Η ακτινογραφία της Χρυσής Αυγής

Η εκλογική ανάδυση και εδραίωση της Χρυσής Αυγής στο κομματικό σύστημα της εποχής του μνημονίου συντελέσθηκε σε 2 φάσεις: α) στην περίοδο Φεβρουαρίου-Μαίου 2012 και β) μετά τις εκλογές. Μέχρι τον Ιανουάριο του 2012, η εκλογική επιρροή της παρέμενε ανύπαρκτη (γράφημα 1). Μετά την ψήφιση του ΙΙ Μνημονίου πυροδοτήθηκαν ραγδαίες αλλαγές στο πολιτικό σκηνικό. Το πολιτικό σύστημα της χώρας εισήλθε σε περίοδο ριζικής αναδόμησης. Του Γιάννη Μαυρή

Διαβάστε στην ίδια σειρά: Η σημερινή ακτινογραφία των πολιτικών κομμάτων

Πολιτικές προϋποθέσεις της ανόδου

Εκτός από τους δομικούς παράγοντες που τροφοδοτούν το ακροδεξιό φαινόμενο, οι πολιτικές προϋποθέσεις που ευνόησαν την άνοδο της ΧΑ, κατά η διάρκεια του 2012, και της επέτρεψαν να καταγραφεί με 7% στις εκλογές του Μαΐου είναι τουλάχιστον τέσσερις: 1) Η νομιμοποίηση της ακροδεξιάς, που το εγχώριο πολιτικό σύστημα επιδίωξε ή αποδέχθηκε, προωθώντας τη συμμετοχή του ΛΑΟΣ στην κυβέρνηση Παπαδήμου, παρότι κοινοβουλευτικά δεν ήταν αναγκαία. 2) Η κατάρρευση της εκλογικής επιρροής του ΛΑΟΣ και της εικόνας του αρχηγού του, που επήλθε, ακριβώς εξαιτίας αυτής της συμμετοχής. Από 9% τον Οκτώβριο του 2011, η πρόθεση ψήφου στο ΛΑΟΣ θα κατρακυλήσει δημοσκοπικά μέχρι τον Απρίλιο του 2012 στο 2%. Θα απολέσει, δηλαδή, μέσα σε 6 μήνες, σχεδόν 7 μονάδες. Στις εκλογές του Μαΐου, με ποσοστό 2,9% θα μείνει τελικά εκτός Βουλής. Η απόπειρα του Γ.Καρατζαφέρη να μετατρέψει ένα κόμμα διαμαρτυρίας σε κυβερνητικό εταίρο δεν πέτυχε. Αντιθέτως, το εκλογικό του ακροατήριο δεν ακολούθησε και έστρεψε το ενδιαφέρον του στην νέα αναδυόμενη δύναμη της ακροδεξιάς, τη Χρυσή Αυγή. 3) Η καθυστερημένη εμφάνιση των ΑΝΕΛ, που συνιστά και τον βασικό ανταγωνιστή στο χώρο της λαϊκής δεξιάς. Οι ΑΝΕΛ ιδρύθηκαν στις 24/2/2012, όταν είχε ήδη καταρρεύσει ο ΛΑΟΣ και είχε αρχίσει ήδη η άνοδος της ΧΑ. Ο Νίκος Μιχαλολιάκος πρόλαβε τον Πάνο Καμμένο. 4) Τέλος, ο μετασχηματισμός της ελληνικής ακροδεξιάς και η ανάδειξη της ΧΑ ευνοήθηκε καθοριστικά από την επιχείρηση κατά της λαθρομετανάστευσης, που κήρυξε ο τότε υπουργός Προστασίας του Πολίτη. Η ανάδειξη της ανασφάλειας και του μεταναστευτικού, του Νόμου και της Τάξης, σε βασικό άξονα της προεκλογικής εκστρατείας γύρισε μπούμερανγκ στα κόμματα της διακυβέρνησης.

 Η τομή των εκλογών

Στις εκλογές του Μαΐου 2012, η ΧΑ έλαβε 441.000 ψήφους (7%). Με την επαναληπτική εκλογή του Ιουνίου εδραίωσε την παρουσία της στην πολιτική σκηνή, διατηρώντας στο ακέραιο την επιρροή της (6,9%, 426.000), παρά την αύξηση της αποχής και κυρίως παρά τη στοχοποίησή της, πλέον, από τα Μέσα Ενημέρωσης. Στις πρώτες εκλογές, 4 στους 10 ψηφοφόρουςτου νεοπαγούς κόμματος (41%) προήλθαν από τη ΝΔ, 2 στους 10 (20%) από το ΠΑΣΟΚ  και  1 στους 10  (9%) από τον ΛΑΟΣ. Στις εκλογές του Ιουνίου, το 71% των ψηφοφόρων του Μαΐου ξαναψήφισε την ΧΑ. Τα δηλωμένα κριτήρια των ψηφοφόρων της είναι αποκαλυπτικά για τον χαρακτήρα της ψήφου της: Το 29% δήλωσε ότι την ψήφισε για «Διαμαρτυρία» και 27% για το θέμα της «Μετανάστευσης» και των «Συνόρων». Μόνον 1 στους 7 (14%) αιτιολόγησε την ψήφο του με βάση το «Πρόγραμμά» της και 1 στους 8 (13%), λόγω των «Εθνικών θεμάτων» ή από «πατριωτικά αισθήματα»  (γράφημα 5). Η επίδραση της ξενοφοβίας γίνεται εύκολα κατανοητή με μια απλή ανάγνωση του εκλογικού χάρτη του Δήμου Αθηναίων.  Στο μεγαλύτερο δήμο της χώρας (7,8%), συγκέντρωσε τα υψηλότερα ποσοστά της στις περιοχές  με την πυκνότερη παρουσία μεταναστών. Πρόκειται για τις δυτικές και κεντρικές συνοικίες, όπως π.χ. η Πλ.Βάθης (12,1%), η Πλ.Αττικής (11,6%), η Πλ.Αμερικής (11%), το Μεταξουργείο (10,9%), ο Κολωνός (10,2%) και το ιστορικό Κέντρο (10%) (γράφημα 3).

 Εκλογική γεωγραφία

Η εκλογική γεωγραφία της ΧΑ αποκαλύπτει ορισμένα χαρακτηριστικά στοιχεία ιστορικής «συνέχειας» με την εκλογική γεωγραφία της Δεξιάς παράταξης, μεταπολιτευτικής, αλλά και προδικτατορικής. Η Πελοπόννησος (8,95%), η Στερεά Ελλάδα (8,07%), η Αττική (7,6%) και η Κεντρική Μακεδονία (7,2%) αποδείχθηκαν  οι καλύτερες εκλογικές περιφέρειές της. Στις υπόλοιπες, βρέθηκε κάτω από τον εθνικό μέσο όρο της και κάτω από 5%, στην Ήπειρο (4,8%) και στην Κρήτη (3,9%), κυρίως στην ανατολική. Με όρους του παρελθόντος, στην εκλογική της γεωγραφία φαίνεται να αναβιώνει η διαίρεση «Παλαιάς Ελλάδας / Νέων Χωρών». Η Χρυσή Αυγή, εκτός από την Κρήτη, υστερεί στις «Νέες Χώρες» (Θράκη, Αν.Μακεδονία, Δυτ.Μακεδονία, Ήπειρος), και πλεονεκτεί στην «Παλαιά Ελλάδα» (Πελοπόννησος, Στερεά και Αττική). Στους καλύτερους νομούς της, τον Ιούνιο, (ξεπέρασε το 9%), συγκαταλέγονται η Λακωνία (10,9%), η Κορινθία (10%), η Αργολίδα (9,4%), το υπόλοιπο Αττικής (10%), η Β’ Πειραιώς (9,3%), η Βοιωτία (8,8%) και η Εύβοια (8,6%- γράφημα 2). Σε χαμηλότερο γεωγραφικό επίπεδο ανάλυσης κατά νομό, αποδεικνύεται ότι η ΧΑ συγκέντρωσε υψηλότερα  ποσοστά επιρροής, σε περιοχές με πληθυσμούς αρβανίτικης καταγωγής. Πχ. στη Μάνδρα 13,6%, τη Μαγούλα 12,4%, τη Φυλή 12,9%, τα Σπάτα και το Κορωπί 13% (Αττική), στα Δερβενοχώρια 16,4% και στην Τανάγρα 12% (Βοιωτία), στο Μαρμάρι 12% (Ν.Εύβοια), στην Άνδρο (Γαύριο, Μπατσί) 13,4% (Κυκλάδες), στο Κρανίδι 11,5% και στην Ερμιόνη 10,8% (Αργολίδα), στο Σοφικό 18,5% (Κορινθία), στην Τροιζήνα 11,4% και το Αγκίστρι 11,3% (Α’ Πειραιώς) και στη Σαλαμίνα 13% (Β’ Πειραιώς).

 Διάσπαση της κοινωνικής συμμαχίας της Δεξιάς

Στο επίπεδο της εκλογικής βάσης, η Χρυσή Αυγή (όπως και οι Ανεξάρτητοι Έλληνες) αποτελεί κοινωνική διάσπαση της συντηρητικής παράταξης, η οποία εκδηλώνεται με διττό τρόπο: α) Η αυξημένη επιρροή της στις περιοχές της «Παλαιάς Ελλάδας» υποδηλώνει σαφώς την πολιτική-ιδεολογική παραταξιακή συνέχεια, αλλά και τη στενή σχέση που διατηρεί με τον κρατικό μηχανισμό. β) Από την άλλη πλευρά, η ενισχυμένη παρουσίαση της στα αστικά κέντρα, συσχετίζεται με την παρουσία των ξένων μεταναστών, την αποβιομηχάνιση και την ύπαρξη υψηλής ανεργίας.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα της πρώτης τάσης αποτελεί η Λακωνία, περιοχή με ανεξίτηλη την επίδραση του εμφυλίου και ισχυρή αντικομμουνιστική παράδοση. Η Λακωνία, εκτός από καλύτερος νομός της ΧΑ (στην Ανατ. Μάνη πήρε 18,6%, στο Οίτυλο 16%) και δεύτερος της ΝΔ, υπήρξε στο δημοψήφισμα του 1974 καλύτερος νομός της Μοναρχίας (59,5%), αλλά και δεύτερος καλύτερος της διάσπασης της Εθνικής Παράταξης, το 1977 (16,2%). Γενικότερα, από τους 15 καλύτερους νομούς της Μοναρχίας, οι 5 (4 στην Πελοπόννησο) συγκαταλέγονται και στους καλύτερους της Χρυσής Αυγής (Λακωνία, Αργολίδα, Κιλκίς, Μεσσηνία και Ηλεία). Αυτό συμβαίνει και με 6, από τους 15 χειρότερους: Όπως και η Μοναρχία, έτσι και η ΧΑ συγκέντρωσε τα χαμηλότερα ποσοστά της, στους 4 νομούς της Κρήτης (Λασίθι , Ηράκλειο, Ρέθυμνο, Χανιά), στη Χίο και τη Λέσβο. Ενώ η Λακωνία υποδηλώνει ομοιότητες και «συνέχεια» με την προδικτατορική και μεταπολιτευτική δεξιά, το κέντρο βάρους της κοινωνικής της επιρροής εστιάζεται αλλού. α) Η ΧΑ δεν διαθέτει ιδιαίτερη επιρροή στις αγροτικές περιοχές (κλιμακώνεται από 6% στις αστικές, σε 7% στις αγροτικές), ενώ αντίθετα στη ΝΔ (και παλιότερα στην ψήφο της Μοναρχίας), η ψαλίδα παραμένει ιδιαίτερα έντονη. Επομένως, τα συντηρητικά αγροτικά στρώματα εξακολουθούν να υποστηρίζουν τη ΝΔ. β) Ο κύριος όγκος της επιρροής της συγκεντρώνεται στα αστικά κέντρα. Όχι όμως ομοιόμορφα. Η ΧΑ υστερεί σημαντικά στις κατεξοχήν αστικές περιοχές. Στα Βόρεια και βορειοανατολικά και Νοτιοανατολικά προάστια της Πρωτεύουσας περιορίσθηκε τον Μάιο, σε ποσοστά κάτω από 5% και τον Ιούνιο κάτω από 4% (Εκάλη 2,3%, Φιλοθέη 2,9%, Ψυχικό 3,7%, Βούλα 4,4%, αλλά 4% και στο Πανόραμα της Θεσσαλονίκης).

Αντιθέτως, στις (ιστορικά) κατ’ εξοχήν εργατικές-λαϊκές περιοχές της Πρωτεύουσας, στη συμπαγή δυτική ζώνη της Β’ Αθηνών και κυρίως της Β’ Πειραιώς (9,3%), η επιρροή της υπήρξε διπλάσια (Σαλαμίνα 13%, Ταύρος 11,1%, Πέραμα 10,9%,  Ρέντη 10,3%, Καματερό 9,9%). Εδώ, η εκλογική βάση της Δεξιάς τον Μάιο κυριολεκτικά τριχοτομήθηκε. Ενδεικτικά, στο Περιστέρι, η ΧΑ έλαβε 8,4%, η ΝΔ μόλις 9,9% και οι ΑΝΕΛ προηγήθηκαν και των δύο με 10,8%. Το ίδιο συνέβη στο Αιγάλεω (ΧΑ:7,9%, ΝΔ: 10,3%, ΑΝΕΛ: 11,6%), στο Κερατσίνι(ΧΑ:9,4%, ΝΔ: 8,7%, ΑΝΕΛ: 12,6%) και στη Νίκαια (ΧΑ:8,7%, ΝΔ: 8,9%, ΑΝΕΛ: 11,4%).

Η ανατροπή του κοινωνικού συμβολαίου της Μεταπολίτευσης, που επιχειρεί η νεοφιλελεύθερη πολιτική του Μνημονίου, έχει ως αποτέλεσμα να διαρραγεί η κοινωνική συμμαχία που συγκρότησαν μετεμφυλιακά οι κυρίαρχες τάξεις στην Ελλάδα. Σε ανοικτό κομματικό ανταγωνισμό, με το άλλο τμήμα της αντιμνημονιακής Δεξιάς, τους Ανεξάρτητους Έλληνες, η ΧΑ φιλοδοξεί να αναλάβει την εκπροσώπηση των συντηρητικών λαϊκών, εργατικών, αλλά και «υπο-προλεταριακών» ερεισμάτων της καραμανλικής μεταπολιτευτικής ΝΔ, που δεν ακολουθούν πλέον τον Α.Σαμαρά.

Θα πρέπει τέλος να επισημανθεί, ότι η ΧΑ διατηρεί ισχυρούς δεσμούς πολιτικής εκπροσώπησης και με τον στενό πυρήνα του κρατικού μηχανισμού. Αυτό το γεγονός, με προφανή πολιτική σημασία, αποτυπώνεται χαρακτηριστικά στην εκλογική συμπεριφορά των Σωμάτων Ασφαλείας. Σύμφωνα με μια εμπειρική εκτίμηση, προκύπτει, ενδεικτικά, ότι στους Αμπελόκηπους (27ο και 28ο εκλογικό διαμέρισμα του ΔΑ), όπου ψήφισε το προσωπικό της Δ/νσης Άμεσης Δράσης Αττικής (Ζ, ΔΙΑΣ, ΔΕΛΤΑ), η ΧΑ έλαβε τον Μάιο ποσοστό 50,7%, ενώ στην Καισαριανή (1ο εκλογικό διαμέρισμα), όπου ψήφισε το προσωπικό των Αστυνομικών Επιχειρήσεων Αττικής (ΥΜΕΤ-ΥΑΤ-ΜΑΤ), ποσοστό 46,7%, μεταβάλλοντας ταυτόχρονα και την παραδοσιακή πολιτική φυσιογνωμία του ιστορικού Δήμου (γράφημα 4).

 Το μετεκλογικό άλμα

Η διπλή εκλογική επιτυχία της ΧΑ δημιούργησε δυναμική στο εκλογικό σώμα και ώθησε σε νέα ύψη της κοινωνική της απήχηση. Μετεκλογικά, η ΧΑ ενισχύθηκε στους νέους 18-24 ετών (19,5% +6,5%) και αναδείχθηκε σε 3ο κόμμα. Ταυτόχρονα, διεύρυνε την παρουσία της και στις μεσαίες ηλικιακές ομάδες. Ενισχύθηκε επίσης στους ανέργους (18%, +6%), όπου είναι 2ηδύναμη μετά τον ΣΥΡΙΖΑ, στις νοικοκυρές (13%, +10% – η μεγαλύτερη αύξηση) και στους συνταξιούχους (9%, +6%), όπου εξακολουθεί να υστερεί σημαντικά.
Η ανοδική της τάση τερματίσθηκε το φθινόπωρο, έχοντας προσεγγίσει τον Οκτώβριο, στην εκτίμηση εκλογικής επιρροής της PI, το 12%. Στο Α’ εξάμηνο του 2013, με μικρές διακυμάνσεις, η επιρροή της έχει σταθεροποιηθεί, σε επίπεδα της τάξης του 10-12%. Τους τελευταίους 2 μήνες, που προηγήθηκαν της κρίσης της ΕΡΤ, παρέμενε σε 11,5% (γράφημα 1). Με μια παράλληλη εκτίμηση, η οποία στηρίζεται στο δείκτη κομματικής ταύτισης, ο σκληρός πυρήνας της ΧΑ υπολογίζεται σε  3,7% και ο άμεσο περίγυρος σε 6,9%, αθροιστικά σε 10,7%.

Η ΝΔ με τη στροφή δεξιά (η οποία προφανώς θα συνεχισθεί) και την κλιμάκωση του νέου αυταρχικού κρατισμού μπορεί ενδεχομένως να έχει συγκρατήσει την περαιτέρω άνοδο της ΧΑ, δεν έχει εντούτοις καταφέρει να τη συμπιέσει στο ελάχιστο. Στο Α’ εξάμηνο του 2013, τα ¾ (75%) των ψηφοφόρων της ΧΑ, το 2012, παραμένουν σταθεροί στην κομματική τους επιλογή, ενώ το εκλογικό ακροατήριο του κόμματος έχει διευρυνθεί περαιτέρω, εις βάρος τόσο της ΝΔ όσο και των ΑΝΕΛ. Λόγω της επιπρόσθετης μετεκλογικής μαζικοποίησης της επιρροής της, οι «παλαιοί» ψηφοφόροι της αντιπροσωπεύουν πλέον μόνον 1 στους 2 (47%) των σημερινών. Εκείνοι που έχουν προστεθεί, προερχόμενοι από τη ΝΔ, αποτελούν το 15%, οι προερχόμενοι από τους ΑΝΕΛ το 10% και από τον ΣΥΡΙΖΑ το 7%. Η μάχη για τη Δεξιά συνεχίζεται.

Δημοσιεύθηκε στην ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ ΤΩΝ ΣΥΝΤΑΚΤΩΝ (1/7/2013)
mavris.gr

«Λαϊκός σύνδεσμος» ή λαός-παρακράτος;

Μένοντας στον λόγο και τις «μορφές εμφάνισης» του ελληνικού νεοναζισμού, οι κυρίαρχες εκδοχές της ανάλυσής του αποτυγχάνουν να δείξουν τα σημεία συνέχειάς του με το κράτος, τις κοινωνικές συμμαχίες που οργανώνει και τις κοινωνικές ιδεολογίες που συναιρεί. Με τον τρόπο αυτό, του επιτρέπουν να αυτοπροβάλλεται ως αυτό που επιδιώκει (αλλά δεν μπορεί να είναι): μια εκδοχή λαού απέναντι στις απαξιωμένες «ελίτ»

Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Είναι σαφές ότι μέρος της πρωτοφανούς δημοσιότητας που απολαμβάνει τον τελευταίο χρόνο η Χρυσή Αυγή οφείλεται σε πολιτικές σκοπιμότητες και ιδεολογικές συγκλίσεις στο πλαίσιο αυτού που η ίδια ονομάζει «εθνικό τόξο»· έχουν συζητηθεί εξαντλητικά οι εκκλήσεις Κρανιδιώτη για «ενότητα στη βάση της παράταξης», η εκτίμηση του κ. Μπαλτάκου ότι το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης Ν.Δ.-Χ.Α. δεν μπορεί να αποκλειστεί, και πιο πρόσφατα, οι δηλώσεις Πολύδωρα και Παναγιωτόπουλου.

Όμως, ακόμα κι εκεί που η δημοσιότητα είναι αρνητική, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παράδειγμα, φαίνεται να δημιουργείται ένας «μηχανισμός» διάδοσης της πληροφορίας που αποβαίνει, προφανώς ακούσια, προς όφελος της Ακροδεξιάς. Χάρη στους αυτοματισμούς που έχει αποκτήσει ο εν λόγω «μηχανισμός», εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται άμεσα και διαρκώς σε επαφή με την αμεσότητα του νεοναζιστικού μηνύματος: με μια αναπαράσταση λαϊκότητας, την οποία ενισχύει η ίδια η παρουσία των νεοναζί βουλευτών στη Βουλή. Όπως εύστοχα γράφει η Αφροδίτη Κουκουτσάκη, είναι εκεί που «η επιθετική αμφισβήτηση του υπάρχοντος κοινοβουλευτικού τοπίου και η λεκτική βία της λαϊκής κουλτούρας, συναρθρώνονται με την εικόνα “απλών ανθρώπων”, μεροκαματιάρηδων, όπου ακόμα και το κομπιαστό διάβασμα των κειμένων κατά τις παρεμβάσεις τους επικοινωνεί το μήνυμα ότι είναι παιδιά του λαού που δεν έχουν σχέση με τις απαξιωμένες πλέον ελίτ».[1]  

Η ιδιότυπη εξοικείωση με τη Χρυσή Αυγή

Δεν υπαινίσσομαι ότι το να αποστρέφουμε από δω και στο εξής το βλέμμα θα βοηθούσε να ακυρωθεί η «εκλαΐκευση» του νεοναζισμού. Περισσότερο θέλω να πω ότι η υπερπροβολή της άμεσης πολιτικής των νεοναζί (και) στις πιο γραφικές εκδοχές της, η αναγωγή της σε αντικείμενο (όχι έρευνας αλλά) παρατήρησης και την ίδια στιγμή η –ακούσια και εκούσια– κατασκευή της ναζιστικής «λαϊκότητας» μέσα από αυτές τις διαδρομές διαμορφώνουν μια ιδιότυπη εξοικείωση με τη Χρυσή Αυγή· μια ατμόσφαιρα απώθησης-έλξης που κάνει ευλογοφανή τη σπονδυλωτή εξίσωση Ακροδεξιά= λαϊκισμός, λαϊκισμός= αντικομφορμισμός, αντικομφορμισμός= λαϊκότητα. Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, είναι ότι με την υπαγωγή των ακροδεξιών σχηματισμών στο φολκλόρ από τη μια, και με τη μομφή του «λαϊκισμού» που επιμένει να τους αποδίδει ένα τμήμα των δημοσιολογούντων από την άλλη, ουσιαστικά καταργείται η ιδιοτυπία του φαινομένου: ο δεξιός εξτρεμισμός, που φτάνει τελικά να απομειώνεται στο ανορθόδοξο στιλ των εκπροσώπων της Χρυσής Αυγής – σε ένα απλώς πολιτισμικό ζήτημα, με το οποίο κανείς μπορεί μόνο να φρίττει. [2]

Αν συζητάμε για τον ελληνικό νεοναζισμό πρωτίστως ως «λαϊκιστικό»-πολιτισμικό φαινόμενο, διακινδυνεύουμε την απώλεια μιας κρίσιμης διάστασης: ποιος είναι ο λαός που επικαλείται, οργανώνει και κινητοποιεί η Χρυσή Αυγή; Στην περίπτωσή της μιλάμε για έναν ελιτιστή (καθόλου αντικομφομιστή δηλαδή) λαό, [3] με βιολογικό υπόβαθρο τη φυλή. Για έναν λαϊκισμό που θεωρεί φυσικές τις κοινωνικές ανισότητες, που εξίσου «φυσικά» νομιμοποιεί βάσει αυτών την αφαίρεση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, και τελικά απαιτεί να ορίζει ποιες ζωές (δεν) αξίζει να ζουν. Ένας τέτοιος «λαϊκισμός», για τον οποίο η βία είναι σκοπός και όχι μέσο (η «μαμά» και όχι η «μαμή») της Ιστορίας, οργανώνεται υποχρεωτικά πέρα από το πεδίο του λόγου και του στιλ. Συναντιέται, εξ ορισμού με τις «βαριές μεταβλητές», τις τάξεις και το κράτος – αυτές που επιλέγουν και επιτρέπουν (ή αντίθετα απορρίπτουν και οριοθετούν). Και αυτές που, είτε λόγω μεθοδολογικών προτιμήσεων (οι οποίες ωστόσο είναι ιδεολογικά φορτισμένες) είτε λόγω πολιτικής σκοπιμότητας ή απλώς για λόγους ευκολίας, συνήθως απουσιάζουν από τον δημόσιο λόγο στις εκδοχές που προανέφερα.

Για να το πω πιο απλά: δεν ανακαλύπτουμε τίποτα βλέποντας τις ασχήμιες του τάδε νεοναζί βουλευτή στο βήμα της Βουλής ή τεκμηριώνοντας για πολλοστή φορά ότι η Χρυσή Αυγή δεν πρωτοτυπεί σε σχέση με τους προγόνους της του Μεσοπολέμου. Στην εποχή της απαξίωσης της αντιπροσωπευτικής-έμμεσης δημοκρατίας και της κατάρριψης των προσχημάτων, οι νεοναζί προφανώς ασχημονούν: το κάνουν απολύτως συνειδητά, και αυτός είναι ο τρόπος της αμεσότητάς τους. Το ζήτημα είναι πώς αντιμετωπίζεται αυτό πολιτικά από τους άλλους, γιατί γίνεται –αν γίνεται– πολιτικά σημαντικό, ποιοι και ποιες το «επιβραβεύουν», το υποβαθμίζουν ή το αποσιωπούν.

Ο φύρδην-μίγδην αντιλαϊκισμός, αυτός που εξισώνει το «άκρο-Χρυσή Αυγή» με το «άκρο-ΣΥ.ΡΙΖ.Α.», ξεμπερδεύει εύκολα με το πρόβλημα: αρκείται στην ηθική καταδίκη του εν γένει λαϊκισμού και της κάθε αμεσότητας. Έτσι όμως προβαίνει σε μια λαθροχειρία που αξίζει να προσέξουμε. Ενώ οι υποστηρικτές του ταυτίζουν τους φορείς της «αντισυστημικής» ρητορικής ως εξίσου «ακραίους», εντάσσοντάς τους στο συνεχές του «λαϊκισμού», από τη μία πλευρά απομειώνουν τον ναζισμό (και τις εκτροπές του, αν αυτό δεν είναι πλεονασμός) σε λαϊκισμό, αποσιωπώντας το υπόβαθρό του, ενώ από την άλλη συκοφαντούν τον αριστερό αντισυστημισμό ως φασιστοειδή. Με άλλη διατύπωση: σπάνια θα δούμε τους αντιλαϊκιστές να «μέμφονται» τη Χρυσή Αυγή ως ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Από την άλλη, η πρόσφατη ατυχής έμπνευση βουλευτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να αντιπαραβάλει από το βήμα της Βουλής δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα, δημοσίευμα του φιλοναζιστικού Στόχου και δηλώσεις του Ηλία Κασιδιάρη περί «παχυλών βουλευτικών μισθών», για να αποδείξει την ταύτιση «του κοινωνικού και λαϊκιστικού λόγου» του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με τους νεοναζί, ήταν η πολλοστή φορά που το μετριοπαθές Κέντρο, ασκούμενο στην άθλια θεωρία των άκρων, βοηθούσε τον ναζιστικό λαϊκισμό να προαχθεί σε εθνικιστική λαϊκότητα.

Όταν οι λέξεις δημιουργούν το γεγονός

Η εμμονή στον λόγο είναι ενδεικτική μιας μεθόδου ανάλυσης του νεοφασιστικού φαινομένου που συναντάμε και σε πιο επεξεργασμένες εκδοχές της κεντρώας προβληματικής. Εξηγώντας, για παράδειγμα, «Γιατί είναι επικίνδυνη η Χρυσή Αυγή» (Τα Νέα, 15.9.2012), ο Γιάννης Βούλγαρης αποδίδει την άνοδό της στην «εξαχρείωση των περισσότερων Μ.Μ.Ε. που μονοπωλήθηκαν από τον “πολεμικό λόγο”», στη «συνύπαρξη επί εβδομάδες “Αγανακτισμένων” ακροδεξιών και ακροαριστερών στην Πλατεία Συντάγματος υπό το άθλιο πανό “η χούντα δεν τέλειωσε το ’73”»[4]– στο γεγονός τέλος ότι «επέστρεψε ο εμφυλιοπολεμικός λόγος της εθνικοφροσύνης και ο πολιτικός αντίπαλος αναγορεύτηκε πάλι σε εχθρό». Για να θυμηθούμε την κριτική του Νίκου Πουλαντζά στον Ζαν Πιερ Φάυ, φαίνεται να είναι και πάλι «οι λέξεις που δημιουργούν το γεγονός». [5] Στη συλλογιστική αυτή, δηλαδή, το μείζον είναι αυτά που λέγονται (και αυτά που φαίνονται): όχι αυτά που υπερπροσδιορίζουν τις λέξεις και αυτούς που μιλάνε – όχι αυτά που δίνουν το ένα ή το άλλο νόημα και, κυρίως, αυτά που έχουν «υλικές», μακροπρόθεσμες συνέπειες, ορίζοντας το πεδίο των κινήσεων.

Η δαιμονοποίηση του λαϊκού όχι απλώς ως λαϊκιστικού, αλλά σε τελική ανάλυση ως προ-φασιστικού, είναι η μία εκδοχή αυτής της τάσης. Την άλλη συνοψίζει ο Μάκης Βορίδης, δηλώνοντας σε (μία ακόμα) συνέντευξη στο Βήμα ότι «μεγάλο τμήμα των θέσεων της Χρυσής Αυγής, ειδικά στα ζητήματα της Δημοκρατίας, των ατομικών ελευθεριών και της οικονομικής ελευθερίας προσομοιάζει με θέσεις της Αριστεράς» (7.7.2013). Αυτή είναι ίσως και η μόνη περίπτωση που η Χρυσή Αυγή «κατηγορείται» ως ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Και στην περίπτωση αυτή όμως, Χρυσή Αυγή και ΣΥ.ΡΙΖ.Α. τοποθετούνται στο ίδιο συνεχές – με τη διαφορά ότι εδώ πρόκειται για το φάσμα του οικονομικού κρατισμού. Αποσιωπάται, έτσι, το γεγονός ότι η ιστορικές και πολιτικές αναφορές της Χρυσής Αυγής, το ναζιστικό και το φασιστικό κράτος, δεν είναι παρά εκδοχές καπιταλιστικού κράτους. Πρόκειται γι΄ αυτό που ήδη από το 1921 φρόντισε να αποσαφηνίσει ο Μουσολίνι, με το σύνθημα Ενδυνάμωση του πολιτικού κράτους, αποδόμηση του οικονομικού κράτους, [6]  και εκείνο που έδειξε όχι λόγω αλλά έργω ο Χίτλερ, εξοντώνοντας το 1934 όσους πήραν σοβαρά τον όρο σοσιαλιστικό στον τίτλο του NSDAP («Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών»). Αποσιωπάται όμως και το γεγονός ότι η κοινή αναφορά της παραδοσιακής και της ναζιστικής Δεξιάς στην ελληνική πολιτική ιστορία είναι η συντριβή του «κομμουνιστικού κινδύνου» από ένα κράτος όχι ακριβώς φιλελεύθερο.

Οι απλοποιήσεις του σύγχρονου αντιλαϊκισμού

Αναζητώντας και συμψηφίζοντας άκρα και λαϊκισμούς, καταργώντας τα όρια Αριστεράς και Δεξιάς ακριβώς τη στιγμή που γίνονται πιο ξεκάθαρα από ποτέ, ένα σημαντικό μέρος του δημόσιου λόγου αποφεύγει να μιλήσει για το κράτος και τις τάξεις. Κι ενώ δεν χρειάζεται πια σοβαρή προσπάθεια για να δείξει κανείς τα προφανή αδιέξοδα αυτής της μεθόδου (σε τελική ανάλυση, αν ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Χρυσή Αυγή ανήκουν στο ίδιο συνεχές, γιατί η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να κερδίσει τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής και όχι αυτούς του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.;), χρειάζεται αντίθετα να σταθούμε στην τριπλή λειτουργία που επιτελούν οι απλοποιήσεις του σύγχρονου αντιλαϊκισμού:

α) από τη σκοπιά της Χρυσής Αυγής, παρουσιάζεται ως λαϊκιστική μια οργάνωση που, με τους όρους του Μάριου Εμμανουηλίδη αποτελεί «μηχανή αιχμαλώτισης και μετατροπής των πρακτικών αντίστασης και διαφυγής του πληθυσμού σε στοιχεία ενίσχυσης και επέκτασης της κυριαρχικότητας του κράτους». [7] Με άλλη διατύπωση, η Χρυσή Αυγή φιλοδοξεί –όπως ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.– να αναλάβει την εκπροσώπηση των συντηρητικών λαϊκών, εργατικών, αλλά και «υπο-προλεταριακών» ερεισμάτων της καραμανλικής μεταπολιτευτικής Ν.Δ., που δεν ακολουθούν πλέον τον Α. Σαμαρά (Γ. Μαυρής) – μόνο που ο αντιλαϊκισμός δεν έχει τίποτα να μας πει για την κατεύθυνση αυτής της συμμαχίας και ποιος έχει την ηγεμονία σε αυτή: είναι άραγε τα προαναφερθέντα λαϊκά στρώματα ή μήπως τα τμήματα του κρατικού μηχανισμού που επίσης διαθέτουν ισχυρούς δεσμούς με τη νεοναζιστική οργάνωση;

β) από τη σκοπιά του κράτους, οι συμψηφισμοί των άκρων αποκρύπτουν το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή (και όχι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) αντιστοιχεί στη φάση όπου εντείνεται μια διπλή κρατική λειτουργία: αυτή του κατακερματισμού του κοινωνικού σώματος από τη μια, και της ομογενοποίησης-εθνικοποίησής του από την άλλη, με τη δεύτερη να αποκαλύπτεται άμεσα ως αυτό που είναι: αφενός καταστολή και εξαφάνιση των κοινωνικών διαφορών, αφετέρου κρατολατρεία εν ονόματι του έθνους. Με τους όρους της Αφροδίτης Κουκουτσάκη και πάλι, «η αταξία την οποία επιφέρει η εξω-θεσμική βία και ο λόγος της Χ.Α. αποτελούν στην πραγματικότητα μέρος ενός συνεχούς καταστολής: το ένα στάδιο νοούμενο ως “αταξία”, συντελεί στη νομιμοποίηση του άλλου, νοούμενου ως αναγκαιότητα, στον βαθμό που εκπορεύεται από θεσμούς επιφορτισμένους με το καθήκον της διατήρησης και διασφάλισης της κοινωνικής ειρήνης και ευταξίας». Από την ίδια σκοπιά, ο αντιλαϊκισμός αποκρύπτει και ένα ακόμα: το γεγονός ότι η Χ.Α., ενώ βρίσκεται στα όρια και εντός της κρατικής στρατηγικής, δεν προηγείται αλλά έπεται της στρατηγικής αυτής. [8] Γι’ αυτό και προτεραιότητα στην ανάλυση του φασισμού δεν μπορεί παρά να έχει ένας εν εξελίξει μετασχηματισμός του κράτους, που δεν ενεργεί πλέον έμμεσα και από μακριά, ως «χρηστή διακυβέρνηση», αλλά άμεσα και πάνω στα σώματα, ανεβάζοντας τον πήχη της βίας, αναστέλλοντας δεσμεύσεις και καταργώντας εγγυήσεις – προβάλλοντας τελικά ως «πολέμαρχος» που επιδιώκει να ανακτήσει τον χρόνο που χάθηκε από τη μεταπολίτευση. Και όλα αυτά, όχι ασκώντας την κυριαρχία του για να «σώσει» τους υπηκόους, αλλά προκειμένου να διασωθεί το ίδιο.

Τελευταία σημείωση εδώ: με τον όρο συνεχές της καταστολής ας εννοούμε κάτι περισσότερο από τη συμπληρωματικότητα κράτους-Χρυσής Αυγής στο έδαφος της βίας πάνω στα σώματα. Οι συνέργειες των δύο εκτείνονται στην πραγματικότητα πολύ πέραν αυτού: εικονικός κοινοβουλευτισμός και αντικοινοβουλευτισμός, εξαφάνιση του κράτους-πρόνοια και πρόνοια «μόνο για Έλληνες», επιστρατεύσεις απεργών και αντισυνδικαλισμός, Ξένιος Δίας και μηχανοκίνητα πογκρόμ, θεωρία των άκρων και «κινηματικός» αντικομμουνισμός.

γ) από τη σκοπιά της Αριστεράς, ο αντιλαϊκισμός ταυτίζεται με την άρνηση του «δικαιώματος» στην επανάσταση, και μέσω αυτής στον Διαφωτισμό. Τα ίχνη αυτής της συλλογιστικής μπορεί να τα βρει κανείς στον 18ο αιώνα και την πεποίθηση του Μπερκ ότι κάθε απόπειρα αλλαγής της υφιστάμενης τάξης –με πρώτη τη Γαλλική Επανάσταση– παίρνει τη μορφή μιας ουτοπίας (ενός «ολοκληρωτισμού» – Σ.τ.Σ.) που οδηγεί στην αιματοχυσία και την καταστροφή. Από τη σκοπιά αυτή, η Γαλλική Επανάσταση καταγγέλλεται ως το «κύκνειο άσμα του πολιτισμού». Όχι –όπως εξηγεί ο Ζεέβ Στερνέλ στον Αντιδιαφωτισμό– επειδή η Επανάσταση αποτελεί προοίμιο της Τρομοκρατίας· αλλά διότι η κατάργηση των παλιών προνομίων και η βίαιη μεταχείριση του βασιλιά και της βασίλισσας σημαίνουν το τέλος της πολιτικής τάξης που αρμόζει σε μια πολιτισμένη κοινωνία.

Τόσο για τον Έντμοντ Μπερκ όσο και για τον Ιππόλυτο Ταιν, έναν αιώνα αργότερα, οι αντίπαλοι είναι ο Ρουσσώ, ο γιακωβινισμός και η λαϊκή κυριαρχία, διότι εγκαινιάζουν μια εποχή αναταραχής, υπονόμευσης της υφιστάμενης ιεραρχίας και εξουδετέρωσης της εκτελεστικής εξουσίας. Ο μέσος αρθρογράφος της Καθημερινής θα παρατηρούσε ότι αυτά είναι αναπόφευκτα, αν λαϊκή κυριαρχία σημαίνει λαϊκή ανευθυνότητα. Εμείς ας επισημάνουμε ότι το συνεχές αντιλαϊκισμού-ναζιστικού λαϊκισμού συνοψίζεται τελικά ακριβώς εδώ: στο ότι ο πρώτος αρνείται το «δικαίωμα» στην επανάσταση, ενώ ο δεύτερος –για να θυμηθούμε την Κλάρα Τσέτκιν– ενισχύεται όσο οι έχοντες το δικαίωμα στην επανάσταση δεν μπορούν να την επιδιώξουν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Μάριος Εμμανουηλίδης και Αφροδίτη Κουκουτσάκη, Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης, πρόλογος Δημήτρης Ψαρράς, futura, Αθήνα 2013. (Η υπογράμμιση δική μου.)

2. Νίκος Μουζέλης, Θάνος Λίποβατς και Μιχάλης Σπουρδαλάκης,Λαϊκισμός και πολιτική, εισαγωγή Κώστας Σημίτης, Γνώση, Αθήνα 1989.

3. Manuela Caiani και Donatella Della Porta, «The elitist populism of the Extreme Right», Acta Politica, τχ. 46 (2011), σ. 197. Βλ. επίσης τη σχετική ομιλία του Γιάννη Σταυρακάκη, «Beyond the Extreme Right: The european populist challenge» στο συνέδριο του Transform! με θέμα «Νέοι λαϊκισμοί και η ευρωπαϊκή Δεξιά και Άκρα Δεξιά: η πρόκληση και οι προοπτικές για την Αριστερά», Casa della Cultura, Μιλάνο, 10 Μαρτίου 2012  και το άρθρο του Γιώργου Κατσαμπέκη «Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Χρυσή Αυγή και ο Ερνέστο Λακλάου», στο Βελτιώνονται οι φράχτες, βελτιώνονται κι οι άλτες, Red Notebook, 2013 .

4. Σύμφωνα με το Πολιτικό Βαρόμετρο του Ιουλίου του 2011, μετά το κίνημα των πλατειών και για πρώτη φορά ύστερα από 29 μήνες (από τον Φεβρουάριο του 2009), ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έφτανε δημοσκοπικά στο 9%, έχοντας ενισχυθεί κατά 2,5 μονάδες. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη δημοσκοπική ανυπαρξία της Χρυσής Αυγής την ίδια περίοδο, δεν απασχολεί καθόλου τους εκσυγχρονιστές «συνταγματολόγους». Όπως εξάλλου δεν τους απασχολεί και η πολλαπλή διάψευση της «συγκατοίκησης» ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Χρυσής Αυγής στην λατεία Συντάγματος, μεταξύ άλλων από τον Αντώνη Λιάκο («“Αγανακτισμένοι” και Χρυσή Αυγή», Κυριακάτικη Αυγή, «Ενθέματα» 16.9.2012). Ή το γεγονός ότι η δημοσκοπική εκτίναξη της Χρυσής Αυγής ξεκινά τον Φεβρουάριο του 2012, όταν δηλαδή η Βουλή ψηφίζει το δεύτερο μνημόνιο (βλ. Γιάννης Μαυρής, «Η ακτινογραφία της Χρυσής Αυγής», Εφημερίδα των Συντακτών, 1.7.2013).

5. Νίκος Πουλαντζάς, Ραλφ Μίλιμπαντ και Ζαν Πιερ Φάυ, Προβλήματα του σύγχρονου κράτους και του φασιστικού φαινομένου, Θεμέλιο, Αθήνα 1981.

6. Μπενίτο Μουσολίνι, «Ο φασισμός το 1921», στο Edoardo και Duilio Susmel (επιμ.), Opera Omnia di Benito Mussolini, La Fenice, Φλωρεντία 1955, τόμ. XVI, σ. 101-102 (μτφρ. Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης), Red Notebook (14.9.2012).

7. Εμμανουηλίδης και Κουκουτσάκη, ό.π.

8. Ό.π

Πηγή: Χρόνος

Όταν και ο Καραμανλής ήταν «μαλάκας»

 

Το «γ@μώ το κεφάλι μου, μαλάκα!» του Αντώνη Σαμαρά ήταν η δεύτερη φορά που αμοντάριστα πλάνα «περνάνε» στη μεγάλη οθόνη. Την πρωτιά την κατέχει ο Κώστας Καραμανλής από τις 7 Απριλίου του 1997, όπου η αξέχαστη Μαλβίνα Κάραλη παρουσίασε το άκοπο βίντεο των δηλώσεών του. Εκτός από αστειάκια και μορφασμούς, περίπου στη μέση του βίντεο, ο Κωστάκης λεέι στον εικονολήπτη «μην είναι 15 δευτερόλεπτα και περιμένω σα μαλάκας».

Δείτε το βίντεο

http://www.koutipandoras.gr/40048/%CF%8C%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BA%CE%B1%CE%B9-%CE%BF-%CE%BA%CE%B1%CF%81%CE%B1%CE%BC%CE%B1%CE%BD%CE%BB%CE%AE%CF%82-%CE%AE%CF%84%CE%B1%CE%BD-%CE%BC%CE%B1%CE%BB%CE%AC%CE%BA%CE%B1%CF%82.html

Ραντεβού στα γουναράδικα Γιάννη μου. Για βιζόν

Του Κώστα Βαξεβάνη

Ο Βαγγέλης Διαμαντόπουλος, βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ, έκανε το λάθος να χρησιμοποιήσει στη Βουλή τη φράση “ραντεβού στα γουναράδικα”, μια ιστορική φράση του Άρη Βελουχιώτη. Αν ο κύριος Διαμαντόπουλος χρησιμοποιούσε τη φράση “μας κάψατε τη γούνα”, κανένας δεν θα διαμαρτυρόταν από τους παριστάμενους στη Βουλή ή τους σχολιάζοντες και αναλύοντες στα κανάλια. Αντιθέτως, ίσως να το εκλάμβαναν και ως επιτυχία της κυβερνητικής πολιτικής.

 

Να όμως που δεν μιλάμε για το πώς μας κάψανε τη γούνα, αλλά πώς μετέφρασαν τα όσα είπε ο βουλευτής, οι κάτοχοι πλούτου, θράσους και μιας κάποιας γούνας φαντάζομαι. Ο Γιάννης Πρετεντέρης μετέφρασε τη φράση ως εμφυλιοπολεμική απειλή που σημαίνει θα σας γδάρουμε. Ο Αντρέας Λυκουρέντζος, ως φρασεολογία τρομοκρατικών οργανώσεων. Φαντάζομαι ως το βράδυ, ο Άρης Βελουχιώτης θα εκτελεστεί για μια ακόμη φορά, από τα Τάγματα Ασφαλούς Ενημέρωσης.

 

Όσοι γνωρίζουν ιστορία, ξέρουν πως τη φράση “ραντεβού στα γουναράδικα” την έλεγε ο Άρης στους συντρόφους τους, όταν ξεκινούσαν για παράτολμες επιχειρήσεις εναντίον των Γερμανών κατακτητών (αυτό το “εναντίον των Γερμανών” επιμελώς κάποιοι το ξεχνάνε). Για όσους έχουν μεγαλώσει στην ελληνική ύπαιθρο, ξέρουν πως αυτή η φράση είναι δάνειο από λαϊκό μύθο. Όταν έβγαιναν λέει οι αλεπούδες να κυνηγήσουν, ήξεραν πως μπορεί να καταλήξουν οι ίδιες θύματα από τους κυνηγούς και στο τέλος το δέρμα τους να βρεθεί σε κάποιο γουναράδικο. Αλλά έπρεπε να το κάνουν. Έτσι, ξεκινώντας για αναζήτηση τροφής, έλεγαν το “ραντεβού στα γουναράδικο” που δήλωνε αυτή τη γνώση και την αποφασιστικότητα.

 

Τι δηλώνει λοιπόν αυτή η ευαισθησία όσων μας έχουν κάψει τη γούνα,για τα γουναράδικα του Διαμαντόπουλου, ή του Άρη ή των αλεπούδων της ελληνικής επαρχίας; Κάποιος που είναι γνώστης και της πρόσφατης ιστορίας, ξέρει πως ο βουλευτής Διαμαντόπουλος είχε πέσει θύμα της ομάδας μονταζιέρας της ΝΔ. Δηλαδή δηλώσεις που είχε κάνει για το αυθαίρετο Mall, μονταρίστηκαν από τους σύγχρονους Μανιαδάκηδες και τον εμφάνισαν ως υποστηρικτή της βομβιστικής επίθεσης στο εμπορικό κέντρο. Η υπόθεση αποκαλύφθηκε αλλά τα κανάλια δεν μετέδωσαν την αποκάλυψη. Έτσι, για τον συγκεκριμένο βουλευτή, η κοινή γνώμη έχει σχηματίσει μια εικόνα «ακραίου», των «δύο άκρων» φυσικά. Η παρερμηνεία όσων είπε για μια ακόμη φορά, πατά στην παλιά εικόνα και δημιουργεί την πεποίθηση πια, πως ναι, ο βουλευτής και το κόμμα του είναι ακραίοι.

 

Την ίδια ώρα όμως, η αντίδραση των νομιμοφρόνων της Βουλής και των στούντιο, που, ξαναλέω, δεν νοιάστηκαν που μας καίνε τη γούνα, αλλά νοιάζονται για τη γούνα της ομιλίας Διαμαντόπουλου, δηλώνει και την εμφυλιοπολεμική τους αντίληψη. Αντανακλαστικά, σχεδόν με μίσος, ο Άρης Βελουχιώτης δεν είναι αρχηγός της Ελληνικής Αντίστασης, αλλά εκπρόσωπος της Ελλάδας των «κακών» και «αντιπάλων». Στη συνείδηση και το δημόσιο λόγο τους, ένας από τους ανθρώπους που έδιωξαν τους κατακτητές, είναι μίασμα, ανθέλληνας, κατά πώς τον διαμόρφωσε η προπαγάνδα των συνεργατών των γερμανών και μετέπειτα κυβερνώντων.

 

Ο Άρης Βελουχιώτης έχει υποβιβαστεί από εθνικός ήρωας σε αιμοδιψή αρχηγό της μιας πλευράς, της κακιάς. Κι αν αυτό βόλευε μια δεξιά του 50, που είχε στα βουλευτικά έδρανα συνεργάτες των Γερμανών (ο σφαγέας του Κιλκίς συνεργάτης των Γερμανών Κ. Παπαδόπουλος εξελέγη βουλευτής της ΕΡΕ), η Ελλάδα του 2013, ακόμη και η ΝΔ, μόνο να χάσει έχει από τις ιστορικές λαθροχειρίες.

 

Το χειρότερο είναι πως όλα αυτά δεν είναι αποτέλεσμα μιας σκληρής αντιπαράθεσης που επαναφέρει τις διαχωριστικές γραμμές του παρελθόντος, αλλά επίσημη άποψη του Σαμαρά. Ο πρωθυπουργός, προσκυνητής και ο ίδιος των μνημόσυνων του Μελιγαλά ως βουλευτής το 1982, όταν η χώρα ανακάλυπτε την εθνική συμφιλίωση, επαναφέρει τον διχασμό, ως αποτελεσματικό όπλο ενάντια στους εχθρούς. Και εχθροί είναι όσοι δεν συμφωνούν μαζί του. Όσοι διαμαρτύρονται γιατί δεν έχουν να φάνε είναι κουκουλοφόροι, όσοι υποστηρίζουν μια άλλη πολιτική στην Οικονομία εραστές της Κορέας και όσοι απαιτούν την νομιμότητα ενός ευρωπαϊκού κράτους, ανθέλληνες.

 

Ο Αντώνης Σαμαράς, όπως μπορείτε να διαβάσετε στο HOT DOC που κυκλοφορεί, όχι μόνο είναι παιδί του παλαιοκομματισμού και της ακροδεξιάς, αλλά τα θεωρεί και εθνικές αρετές. Και τα δύο αποτελούν εργαλεία της πολιτικής του ερμηνείας και συνθέτουν τον πατριωτισμό του νέου διχασμού.

 

Όσο για τους άλλους, που ηθελημένα ή από άγνοια επιδίδονται σε ερμηνείες περί γουναράδικων, αν δεν μπορούν να κάνουν κάτι καλύτερο για όσα συμβαίνουν, ας ασχοληθούν καλύτερα με τις προσφιλείς τους γούνες. Τις βιζόν τους.

 

Πηγή: koutipandoras.gr

 

Οι άλλοι Αντετοκούμπο;

Του Θανάση Καρτερού

Ο Σαμαράς περιδιαβαίνει με τη συνοδεία του στην Ομόνοια και δηλώνει ότι θα απελευθερώσει τις πόλεις μας από τους Αντετοκούμπο. Ο Σαμαράς εξαπολύει τον Ξένιο Δέν-Δια για να καθαρίσει δρόμους και πλατείες από τους Αντετοκούμπο. Ο Σαμαράς κατασκευάζει στρατόπεδα για τους Αντετοκούμπο. Ο Σαμαράς στέλνει στο ικρίωμα το νόμο Ραγκούση που έδινε κάποια διέξοδο να γίνουν δεκτοί ως Έλληνες οι Αντετοκούμπο.

 

Και η τελική εικόνα: Ο Σαμαράς δέχεται στο Μαξίμου τους Αντετοκούμπο και ευχαριστεί τον Γιάννη που τιμάει τα εθνικά μας χρώματα!

Αυτό, κυρίες και κύριοι, δεν είναι απλή υποκρισία -και μην προσβάλλετε τους έντιμους υποκριτές. Αυτό είναι η πιο ακραία εφαρμογή της συνταγής «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Η χυδαιότητα μιας ιδιοτέλειας κρυμμένης πίσω από χαμόγελα και ελληνικές σημαίες -πάλι.

 

Ο Σαμαράς αγκαλιά με μια οικογένεια μαύρων -που πάει να πει ότι ούτε ακροδεξιός είναι ούτε με τον ρατσισμό ερωτοτροπεί ούτε έχει κάποιο πρόβλημα με το δέρμα των ανθρώπων. Κι ας έχει στείλει, τα αζήτητα τον νόμο Ραγκούση, το αντιρατσιστικό και χιλιάδες ανθρώπους που «φιλοξενούνται» πίσω από συρματοπλέγματα.

 

Ο Σαμαράς αυτοπροσώπως (μάλιστα!) έχει καταδικάσει δεκάδες χιλιάδες Αντετοκούμπο να διαβιούν μεταξύ παρανομίας και φόβου, καθιστώντας όνειρο άπιαστο την ελληνική υπηκοότητα. Αυτό που θα έπρεπε να είναι δικαίωμα για κάθε παιδί που γεννήθηκε ή που ζει και σπουδάζει στην Ελλάδα απονεμήθηκε στους Αντετοκούμπο ως ρουσφέτι. Ας είναι καλά τα καρφώματα του μικρού, που «βγάζει μάτια» στο μπάσκετ και έτσι γλίτωσε και δεν του έβγαλε τελείως τα μάτια η ελληνική πολιτεία. Έβαλε τέλος στην ταλαιπωρία του και τον έκανε draft στην ιθαγένεια, αφού τον είχε κάνει πρώτα βέβαια draft to ΝΒΑ.

 

Και η ατέλειωτη ουρά αγωνίας των άλλων παιδιών, κύριε Σαμαρά; Οι νέοι που διαπρέπουν στην έκθεση, στα μαθηματικά, στα ηλεκτρολογικά, στα υδραυλικά, αλλά δυστυχώς γι’ αυτούς δεν είναι αθλητές επιπέδου; Τα παιδιά που αγαπούν την Ελλάδα και τη βλέπουν κάθε μέρα να τα αποδιώχνει; Αυτά έως πότε θα περνούν από τις φυλετικές εξετάσεις των νεοναζί, από τους φράχτες των κειμένων διατάξεων, από την ανάλγητη γραφειοκρατία, από τα αστυνομικά μπλόκα, ζητώντας να αναγνωριστεί το αυτονόητο: ότι είναι Έλληνες;

 

Αλλά τι ρωτάμε. Εδώ μιλάμε για τη φιγούρα σας, όχι για το δράμα τους…

 

 

Πηγή: avgi.gr

– See more at: http://left.gr/news/oi-alloi-antetokoympo#sthash.g4xH8MFr.dpuf

Συνέντευξη με τον πολιτικό επιστήμονα Μιχάλη Σπουρδαλάκη

Όλα εξαρτώνται από την ένταση της κοινωνικής και πολιτικής αντίστασης

«Το οπλοστάσιο του φόβου δεν μπορεί να σταθεί πια για να κρατήσουν την κοινωνία ακίνητη. Η επιχειρηματολογία τους καταρρέει και αυτό μας δίνει μια άλλη ώθηση, εφόσον ο λόγος μας γίνει πιο οξύς και πιο εμπεριστατωμένος. Σήμερα η κοινωνία δεν είναι μόνο κλειδωμένη έξω από το σύστημα, αλλά θεωρείται και εχθρός», υποστηρίζει σε συνέντευξή του ο πανεπιστημιακός Μ. Σπουρδαλάκης σχολιάζοντας την περίοδο που εγκαινιάζει η δικομματική κυβέρνηση και καταλήγει: «Ως αριστερή κριτική διανόηση, πρέπει να ξαναβάλουμε στην εξίσωση της ανάλυσής μας αλλά και της στρατηγικής μας το κράτος. Πρέπει να μιλήσουμε όχι μόνο για τη διαχείρισή του, αλλά για το ίδιο το κράτος».

Τη συνέντευξη πήραν
η Ιωάννα Δρόσου
και ο Παύλος Κλαυδιανός

Η τρικομματική κυβέρνηση, ύστερα από την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ, έγινε δικομματική. Όμως ο ανασχηματισμός στέλνει και πάλι μήνυμα επικράτησης της πολιτικής της ΝΔ. Η «Καθημερινή», σε κύριο άρθρο της, σχολίασε ότι «θα χρειαστεί αποφασιστικότητα, αλλά και παντελής αδιαφορία για το όποιο πολιτικό κόστος». Πώς θα περιέγραφες το σημερινό πολιτικό τοπίο;
Η συμμαχική κυβέρνηση βρίσκεται σ’ ένα νέο σταθμό μιας πορείας που φάνηκε ξεκάθαρα μετά τις εκλογές του 2009 και έχει να κάνει με την παραβίαση της δημοκρατικής αρχής. Παραβίαση που συνεχώς ανανεώνεται, βαθαίνει ποιοτικά και αποκτά μονιμότητα. Η νέα κυβέρνηση χωρίς ουσιαστική νομιμοποίηση, έχοντας χάσει το αριστερό της κέρας που της προσέφερε σημαντική συμβολική στήριξη, θα αναγκαστεί, όπως λέει και η «Καθημερινή», να γίνει ακόμα πιο σκληρή και να παραμείνει «παντελώς» αδιάφορη απέναντι στο πολιτικό κόστος. Το τελευταίο φυσικά δεν είναι άλλο από τα κοινωνικά αιτήματα, την κοινωνική αντίδραση, τις κοινωνικές διεκδικήσεις. Η κυβέρνηση λοιπόν θα είναι «παντελώς αδιάφορη» απέναντι σε όλα αυτά που συμβουλεύει η καλή εφημερίδα. Αν είσαι, ωστόσο, αδιάφορος για αυτά, η καταστολή αναδεικνύεται σε μονόδρομο για την εξασφάλιση της πολιτικής και της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Βρισκόμαστε, δηλαδή, σε μια φάση που το πολιτικό σύστημα δίνει την τελική του μάχη ή προκύπτει νέα δομή;
Δεν πρόκειται για μια νέα δομή του πολιτικού συστήματος. Οι απαρχές αυτής της λογικής του συστήματος πρέπει να αναζητηθούν στο φοβικό τρόπο που το πολιτικό σύστημα αντιμετώπισε τη ριζοσπαστικότητα της κοινωνίας κατά τη Μεταπολίτευση, στον συνεπαγόμενο κομματικό έλεγχό της, που ανανέωσε και εκσυγχρόνισε τις μεθόδους πελατειακής ένταξης, που μόνον ουδέτερες ταξικά δεν ήταν. Αυτή η αντιμετώπιση της κοινωνίας από το πολιτικό σύστημα δεν οδήγησε μόνο στη σταδιακή αποξένωση των κοινωνικών υποκειμένων (κυρίως βέβαια των κυριαρχούμενων κοινωνικών στρωμάτων) αλλά στη σημερινή συγκυρία και στην αδυναμία αναπαραγωγής των σχέσεων κοινωνίας-κράτους. Σήμερα η κοινωνία δεν είναι μόνο κλειδωμένη έξω από το σύστημα, αλλά θεωρείται και εχθρός. Γι’ αυτό πιστεύω ότι, ως αριστερή κριτική διανόηση, πρέπει να ξαναβάλουμε στην εξίσωση της ανάλυσής μας αλλά και της στρατηγικής μας το κράτος. Πρέπει να μιλήσουμε όχι μόνο για τη διαχείρισή του, αλλά για το ίδιο το κράτος. Ποιες είναι οι κοινωνικές του αναφορές, ποιες οι εσωτερικές του αντιθέσεις, πώς αναπαράγεται, ποιοι είναι οι πυλώνες στήριξής του. Μόνο μια τέτοια συζήτηση και κατανόηση θα κάνει τη ριζοσπαστική αριστερά πολιτικά αποτελεσματική.

Η «ανανεωμένη» κυβέρνηση μπορεί να αντέξει;
Όλα εξαρτώνται από την ένταση της κοινωνικής και πολιτικής αντίστασης που θα συναντήσει. Πάντως, επειδή το κράτος δεν φαίνεται να διαθέτει πολλές εναλλακτικές λύσεις για την πολιτική του διαχείριση, θα στηρίξει την κυβέρνηση με νύχια και με δόντια.

Ανέφερες ότι η κυβέρνηση θα ενισχύσει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, για να διασφαλίσει έτσι την πολιτική αναπαραγωγή. Τους τελευταίους μήνες βλέπουμε ότι, πέραν της αστυνομικής καταστολής, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα εργαλεία του κινήματος (διαδίκτυο, ραδιόφωνο, κλπ) και τη νομοθετική εξουσία, προκειμένου να καταστείλει την όποια κοινωνική αντίδραση…
Ζούμε σε μια περίοδο που έχει περιγραφεί ως «ολικός καπιταλισμός», κατά το «ολικός πόλεμος», και σ’ αυτόν τον «πόλεμο» δεν φαίνεται να υπάρχουν κανόνες και εξαιρέσεις. Άρα τα περιθώρια μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων στον καπιταλισμό (μερικός έλεγχος, εξανθρωπισμός κά) είναι στην καλύτερη περίπτωση οριακά. Κατά συνέπεια, με δεδομένη την πρωτοφανή λιτότητα, δεν είναι δυνατόν κανείς να ισχυριστεί ότι υπάρχουν περιθώρια συναίνεσης μέσα από κάποιες έστω οριακές αναδιανεμητικές πολιτικές· ο μόνος δρόμος είναι η καταστολή.
Ωστόσο, είναι γεγονός ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις εμφανίζουν απίστευτη ευρηματικότητα. Για παράδειγμα, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε, μέχρι πριν λίγες μέρες, ότι μέλη του υπουργικού συμβουλίου, για να δικαιολογήσουν τις πολιτικές επιλογές τους, θα κατασκεύαζαν δήλωση προέδρου ανωτάτου δικαστηρίου. Τα πεδία άσκησης αυτών των πολιτικών χειραγώγησης που αναφέρατε, δεν αποτελούν ποιοτική αλλαγή, αλλά μας υπενθυμίζουν την ευρηματικότητα του οπλοστασίου των αντιπάλων μας.

Οι «εξωχώριες» δυνάμεις εντέλλονται στις κυβερνήσεις την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσουν, χωρίς να τους αφήνουν κανένα περιθώριο. Το πολιτικό σύστημα μπορεί, εν τέλει, να επιβιώσει;
Βλέπουμε ότι ο λεγόμενος διεθνής παράγοντας χρησιμοποιείται κατά κόρον. Ξεκίνησε την παραμονή των εκλογών του περασμένου Ιουνίου και επαναλήφθηκε τώρα με την κυβερνητική κρίση και την απειλή της μη καταβολής της δόσης. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όσες χώρες βιώνουν έντονα την κρίση (Ισπανία, Πορτογαλία, Κύπρος). Δηλαδή, το πακέτο της λεγόμενης δημοσιονομικής προσαρμογής, ή αλλιώς της επιθετικής λιτότητας απέναντι στις κοινωνίες και τα κεκτημένα τους, συνοδεύεται πολιτικά και ιδεολογικά με όμοιες πρωτοβουλίες. Με αυτή την έννοια, υπάρχει μια πίεση των «εξωχώριων» δυνάμεων που στηρίζουν τις πολιτικές που παίρνονται και περιορίζουν τις δυνατότητες του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, το πολιτικό σύστημα με το χρόνιο έλλειμμα κοινωνικής νομιμοποίησης δεν μπορεί να καταφύγει στην κοινωνική βάση, χωρίς να διακινδυνεύσει ανατροπές.

ΔΗΜΑΡ: Μια θεσμολαγνική αριστερά

Πιστεύεις ότι η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ είναι κίνηση σωτηρίας ή αντανάκλαση των αλλαγών που συμβαίνουν στο κοινωνικό σώμα;
Η αντίδραση του κόσμου και η ακραία επιλογή που έκανε το κυρίαρχο κυβερνητικό σχήμα του Σαμαρά, φαίνεται ότι δημιούργησε μια στιγμιαία κρίση ταυτότητας. Ωστόσο, η ΔΗΜΑΡ έχει συγκεκριμένη ταυτότητα, άρα και στρατηγική: πάση θυσία σχέση με τους κυβερνητικούς θεσμούς. Πάντα ήταν, και παραμένει μέχρι σήμερα, μια αριστερά θεσμολαγνική. Και με αυτή την έννοια ήταν μεγάλη επιτυχία, γι’ αυτό το κομμάτι της αριστεράς, η συμμετοχή της στην κυβέρνηση. Η λογική της ΔΗΜΑΡ χαρακτηρίζεται από τεράστια πολιτική αφέλεια, που πηγάζει από την αντίληψή της για την ουδετερότητα των θεσμών και της τεχνοκρατική γνώσης, που της δίνει σχετικά μεγάλα περιθώρια πολιτικής ευελιξίας. Ωστόσο, είναι πολύ κουρασμένη, αρκετά διχασμένη και έχει χάσει πια τον οποιοδήποτε προσανατολισμό της. Άρα, η μόνη της ελπίδα είναι να προσκολληθεί σε κάποιο κυβερνητικό ή με κυβερνητικές φιλοδοξίες σχήμα της λεγόμενης κεντροαριστεράς.

Είναι εφικτή η αναβίωση της κεντροαριστεράς, προκειμένου να αποτελέσει τον αντίπαλο πόλο του ΣΥΡΙΖΑ;
Όχι. Η στρατηγική της κεντροαριστεράς -εξανθρωπισμού, στρογγυλέματος των κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων, με τεχνοκρατικό και ουδέτερο λόγο, με μικρή ή καθόλου αναφορά στα κοινωνικά υποκείμενα- μπορεί να λειτουργήσει σε περιόδους που έχουμε θετικά πρόσημα στην οικονομική μεγέθυνση. Σήμερα, που αυτά τα πρόσημα έχουν φτάσει σε επίπεδο βιβλικής καταστροφής, δεν έχει περιθώρια αυτή η πολιτική. Στερείται κοινωνικής βάσης. Άρα, η κεντροαριστερά μπορεί να υπάρχει μόνο στη σκέψη των τεχνοκρατών και των πολιτικά αφελών.

Το ΠΑΣΟΚ είχε άλλη διέξοδο από τη συνέχιση της συγκυβέρνησης;
Το ΠΑΣΟΚ, που είναι ο μεγαλύτερος πολιτικός φορέας της κεντροαριστεράς, έχει αποκοπεί από την κοινωνική του βάση και επομένως ο μόνος δρόμος που του απομένει είναι αυτός που ακολουθεί. Πρόκειται για ένα κρατικοδίαιτο κόμμα και ο μόνος τρόπος να επιβιώσει, έστω και οριακά, είναι να διατηρήσει τη σχέση του με το κράτος.

ΣΥΡΙΖΑ: Να κατακτήσει την αυτογνωσία του

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σήμερα σε ευνοϊκότερο σημείο;
Η ριζοσπαστική αριστερά είναι σε καλύτερο σημείο, διότι η καταγωγή της συγκρότησής της ήταν κυρίως πολιτική και δευτερευόντως κοινωνική. Οι κυβερνητικές δυνάμεις τον τελευταίο χρόνο έκαναν πολλές και ποιοτικά καινούργιες παρεκτροπές από τη δημοκρατία –προληπτικές συλλήψεις, προληπτικές επιστρατεύσεις, μαύρο στην ΕΡΤ κ.λπ.- ενώ εντατικοποίησαν την επιχειρηματολογία του φόβου. Όμως, βλέπουμε ότι το οπλοστάσιο του φόβου δεν μπορεί να σταθεί πια. Για παράδειγμα, τα σπίτια και τις καταθέσεις τελικά δεν τα παίρνουν οι κομμουνιστές, αλλά οι τράπεζες και η ΕΕ. Η επιχειρηματολογία τους, λοιπόν, καταρρέει και αυτό μας δίνει μια άλλη ώθηση, εφόσον ο λόγος μας γίνει πιο οξύς και πιο εμπεριστατωμένος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή τι πρέπει να αλλάξει στην στρατηγική του;
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κατακτήσει την αυτογνωσία του. Δεν έχει συνειδητοποιήσει βαθιά αυτό που κάνει. Αν το είχε συνειδητοποιήσει, πολλά από τα εσωτερικά του προβλήματα θα είχαν λυθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ενσωματώσει, αξιοποιήσει και δώσει ώθηση στην παραδοσιακή αριστερά, αλλά και στον κινηματικό πλούτο, πηγαίνοντας ενάντια και πέρα από αυτή την παράδοση. Με αυτή του τη στρατηγική κατάφερε να φτάσει εδώ που είναι. Αυτό δεν έχει γίνει κατάκτηση όλων των μελών, των στελεχών και φίλων του κόμματος, αλλά πρέπει να γίνει.

Χρυσή Αυγή: Ο πρωτογονισμός μαύρου-άσπρου

Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η ΧΑ έχει έρθει για να μείνει και δεν φαίνεται να απομονώνεται πολιτικά παρά τη φασιστική της δράση. Ποια η γνώμη σου;
Η Χρυσή Αυγή πατάει στον πρωτογονισμό της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Έναν πρωτογονισμό μαύρου-άσπρου, που ερμηνεύει τα φαινόμενα με λογικές συνωμοσίας και μερικές φορές και πολιτικού κουτσομπολιού, πρακτική από την οποία, πρέπει να παραδεχτούμε, δεν απείχε η παραδοσιακή αριστερά, ούτε φυσικά και ο νεο-λαϊκισμός του εκσυγχρονισμού και του «μεσαίου χώρου». Η Χρυσή Αυγή ενδυναμώθηκε από την κουλτούρα του μαύρου-άσπρου και κυρίως από τις σκοπιμότητες των ακροτήτων του κέντρου του πολιτικού συστήματος. Η υιοθέτηση της ατζέντας και της λογικής της Χρυσής Αυγής από την πλευρά της ΝΔ και ενίοτε από τα κυβερνητικά κόμματα, δεν πρόκειται να μειώσει την επιρροή της Χρυσής Αυγής. Αντίθετα, αν συνεχιστεί αυτή η τακτική, η οποία εμφανίστηκε δυστυχώς με τον πιο χαρακτηριστικό και πιο τρομακτικό για τους δημοκρατικούς πολίτες τρόπο στον πρόσφατο λόγο του πρωθυπουργού, όταν ανέφερε ότι «η μόνη ιδεολογία είναι η πατρίδα» θυμίζοντας προνεωτερικές καταστάσεις, θεωρώ ότι πολύ σύντομα η Χρυσή Αυγή θα αποτελέσει τον άλλο πόλο του πολιτικού συστήματος, δηλαδή το δεύτερο μεγάλο πόλο απέναντι στη ριζοσπαστική αριστερά. Και η Χρυσή Αυγή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με αντιρατσιστικά νομοσχέδια, αλλά απαιτείται πολιτική απομόνωση. Για παράδειγμα, η ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ, αντί να διαγκωνίζονται ποιος αντιρατσιστικός νόμος είναι καλύτερος, θα έπρεπε να εγγυηθούν, αφού μάλιστα ήταν και κυβερνητικοί εταίροι, ότι όλες οι εγκληματικές ενέργειες αυτής της συμμορίας θα τιμωρούνταν σύμφωνα με τον ισχύοντα ποινικό κώδικα.

Αντ’ αυτού είδαμε να στοχοποιείται η ριζοσπαστική αριστερά με την υιοθέτηση της θεωρίας των δύο άκρων, η οποία, όμως, φαίνεται ότι δεν απέδωσε καρπούς. Ή μήπως απέδωσε;
Η θεωρία των δύο άκρων εκπορεύεται από τα ίδια ακριβώς κέντρα, τα οποία προσπαθούν να δείξουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στρογγυλεύει την πολιτική του πρακτική και συντηρητικοποιείται. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτοί που πρώτοι ενδίδουν, αποδέχονται ή παίρνουν στα σοβαρά αυτού του είδους την προπαγάνδα, είναι τα μέλη και η βάση του ΣΥΡΙΖΑ. Οι κυρίαρχες δυνάμεις προσπαθούν από τη μια να φοβίσουν το συντηρητικό ακροατήριο, με τη θεωρία των δύο άκρων και την ταύτιση της αριστεράς με την τρομοκρατία, την ίδια στιγμή που λένε ότι έχουμε συντηρητικοποιηθεί, λέγοντας λχ. ότι οι συναντήσεις του επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης με ηγέτες ή παράγοντες άλλων χωρών και διεθνών οργανισμών αποτελούν συμβιβασμό. Αυτό είναι πολιτικός πρωτογονισμός.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να καταλάβει ποια είναι η στρατηγική του και να μην κάνει τίποτε άλλο από το να συνεχίσει πιο συνειδητά και με μεγαλύτερη ένταση να κάνει αυτό που έκανε ως δύναμη στήριξης, έμπνευσης, συνεργασίας και μαθητείας στα κινήματα που αναπτύσσονται στο κοινωνικό πεδίο. Από τη συμμετοχή του στα κινήματα και δίνοντάς ηθική, νομική, πολιτική κάλυψη στους αγωνιζόμενους συμπολίτες μας θα προκύψει το περίγραμμα των προγραμματικών δηλώσεων του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε έτσι να συμβάλει στην ενότητα της αριστεράς (κοινωνικής και πολιτικής) για να έρθει στην εξουσία. Αυτά τα χαρακτηριστικά πρέπει να διαφυλάξουμε, να τα βαθύνουμε και να τα εξειδικεύουμε στο χώρο μας. Αν το κάνουμε αυτό, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα.

Από τη στιγμή αποχώρησης της ΔΗΜΑΡ από τη συγκυβέρνηση έχει ανοίξει η συζήτηση για ενδεχόμενη συνεργασία της ΔΗΜΑΡ με τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι εφικτή μια τέτοια κίνηση;
Δεν γίνεται αυτό, γιατί είναι αποκλίνουσες οι στρατηγικές. Δεν είμαστε θεσμολάγνοι, δεν θεωρούμε ότι οι θεσμοί είναι ουδέτεροι, δεν θεωρούμε ότι ο καπιταλισμός εξανθρωπίζεται. Έχουμε άλλη λογική, άλλη στρατηγική. Δεν γίνεται λοιπόν να συνεργαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ με τη ΔΗΜΑΡ και δεν πρέπει να παρασυρθεί. Αν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε όπως παλιά, αν διολισθήσουμε πάλι στην κατανόηση της πολιτικής ως αριθμητικής, θα πάμε εκεί που ήμασταν πριν τρία χρόνια. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία.

Βρέθηκες στο Αριστερό Φόρουμ 2013 στη Νέα Υόρκη, όπου η Ελλάδα φάνηκε να είναι στο επίκεντρο της συζήτησης. Γιατί πιστεύεις;
Η χώρα μας βρίσκεται στο επίκεντρο για δύο λόγους: Πρώτο, για το φόβο τρομακτικής ανόδου των νεο-Ναζί και, δεύτερο, γιατί η παγκόσμια προοδευτική σκεπτόμενη κοινότητα βλέπει ότι η μόνη στρατηγική εξόδου από την κρίση και η μόνη δυνατότητα προάσπισης της δημοκρατίας είναι η δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος, όσο αποτελεσματικού και ευρηματικού όσο ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κινεί μόνο την περιέργεια αλλά φαίνεται και να εμπνέει. Αυτό μας δημιουργεί ιδιαίτερες ευθύνες.

 

http://www.epohi.gr/portal/politiki/14382-2013-06-30-15-00-19

Από τον κατακερματισμό της Δεξιάς στη συντηρητική αντισυσπείρωση

Η Νέα Δημοκρατία έναν χρόνο μετά τις εκλογές

 

→Η μαζική υποστήριξη της Ν.Δ. στις εκλογές του Ιουνίου προήλθε κυρίως (59%) από τον μη ενεργό πληθυσμό (συνταξιούχοι, νοικοκυρές). Αντιθέτως, στους μισθωτούς κινήθηκε σε χαμηλά επίπεδα (19-21%)

 

→Μεταξύ των δύο αναμετρήσεων, η Ν.Δ. παρουσίασε τη μεγαλύτερη αύξηση στους οικονομικά «εξασφαλισμένους». Πρόκειται για τα κοινωνικά στρώματα που η οικονομική κρίση δεν έχει θίξει ιδιαίτερα ή και έχει ευνοήσει

 

Ανάλυση Του Γιάννη Μαυρή*

 

10

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

11Τον Μάιο του 2012, το ποσοστό της Νέας Δημοκρατίας (18,85%) αποδείχθηκε το χαμηλότερο που έλαβε ποτέ κόμμα της Δεξιάς στην Ελλάδα.

 

Η κρίση της ελληνικής Δεξιάς, που αποκαλύφθηκε, δεν ήταν μικρότερης σημασίας από την εξαφάνιση του ΠΑΣΟΚ. Αποδείχθηκε ότι το Μνημόνιο είχε διαιρέσει βαθύτατα και αυτήν, γεγονός βέβαια με μεγάλη πολιτική σημασία.

 

Η συντηρητική παράταξη αναδύθηκε από την πρώτη κάλπη γεωγραφικά, κοινωνικά, πολιτικά και ιδεολογικά κατακερματισμένη. Τα τρία βασικά ιδεολογικά της ρεύματα (σχηματικά μιλώντας, «λαϊκή Δεξιά», «άκρα Δεξιά» και «νεοφιλελεύθερη Δεξιά») εμφανίστηκαν κομματικά διασπασμένα και εκπροσωπήθηκαν από επτά κομματικούς σχηματισμούς. Η κοινωνική διάσταση αυτού του κατακερματισμού εμφαίνεται στον εκλογικό χάρτη της πρωτεύουσας (γράφημα 1). Η θέση του Αντώνη Σαμαρά στην αρχηγία του κόμματος κινδύνευσε πραγματικά, για κάποια 24ωρα.

 

Ωστόσο, στους κόλπους του συντηρητικού πολιτικού προσωπικού, το ενδεχόμενο διάσπασης της Ν.Δ. κρίθηκε αυτοκαταστροφικό και τελικά αποφεύχθηκε.

 

Οι εσφαλμένες προεκλογικές εκτιμήσεις για την «ανθεκτικότητα» του δικομματισμού και η μη αναμενόμενη άνοδος της Αριστεράς θορύβησαν ιδιαίτερα τις κυρίαρχες ελίτ και προκάλεσαν πρωτοφανή ταξική αντισυσπείρωση. Διαμορφώθηκε, εξ αρχής, μια «ιερά συμμαχία» κατά του ΣΥΡΙΖΑ. Λόγω αυτής της αντισυσπείρωσης, η Ν.Δ. αναγορεύθηκε εκ των πραγμάτων στον κορμό του αντίπαλου πόλου, για την αναχαίτιση της «κόκκινης απειλής». Ετσι, στις δεύτερες εκλογές της 17ης Ιουνίου, η Ν.Δ. κατάφερε να αυξήσει και αυτή θεαματικά την επιρροή της, κατά 11 εκατοστιαίες μονάδες (29,7%, 1,8 εκατ. ψήφοι) και με 170.000 περισσότερες ψήφους να κερδίσει τις εκλογές.

 

Η Ν.Δ. προσέλκυσε τώρα κυρίως συντηρητικούς εκλογείς, που στην πρώτη αναμέτρηση είχαν προτιμήσει τα μικρότερα σχήματα της νεοφιλελεύθερης Δεξιάς (ΔΗ.ΣΥ., ΔΗ.ΞΑ.), τον ακροδεξιό ΛΑΟΣ και, σε μικρότερο βαθμό, τους Ανεξάρτητους Ελληνες. Αν και η αστική τάξη συσπειρώθηκε σε μεγάλο βαθμό στη Ν.Δ., ωστόσο και αυτή η εκλογική της επίδοση παραμένει η δεύτερη χειρότερη των τελευταίων 30 χρόνων.

 

Η ψήφος στη Ν.Δ. υπήρξε κατά βάση «αρνητική». Σύμφωνα με μια έρευνα της PI, 1 στους 5 ψηφοφόρους της (18%) την ψήφισε «για να παραμείνει η Ελλάδα στο ευρώ», 1 στους 12 (8%) «για να υπάρξει σταθερότητα» και 1 στους 10 (10%), κυρίως ψηφοφόροι του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ, για λόγους τακτικής («για να μη βγει ο ΣΥΡΙΖΑ»).

 

Η κοινωνική βάση της Ν.Δ.

 

11bΗ μαζική υποστήριξη της Ν.Δ. στις επαναληπτικές εκλογές του Ιουνίου προήλθε κυρίως (σε ποσοστό 59%) από τις κοινωνικές-οικονομικές κατηγορίες του μη ενεργού πληθυσμού (συνταξιούχοι, νοικοκυρές), παραδοσιακά συντηρητικότερες, αλλά που αποδείχθηκαν και οι πλέον ευάλωτες στην προπαγάνδα, καθώς και τα στρώματα της υπαίθρου (36% στις αγροτικές περιοχές, έναντι 28% στα αστικά κέντρα – ψαλίδα αγροτικών/αστικών +8%). Η Ν.Δ. απέσπασε το υψηλότερο ποσοστό της στους συνταξιούχους (42%) και στις νοικοκυρές (37%). Αντιθέτως, μεταξύ των μισθωτών κινήθηκε σε πολύ χαμηλά επίπεδα (19-21%) (γράφημα 2). Επίσης, πλειοψήφησε στα ευρύτερα εργοδοτικά στρώματα και τους αυτοαπασχολούμενους, όπου κυριαρχεί παραδοσιακά. Λόγω της ταξικής πόλωσης, επανασυσπείρωσε τον Ιούνιο μια μερίδα τους (28%) και κατάφερε, οριακά, να διατηρήσει την πρώτη θέση. Ωστόσο, η επιρροή της στη συγκεκριμένη κατηγορία εμφανίζεται αρκετά ασθενέστερη σε σύγκριση με εκείνη που διατηρούσε την περίοδο της πολιτικής της κυριαρχίας της, 2004-2007 (46%-49%), ακόμη και το 2009, όταν έχασε από το ΠΑΣΟΚ (33%). Χαρακτηριστικότερο όμως είναι ότι, μεταξύ των δύο αναμετρήσεων, η Ν.Δ. παρουσίασε τη μεγαλύτερη αύξηση στην κατηγορία των οικονομικά «εξασφαλισμένων» (38%+16%). Πρόκειται για εκείνα τα κοινωνικά στρώματα που η οικονομική κρίση δεν έχει θίξει ιδιαίτερα ή και έχει ευνοήσει.

 

Σε δημογραφικούς όρους, το εκλογικό ακροατήριο της Ν.Δ. είναι ιδιαίτερα γερασμένο. Μεταξύ των ψηφοφόρων 65 ετών και άνω, η Ν.Δ. απέσπασε ποσοστό 48% (1 στους 2 ψηφοφόρους αυτής της ηλικιακής ομάδας), ενώ μεταξύ εκείνων ηλικίας 55-64 ετών, 33% (1 στους 3). Σε αυτές τις δύο ηλικιακές ομάδες εντάσσεται το 63% των εκλογέων της. Aς σημειωθεί ότι η ηλικιακή κατηγορία 65+ είναι και η μόνη όπου ο (παλαιός) δικομματισμός παρέμεινε σε σχετικά υψηλά επίπεδα (67%).

 

Η γεωγραφία της κοινωνικής πόλωσης

 

Η έντονη κοινωνική διαφοροποίηση στη βάση των κομμάτων αποτυπώνεται ανάγλυφα στην εκλογική γεωγραφία της πρωτεύουσας και αντιστοιχεί έκδηλα στην κοινωνική-ταξική διαίρεση του αθηναϊκού χώρου, που συγκροτείται με βάση τον άξονα ΒΑ-ΝΔ. Η Ν.Δ. υπερίσχυσε στη συμπαγή ζώνη των βόρειων και βορειοανατολικών δήμων και στη νοτιοανατολική, παραλιακή ζώνη της πρωτεύουσας, όπου συγκεντρώνεται ο κύριος όγκος των αμιγώς αστικών και ανώτερων μεσαίων στρωμάτων (γράφημα 1). Σε αρκετές από αυτές τις περιοχές, η επιρροή της ξεπέρασε τον Ιούνιο το 30%, ενώ στα πλέον εύπορα προάστια, λόγω της αστικής κινητοποίησης που υπήρξε, κυμάνθηκε στο 50-70%. Τον Μάιο, η Ν.Δ. απέσπασε στην Εκάλη 31,6%, η Δράση 21%, η ΔΗ.ΞΑ. 8,9%, οι ΑΝ.ΕΛΛ. 6,9%, η ΔΗ.ΣΥ. 5,4% και η Χρυσή Αυγή 3,9%. Τον Ιούνιο, όμως η Ν.Δ. θα λάβει 70%, ενώ ο ΣΥΡΙΖΑ μόλις 6,5% (από 4,8% τον Μάιο).

 

Εναν χρόνο μετά

 

Με βάση την εκτίμηση εκλογικής επιρροής της Public Issue, στο Α’ εξάμηνο του 2013 η επιρροή της Ν.Δ. κυμάνθηκε μεταξύ 27,5% και 29,5% (γράφημα 3). Είναι αξιοσημείωτο το γεγονός ότι, ενώ τα προηγούμενα δύο Μνημόνια αποδείχθηκαν καταστροφικά για τα κόμματα που τα διαχειρίστηκαν, αυτή τη φορά, Ν.Δ. επιβίωσε δημοσκοπικά του ΙΙΙ Μνημονίου, ενώ η συμφωνία για την επαναγορά του ελληνικού χρέους (PSI, Δεκέμβριος 2012) ανέστειλε την κοινωνική δυσαρέσκεια. Αλλά και η κυπριακή κρίση (Μάρτιος 2013) απέδειξε, για άλλη μία φορά, ότι ο φόβος λειτουργεί υπέρ της, όπως λειτούργησε και τον Ιούνιο του 2012.

 

Εναν χρόνο μετά, η κοινωνική φυσιογνωμία της εκλογικής βάσης του κόμματος, σε γενικές γραμμές, δεν έχει τροποποιηθεί σημαντικά. Παρά την πολιτική περικοπών των συντάξεων, οι απώλειές της στην ηλικιακή κατηγορία άνω των 65 ετών παραμένουν ασήμαντες. Επιπλέον, η Ν.Δ. ενισχύθηκε μεταξύ των ευρύτερων εργοδοτικών και αυτοαπασχολούμενων στρωμάτων, ενώ οι απώλειες μεταξύ των αγροτικών στρωμάτων, που είχαν παρατηρηθεί στο Α’ τρίμηνο του έτους, αποδείχθηκαν πρόσκαιρες (γράφημα 2).

 

Η σημαντικότερη εκλογική μεταβολή που έχει επισυμβεί, όμως, εντοπίζεται αλλού. Η Ν.Δ. κατάφερε να εξισορροπήσει εντυπωσιακά την πρωτοφανή υστέρησή της στη νεολαία (ηλικιακή κατηγορία 18-24), που είχε καταγραφεί στις εκλογές εις βάρος της και υπέρ της Χρυσής Αυγής, ενισχύοντας σε αυτήν σημαντικά (+13%) την κοινωνική της υποστήριξη (σήμερα 24%). Το ίδιο συμβαίνει και με ένα σημαντικό τμήμα της «σιωπηλής» φοιτητικής μάζας.

 

Φαίνεται ότι οι προωθούμενες αλλαγές στα ΑΕΙ έχουν ενισχύσει τη διαμόρφωση ενός συντηρητικού μπλοκ φοιτητών, φαινόμενο που δεν καταγράφεται απαραίτητα στις εκλογικές διαδικασίες του χώρου (γράφημα 2).

 

Τη στιγμή (11/6/13) που ο κυβερνητικός εκπρόσωπος ανακοίνωνε την απόφαση να κλείσει η δημόσια τηλεόραση (ΕΡΤ), ο συσχετισμός ανάμεσα στο βασικό κυβερνών κόμμα και την αξιωματική αντιπολίτευση έδειχνε να διαμορφώνεται -υπέρ του- στα ευνοϊκότερα επίπεδα από τις τελευταίες εκλογές του Ιουνίου 2012 (προβάδισμα 2 μονάδες).

 

Ωστόσο, η πολιτική πρωτοβουλία που ανέλαβε ο πρωθυπουργός, με υψηλό ρίσκο, δεν στέφθηκε με επιτυχία. Η συντριπτική πλειονότητα της κοινής γνώμης, συμπεριλαμβανομένου και 1/3 των ψηφοφόρων της Ν.Δ., αποδοκίμασαν εντονότατα τη διακοπή του δημόσιου ραδιοτηλεοπτικού προγράμματος. Η δυναμική της ενδοκυβερνητικής κρίσης που βρίσκεται σε εξέλιξη δεν είναι εύκολο να τερματιστεί. Δεν επιτρέπει αυτή τη στιγμή να εκτιμηθεί το εύρος της εκλογικής ζημίας που υφίσταται η Ν.Δ., αλλά και η ίδια η εικόνα του Αντώνη Σαμαρά, ούτε και το εάν χάνει τη δεδομένη μέχρι πρόσφατα πρωτοκαθεδρία της στην πρόθεση ψήφου.

 

«Ανασυγκρότηση, μετεξέλιξη, διεύρυνση»

 

Η πολύπλευρη κρίση και διάσπαση της Δεξιάς που εγγράφηκε με τις εκλογές του 2012 παραμένει σήμερα ενεργή. Στον κομματικό ανταγωνισμό για την κληρονομιά της μεταπολιτευτικής συντηρητικής παράταξης, η Χρυσή Αυγή έχει αναδειχθεί, μετεκλογικά, στον σημαντικότερο, αν και όχι τον μοναδικό αντίπαλο της Ν.Δ. Για τούτο και η επιχείρηση «ανασυγκρότηση, μετεξέλιξη, διεύρυνση», που εξαγγέλλεται με αφορμή το 9ο Συνέδριο της Ν.Δ. στα τέλη του Ιουνίου, δεν αναιρεί τη σταθερά υλοποιούμενη δεξιά στροφή.

 

Από την άλλη πλευρά, ένα «εγχείρημα» αμφίπλευρης διεύρυνσης, π.χ. με τη φημολογούμενη επιστροφή του Γ. Καρατζαφέρη ή και την προσχώρηση στελεχών προερχόμενων από το ΠΑΣΟΚ, το πιθανότερο είναι ότι δεν προσθέτει εκλογικά και θα παραμείνει μάλλον μια συμβολική κίνηση κορυφής, που απλά θα επικυρώσει μια ήδη συντελεσθείσα σύγκλιση. Πράγματι, η απορρόφηση των υπολειμμάτων της εκλογικής επιρροής του ΛΑΟΣ συντελέστηκε εκλογικά τον Ιούνιο του 2012. Το ίδιο και η εκλογική προσχώρηση της πολιτικά φιλελεύθερης μερίδας κεντροαριστερών ψηφοφόρων του ΠΑΣΟΚ και της ΔΗΜΑΡ (περίπου 2-2,5% του εκλογικού σώματος), που τον Ιούνιο στράφηκαν στη Ν.Δ. για να αποτρέψουν την επικράτηση του ΣΥΡΙΖΑ (φαινόμενο που περιγράφεται ως «ψήφος τακτικής»).

 

Συνοπτικά, η πρωτοκαθεδρία της Ν.Δ. στις επόμενες εκλογές μπορεί να συγκεντρώνει –μέχρι στιγμής και με βάση τα σημερινά δεδομένα– περισσότερες πιθανότητες, δεν είναι, εν τούτοις, σε καμιά περίπτωση διασφαλισμένη εκ των προτέρων. Θα κριθεί δε, πρωτίστως, στη «μάχη για την Ακροδεξιά».

 

……………………………………………………………………………….

 

*Πολιτικός επιστήμονας Ph.D., πρόεδρος & διευθύνων σύμβουλος της Public Issue. http://www.mavris.gr, http://www.publicissue.gr

 

http://www.efsyn.gr/?p=63453