ξη μιας νέ­ας γρα­φειο­κρα­τίας. Βρε­θή­κα­με –προϊόν της α­να­γκαιό­τη­τας και του τυ­χαίου που διέ­πουν τους νό­μους της φύ­σης– στην ε­πι­φά­νεια ε­νός μι­κρού πλα­νή­τη, πά­νω σε μια στε­ρεή κρού­στα που πε­ριέ­χει, σε ρευ­στή, πυ­ρα­κτω­μέ­νη μορ­φή, μέ­ταλ­λα και άλ­λα χη­μι­κά στοι­χεία. Το «θαύ­μα» της προέ­λευ­σής μας έ­χει ε­ξη­γη­θεί9. Και το μέλ­λο­ν;
Ποιο θα μπο­ρού­σε να εί­ναι το μέλ­λον αυ­τού του πα­ρά­ξε­νου ό­ντος, που α­πέ­κτη­σε «πνεύ­μα και α­νε­μό­εν φρό­νη­μα», που έ­φθα­σε στα ά­στρα, και που κιν­δυ­νεύει να αυ­το­κα­τα­στρα­φεί με τα δι­κά του δη­μιουρ­γή­μα­τα; Το μέλ­λον ε­ξαρ­τά­ται α­πό ε­μάς: Και η μό­νη ο­ρα­τή και ε­φι­κτή διέ­ξο­δος εί­ναι ο κομ­μου­νι­σμός. Η συ­να­δέλ­φω­ση των α­τό­μων κά­θε έ­θνους και η συ­να­δέλ­φω­ση των ε­θνών, μέ­σα α­πό την πά­λη για την α­να­τρο­πή του κα­πι­τα­λι­σμού, που θα πε­ρι­λαμ­βά­νει, ε­κτός α­πό το τα­ξι­κό στοι­χείο, και το στοι­χείο ε­νός διε­θνι­κού πα­τριω­τι­σμού.
Η με­τα­μο­ντέρ­να α­ντί­λη­ψη της ι­στο­ρίας θεω­ρεί το έ­θνος κα­τα­σκευή. Εί­ναι γε­γο­νός ό­τι τα έ­θνη συ­γκρο­τή­θη­καν μα­ζί με τη διεύ­ρυν­ση της α­γο­ράς, με μια δια­δι­κα­σία με­τα­να­στεύ­σεων και ε­πι­μει­ξιών, πο­λέ­μων και συν­θη­κών, ό­που κυ­ριαρ­χού­σε το δί­καιο του ι­σχυ­ρο­τέ­ρου, ή το δί­καιο των πιο ι­σχυ­ρών κρα­τών που κα­θό­ρι­ζαν τα σύ­νο­ρα και τις τύ­χες των λαών.
Κα­τά τους ι­δε­ο­λό­γους του κα­πι­τα­λι­σμού, η έν­νοια του έ­θνους εί­ναι ξε­πε­ρα­σμέ­νη. Αλλά οι ρί­ζες του έ­θνους α­νι­χνεύο­νται βα­θιά, στις πρω­τό­γο­νες φυ­λε­τι­κές κοι­νω­νίες, ό­που, στην πο­ρεία του χρό­νου, δια­μορ­φώ­νο­νταν λα­οί, ε­θνό­τη­τες με πραγ­μα­τι­κά ή φα­ντα­στι­κά στοι­χεία κοι­νής κα­τα­γω­γής, κοι­νούς θε­ούς, κοι­νή γλώσ­σα, ή­θη και έ­θι­μα. Τα ση­με­ρι­νά έ­θνη εί­ναι η α­πο­κρυ­στάλ­λω­ση ό­λων αυ­τών των πα­ρα­γό­ντων. Και οι ι­δε­ο­λό­γοι του κα­πι­τα­λι­σμού; Αυ­τοί μπο­ρούν να κα­τα­σκευά­ζουν θεω­ρίες. Αλλά οι πό­λε­μοι της Νέ­ας Τά­ξης, ό­πως και οι α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κοί α­γώ­νες υ­πο­τε­λών ε­θνών (Κούρ­δων, Βά­σκων κ.λπ.), α­πο­δει­κνύουν την α­ντο­χή της έν­νοιας του έ­θνους. Ο κομ­μου­νι­σμός δεν θα ση­μά­νει τη διά­λυ­ση των ε­θνών, αλ­λά τη συ­νερ­γα­σία τους για έ­ναν α­νώ­τε­ρο διε­θνι­κό πο­λι­τι­σμό, με την αλ­λη­λε­πί­δρα­ση και την α­μοι­βαία α­φο­μοίω­ση των δη­μιουρ­γι­κών στοι­χείων που δια­μορ­φώ­θη­καν στη μα­κρά και ο­δυ­νη­ρή πο­ρεία της αν­θρω­πό­τη­τας.

Ση­μειώ­σεις

1. K. Marx, «Le Capital», ό.π., III, III, σ. 198.
2. Κ. Marx – F. Engels, «L’Ideologie Allemande», ό.π., σ. 63-64.
3. Στο ί­διο, σ. 64.
4. Προ­σχέ­διο του Μαρ­ξ, για μια α­πά­ντη­ση στη Βέ­ρα Ζά­σουλ­τς, μτφρ. Θ. Γκιού­ρας, «Ου­το­πία», 94, Μάρτ.-Απρ. 2011, σ. 187. Επί­σης Θ. Γκιού­ρας, «Απλώς δεν θα έ­πρε­πε κα­νείς να τρο­μά­ζει πο­λύ με τη λέ­ξη “αρ­χαϊκός”», στο ί­διο, σ. 207-227.
5. F. Engels, «Anti-Duhring», ό.π., σ. 333-334.
6. F. Engels, πρό­λο­γος στο «Κομ­μου­νι­στι­κό Μα­νι­φέ­στο», ό.π., σ. 12.
7. Του α­ντι­κει­με­νι­κά συ­μπτω­μα­τι­κού και του α­ντι­κει­με­νι­κά τυ­χαίου. Επει­δή τό­σο το συ­μπτω­μα­τι­κό ό­σο και το τυ­χαίο εί­ναι το τε­λι­κό προϊόν της σύ­μπτω­σης αι­τιο­κρα­τι­κών α­λυ­σί­δων. Ο ό­ρος «νό­μοι του τυ­χαίου» ου­σια­στι­κο­ποιεί το στοι­χείο της α­ντι­κει­με­νι­κό­τη­τας, τό­σο στη φύ­ση ό­σο και στην κοι­νω­νία.
8. Y. Quiniou, «Figures de la diraison politique», Ed. Cime, 1995, σ. 51.
9. Ε. Μπι­τσά­κη, «Η Ύλη και το Πνεύ­μα», ό.π., κυ­ρίως τα τρία τε­λευ­ταία κε­φά­λαια.

http://www.epohi.gr/portal/theoria/14139–sss-ssss