Αγαπημένε Che

Σήμερα συμπληρώνονται 46 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε. Το Barikat δημοσιεύει, στα πλαίσια αυτής της ημέρας μνήμης, μια συνέντευξη ενος από τους σημαντικότερους ανθρώπους της διανόησης του πολιτισμού στην αμερικανική ήπειρο, του Eduardo Galeano στον Iosu Perales που δημοσιεύθηκε στο βιβλιo με τίτλο «Αγαπημένε Che».

 

 

 

Ας αρχίσουμε την συζήτηση μιλώντας για την προσωπικότητα του Τσε. Ο αντάρτης της Σιέρα Μαέστρα, ο μύθος της Βολιβίας, είναι ίσως ο πιο γνωστός παγκοσμίως. Ωστόσο ο Τσε έχει μια πολύπλευρη συνεισφορά, που επικεντρώνεται στην ανάδειξη του υποκειμενικού παράγοντα της επανάστασης. Αναδεικνύεται δηλαδή, στα γραπτά του, στην συμπεριφορά του, ο ρόλος του ανθρώπου στον μετασχηματισμό της κοινωνίας , η σταθερή του προσήλωση στην ουτοπία του κομμουνισμού.

Τον κατηγόρησαν για βολονταρισμό επειδή επέμενε πολύ στον παράγοντα άνθρωπο. Εγώ πιστεύω ότι αυτό δεν είναι βολονταρισμός, με την αστική έννοια, αλλά απλή επαναφορά στην πραγματικότητα αυτού που είναι αυτονόητο, γιατί οι αιτιοκρατικές μηχανιστικές αντιλήψεις, για τις οποίες ο Μαρξ δεν ευθύνεται, θέτουν την ελευθερία έξω από τον άνθρωπο, όπως ο Πλεχάνοφ που σε ορισμένα γραπτά του, μοιάζει να υποβαθμίζει την ελευθερία του ανθρώπου, στην ελευθερία που έχει το φεγγάρι να περιστρέφεται γύρω από την γη. Ο Τσε τοποθετεί την ελευθερία στην συνείδηση και στον πρωταγωνιστικό ρόλο που αυτή παίζει στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι οικονομίστικες αντιλήψεις προδίδουν τον μαρξισμό, και τον υποβαθμίζουν σε έναν απλό ωρολογιακό μηχανισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο σοσιαλισμός είναι εφικτός επειδή ήρθε η ώρα του και έχει ήδη καθοριστεί τι πρέπει να συμβεί. Ακόμα και με το άσθμα του ήταν ολοκληρωμένος. Θα πρέπει να σημειώσουμε το ιστορικό γεγονός ότι στον Τσε δεν υπήρχε αντίφαση σε αυτό που είπε και σε αυτό που έκανε, και αυτό είναι που δεν του συγχωρούν οι δογματικοί. Αμφισβήτησε την εξουσία και το χρήμα και έπαιξε τη ζωή του κορώνα-γράμματα. Τοποθετήθηκε ενάντια σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα με δύο μέτρα και σταθμά. Ο Τσε προειδοποιούσε για τον κίνδυνο της απληστίας, λέγοντας «προσέξτε  τους κινδύνους της απληστίας» και γι αυτό, αυτοσαρκαζόταν που τα χαρτονομίσματα είχαν την υπογραφή του, όταν ήταν πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας.Έλεγε, προσέξτε τις παραχωρήσεις που κάνουν τον εγωισμό κινητήριο μοχλό της επανάστασης και της ζωής, γιατί αυτές οι παγίδες με έναν μαγικό τρόπο βάζουν τέλος στην επανάσταση , εμπεριέχονται μέσα στην κοινωνική επανάσταση και επιβιώνουν στον καπιταλισμό, σαν ένα δηλητήριο που μπορεί να γαμήσει την διαδικασία οικοδόμησης της νέας κοινωνίας.

Μιλάτε για έναν εξαιρετικό άνθρωπο. Πολλές φορές όμως αναρωτιέμαι, ότι δεν έχουμε σταματήσει να εξιδανικεύουμε τον Τσε, οικοδομώντας μια θεϊκή εικόνα γι αυτόν, και παρασυρόμαστε σε αυτό, γιατί τελικά έχουμε ανάγκη από έναν νέο θεό.

Μετά τον θάνατό του, το σύστημα διαπίστωσε ότι αυτό που αντιπροσώπευε ο Τσε ήταν πολύ επικίνδυνο, και στην συνέχεια προσπάθησε να το ελέγξει. Πώς να το πω; Η προσπάθεια εμπορευματοποίησής του επιχείρησε να λανσάρει ένα είδος Mπούφαλο Μπίλ της αριστεράς. Ταυτίζουν τον Τσε με την ένοπλη βία και προσπαθούν να υποβαθμίζουν το έργο και την σκέψη του, μόνο στο στρατιωτικό τομέα. Ακόμα και η αριστερά το άφησε να πλανάται, δεν έχει βέβαια σημασία, γιατί ένας μύθος αληθινός και όχι ψεύτικος, είναι ένας μύθος επικίνδυνος. Ο Τσε θα μπορούσε να κάνει λάθος σε κάποια ζητήματα. Η αποτυχία στη Βολιβία δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από την προδοσία της αριστεράς εκεί, αλλά θεωρώ ότι ήταν λάθος εκτίμηση του χρόνου και του τόπου. Επέλεξε ένα μέρος αραιοκατοικημένο, ερημωμένο, που η αγροτική μεταρρύθμιση θα έκανε περισσότερο κακό παρά καλό, και η γενικότερη κατάσταση δεν ήταν αυτή που πίστευε. Εκεί διεξήχθη ένας διάλογων κωφών, για τον αντάρτικο «εστιασμό» και το χώρο , για το αν είναι η υποτιθέμενη σπίθα που θα αναφλέξει το λιβάδι ή αν το λιβάδι ήταν ευνοϊκό για τη σπίθα. Ο Τσε και οι άνθρωποί του βρισκόταν σε απόλυτη μοναξιά. Όμως το ουσιαστικό μήνυμά του δεν ήταν σε λάθος χρόνο και τόπο, παρότι αλλοιώθηκε με μια εικόνα του, που εμφανίζεται ως κυρίαρχη και έφτασε σε σημείο να υποβαθμίσει και να αμβλύνει την ουσία, που αναπαράγεται στο χρόνο. Με άλλα λόγια, το μήνυμά του ξεπερνάει την αντίληψή του για τον «εστιασμό», και μπορεί να συζητηθεί, να αμφισβητηθεί και να τροφοδοτηθεί με επιχειρήματα.

Θέλετε να πείτε, ότι το σημαντικό είναι η ουσία και όχι το φαινομενικό και συγκυριακό;

Φυσικά, τα γεγονότα ολοκληρώνονται όταν αποδεικνύονται. Η αντίληψή του για την διεύρυνση και όχι την απομόνωση της επανάστασης – αυτό ήταν το δράμα της επανάστασης στην Σοβιετική Ένωση – είναι το σημαντικό. Η αντίληψη του εξειδικεύεται για την επανάσταση σε όλη την ήπειρο (Λατινική Αμερική). Και νομίζω ότι ο Τσε είχε πάντα την ανησυχία να μην καταλήξει η Κούβα ένα είδος «λεκέ στη θάλασσα», μια εξαίρεση στον κανόνα. Δυστυχώς, δεν έζησε για να δει την νίκη της Επανάστασης στη Νικαράγουα, που ήταν μια επιβεβαίωση ότι η Κούβα δεν είναι μόνη. Από το 1979 εκεί κάτω, η ίδια η κουβανική επανάσταση που έπαιξε ζωτικό ρόλο στον θρίαμβο των Σαντινίστας, κατά κάποιο τρόπο τροφοδοτείται από την εμπειρία της Νικαράγουα. Γι’ αυτό, και σωστά λένε οι Νικαραγουάνοι ότι δεν πρόκειται να κάνουν μια άλλη Κούβα, αλλά μια άλλη Νικαράγουα. Αλλά αυτή η εμπειρία, η οποία δεν είναι πρότυπο, δεν αντιγράφεται, επηρεάζει την Κουβανική εμπειρία και το αντίστροφο. Είναι αναγκαίος ο διάλογος, και οι διάλογοι που γίνονται με τον καθρέπτη ή τον τοίχο, δεν είναι πραγματικοί. Αυτό που είναι λυπηρό είναι ότι ο Τσε δεν πρόλαβε να δει με τα μάτια του, να αισθανθεί τα νέα επαναστατικά σκιρτήματα της Λατινικής Αμερικής.

Μου φαίνεται ελκυστική η ιδέα των κατόπτρων, με την έννοια ότι ένα μόνο, δεν είναι αρκετό. Δεν νομίζω ωστόσο ότι η στρατηγική του Τσε για την Λατινική Αμερική ήταν τόσο μονολιθική.

Η ιστορία της Λατινικής Αμερικής είναι μία ιστορία τρελή, και η πραγματικότητά της είναι πολύπλευρη και σύνθετη, και απαιτείται πάνω από ένας καθρέπτης για να εξετάσουμε το υπόλοιπό της πρόσωπο. Και γι αυτό, τα συστήματα της Λατινικής Αμερικής βαδίζουν αργά ή γρήγορα στο τέλος τους και θα ναυαγήσουν πάνω στα βράχια της πραγματικότητας. Ο Τσε δεν έκανε λάθος όταν έλεγε ότι οι επιφανειακές αλλαγές δεν θα επιβιώσουν, και οι βαθιές αλλαγές απαιτούν την αναγκαία βία, αλλά είπε επίσης ότι δεν πρέπει να υπάρχει σύγχυση, ότι ο ένοπλος αγώνας για να αποκρυσταλλώσει αυτές τις βαθιές αλλαγές, απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις και όταν υπάρχει ανοικτό πολιτικό πεδίο πρέπει τα βήματά μας να είναι πολύ προσεχτικά. Πολλές γκάφες έγιναν επικαλούμενες τον Τσε, ενάντια στις παραινέσεις του και σε αντίθεση με τις θέσεις του.

Με σοκάριζε πάντα αυτή η ιδέα του Τσε, ότι ο επαναστάτης πρέπει πάντα να κινείται με συναισθήματα αγάπης. Όταν χρειάζεται να συσσωρευτεί τόσο μίσος, ώστε να πούμε «φτάνει πια», πως είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτή η αρμονία αγάπης και μίσους;

Πιστεύω ότι η αγάπη και το μίσος πάνε μαζί, είναι απόλυτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Όποιος αγαπά την ελευθερία, μισεί το αντίθετό της, κάθε αγάπη που δεν περιλαμβάνει το μίσος είναι ατελής και υποκριτική. Σε αυτή την ιδέα του Τσε δεν υπάρχει ίχνος πουριτανισμού. Η πραγματικότητα της ζωής δεν έχει καμία σχέση με την υποκριτική ηθική.

Ο Τσε ζει;

Κοίτα, σε μια γη σαν την Λατινική Αμερική, που η ασθένεια της ανικανότητας είναι χρόνια και που στο όνομα του ρεαλισμού κηρύσσουν την παραίτηση και μας καλούν να περιμένουμε και να περιμένουμε, ελπίζοντας να κουραστούμε από την αναμονή, ο Τσε είναι ο ανυπόμονος, ο άνθρωπος της ελπίδας και γι’αυτό είναι ένας προφήτης, ένας είδος Ησαΐα της Λατινικής Αμερικής, ένας κήρυκας μιας άλλης εποχής. Ίσως πρέπει να πούμε ότι και εμείς επίσης, έχουμε την υπομονή να περιμένουμε τον Τσε, την επιστροφή του Τσε. Σίγουρα, ο Τσε ζει στον καθένα που πιστεύει σε αυτά που ο ίδιος πίστευε, και ζει μέσα στα μεγάλα λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα, σε αυτή τη γη που δεν την έχει καταδικάσει κανένας θεός σε αυτή την δυστυχία.

 

Πηγή: Nuestra America, 2003 (Fuente: SoloLiteratura.com y Bolivianet.com). Μετάφραση κειμένου: Βαγ. Γονατάς & Λ. Κωνσταντίνου από το Guevaristas

 

https://barikat.gr/content/agapimene-che

Advertisements

Η οικολογική κρίση: Μια μαρξιστική ανάλυση

του Κώστα Σκορδούλη[1]

(Με αφορμή την επαναφορά στη συζήτηση της καταστροφής της Φουκοσίμα, μετά τις νέες αποκαλύψεις για τις διαρροές στο νερό, αλλά και τη διαρκώς επίκαιρη συζήτηση για το περιβάλλον και την ανάπτυξη δημοσιεύουμε το παρόν κείμενο του Κώστα Σκορδούλη. Εμπεριέχεται στην έκδοση Τετράδια Ανυπόταχτης Θεωρίας #1, που εκδόθηκε τον Ιούνη του 12. Περισσότερα για την έκδοση και παλαιότερα αναρτημένα κείμενα θα βρείτε εδώ) 

 

Εισαγωγή

Το γεγονός της όλο και εντεινόμενης καπιταλιστικής κρίσης και ο τρόπος που αυτή εκφράζεται μέσα από την άνευ προηγουμένου επίθεση του κεφαλαίου στην εργασία δεν θα πρέπει να μας οδηγήσει να υποβαθμίσουμε ένα ιδιάζον και μόνιμο χαρακτηριστικό της καπιταλιστικής κρίσης: την οικολογική κρίση.

Το άρθρο αυτό θα προσπαθήσει να αναδείξει τις δύο σημαντικότερες εκφάνσεις της οικολογικής κρίσης την περασμένη περίοδο: α) τη διαρκώς εντεινόμενη «κλιματική αλλαγή» και β) το πρόβλημα της πυρηνικής ενέργειας όπως αυτό αναδείχθηκε με το «ατύχημα» στη Φουκουσίμα.

Στο πλαίσιο αυτό επιχειρείται μια μαρξιστική ανάλυση της οικολογικής κρίσης η οποία αγγίζει τον πυρήνα ενός γενικότερου θεωρητικού προβληματισμού για τη σχέση της οικολογίας με το μαρξισμό.

1. Οι κλιματικές αλλαγές

 

Οι δραστηριότητες που έχουν άμεση σχέση με την παραγωγή ενέργειας και τις μεταφορές και οι γεωργικές δραστηριότητες που συμβάλλουν στην μεγάλης κλίμακας καταστροφή των δασών, αποτελούν την βασική αιτία της υπερθέρμανσης του πλανήτη. Οι δραστηριότητες αυτές ευθύνονται για την έκλυση στην ατμόσφαιρα 7 δισεκατομμυρίων τόνων αερίων (CO2, CH4, N2Ο) ανά έτος τα οποία έχουν καταλυτική επίδραση στο «Φαινόμενο του Θερμοκηπίου». Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της ποσότητας δεν μπορεί να ανακυκλωθεί με αποτέλεσμα το φαινόμενο του Θερμοκηπίου το οποίο διατηρεί τη θερμοκρασία του πλανήτη σε επίπεδα που επιτρέπουν τη διατήρηση της ζωής, να γίνει εντελώς ανεξέλεγκτο, διαταράσσοντας το κλιματικό σύστημα.

Η υπερθέρμανση αποτελεί μία μόνο από τις όψεις του προβλήματος. Οι διαταραχές του υδρολογικού κύκλου αποτελούν επίσης μια αιτία διαταραχής του κλίματος, καθώς προκαλούν μεταβολές στο ρυθμό εξάτμισης των υδάτινων μαζών αυξάνοντας τον αριθμό και την ένταση των τροπικών καταιγίδων.

Η Διεθνής Επιτροπή του ΟΗΕ για τις κλιματικές αλλαγές (IPCC) υπολόγισε ότι τον 20ο αιώνα η αύξηση της θερμοκρασίας στο πλανήτη ήταν 0,6 0C κατά μέσο όρο. Τον 21ο αιώνα και έως το 2095, η IPCC προβλέπει ότι η αύξηση της θερμοκρασίας του πλανήτη θα κυμανθεί από 1,1 ως 6,4 0C και ότι η στάθμη της θάλασσας θα ανέβει έως και 80 cm. Αν η υπερθέρμανση ενταθεί, υπάρχει το ενδεχόμενο να λειώσουν τα ανώτερα στρώματα των πάγων της Γροιλανδίας γεγονός που θα οδηγήσει σε άνοδο της στάθμης της θάλασσας κατά 6 – 7 μέτρα. Οι διαταραχές στους ρυθμιστικούς μηχανισμούς του περιβάλλοντος του πλανήτη θα γίνονται αισθητές καθ’ όλη τη διάρκεια του 21ου αιώνα. Το γεγονός αυτό αναδεικνύει την επιτακτική ανάγκη να ενσωματωθούν τα οικολογικά προτάγματα στην προοπτική μιας νέας οργάνωσης των κοινωνιών.

2. Η πυρηνική ενέργεια

Τα οικονομικά συμφέροντα των πολυεθνικών επιβάλλουν την ολοένα και με ταχύτερους ρυθμούς εφαρμογή νέων τεχνικών παραγωγής χωρίς καμία προηγούμενη αξιολόγηση των συνεπειών τους που αποδεδειγμένα επιφέρουν ανεπανόρθωτες καταστροφές στο περιβάλλον όπως στην περίπτωση του πυρηνικού ατυχήματος στη Φουκουσίμα.

Η πυρηνική βιομηχανία στην Ιαπωνία, όπως και σε ολόκληρο τον κόσμο, βασίζεται στο κέρδος, δίνοντας στους ιδιοκτήτες των εταιρειών, στους προμηθευτές και στους φορείς εκμετάλλευσης της ενέργειας ένα συνεχές κίνητρο για να παρακάμψουν τους κανόνες ασφάλειας.

Ο αντιδραστήρας της Φουκουσίμα βασίζεται σε τεχνολογία σχεδιασμού της General Electric πριν από 40 χρόνια. Αυτός ο τύπος, που είναι ήδη ξεπερασμένος, βρίσκεται σε άλλες 6 πυρηνικές εγκαταστάσεις στην Ιαπωνία και σε τουλάχιστον 21 στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Η εταιρεία εκμετάλλευσης του συγκροτήματος Φουκουσίμα, η TEPCO, έχει ένα αμαρτωλό παρελθόν όσον αφορά τη συμμόρφωση με τους κανόνες ασφαλείας. Το 2003, οι 17 πυρηνικοί σταθμοί της έκλεισαν προσωρινά λόγω ενός σκανδάλου που αφορούσε παραποιημένες εκθέσεις επιθεώρησης, ενώ το 2006 βγήκε στην επιφάνεια ένα άλλο σκάνδαλο που αφορούσε ψεύτικα στοιχεία τα οποία παρουσίασε η ίδια εταιρεία.

Οι επιστήμονες ήδη έχουν εκφράσει βαθιά ανησυχία για την ασφάλεια πολλών από τις πυρηνικές εγκαταστάσεις της Ιαπωνίας, ορισμένες από τις οποίες χρονολογούνται από τις δεκαετίες του 1970 και του 1980, μεταξύ των άλλων και για τη Φουκουσίμα, εδώ και πολύ καιρό, όπως και για το εργοστάσιο Hamaoka, μόλις 100 μίλια νοτιοδυτικά του Τόκιο.

Σε μια ορθολογικά σχεδιασμένη παγκόσμια οικονομία, η τοποθέτηση δεκάδων πυρηνικών σταθμών ηλεκτροπαραγωγής στην πιο ενεργή γεωλογικά ζώνη του πλανήτη και σε μία από τις πιο πυκνοκατοικημένες περιοχές του θα θεωρούταν παραφροσύνη. Αλλά για την καπιταλιστική οικονομία του ανταγωνισμού των εθνών-κρατών, και συγκεκριμένα για την ιαπωνική αστική τάξη, είναι περισσότερο επιτακτική η ανάγκη για την επίτευξη εσωτερικής ενεργειακής επάρκειας, καθώς η χώρα δεν διαθέτει κοιτάσματα πετρελαίου, φυσικού αερίου ή άνθρακα.

Επιπλέον, η ιαπωνική άρχουσα τάξη είχε πικρή εμπειρία με προηγούμενες ενεργειακές κρίσεις πολύ πριν από το 1973. Ήδη από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, ένα από τα σημαντικότερα κίνητρα του ιαπωνικού ιμπεριαλισμού για την έναρξη προληπτικού πολέμου κατά των Ηνωμένων Πολιτειών ήταν το εμπάργκο της κυβέρνησης Roosevelt σε καύσιμα ως αντίποινα για την ιαπωνική επίθεση στην Κίνα.

Η συζήτηση, βέβαια, δεν αφορά μόνο την Ιαπωνία, δεδομένου ότι ήδη στην Ευρωπαϊκή Ένωση λειτουργούν 143 εργοστάσια πυρηνικής ενέργειας εγκατεστημένα σε έξι κράτη-μέλη που παράγουν περίπου το 34% της χρησιμοποιούμενης ηλεκτρικής ενέργειας.

Με αφορμή τα ατυχήματα στα πυρηνικά εργοστάσια του Harrisburg (Βρετανία) και του Three Mile Island (ΗΠΑ) τη δεκαετία του ’70 αλλά και του Τσερνομπίλ το 1986, τέθηκε από το αντιπυρηνικό κίνημα το ζήτημα της ασφάλειας των πυρηνικών εγκαταστάσεων. Η συζήτηση συνδεόταν και με το ζήτημα των πυρηνικών εξοπλισμών και το ενδεχόμενο ενός παγκόσμιου πυρηνικού πολέμου, όπως και τις επαπειλούμενες καταστροφές. Η συζήτηση αλλά και η δράση ενάντια στις πυρηνικές εγκαταστάσεις έρχεται σήμερα ξανά στην επικαιρότητα.

Για τους επαναστάτες μαρξιστές, βασικό ζήτημα είναι ο κεντρικός έλεγχος των ενεργειακών πόρων. Όσο η παραγόμενη ενέργεια ελέγχεται κεντρικά από τις εταιρείες του κράτους και του ιδιωτικού τομέα, δεν είναι δυνατόν να πραγματωθεί ο βασικός στόχος της πολιτικής του οικολογικού κινήματος για την ενεργειακή αυτονομία των πολιτών και των κοινοτήτων, καθώς δεν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την κοινωνία των ελεύθερα συνεταιρισμένων παραγωγών. Το αίτημα για ενεργειακή αυτονομία των πολιτών και των κοινοτήτων, που συμπυκνώνεται στο αίτημα για εργατικό έλεγχο στα συστήματα παραγωγής και διανομής ενέργειας, είναι το βασικό μεταβατικό αίτημα σε αυτή τη φάση του «Ύστερου Καπιταλισμού».

3. Οικολογική Κρίση

 

Η βιομηχανική επανάσταση του 19ου αιώνα αύξησε κατά πολύ το επίπεδο εκπομπής ατμοσφαιρικών ρύπων υπονομεύοντας σοβαρά την υγεία όχι μόνο των εργαζομένων στα εργοστάσια αλλά και γενικά όλων των κατοίκων των πόλεων. Εξαπολύθηκε μια καθολική επίθεση στη φύση με σκοπό την όσο δυνατόν αποδοτικότερη εκμετάλλευση των φυσικών πόρων, γεγονός που κλόνισε τις οικολογικές ισορροπίες.

Και όμως η οικολογική κρίση, όπως τη γνωρίζουμε σήμερα, δεν είναι η γραμμική έκβαση της βιομηχανικής ανάπτυξης από τον 19ο αιώνα μέχρι σήμερα. Είναι αποτέλεσμα ενός ποιοτικού άλματος που έχει άμεση σχέση με τη γενίκευση της χρήσης του πετρελαίου και με την ανάπτυξη της χημικής βιομηχανίας που τροφοδοτήθηκε από την εντατικοποίηση της γεωργίας. Από τη δεκαετία του 1970, το ποιοτικό αυτό άλμα έχει αποκτήσει ακόμη πιο εντυπωσιακές διαστάσεις λόγω της ανεξέλεγκτης εκβιομηχάνισης του «Τρίτου Κόσμου».

Η οικολογική κρίση, αν και δημιουργεί νέα προβλήματα που αναζητούν άμεση λύση, δεν βάζει στο περιθώριο τα παραδοσιακά οικονομικά, πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα. Αντίθετα όλα τα στοιχεία της κρίσης είναι στενά συνδεδεμένα μεταξύ τους.

Η οικολογική κρίση είναι ένα φαινόμενο που συνεχώς εντείνεται και οδηγεί, προς το παρόν, σε τοπικές καταστροφές. Σε ορισμένες περιπτώσεις οι καταστροφές αυτές είναι μη αναστρέψιμες, σ’ άλλες περιπτώσεις είναι δυνατόν να αναστραφούν είτε βραχυπρόθεσμα ή μεσοπρόθεσμα. Αυτό εξαρτάται από τις συνειδητές επιλογές που θα κάνουν οι ανθρώπινες κοινωνίες, δηλαδή σε τελική ανάλυση από την έκβαση των ταξικών συγκρούσεων.

Μολονότι δε μπορεί να ξεφύγει από τους νόμους της φύσης, ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής έρχεται σε αντίθεση με τη φύση και τις εξελικτικές της διαδικασίες. Για το κεφάλαιο, μόνο η ποσοτική σχέση μεταξύ χρόνου εργασίας και χρήματος, στο πλαίσιο του νόμου της αξίας, έχει σημασία.

Η καπιταλιστική παραγωγή βασίζεται στην ολοκλήρωση των διαδικασιών του οικονομικού κύκλου στο μικρότερο δυνατό χρόνο με σκοπό να αποσβεστεί το κεφάλαιο που έχει επενδυθεί. Αυτό έρχεται σε αντίθεση με τους σταθερούς χρόνους ανανέωσης των φυσικών πόρων (των βιογεωχημικών κύκλων) οι οποίοι έχουν σταθερούς χρόνους διάρκειας πολλές φορές χιλιάδων ετών. Η χρονική ασυμβατότητα του οικονομικού με τους βιογεωχημικούς κύκλους είναι η αιτία της οικολογικής κρίσης.

Θα πρέπει οι εργαζόμενοι να συνειδητοποιήσουν ότι δεν είναι η έλλειψη λογικής του συστήματος που προκαλεί την καταστροφή του περιβάλλοντος, αλλά η ίδια η λογική που βρίσκεται πίσω από το καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής. Γι’ αυτό οι διακηρύξεις για μια «αειφόρο ανάπτυξη», δε μπορεί παρά να διαψεύδονται από τη λογική του κεφαλαίου: «αειφόρος ανάπτυξη» και νόμος της αξίας αποκλείονται αμοιβαία.

Όπως συμβαίνει στις περιπτώσεις της ρύπανσης των νερών, της ατμόσφαιρας και του εδάφους, οι καπιταλιστικές επιχειρήσεις αποποιούνται των ευθυνών τους με συνέπεια το περιβάλλον να πληρώνει το τίμημα. Επιπλέον, ο ανταγωνισμός οδηγεί σε περιοδικές κρίσεις υπερπαραγωγής, αποκαλύπτοντας ότι μια σημαντική ποσότητα πρώτων υλών έχει επενδυθεί σε προϊόντα που δε μπορούν να πουληθούν.

Ο έλεγχος της οικολογικής κρίσης απαιτεί χρόνο και επενδύσεις που θα σήμαιναν την αναίρεση βασικών θεωρήσεων για τον κύκλο του κεφαλαίου. Ακριβώς όπως και στις κλασικές οικονομικές κρίσεις, οι εργαζόμενοι καλούνται να φέρουν το μεγαλύτερο βάρος το οποίο τώρα είναι πολλαπλάσιο με δεδομένη την αλληλεπίδραση της οικονομικής κρίσης με την οικολογική.

Η συνειδητοποίηση της οικολογικής κρίσης έχει ως αποτέλεσμα την αμφισβήτηση της ιδέας ότι ο καπιταλισμός είναι ικανός να εγγυηθεί τη συνεχή «πρόοδο για όλους» και ότι η καταλήστευση της φύσης είναι αναγκαία καθώς και ότι όλα τα προβλήματα που έχουν σχέση με αυτήν μπορούν να λυθούν.

Τα τελευταία χρόνια, έχουν αρχίσει να εμφανίζονται διάφορα οικονομικά προγράμματα σχετικά με την «οικολογική οικονομία της αγοράς». Μέχρι αυτή τη στιγμή όμως, οι απόπειρες ανα-προσανατολισμού του καπιταλισμού σε μια φιλική προς το περιβάλλον λειτουργία δεν έχουν ξεπεράσει το στάδιο του ευχολόγιου για τον απλούστατο λόγο, όπως τονίστηκε και παραπάνω, ότι η λογική του κέρδους είναι εντελώς ασύμβατη με μια πολιτική σεβασμού της φύσης και των λειτουργιών της.

4. Η σύνθεση του μαρξισμού με τη ριζοσπαστική οικολογική σκέψη

 

Ο οικολογικός προβληματισμός επανέφερε τις συζητήσεις για την ανάγκη της ριζικής αλλαγής του κοινωνικού συστήματος και την υιοθέτηση ενός διαφορετικού τρόπου ζωής και παραγωγής στη βάση των οικολογικών προταγμάτων.

Το θεμελιακό όμως επίτευγμα του οικολογικού κινήματος (δηλ. η ανάδειξη του μεγέθους της παγκόσμιας οικολογικής κρίσης) είναι ταυτόχρονα και το όριό του.  Οι λύσεις που προβάλλονται από την πολιτική οικολογία για την αντιμετώπιση της οικολογικής καταστροφής του πλανήτη είναι ανεπαρκείς γιατί παραγνωρίζουν τον εγγενή δεσμό μεταξύ της οικολογικής καταστροφής και της λογικής του κέρδους που κυριαρχεί στον καπιταλισμό. Προκειμένου να αντιμετωπίσουμε τους κινδύνους που απειλούν το περιβάλλον είναι αναγκαίο να έλθουμε σε ρήξη με το υπάρχον οικονομικό σύστημα υποστηρίζοντας την προοπτική μιας δημοκρατικά σχεδιασμένης σοσιαλιστικής κοινωνίας.

Σήμερα, η πρόταση για ένα οικολογικό σοσιαλισμό τείνει να ενταχθεί στον προγραμματικό λόγο της Αριστεράς. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα θεωρητικά ζητήματα που αφορούν τη σύνθεση του μαρξισμού με τη ριζοσπαστική οικολογική σκέψη έχουν λυθεί ή ότι έχει υπάρξει μια γενικότερη συμφωνία σε μια σειρά από αντιπαραθέσεις που σημάδεψαν τις προηγούμενες δεκαετίες.

Παρακάτω θα παρουσιάσουμε μια από τις γονιμότερες προσεγγίσεις της σύνθεσης του μαρξισμού με την οικολογική σκέψη. Συγκεκριμένα τη θέση του James O’Connor, ιδρυτή και ιστορικού εκδότη του περιοδικού “Capitalism, Nature, Socialism”, ο οποίος υποστηρίζει ότι εκτός από τη βασική αντίθεση μεταξύ παραγωγικών σχέσεων και παραγωγικών δυνάμεων, στον καπιταλισμό λειτουργεί και μια δεύτερη αντίθεση μεταξύ των σχέσεων παραγωγής και των συνθηκών παραγωγής.

5. Η “δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού”

 

Η θεώρηση του O’Connor βασίζεται στο έργο του Κ. Polanyi και αποδίδει την οικολογική κρίση στην παράλληλη λειτουργία αυτής της δεύτερης αντίθεσης μέσα στο καπιταλιστικό σύστημα.

Ο James O’Connor περιγράφει τη λεγόμενη δεύτερη αντίφαση του καπιταλισμού ως εξής:

«Θα πρέπει να προσθέσουμε στην πρώτη αντίφαση του καπιταλισμού που εξέτασε ο Μαρξ (την αντίθεση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής) μια δεύτερη αντίφαση, την αντίφαση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των συνθηκών παραγωγής, οι οποίες και αφορούν τους εργαζόμενους, τον αστικό χώρο και τη φύση. Με την ίδια του την επεκτατική δυναμική, το κεφάλαιο θέτει σε κίνδυνο ή καταστρέφει τις ίδιες του τις συνθήκες παραγωγής, αρχίζοντας από το φυσικό περιβάλλον».

Εξετάζοντας τη σχέση μεταξύ της οικονομίας, της φύσης, και της κοινωνίας, ο O’Connor υποστηρίζει ότι η περιβαλλοντική κρίση αποτελεί μια διαρκώς διογκούμενη απειλή για τον ίδιο τον καπιταλισμό. Οι μελέτες του καταδεικνύουν την ισχύ της μαρξιστικής ανάλυσης για την κατανόηση της περιβαλλοντικής και κοινωνικής ιστορίας.

Σύμφωνα με την κλασική μαρξιστική θεωρία, η κοινωνία αρθρώνεται σε δύο επίπεδα: το επίπεδο της οικονομικής (παραγωγικής) βάσης και το επίπεδο του πολιτικού εποικοδομήματος. Αφενός μεν η οικονομική βάση καθορίζει το πολιτικό εποικοδόμημα, αφ’ ετέρου δε το εποικοδόμημα έχει επιπτώσεις στην οικονομική βάση. Με μια άλλη διατύπωση, οι δυνάμεις παραγωγής καθορίζουν τις σχέσεις παραγωγής αλλά και οι σχέσεις παραγωγής αντεπιδρούν στις δυνάμεις παραγωγής. Αυτή η διαλεκτική ανάλυση υποστηρίζει ότι η οικονομική βάση είναι η βάση ολόκληρης της κοινωνίας και επομένως ένας κοινωνικός μετασχηματισμός δεν θα μπορούσε να ολοκληρωθεί χωρίς την αλλαγή της οικονομικής βάσης.

Ο O’Connor θεωρεί ότι στην κυρίαρχη αντίφαση μεταξύ παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, που εξέτασε ο Μαρξ, περιλαμβάνεται και μια δεύτερη αντίφαση μεταξύ των παραγωγικών δυνάμεων και των συνθηκών παραγωγής οι οποίες αφορούν τους εργαζόμενους, τον αστικό χώρο και τη φύση.

Ο Ο’Connor αναλύει την έννοια των συνθηκών παραγωγής. Το φυσικό περιβάλλον είναι η βάση των συνθηκών παραγωγής, δηλαδή των ανθρώπινων στοιχείων συμπεριφοράς, και των στοιχείων συμπεριφοράς της φύσης. Οι όροι του φυσικού περιβάλλοντος καθορίζουν την παραγωγή και αντίστροφα η παραγωγή έχει επιπτώσεις στο φυσικό περιβάλλον. Αυτό το είδος διαλεκτικής ανάλυσης παρέχει μια στέρεη βάση για μια νέα επιστημονική μεθοδολογία. Η διαλεκτική επιστήμη θεωρεί τις αλλαγές ως κρίση μεταξύ αντιμαχόμενων παραδειγμάτων (με την ορολογία του T. S. Kuhn) και ότι όλα στον κόσμο είναι δυναμικά και διασυνδεδεμένα, αντίθετα από τη μηχανιστική επιστήμη που θεωρεί τα αντικείμενα του κόσμου στατικά.

Κατά την άποψη του Ο’Connor, η διαλεκτική ανάλυση αποδέχεται ότι τα πράγματα δεν είναι απόλυτα αλλά σχεσιακά (συνδέονται μεταξύ τους με συγκεκριμένες σχέσεις). Επίσης σε όλες τις θεωρίες και τις ιδέες πρέπει να αποδοθεί ένας ιστορικός και κοινωνικός χαρακτήρας, με άλλα λόγια οι θεωρίες και οι ιδέες εκφράζονται και λειτουργούν σε ένα συγκεκριμένο ιστορικό και κοινωνικό πλαίσιο.

Ένα από τα χαρακτηριστικά του έργου του O’Connor είναι η αποδοχή ότι υπάρχουν φυσικά όρια στην επέκταση της παραγωγής. Αυτό βασίζεται στην αποδοχή ότι η χρήση πρώτων υλών δεν είναι ανεξάντλητη. Με άλλα λόγια τα συμβατικά ενεργειακά αποθέματα του πλανήτη αλλά και οι φυσικοί πόροι είναι πεπερασμένοι και ως εκ τούτου η ανάπτυξη της παραγωγής είναι επίσης πεπερασμένη.

Η διατύπωση της «δεύτερης αντίφασης του καπιταλισμού» παρέχει ένα όχημα για την κατανόηση για το πώς διαμορφώνονται οι συνθήκες παραγωγής και για το πώς η διαδικασία συσσώρευσης υποβάλλει τις συνθήκες παραγωγής σε αυξανόμενες πιέσεις που υπονομεύουν την αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, των κοινοτήτων, του ανθρωπογενούς περιβάλλοντος και των οικολογικών συστημάτων γενικότερα.

Η οικονομική ανάπτυξη από τη βιομηχανική επανάσταση έχει επιτευχθεί με μεγάλο κόστος στο φυσικό περιβάλλον και στην αυτονομία των κοινοτήτων.

Το έργο του O’Connor φιλοδοξεί να απαντήσει επίσης στις μεταμαρξιστικές κριτικές, σύμφωνα με τις οποίες ο ιστορικός υλισμός δεν εκτιμά επαρκώς τη σημασία των νέων κοινωνικών κινημάτων. Πράγματι, ένα κρίσιμο στοιχείο στη θεωρία του O’Connor για τη δεύτερη αντίφαση, είναι η θεώρηση των κοινωνικών δυνάμεων που μπορούν να αντισταθούν στην επίθεση του κεφαλαίου. Η διατύπωση της δεύτερης αντίφασης παρέχει ένα μεθοδολογικό πλαίσιο για την εκτίμηση της θέσης των κοινωνικών κινημάτων, συμπεριλαμβανομένων των περιβαλλοντικών κινημάτων που σύμφωνα με κάποιες θεωρήσεις δεν περιγράφονται πλήρως με ταξικούς όρους, στη διαμόρφωση των κοινωνικών συσχετισμών. Συγχρόνως, αναγνωρίζει τη σύνθετη υφή των παραγωγικών δυνάμεων, συμπεριλαμβανομένων και των συνθηκών παραγωγής, ανακαλώντας την παρατήρηση του Marx «ότι αυτές οι (παραγωγικές) δυνάμεις είναι φυσικές καθώς επίσης και κοινωνικές στο χαρακτήρα».

Σύμφωνα με αυτήν τη θεώρηση, η δυναμική της καπιταλιστικής ανάπτυξης πρέπει να γίνει κατανοητή ως μια πιο σύνθετη σειρά κοινωνικοοικονομικών και πολιτικών διαδικασιών, στις οποίες συμπεριλαμβάνεται και η θεώρηση των συνθηκών παραγωγής.

Στόχος είναι η διατύπωση μιας μεθόδου που θα συμπεριλαμβάνει τη θεώρηση των κοινωνικών δυνάμεων αλλά και των οικολογικών ορίων ώστε να παράσχει μια πληρέστερη θεώρηση του αντιφατικού χαρακτήρα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής.

Σύμφωνα με το έργο του O’Connor, η διαδικασία συσσώρευσης υπονομεύει τις συνθήκες τις απαραίτητες για την παραγωγή και την πραγματοποίηση της αξίας, καθώς επίσης και τους απαραίτητους όρους για την αναπαραγωγή των συνθηκών παραγωγής, και έτσι ο αντιφατικός χαρακτήρας του καπιταλισμού εμφανίζεται ευκρινέστερα από ό,τι στην κλασική προσέγγιση. Αυτή η θεώρηση εξυπηρετεί ως βάση για την κατανόηση του ρόλου των νέων κοινωνικών κινημάτων που αναπτύσσονται πάνω στις εγγενείς αντιφάσεις του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και έχουν στόχο να αμφισβητήσουν τις αρχές του κεφαλαίου και να οικοδομήσουν τα θεμέλια για τη δημιουργία ενός οικολογικού σοσιαλιστικού μέλλοντος.

Αλλά η πραγματικά νέα πτυχή των προσεγγίσεών του είναι η θεώρηση της «ανισόμερης και συνδυασμένης ανάπτυξης» ως αιτίας των κρίσεων. Ο O’Connor συνδέει την αυστηρή οικολογική ανάλυση με τη λογική των προσπαθειών αντίστασης τόσο στο κέντρο όσο και στην περιφέρεια του καπιταλισμού.

Ο James O’Connor ορίζει ως οικοσοσιαλιστικές τις θεωρίες εκείνες και τα κινήματα που φιλοδοξούν να υποτάξουν την ανταλλακτική αξία στην αξία χρήσης, με το να οργανώνουν την παραγωγή ώστε να υπηρετεί τις κοινωνικές ανάγκες και τις απαιτήσεις για τη διαφύλαξη του φυσικού περιβάλλοντος.

Ο οικοσοσιαλισμός προϋποθέτει την ανάπτυξη μιας νέας παγκόσμιας πολιτικής τάξης, πρώτον, λόγω της αυξανόμενης οικονομικής εκμετάλλευσης, και δεύτερον, επειδή η οικολογική υποβάθμιση είναι όλο και περισσότερο ένα ταξικό και «χωρο-ταξικό» ζήτημα. Αυτό υποδεικνύεται από την ανάπτυξη των κινημάτων για την περιβαλλοντική (και οικονομική και κοινωνική) δικαιοσύνη στο Βορρά και τον «περιβαλλοντισμό των φτωχών» στο Νότο. Οι κυρίαρχες ομάδες του Βορρά οφείλουν ένα «οικολογικό χρέος» στις καταπιεσμένες μειονότητες και τον τρίτο κόσμο συνολικά. Η ευημερία των κυρίαρχων ομάδων στο Βορρά βασίζεται στην οικολογική ζημία που γίνεται στις μειονότητες στο Βορρά και το Νότο.

Τελικά θα εξαρτηθεί από τα οικοσοσιαλιστικά ρεύματα η δημιουργία ενός κινήματος που θα είναι σε θέση να συνθέσει τις διαφορετικές και συχνά ανοργάνωτες φωνές διαμαρτυρίας ενάντια στην περιβαλλοντική υποβάθμιση, σε μια συνεπή δύναμη διεθνιστικής και πολυπολιτισμικής αλληλεγγύης.

6. Για έναν οικολογικό σοσιαλισμό

Σήμερα, η σοσιαλιστική οικολογία αποτελεί μια από τις βασικότερες συνιστώσες του ευρύτερου κινήματος ενάντια στη νεοφιλελεύθερη καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση, η οποία αναπτύσσεται με την ίδια ένταση και στο Βόρειο και στο Νότιο Ημισφαίριο του πλανήτη.

Ο οικοσοσιαλισμός, καθώς έχει έλθει σε ρήξη με ένα μοντέλo παραγωγής και κατανάλωσης που αποδείχθηκε καταστροφικό για το περιβάλλον, αντιπροσωπεύει την πλέον θεωρητικά προχωρημένη τάση του αντικαπιταλιστικού κινήματος, έχοντας συνειδητοποιήσει την αδυναμία επίτευξης της «είτε βιώσιμης είτε αειφόρου ανάπτυξης» μέσα στα πλαίσια της καπιταλιστικής οικονομίας της αγοράς.

Ο οικοσοσιαλισμός προτείνει μία μορφή θεωρίας και δράσης  που οικειοποιείται τα κεκτημένα του μαρξισμού και της ριζοσπαστικής οικολογικής σκέψης. Για τους οικοσοσιαλιστές, η λογική του κέρδους και του γραφειοκρατικού αυταρχισμού, είναι ασύμβατες με τις απαιτήσεις που έχει η προστασία του φυσικού περιβάλλοντος.

Ένας οικολογικός σοσιαλισμός, θα απέβλεπε σε μια κοινωνία οικολογικά ορθολογική, θεμελιωμένη πάνω στο δημοκρατικό έλεγχο στην παραγωγή και στην κοινωνική δικαιοσύνη. Μια τέτοια κοινωνία προϋποθέτει τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, έναν δημοκρατικό προγραμματισμό που επιτρέπει στην κοινωνία να καθορίζει η ίδια τους στόχους της παραγωγής και τέλος προϋποθέτει μια νέα τεχνολογική συγκρότηση των παραγωγικών δυνάμεων.

Η ανάπτυξη της οικολογικής συνείδησης μέσα στο εργατικό κίνημα και γενικότερα, στους αγώνες των καταπιεσμένων, συνιστά ένα από τα μείζονα καθήκοντα του επαναστατικού μαρξισμού. Αυτό το καθήκον απαιτεί να βρεθούν εναλλακτικές πρακτικές στο επίπεδο του χώρου εργασίας, στο επίπεδο του εργατικού κινήματος στο σύνολό του αλλά και στο επίπεδο της κοινωνικής κινηματικής δράσης. Αυτές οι πρακτικές εγγράφονται στη γενικότερη απελευθερωτική προσέγγιση του επαναστατικού μαρξισμού που στοχεύει να αναπτύξει την αυτοπεποίθηση των εργαζομένων μέσα από την αυτοοργάνωση και τον εργατικό έλεγχο. Το ζήτημα του εργατικού ελέγχου στην παραγωγή είναι αποφασιστικής σημασίας για την ανάδειξη μιας πολιτικής οικολογίας των παραγωγών, η οποία μπορεί να επιτύχει τη σύγκλιση της ταξικής και της οικολογικής συνείδησης με στόχο την ανατροπή των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής.

[1]

Ο Κώστας Σκορδούλης είναι καθηγητής Φυσικής και Επιστημολογίας Φυσικών Επιστημών και διευθυντής στο Εργαστήριο Διδακτικής και Επιστημολογίας των Φυσικών Επιστημών και Εκπαιδευτικής Τεχνολογίας στο Παιδαγωγικό Τμήμα του Πανεπιστημίου Αθηνών. Σπούδασε στο πανεπιστήμιο του Kent στη Βρετανία και δίδαξε σε αρκετές χώρες της Ευρώπης. Συμμετέχει στη Συντακτική Επιτροπή του περιοδικού «Κριτική – Επιστήμη & Εκπαίδευση». Είναι από τους σημαντικότερους μελετητές και εκφραστές της ριζοσπαστικής οικολογικής θεωρίας και του οικο-σοσιαλισμού στην Ελλάδα με σημαντικό συγγραφικό έργο. Είναι μέλος της ΟΚΔΕ- Σπάρτακος και της 4ης Διεθνούς.

https://ilesxi.wordpress.com/2013/08/22/%CE%B7-%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7-%CE%BC%CE%B9%CE%B1-%CE%BC%CE%B1%CF%81%CE%BE%CE%B9%CF%83%CF%84%CE%B9%CE%BA%CE%AE-%CE%B1%CE%BD%CE%AC/

Τον Νερούδα να τον αφήσετε ήσυχο κ. Σαμαρά

νερούδα
Όταν ένας ακροδεξιός πολιτικός συναντά έναν μαρξιστή ποιητή.

Τι συμβαίνει όταν ένας ακροδεξιός πολιτικός, όπως ο Αντώνης Σαμαράς, αρχίζει να χρησιμοποιείστις ομιλίες του αποσπάσματα μαρξιστών ποιητών όπως ο Πάμπλο Νερούδα;

Τις περισσότερες φορές μπορεί και να την γλιτώσει σχετικά φτηνά, ιδίως αν ο ποιητής έχει υμνήσει τη ζωή και τον έρωτα. Τότε η δυνατότητα άντλησης πανέμορφων αλλά πολιτικά ακίνδυνων στίχων αφήνει μεγάλα περιθώρια κινήσεων.

Πάντα όμως ο κίνδυνος παραμονεύει στη γωνία.

Ο Σαμαράς εκφράζει και παλεύει στη ζωή του για όλα αυτά τα οποία ο Νερούδα απεχθανόταν.

Ο Νερούδα κυνηγήθηκε για τη σχέση του με το κομμουνιστικό κόμμα Χιλής. Ο Σαμαράς έφερε στην κυβέρνησή του τα ιδεολογικά τέκνα της χούντας των συνταγματαρχών.

Ο Νερούδα πολεμούσε με τα ποιήματά του τον φασισμό. Ο Σαμαράς ανοίγει διάπλατα τις πόρτες για συνεργασία με τους ναζιστές τη Χρυσής Αυγής – το “αδελφό κόμμα” όπως την αποκαλούσαν τα στελέχη της ΝΔ πριν από τις εκλογές.

Ο Νερούδα στάθηκε δίπλα στον σοσιαλιστή ηγέτη Σαλβαδόρ Αλιέντε όταν εθνικοποιούσε τις επιχειρήσεις για να τις ξαναφέρει στα χέρια του λαού της Χιλής. Ο Σαμαράς τοποθέτησε σε θέσεις κλειδιά του κρατικού μηχανισμού του θιασώτες του νεοφιλελεύθερου δικτάτορα Πινοσέτ για να ξεπουλήσουν ό,τι έμεινε όρθιο.

Ως διπλωμάτης ο Νερούδα εξασφάλισε τη μεταφορά 2.000 προσφύγων του Ισπανικού εμφυλίου στη Χιλή. Ο Σαμαράς στήνει στρατόπεδα συγκέντρωσης και αφήνει την αστυνομία να βασανίζει τους πρόσφυγες που φτάνουν στη χώρα μας.

Ο Νερούδα έγραφε ποιήματα ενάντια στις πολυεθνικές εταιρείες που λειτουργούν σαν στρατός κατοχής. Ο Σαμαράς τις αποκαλεί “επενδύσεις” και στέλνει τα ΜΑΤ να τις προστατεύσουν.

Την επόμενη φορά λοιπόν κύριες πρωθυπουργέ που θα θελήσετε να “ατακάρετε” Νερούδα θα σας παρακαλούσαμε, αν τολμάτε, να διαβάστε το παρακάτω ποίημα ενάντια στο φασισμό. Μην το φοβηθείτε. Έχει και μερικές γραμμές για την Ελλάδα.

Καινούριο τραγούδι αγάπης
Στο Στάλινγκραντ

Pablo Neruda

Εγώ έγραψα για το νερό και για το χρόνο
περίγραψα το πένθος και το μαύρο μέταλλό του,
έγραψα για τον ουρανό και για τα μήλα,
και τώρα γράφω για το Στάλινγκραντ.
Με το μαντήλι της έχει φυλάξει η νύφη
του ερωτευμένου μου έρωτα τη λάμψη.
Πάνω στο χώμα είναι η καρδιά μου, τώρα,
στο φως και στον καπνό του Στάλινγκραντ.
Άγγιξα με τα χέρια το σκισμένο
σωκάρδι της γαλάζιας δύσης:
τώρα καθώς το πρωινό της ζωής γεννιέται
τ’ αγγίζω στον ήλιο του Στάλινγκραντ.
Ξέρω πως ο αιώνιος νέος με τα εφήμερα φτερά του,
σαν ένας κύκνος δεμένος,
το γνώριμό του πόνο ξεδιπλώνει
με την κραυγή μου αγάπης για το Στάλινγκραντ.
Αφήνω την ψυχή μου όθε μ’ αρέσει.
Εμένα δε με τρέφουν κουρασμένα
χαρτιά μουτζουρωμένα και μελάνι.
Γεννήθηκα να τραγουδήσω το Στάλινγκραντ.
Ήταν μαζί με τους αθάνατους νεκρούς σου
στα τρυπημένα τείχη σου η φωνή μου,
κ’ ήχησε σαν καμπάνα ή σαν αγέρας
κοιτάζοντάς σε να πεθαίνεις, Στάλινγκραντ.
Πολεμιστές Αμερικάνοι τώρα
λεφούσια, άσπροι και μαύροι
σκοτώνουνε στην έρημο το φίδι.
Τώρα δεν είσαι μόνο, Στάλινγκραντ.
Γυρίζει στα παλιά οδοφράγματα η Γαλλία
με μια σημαία τρικυμίας στημένη
πάνω σε δάκρυα που μόλις εστεγνώσαν.
Τώρα δεν είσαι μόνο, Στάλινγκραντ.
Τα τρομερά λιοντάρια της Αγγλίας
πάνω απ’ την άγρια θάλασσα πετώντας
στη μαύρη γη καρφώνουνε τα νύχια.
Τώρα δεν είσαι μόνο, Στάλινγκραντ.
Μόνο οι δικοί σου δεν είναι θαμμένοι
στο χώμα των βουνών της τιμωρίας:
εκεί το κρέας των πεθαμένων τρέμει
που αγγίξανε το μέτωπό σου, Στάλινγκραντ.
Νικημένα φεύγουνε των εισβολέων τα χέρια,
και δίχως φως στα μάτια του στρατιώτη,
πλημμυρισμένα με αίμα τα παπούτσια
που πάτησαν την πόρτα τη δική σου, Στάλινγκραντ.
Με περηφάνεια είναι το ατσάλι σου φτιαγμένο,
η χαίτη σου από φωτεινούς πλανήτες,
οι επάλξεις σου είναι από καρβέλια μοιρασμένα,
το μέτωπό σου σκοτεινιασμένο, Στάλινγκραντ.
Η πατρίδα σου είναι από σφυριά και δάφνες,
στο χιονισμένο μεγαλείο σου είναι το αίμα,
πάνω στο χιόνι είναι η ματιά του Στάλιν,
με το αίμα σου πλεγμένη, Στάλινγκραντ.
Οι δάφνες, τα μετάλλια που οι νεκροί σου
απόθεσαν στο τρυπημένο στήθος
της γης, και τη συγκίνηση όλης
της ζωής και του θανάτου, Στάλινγκραντ.
Η βαθιά πίστη που τώρα ξαναφέρνεις
στην καρδιά του κουρασμένου ανθρώπου
με τη γενιά των ρούσων καπετάνιων
από το αίμα σου βγαλμένων Στάλινγκραντ.
Η ελπίδα που γεννιέται μες στους κήπους
σαν το λουλούδι που προσμένουμε του δέντρου,
σελίδα χαραγμένη με τουφέκια,
τα γράμματα απ’ το φως σου, Στάλιγκραντ.
Τον Πύργο σου που ανέβασες στα ύψη,
τους ματωμένους πέτρινους βωμούς σου,
τους υπερασπιστές της ώριμης ηλικίας,
τους γιους της σάρκας της δικής σου, Στάλινγκραντ.
Τους παθιασμένους σου αετούς των βράχων,
τα μέταλλα που βύζαξε η ψυχή σου,
τους χαιρετισμούς με δάκρυα δίχως τέλος
και τα κύματα της αγάπης, Στάλινγκραντ.
Τα κόκκαλα καταραμένων δολοφόνων
τα σφαλισμένα μάτια του εισβολέα,
και τους καταχτητές καταδιωγμένους
πίσω απ’ τη λάμψη τη δική σου, Στάλινγκραντ.
Αυτοί που ταπεινώσαν την Αψίδα
και πέρασαν τα νερά του Σηκουάνα
με την ίδια τη συγκατάθεση του σκλάβου,
εμείνανε στο Στάλινγκραντ.
Αυτοί που στην ωραία Πράγα, πάνω
σε δάκρυα, σε σιωπή και προδοσία
περάσανε πατώντας τις πληγές της,
πεθάνανε στο Στάλινγκραντ.
Αυτοί που στις ελληνικές σπηλιές λερώσαν
τον κρυστάλλινο σπασμένο σταλαχτίτη
και τη γαλάζια κλασσική του ακρίβεια,
που είναι χαμένοι τώρα, Στάλινγκραντ;
Αυτοί που γκρεμίσαν στην Ισπανία και κάψαν
κι’ αφήσαν την καρδιά αλυσσοδεμένη
της μάνας των δρυών και πολεμάρχων,
στα πόδια σου σαπίζουν, Στάλινγκραντ.
Εκείνοι που στην Ολλανδία ραντίσαν
τουλίπες και νερό με ματωμένη λάσπη,
κι άπλωσαν το σπαθί και το μαστίγιο,
τώρα αναπαύονται στο Στάλινγκραντ.
Εκείνοι που στης Νορβηγίας την άσπρη νύχτα
με ούρλιασμα τσακαλιού ξαμολυμένου
κάψαν την παγωμένη άνοιξή της,
βουβάθηκαν στο Στάλινγκραντ.
Τιμή σ’ εσέ γι’ αυτό που ο αγέρας φέρνει,
γι’ αυτό που τραγουδήθηκε, γι’ αυτό που τραγουδιέται,
τιμή για τα παιδιά σου, τις μανάδες
και για τους εγγονούς σου, Στάλινγκραντ.
Τιμή στον πολέμαρχο της ομίχλης,
τιμή στον κομισάριο, στο στρατιώτη,
τιμή στον ουρανό του φεγγαριού σου,
τιμή στον ήλιο το δικό σου, Στάλινγκραντ.
Φύλα μου ένα τουφέκι κ’ ένα αλέτρι,
κ’ ένα κομμάτι αφρού να μου φυλάξεις,
κ’ ένα κόκκινο στάχυ από τη γη σου,
μαζί μου να τα βάλουνε στο μνήμα,
για να γνωρίζουν, αν ποτέ αμφιβάλουν,
πως αν και δεν πολέμησα μαζί σου,
πως πέθανα αγαπώντας σε, πως μ’ είχες αγαπήσει,
αυτό το μαύρο ρόδι αφήνω στην τιμή σου,
αυτόν τον ύμνο αγάπης για το Στάλινγκραντ.

http://info-war.gr/2013/06/%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CF%86%CE%AE%CF%83%CE%B5%CF%84%CE%B5-%CE%AE%CF%83%CF%85%CF%87%CE%BF-%CE%BA-%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B1/

Δυνάμεις του κομμουνισμού

599576_355738261162978_283198595_n
Του Daniel Bensaid
Σε ένα άρθρο του 1843 για «τις προόδους της κοινωνικής μεταρρύθμισης στην ηπειρωτική Ευρώπη», ο νεαρός Ένγκελς (μόλις είκοσι ετών) περιέγραφε τον κομμουνισμό ως «αναγκαία κατάληξη που συνάγεται αναγκαία από τις γενικές συνθήκες του σύγχρονου πολιτισμού». Εν ολίγοις, πρόκειται για έναν κομμουνι­σμό νοούμενο με όρους λογικής, καρπό της επανάστασης του 1830, όπου οι ερ­γάτες «επέστρεψαν στις ζωντανές πηγές και στη μελέτη της μεγάλης επανάστα­σης και ιδιοποιήθηκαν με σφρίγος τον κομμουνισμό του Μπαμπέφ».

Για τον νεαρό Μαρξ, από την άλλη, αυτός ο κομμουνισμός ήταν απλώς μια «δογματική αφαίρεση», μια «πρωτότυπη εκδήλωση της αρχής του ανθρωπι­σμού». Το νεοεμφανιζόμενο προλεταριάτο είχε «πέσει στα χέρια των δογματι­κών της χειραφέτησης του», των «σοσιαλιστικών σεχτών» και των συγκεχυμέ­νων πνευμάτων που «φαντασιοκοπούν ως ανθρωπιστές» για τη «χιλιοστή επέ­τειο της οικουμενικής αδελφοσύνης» ως «φαντασιακής κατάργησης των ταξι­κών σχέσεων». Πριν από το 1848, αυτός ο φαντασματικός κομμουνισμός, χωρίς ακριβές πρόγραμμα, στοιχειώνει την ατμόσφαιρα της εποχής με τις «ακατέργα­στες» μορφές των εξισωτικών σεχτών ή των ικάριων ονειροπολήσεων.

Ήδη, η υπέρβαση του αφηρημένου αθεϊσμού συνεπαγόταν ωστόσο έναν νέο κοινωνικό υλισμό που δεν ήταν άλλος από τον κομμουνισμό: «Όπως ακριβώς ο αθεϊσμός, ως άρνηση του Θεού, είναι η ανάπτυξη του θεωρητικού ανθρωπισμού, ομοίως ο κομμουνισμός, ως άρνηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας, είναι η διεκδίκη­ση της πραγματικής ανθρώπινης ζωής». Μακριά από κάθε χυδαίο αντικληρικα­λισμό, αυτός ο κομμουνισμός ήταν «η ανάπτυξη ενός πρακτικού ανθρωπισμού», για τον οποίο ζητούμενο δεν ήταν μόνο να αντιπαλέψει τη θρησκευτική αλλο­τρίωση, αλλά την πραγματική κοινωνική αλλοτρίωση και εξαθλίωση που γεν­νούν την ανάγκη της θρησκείας.

Από την ιδρυτική εμπειρία του 1848 μέχρι την εμπειρία της Κομμούνας, η «πραγματική κίνηση» που τείνει στην κατάργηση της κατεστημένης τάξης πραγ­μάτων απέκτησε μορφή και δύναμη, διαλύοντας τις «δογματικές φαντασιοπλη-ξίες» και περιγελώντας το «ύφος χρησμού της επιστημονικής βεβαιότητας». Με άλλα λόγια, ο κομμουνισμός, που ήταν αρχικά μια πνευματική κατάσταση ή ένας «φιλοσοφικός κομμουνισμός», έβρισκε την πολιτική μορφή του. Σε ένα τέταρτο του αιώνα μεταμορφώθηκε: από τους τρόπους φιλοσοφικής και ουτοπικής εμ­φάνισης του στην επιτέλους ευρεθείσα πολιτική μορφή της χειραφέτησης.

  1. Οι λέξεις της χειραφέτησης δεν βγήκαν άθικτες από τις θύελλες του περα­σμένου αιώνα. Μπορούμε να πούμε γι’ αυτές, όπως λέει για τα ζώα ο μύθος του Λαφοντέν, ότι δεν πέθαναν όλες, αλλά ότι όλες πληγώθηκαν βαριά. Ο σοσιαλι­σμός, η επανάσταση, ακόμη και η αναρχία δεν βρίσκονται σχεδόν καθόλου σε καλύτερη κατάσταση από τον κομμουνισμό. Ο σοσιαλισμός ενεπλάκη στη δο­λοφονία του Καρλ Λίμπνεχτ και της Ρόζας Λούξεμπουργκ, καθώς και στους αποικιακούς πολέμους και τις κυβερνητικές συνεργασίες σε τέτοιο βαθμό, που έχανε τελικώς κάθε περιεχόμενο όσο κέρδιζε σε έκταση. Μια μεθοδική ιδεολο­γική εκστρατεία κατάφερε να ταυτιστεί στα μάτια πολλών η επανάσταση με τη βία και την τρομοκρατία. Ωστόσο, από όλες τις λέξεις που μέχρι πρότινος εξέ­φραζαν μεγάλες υποσχέσεις και όνειρα για το μέλλον, ο κομμουνισμός υπέστη τη μεγαλύτερη ζημιά επειδή τον σφετερίστηκε ο κρατικός γραφειοκρατικός λό­γος και υποδουλώθηκε σε ένα ολοκληρωτικό εγχείρημα. Παραμένει εντούτοις το ερώτημα κατά πόσο, από όλες αυτές τις λαβωμένες λέξεις, υπάρχουν ορισμέ­νες που αξίζει τον κόπο να επιδιορθωθούν και να τεθούν εκ νέου σε κίνηση.
  2. Για να γίνει αυτό, είναι αναγκαίο να σκεφτούμε τι συνέβη στον κομμουνι­σμό κατά τον 20ό αιώνα. Η λέξη και το πράγμα δεν γίνεται να μείνουν έξω από τον χρόνο και τις ιστορικές δοκιμασίες στις οποίες υποβλήθηκαν. Η μαζική χρή­ση του όρου «κομμουνιστικός» για να χαρακτηριστεί το κινεζικό αυταρχικό φιλε­λεύθερο κράτος θα βαρύνει για καιρό ακόμη περισσότερο, στα μάτια των περισ­σοτέρων, από τους αδύναμους θεωρητικούς και πειραματικούς βλαστούς μιας κομμουνιστικής υπόθεσης. Η πρόκληση να αποκοπούμε από έναν κριτικό ιστορι­κό απολογισμό θα μπορούσε να επιφέρει την αναγωγή της κομμουνιστικής ιδέας σε αχρονικές «σταθερές», να τη μετατρέψει σε συνώνυμο των ακαθόριστων ιδε­ών της δικαιοσύνης ή της χειραφέτησης, και όχι στην ειδική μορφή της χειραφέ­τησης κατά την εποχή της καπιταλιστικής κυριαρχίας. Η λέξη χάνει τότε ως προς την πολιτική της ακρίβεια αυτό που κερδίζει με όρους ηθικής και φιλοσοφικής επέκτασης. Ένα από τα καίρια ερωτήματα είναι κατά πόσο ο γραφειοκρατικός δεσποτισμός είναι η θεμιτή συνέχιση της επανάστασης του Οκτώβρη ή ο καρπός μιας γραφειοκρατικής αντεπανάστασης, που πιστοποιείται όχι μόνο από τις δί­κες, τις εκκαθαρίσεις ή τις μαζικές εκτοπίσεις, αλλά και από τις ανατροπές της δεκαετίας του τριάντα στη σοβιετική κοινωνία και στο σοβιετικό κράτος.
  3. Δεν επινοούμε με διατάγματα ένα νέο λεξιλόγιο. Το λεξιλόγιο διαμορφώ­νεται μέσα στον χρόνο και μέσα από διάφορες χρήσεις και εμπειρίες. Αν ενδίδα­με στην ταύτιση του κομμουνισμού με τη σταλινική ολοκληρωτική δικτατορία, θα σήμαινε ότι υποχωρούμε μπροστά στους προσωρινούς νικητές, ότι συγχέου­με την επανάσταση με τη γραφειοκρατική αντεπανάσταση, και ότι κλείνουμε έτσι το κεφάλαιο των διακλαδώσεων, που μόνον αυτό είναι ανοιχτό στην ελπί­δα. Και θα διαπράτταμε μείζονα αδικία εις βάρος των ηττημένων, όλων εκεί­νων, ανδρών και γυναικών, ανώνυμων ή όχι, που βίωσαν με πάθος την κομμου­νιστική ιδέα και την έκαναν να ζει ενάντια στις γελοιογραφίες και τις παραποι­ήσεις της. Ντροπή σε εκείνους που έπαψαν να είναι κομμουνιστές επειδή έπα­ψαν να είναι σταλινικοί, και οι οποίοι ήταν κομμουνιστές μόνον καθόσον ήσαν σταλινικοί1!
  4. Από όλους τους τρόπους με τους οποίους μπορεί να κατονομαστεί ο «έτε­ρος πόλος» αναγκαίος και δυνατός προς τον ποταπό καπιταλισμό, η λέξη «κομ­μουνισμός» είναι εκείνη που διατηρεί το περισσότερο ιστορικό νόημα και το πιο εκρηκτικό προγραμματικό φορτίο. Είναι εκείνη ακριβώς η λέξη που επικαλείται με τον καλύτερο τρόπο το κοινό της διαμοίρασης και της ισότητας, την από κοι­νού άσκηση της εξουσίας, την αλληλεγγύη που μπορεί να αντιταχθεί στον εγωι­στικό υπολογισμό και στον γενικευμένο ανταγωνισμό, την υπεράσπιση των κοι­νών αγαθών της ανθρωπότητας, φυσικών και πολιτισμικών, την επέκταση ενός τομέα δωρεάν υπηρεσιών (αποεμπορευματοποίηση) σε είδη πρώτης ανάγκης, ενάντια στη γενικευμένη αρπαγή και την ιδιωτικοποίηση του κόσμου.
  5. Αποτελεί επίσης το όνομα ενός άλλου μέτρου για τον κοινωνικό πλούτο από εκείνο του νόμου της αξίας και της εμπορικής αξιολόγησης. Ο «ελεύθερος και ανό­θευτος» ανταγωνισμός εδράζεται στην «κλοπή του χρόνου εργασίας των άλλων». Διατείνεται ότι ποσοτικοποιεί το μη ποσοτικοποιήσιμο και ότι ανάγει στο αξιοθρή­νητο κοινό μέτρο του, βάσει του χρόνου αφηρημένης εργασίας, την πέραν κάθε μέ­τρου σχέση του ανθρωπίνου είδους με τις φυσικές συνθήκες αναπαραγωγής του. Ο κομμουνισμός είναι το όνομα ενός διαφορετικού κριτηρίου για τον πλούτο, μιας οι­κολογικής ανάπτυξης ποιοτικά διαφορετικής από τον ποσοτικό αγώνα δρόμου για ανάπτυξη. Η λογική της συσσώρευσης του κεφαλαίου απαιτεί όχι μόνο την παρα­γωγή για το κέρδος, και όχι για τις κοινωνικές ανάγκες, αλλά επίσης την «παραγω­γή νέας κατανάλωσης», τη σταθερή διεύρυνση του κύκλου της κατανάλωσης «με τη δημιουργία νέων αναγκών και με τη δημιουργία νέων αξιών χρήσης»: «Εξού και η εκμετάλλευση ολόκληρης της φύσης» και η «εκμετάλλευση της γης με κάθε έννοια». Αυτή η ισοπεδωτική έλλειψη μέτρου που χαρακτηρίζει το κεφάλαιο θεμε­λιώνει την επικαιρότητα ενός ριζοσπαστικού οικο-κομμουνισμού.
  6. To ζήτημα του κομμουνισμού αφορά καταρχάς στο Κομμουνιστικό Μα­νιφέστοτην ιδιοκτησία: «Οι κομμουνιστές μπορούν να συνοψίσουν τη θεωρία τους σε αυτήν τη μοναδική διατύπωση: κατάργηση της ιδιωτικής ιδιοκτησίας» των μέσων παραγωγής και ανταλλαγής, η οποία δεν πρέπει να συγχέεται με την ατομική ιδιοκτησία των αγαθών προσωπικής χρήσης. Σε «όλα τα κινήματα», οι κομμουνιστές «προτάσσουν το ζήτημα της ιδιοκτησίας, σε όποιον βαθμό εξέ­λιξης κι αν έχει φτάσει, ως θεμελιώδες ζήτημα του κινήματος». Πράγματι, από τα δέκα σημεία που ολοκληρώνουν το πρώτο κεφάλαιο, τα επτά αφορούν τις μορφές ιδιοκτησίας: την απαλλοτρίωση της γαιοκτησίας και τη χρησιμοποίηση της γαιοπροσόδου για την αντιμετώπιση των κρατικών δαπανών· την καθιέρω­ση ενός αυστηρά προοδευτικού φορολογικού συστήματος· την κατάργηση του κληρονομικού δικαίου στα μέσα παραγωγής και ανταλλαγής· την κατάσχεση της περιουσίας των στασιαστών φυγάδων· τη συγκέντρωση της πίστης σε μια δημόσια τράπεζα· την κοινωνικοποίηση των μέσων μεταφοράς και την ίδρυση μιας δημόσιας και δωρεάν για όλους εκπαίδευσης· τη δημιουργία εθνικών ερ­γοστασίων και την εκχέρσωση ακαλλιέργητων εδαφών. Ολα αυτά τα μέτρα τεί­νουν να εδραιώσουν τον έλεγχο της πολιτικής δημοκρατίας επί της οικονομίας, το πρωτείο του κοινού καλού επί του εγωιστικού συμφέροντος, του δημόσιου χώρου επί του ιδιωτικού. Δεν πρόκειται να καταργηθεί κάθε μορφή ιδιοκτησίας, αλλά μόνον «η σημερινή ιδιωτική ιδιοκτησία, η αστική ιδιοκτησία» και ο «τρό­πος ιδιοποίησης» που βασίζεται στην εκμετάλλευση των μεν από τους δε.
  7. Ανάμεσα σε δύο δικαιώματα, αφενός των ιδιοκτητών να ιδιοποιούνται τα κοινά αγαθά και αφετέρου των αποστερημένων στην ύπαρξη, «η δύναμη απο­φασίζει», λέει ο Μαρξ. Όλη η σύγχρονη ιστορία της ταξικής πάλης, από τον πό­λεμο των χωρικών στη Γερμανία μέχρι τις κοινωνικές επαναστάσεις του περα­σμένου αιώνα, περνώντας από την Αγγλική και τη Γαλλική Επανάσταση, είναι ιστορία αυτής της σύγκρουσης. Επιλύθηκε με την ανάδυση μιας θεμιτότητας αντιπαραθετικής προς τη νομιμότητα των κυρίαρχων. Ως «επιτέλους ευρεθεί­σα πολιτική μορφή της χειραφέτησης», ως «κατάργηση» της κρατικής εξουσί­ας, ως ολοκλήρωση της κοινωνικής δημοκρατίας, η Κομμούνα φωτίζει την ανά­δυση αυτής της νέας θεμιτότητας. Η εμπειρία της ενέπνευσε τις λαϊκές μορφές αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης που εμφανίστηκαν σε επαναστατικές κρί­σεις: εργατικά συμβούλια, σοβιέτ, επιτροπές πολιτοφυλακής, βιομηχανικές ζώ­νες, ενώσεις κατοίκων, αγροτικές κομμούνες, που τείνουν να στερήσουν από την πολιτική τον επαγγελματικό της χαρακτήρα, να τροποποιήσουν τον κοινωνικό καταμερισμό της εργασίας, να δημιουργήσουν τις συνθήκες για τον μαρασμό του κράτους ως χωριστού γραφειοκρατικού σώματος.
  8. Υπό την επικράτεια του κεφαλαίου, κάθε φαινομενική πρόοδος έχει το αντίτιμο της σε οπισθοδρόμηση και καταστροφή. Δεν συνίσταται in fine «παρά σε αλλαγή της μορφής της υποδούλωσης». Ο κομμουνισμός απαιτεί μιαν άλλη ιδέα και άλλα κριτήρια από αυτά της αποδοτικότητας και της χρηματικής κερ­δοφορίας. Ξεκινώντας από τη δραστική μείωση του υποχρεωτικού χρόνου ερ­γασίας και την αλλαγή στην ίδια την έννοια της εργασίας: δεν θα μπορούσε να υπάρχει ατομική ανάπτυξη κατά την ανάπαυση ή τον «ελεύθερο χρόνο» εφόσον ο εργαζόμενος παραμένει αλλοτριωμένος και ακρωτηριασμένος στην εργασία. Η κομμουνιστική προοπτική απαιτεί επίσης μια ριζική αλλαγή στη σχέση άνδρα και γυναίκας: η εμπειρία που αποκομίζει κανείς από τη σχέση μεταξύ των κοι-νιονικών φύλων είναι η πρώτη εμπειρία ετερότητας και για όσον καιρό εξακο­λουθεί να υπάρχει αυτή η σχέση καταπίεσης, κάθε διαφορετικό ον, λόγω πολι­τισμού, χρώματος ή σεξουαλικού προσανατολισμού, θα είναι θύμα μορφών δυ­σμενούς διάκρισης και κυριαρχίας. Η γνήσια πρόοδος έγκειται τέλος στην ανά­πτυξη και τη διαφοροποίηση αναγκών, των οποίων ο πρωτότυπος συνδυασμός καθιστά τον καθένα και την καθεμιά ένα μοναδικό ον, η ενικότητα του οποίου συμβάλλει στον εμπλουτισμό του είδους.

9.  Το Μανιφέστο περιγράφει τον κομμουνισμό ως «συνεταιρισμό όπου η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός είναι όρος για την ελεύθερη ανάπτυξη όλων».
Ο κομμουνισμός παρουσιάζεται έτσι ως θεμελιώδης αρχή μιας ελεύθερης ατομικής ανάπτυξης που δεν θα μπορούσε να συγχέεται ούτε με τις αυταπάτες ενός
ατομικισμού χωρίς ατομικότητα υποταγμένου στον διαφημιστικό κομφορμισμό, ούτε με τον χονδροειδή εξισωτισμό ενός σοσιαλισμού του στρατώνα. Η ανάπτυξη των ιδιαίτερων αναγκών και ικανοτήτων του καθενός και της καθεμιάς συμβάλει στην καθολική ανάπτυξη του ανθρωπίνου είδους. Αντιστοίχως, η ελεύθερη ανάπτυξη του καθενός και της καθεμιάς συνεπάγεται την ελεύθερη ανάπτυξη όλων, διότι η χειραφέτηση δεν είναι μοναχικού τύπου απόλαυση.

10. Ο κομμουνισμός δεν είναι μια καθαρή ιδέα ούτε ένα δογματικό πρότυπο για την κοινωνία. Δεν είναι το όνομα ενός κρατικού καθεστώτος ούτε ενός
νέου τρόπου παραγωγής.  Είναι το όνομα ενός κινήματος που υπερβαίνει / καταργεί αδιάκοπα την κατεστημένη τάξη πραγμάτων.

Αλλά είναι και ο σκοπός που καθώς αναδύεται από το κίνημα, το προσανατολίζει και του επιτρέπει, εν αντιθέσει προς τις πολιτικές χωρίς αρχές, τις αποσπασματικές δράσεις και τους καθημερινούς αυτοσχεδιασμούς, να προσδιορίσει τι μας φέρνει πιο κοντά σε αυτό τον σκοπό και τι μας απομακρύνει από αυτόν. Με αυτή την έννοια, δεν είναι μια επιστημονική γνώση του σκοπού και της διαδρομής, αλλά μια ρυθμιστική στρατηγική υπόθεση. Κατονομάζει, αδιαχώριστα, το όραμα ενός άλλου κόσμου με δικαιοσύνη, ισότητα, αλληλεγγύη και το διαρκές κίνημα που αποσκοπεί στην ανατροπή της τάξης πραγμάτων που υπάρχει στην εποχή του καπιταλισμού· και την υπόθεση που προσανατολίζει αυτό το κίνημα προς μια ριζική αλλαγή των σχέσεων ιδιοκτησίας και εξουσίας, σε απόσταση από συμβιβασμούς με ένα μικρότερο κακό που θα ήταν ο συντομότερος δρόμος προς το χειρότερο κακό.

11. Η κοινωνική, οικονομική, οικολογική και ηθική κρίση ενός καπιταλισμού που δεν απωθεί πλέον τα όριά του παρά με τίμημα μια αυξανόμενη έλλειψη μέ­τρου και έναν αυξανόμενο παραλογισμό, απειλώντας συγχρόνως το είδος και τον πλανήτη, επαναφέρει στην ημερήσια διάταξη την «επικαιρότητα ενός ριζο­σπαστικού κομμουνισμού» που επικαλέστηκε ο Μπένγιαμιν απέναντι στην άνο­δο των κινδύνων κατά τη μεσοπολεμική περίοδο.

Σημείωσηβιβλιογραφία

1. Βλ. Dionys Mascolo, A la recherche d’un communisme de pensee, Editions Fourbis, 2000, σ. 113.

Μετάφραση: Τάσος Μπέτζελος

το  άρθρο είναι δημοσιεύθηκε στο περιοδικό εκατοστό τεύχος του περιοδικού ΟΥΤΟΠΙΑ με θέμα ¨Κομμουνισμός: Θεωρία, ιστορία, προοπτική”

https://ilesxi.wordpress.com/2012/12/20/%CE%B4%CF%85%CE%BD%CE%AC%CE%BC%CE%B5%CE%B9%CF%82-%CF%84%CE%BF%CF%85-%CE%BA%CE%BF%CE%BC%CE%BC%CE%BF%CF%85%CE%BD%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%BF%CF%8D/

Για τον «δεύτερο Μπερλινγκουέρ»

 

Σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου του «Ο ράφτης της Ουλμ» που αναφέρεται στον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ο Λούτσιο Μάγκρι μιλάει για την πολιτική του γραμματέα του ΙΚΚ μετά την αποτυχία του ιστορικού συμβιβασμού

Του Λούτσιο Μάγκρι

Στις παραμονές της δεκαετίας του ’80, το ΙΚΚ βρισκόταν ήδη σε μεγάλες δυσκολίες. Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του 1979 δεν ήταν τόσο δραματικό όσο το περιέγραφε ο τύπος. Το κόμμα διατηρούσε το 30% του εκλογικού σώματος, δύο μονάδες παραπάνω από το 1972. Όμως, μπορούσε κανείς να αντιληφθεί ένα σημάδι περισσότερο ανησυχητικό στην ανάλυση της ψήφου: η αποσκίρτηση είχε συμβεί στις μητροπολιτικές περιοχές και στο εργατικό και νεανικό εκλογικό σώμα, που συνιστούσαν τους πρωτοπόρους τομείς στις προηγούμενες επιτυχίες. Μα το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν άλλο, η πολιτική μετατόπιση των δύο μεγάλων συνομιλητών, πάνω στους οποίους το ΙΚΚ είχε οικοδομήσει το σχέδιό του: της Χριστιανικής Δημοκρατίας και του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που είχαν πάλι ενωθεί σε κυβερνητικό συνασπισμό, ανταγωνιστικό στο εσωτερικό του, αλλά που ήταν ρητά και σταθερά αποφασισμένος να κρατήσει έξω τους κομμουνιστές. Έτσι, το ΙΚΚ έχανε όχι μόνο μερικούς βουλευτές, αλλά και μια αξιόπιστη πολιτική προοπτική.

Αρχικά η ηγετική του ομάδα αρνήθηκε να το παραδεχτεί, λόγω της απροθυμίας της να κάνει μια ξεκάθαρη αυτοκριτική για το πρόσφατο παρελθόν, αλλά και επειδή ήταν πεπεισμένη ότι η νέα κεντροαριστερά ήταν υπερβολικά διαιρεμένη και ανίκανη να κυβερνήσει μια χώρα που βρισκόταν ακόμη σε κρίση, άρα ήταν μεταβατική. Έπρεπε να την παρακολουθούν στενά και να την ακολουθούν κατά πόδας, μέχρι τη στιγμή που η αναγκαιότητα ενός μεγάλου συνασπισμού, με ξεκαθαρισμένα όρια, θα προτεινόταν και πάλι.

Το τέλος του ιστορικού συμβιβασμού

Παρόλα αυτά στο εσωτερικό του κόμματος ξεκίνησε μια σύγκρουση, περισσότερο τακτική παρά στρατηγική, σε περιορισμένες συνεδριάσεις, αλλά συχνά σκληρή. Το κύριο αντικείμενό της ήταν η άποψη για την εξέλιξη του Σοσιαλιστικού Κόμματος και για τη «νέα πορεία» που είχε ξεκινήσει ο Κράξι. Μέλη της ηγεσίας με κύρος πίστευαν ότι αυτή η πορεία ήταν αναστρέψιμη, χρησιμοποιώντας ως μοχλό τις εκτεταμένες συμμαχίες στο συνδικάτο, στους συνεταιρισμούς και στην τοπική αυτοδιοίκηση (κλείνοντας το ένα μάτι στο ηθικό ζήτημα) και ότι η κυβερνητική επανατοποθέτηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος θα μπορούσε, αντίθετα, στο τέλος να αποδειχτεί χρήσιμη για να φθείρει τη χριστιανοδημοκρατική υπεροχή, για να της αφαιρέσει τη συναίνεση της πιο σύγχρονης μεσαίας τάξης, να οικοδομήσει μια νέα ενότητα στα αριστερά και να βρει ένα δίαυλο επικοινωνίας με την ευρωπαϊκή αριστερά. Άλλα μέλη της ηγεσίας, που ήταν κοντά στον Μπερλινγκουέρ, έκριναν αντίθετα πολύ πιο αυστηρά τον κραξισμό, σχεδόν ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο, σαν ένα εργαστήριο ενός αντικομμουνισμού νέου τύπου και σύμπτωμα μιας αδηφάγας αναδιανομής της εξουσίας, και διατηρούσαν κάποιες ελπίδες για τις κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις του καθολικού κόσμου, που διέτρεχαν ακόμη την ίδια τη Χριστιανική Δημοκρατία.

Και οι δύο αυτές θέσεις ήταν αβάσιμες. Γιατί η στροφή τόσο του Σοσιαλιστικού Κόμματος όσο και της Χριστιανικής Δημοκρατίας δεν υπαγορευόταν μόνο από μια κατάσταση ανάγκης, ή από καθαρές συμβατικές ανάγκες εξουσίας, αλλά εξέφραζε πιο βαθιές τάσεις της κοινωνίας και πιο ριζωμένες πεποιθήσεις. Το να βάλουν στο κυβερνητικό παιχνίδι ένα ΙΚΚ ακόμη τόσο δυνατό και συνδεδεμένο με την ιδέα σημαντικών μεταρρυθμίσεων, συνεπαγόταν παραχωρήσεις που έβρισκαν πλέον αντίθετη την κυρίαρχη τάξη, ακόμη και την πιο σύγχρονη, και μια κυβέρνηση με τους κομμουνιστές θα συναντούσε την εχθρότητα  τόσο των ατλαντικών κυβερνήσεων που είχαν πλέον μετατοπιστεί περισσότερο προς τα δεξιά, όσο και του Βατικανού, που βρισκόταν πλέον υπό την ακλόνητη ηγεσία του πολωνού πάπα. Ένας διάλογος θα μπορούσε να ανοίξει και πάλι μόνο αφού θα μειωνόταν η δύναμή του και θα άλλαζε η ταυτότητά του.

Η ανολοκλήρωτη στροφή

Η πραγματική κατάσταση έγινε αντιληπτή και δόθηκε ώθηση στην αντιπαράθεση με μια στροφή που πρότεινε ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ το 1980. Γι’ αυτή τη στροφή, για το περιεχόμενό της, για τον τρόπο που εφαρμόστηκε συγκεκριμένα, για την αξία της και για τα όριά της, για τις αρχικές επιτυχίες της και για την τελική της αποτυχία, δεν υπήρξε τότε, ούτε άλλοτε, πραγματική συζήτηση. Αντίθετα, συσσωρεύτηκαν πολλές παρεξηγήσεις που πνίγουν τα γεγονότα και διαστρεβλώνουν τις κρίσεις. Ακόμη χειρότερα: λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά αυτή τη στροφή σβήστηκε από τη μνήμη μέσα από έναν παράξενο μηχανισμό.

Ο συγκινητικός και ξαφνικός θάνατος του Μπερλινγκουέρ τον μετέτρεψε ταχύτατα σε μύθο. Στο θετικό μύθο που του άξιζε, ενός ακέραιου, σεμνού, επίμονου ανθρώπου, που υποστήριζε πραγματικά το δημοκρατικό σύνταγμα, το οποίο χρειαζόταν ακόμη και θα χρειαζόταν και στο μέλλον η Ιταλία. Γι’ αυτό το πολιτικό του έργο το προσλάμβαναν ως σύνολο. Οι υποστηρικτές του θεώρησαν προσβολή να τονισθεί αυτό που διαχωρίζει, στη σκέψη του Μπερλινγκουέρ, την ιδέα του «ιστορικού συμβιβασμού» από την έσχατη προσπάθεια που έκανε στα τελευταία χρόνια της ζωής του να ξαναδεί το όλο οικοδόμημα. Απ’ αυτό επωφελήθηκαν και όσοι είχαν κριτική στάση απέναντί του, για να τιμήσουν τις προσωπικές του αρετές, αλλά κυρίως για να υποστηρίξουν ότι αυτές οι ίδιες αρετές, στα τελευταία χρόνια, τον ώθησαν σε μια ιδεολογική ακαμψία και σε μια ηθικολογική μανία, που τον εμπόδιζαν να παίξει έναν πραγματικά αποτελεσματικό πολιτικό ρόλο. Για τους μεν και για τους δε, μια πραγματική στροφή στο ΙΚΚ ή του ΙΚΚ δεν υπήρξε ποτέ: ένας «δεύτερος Μπερλινγκουέρ» δεν υπήρξε ποτέ. Γι’ αυτό στα βιβλία ιστορίας αναφέρεται λίγο ή αναφέρεται με ηθοπλαστικό τρόπο.

Η ανάκτηση της ταξικής σύγκρουσης

Η γνώμη μου είναι σαφώς διαφορετική. Στην αρχή της δεκαετίας του ’80 ο Μπερλινγκουέρ προσπάθησε να κάνει μια πραγματική στροφή, στρατηγικής και όχι μόνο τακτικής σημασίας, πολιτισμική και όχι μόνο πολιτική.

(…) Η ουσιαστική στροφή άρχισε να εκδηλώνεται με κάποιες συγκεκριμένες πράξεις. Σε πρώτη φάση, στη νικηφόρα αντιπολίτευση που άσκησε το ΙΚΚ στην απόφαση της νέας κυβέρνησης να περικόψει ένα μικρό ποσοστό των μισθών για να χρηματοδοτήσει νέες επενδύσεις, τις οποίες τα συνδικάτα αποδέχτηκαν ενώ αντίθετα οι εργαζόμενοι τις απέρριπταν. Αμέσως μετά, και πολύ πιο δεσμευτική, έχουμε την άμεση παρουσία του Μπερλινγκουέρ στη σημαντικότερη διαφορά με την εργοδοσία που μπορεί να θυμηθεί κανείς.

Το καλοκαίρι του 1980, η Fiat έστειλε σε 15 χιλιάδες υπαλλήλους 15 χιλιάδες επιστολές απόλυσης. Οι εργάτες εξεγέρθηκαν μαζικά, σταμάτησαν την παραγωγή και έκλεισαν τις πύλες του εργοστασίου για 35 μέρες. Στηρίχθηκαν από μια απεργία αλληλεγγύης όλου του κλάδου. Ήταν ξεκάθαρο σε όλους ότι επρόκειτο για μια γενική πρόβα και ταυτόχρονα για την αναγγελία μιας αντεπίθεσης των αφεντικών, που στόχευε να ανακτήσει αυτό που το 1969 είχαν υποχρεωθεί να παραχωρήσουν ή να ανεχθούν.

Στο συνδικαλιστικό πεδίο ήταν από την αρχή σαφές ότι για τους εργαζομένους αυτή η σύγκρουση δεν επρόκειτο να έχει καλή κατάληξη. Για μια σειρά από λόγους. Η Fiat περνούσε πραγματικές δυσκολίες. Όχι λόγω μιας συγκυριακής κρίσης της αγοράς ή της παραγωγικότητας, που ήταν πραγματική αλλά μπορούσε να ξεπεραστεί, αλλά επειδή κι αυτή η ίδια είχε πια δημιουργήσει ένα πλεόνασμα εργατικών χεριών, χτίζοντας ένα δίκτυο επιχειρήσεων στις οποίες έδινε εργολαβίες με επισφαλή ή κακοπληρωμένη εργασία. (…)

Στην πόλη γύρω από το εργοστάσιο, η απλή πιθανότητα κλονισμού της  Fiat, που ήταν πάντα το καύχημά της, επηρέαζε τον προσανατολισμό της σιωπηρής μα όχι αδιάφορης κοινής γνώμης.

Σε κάποια στιγμή, με τη συναίνεση της κυβέρνησης, έγινε πρόταση για μια συμφωνία-απάτη, που  όμως είχε αποτελέσματα. Οι απολύσεις αποσύρθηκαν, αλλά στην ουσία διευρύνθηκαν με την πρόταση για ένταξη στο ταμείο ανεργίας για 23 χιλιάδων εργαζομένων. Γιατί λέω απάτη; Γιατί αυτό το κολοσσιαίο ταμείο ανεργίας δεν προέβλεπε καμία δέσμευση της επιχείρησης, ώστε να επαναπροσληφθεί αργότερα ένα μεγάλο μέρος από τους εργαζομένους που βρίσκονταν σε διαθεσιμότητα. Έτσι γινόταν στην ουσία μια προ-απόλυση, με ένα εισόδημα μερικά εγγυημένο από το κράτος, εν αναμονή μιας άλλης απασχόλησης και με χειρότερες συνθήκες. Σ’ αυτή τη βάση γεννιέται, οργανωμένη και αυθόρμητη ταυτόχρονα, η διαδήλωση των «σαράντα χιλιάδων» στο κέντρο του Τορίνου με αίτημα την ανάκτηση της εργασίας.

Μπροστά στην πύλη της Fiat

Κατέφυγα σε λεπτομέρειες για να φέρω στην επιφάνεια ένα βασικό ερώτημα. Γιατί, σε μια εργατική διαφορά που ήταν τόσο παρακινδυνευμένη ήδη από την αρχή, ο Μπερλινγκουέρ πήγε στις πύλες του εργοστασίου για να στηρίξει ανεπιφύλαχτα τους εργάτες; Γιατί, αφού αμφέβαλε και βρέθηκε μακριά από άλλους νικηφόρους αγώνες, τώρα είχε εκτεθεί σε μια σύγκρουση που ήταν πιθανό να χαθεί, συγκεντρώνοντας έναν συγκινητικό εργατικό ενθουσιασμό, αλλά ανοίγοντας μια τάφρο (όπως είπε αμέσως ο Ρομίτι {ΣτΜ διευθυντής της Fiat}) με το πιο σύγχρονο και ισχυρό τμήμα των αφεντικών; Αρκεί να διαβάσει κανείς αυτά που είπε μπροστά σ’ εκείνες τις πύλες για να το καταλάβει. Είναι ψέμα αυτό που δημοσίευσε ο τύπος. Εκείνος δεν παρακίνησε καθόλου τους εργαζομένους στην κατάληψη της Fiat. Είπε στους εργάτες: «Είναι δικό σας θέμα να αποφασίσετε για τη μορφή του αγώνα σας, δικό σας θέμα και των συνδικάτων σας να κρίνετε αποδεκτές συμφωνίες. Μα να ξέρετε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα θα είναι στο πλευρό σας, στις καλές και στις κακές στιγμές». Ήταν ένα λεξιλόγιο που είχε χρόνια ν’ ακουστεί. Ήταν η ανανεωμένη επιβεβαίωση του χαρακτήρα του κόμματος, εθνικού και ταξικού. Δεν ήταν όμως τυπικά λόγια. Εξέφραζαν μια μελετημένη και αποδεδειγμένη επιλογή, σιωπηρά αυτοκριτική. Όπως και να εξελισσόταν η πολιτική κατάσταση, ή οποιοσδήποτε δρόμος να ανοιγόταν για το ΙΚΚ, η αναγκαία προϋπόθεση ήταν να οικοδομηθεί και πάλι μια αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης με τους εργαζομένους, το κόμμα να βασιστεί πάνω στη μαχητικότητά τους, χωρίς να επηρεάσει τη συνδικαλιστική αυτονομία, αλλά χωρίς να υπάρχει παραίτηση του κόμματος από τους μαζικούς αγώνες.

Η μάχη των μισθών

Η επιλογή επιβεβαιώθηκε ακόμη σαφέστερα τα επόμενα χρόνια, κι αυτή τη φορά με μεγαλύτερη επιτυχία: με τη μάχη για την Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή των μισθών (ΑΤΑ), που παρέμεινε στο κέντρο της προσοχής σε όλη τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του ’80.

Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, η οικονομική κατάσταση, βοηθούμενη από τη μείωση της τιμής του πετρελαίου, φάνηκε να χαλαρώνει, μα οι αυταπάτες για μια ανάκαμψη έσβησαν γρήγορα. Ο πληθωρισμός παρέμενε διψήφιος, η αντιπληθωριστικοί περιορισμοί των Ηνωμένων Πολιτειών και η κρίση χρέους στις αναπτυσσόμενες χώρες έκαναν πιο σκληρό τον ανταγωνισμό στη διεθνή αγορά. Γι’ αυτό η εργατική ήττα στη Fiat βιώθηκε και προσλήφθηκε από ολόκληρη την τάξη των Ιταλών αφεντικών σαν ένα παράδειγμα και από τους εργαζομένους σαν ένας βαρύς εκβιασμός. Μειωνόταν ο χώρος για την επιχειρησιακή διαπραγμάτευση ακόμη και εκεί όπου η παραγωγικότητα αυξανόταν, μειώνοντας όμως την απασχόληση, πόσο μάλλον εκεί όπου δεν αυξανόταν η παραγωγικότητα και ο ανταγωνισμός επικεντρωνόταν στις τιμές.

Η φοροδιαφυγή, στο διευρυμένο πλέον κόσμο της αυτόνομης εργασίας, και η ανεξέλεγκτη πλέον πίεση του δημόσιου χρέους ωθούσαν προς τα πάνω τους φορολογικούς συντελεστές που επιβάρυναν κυρίως τη μισθωτή εργασία. Το μισθολογικό ζήτημα ξαναρχόταν σε πρώτο επίπεδο, και, ταυτόχρονα, η ανεργία, που συγκεντρωνόταν στους νέους, και η μαύρη εργασία, όχι μόνο αδυνάτιζαν τη διαπραγματευτική εξουσία του συνδικάτου, αλλά μετέφεραν τις συνέπειές τους στο οικογενειακό εισόδημα. Ένα μοναδικό ανάχωμα υπεράσπιζε μερικά την εργατική κατάσταση: η συμφωνία που είχε υπογραφεί λίγα χρόνια πριν από τον Ανιέλι και τον Λάμα για την ΑΤΑ. Ξεκίνησε, λοιπόν το 1981, στον Τύπο μια εκστρατεία «πειθούς», για να οικοδομήσει τη συναίνεση τουλάχιστον ενός τμήματος του συνδικάτου και της δημοκρατικής διανόησης. Δεν ζητούσε τη ριζική κατάργηση της ΑΤΑ, αλλά μια διόρθωση των στρεβλών πλευρών της. (…)

Η εκστρατεία «πειθούς» είχε διεισδύσει σε ορισμένους τομείς του συνδικάτου (στην Cisl και στο σοσιαλιστικό ρεύμα της Cgil) και σε ένα τμήμα της μεσαίας τάξης, όχι όμως ακόμη τόσο πολύ ώστε να επιτευχθεί η συναίνεση της εργατικής τάξης και της πιο οξυδερκούς δημοκρατικής διανόησης. Το 1982 ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων αύξησε την πίεση απειλώντας ότι θα αποχωρούσε μονομερώς από τη συμφωνία του 1975. Και από το Μέγαρο Κίτζι (έδρα της κυβέρνησης στη Ρώμη) ήρθε η ολέθρια απάντηση. Το 1983, μόλις έγινε πρωθυπουργός, ο Μπετίνο Κράξι εξέδωσε ένα διάταγμα που περιόριζε την ισχύ της ΑΤΑ. Οι εργαζόμενοι κατάλαβαν ότι δεν επρόκειτο μόνο για μερικές πενταροδεκάρες, αλλά για το δικαίωμα που παραχωρούνταν στην πολιτική εξουσία να ορίζει τη μισθολογική δυναμική, δηλαδή σήμαινε το τέλος της ΑΤΑ που ρυθμιζόταν από τους κοινωνικούς εταίρους. Ένα κύμα αυθόρμητων απεργιών διέτρεξε στη συνέχεια την Ιταλία, και τα εργασιακά συμβούλια κάλεσαν σε πανιταλική διαδήλωση στη Ρώμη. Ο Μπερλινγκουέρ όχι μόνο συμμερίστηκε και παρακίνησε αυτές τις διαμαρτυρίες, αλλά κατάγγειλε και την έλλειψη συνταγματικής νομιμοποίησης του διατάγματος. Η Cgil,  με κίνδυνο διάσπασης, αποφάσισε να αναλάβει την πατρότητα της διαδήλωσης, η οποία πράγματι υπήρξε μεγαλειώδης και στην οποία συμμετείχαν και τοπικές οργανώσεις της Cisl. Το ΙΚΚ έφερε το θέμα στη Βουλή, προσφεύγοντας στο εργαλείο της κωλυσιεργίας (που είχε χρησιμοποιήσει μόνο δύο φορές στο παρελθόν, ενάντια στο νόμο- απάτη και ενάντια στο Ατλαντικό Σύμφωνο) και αναγγέλλοντας μια ενδεχόμενη προσφυγή σε δημοψήφισμα. (…)

Αν η στροφή ολοκληρωνόταν

Η στροφή που επιχείρησε ο Μπερλινγκουέρ εκκινούσε σαφώς από έναν φιλόδοξο μεσοπρόθεσμο στόχο: να συμβάλει με ένα πραγματικό βήμα προς τα εμπρός στην κατεύθυνση του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό στην Ιταλία και στην Ευρώπη. Μια παρόμοια φιλοδοξία, εξαιτίας αντικειμενικών λόγων και υποκειμενικής ανωριμότητας, δεν άντεχε στην εξονυχιστική εξέταση των γεγονότων, ο στόχος ήταν έξω από τις δυνατότητες του κόμματος, μολαταύτα, η δύναμη που είχε κατορθώσει να διατηρήσει, οι νέες επιλογές και οι νέες ιδέες που είχαν διεισδύσει μέσα στο κόμμα επέτρεπαν στο ΙΚΚ να μην συμπαρασυρθεί από την κρίση της Σοβιετικής Ένωσης, να αποφύγει τη διάλυση και την εξωμοσία, άρα να κρατήσει όρθια και να επανιδρύσει στην Ιταλία μια σημαντική και ζωντανή αριστερά κομμουνιστικής έμπνευσης. Αυτός ο στόχος ήταν δύσκολος, μα όχι ανέφικτος. Αν μια τέτοια αριστερά στεκόταν ακόμη στα πόδια της, η εξέλιξη όχι μόνο της ιστορίας του ΙΚΚ, αλλά και της ιταλικής δημοκρατίας θα είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά που διαπιστώνουμε σήμερα.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

Να διαβάσουμε τον Αλτουσέρ…

 

Το κείμενο αυτό φιλοδοξεί να πραγματοποιήσει μία σύντομη, απλή και ακριβή στο μέτρο του δυνατού, περιήγηση στις σπουδαιότερες πτυχές του έργου αυτού του σπουδαίου μαρξιστή φιλοσόφου που ονομάζεται Λουί Αλτουσέρ. Αναμφισβήτητα, η θεωρητική του προβληματική ήταν εξαιρετικά πρωτοποριακή και η πλέον καθοριστική για την ανανέωση και την παραγωγική ανάπτυξη της μαρξιστικής θεωρίας στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα, πάντα συγκρουόμενη σκληρά με τα άλλα ρεύματα του μαρξισμού. Εδώ λοιπόν ισχυριζόμαστε ότι ο Αλτουσέρ συνιστά μεταπολεμικά, το σημαντικότερο μαρξιστή στοχαστή.

Την παραπάνω θέση θα επιχειρήσουμε να στηρίξουμε στο χώρο αυτό, καταγράφοντας τις πιο θεμελιώδεις αλτουσεριανές συντεταγμένες και τους βασικούς κόμβους της σκέψης του, αναδεικνύοντας έτσι την βαρυσήμαντη συνεισφορά του θεωρητικού του ρεύματος στο μαρξισμό.

 

Βιογραφική παρέκβαση

Ο Λουί Αλτουσέρ γεννήθηκε στις 16 Οκτωβρίου 1918 στο Birmandreis της Αλγερίας. Το 1939 πετυχαίνει στο διαγωνισμό εισαγωγής στην Ecole Normale Superieure (ENS), όμως το Σεπτέμβρη της ίδιας χρονιάς συλλαμβάνεται από επέλαση γερμανικών στρατευμάτων και θα παραμείνει πέντε χρόνια σε στρατόπεδο αιχμαλώτων στη Γερμανία.

Το 1950 ο Αλτουσέρ γίνεται μέλος του Γαλλικού Κομμουνιστικού Κόμματος (ΚΚΓ), ένα από τα μαζικότερα ΚΚ της Ευρώπης την εποχή εκείνη. Έχοντας ήδη αποποιηθεί της έντονης καθολικής διαπαιδαγώγησης που είχε ως νεαρός (πριν τον πόλεμο ήταν μέλος της Action Catholique), εντάσσεται στo ΚΚΓ, θεωρώντας πως είναι το αποτελεσματικότερο όχημα ανατροπής του γαλλικού καπιταλιστικού κράτους, εξαιτίας της ιστορικής του αναφοράς και της μαζικής κοινωνικής του εκπροσώπησης1.

Ταυτόχρονα όμως, ασκεί ιδιαίτερα σκληρή κριτική στο σοβιετικό μαρξισμό, φορέας του οποίου είναι και το εν λόγω κόμμα, και αναπτύσσει μία στρατηγική ανατροπής της προβληματικής θεωρίας στους κόλπους του κόμματος, μια που αντιλαμβάνεται πως η θεωρία του πολιτικού επαναστατικού υποκειμένου είναι ο αδύναμος κρίκος ολόκληρης της πολιτικής του δράσης και παρέμβασης, (ευθυγραμμιζόμενος με τη χαρακτηριστική λενινιστική ρήση «χωρίς επαναστατική θεωρία, δεν μπορεί να υπάρξει επαναστατική δράση») Διαμορφώνει μία ολόκληρη ομάδα διανοουμένων και θεωρητικών μελών του ΚΚΓ, που προσανατολίζεται στην ανασυγκρότηση του μαρξισμού σε μια σειρά από επιστημονικά πεδία (ο Ετιέν Μπαλιμπάρ στη φιλοσοφία, ο Πιερ Μασρέ στη θεωρία της λογοτεχνίας, ο Νίκος Πουλαντζάς στο πεδίο κράτος-πολιτική, ο Τορ στην ψυχανάλυση, ο Σαρλ Μπετελέμ στην οικονομία, οι Μποντλό και Εσταμπλέ στην εκπαίδευση, ο Λινάρ για ζητήματα εργατικού κινήματος)2. «Δομικός (ή στρουκτουραλιστικός) μαρξισμός» αποκαλούνται κωδικοποιημένα οι θεωρητικές αρχές εργασίας του Αλτουσέρ και της ομάδας του, μία διακριτή και μοναδική τάση μέσα σε όλο το πλέγμα του δυτικού μαρξισμού3.

Ο Αλτουσέρ στα τελευταία χρόνια της ζωής του πάσχει από μανιοκατάθλιψη και το 1980, ύστερα από μία μικρή περίοδο εισαγωγής του σε νοσοκομείο, θα στραγγαλίσει την επί 34 χρόνια σύντροφό του Ελέν Ριτμάν μέσα στο σπίτι τους, χωρίς να έχει ουσιαστικά συναίσθηση των πράξεών του. Επί μία δεκαετία παθαίνει διαρκώς κρίσεις κατάθλιψης, όταν τελικά στις 16 Οκτώβρη του 1990 πεθαίνει από καρδιακή προσβολή4. Είναι η χρονιά που λαμβάνει οριστικά τέλος η θεωρητική διαδρομή ενός πολύ μεγάλου αριστερού διανοουμένου.

Στη συνέχεια, προσπαθούμε να σταχυολογήσουμε – χωρίς ιεράρχηση σπουδαιότητας – τις σημαντικότερες όψεις του αλτουσεριανού θεωρητικού οικοδομήματος.

 

Η προτεραιότητα της δομής

Αποτελεί την καταστατική θέση του θεωρητικού συστήματος του Λουί Αλτουσέρ, του δομικού μαρξισμού. Πρόκειται για τη θέση ότι μία δομή έχει πάντα την προτεραιότητα πάνω στα άτομα τα οποία εντάσσονται σε αυτήν. Αυτό πρακτικά σημαίνει ότι ένας καπιταλιστικός κοινωνικός σχηματισμός ή διαφορετικά μία ταξική, δηλαδή εκμεταλλευτική κοινωνική δομή, συγκροτεί και καθορίζει αποφασιστικά τα άτομα που ανήκουν σε αυτήν. Θα μπορούσαμε να πούμε με κάπως φιλοσοφικούς όρους πως τα υποκείμενα δεν προϋπάρχουν μιας κοινωνικής δομής. Αντιθέτως, συνιστούν οργανικά τμήματα και λειτουργικά μέρη ενός καλά ρυθμισμένου συστήματος, η ένταξη στο οποίο επιτελεί μακροσκοπικά κάποια διακριτό ρόλο στην αναπαραγωγή της φύσης του. Για παράδειγμα, στον καπιταλισμό, θα αναφερόμασταν στην αναπαραγωγή της αστικής ταξικής κυριαρχίας, του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής (απόσπαση υπεραξίας, δηλαδή) και κατά συνέπεια του εκμεταλλευτικού χαρακτήρα του συγκεκριμένου κοινωνικού συστήματος.

Με άξονα αναφοράς αυτήν την συντακτική θεωρητική χειρονομία, ο Αλτουσέρ θα συγκρουστεί με τις θεωρίες περί ανθρώπινης ουσίας που πρυτάνευαν μέχρι τότε στη μαρξιστική σκέψη. Στο πεδίο αυτό αναπτύσσει άλλωστε και την κύρια αντιπαράθεσή του με τη φιλοσοφία του Χέγκελ και κατ’ επέκταση του Φόυερμπαχ. Θα διατυπώσει λοιπόν, τη θέση ότι δεν υπάρχει κάποια απόλυτη και καθολική ανθρώπινη ουσία, κάποιο υπερβατολογικό «Όλο» το οποίο ο άνθρωπος ενσαρκώνει ή στοχεύει να ιδιοποιηθεί. Δεν υπάρχει μία διαχρονική και αναλλοίωτη απόλυτη Ιδέα που αποτελεί το Είναι ή την Αλήθεια του ανθρώπου, από την οποία όμως ο ίδιος έχει αλλοτριωθεί, ζώντας σε μία εξουσιαστική κοινωνία. Απορρίπτει έτσι, τη άποψη του νεαρού Μαρξ ότι η πραγματικότητα, ως συνάρθρωση υποκειμένων, είναι η αλλοτριωμένη προβολή-αντικειμενοποίηση της ανθρώπινης ουσίας (άποψη με ξεκάθαρες φιλοσοφικές καταβολές στο Φόυερμπαχ).

Ο Αλτουσέρ θα αντιτάξει απέναντι σε αυτήν την ουσιοκρατική/ ανθρωπολογική προοπτική μία θέση για τον άνθρωπο, που είναι η απόληξη της προαναφερθείσας πρωταρχικότητας της δομής πάνω στα υποκείμενα. Ισχυρίζεται ότι αυτό που αποκαλείται «ανθρώπινη ουσία» δεν είναι άλλα παρά η συμπύκνωση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων που διέπουν τις κοινωνικές συνθήκες ύπαρξής του. Είναι με άλλα λόγια το προϊόν μιας ιστορικής εξέλιξης, ενός ορισμένου τρόπου οργάνωσης της παραγωγής στο πλαίσιο καθορισμένων κοινωνικών (εξουσιαστικών) σχέσεων, το εξειδικευμένο υλικό αποτέλεσμα της πάλης των τάξεων5.

Αφού προσπαθήσαμε να αναδείξουμε την προτεραιότητα δομής πάνω στο άτομο και τη συνέπειά αυτής για τον ορισμό του ανθρωπίνου Είναι, πρέπει να προβούμε περεταίρω σε μερικές διασαφήσεις στην αλτουσεριανή ιδιαιτερότητα της έννοιας της δομής. Το αστικό κράτος, η πολιτική συμπύκνωση των επί μέρους κοινωνικών, ιδεολογικών, οικονομικών, εκμεταλλευτικών, ταξικών πρακτικών της άρχουσας τάξης εντός των ορίων ενός κοινωνικού σχηματισμού, είναι για τον Αλτουσέρ μία σύνθετη, δομημένη, αρθρωμένη και έκκεντρη «Ολότητα». Πρόκειται για μία δομή, η οποία έχει δεσπόζουσα, με το δεσπόζον στοιχείο να μην είναι μια για πάντα καθορισμένο, προδεδομένο, αλλά μεταβάλλεται ανά περιόδους, ανάλογα με τους συσχετισμούς δυνάμεων και τη φάση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής. Είναι δεσπόζον γιατί αυτό αναδεικνύεται την εκάστοτε συγκυρία ως το πλέον σημαντικό για την αναπαραγωγή της κυριαρχίας της αστικής τάξης (άλλοτε είναι το σχολείο, τα ΜΜΕ, άλλοτε πάλι ο στρατός). Αναφαίνεται ανάγλυφα το γεγονός ότι το κέντρο αυτής της δομής είναι διαρκώς μετατιθέμενο(αν ως κέντρο θεωρηθεί ο κάθε φορά κύριος μηχανισμός του κράτους). Επιπλέον, αυτή η δομή διαθέτει έναν προσδιορισμό, που επικαθορίζει όλα τα υπόλοιπά της στοιχεία, αλλά μόνο σε τελευταία ανάλυση, δηλαδή ως ύστατη και πολλαπλά διαμεσολαβημένη αναγωγιμότητα, και αυτή είναι η οικονομική βάση (παραγωγικές σχέσεις). Τέλος, αναφέρεται σε ένα αρθρωμένο σύνολο, διότι το κάθε του στοιχείο αν και φέρει αυτό τον σε τελευταία ανάλυση προσδιορισμό, έχει μια σχετική αυτονομία από αυτόν6.

Η αλτουσεριανή αυτή τοπολογία της δομής με δεσπόζουσα, μετατιθέμενο κέντρο και με προσδιορισμό σε τελική ανάλυση, έρχεται παράλληλα και ως απάντηση στα οικονομίστικα μαρξιστικά ρεύματα που αντιλαμβανόντουσαν το αστικό κράτος χωρισμένο απλά στη βάση (οικονομία) και το εποικοδόμημα, με το τελευταίο να αποτελεί απλή αντανάκλαση της βάσης, χωρίς καμία αυτονομία. Παρακάτω, πραγματευόμαστε εκτενέστερα τη θεωρητική πάλη που διεξήγαγε ο Αλτουσέρ ενάντια στον οικονομισμό.

 

Η πρωτοκαθεδρία των σχέσεων παραγωγής

πάνω στις παραγωγικές δυνάμεις

Στο σημείο αυτό αναφερόμαστε κατά κύριο λόγο στον πρόλογο που έγραψε ο Αλτουσέρ για τη δεύτερη έκδοση του βιβλίου της Μάρτα Χάρνεκερ «Βασικές έννοιες του ιστορικού υλισμού»7. Διαβάζουμε λοιπόν ότι ο Μαρξ θεμελίωσε την επιστήμη του (τον ιστορικό υλισμό) και τη φιλοσοφία του (διαλεκτικό υλισμό) κεντροθετημένη γύρω από την κατηγορία της πάλης των τάξεων.

Γνωρίζουμε πολύ καλά από τους κλασικούς του μαρξισμού ότι το κεφάλαιο συνιστά μία κοινωνική σχέση. Αυτή η σχέση δεν είναι κάτι άλλο παρά εξουσιαστική και εκμεταλλευτική. Η ειδική σχέση παραγωγής που χαρακτηρίζει τον καπιταλισμό είναι η απόσπαση της υπεραξίας από την εργατική τάξη. Εκεί λοιπόν, στην παραγωγική διαδικασία και στις εκμεταλλευτικές παραγωγικές σχέσεις ανάγεται η ταξική διάρθρωση της αστικής κοινωνίας και η πάλη των τάξεων.

Έχει πολύ μεγάλη σημασία να τονίσουμε εδώ, ότι οι κοινωνικές τάξεις δεν προϋπάρχουν της πάλης των τάξεων, αλλά αντιθέτως η ύπαρξη των τάξεων ταυτίζεται με την ταξική πάλη, τους ασυμφιλίωτους και ανειρήνευτους ταξικούς αγώνες.

Προϋπόθεση της ταξικής εκμετάλλευσης-απόσπασης υπεραξίας, είναι η κατοχή των μέσων παραγωγής από τους κεφαλαιοκράτες, που ουσιαστικά εξωθεί την εργατική τάξη να μην κατέχει τίποτα πέρα από την εργατική της δύναμη, την οποία και πουλά, μια που είναι εμπόρευμα. Αυτός είναι επομένως ο πυρήνας των αστικών σχέσεων παραγωγής.

Εξαντλούμε την έννοια των παραγωγικών σχέσεων γιατί θεωρούμε πως είναι το «κλειδί» για την εις βάθος θεωρητική αποδόμηση του οικονομισμού (κυρίαρχο χαρακτηριστικό του μαζικότερου θεωρητικού μαρξιστικού ρεύματος, του σοβιετικού μαρξισμού). Και αυτή χρεώνεται κατά την άποψή μας, σχεδόν αποκλειστικά στον Αλτουσέρ. Η καθοριστική συνεισφορά του στον τομέα αυτόν έγκειται στο ότι έδειξε πως στην ενότητα των παραγωγικών δυνάμεων και παραγωγικών σχέσεων, η αδιαφιλονίκητη πρωτοκαθεδρία ανήκει στις παραγωγικές σχέσεις.

Ας παρακολουθήσουμε όμως, μέσα από το άρθρο του ιδίου, τη σκέψη του:

«Οι παραγωγικές δυνάμεις μπήκαν σε κίνηση μέσα στη διαδικασία εργασίας, κάτω από την κυριαρχία των σχέσεων παραγωγής, που καθορίζονται σα σχέσεις εκμετάλλευσης. Το ότι υπάρχουν εργάτες, σημαίνει πως είναι μισθωτοί, επομένως εκμεταλλευόμενοι».

Και παρακάτω:

«Οι βάσεις και οι διαδοχικές μορφές στην οργάνωση της παραγωγικής διαδικασίας…δεν ήταν άλλο από τις βάσεις και τις διαδοχικές μορφές της υλικής και ιστορικής ύπαρξης των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής. Αυτό που συμβαίνει πραγματικά είναι η τάση ενοποίησης, των υλικών μορφών ύπαρξης παραγωγικών δυνάμεων και σχέσεων παραγωγής, υπό την κυριαρχία των σχέσεων παραγωγής».

Αξίζει να σημειωθεί ότι οι κοινωνικές σχέσεις παραγωγής υπαγορεύουν τη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου (τη συσσώρευση κεφαλαίου), σα χιονοστιβάδα ολοένα μεγαλύτερης απόσπασης υπεραξίας, αφού, όπως έδειξε ο Μαρξ, το μέσο ποσοστού κέρδους έχει την τάση σε βάθος χρόνου να σημειώνει σταδιακή πτώση, κάτω από την επίδραση και της πάλης των τάξεων (οι εργατικοί αγώνες για υψηλότερους μισθούς, για μείωση του εργάσιμου χρόνου της μέρας, κλπ).

Συνοψίζοντας, μπορούμε να ισχυριστούμε ότι οι παραγωγικές δυνάμεις είναι το υλικό αποκρυστάλλωμα των δεδομένων παραγωγικών σχέσεων. Είναι διαφορετικά, το μέσο με το οποίο υλοποιείται η απόσπαση υπεραξίας, ο μοχλός άσκησης της εκμετάλλευσης και της υπαγωγής της εργατικής τάξης στο κεφάλαιο.

Αυτή είναι κατά τη γνώμη μας και η πιο αποτελεσματική κριτική του οικονομισμού του σοβιετικού μαρξισμού, που θεωρούσε ότι οι παραγωγικές δυνάμεις κατέχουν τα πρωτεία έναντι των σχέσεων παραγωγής και τα τεχνολογικά επιτεύγματα και άρα η βελτίωση των παραγωγικών μέσων ακολουθούν μία ευθύγραμμη και ανεξάρτητη από τις κοινωνικές συνθήκες ανάπτυξη. Μάλιστα, αυτή θα έρθει κάποια στιγμή σε τέτοια σφοδρή αντίθεση με τις υφιστάμενες σχέσεις παραγωγής, οπότε πλέον θα είναι αναπόφευκτο το πέρασμα σε «σοσιαλιστικές» (συλλογικές) παραγωγικές σχέσεις. Αυτό το αμάλγαμα οικονομισμού και παραγωγισμού, ονομάστηκε από το Στάλιν ως ο «νόμος της αναγκαίας αντιστοιχίας».

Ένα ιστορικό παράδειγμα ίσως διαφωτίσει τον θέση του Αλτουσέρ. Ο ταιηλορισμός (ως ιστορική μορφή οργάνωσης της παραγωγικής διαδικασίας) και ο φορντισμός (η εισαγωγή της αλυσίδας παραγωγής στο εργοστάσιο) είναι η ιστορική απάντηση της αστικής τάξης στην άνοδο των εργατικών διεκδικήσεων των αρχών του 20ου αιώνα, στο λυκόφως του καπιταλισμού της σχετικής υπεραξίας. Η μαζική εφαρμογή του συγκεκριμένου παραγωγικού μέσου, δεν υπαγορευόταν από κάποιον άλλο λόγο, πέρα από την αναγκαιότητα για αντιστάθμιση της πτώσης του μέσου ποσοστού κέρδους, δηλαδή την αναπαραγωγή των εκμεταλλευτικών παραγωγικών σχέσεων. Αν δεν ήταν η παραγωγική σχέση (η ταξική πάλη εντέλει) πώς μπορεί να εγγυηθεί κανείς ότι η τεχνολογία, η επιστήμη και τα μέσα παραγωγής θα είχαν γνωρίσει αυτήν την τροχιά ανάπτυξης;

 

Θεωρητικός Αντιανθρωπισμός

Στο οπισθόφυλλο της ελληνικής έκδοσης του βιβλίου του Αλτουσέρ, «Για τον Μαρξ», διαβάζουμε:

«Ολόκληρη η μαρξιστική παράδοση όμως απέφυγε να χαρακτηρίσει το μαρξισμό σαν ανθρωπισμό. Γιατί; Επειδή πρακτικά, δηλαδή στα γεγονότα, τη λέξη ανθρωπισμός την εκμεταλλεύεται η αστική ιδεολογία, και τη χρησιμοποιεί για να καταπολεμήσει, δηλαδή να σκοτώσει, μιαν άλλη, αληθινή και για το προλεταριάτο ζωτική λέξη: την ταξική πάλη.»

Ο όρος «θεωρητικός αντιανθρωπισμός» ξεσήκωσε θύελλα αντιδράσεων και προκάλεσε τη μήνη και τις λυσσαλέες επιθέσεις κυρίως των μαρξιστών φιλοσόφων (όπως του Βρετανού μαρξιστή Τζων Λιούις).

Ας ξεκαθαρίσουμε τι πραγματικά επιθυμεί να πετύχει ο Αλτουσέρ με τη χρήση αυτού του όρου, μια που πρόκειται για ένα ιδιαιτέρως κομβικό σημείο στον αλτουσεριανό στοχασμό.

Πρώτον, η Μάρτα Χάρνεκερ θεωρεί ότι ασκεί κριτική στην ανθρωπιστική ιδεολογία – που είναι η ιδεολογία της αστικής τάξης, έτσι όπως συστηματοποιήθηκε την εποχή του Διαφωτισμού – διότι πρόκειται ακριβώς περισσότερο για προσφυγή στην ιδεολογία, παρά τη θεωρία8.

Δεύτερον, με τη χρήση του όρου αυτού απαντά στην απόκρυψη της ταξικής πάλης ως κινητήρια δύναμη της ιστορίας, με στόχο τα κομμουνιστικά κόμματα ποτέ να μην τη διαγράφουν από τη σημαία τους.

Τρίτον, τον βοηθά να αναδείξει πως ανθρωπιστικές κατηγορίες (ως συζυγίες της αστικής ιδεολογίας), εκτόπισαν σταδιακά από τα ΚΚ και κυρίως από το ΚΚΣΕ τα κατεξοχήν μαρξιστικά θεωρητικά εργαλεία, με πρώτο και καλύτερο την ταξική πάλη! Είναι εκπληκτικό μάλιστα το γεγονός ότι δεσπόζουν εκεί που αυτή απουσιάζει εκκωφαντικά. Ας θυμηθούμε το Σοβιετικό Σύνταγμα του 1936, που διακηρύσσει το τέλος της πάλης των τάξεων, που αναγνωρίζει την ΕΣΣΔ ως «κράτος όλου του λαού», αλλά και το 20ο Συνέδριο του ΚΚΣΕ, την περίοδο της αποσταλινοποίησης, που επινοεί τον όρο «προσωπολατρία», για να μη βγάλει κουβέντα για την ταξική φύση της μέχρι τότε κοινωνίας.

Αντιλήφθηκε με φοβερή οξυδέρκεια τις πολιτικές συνέπειες της χρήσης του όρου «ανθρωπισμός»: Λειτουργούσε για τα ΚΚ απολογητικά προς μία διαρκή ρεβιζιονιστική στροφή τους και πως για το προλεταριάτο δεν είχε καμία θεωρητική αξία, στο δρόμο του επαναστατικού κοινωνικού μετασχηματισμού.

Η ηγεμονία της αστικής/ κυρίαρχης ιδεολογίας αποτυπώνεται και στην ικανότητά της να διεισδύει σε διακριτά και αντιτιθέμενα σε αυτήν ιδεολογικά υποσύνολα (κομμουνιστική ιδεολογία). Επιμένουμε γιατί ο ανθρωπισμός δεν είναι ένας όρος καθόλου αθώος. Εκφράζει κατά κύριο λόγο μια κάποια φιλανθρωπική πρακτική ή ενός είδους αλληλεγγύη, που στα σίγουρα είναι πολιτικά ακίνδυνη και δε διεκδικεί να διασαλεύσει σε κανένα επίπεδο την αστική ταξική κυριαρχία. Από την άλλη πλευρά, μόνο η όξυνση της ταξικής πάλης απειλεί και τρομάζει την άρχουσα τάξη!

Συμπεραίνουμε λοιπόν, ότι δεν είναι ότι ο Αλτουσέρ εχθρεύεται τον άνθρωπο. Αντιθέτως, προσπαθεί να εξασφαλίσει κάποιες μίνιμουμ αλλά πολύ σημαντικές θεωρητικές προϋποθέσεις επίτευξης του μοναδικού στόχου της στράτευσής του στην Αριστερά: τον τερματισμό της εκμετάλλευσης του ανθρώπου, την κοινωνική του χειραφέτηση, η οποία πραγματοποιείται μόνο στον κομμουνισμό. Ο «θεωρητικός αντιανθρωπισμός» είναι ένα εγχείρημα πρακτικά για όλη την «ανθρωπότητα». Ας αναλογιστούμε όλον τον 20ο αιώνα, πόσοι εκατοντάδες χιλιάδες κομμουνιστές – προσηλωμένοι στην αρχή της πάλης των τάξεων και την επανάσταση και που πέρασαν μια ολόκληρη ζωή με το όπλο στο χέρι – φυλακίστηκαν, βασανίστηκαν ή στάλθηκαν στο εκτελεστικό απόσπασμα, διατηρώντας πάντα μία ατσαλένια πειθαρχία, ένα γιακωβίνικο ρομαντισμό και μία απαράμιλλη συντροφικότητα. Αυτοί δεν ήταν στην πράξη «ανθρωπιστές»;

 

Διαδικασία χωρίς υποκείμενο και χωρίς τέλος

«Η ιστορία είναι μία διαδικασία χωρίς υποκείμενο και χωρίς τέλος». Η φράση αυτή είναι η επιστημονική και φιλοσοφική προέκταση της προηγούμενης θέσης. Συνδέει επί της ουσίας το θεωρητικό αντιανθρωπισμό με τον άνθρωπο ως φορέα κοινωνικών σχέσεων.

Στην απάντηση του Αλτουσέρ στον Τζων Λιούις9, η φιλοσοφική τοποθέτησή του είναι ότι η ιστορία δεν έχει υποκείμενο. Ο άνθρωπος δηλαδή δεν είναι το υποκείμενο της ιστορίας ή του κόσμου, όπως το αντιλαμβάνεται η αστική ιδεολογία. Επίσης, έντονα καταπολεμά και μαρξιστικά ρεύματα (χεγελιανής κυρίως καταγωγής, όπως Λούκατς, Κορς, κ.α.), που θεωρούν το προλεταριάτο το υποκείμενο της ιστορικής διαδικασίας (η οντολογία της αλλοτριωμένης Ολότητας της Τάξης-Υποκείμενο).

Παρ’ όλα αυτά, όπως υπογραμμίστηκε και στο κεφάλαιο των ιδεολογικών μηχανισμών, οι άνθρωποι δρουν σαν υποκείμενα. Η ένταξή τους μέσα στις κοινωνικές σχέσεις και δομές τους έχει συγκροτήσει ως τέτοια.

Το μόνο που υπάρχει στην ιστορία είναι η πάλη των τάξεων και οι ταξικές αντιπαραθέσεις. Τα άτομα καταλαμβάνουν τη θέση τους μέσα στις ταξικές πρακτικές μόνο συγκροτούμενα ως υποκείμενα. Παίρνουν δηλαδή τη μορφή του υποκειμένου, με τις νομικο-ιδεολογικές κοινωνικές σχέσεις, να έχουν τον πρώτο λόγο σε αυτήν τη διαδικασία. Το υποκείμενο είναι η μορφολογία των ανθρώπων ως φορέων των κοινωνικών πρακτικών της παραγωγικής και αναπαραγωγικής διαδικασίας του καπιταλισμού.

Όμως, δεν είναι υποκείμενα για την ιστορία. Θα λέγαμε πως είναι για το κράτος, το κατεξοχήν πεδίο διεξαγωγής των ταξικών αγώνων. Ο Αλαίν Μπαντιού που κατάλαβε το νόημα της θέσης του Αλτουσέρ γράφει:

«Η (αστική) ιδεολογία χαρακτηρίζεται από την ιδέα του υποκειμένου, που η μήτρα της είναι δικαιική και υποτάσσει το άτομο στους ιδεολογικούς μηχανισμούς του κράτους: πρόκειται για το θέμα της «έγκλεισης» σε υποκείμενο»10.

Επιπλέον, ο άνθρωπος ως Υποκείμενο της Ιστορίας, μας δίνει την ψευδαίσθηση μιας ανθρώπινης ελευθερίας επιλογών και μιας ανεξαρτησίας του ατόμου από τις κοινωνικές συνθήκες ύπαρξής του, ενώ παράλληλα αποσιωπά τη λειτουργία του σε σχέση με την κοινωνική δομή που εντάσσεται. Αυτή άλλωστε είναι μία από τις βασικές αναγωγές της αστικής ιδεολογίας.

Εξαιρετικό ενδιαφέρον παρουσιάζουν και οι φιλοσοφικές προεκτάσεις αυτής της θέσης. Το ότι ο άνθρωπος είναι το ιστορικό Υποκείμενο, συνεπάγεται πως είναι το Κέντρο του κόσμου, η ριζική Αρχή της Ιστορίας και η μοναδική της Αιτία. Η απάντηση του Αλτουσέρ στον απόλυτο αυτό ιδεαλισμό είναι ότι η ιστορία δεν διαθέτει «Τέλος», με την έννοια ότι ο άνθρωπος δε συνιστά καμία Αρχή και κανένα Τέλος της Ιστορίας, είναι απλά φορέας κοινωνικών συνθηκών.Αν τώρα, η Ιστορία δε διαθέτει Υποκείμενο δε διαθέτει και Αντικείμενο. Αν στην ιστορική εξέλιξη δεν υπάρχει κάτι που να υπο-κειται δεν υπάρχει και κάτι που να αντί-κειται. Και πάλι εδώ με τα λόγια του Μπαντιού:

«Πάλη των τάξεων […] Η λέξη «πάλη» δηλώνει ότι δεν υπάρχει πολιτικό αντικείμενο (ένας αγώνας δεν είναι αντικείμενο), ενώ η λέξη τάξη δηλώνει, πως ούτε υποκείμενο υπάρχει (αφού ο Αλτουσέρ στο πεδίο της ιστορίας, αντιτίθεται σε κάθε ιδέα του προλεταριάτου ως υποκειμένου)».11

Αυτό και αν είναι ένα πολύ σπουδαίο συμπέρασμα! Η ιστορική εξέλιξη καθορίζεται μόνο από την έκβαση της ταξικής αναμέτρησης και κανείς δεν μπορεί να προβλέψει ποιο μονοπάτι θα ακολουθήσει. Το αν θα οικοδομηθεί ποτέ ο κομμουνισμός αυτό θα το κρίνει μόνο η ταξική πάλη και σε καμία περίπτωση δεν αποτελεί ιστορική αναγκαιότητα. Δεν υπάρχει ιστορική αναγκαιότητα, υπάρχει μόνο η πάλη των τάξεων!

Συνοψίζοντας, άποψή μας είναι ότι η προτεραιότητα της δομής, ο θεωρητικός αντιανθρωπισμός και η ιστορία ως διαδικασία δίχως υποκείμενο και τέλος, αποκαθιστούν πλήρως την θεωρητική εγκυρότητα της πάλης των τάξεων, ως εργαλείο πολιτικής ανάλυσης και χάραξης επαναστατικής στρατηγικής!

 

«Ο Υλισμός της συνάντησης»

Είναι μία άποψη12 που διατύπωσε ο Αλτουσέρ στα μέσα του 1980 περισσότερο με τη μορφή ερωτήματος και η οποία επιχειρεί να επεκτείνει και να εμπλουτίσει κάποιους υπαινιγμούς που αφήνει ο Μαρξ στο Κεφάλαιο.

Πρόκειται για τις συνθήκες συγκρότησης και σχηματισμού μιας δομής. Οι προβληματισμοί του αρθρώνονται γύρω από τις απαρχές της διαμόρφωσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής και προεκτείνεται σε ένα στοχασμό του τυχαίου ως παράγοντα καθορισμού της ιστορικής εξέλιξης.

Ο όρος «συνάντηση» προκύπτει από τις αναφορές του παράγοντα τύχη από το Μαρξ στο Κεφάλαιο, αναφορικά με τη μετάβαση από το φεουδαρχικό στον καπιταλιστικό τρόπο παραγωγής. Προήλθε από τη συνάντηση-έναν ιδιαίτερο συνδυασμό κάποιων διακριτών στοιχείων/ διαδικασιών (όπως η χρηματική συσσώρευση, η συσσώρευση τεχνικών μέσων και η συσσώρευση προλεταρίων που δεν κατέχουν τίποτα). Τι μας λέει ο Αλτουσέρ γι’ αυτό;

«Το όλο που προκύπτει από την «εμπέδωση» της «συνάντησης» δεν είναι προγενέστερο, αλλά μεταγενέστερο της «εμπέδωσης» των στοιχείων, και συνεπώς θα μπορούσε να μην «πιάσει» και, πολύ περισσότερο, «η συνάντηση θα μπορούσε να μη λάβει χώρα» […] Μπορούμε […] να υποθέσουμε ότι η συνάντηση έλαβε χώρα στην ιστορία πολλές φορές πριν πιάσει στη Δύση, αλλά δεν «έπιασε» τότε ελλείψει ενός στοιχείου ή της διάταξης των στοιχείων».

Και συνεχίζει λίγο πιο κάτω:

«Αυτό που είναι αξιοσημείωτο σε αυτήν την […] αντίληψη, πέραν της ρητής θεωρίας της συνάντησης, είναι η ιδέα ότι κάθε τρόπος παραγωγής συγκροτείται από ανεξάρτητα μεταξύ τους στοιχεία, όπου το καθένα είναι το αποτέλεσμα μιας προσίδιας ιστορίας, δίχως να υπάρχει καμία οργανική ή τελεολογική σχέση ανάμεσα στις διάφορες αυτές ιστορίες. Η αντίληψη αυτή κορυφώνεται στη θεωρία της πρωταρχικής συσσώρευσης».

Με την εργασία πάνω στο αστάθμητο στοιχείο της «συνάντησης», ο Αλτουσέρ θέλει να ξεκαθαρίσει με οποιαδήποτε υπόνοια τελεολογίας στη μαρξιστική θεωρία. Επισφραγίζει θα μπορούσαμε να πούμε τη θέση για την ιστορία χωρίς υποκείμενο και τέλος. Χρειάζεται μάλλον κάποια τυχαία σύμπτωση διακριτών στοιχείων, που δεν μπορεί να προβλεφθεί ούτε και ακολουθεί κάποια ντετερμινιστική ή αναπόφευκτη διαδικασία και που είναι απαραίτητη για να εδραιώσει και να εμπεδώσει μία δομή (η οποία κατόπιν θα προσδώσει τη «λογική» της στα λειτουργικά της μέρη).

Τίποτα δεν είναι σίγουρο, όλα μένουν να κριθούν! Από την έκβαση της ταξικής πάλης και την τυχαία συνεύρεση των αναγκαίων παραγόντων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μοιρολατρικά, κάθε φορά που αποτυγχάνει μία επαναστατική προσπάθεια, δεν έχει «ευλογηθεί» από την τύχη ή αυτό που ο Αλτουσέρ κατονομάζει «συνάντηση». Και αντιστρόφως: Δεν είναι κάθε στιγμή για την εργατική τάξη, η χρυσή ευκαιρία να πραγματοποιήσει την έφοδο στον ουρανό και αυτό ίσως κάτι λέει από μόνο του…
Δήμος Ε

Το δεύτερο μέρος του «Να διαβάσουμε τον Αλτουσέρ…»

 

Σημειώσεις

Μπαλιμπάρ Ετιέν, «Λουί Αλτουσέρ, Μία βιογραφική σημείωση», Θέσεις, τεύχος 35, περίοδος: Απρίλιος – Ιούνιος 1991.

Αριστείδης Μπαλτάς, «Ιστορικός χρόνος και πολιτική συγκυρία», Πολίτης, Οκτώβριος 2005.

Είναι χαρακτηριστικό ότι κύριες επιρροές του Αλτουσέρ αποτέλεσαν η δομική ανθρωπολογία του Claude Levi-Strauss και η φιλοσοφία του Σπινόζα.

«Λουί Αλτουσέρ: Ο θεωρητικός του μεταμαρξισμού: 1918-1990», Οι πρωτοπόροι, τεύχος 4Ελευθεροτυπια, 20 Οκτωβρίου 2005.

Μηλιός Γιάννης, Τρόποι παραγωγής και μαρξιστική ανάλυση, εκδ. Ελληνικά Γράμματα 1997.

Αλτουσέρ Λουί, Για τον Μαρξ, εκδ. Γράμματα 1978

Αλτουσέρ Λουί«Μαρξισμός και πάλη των τάξεων» στο Λουί Αλτουσέρ, Θέσεις, εκδ. Θεμέλιο 1983 (β” εκδ).

Χάρνεκερ Μάρτα, «Ο Αλτουσέρ και ο θεωρητικός αντιανθρωπισμός του Μαρξ», Θέσεις,τεύχος 87, περίοδος: Απρίλιος – Ιούνιος 2004.

Αλτουσέρ Λουί, Απάντηση στον Τζων Λιούις, εκδ. Θεμέλιο 1977.

10 Μπαντιού Αλαίν, «Αλτουσέρ, Το υποκειμενικό στοιχείο χωρίς υποκείμενο», στο Αλαίν Μπαντιού, Από το Είναι στο Συμβάν, εκδ. Πατάκη.

11 Στο ίδιο.

12 Αλτουσέρ Λουί, «Το υπόγειο ρεύμα του υλισμού της συνάντησης», Θέσειςτεύχος 88, περίοδος: Ιούλιος – Σεπτέμβριος 2004.

http://www.aformi.gr/2010/02/%ce%bd%ce%b1-%ce%b4%ce%b9%ce%b1%ce%b2%ce%ac%cf%83%ce%bf%cf%85%ce%bc%ce%b5-%cf%84%ce%bf%ce%bd-%ce%b1%ce%bb%cf%84%ce%bf%cf%85%cf%83%ce%ad%cf%81%e2%80%a6/

Αφιέρωμα στον Τσε Γκεβάρα

Ανταποκριτής της Guardian στη Λατινική Αμερική, ο δημοσιογράφος Richard Gott ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε το νεκρό Τσε λίγες ώρες μετά την εκτέλεσή του. Στο παρακάτω απόσπασμα, από το κλασικό πλέον βιβλίο του για το αντάρτικο της δεκαετίας του ’60 («Rural guerillas in Latin America», Λονδίνο 1970, εκδ.Penguin), o Gott αφηγείται αυτή του την εμπειρία.

8 Οκτωβρίου 1967. Εκείνη την Κυριακή ο καιρός ήταν ζεστός, και στις οκτώμισι το βράδυ περιφερόμαστε με έναν άγγλο φίλο στην κεντρική πλατεία της Σάντα Κρουζ στην ανατολική Βολιβία, όταν κάποιος μας έγνεψε από το τραπεζάκι ενός καφενείου.
«Έχω νέα για σας», μας είπε. «Ο Τσε;», ρωτήσαμε, γιατί το ενδεχόμενο να συλληφθεί ο Τσε στριφογύριζε στο μυαλό μας από μία εβδομάδα. Πριν από λίγες ημέρες βρισκόμαστε στη μικρή πόλη Βαγεγκράντε και είχαμε ακούσει το συνταγματάρχη Χοακίν Σεντένο Ανάγια, διοικητή της όγδοης μεραρχίας των βολιβιανών ενόπλων δυνάμεων, να εκφράζει τη βεβαιότητα ότι τα στρατεύματά του θα βάλουν τον Τσε στο χέρι πριν από το τέλος της εβδομάδας. Μας εξήγησε μάλιστα ότι είχαν ενισχυθεί από 600 «ρέιντζερ», φρέσκους από το στρατόπεδο εκπαίδευσης που διηύθυναν οι Ειδικές Δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών βορείως της Σάντα Κρουζ. Είπε ακόμη πώς έγινε η περικύκλωση των ανταρτών. Δυνατότητα διαφυγής υπήρχε μόνο από τη μία πλευρά, κι εκεί ο στρατός είχε σκορπίσει στρατιώτες μεταμφιεσμένους σε αγρότες, ώστε να σημάνουν αμέσως συναγερμό μόλις δουν τους αντάρτες να περνούν από αυτό το σημείο. Από τα στοιχεία που μας είχαν δώσει κάτοικοι ενός χωριού στο οποίο μπήκαν οι αντάρτες περί το τέλος Σεπτεμβρίου, καθώς και από τη μαρτυρία δύο ανταρτών που είχαν συλληφθεί, δεν μας έμενε η παραμικρή αμφιβολία ότι ο Τσε ήταν ο επικεφαλής τούτης της περικυκλωμένης ομάδας.
«Ο Τσε συνελήφθη», μας είπε ο γνωστός μας στο καφενείο, «αλλά είναι τραυματισμένος σοβαρά και μπορεί να μη βγάζει τη νύχτα. Οι υπόλοιποι αντάρτες παλεύουν απεγνωσμένα να τον πάρουν πίσω, ενώ ο διοικητής του λόχου ζητά να τους στείλουν ελικόπτερο ώστε να μπορέσουν να τον φυγαδεύσουν μακριά. Ο διοικητής είναι σε τέτοια αναστάτωση, ώστε τα λόγια του ήταν εντελώς ακατάληπτα. Το μόνο που κατόρθωσαν να ξεχωρίσουν εκείνοι που τον άκουγαν ήταν η κραυγή ‘Τον πιάσαμε, τον πιάσαμε'».
Ο πληροφοριοδότης μας συνέχισε λέγοντας ότι πρέπει να νοικιάσουμε ελικόπτερο και να πετάξουμε αμέσως στην περιοχή των ανταρτών. Δεν ήξερε αν ο Τσε ήταν ακόμη ζωντανός ή αν είχε πεθάνει, αλλά διαισθανόταν ότι οι πιθανότητες να ζήσει ήταν πλέον ελάχιστες. Δεν είχαμε χρήματα να νοικιάσουμε ελικόπτερο, ακόμη κι αν υπήρχε κάποιο διαθέσιμο, άσε που σε κάθε περίπτωση στη Βολιβία είναι αδύνατη η πτήση μετά τη δύση του ήλιου. Έτσι νοικιάσαμε ένα τζιπ και στις 4 το πρωί της Δευτέρας 9 Οκτωβρίου πήραμε το δρόμο για τη Βαγεγκράντε.
Φθάσαμε πεντέμισι ώρες αργότερα και κατευθυνθήκαμε αμέσως στο αεροδρόμιο. Ο μισός πληθυσμός της μικρής πόλης έμοιαζε να περιμένει εκεί, οι μαθητές ντυμένοι στα άσπρα και οι ερασιτέχνες φωτογράφοι ανυπόμονοι να εξασφαλίσουν φωτογραφίες των νεκρών ανταρτών. Μόλις πριν από δύο εβδομάδες, εδώ είχαν φέρει το σώμα του βολιβιανού αντάρτη «Κόκο» Περέντο και του Κουβανού «Μιγκέλ». Και στο νεκροταφείο κοντά στο αεροδρόμιο είχε ήδη ταφεί η «Τάνια», η όμορφη αντάρτισσα που σκοτώθηκε με άλλους εννέα στις 31 Αυγούστου στο Ρίο Γκράντε, σε ενέδρα όπου οδηγήθηκε με μπαμπεσιά. Οι κάτοικοι της Βαγεγκράντε έχουν πλέον εθιστεί σε τούτα τα πήγαιν’ έλα του στρατού.
Τα παιδιά έμοιαζαν περισσότερο αναστατωμένα. Έδειχναν με το χέρι στο βάθος του ορίζοντα και χοροπηδούσαν, καθώς τα μάτια τους βλέπουν μακρύτερα από τα μάτια των ενηλίκων. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα διακρίναμε ένα σημαδάκι στον ουρανό που σύντομα μεταμορφώθηκε σε ελικόπτερο. Μετέφερε δύο νεκρούς φαντάρους, δεμένους στα πέδιλά του. Τους έλυσαν βιαστικά και τους φόρτωσαν χωρίς πολλά πολλά σε ένα φορτηγό για να τους κουβαλήσει στην πόλη. Καθώς όμως το πλήθος διαλυόταν, εμείς μείναμε πίσω και φωτογραφίσαμε τα κιβώτια με τα ναπάλμ, προσφορά των βραζιλιάνικων ενόπλων δυνάμεων, που βρίσκονταν στην περιφέρεια του αεροδρομίου. Και με τηλεφακό πήραμε φωτογραφίες ενός άνδρα με πράσινη στολή χωρίς διακριτικά, για τον οποίο μάθαμε ότι είναι πράκτορας της CIA.
Τέτοια επίδειξη θράσους από ξένους δημοσιογράφους -γιατί ήμαστε οι πρώτοι που έφθασαν στη Βαγεγκράντε- δεν ήταν νοητή, κι έτσι ο πράκτορας της CIA συνοδευόμενος από μερικούς βολιβιανούς αξιωματικούς επιχείρησε να μας πετάξει έξω από την πόλη. Ήμαστε όμως εφοδιασμένοι με κάμποσα διαπιστευτήρια ώστε να μπορούμε να αποδείξουμε την «καλή μας πίστη», οπότε ύστερα από αρκετή συζήτηση μας επιτράπηκε να παραμείνουμε. Το ένα και μοναδικό ελικόπτερο σηκώθηκε και πάλι και κατευθύνθηκε προς την εμπόλεμη ζώνη, τριάντα περίπου χιλιόμετρα νοτιοδυτικά, μεταφέροντας και το συνταγματάρχη Σεντένο. Λίγο μετά τη μία το μεσημέρι επέστρεψε με το συνταγματάρχη θριαμβευτή, ανίκανο να κρύψει το πλατύ του χαμόγελο. Ο Τσε πέθανε, ανακοίνωσε. Είδε το πτώμα και δεν χωρά η παραμικρή αμφιβολία. Ο συνταγματάρχης Σεντένο είναι έντιμος άνθρωπος, άμαθος να αποκαλύπτει περισσότερα από τα απολύτως απαραίτητα και δεν υπήρχε λόγος να τον αμφισβητήσουμε. Τρέξαμε στο μικρό ταχυδρομικό γραφείο και δώσαμε τα τηλεγραφήματά
μας προς τον έξω κόσμο σε έναν αιφνιδιασμένο και δύσπιστο υπάλληλο. Κανείς μας δεν πίστευε και πολύ ότι θα κατάφερναν να φθάσουν στον προορισμό τους.
Τέσσερις ώρες αργότερα, στις 5 ακριβώς, το ελικόπτερο γύρισε και πάλι, κουβαλώντας αυτή τη φορά ένα και μοναδικό μικρό σώμα δεμένο στα πέδιλά του. Αντί όμως να προσγειωθεί κοντά στο σημείο που βρισκόμαστε, όπως έκανε τις προηγούμενες φορές, σταμάτησε στο κέντρο του αεροδρομίου, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των δημοσιογράφων. Αμέσως μας απαγορεύτηκε να διασπάσουμε τον κλοιό που σχημάτισαν αποφασισμένοι στρατιώτες. Πολύ γρήγορα, το πτώμα φορτώθηκε σε ένα κλειστό βαν μάρκας σέβρολετ που ξεκίνησε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πηδήξαμε στο τζιπ που περίμενε εκεί δίπλα και ο τολμηρός οδηγός μας πήρε το βαν στο κατόπι. Σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου, η σέβρολετ έκανε μια απότομη στροφή και μπήκε στον περίβολο ενός νοσοκομείου. Οι στρατιώτες επιχείρησαν να κλείσουν την πύλη προτού περάσουμε, αλλά ήμαστε αρκετά κοντά και τους εμποδίσαμε να το πετύχουν.
Η σέβρολετ ανηφόρισε μια απότομη πλαγιά και σταμάτησε μπροστά σε ένα μικρό παράπηγμα με καλαμωτή οροφή και τη μία πλευρά ανοιχτή στον ουρανό. Κατεβήκαμε από το τζιπ και τρέξαμε στην πίσω πόρτα του βαν προτού ανοίξει. Την ώρα που άνοιγε, πετάχτηκε έξω ο πράκτορας της CIA, ουρλιάζοντας στα αγγλικά: «Εντάξει, ας ξεκουμπιστούμε τώρα γρήγορα». Ο κακομοίρης ούτε που μπορούσε να φανταστεί ότι δύο άγγλοι δημοσιογράφοι περίμεναν στις δύο πλευρές της πόρτας.
Μέσα στο βαν, πάνω σε φορείο, βρισκόταν η σορός του Τσε Γκεβάρα. Δεν αμφέβαλα ούτε στιγμή ότι ήταν αυτός. Τον είχα δει μία και μοναδική φορά πριν από τέσσερα ακριβώς χρόνια στην Αβάνα και δεν ήταν από τις μορφές που ξεχνάς εύκολα. Από τότε, η προσωπική μου ανάμνηση είχε αναμφίβολα επηρεαστεί από τις συχνές φωτογραφίες του στον τύπο και ομολογώ ότι είχα λησμονήσει το κορακίσιο χρώμα του μικρού γενιού του. Μου φάνηκε πιο κοντός και πιο αδύνατος απ’ ό,τι θυμόμουν. Οι μήνες της ζωής στη ζούγκλα είχαν προφανώς αφήσει τα ίχνη τους. Παρά τα ερωτηματικά, δεν υπήρχε καμία απολύτως αμφιβολία ότι επρόκειτο για τον Γκεβάρα. Όταν έβγαλαν έξω το πτώμα και το ακούμπησαν σε ένα πρόχειρο τραπέζι μέσα στο παράπηγμα που τους λιγότερο ταραγμένους καιρούς χρησίμευε για πλυσταριό, ήμουν πια βέβαιος ότι ο Γκεβάρα ήταν νεκρός.
Το σχήμα του γενιού, το περίγραμμα του προσώπου και τα πλούσια κυματιστά μαλλιά δεν μπορούσαν να ανήκουν σε άλλον. Φορούσε πράσινη στολή εκστρατείας στο χρώμα της ελιάς και ένα τζάκετ με φερμουάρ. Στα πόδια φορούσε πράσινες ξεθωριασμένες κάλτσες και χειροποίητα παπούτσια. Καθώς ήταν ντυμένος, δυσκολευόμουν να δω πού ακριβώς είχε πληγωθεί. Είχε δύο φανερές οπές στη βάση του λαιμού και αργότερα, όταν καθάριζαν το σώμα, είδα μία ακόμη πληγή στο στομάχι. Δεν αμφισβητώ ότι είχε πληγές στα πόδια και κοντά στην καρδιά, αλλά δεν τις είδα.
Οι γιατροί εξέταζαν τις πληγές του λαιμού και η πρώτη μου αντίδραση ήταν να υποθέσω ότι έψαχναν για τη σφαίρα, αλλά στην πραγματικότητα ετοίμαζαν το σωληνάκι που θα οδηγούσε τη φορμόλη στο σώμα για να το συντηρήσει. Ένας από τους γιατρούς άρχισε να καθαρίζει τα χέρια του νεκρού αντάρτη που ήταν καλυμμένα με αίμα. Αλλά κατά τα άλλα δεν υπήρχε τίποτε απωθητικό στο πτώμα. Ο Τσε έμοιαζε ζωντανός. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και λαμπερά, και δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου να του τραβήξουν το χέρι έξω από το τζάκετ. Πρέπει να μην είχε πεθάνει πριν από πολλές ώρες και τη στιγμή εκείνη δεν πίστευα ότι δολοφονήθηκε μετά τη σύλληψή του. Όλοι υποθέταμε τότε ότι πέθανε από τις πληγές του και από έλλειψη ιατρικής φροντίδας τις πρώτες ώρες του πρωινού της Δευτέρας.
Οι άνθρωποι γύρω από το πτώμα ήταν περισσότερο αποκρουστικοί από το νεκρό: Μια καλόγρια που δεν μπορούσε να κρύψει το χαμόγελό της και κάποιες φορές γελούσε δυνατά. Αξιωματικοί που κατέφθαναν με τις ακριβές τους μηχανές για να απαθανατίσουν τη σκηνή. Και, προφανώς, ο πράκτορας της CIA. Έμοιαζε να είναι επικεφαλής της όλης επιχείρησης και γινόταν έξαλλος κάθε φορά που κάποιος τον σημάδευε με τη φωτογραφική του μηχανή. «Από πού είσαι εσύ;», τον ρωτήσαμε στα αγγλικά, προσθέτοντας για πλάκα: «Από την Κούβα; Το Πόρτο Ρίκο;» Δεν έδειξε να διασκεδάζει και απάντησε κοφτά στα αγγλικά: «Από πουθενά». Τον ξαναρωτήσαμε αργότερα, αλλά τούτη τη φορά απάντησε στα ισπανικά «Que dice?» και υποκρίθηκε ότι δεν καταλαβαίνει αγγλικά. Ήταν ένας κοντός, γεροδεμένος τριανταπεντάρης με βαθουλωτά γουρουνίσια μάτια και κουρεμένο κεφάλι. Δύσκολο να καταλάβεις αν ήταν Βορειοαμερικάνος ή κουβανός εξόριστος, γιατί μιλούσε αγγλικά και ισπανικά με την ίδια ευκολία και χωρίς ίχνος ιδιαίτερης προφοράς. Αργότερα ανακάλυψα ότι λέγεται Εντι Γκονζάλες και ήταν ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου στην Αβάνα πριν από την κουβανέζική επανάσταση.

2Η ανάκριση

Στις 7.30′, ο Σέλιχ επικοινώνησε στον ασύρματο με τη Βαγεγκράντε για να ρωτήσει τι να κάνει με τον Τσε και πήρε την απάντηση να τον κρατήσει μέχρι νεωτέρας. Στη συνέχεια, μαζί με τον Πράντο και τον Αγιορόα, πήγαν στο σχολείο για να μιλήσουν με τον Τσε. Από το διάλογό τους που διήρκεσε 45 λεπτά, ο Σέλιχ κράτησε μερικές σύντομες προσωπικές σημειώσεις.

«Απέτυχα», απάντησε ο Τσε. «Όλα τέλειωσαν, κι αυτός είναι ο λόγος που με βλέπεις σ’ αυτή την κατάσταση». 

Ο ΤΣΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ ΤΟΥ

Ύστερα ο Σέλιχ ρώτησε τον Τσε γιατί επέλεξε να αγωνιστεί στη Βολιβία και όχι στην «πατρίδα του». Ο Τσε απέφυγε την ερώτηση, αλλά παραδέχτηκε ότι «ίσως να ήταν καλύτερα έτσι». Όταν άρχισε να εκθειάζει το σοσιαλισμό ως το καλύτερο σύστημα για τις λατινοαμερικανικές χώρες, ο Σέλιχ τον διέκοψε.
«Θα προτιμούσα να μην αναφερθώ στο θέμα αυτό», είπε ο αξιωματικός, και ισχυρίστηκε ότι σε κάθε περίπτωση η Βολιβία ήταν «εμβολιασμένη κατά του κομμουνισμού». Κατηγόρησε τον Τσε ότι είχε «εισβάλει» στη Βολιβία και υπογράμμισε ότι η πλειονότητα των ανταρτών ήταν «ξένοι». Πάντα κατά τον Σέλιχ, ο Τσε έστρεψε το βλέμμα προς τους νεκρούς Αντόνιο και Αρτούρο.
«Συνταγματάρχη, κοίταξέ τους. Τα παλικάρια αυτά είχαν ό,τι μπορούσαν να επιθυμήσουν στην Κούβα, αλλά ήρθαν εδώ για να πεθάνουν σαν σκυλιά».
Ο Σέλιχ προσπάθησε να αποσπάσει κάποιες πληροφορίες από τον Τσε για τους αντάρτες που διώκονταν ακόμη. «Γνωρίζω ότι ο Μπενίνιο είναι βαριά τραυματισμένος από τη μάχη στη Λα Ιγκέρα (26 Σεπτεμβρίου), όπου πέθαναν ο Κόκο και οι άλλοι. Μπορείς να μου πεις, κομαντάντε, αν είναι ακόμη ζωντανός;»
«Συνταγματάρχη, η μνήμη μου είναι πολύ αδύναμη, δεν θυμάμαι και ούτε ξέρω πώς να απαντήσω στην ερώτησή σου».
«Είσαι Κουβανός ή Αργεντινός;», ρώτησε ο Σέλιχ.
«Είμαι Κουβανός, Αργεντινός, Βολιβιανός, Περουβιανός, Εκουαδοριανός κ.ο. κ. Με αντιλαμβάνεσαι».
«Και τι σε έκανε να αποφασίσεις να δράσεις στη χώρα μας;»
«Μα δεν βλέπετε τις συνθήκες ζωή των χωρικών;, ρώτησε ο Τσε. «Ζουν σχεδόν σαν άγριοι, σε συνθήκες φτώχειας που ραγίζουν την καρδιά, έχουν ένα μόνο δωμάτιο όπου κοιμούνται και μαγειρεύουν, δεν έχουν ρούχα να φορέσουν, κι είναι εγκαταλειμμένοι σαν ζώα…»
«Τα ίδια συμβαίνουν και στην Κούβα», αντέτεινε ο Σέλιχ.
«Αυτό δεν ισχύει», απάντησε ο Τσε. «Δεν αρνούμαι ότι στην Κούβα υπάρχει ακόμη φτώχεια, αλλά εκεί οι αγρότες ζουν τουλάχιστον με την αυταπάτη της προόδου, ενώ ο Βολιβιανός ζει δίχως ελπίδα. Οπως γεννιέται, έτσι πεθαίνει, χωρίς ποτέ να δει την κατάστασή του να βελτιώνεται στο παραμικρό».

(από το βιβλίο του Jon Lee Anderson «Che Guevara. A revolutionary life», Ν. Υόρκη 1997, εκδ. Bantam Press, σ.734-5).

3. Η χρονιά της εξαφάνισης

Την άνοιξη του 1965 ο Τσε εξαφανίστηκε από προσώπου γης, μέσα σε μια απίστευτη παραφιλολογία των δυτικών ΜΜΕ που τον ήθελαν να έχει αυτοκτονήσει, να έχει εκτελεστεί από τον Κάστρο ή να είναι θαμμένος στο … Λας Βέγκας. Στην πραγματικότητα, όπως έμελλε να αποδείξει ο θάνατός του δυόμισι χρόνια αργότερα στα βουνά της Βολιβίας, ο θρυλικός κομαντάντε είχε αποφασίσει να κάνει πράξη το κάλεσμά του για τη μετατροπή του Τρίτου Κόσμου σε «2, 3, πολλά Βιετνάμ». Πρώτος σταθμός του θα είναι το πρώην βελγικό Κονγκό (αργότερα Ζαίρ), σε μια επτάμηνη εκστρατεία που θα παραμείνει για τρεις ολόκληρες δεκαετίες «το καλύτερα φυλαγμένο μυστικό της κουβανικής επανάστασης». Κι όμως, επρόκειτο για επιχείρηση κάθε άλλο παρά αμελητέα.

ΚΟΜΑΝΤΑΝΤΕ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ

 Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, το Κονγκό ήταν για τη διεθνή πολιτική ό,τι η Γιουγκοσλαβία των ημερών μας: ένα πεδίο δοκιμής της νέας τάξης πραγμάτων του μεταποικιακού κόσμου -με εθνοτικές διαμάχες, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και αποτυχημένες ειρηνιστικές παρεμβάσεις του ΟΗΕ. Το 1964, τρία διαφορετικά αντάρτικα αριστερών αποκλίσεων μάχονταν -με τη δεδηλωμένη υποστήριξη του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας- κατά της νεοαποικιακής κυβέρνησης του Μωϋσή Τσομπέ και των λευκών μισθοφόρων της · το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, η προέλασή τους θα ανακοπεί από βέλγους αλεξιπτωτιστές, που μεταφέρθηκαν από αμερικανικά αεροπλάνα μέσω βρετανικών βάσεων. Η κουβανική επέμβαση θα επιχειρήσει να απαντήσει σ’ αυτή την ιμπεριαλιστική επιδρομή: η πρώτη ομάδα μαχητών, με επικεφαλής τον Γκεβάρα, έφτασε στο Νταρ-ες-Σαλάμ της Τανζανίας στις 19.4.1965 και λίγες μέρες αργότερα πέρασε στο Κονγκό, στην απέναντι όχθη της λίμνης Ταγκανίκα · ακολουθούν τους επόμενους μήνες περισσότεροι από 100 ακόμα Κουβανοί, όλοι εθελοντές. Η επιχείρηση παρόλα αυτά θα καταλήξει σε πανωλεθρία, εξαιτίας μιας σειράς αδυναμιών του κονγκολέζικου αντάρτικου αλλά και της αλλαγής της διεθνούς συγκυρίας. Στις 23 Νοεμβρίου 1965, το εκστρατευτικό σώμα του Γκεβάρα εγκαταλείπει τη χώρα. Ο ίδιος ο κομαντάντε, ύστερα από ένα σύντομο διάλειμμα στην Πράγα, θα πάρει το δρόμο για τη Βολιβία -όπου η αφρικανική εμπειρία του θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις επιλογές του, κυρίως όσον αφορά την επιμονή του να κρατήσει ο ίδιος την ηγεσία του αντάρτικου και να μην την εμπιστευθεί στην απρόθυμη καθοδήγηση του τοπικού ΚΚ.
Η πρώτη λεπτομερής περιγραφή του κονγκολέζικου εγχειρήματος έγινε μόλις το 1994, σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αβάνα από το γνωστό μεξικανό συγγραφέα Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο ΙΙ και τους κουβανούς δημοσιογράφους Φροϊλάν Εσκομπάρ και Φελίξ Γκέρα, με τίτλο «Η χρονιά που δεν ήμασταν πουθενά». Στο μεγαλύτερο μέρος του πρόκειται για συρραφή από μαρτυρίες κουβανών και κονγκολέζων που είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία, το πιο ενδιαφέρον όμως τμήμα του αποτελούν τα αποσπάσματα από ένα αδημοσίευτο κείμενο του ίδιου του Γκεβάρα με τίτλο «Pasajes de la guerra revolucionaria: el Congo» (Σελίδες του επαναστατικού πολέμου: το Κονγκό). Από τη γαλλική μετάφραση του βιβλίου ( Παρίσι 1995, εκδ. Metaile) μεταφέρουμε εδώ κάποια χαρακτηριστικά τμήματα των απομνημονευμάτων του Τσε, μαζί με δυο μαρτυρίες συμπολεμιστών του.

Η άφιξη. «Δεν ενημέρωσα κανέναν κονγκολέζο για την απόφασή μου να συμμετάσχω στον αγώνα, ούτε φυσικά για την παρουσία μου. Στην πρώτη συζήτηση με τον Καμπίλα δεν μπορούσα να το κάνω, γιατί τίποτα δεν είχε αποφασιστεί και, άπαξ και αποφασίστηκε, ήταν επικίνδυνο να γνωστοποιηθεί το σχέδιό μου πριν φτάσω στον προορισμό μου (…) Είχα συνείδηση του γεγονότος ότι μια άρνηση από μέρους τους θα με έφερνε σε δύσκολη θέση, καθώς δε θα μπορούσα πια να γυρίσω πίσω, υπολόγιζα όμως πως θα τους ήταν δύσκολο να αρνηθούν. Ήταν ένας εκβιασμός, όπου επέβαλα την παρουσία μου».

Τα Μετόπισθεν. «Μπορέσαμε να διαπιστώσουμε πως οι κονγκολέζοι διοικητές μοίραζαν άδειες για επισκέψεις από το μέτωπο στην Κιγκόμα. Αυτό το χωριό αποτελούσε ένα καταφύγιο, όπου οι πιο τυχεροί μπορούσαν να αποβιβαστούν για να ζήσουν μακριά από τις τύχες του πολέμου. Η καταστροφική επίδραση της Κιγκόμα, των πορνείων της, των μπαρ της και κυρίως αυτός ο χαρακτήρας της ως εξασφαλισμένο άσυλο, δεν είχαν ληφθεί επαρκώς υπόψη από την επαναστατική διοίκηση. (…) Οι μέρες περνούσαν. GΗ λίμνη διασχιζόταν από διάφορους αγγελιοφόρους, που είχαν μια μυθική ικανότητα να διαστρέφουν κάθε είδηση, ή από αδειούχους που είχαν εξασφαλίσει ένα κάποιο πάσο για την Κιγκόμα. Ως γιατρός (επιδημιολόγος), δούλεψα κάμποσες μέρες μαζί με τον Κούμι στο αγροτικό ιατρείο, όπου παρατήρησα αρκετά ανησυχητικά κρούσματα. Πρώτα απ’ όλα, το μεγάλο αριθμό αφροδίσιων νοσημάτων, τα περισσότερα από τα οποία είχαν αποκτηθεί στην Κιγκόμα. Δεν ήταν η υγειονομική κατάσταση του πληθυσμού ή των πορνών της Κιγκόμα που θεωρούσα τότε ανησυχητικά, αλλά το γεγονός ότι αυτές ήταν σε θέση να μολύνουν τόσους άντρες. Ποιος πλήρωνε γι’ αυτές τις γυναίκες; Πού πήγαιναν τα χρήματα της επανάστασης;»

Το Χάος. «Συμμετείχα προσωπικά στη διανομή σοβιετικών φαρμάκων, η όλη σκηνή έμοιαζε με ανατολίτικο παζάρι. Κάθε εκπρόσωπος ένοπλης ομάδας έβγαζε αριθμούς και παρέθετε λόγους για να πάρει μεγάλες ποσότητες φαρμάκων · χρειάστηκε πολλές φορές να αντιταχθώ βίαια στην αρπαγή ορισμένων σκευασμάτων και ειδικευμένου υλικού που θα ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθούν στα πολεμικά μέτωπα, αλλά όλοι ήθελαν να έχουν απ’ όλα. Καθένας ορμούσε με αριθμούς μαγικούς: τέσσερις χιλιάδες οι δικοί μου, κι εγώ άλλες δυο χιλιάδες, και ούτω καθεξής (…) Η παράδοση των φορτίων με τα όπλα και τον υπόλοιπο εξοπλισμό γινόταν με τέτοιο τρόπο, ώστε πάντοτε έλειπε κάτι: κανόνια ή πολυβόλα χωρίς βασικά εξαρτήματα, τουφέκια με ακατάλληλα πυρομαχικά νάρκες δίχως πυροκροτητές. Όλα αυτά έμοιαζαν αναγκαστικό χαρακτηριστικό των αποστολών υλικού από την Κιγκόμα».

Το Μαγικό Φίλτρο. «Ο αντισυνταγματάχης Λαμπέρ, συμπαθητικός και στην αρχή πρόσχαρος, μου εξήγησε πως τα αεροπλάνα του εχθρού δε μετράνε καθόλου γι’ αυτούς, αφού διαθέτουν το dawa, ένα φάρμακο που τους κάνει άτρωτους στις σφαίρες.
-Εμένα, με έχουν πετύχει πολλές φορές και οι σφαίρες πέφτουν στη γη, χωρίς δύναμη.
Δεν άργησα να αντιληφθώ πως μιλούσε σοβαρά. Αυτό το dawa αποδείχθηκε μάλλον καταστροφικό για τη στρατιωτική προετοιμασία. Η αρχή είναι η εξής: ο μαχητής λούζεται με ένα υγρό, όπου έχουν λιώσει διάφορα βότανα και άλλες μαγικές ουσίες, με τη συνοδεία ορισμένων καβαλιστικών σημείων και, σχεδόν πάντα, με τη χάραξη ενός σημαδιού με κάρβουνο στο πρόσωπό του · προς το παρόν, προστατεύεται απέναντι σε κάθε λογής όπλα του εχθρού (αυτό εξαρτάται από την έκταση των δυνάμεων του μάγου), δεν πρέπει όμως να ακουμπήσει κανένα αντικείμενο που δεν του ανήκει, ούτε γυναίκα, ούτε να φοβάται, γιατί αλλιώς θα χάσει την προστασία. Οι αποτυχίες είναι έτσι εύκολο να εξηγηθούν: νεκρός άντρας ίσον άντρας που φοβήθηκε, που έκλεψε ή που κοιμήθηκε με γυναίκα, τραυματίας ίσον άντρας που φοβήθηκε. Καθώς ο φόβος αποτελεί συστατικό στοιχείο του πολέμου, οι μαχητές βρίσκουν πολύ φυσικό να αποδίδουν ένα τραύμα στη δειλία, τουτέστιν στην απουσία πίστης. Και καθώς οι νεκροί δε μιλάνε, μπορεί κανείς πάντοτε να υποψιάζεται ότι παρέβησαν μίαν από τις τρεις εντολές.
Αυτή η πεποίθηση είναι τόσο ισχυρή, που κανείς δεν πηγαίνει στη μάχη χωρίς την προστασία του dawa. Πάντα φοβόμουνα μήπως αυτή η δεισιδαιμονία στρεφόταν τελικά εις βάρος μας, καθιστώντας υπεύθυνους για την αποτυχία μιας μάχης με μεγάλες απώλειες, κι επιχείρησα πολλές φορές να συζητήσω το ζήτημα με διάφορους υπεύθυνους για να δοκιμάσω να τους πείσω. Αποδείχθηκε αδύνατο · το dawa θεωρούνταν σημάδι πίστης. Οι πιο προχωρημένοι πολιτικά έλεγαν πως το dawa είναι μια υλική, φυσική δύναμη, κι ότι ως οπαδοί του διαλεκτικού υλισμού αναγνωρίζουν τη δύναμη του dawa, που επιβάλει τα μυστικά του στους μάγους του δάσους».

Οι Τούτσι. «Περίπου τέσσερις ώρες ποδαρόδρομο από τη βάση μας, υψώνεται ένα σύνολο από μικρούς οικισμούς, των δέκα σπιτιών το πολύ, διασκορπισμένους σε μια τεράστια έκταση φυσικών λιβαδιών. Η ζώνη ονομάζεται γενικά Νγκάνια και κατοικείται από μια φυλή που κατάγεται απ’ τη Ρουάντα. Παρόλο που ζουν στο Κονγκό εδώ και κάμποσες γενιές, διατηρούν άθικτο το πνεύμα της πατρίδας τους · αφοσιώθηκαν στην κτηνοτροφική ζωή αλλά είναι μόνιμοι κάτοικοι κι έχουν την αγελάδα ως κέντρο της οικονομίας τους (…) Πολλές φορές μας αφηγήθηκαν την ιστορία εκείνου του άτυχου στρατιώτη που δεν είχε τον αριθμό αγελάδων που απαιτούσε ο πατέρας της γυναίκας των ονείρων του, γιατί η γυναίκα αγοράζεται κι αυτή -ακριβέστερα, η κατοχή όσο γίνεται περισσότερων γυναικών αποτελεί δείγμα οικονομικής ισχύος, χωρίς να λάβουμε υπόψη ότι είναι αυτή που ασχολείται με τη γεωργία και το σπίτι. Αυτή η κοινότητα μας επέτρεπε να έχουμε στη διάρκεια του πολέμου πρόσβαση στο πολύτιμο βοδινό κρέας που θεραπεύει τα πάντα, ακόμη και τη νοσταλγία (ή σχεδόν)».

Η επίσκεψη του αρχηγού«Ο Καμπίλα έδειξε πως ήξερε τη νοοτροπία των αντρών του · ζωντανός κι ευχάριστος, εξήγησε στα σουαχίλι όλες τις συνεδριάσεις και τα αποτελέσματα του Καίρου. Έκανε τους αγρότες να μιλούν, έδωσε γρήγορες απαντήσεις που ικανοποίησαν τον κόσμο. Όλα τέλειωσαν με γιορτή και χορό, στο ρυθμό μιας μουσικής που κατέληγε στο ρεφρέν «Καμπίλα βά, Καμπίλα έ».
Επιδείκνυε μίαν έντονη δραστηριότητα, είχε το ύφος πως ήθελε να ξανακερδίσει το χαμένο χρόνο. Πρότεινε να οργανώσουμε την άμυνα της βάσης, κι έμοιαζε να δίνει κουράγιο σε όλο τον κόσμο και να αλλάζει τη φυσιογνωμία μιας ζώνης που υπέφερε πολύ από έλλειψη πειθαρχίας. Αμέσως μαζεύτηκαν εξήντα άντρες, τους δώσαμε τρεις κουβανούς εκπαιδευτές κι άρχισαν να σκάβουν χαρακώματα και να κάνουν μαθήματα σκοποβολής.
Πέντε μέρες μετά την άφιξή του, ο Καμπίλα με φώναξε για να μου πει πως έπρεπε να ξαναφύγει το ίδιο κιόλας βράδυ για την Κιγκόμα. Μου εξήγησε πως ο Σουμαλιότ βρισκόταν εκεί, κι επιδόθηκε σε μίαν αυστηρή κριτική αυτού του ηγέτη, των οργανωτικών του λαθών, της δημαγωγίας και της αδυναμίας του (…) Στη διάρκεια της συζήτησης, του ξέφυγε πως ο Σουμαλιότ στην πραγματικότητα βρισκόταν στο Νταρ-ες-Σαλάμ (…) Όταν μάθαμε τα νέα για την αναχώρηση του Καμπίλα, οι Κονγκολέζοι και οι Κουβανοί παραδόθηκαν για μίαν ακόμη φορά στην απογοήτευση».

Το Μέτωπο«Ένας μεγάλος αριθμός από ένοπλους άντρες κυκλοφορούσε ανάμεσα στα μικρά χωριά που διασχίζαμε · σε καθένα, υπήρχε κάποιος αρχηγός που βρισκόταν στο σπίτι του ή στο σπίτι κάποιου φίλου, καθαρός, καλοταϊσμένος, και κατά κανόνα καλοπιωμένος. Οι μαχητές έμοιαζαν ν’ απολαμβάνουν μεγάλη ελευθερία και πολύ ικανοποιημένοι από την τύχη τους. Είχανε πάντα το όπλο τους χιαστί, και δεν παρατηρούσε κανείς ούτε το παραμικρό σημάδι πειθαρχίας, διάθεσης για μάχη ή οργάνωσης.

Η Δυσαρέσκεια«Η ρομαντική εποχή που απειλούσα τους απείθαρχους πως θα τους στείλω πίσω στην Κούβα, είχε περάσει (…) Φήμες ανάμεσα στους άντρες της αποστολής έλεγαν πως οι Κουβανοί έμεναν στο Κονγκό γιατί ο Φιντέλ αγνοούσε την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε. Δεν μπορούσα να απαιτώ και πολύ απ’ αυτούς να έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητά μου να διοικώ, μπορούσα όμως να απαιτήσω να σεβαστούν την καλή μου πίστη. Δεν είχα την πρόθεση να θυσιάσω οποιονδήποτε για την προσωπική μου τιμή. Αν ήταν αλήθεια ότι δεν είχα γνωστοποιήσει στην Αβάνα πως τα πάντα είχαν χαθεί, αυτό οφειλόταν στο ότι πραγματικά δεν το πίστευα.

Επιστολή στο Φιντέλ: «Η παρουσία 200 επιπλέον ανδρών θα ήταν μάλλον επιζήμια τούτη τη στιγμή, εκτός αν αποφασίσουμε μια και καλή να πολεμήσουμε από μόνοι μας, αν και σ’ αυτή την περίπτωση θα μας χρειαζόταν μια μεραρχία, κι επιπλέον, θα ‘πρεπε να δούμε πόσες δυνάμεις θα παρατάξει τότε ο εχθρός απέναντί μας. Ίσως υπερβάλλω και ένα τάγμα ενδεχομένως να αρκούσε για να επαναφέρει τα σύνορα εκεί που βρίσκονταν την εποχή της άφιξής μας και να απειλήσει την Αλμπερτβίλ. Όμως σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι ο αριθμός που μετρά. Δε μπορούμε να απελευθερώσουμε από μόνοι μας μια χώρα που δε θέλει να απελευθερωθεί. Πρέπει να δημιουργήσουμε αυτό το μαχητικό πνεύμα και να ξεκινήσουμε να αναζητάμε ανθρώπους με το φανάρι του Διογένη και την υπομονή του Ιώβ, γεγονός που καθιστά την αποστολή αδύνατη, αν λάβουμε υπόψη μας το περιβάλλον σκατό».

Η Ήττα«Ήταν η κατάρρευση. Ολόκληρα αποσπάσματα και χωρικοί περνούσαν με τον εχθρό. Δεν υπήρχαν πια έμπιστα κονγκολέζικα στρατεύματα (…) Από τα υψώματά μας, μπορούσαμε να δούμε τις αναρίθμητες φωτιές που είχαν ανάψει οι στρατιώτες, καθώς έκαιγαν όλα τα σπίτια των αγροτών».

Η Αναχώρηση«Πέρασα τις τελευταίες ώρες μοναχός και μπερδεμένος, ώσπου στις δύο το πρωί ήρθαν από την Κιγκόμα τα καράβια με το κουβανέζικο πλήρωμά τους (…) Οργανώσαμε την εκκένωση · ανέβηκαν οι άρρωστοι, ύστερα το επιτελείο του Μεσένγκο, μια σαρανταριά άνθρωποι που αυτός είχε διαλέξει. Όλοι οι Κουβανοί επιβιβάστηκαν κι ένα επώδυνο θέαμα άρχισε, αξιοθρήνητο, θορυβώδες και άδοξο: χρειάστηκε να απωθήσω άντρες που εκλιπαρούσαν να τους πάρουμε μαζί. Δεν υπήρξε ούτε μια χειρονομία μεγαλείου σ’ αυτή την υποχώρηση, ούτε μια κίνηση εξέγερσης. Τα πολυβόλα και οι άντρες ήταν έτοιμα για το ενδεχόμενο που θα επιχειρούσαν να μας πτοήσουν χτυπώντας μας τη στιγμή της αναχώρησης. Όμως τίποτα τέτοιο δε συνέβη (…)
Ο ενθουσιασμός των Κουβανών και των Κονγκολέζων ξεχείλιζε από τις βάρκες, σαν ένα καυτό υγρό που με τσουρούφλιζε χωρίς να υποκύπτω στο κλίμα που μεταδιδόταν. Στη διάρκεια αυτών των τελευταίων ωρών που πέρασα στο Κονγκό, ένιωσα μόνος όσο ποτέ άλλοτε δεν το είχα νιώσει, ούτε στην Κούβα ούτε οπουδήποτε αλλού, στο μακρύ μου προσκύνημα κατά μήκος του κόσμου».

4. Εμείς οι γκεβαριστές

Πολλοί αγωνιστές της Αριστεράς θαύμαζαν στη δεκαετία του ’60 και του ’70 την προσωπικότητα του Γκεβάρα, ελάχιστοι όμως επιχείρησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Στέργιος Κατσαρός, που έφτασε μέχρι την Κούβα, μόνος του, για να ανακαλύψει τα χνάρια του κομαντάντε, και επέστρεψε στην Ελλάδα της χούντας για να στήσει το δικό του αντάρτικο, πριν καταλήξει στη φυλακή, με καταδίκη σε ισόβια.

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ Ο ΘΡΥΛΟΣ

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Κούβα και οι ηγέτες της, Κάστρο και Γκεβάρα, ασκούσαν ιδιαίτερη έλξη στο ελληνικό αριστερό κίνημα. Ο Στέργιος Κατσαρός ανήκε τότε στην ΕΔΑ, και μαζί με άλλα στελέχη της Αριστεράς έζησε έντονα την περίοδο των «Ιουλιανών», και τότε για πρώτη φορά αναρωτήθηκε για τις μεθόδους πάλης και για τη δυνατότητα απάντησης στο κρατικό μονοπώλιο της βίας.
«Η Κούβα ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία σε όλους μας. Ήταν η μητρόπολη της παγκόσμιας επανάστασης. Ο Κάστρο και ο Γκεβάρα ήταν γνωστοί στο ελληνικό κίνημα. Αλλά η αναζήτησή μας αρχίζει από τη στιγμή του θανάτου του Σωτήρη Πέτρουλα. Τότε φάνηκε η αναποτελεσματικότητα των μεθόδων της παραδοσιακής Αριστεράς. Για πρώτη φορά είπαμε ότι δεν πρέπει να έχουμε μόνο μάρτυρες που να προκαλούν τον οίκτο, αλλά και αγωνιστές που να γεννούν τον τρόμο στους αντιπάλους μας. Το θράσος του Γκεβάρα μας ενέπνευσε. Ψάχνοντας να βρούμε εναλλακτικές τακτικές, διαπιστώσαμε ότι οι μέθοδοι του Μάο ή του Γκιαπ ήταν ξένες προς την ελληνική πραγματικότητα. Απαιτούσαν μεγάλες εκτάσεις και πολυάριθμη αγροτική τάξη. Οι «εστίες», ο «φοκίσμο» του Γκεβάρα ταίριαζαν περισσότερο. Αρχίσαμε να μελετούμε τα κείμενά του, στην αρχή από τα αγγλικά.»
«Η ομοιότητα της δικής μας περίπτωσης με όσα γράφει ο Τσε δεν είναι μοναδική. Και στην Κατοχή κάπως έτσι ξεκίνησαν ορισμένες ‘περίεργες’ ομάδες από 12-13 άτομα στη δυτική Φθιώτιδα, ανάλογα φαινόμενα έχουμε και στη Γαλλία. Μόνο όμως ο Γκεβάρα συστηματοποίησε και περιέγραψε τη μέθοδο του «εστιασμού». Μετά την έκρηξη του ’65 ακολουθεί μια ύφεση στο ελληνικό μαζικό κίνημα. Πολυδιάσπαση (μαοϊκές, τροτσκιστικές οργανώσεις, οι Φίλοι Νέων Χωρών, το Κοινόβιο του Γουλιέλμου) και ιδεολογική σύγχυση. Ήταν αδιανόητο να συγκροτηθεί ένας επαναστατικός πυρήνας με ξεκάθαρη πολιτική άποψη και τακτική. Άρα τι έμενε; Έμεναν όσοι πίστευαν στην αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης.»
«Μετά τα Ιουλιανά συγκροτήθηκε μια αρκετά συμπαγής γκεβαρική ομάδα μέσα στη Νεολαία της ΕΔΑ, 50-60 άτομα, που κάναμε συστηματική προπαγάνδα αυτών των απόψεων, με πολυγραφημένα φυλλάδια. Στο μυαλό μας είχαμε τότε ότι επίκειται ένοπλη ρήξη. Και προετοιμαζόμαστε καταγράφοντας τα σημεία απ’ όπου θα μπορούσαμε να προμηθευθούμε όπλα, π.χ. από τα ΤΕΑ.»
Υπήρχαν ήδη από το 1966 επαφές με τις ευρωπαϊκές ομάδες που τροφοδοτούσαν τη διεθνή ταξιαρχία «Βενσερέμος» στην Κούβα. Είχαν σκέψεις να στείλουν Έλληνες μπριγκαντίστες, αλλά τους πρόλαβε η δικτατορία. Με την επικράτηση της χούντας οι γκεβαρικές ιδέες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Όμως η ανάπτυξη των οργανώσεων δεν είναι άμεση. «Ο πρώτος λόγος είναι ότι η νεολαία εκείνης της εποχής είχε μεγαλώσει σε συνθήκες νομιμότητας, ανόδου του κινήματος και γενικότερης αισιοδοξίας. Η αποδιοργάνωση μετά τη λήξη των Ιουλιανών επηρέασε αποφασιστικά. Βρισκόμαστε σε μια φάση αποστράτευσης. Ένας δεύτερος λόγος ήταν η γρήγορη σύλληψη και η δίκη των Δ.Ε.Α. (Δημοκρατικών Επιτροπών Αντίστασης). Και τρίτο, η δική μας ευθύνη, όσων δηλαδή ανήκαμε στην πιο ακραία γκεβαρική τάση, που προσπαθήσαμε να εκβιάσουμε τα πράγματα, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν άλλοι που δεν συμφωνούσαν.»
Πώς αντιμετωπίζονταν εκείνη την εποχή οι πράξεις ένοπλης αντίστασης; «Υπάρχει καταρχάς μια σημαντική διαφορά των οργανώσεων ένοπλης πάλης από τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Σε μια δικτατορία ο αντίπαλός σου στηρίζεται στα όπλα. Για να υπάρχει αντιστοιχία των μέσων πρέπει κι εσύ να χρησιμοποιείς τα όπλα. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, όσο κι αν είναι δικτατορία λίγων, στηρίζεται στις συνειδήσεις αυτών που ψηφίζουν. Αλλά στην ελληνική κοινωνία μετά τον εμφύλιο δεν χρησιμοποίησε βία ενάντια στην εξουσία ούτε το ποινικό αδίκημα ούτε η πολιτική πράξη αντίστασης. Αν κάποιος τολμούσε να χρησιμοποιήσει βία ενάντια σε ένα χωροφύλακα δεν γινόταν αποδεκτός. Αυτό έσπασε με την πράξη του Κοεμτζή.»
Μας διηγείται ο συνομιλητής μας την απόπειρα που είχε ετοιμάσει εναντίον του Τζεβελέκου, υπουργού Δημόσιας Τάξης της χούντας. Δεν είχαν προηγηθεί άλλες πράξεις βίας εις βάρος υπουργών, και η φρουρά τους ήταν υποτυπώδης. «Τη στήσαμε στην Πανόρμου με δυο μασούρια δυναμίτη σε σωλήνα μαντεμένιο που τον είχαμε χαράξει με κόφτη, σαν χειροβομβίδες μιλς. Όμως αν τον χτυπούσαμε, θα σκοτωνόταν η συνοδεία του, 3-4 χωροφύλακες. Υπήρξε λοιπόν δισταγμός, παρότι ήταν εύκολος στόχος. Ο επαναστάτης για να φτάσει να χτυπήσει έναν άνθρωπο πρέπει να χάσει ο ίδιος ένα μέρος απ’ την ανθρωπιά του. Αλλά τότε δεν υπήρχε συνέχεια. Από νομοταγείς πολίτες μιας -αντιδραστικής έστω- κοινοβουλευτικής δημοκρατίας κληθήκαμε από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταβληθούμε σε εκτελεστές.» Η εκπαίδευση της ομάδας του κ. Κατσαρού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας γινόταν στην Τήνο, κοντά σε νταμάρια, με μαθήματα σκοποβολής. «Σε κυκλικούς στόχους ακίνητους είχαμε μια σημαντική ευθυβολία. Όταν όμως σχεδίασε κάποιος έναν μπάτσο σε χαρτί και τον σημαδέψαμε, ούτε μια σφαίρα δεν βρήκε το στόχο.» Μια άλλη πράξη που είχε σχεδιάσει η ομάδα ήταν η εκτέλεση χαφιέδων, σύμφωνα με το παράδειγμα των Ιρλανδών. «Εύκολοι στόχοι. Και όλος ο κόσμος θα έλεγε μπράβο. Όμως ούτε κι αυτός πραγματοποιήθηκε. Ακόμα τρέμαν τα χέρια μας.»
Την επαύριο της 21ης Απριλίου υπάρχουν σκέψεις στην γκεβαρική ομάδα να μετασχηματιστεί σε οργάνωση με το όνομα Επαναστατική Δράση και σήμα το αστέρι του Τσε, αλλά δεν ολοκληρώνονται. Ο Στέργιος Κατσαρός είναι από την πρώτη στιγμή καταζητούμενος. Το κόστος της συντήρησής του στην παρανομία είναι ιδιαίτερα υψηλό. Επιλέγεται ως καταλληλότερος να επισκεφθεί την Κούβα. Πρώτος σταθμός του ταξιδιού του είναι το Παρίσι, όπου παίρνει συστατικές επιστολές και διευθύνσεις. Υποχρεώνεται να μπαρκάρει σε ένα εμπορικό που ταξίδευε προς Λατινική Αμερική. Το θάνατο του Γκεβάρα τον πληροφορείται στα παράλια του Ειρηνικού, καθ’ οδόν για Περού. «Ξέραμε ότι ο Τσε λείπει από την Κούβα. Πιστεύαμε ότι είναι κάπου στην Αφρική. Όταν μου το ‘παν στο καράβι, προσπάθησα να μάθω απ’ το ραδιόφωνο. Το πίστεψα μόνο όταν είδα το Time στη Λα Πας.» Για καλή του τύχη, το ναυάγησαν το καράβι κοντά στο Γκουαντανάμο για να πάρουν την ασφάλεια. Αδύνατον να πάει βέβαια εκεί το Lloyd’s! Ο Κατσαρός γίνεται λοιπόν ο πρώτος Έλληνας που θα επισκεφθεί τη μητρόπολη της επανάστασης.
«Τα αισθήματά μου είναι και σήμερα ξεκάθαρα απέναντι στην Κούβα. Αν έχω μια πατρίδα, αυτή είναι η Κούβα. Όταν πήγα δεν είχε ακόμα σβήσει η πρώτη φλόγα της επανάστασης. Η εικόνα του Τσε ήταν παντού. Αυτό που με ξένισε στην αρχή ήταν η απέχθεια προς τους ξένους που εκφράστηκε από τον εκπρόσωπο του κόμματος που πρωτοσυνάντησα μετά το ναυάγιο. Όταν πήγα στην Αβάνα διαπίστωσα τη διαφορά των οπαδών του Γκεβάρα που υποστήριζαν την άνευ όρων εξαγωγή της επανάστασης στις άλλες χώρες, αλλά βρίσκονταν σε δυσμένεια. Οι σοβιετόφιλοι, οι οποίοι συγκέντρωναν στα χέρια τους όλη την πραγματική εξουσία (αστυνομία, διοίκηση) αντιδρούσαν και επιδίωκαν την υιοθέτηση όλων των σοβιετικών προτύπων, στην παραγωγή αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις: υλικά κίνητρα, σταχανοφισμός, οικογένεια. Όμως αυτή η τάση δεν μπορούσε να βάλει ευθέως κατά του Τσε. Όσο για τον Κάστρο, αυτός βρισκόταν κάπου στη μέση, σε κατάσταση Βοναπάρτη. Το όπλο του ήταν η μαζική εισαγωγή της νεολαίας και της γυναίκας στην πολιτική.»
Άλλος Έλληνας δεν υπήρχε τότε στην Κούβα. Οι πρώτες επαφές του κ. Κατσαρού έγιναν μέσω της ταξιαρχίας «Βενσερέμος» στον κύκλο των αυτοεξόριστων απ’ όλο τον κόσμο, των διωκόμενων αεροπειρατών που είχαν καταφύγει εκεί. Λόγος για βοήθεια προς την Ελλάδα δεν μπορούσε να γίνει. «Η Ελλάδα δεν ήταν Κονγκό. Αν χρειαζόταν βοήθεια, θα έπρεπε να τη ζητήσει από τη Ευρώπη». Μέσω Παρισιού ο κ. Κατσαρός επιστρέφει στην Ελλάδα το Μάη του 68. Είχε επισημοποιηθεί η διάσπαση του ΚΚΕ. «Η ομάδα μου στην Ελλάδα συνέχιζε τη δράση με προκηρύξεις μέσω διάφορων οργανώσεων. Διάφοροι σύντροφοι θεωρητικά προετοίμαζαν κάποιες ομάδες με υλικά και όπλα. Πρακτικά δεν γινόταν τίποτα. Οπότε προσπαθώ να κάνω ένα μικρό πραξικόπημα μέσα στην οργάνωση, να τους φέρω σε τετελεσμένα γεγονότα. Μου είχαν δώσει τρεις οργανώσεις να συντονίζω, τη Λαϊκή Πάλη -αυτή που με πιάσανε- μια ομάδα μαθητών του Μωραϊτη και μια ομάδα εργατών στο Θησείο. Αυτές οι ομάδες είχαν δεχθεί να γίνουν οι εστίες της ένοπλης αντίστασης. Η ευθύνη η δική μου ήταν ότι έβλεπα πως τα παιδιά αυτά δεν ήταν ώριμα να προσχωρήσουν σε οργάνωση ένοπλης βίας. Εγώ όμως το τραβούσα.» Η εκπαίδευση γινόταν εν θερμώ. Πέρα από την απόπειρα κατά του Τζεβελέκου, ο Κατσαρός επέλεξε να ανατινάξουν τον Τρούμαν την 29η Αυγούστου, επέτειο της «συντριβής του συμμοριτισμού», όταν το άγαλμα ήταν γεμάτο επισήμους και αστυνομία. Μοιραία στάθηκε η απόπειρα ανατίναξης του στρατιωτικού περίπτερου στην Έκθεση Θεσσαλονίκης τη μέρα που θα μιλούσε ο Παπαδόπουλος. Η ασφάλεια Θεσσαλονίκης τον συνέλαβε με τις μπόμπες συναρμολογημένες. Ακολούθησε η δίκη, η καταδίκη σε ισόβια, η φυλακή.
«Αν σκεφτόμουν λογικά, θα ανέβαλα την απόπειρα, τη στιγμή που ήταν μαζεμένο όλο το παρακρατικό σκυλολόι στη Θεσσαλονίκη. Πίστευα όμως -κι αυτό είναι ένα στοιχείο του βολονταρισμού του Τσε- ότι ένα άτομο μπορεί να υποκαταστήσει σημαντικές υλικές δυνάμεις. Ήταν μια υπερεκτίμηση. Θα ‘πρεπε να παντρευτεί ο γκεβαρισμός με τον Χο, ο οποίος λέει ότι πρέπει να αρχίζεις από μικρές μάχες για σίγουρες νίκες.» Μήπως αυτή η εμμονή του σε εντυπωσιακές ενέργειες οφειλόταν και στην προσπάθειά του να ξεχωρίσει από τις απλές κροτίδες άλλων οργανώσεων; «Δεν μας αφορούσε η τακτική της Δημοκρατικής Άμυνας και του Σημίτη. Ένα χαρακτηριστικό του γκεβαρισμού είναι ότι χτυπάμε πάντα στρατιωτικούς στόχους, δηλαδή ένοπλες εστίες της αντίδρασης.»
Αποφυλακίζεται το ’73 με τη γενική αμνηστία του Παπαδόπουλου. Είναι η περίοδος ανάπτυξης του μαζικού φοιτητικού κινήματος. Ο Γκεβάρα είναι ήδη μύθος. Για τον συνομιλητή μας η επικαιρότητα του «φοκίσμο» παραμένει. «Στο Πολυτεχνείο ζήσαμε μια πραγματική εξέγερση. Από την άλλη πλευρά το επαναστατικό υποκείμενο λείπει εντελώς. Δεν υπήρχε καμιά τακτική να προστατευθούμε από τα τανκς. Και όμως, μέσα στην πόλη τα τανκς είναι ανίσχυρα. Ακινητοποιούνται εύκολα. Είναι ένα ερώτημα άξιο διερεύνησης, για ποιο λόγο δεν βρέθηκε ούτε ένα χέρι τότε να σηκώσει κάποιο όπλο. Υπήρχαν και τεχνικά μέσα και δυναμίτες κι απ’ όλα.» Πώς δεν συνέπεσε αυτή η αυθόρμητη εξέγερση ούτε με μια έτοιμη ένοπλη οργάνωση; «Πιστεύω ότι η γενική αμνηστία ήταν πολύ έξυπνη κίνηση. Όλοι ξαφνιάστηκαν, γιατί νόμιζαν ότι θα εξαιρεθούμε εμείς, ο Καράγιωργας, ο Παναγούλης, και μερικοί άλλοι. Βγάζοντάς μας ο Παπαδόπουλος ποντάριζε στην αναποτελεσματικότητα που είχε μέχρι τότε επιδείξει η ένοπλη δράση. Έδειχνε ότι δεν έχει τίποτα να φοβάται.» Εκείνη την εποχή παιζόταν από τον Γιώργο Κωνσταντίνου ο «Μανωλάκης ο βομβιστής». «Αυτό κατάφερε ο Παπαδόπουλος. Να μεταμορφώσει τον αντάρτη πόλης σε γραφικό Μανωλάκη.»
«Πιστεύω και σήμερα στην αξία της γκεβαρικής θεωρίας του «εστιασμού». Αλλά μετά το Πολυτεχνείο ξεστράτισαν πολύ τα πράγματα. Φαίνεται ότι τα σπέρματα είχαν μπει. Οι οργανώσεις και οι τάσεις για ένοπλη πάλη αρχίζουν και παίρνουν το δρόμο για την τρομοκρατία. Οι παλιοί οπαδοί του γκεβαρισμού αποσύρονται, αποστασιοποιούνται και πια σαν άρνηση της προηγούμενης δράσης έχουμε την εμφάνιση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο που και η ’17 Νοέμβρη’ προβάλλει τη φωτογραφία του Τσε. Είναι μια παραμόρφωση της αντιστασιακής πάλης.»
«Η επικαιρότητα του «εστιασμού» παραμένει όσο υπάρχουν οι εξαθλιωμένες μάζες από τη μια και η οργανωμένη δύναμη του κεφάλαιου από την άλλη. Πιστεύω ότι οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν, αλλά υπάρχει αδυναμία σχηματισμού ενός παραδοσιακού επαναστατικού κόμματος. Δεν μπορούμε σήμερα να φανταστούμε την κόκκινη στρατιά που θα κατεβαίνει το μεγάλο ποτάμι. Όποιος θέλει να αντιδράσει, μπορεί να το κάνει μόνο με τη μορφή μικρών σχηματισμών, χωρίς να δίνει σημασία αν είχε δίκιο ο Τρότσκι ή ο Μάο. Όσο κι αν το σχήμα αυτό φαίνεται λίγο πρώιμο ή καθυστερημένο για την Ευρώπη και την Ελλάδα, δεν συμβαίνει το ίδιο για την Τουρκία, τις αραβικές χώρες, τον Τρίτο Κόσμο.»

(Η εμπειρία του Στέργιου Κατσαρού καταγράφηκε στο βιβλίο του «Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης», Εκδόσεις Μαύρη Λίστα 1999)

5. Τότε που μας χώριζε ο Τσε

Ο θάνατος του Τσε συμπίπτει στην Ελλάδα με τη σκληρότερη φάση της χουντικής τρομοκρατίας. Η μυθική μορφή του επαναστάτη εμπνέει την αντίσταση, αλλά η μέθοδός του διχάζει. Το 1970, δύο από τα πρώτα στελέχη της αντίστασης, ο Γιώργος Βότσης και ο Περικλής Κοροβέσης διαφωνούσαν δημόσια από τις στήλες του περιοδικού «Επανάσταση» (οργάνου των «Επαναστατικών Σοσιαλιστικών Ομάδων») για τη δυνατότητα εφαρμογής στην Ελλάδα της γκεβαρικής θεωρίας των ενόπλων πυρήνων (των «εστιών», του «foco», όπως την κωδικοποίησε ο Ρεζί Ντεμπρέ στο βιβλίο του «Επανάσταση μέσα στην Επανάσταση»).

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ ΕΓΙΝΕ ΣΗΜΑΙΑ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ο Βότσης προτείνει μια «μορφή ένοπλης προπαγάνδας» η οποία θα στηρίζεται σε «μικρές ευκίνητες και αποκεντρωμένες μαχητικές ομάδες, που θα δράσουν ένοπλα και σοβαρά, χτυπώντας επιμελώς επιλεγμένους στόχους και εξασφαλίζοντας τη συνέχεια και κλιμάκωση των ενεργειών τους.» Και εξαίρει τον Τσε που «σκοτώθηκε με το όπλο στο χέρι, αλλά το αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής δεν ξόφλησε». Ο Κοροβέσης αντιτείνει ότι «η επιθυμία ενός ατόμου ή μιας ομάδας, όσο γενναίοι και αν είναι, δεν πρόκειται να φέρει κανένα αποτέλεσμα» και θυμίζει την τραγική σκηνή από το βολιβιανό ημερολόγιο: «Ο Τσε με τους γκεριλιέρος και με τα ντουφέκια στον ώμο, έρημοι σαν ναυαγοί, περιφέρονταν σε απομακρυσμένα χωριά, ανάμεσα από έκπληκτους και φοβισμένους χωριάτες που δεν έδειχναν καμιά συγκίνηση.»
Τριάντα χρόνια αργότερα, συνεχίζουν να διαφωνούν.
 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ: Στη χούντα, με πιάσανε 10 Οκτωβρίου 1967 και στις 11 έμαθα για το θάνατο του Τσε Γκεβάρα. Μου τό ‘πε ένας συγκρατούμενος. Το νέο κυκλοφόρησε αστραπιαία. Εκείνη την εποχή είχα ήδη διαβάσει το βιλίο του Ντεμπρέ «Επανάσταση στην Επανάσταση», νομίζω από τα αγγλικά. Αυτό στάθηκε αφορμή για το πρώτο δικό μου σκίρτημα, για κάτι άλλο. Αλλά, τότε, ήταν λίγα τα πράγματα που ξέραμε. Ο,τι ουσιαστικό βιβλίο διάβασα, το βρήκα έξω, αργότερα. Αυτό που κυριαρχούσε και σε μένα -πρίν δω τον Τσε κριτικά- ήταν αυτός ο ενθουσιασμός για την επανάσταση που λειτουργούσε σαν ένα ελιξήριο νεότητας σε ένα κόμμα που είχε ήδη νεκρωθεί ιδεολογικά, και πολιτικά.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΟΤΣΗΣ: Εγώ δεν θα ‘λεγα ότι ο Τσε είναι που εμπνέει όποιες ιδέες, κινήσεις, προτάσεις, πρακτικές περί τη χρήση των όπλων, στον αντιστασιακό αγώνα. Είναι η ίδια η δικτατορία, η κατάλυση του καθεστώτος, η ωμή βία. Είναι και το χάλι της ρεφορμιστικής -όπως την αποκαλούσαμε τότε- Αριστεράς, η οποία απεκάλυψε τη γύμνια της και με τον τρόπο που βρεθήκαμε όλοι «ξεβράκωτοι» στην αντιμετώπιση του πραξικοπήματος. Ο Τσε έφτανε σε μας τότε ως απόηχος ή ως μακρινός μύθος, αλλά ήταν ελάχιστα γνωστός.
Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη εμπνευσμένη από τον καστρισμό και τον γκεβαρισμό οργάνωση γίνεται στο Παρίσι, όπου οι Έλληνες ήταν πιο ενημερωμένοι. Το Κίνημα της 29ης Μαΐου, πράγματι εξέφραζε μια σκληρή γκεβαρική τάση -και αν δεν απατώμαι ήταν η πρώτη οργάνωση η οποία έστειλε και ανθρώπους της στην Κούβα να εκπαιδευτούν. Αργότερα το έκαναν κι άλλες οργανώσεις. Υπάρχουν μερικές δεκάδες ανθρώπων οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί. Στρατόπεδα υπήρχαν και στην Κούβα και στην Μέση Ανατολή. Αυτοί πλαισίωσαν ή ήταν ήδη μέσα σε κάποιες απ’ αυτές τις οργανώσεις που ευθέως κήρυσσαν και επεδίωκαν, ως πρακτική, τον ένοπλο αγώνα στη δικτατορία. Εκτός από την «29η Μαΐου», η «20ή Οκτώβρη», ο «Άρης», ο «Μαχητής», κλπ.
– Μεσολάβησε και ο Μάης του ’68 για να γίνει, και για την ελληνική Αριστερά, το πρόσωπο του Γκεβάρα, μύθος;
Γ.Β.: Όχι. Θυμάμαι ότι ήμουν στην παρανομία όταν έμαθα το τέλος του Τσε. Υπήρξε μια παγωμάρα. Στην αρχή δεν το πίστευα, γιατί είχε ακουστεί δυο τρεις φορές. Όταν πια επαληθεύτηκε, έκλαιγαν οι άνθρωποι, γιατί ο Τσε ήταν ένας -έστω και απόμακρος- μύθος. Γιατί τα συγκεντρώνει όλα: πλήρη αφοσίωση στην επανάσταση και στο διεθνισμό. Τα τινάζει όλα, φεύγει απ’ την πατρίδα του την Αργεντινή για να πάει στη Γουατεμάλα, να πάει στο Μεξικό, να πάει στην Κούβα, να πάει στην Αφρική και να πεθάνει στη Βολιβία- με εμμονή στον ένοπλο αγώνα.
-Αυτή την εικόνα την είχατε από τότε;
Γ.Β.: Δεν υπήρχε η γνώση αυτή, τί ήταν ο Τσε, τουλάχιστον τον πρώτο χρόνο της αντίστασης. Αργότερα, και ιδίως στους αντιστασιαζόμενους του εξωτερικού, όπου όλες οι τάσεις της Αριστεράς εμφανίζονται στην ακραία τους υπερβολή, όπου η επανάσταση έδινε κι έπαιρνε, εκεί βέβαια ήταν κοινός τόπος. Θα μπορούσε το βιβλίο του Ντεμπρέ να αποτελεί πεδίο συζήτησης σε συνεδριάσεις δύο, τριών και τεσσάρων νυχτών, ή να δημιουργήσει θεωρητικές συγκρούσεις μέσα σε συνελεύσεις των κατειλημμένων κτιρίων, όπως το ελληνικό σπίτι στη Σιτέ. Εδώ, δεν νομίζω. Πολύ αργότερα, δηλαδή στα μέσα του ’69, το ’70, όταν εμφανίζονται ομάδες με ένοπλη πρακτική και τότε ακόμα δεν είναι μόνο ο Τσε που εμπνέει. Υπενθυμίζω ότι τα πρώτα φυλλάδια που κυκλοφορούν παράνομα και καμουφλαρισμένα…
Π.Κ.: …με εξώφυλλα Βίων Αγίων, συχνά.
Γ.Β.: Αυτά δεν ήταν του Τσε, αλλά του Μαριγκέλα.
– Δηλαδή, σε μια ορισμένη τάση της Αριστεράς υπήρχε στροφή προς τις ιδέες του Τσε και λιγότερο προς την ιστορία των κλασικών αντάρτικων. Μάο, Γκιάπ κ. λπ; Ανακαλύπτουν στον Τσε κάποιες μεγαλύτερες αναλογίες με την Ελλάδα;
Γ.Β.: Υπάρχει αυτή η γκεβαρική θεωρία του foco, που, αν θες, σ’ εκείνες τις περιστάσεις, στη στρατοκρατούμενη Ελλάδα, μας πάει. Με ποια έννοια; Ότι απαιτεί δράση, επαναστατική πρακτική, από μικρές ομάδες φωτισμένων και αφοσιωμένων στην επανάσταση ανθρώπων. Όχι κινητοποιήσεις μαζών, όχι ένοπλο αγώνα μαζικό. Θυμάμαι, πάντα πριν από το γαλλικό Μάη, αλλά και μετά, ώσπου να εμφανιστούν τα κινήματα ένοπλης βίας στην Ευρώπη (στις αρχές της δεκαετίας του 70) υπάρχουν οι δικές μας ομάδες στην Ελλάδα που χρησιμοποιούν τα όπλα.
Π.Κ.: Το γεγονός ότι βρεθήκαν ομάδες ένοπλης πάλης ή ομάδες που βάζανε βόμβες, δεν μας επιτρέπει να τις ταυτίσουμε με τον Τσε. Γιατί κάποιος πρέπει να τις ταυτίσει με τον Τσε, κι όχι με την παράδοση του εργατικού κινήματος; Βάζανε βόμβες από τον περασμένο αιώνα. Υπάρχει η παράδοση του αναρχικού κινήματος, π.χ. Πες το όπως θέλεις. Δεν βλέπω κάπου να έχει μια άμεση σύνδεση το φαινόμενο Τσε με τις ομάδες ένοπλης πάλης. Μπορεί να αναφέρονταν και στον Τσε, αλλά δεν έχω δει το μοντέλο δράσης Τσε να πηγαίνει είτε σε μια ελληνική, είτε σε μια ξένη ομάδα.
Υπήρχε τότε και ο άλλος παράγοντας: το Βιετνάμ και ο Μάο, το σύνθημα ότι «η εξουσία είναι στην κάνη του τουφεκιού». Βλέπω ότι αυτά αποτελούν μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης, παρά ο Τσε. Ο Τσε θεωρώ ότι ήταν ένα είδος ρομαντικής αναφοράς. Κράτησε μια προσωπική στάση και δημιούργησε ένα μοντέλο από το οποίο ο καθένας μπορεί να βγάλει το χαρακτήρα του, αλλά σαν επαναστατικό μοντέλο νομίζω ότι δεν λειτούργησε.
Γ.Β.: Παρότι η αμφισβήτηση στην επίσημη Αριστερά, την κομμουνιστική, την παραδοσιακή Αριστερά, πριν από το πραξικόπημα του ’67, έφτασε και σε μας -εξ αντανακλάσεως- ως μαοϊκή απόκλιση (τότε μην ξεχνάτε, η πολιτιστική επανάσταση βρισκόταν στο φόρτε της), δεν είναι οι μαοϊκοί εκείνοι που ψάχνουν για τα όπλα, ή χρησιμοποιούν τα όπλα. Οι ένοπλες ομάδες έχουν πληρέστερες αναφορές στον γκεβαρισμό, ή μη ομολογημένες, αλλά σαφέστατες αναφορές στο παράδειγμα της κουβανέζικης επανάστασης και τον Τσε.
Π.Κ.: Αν πάρουμε όλες αυτές τις οργανώσεις μία-μία, σε ποιά κείμενά τους ακολουθούν τη θεωρία του foco;
Γ.Β.: Για θεωρία του foco δεν μίλησε κανένας.
Π.Κ.: Εκτός από σένα. (γέλια)
Γ.Β.: Εγώ είχα τη θεωρία του «μοχλού». Άλλο πράγμα. Ξαδερφάκι της, ίσως. Σε διαβεβαιώ ότι όταν ήμουν στην παρανομία, απ’ τους πρώτους, τον πρώτο καιρό της δικτατορίας, δεν εγνώριζα καν τον Ντεμπρέ. Μέσα σ’ αυτό το χάλι της διαλυμένης Αριστεράς, μέσα την αναζήτηση νέων μορφών πάλης, το να φτάσεις σε τέτοιες θεωρίες, όπως είναι η θεωρία του «μοχλού», ήταν θέμα λογικής επεξεργασίας.
Π.Κ.: Πάντως εγώ νομίζω ότι αν υπάρχει μία θεωρία γκεβαρική στα ελληνικά, είναι δικιά σου.
Γ.Β.: Θες να με κατηγορήσεις ότι ήθελα να γίνω ο Τσε στην Ελλάδα;
Π.Κ.: Μπορεί να ήθελα να σου κάνω κομπλιμέντο. (γέλια)
– Και σήμερα τι σημαίνει για σας ο Τσε;
Π.Κ.: Αυτό που χαρακτηρίζει τον Τσε δεν είναι η Κούβα. Όταν σκέφτομαι τον Τσε, έχω στον μυαλό μου την προσπάθειά του, όλη την πορεία του, να μεταφέρει την επανάσταση εκτός Κούβας.
Γ.Β.: Εγώ όταν φέρνω τον Τσε στο μυαλό μου, έχω την εικόνα του ωραιότερου άνδρα που έχει βγάλει η παγκόσμια επανάσταση. Ο Τσε αποδεικνύει τη μοναδικότητά του κυρίως μέσα στην κουβανέζικη επανάσταση, όταν αποφασίζει να εγκαταλείψει την εξουσία για να συνεχίσει την επανάσταση κάπου αλλού. Αλλά αναδεικνύεται μέσα από τη διαδικασία της κουβανέζικης επανάστασης. Εκεί ολοκληρώνεται ως προσωπικότητα.
Π.Κ.: Δεν νομίζω ότι μπορώ να συμφωνήσω σ’ αυτό το σημείο. Δηλαδή αυτό που ολοκληρώνει τον Τσε σαν θεωρία, είναι η ρήξη του με την Κούβα.
Γ.Β.: Δεν συμφωνώ. Αυτό που ολοκληρώνει τον Τσε είναι η θεωρία ότι ο Τρίτος Κόσμος -δηλαδή «2, 3, πολλά Βιετνάμ»- έχει προτεραιότητα. Γιατί όντως αν κάποιος οφείλει να επαναστατήσει στο τέλος του αιώνα μας ή σ’ όλον τον αιώνα μας, είναι οι πιο αδικημένοι, ο Τρίτος Κόσμος, που καταληστεύεται, με μία βία φρικιαστική, από τις ανεπτυγμένες χώρες και έχει όλο το δίκιο να εξεγείρεται και να επαναστατεί. Σ’ αυτούς απευθύνεται ο Τσε. Και συγκρούεται και με την Σοβιετική Ένωση, η οποία όσο υποχωρεί ο Ψυχρός Πόλεμος τόσο πιο ρεφορμιστικά βλέπει τις λύσεις παντού. Ενώ ο Τσε πάει στην Αφρική για να συνεχίσει την επανάσταση και να μην έχει σοβιετικές εκδοχές τύπου Αγκόλας κ.λπ.
Π.Κ.: Αυτό μοιάζει σαν η επανάσταση να είναι ένας θεόπνευστος λόγος, μια ιεραποστολή. Κάποιος έχει την αλήθεια και τη μεταφέρει. Με μοναδικό αποτέλεσμα να σκοτώνονται οι δέκα, δεκαπέντε που είχαν απομείνει στο τέλος με τον Τσε.
– Και πώς αποτιμάτε σήμερα την ιστορική σας εκείνη διαφωνία; 
Γ.Β.: Όταν διαλύθηκαν οι ΕΣΟ, αυτοί που έμειναν ακόμα συνεχίζουν να κρατούν μοναχικά πανό, πιστοί στη μέθοδο μαζικής προπαγάνδας τους. Δύο απ’ αυτούς που διαφωνούσαν μαζί μου, έχουν παραμείνει γκρούπα. Αν λοιπόν οι δικές μας ιδέες είχαν τον εκφυλισμό τους στην έκφραση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα, το αδιέξοδο των άλλων φαίνεται από το ότι το γκουπούσκουλο που ήταν τότε, παρέμεινε γκρουπούσκουλο μετά από 30 χρόνια. Σε ποιες μάζες απευθύνθηκε; Ποιόν έπεισε;

6. Ο Τσε στα ελληνικά


Η πρώτη έκδοση κειμένου του Τσε στην Ελλάδα δεν έγινε από κάποια οργάνωση ή εκδοτικό οίκο της αριστεράς, αλλά από το επίσημο περιοδικό του στρατού: τον Ιανουάριο του 1962, η «Γενική Στρατιωτική Επιθεώρησις» (μηνιαία έκδοσις του ΓΕΣ) δημοσίευσε -με τον τίτλο «Ανορθόδοξος Πόλεμος»- «το δεύτερον κεφάλαιον εκ του εγχειριδίου του Κουβανού Γκουεβάρα, επιτελάρχου του Φιντέλ Κάστρο, περί ανταρτοπολέμου». Πρώτος έλληνας μεταφραστής του Τσε, από την ανάλογη έκδοση του αμερικανικού περιοδικού «Army», ήταν έτσι ο αντισυνταγματάχης Π. Γιαννακόπουλος!
Το άρθρο αυτό και μια ομιλία του Τσε -που δημοσιεύθηκε λίγα χρόνια αργότερα στο περιοδικό «Αντιιμπεριαλιστής» της οργάνωσης «Φίλοι Νέων Χωρών»- θα είναι οι μόνες δημοσιεύσεις κειμένων του Γκεβάρα στα ελληνικά μέχρι τα μέσα περίπου της δικτατορίας. Το 1969 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ‘Φως’ «Η Επανάσταση στην Κούβα» (σε μετάφραση Φ. Κομνηνού) ενώ τον Αύγουστο του 1971 στο 2ο τεύχος του περιοδικού «Νέοι Στόχοι» δημοσιεύεται το «Μήνυμα στην Τριηπειρωτική» («2,3,… πολλά Βιετνάμ»). Μέχρι τα πρώτα χρόνια της Μετραπολίτευσης, εκδόθηκαν και τα υπόλοιπα βασικά κείμενά του: «Ο Ανταρτοπόλεμος» (μτφ. Φ. Χατζιδάκη-Σ. Σιδερά), «Ημερολόγιο Βολιβίας» (μτφ. Φ. Κομνηνού), «Πολιτικά Κείμενα» (2 τόμοι, σε μετάφραση Λιλής Ζωγράφου & Μπάμπη Λυκούδη) · από τις εκδόσεις Gutenberg κυκλοφόρησε επίσης, σε μετάφραση Γ. Παπαγιαννέα, το «Σοσιαλισμός και άνθρωπος» (1972).


Με την αναζωπύρωση του σχετικού ενδιαφέροντος, την τελευταία δεκαετία έχουν επανεκδοθεί -σε νέες μεταφράσεις- μια επιλογή από πολιτικά κείμενά του («Κείμενα», μτφ. Χρ. Πάντζου, Σύγχρονη Εποχή 1988) και οι αναμνήσεις του από το αντάρτικο της Κούβας («Το ημερολόγιο του επαναστατικού πολέμου», μτφ. Δ. Κωστελένιος, `Το Ποντίκι’ 1996). Λίγο μετά την πρώτη έκδοσή τους σε διεθνές επίπεδο, το 1993, κυκλοφόρησαν και οι αναμνήσεις του από το νεανικό του ταξίδι στη Λατ. Αμερική ( «Λατινοαμερικάνα. Ημερολόγιο από ένα ταξίδι με μοτοσικλέτα», μτφ. Ντίνας Σιδέρη, εκδ. Νέα Σύνορα 1994).


Προς το παρόν, μοναδική αποτίμηση της σκέψης του Τσε στα ελληνικά παραμένει το βιβλίο του Michael Lowy «Ο Τσε Γκεβάρα και ο μαρξισμός» (Καρανάσης 1973). Παράλληλα κυκλοφορούν δυο βιογραφίες του, που δυστυχώς δε συγκαταλέγονται στις καλύτερες του είδους. Η πρώτη, από το φίλο του Ricardo Rojo («Τσε Γκουεβάρα. Η ζωή και ο θάνατος ενός φίλου», εκδ. Δημιουργία), γράφτηκε βιαστικά το 1968 προκειμένου να ανταποκριθεί στο τεράστιο ενδιαφέρον που προκάλεσε ο θάνατος του κομαντάντε στη Βολιβία · η δεύτερη, από το γάλλο συγγραφέα Ζάν Κορμιέ («Τσε Γκεβάρα», εκδ. Καστανιώτη), χαρακτηρίζεται επίσης από μια κάποια προχειρότητα. Εξαιρετικά περιορισμένο όσον αφορά την οπτική του γωνία είναι το βιβλίο του κουβανού Φροϊλάν Γκονσάλες, πρώην στελέχους του κουβανικού Υπ. Εσωτερικών, και της συζύγου του Α.Κουπούλ («CIA κατά Τσε», Σύγχρονη Εποχή 1997). Έμμεση αναφορά στον Τσε συνιστούν τέλος οι αναμνήσεις ενός από τους λιγοστούς επιζήσαντες του βολιβιανού αντάρτικου ( Νταριέλ Αλαρκόν Ραμίρες «Οι επιζήσαντες σύντροφοι του Τσε», Καστανιώτης 1997), που ξεκινά με τη σύλληψη του θρυλικού κομαντάτε.

7. Η διαδρομή του μύθου

1928: Γέννηση του Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, πρώτου παιδιού του μηχανικού Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς και της Σέλια ντε λα Σέρνα (14/6). Ακολουθούν, μέχρι το 1934, άλλα τρία παιδιά.

1947: Γράφεται στην ιατρική σχολή του Μπουένος Αϊρες.

1948Περνά τις διακοπές του δουλεύοντας στο λεπροκομείο του Σαν Φρανσίσκο ντε Σανάρ, στα ορεινά της Κόρδοβα.

1951-52Επτάμηνη περιπλάνηση με μοτοσικλέτα και ωτοστόπ στη Λατινική Αμερική (Αργεντινή, Χιλή, Βολιβία, Περού, Κολομβία, Βενεζουέλα) μαζί με το φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο (29/12-26/7). Επιστροφή στο Μπουένος Αϊρες αεροπορικά, μέσω Μαϊάμι (Σεπτ).

 

1953Πτυχιούχος της ιατρικής (12/6). Δεύτερο μεγάλο ταξίδι στη Λατ. Αμερική (7/7): Βολιβία, Περού, Ισημερινός, Παναμάς, Κοσταρίκα, Ονδούρα και Σαλβαδόρ. Άφιξη στη Γουατεμάλα (24/12).

1954: Απορρίπτει πρόταση για ένταξή του στο «Γουατεμαλέζικο Κόμμα Εργασίας» (ΚΚ) σαν προϋπόθεση για εργασιακή του `τακτοποίηση’ (Φεβρ). Εισβολή μισθοφόρων της CΙΑ ανατρέπει την προοδευτική κυβέρνηση του Χάκομπο Αρμπενς (27/6). Συμμετοχή του Γκεβάρα στην ένοπλη πολιτοφυλακή της κομμουνιστικής νεολαίας, που επιχειρεί να αντισταθεί στους εισβολείς. Καταζητούμενος από την αστυνομία του νέου καθεστώτος, ζητά άσυλο στην πρεσβεία της Αργεντινής (τέλη Ιουλίου) και φεύγει στο Μεξικό (Σεπτ). Η CIA ανοίγει ατομικό φάκελό του (φθιν).

1955: Διάφορες δουλειές στην Πόλη του Μεξικού: πλανόδιος φωτογράφος, νυχτοφύλακας, φωτορεπόρτερ, βοηθός σε νοσοκομείο. Γνωριμία με τον εξόριστο Φιντέλ Κάστρο και τους συντρόφους του, που του δίνουν το προσωνύμιο «Τσε» (9/7). Γάμος του με την 30χρονη περουβιανή Ιλντα Γκαντέα Ακόστα, με την οποία συνδέεται από τη Γουατεμάλα (18/8). Ταξίδι στο Τσιάπας και το Γιουκατάν (Νοεμβ).

1956: Γεννιέται η κόρη του Ιλντίτα (15/2). Προετοιμασία για ανταρτοπόλεμο στην Κούβα με το «Κίνημα της 26ης Ιουλίου» (Μ26J) του Κάστρο. Σύλληψη του Τσε από τη μεξικανική αστυνομία (24/6), απόλυσή του ύστερα από κράτηση 57 ημερών (10/8). Απόβαση 82 μαχητών, μεταξύ των οποίων οι Γκεβάρα και Κάστρο, στην Κούβα με τη θαλαμηγό «Γκράνμα» (2/12). Αποδεκατισμός τους από το στρατό του Μπατίστα, τραυματισμός του Τσε (5/12). Είκοσι δύο επιζήσαντες καταφεύγουν στη Σιέρα Μαέστρα.

1957: Πρώτες μικρές νίκες των ανταρτών (Γεν). Ο Τσε προβιβάζεται σε κομαντάντε κι αναλαμβάνει τη διοίκηση της δεύτερης επαναστατικής φάλαγγας (22/7).

1958: Οι αντάρτες περνούν στην επίθεση (Ιούλ). Η φάλαγγα του Τσε διασχίζει την ανατολική Κούβα και καταφεύγει στα βουνά του Εσκαμπρέ, στο κέντρο του νησιού (Σεπτ-Οκτ). Τελική νίκη των επαναστατών στη μάχη της Σάντα Κλάρα (28-31/12).

1959: Φυγή του Μπατίστα (1/1), είσοδος της φάλαγγας του Τσε στην Αβάνα (2/1). Ο Γκεβάρα αναλαμβάνει διοικητής της στρατιωτικής ακαδημίας (13/1), αποκτά την κουβανική υπηκοότητα (9/2) και οργανώνει τις δίκες των βασανιστών του παλιού καθεστώτος. Πρώτο του άρθρο για τον ανταρτοπόλεμο, στην εφημερίδα Revoluciόn (19/2). Διαζύγιο (22/5) και δεύτερος γάμος του με την Αλέιδα Μάρτς, στέλεχος του Μ26J στη Σάντα Κλάρα την εποχή του αντάρτικου (2/6). Πρώτη διεθνής περιοδεία του σε Αίγυπτο, Σουδάν, Ινδία, Ινδονησία, Γιουγκοσλαβία και Κεϋλάνη, για τη δημιουργία δεσμών ανάμεσα στην Κούβα και το Μπλοκ των Αδεσμεύτων (12/6-8/9). Αναλαμβάνει διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης (7/10) και, παράλληλα, πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας (26/11).

1960: Έκδοση του βιβλίου του «Ο Ανταρτοπόλεμος» (Απρ). Εθνικοποίηση των αμερικανικών εταιρειών στην Κούβα (6/8). Δεύτερη περιοδεία του Τσε σε Τσεχοσλοβακία, ΕΣΣΔ, Κίνα, Β. Κορέα και Αν. Γερμανία (22/10-23/12). Γέννηση του δεύτερου παιδιού του, της Αλέιδα (24/11).

1961: Αναλαμβάνει υπουργός Βιομηχανίας της Κούβας (23/2). Απόβαση μισθοφόρων της CIA στον Κόλπο των Χοίρων, αποκρούεται από τους Κουβανούς (17/4). Ομιλία του Τσε στην οικονομική διάσκεψη του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών, στην Πούντα ντελ Εστε της Ουρουγουάης: απόρριψη της `Συμμαχίας για την Πρόοδο’ που εισηγούνται οι ΗΠΑ για τη Λατινική Αμερική (8/8). Επισκέψεις-αστραπή στην Αργεντινή και τη Βραζιλία (19-20/8).

1962: Εκδίωξη της Κούβας από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών (31/1) κι επιβολή πλήρους εμπορικού αποκλεισμού εις βάρος της από τις ΗΠΑ (3/2). «Δεύτερη διακήρυξη της Αβάνας», υπέρ του επαναστατικού αγώνα σε παναμερικανική κλίμακα (4/2). Γέννηση του Καμίλο, τρίτου παιδιού του Γκεβάρα (20/5). Νέα επίσκεψη του Τσε στην ΕΣΣΔ, υπογραφή συμφωνίας για οικονομική συνεργασία (27/8-7/9). Κρίση των πυραύλων (22-28/10), οργή των Κουβανών για το «ξεπούλημά» τους απ’ τον Χρουστσόφ.

1963: Σύλληψη της μητέρας του Τσε στην Αργεντινή, κατά την επιστροφή της από ένα ταξίδι στην Κούβα, και φυλάκισή της (Απρ). Γέννηση της Σέλια, τέταρτου παιδιού του Τσε (14/6). Ταξίδι στην Τσεχοσλοβακία και την Αλγερία (Ιουν). Κυκλοφορεί το κείμενό του «Ο ανταρτοπόλεμος: μια μέθοδος», στο οποίο υποστηρίζει την αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης σε πανηπειρωτική κλίμακα (Σεπτ). Νέος, ριζοσπαστικότερος νόμος για την αγροτική μεταρρύθμιση (4/10).

1964: Εκπροσωπεί την Κούβα στην παγκόσμια διάσκεψη για το εμπόριο και την ανάπτυξη, στη Γενεύη (25/3). Πανωλεθρία της απόπειρας για δημιουργία αντάρτικης εστίας στην Αργεντινή από το `δεύτερο κομαντάτε’ -και φίλο του Γκεβάρα- Χόρχε Μασέτι (18/4). Τρίτη και τελευταία επίσκεψη του Τσε στη Μόσχα, όπου έχει συγκροτηθεί ένα εχθρικό γι’ αυτόν λόμπι από τα λατινοαμερικανικά ΚΚ που αντιτίθενται στην ένοπλη πάλη (4-19/11). Σε ομιλία του στο Σαντιάγο της Κούβας, καταγγέλλει την `ηττοπάθεια’ των ΚΚ της Λατ. Αμερικής (30/11). Επίσκεψη στη Ν. Υόρκη ( 4-13/12) και ομιλία του στη ΓΣ του ΟΗΕ υπέρ των απελευθερωτικών κινημάτων του Τρίτου Κόσμου (11/12). Αμέσως μετά, ξεκινά μια τρίμηνη περιοδεία στην Αφρική (Αλγερία, Μαλί, Κονγκό-Μπραζαβίλ, Γουϊνέα, Γκάνα, Δαχομέη, Αίγυπτος, Τανζανία) και την Κίνα, που θα διαρκέσει μέχρι το Μάρτιο του 1965.

1965: Γέννηση του 5ου και τελευταίου παιδιού του, του Ερνέστο (24/2). Τελευταία δημόσια ομιλία του στο Αλγέρι, στο 2ο Οικονομικό Σεμινάριο Αφροασιατικής Αλληλεγγύης: κάλεσμα για ενιαίο αντιιμπεριαλιστικό αγώνα σε παγκόσμια κλίμακα, σκληρή κριτική στις άνισες ανταλλαγές μεταξύ του «σοσιαλιστικού μπλόκ» και του Τρίτου Κόσμου (25/2). Επιστροφή στην Κούβα, τελευταία δημόσια εμφάνισή του στο αεροδρόμιο της Αβάνας (15/3). Επιστολή παραίτησής του από όλα τα επίσημα αξιώματα και την κουβανική υπηκοότητα. Μυστική αναχώρησή του για την Αφρική (1/4). Άφιξη στο Νταρ-Ες- Σαλάμ της Τανζανίας (19/4). Συμμετοχή του Τσε και 150 περίπου κουβανών εθελοντών στο επαναστατικό κίνημα του Κονγκό-Ζαϊρ (Μάιος-Νοέμβριος). Αποχώρηση από το Κονγκό, μετά την ήττα των επαναστατικών δυνάμεων (23/11).

1966: Παραμονή ινκόγκνιτο στο Νταρ-Ες-Σαλάμ. Συγγραφή μιας φιλοσοφικής πραγματείας και μιας οξείας κριτικής του σοβιετικού Εγχειριδίου Πολιτικής Οικονομίας, που μένει αδημοσίευτη μέχρι σήμερα (Γεν. – Μαρτ.). Ταξίδι στην Πράγα, όπου παραμένει επίσης ινκόγκνιτο, προετοιμάζοντας την επικείμενη επιχείρησή του στη Λατ. Αμερική. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες για παραμονή του για ένα διάστημα στην Ανατ. Γερμανία (Μαρτ. – Ιουλ.). Επιλογή της Βολιβίας, ως προνομιακού πεδίου δημιουργίας αντάρτικης εστίας με προοπτική ανταρτοπόλεμο σε παναμερικανική κλίμακα, ύστερα από εισήγηση του Κάστρο (Ιουν.). Επιστροφή στην Κούβα ινκόγκνιτο (21/7) και προετοιμασίες. Άφιξη στη Λα Πας με το ψευδώνυμο Αδόλφο Μένα Γκονσάλες (3/11), εγκατάσταση στην αντάρτικη βάση του Νακαχουασού. Ρήξη με το γενικό γραμματέα του ΚΚ Βολιβίας, Μάριο Μόνχε, για το ζήτημα της καθοδήγησης του ένοπλου αγώνα (31/12).

1967: Καταγγελία του αντάρτικου από το ΚΚΒ και διαγραφή των μελών της νεολαίας του που ακολούθησαν τον Γκεβάρα (8-10/1). Ανακάλυψη της παρουσίας των ανταρτών από το στρατό (11/3) και κατάληψη της βάσης του Νακαχουασού (17/3). Πρώτη επιθετική ενέργεια του Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού (ELN) του Τσε (23/3). Δημοσιεύεται το μήνυμα του Τσε προς την Τριηπειρωτική: `Εμπρός για 2,3, πολλά Βιετνάμ’ (16/4). Σύλληψη του γάλλου συγγραφέα Ρεζί Ντεμπρέ κι επιβεβαίωση της παρουσίας του Τσε στη Βολιβία (20/4). Τραυματισμός και σύλληψη του Γκεβάρα σε συμπλοκή με το στρατό στο φαράγγι του Γιούρο (8/10). Εκτέλεσή του την επομένη, με διαταγή της βολιβιανής χούντας.

 

http://www.politikokafeneio.com/tse/tse1.htm