Το ιδεολογικό «βάθος» των στρατοπέδων συγκέντρωσης

Του Ανδρέα Καρίτζη

Συχνά δημιουργείται η αίσθηση ότι η ακροδεξιά ρητορική και πρακτική της κυβέρνησης στο ζήτημα των μεταναστών και των προσφύγων είναι μια συνοδευτική αλλά σχετικά ανεξάρτητη πολιτική επιλογή από την εφαρμογή της μνημονιακής πολιτικής. Υπάρχει η εκτίμηση ότι η ακροδεξιά γραμμή στο θέμα αυτό επιλέγεται για να αποπροσανατολίσει, να καλλιεργήσει φόβο στους ημεδαπούς, να διεγείρει συντηρητικά αντανακλαστικά και τελικά να δημιουργήσει μια νέα σφαίρα συναίνεσης αυτών που υποφέρουν, γύρω από τη μνημονιακή παράταξη.

 

Ενώ ισχύουν τα παραπάνω, εκτιμώ ότι δεν ευσταθεί η εκτίμηση ότι πρόκειται για σχετικά ανεξάρτητη πολιτική επιλογή που οφείλεται στη συγκυριακή και άρα συμπτωματική επικράτηση ακροδεξιών απόψεων στην ηγεσία της μνημονιακής παράταξης. Αντιθέτως, η μνημονιακή πολιτική ηγεσία δεν θα μπορούσε να είναι αποτελεσματικά μνημονιακή χωρίς να είναι ταυτόχρονα ακροδεξιά. Και τούτο διότι η ακροδεξιά πολιτική στο ζήτημα των μεταναστών είναι κεντρικής σημασίας για την επιτυχία της νεοφιλελεύθερης στρατηγικής σήμερα για βαθύτερους λόγους από τους προαναφερθέντες. Σε αυτή την περίπτωση απαιτείται από τη μεριά μας η στάθμιση του «βάθους» της ακροδεξιάς μεταναστευτικής πολιτικής στον νεοφιλελεύθερο σχεδιασμό και η εκπόνηση μιας κατάλληλης στρατηγικής που θα λαμβάνει υπόψη αυτό το βάθος.

 

Η νεοφιλελεύθερη λογική υποστηρίζει ότι δεν υπάρχει κοινωνία η οποία βουλεύεται (ακόμη και με συγκρούσεις) για να αντιμετωπίσει συλλογικά όσα την αφορούν, αλλά άτομα, ο ανταγωνισμός των οποίων οφείλει να ρυθμίσει όλα τα ζητήματα. Η δημοκρατία και η κοινωνική αλληλεγγύη είναι «δεισιδαιμονίες» που νοθεύουν τον «ορθολογικό» ανταγωνισμό της αγοράς. Ενδεχόμενες ανισότητες είναι αποτέλεσμα αυτού του ανταγωνισμού και άρα οφείλουν να γίνονται σεβαστές και γιατί όχι καλοδεχούμενες. Η (οικονομική) ιεραρχία δεν εκπορεύεται βεβαίως από τον θεό (όπως στον Μεσαίωνα) αλλά από τον «ορθολογικό» ανταγωνισμό, γεγονός που την καθιστά «αντικειμενική» και υπερασπίσιμη με κάθε μέσο. Συνεπώς μια πολιτική που ενισχύει τη θέση των οικονομικά ισχυρών (διάβαζε: νικητές στον ανταγωνισμό) έναντι των υπολοίπων είναι η μόνη έλλογη επιλογή, ενώ όποιοι διαφωνούν κινούνται στη σφαίρα της δεισιδαιμονίας (του λαϊκισμού).

 

Αυτή η λογική διέπει τη μνημονιακή πολιτική, η οποία θυσιάζει τις λαϊκές τάξεις για να ενισχύσει τους οικονομικά ισχυρούς, υπηρετώντας την «αντικειμενική» ιεραρχία. Η μνημονιακή ανάπτυξη ακολουθεί επίσης αυτό το μοτίβο: η ζωή των λαϊκών τάξεων επιτρέπεται να τύχει βελτίωσης μόνο ως συνέπεια της υψηλής κερδοφορίας των οικονομικά ισχυρών. Οτιδήποτε διαρρηγνύει αυτή την ιεραρχία προτεραιοτήτων συνιστά μείζον «έγκλημα» από αυτά που ονειρεύεται ο «επικίνδυνος» ΣΥΡΙΖΑ.

 

Ας έρθουμε τώρα στα στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων και μεταναστών. Η αγριότητα απέναντι στους πρόσφυγες και τους μετανάστες, όπως και η μνημονιακή αγριότητα, εκπορεύεται από την προαναφερθείσα λογική και προς όφελος των ίδιων συμφερόντων. Το ενδιαφέρον είναι η επιπρόσθετη ιδεολογική αξιοποίηση της εν λόγω αγριότητας. Η προηγούμενη λογική, η οποία μόνο υπαινικτικά διατυπώνεται όταν αφορά τα Μνημόνια και πάντα διανθισμένη με ωραίες εκφράσεις, στο θέμα αυτό διατυπώνεται ευθαρσώς και χωρίς ωραιοποιήσεις. Η ιεραρχία διαπλέκεται με την εθνικότητα και το χρώμα και η σφοδρότητα της επίθεσης στους πιο αδύναμους αποτελεί αντικείμενο υπερηφάνειας. Ο στόχος αυτής της επιλογής είναι βαθύτατα ιδεολογικός και στοχεύει σε πολύ περισσότερα από όσα φαίνονται σε μια πρώτη ανάγνωση. Ο στόχος είναι τα γηγενή θύματα του Μνημονίου να ταυτιστούν με τους θύτες τους και να εθιστούν στη λογική τους αποδεχόμενοι σιωπηρά την «ορθολογικότητα» της βίας που υφίστανται εν τέλει και οι ίδιοι.

 

Η αποδοχή από κάποιον που σήμερα πλήττεται από το Μνημόνιο ότι κάποια άλλη ανθρώπινη ζωή είναι σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με τις επιδιώξεις αυτών που προηγούνται στην ιεραρχία, ότι κάποιοι άλλοι άνθρωποι είναι απλά «ενοχλητικά» νούμερα, ότι η ωμή βαρβαρότητα σε κάποιους άλλους είναι «λύση», ότι η ύπαρξη κάποιου άλλου από μόνη της είναι απειλή κ.ο.κ. έχει ως συνέπεια την άρρητη συναίνεση και στη δική του αντιμετώπιση με τον ίδιο τρόπο. Αποδέχεται τη λογική της μνημονιακής πολιτικής που τον ισοπεδώνει, στην οποία ο άλλος είναι προφανώς αυτός. Τι άλλο είναι η περικοπή των συντάξεων και ο αποκλεισμός από το νοσοκομείο παρά το αποτέλεσμα της αντίληψης ότι η βαρβαρότητα είναι «λύση» στο δημοσιονομικό πρόβλημα;

 

Αν συναινεί κάποιος στο να κλείνονται σε στρατόπεδα συγκέντρωσης αυτοί που βρίσκονται από κάτω του, τότε ασυναίσθητα χάνει κάθε ηθικό έρεισμα για την αντίσταση στη μείωση του μισθού του ή την απόλυση που του επιβάλλει ο αμέσως από πάνω του. Αν ένας συνταξιούχος αποδέχεται ότι στον μετανάστη επιτρέπεται κάθε αγριότητα, τότε δεν μπορεί να αρνηθεί την εγκυρότητα της ίδιας σκέψης από τη μεριά του τραπεζίτη: για το συμφέρον μου επιτρέπεται κάθε αγριότητα απέναντι στους συνταξιούχους.

 

Η υιοθέτηση της λογικής του θύτη από το θύμα συνιστά κεντρικό στοιχείο για την επιτυχία της μνημονιακής πολιτικής και η ακροδεξιά πολιτική στο μεταναστευτικό είναι ο τόπος όπου επιχειρείται αυτή η βαθύτατη και εν πολλοίς ασυναίσθητη συναίνεση. Μια τέτοια συναίνεση είναι σε θέση να αμβλύνει καταλυτικά αλλά με ανεπαίσθητο τρόπο το δυναμικό της λαϊκής αντίστασης στη μνημονιακή πολιτική. Συνεπώς, η υιοθέτηση της λογικής του ισχυρού στο μεταναστευτικό από αυτούς που πλήττονται από τα Μνημόνια διαμορφώνει έναν βαθύτερο ιδεολογικό συσχετισμό που σε περιόδους όπως αυτή που ζούμε επιδρά αποφασιστικά στον πολιτικό συσχετισμό ανταγωνιζόμενος τις υλικές συνέπειες του Μνημονίου. Γι’ αυτό η επιδέξια σύγκρουση με την ακροδεξιά πολιτική στο μεταναστευτικό είναι κεφαλαιώδους σημασίας για την έκβαση της κεντρικής πολιτικής μάχης στη χώρα μας, καθώς αυτή η πολιτική δεν αποτελεί απλώς αποπροσανατολισμό ή μια επιδερμική προσπάθεια προσωρινού προσεταιρισμού συντηρητικών ακροατηρίων.

 

* Ο Ανδρέας Καρίτζης είναι μέλος της Π.Γ. του ΣΥΡΙΖΑ

Πηγή: avgi.gr

 

Advertisements

Ο Τζάνγκο και η πολιτική της βίας

 

2-marina-bΕίναι ο Django ένα ακόμα κινηματογραφικό προϊόν της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας; Οι σκηνές βίας της ταινίας συνάδουν και προάγουν την κουλτούρα της βίας που επικρατεί στην Αμερική;Η τελευταία ταινία του ΤαραντίνοDjango, Unchained (Τζάνγκο, ο τιμωρός), προκάλεσε σειρά συζητήσεων γύρω από αυτά τα θέματα, όπως και σε σχέση με την ιστορική πιστότητα της ταινίας όσον αφορά το καθεστώς της δουλείας στην Αμερική του 19ου αιώνα. Ειδικά στις ΗΠΑ, η ταινία καταδικάστηκε από πολλούς σαν ένα ακόμα κινηματογραφικό προϊόν της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας που εκθειάζει την ατομική αναζήτηση-απελευθέρωση, χωρίς ουσιαστικά να καταδικάζει την πρακτική του δουλεμπορίου και τη ρατσιστική ιδεολογία. Όσο για τις εξαιρετικά ενορχηστρωμένες και ωμές σκηνές βίας, από κοινωνιολογικής απόψεως, για πολλούς συνάδουν απόλυτα με την κουλτούρα της βίας που επικρατεί στην Αμερική και επιπλέον συμβάλλουν στην προώθησή της. Η σχέση μεταξύ αυτών των δυο κάνει την ταινία πιο ενδιαφέρουσα απ’ όσο η μονομερής ανάλυση του κάθε θέματος, και γι’ αυτό τον λόγο ο Djangoμπορεί να αποτελέσει καλή αφορμήμιας πιο συστηματικής (αν και όχι ενδελεχούς) χαρτογράφησης της βίας, τόσο της κινηματογραφικήςόσο και της πολιτικής.

2-marina-cΑρχίζοντας από την κινηματογραφική βία, μια κατηγοριοποίηση που μπορεί να φανεί χρήσιμη στην κατανόηση της αναπαραστατικής βίας είναι η διάκρισή της σε «τελετουργική», «συμβολική», και «υπερ-ρεαλιστική» (hyper-real) κινηματογραφική βία1. Η πρώτη αναφέρεται στην τυπική, αναμενόμενη βία που χαρακτηρίζει πολλές ταινίες του Αμερικανικού box office, με πρωταγωνιστές όπως ο Μπρους Γουίλις, ο Άρνολντ Σβαρτσενέγκερ και ο Σιλβέστερ Σταλόνε. Συνήθως οι κεντρικοί ήρωες είναι απολύτως σύμφωνοι με τα πρότυπα του ανδρικού σωβινισμού, ενώ το σενάριο της ταινίας είναι υποτυπώδες. Υπάρχει μια καταιγιστική αλληλουχία πλάνων που αποσκοπεί στον στείρο εντυπωσιασμό του θεατή· η βία είναι αυτοσκοπός. Η «συμβολική» κινηματογραφική βία, αντιθέτως, πραγματεύεται υπαρξιακά θέματα και θέτει ερωτήματα σχετικά με τις ανθρώπινες –και συχνά αντιφατικές– επιλογές. Ο τρίτος τύπος, η «υπερ-ρεαλιστική» βία, η οποία χαρακτηρίζει αρκετές ταινίες από το 1990 και μετά, έχει ειρωνικά στοιχεία, έξυπνους διαλόγους και οι πρωταγωνιστές της προέρχονται από ένα χώρο όπου οι ενοχές και οι ηθικές επιταγές έχουν παραγραφεί. Απευθύνεται στα αρχέγονα ένστικτα του ανθρώπου, και αυτό ακριβώς το στοιχείο είναι που κάνει την «υπερ-ρεαλιστική» βία τόσο τρομακτική, γνώριμη αλλά και μπανάλ.

Αρκετές ταινίες του Ταραντίνο έχουν σχέση με αυτή την τελευταία κατηγορία βίας, όπως παραδείγματος χάρη τα ReservoirDogs και PulpFiction, και ως ένα βαθμό και ο Django, το οποίο περιέχει σκηνές βίας που άλλοτε σοκάρουν με τη σκληρότητά τους και άλλοτε αγγίζουν το κωμικό. Παρόλα αυτά, ο Django δεν μπορεί να ταξινομηθεί εύκολα με βάση τον παραπάνω διαχωρισμό, και αυτό διαφαίνεται και από τους δυο άξονες στους οποίους κινήθηκε η συζήτηση για την ταινία. Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η βία, αλλά και η αντιμετώπιση της ιστορικής πραγματικότητας του θεσμού της δουλεμπορίας ή, ακόμα καλύτερα, η σχέση μεταξύ των δυο αυτών παραμέτρων που κάνει την ταινία ενδιαφέρουσα. Υπ’ αυτό το πρίσμα, η συζήτηση γύρω από την ταινία δεν έχει σχέση μόνο με την αναπαραστατική-κινηματογραφική βία, αλλά και με την ιστορική-πολιτική.

Καταρχάς, το σενάριο της ταινίας βασίζεται σε ένα πολύ συγκεκριμένο ιστορικό-κοινωνικό πλαίσιο (το 1858, αμέσως πριν από την Αμερικανική Επανάσταση) το οποίο, επιτυχώς ή όχι, καθορίζει τόσο τη δράση, όσο και τους χαρακτήρες. Αντίθετα με το KillBill, που κατά βάθος είναι μια κλασική ταινία προσωπικής εκδίκησης, ο Django θέτει πολύ πιο άμεσα το ζήτημα της εκδίκησης ως πολιτική πράξη.

Η μαρξιστική Αριστερά καταδικάζει τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα του Ταραντίνο λόγω της αποτυχίας του να επικρίνει το καθεστώς της δουλεμπορίας που επικρατούσε εκείνη τη χρονική περίοδο, ελλείψει κατανόησης των παραγωγικών σχέσεων που το διέπουν και, φυσικά, ελλείψει επαναστατικής συνείδησης. Η δυνατότητα εκδίκησης ανοίγεται μπροστά του ως συνέπεια του ίδιου του νομικού συστήματος της δουλεμπορίας που προβλέπει την αγορά και επιλεκτική απελευθέρωση σκλάβων από τον κάτοχό τους (στη συγκεκριμένη περίπτωση τον γερμανό κυνηγό κεφαλών, που είναι και ο μόνος χαρακτήρας που είναι συνειδητά αντίθετος με το δουλεμπόριο). Όλη η ύπαρξη και οι πράξεις του Τζάνγκο υποκινούνται από τον έρωτά του για τη γυναίκα του, Μπρουμίλντα. Δικαιολογημένος από τη σεναριακή πλοκή, αλλά όχι και ηθικό-πολιτικά, δε σώζει έναν άλλο σκλάβο από τη βάρβαρη τιμωρία του ιδιοκτήτη της φυτείας (Κάντυ), που στέλνει τα σκυλιά του να τον κατασπαράξουν, και αδιαφορεί για τους λιγοστούς σκλάβους που απελευθερώνονται, ως συνέπεια των πράξεών του, προς το τέλος του έργου.

Όπως και ο πρωταγωνιστής του, έτσι και ο Ταραντίνο φαίνεται να μην μπορεί να επεξεργαστεί την «αντικειμενική» βία του συστήματος, το οποίο μέσα στη διήγηση παρουσιάζεται ως τίποτα περισσότερο από μια σειρά σαδιστικών βασανιστηρίων από κακόβουλους, υπερόπτες λευκούς. Η διαφωνία μου, παρ’ όλα αυτά, έχει να κάνει λιγότερο με τη μαρξιστική επιχειρηματολογία εν γένει και περισσότερο με την αδυναμία αυτής της ανάλυσης να κατανοήσει την ικανοποίηση που λαμβάνει ο θεατής από τη συγκεκριμένη ταινία. Η επιθυμία για μια «άλλη» ταινία συσκοτίζει την αιτία της ευφορίας που φέρνει η εκδίκηση του Τζάνγκο στο κοινό (ή σε μέρος αυτού).

Ας μείνουμε λοιπόν στο διαχωρισμό «υποκειμενικής» (ατομικής ή μαζικής) και «αντικειμενικής» (συστημικής, ανώνυμης) βίας και στη σχέση μεταξύ των δύο. Καθώς η «αντικειμενική», συστημική βία γίνεται ολοένα και πιο ορατή στις παρούσες κοινωνικές συνθήκες (η οικονομική κρίση έχει συμβάλει ιδαίτερα σ’ αυτό), τόσο οι «υποκειμενικές», κυρίως αντισυστημικές πράξεις βίας καταδικάζονται με περισσότερο μένος από ποτέ. Και μέσα σε αυτό το κομφούζιο, διαφορετικές πράξεις βίας συχνά καταδικάζονται ως ταυτόσημες (η γνωστή θέση του συμψηφισμού των άκρων).

Μπορούμε να μιλήσουμε για μια άλλη βία, η οποία δικαιολογεί το αίσθημα ικανοποίησης και εφορίας που προκαλεί η θεαματική αιματοχυσία του επιλόγου και η ολοκλήρωση της εκδίκησης του Τζάνγκο; Μια πιθανή απάντηση είναι ότι μέσω της εκδίκησης ο Τζάνγκο επιτέλους κερδίζει, ως ένα βαθμό τουλάχιστον, τον έλεγχο της ύπαρξης του, έναν έλεγχο που ο θεατής μάταια προσπαθεί να ανακτήσει και στη δική του προσωπική ζωή (δυστυχώς, το ίδιο δεν μπορεί να ειπωθεί και για την Mπρουμίλντα, η οποία πολύ πιθανόν θα συνεχίσει να καταλαμβάνει θέση αντικειμένου στην καινούργια ζωή που της υπόσχεται ο Τζάνγκο). Ίσως όμως αυτή η ικανοποίηση να είναι συνδεδεμένη και με πιο συλλογικά φαινόμενα ιστορικο-πολιτικής βίας που δεν φαίνεται να προβάλλουν συγκεκριμένες προτάσεις και στόχους (από τις ταραχές στα προάστια του Παρισιού το 2005 ως το Λονδίνο το 2011). Ο πρωταγωνιστής (-ές), ο αποκλεισμένος (-οι) από το κοινωνικό σύνολο, τυφλά και με πρωτοφανές μένος καταστρέφει. Και καταστρέφοντας επιβάλλει μια άμεση δικαιοσύνη που, όπως επιχειρηματολογεί η μαρξιστική πλευρά, δεν φαίνεται, τουλάχιστον σε πρώτη ανάγνωση, να έχει πρόταση σε σχέση με την εγκαθίδρυση ενός νέου πολιτικό-νομικού συστήματος. Το θέμα της πολιτικής βίας σίγουρα δεν μπορεί να εξαντληθεί με βάση το Django. Αρκεί, νομίζω, να αποδεχτούμε ότι η ταινία προκαλεί ένα είδος ικανοποίησης που δύσκολα εντάσσεται στο πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης ιδεολογίας.

 Η Μαρίνα Πρεντουλή διδάσκει πολιτικές επιστήμες και πολιτική επικοινωνιολογία στο UniversityofEastAnglia.

 1 Οι κατηγορίες κινηματογραφικής βίας από το άρθρο του Henry A. Giroux, «Pulp Fiction and the Culture of Violence», Harvard Educational Review(καλοκαίρι 1995).

http://enthemata.wordpress.com/2013/07/14/marina-2/

 

Αλβανικές εκλογές: Η ήττα του Μπερίσα και η επόμενη μέρα

Του Γιάννη Μπουρνού

 

 

Σε λίγες ώρες (23/6) διεξάγονται στην γειτονική μας Αλβανία οι εθνικές εκλογές. Βασικοί πόλοι που διεκδικούν τη διακυβέρνηση της χώρας είναι ο συνασπισμός της κεντροδεξιάς, “Συμμαχία για την Εργασία, την Ευημερία και την Ένταξη”, στον οποίον συμμετέχουν 25 (!) πολιτικά κόμματα (ανάμεσά τους και το νέο “ελληνικό” κόμμα MEGA του Χ.Κίτσου), με επικεφαλής το Δημοκρατικό Κόμμα του Σαλί Μπερίσα, και, από την άλλη πλευρά, η κεντροαριστερή “Συμμαχία για την Ευρωπαϊκή Αλβανία”, που συσπειρώνει 37 (!) κόμματα γύρω από το Σοσιαλιστικό Κόμμα του Έντι Ράμα (ανάμεσά τους και το κεντρώο “Κόμμα Ένωσης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων” του Β. Ντούλε, που στηρίζεται από την “Ομόνοια”) .

 

Το κόμμα που κατέχει την εξουσία τα τελευταία οκτώ χρόνια είναι το δεξιό Δημοκρατικό Κόμμα του Μπερίσα. Κυβερνά την Αλβανία με ένα μείγμα επιθετικής νεοφιλελεύθερης πολιτικής (βίαιες “αναδιαρθρώσεις”, μαζικές ιδιωτικοποιήσεις, εισαγωγή ενιαίου φορολογικού συντελεστή κ.α) και αυταρχικής πολιτικής πρακτικής. Μιλώντας με κοινωνικο-οικονομικούς όρους, η πολιτική του Δημοκρατικού Κόμματος έχει οδηγήσει στην εκτόξευση της ανεργίας, η οποία, σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία κυμαίνεται στο 15%, αλλά, σύμφωνα με ανεπίσημες και πιο αξιόπιστες πηγές, αγγίζει το 40%, την καταπάτηση των εργασιακών δικαιωμάτων, την επιδείνωση της κατάστασης στους χώρους της υγείας και της παιδείας, που βρίσκονται σε διαδικασία ιδιωτικοποίησης.

 

Ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού επιβιώνει χάρις στην οικονομική στήριξη που λαμβάνει από τους μετανάστες συγγενείς τους, που εργάζονται στο εξωτερικό και κυρίως στην Ελλάδα και την Ιταλία, αλλά η επιδείνωση της κρίσης σε αυτές τις χώρες οδηγεί στη σταδιακή μείωση της εισροής χρημάτων και, συνεπακόλουθα, στην επιδείνωση της οικονομικής κατάστασης και στην Αλβανία.

Την ίδια στιγμή η διαφθορά και το πελατειακό κράτος συνεχίζουν να αποτελούν καθεστώς στη λειτουργία του κράτους.

 

Στη σφαίρα της πολιτικής, το Δημοκρατικό Κόμμα ασκεί εξουσία βασιζόμενο στον αυταρχισμό, γεγονός που γίνεται ιδιαίτερα αισθητό όσο πλησιάζει η ημερομηνία των εκλογών. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής περιόδου, η κυβέρνηση χρησιμοποίησε τον κρατικό μηχανισμό για να επηρεάσει το εκλογικό σώμα και υπάρχουν ισχυροί φόβοι για απόπειρα νόθευσης των αποτελεσμάτων το βράδυ της Κυριακής.

 

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα, που μέχρι σήμερα αποτελεί την Αξιωματική Αντιπολίτευση, παρουσιάζει δυναμική νίκης, ηγείται σε όλες τις δημοσκοπήσεις και, εφόσον αποφευχθεί η μαζική νοθεία των αποτελεσμάτων, θα είναι πιθανότατα ο νικητής των εκλογών. Οι Σοσιαλιστές ποντάρουν στο προφίλ του “μικρότερου κακού” συγκρινόμενοι με τον Μπερίσα, αλλά, παρόλα αυτά, το κόμμα τους χαρακτηρίζεται από παρόμοια δομικά χαρακτηριστικά (πελατειακοί μηχανισμοί, διαπλοκή με μεγάλα επιχειρηματικά συμφέροντα κ.α).

 

Στην κοινωνικο-οικονομική σφαίρα, μέχρι πριν από δύο χρόνια η πολιτική και των δύο κομμάτων βασίστηκε στη νεοφιλελεύθερη στρατηγική, εξ ου και η αντιπολιτευτική τακτική των Σοσιαλιστών εστίασε στις κατηγορίες εναντίον του Μπερίσα για διαφθορά και αυταρχισμό. Μόλις τα δύο τελευταία χρόνια, οι Σοσιαλιστές μετακινήθηκαν σχετικά προς μια πιο “αριστερή” ατζέντα, εκφράζοντας την αντίθεσή τους στον ενιαίο φορολογικό συντελεστή και υιοθετώντας τη δέσμευση για τη θέσπιση προοδευτικού φορολογικού συστήματος (χωρίς, μολαταύτα, να προσδιορίσουν ούτε το εύρος των συντελεστών, ούτε ποιά στρώματα θα φορολογηθούν περισσότερο). Υπόσχονται ακόμη ιατροφαρμακευτική περίθαλψη για όλους και όλες, καθώς και μεγαλύτερη στήριξη της δημόσιας παιδείας. Σε κάθε περίπτωση, το πρόγραμμά τους αποφεύγει επί της ουσίας να αναφερθεί στο πώς θα διασφαλίσουν τους αναγκαίους πόρους για την άσκηση κοινωνικής πολιτικής, εστιάζοντας μόνο στην καταπολέμηση της διαφθοράς και κάνοντας μια ελάχιστη αναφορά στην πιθανότητα μικρής αύξησης της φορολογίας των πλουσίων.  Λαμβάνοντας, δε, υπόψιν την ισχυρή πελατειακή δομή των δύο μεγάλων κομμάτων, η εφαρμογή των φιλολαϊκών δεσμεύσεων των Σοσιαλιστών φαντάζει ακόμη πιο αβέβαιη.

 

Παρόλα αυτά, αυτό που κάνει τους Σοσιαλιστές να διαφέρουν σε σχέση με το Μπερίσα είναι ο αυταρχισμός του σημερινού ηγέτη της χώρας και η προθυμία του να κάνει ο,τιδήποτε προκειμένου να παραμείνει στην εξουσία. Αν οι Σοσιαλιστές αναδειχθούν τελικά νικητές, μπορεί να υπάρξουν έστω και ελάχιστες βελτιώσεις σε επίπεδο κατοχύρωσης και σεβασμού συνταγματικών δικαιωμάτων, καθώς και μια πιο ανεκτική πολιτική ατμόσφαιρα για την ανάπτυξη κινημάτων πολιτών.

 

Στην εκλογική μάχη παίρνουν μέρος και πολλοί μικρότεροι σχηματισμοί, όπως η νεο-ιδρυθείσα “Κοκκινόμαυρη Συμμαχία” που δεν αναμένεται να εισέλθει στο κοινοβούλιο, την οποίας το πρόγραμμα χαρακτηρίζεται από εθνικιστική ρητορεία, το κεντροδεξιό “Νέο Δημοκρατικό Πνεύμα”  και η κεντροαριστερή “Ένωση για τη Δικαιοσύνη και την Πρόοδο”.

 

Η αλβανική παραδοσιακή Αριστερά είναι κατακερματισμένη και σε κάθε περίπτωση διαθέτει ελάχιστες δυνάμεις. Στις εκλογές τα υπάρχοντα -εξαιρετικά μικρά και δογματικά- κομμουνιστικά κόμματα στηρίζουν τους Σοσιαλιστές με βασικό σκεπτικό την ήττα του Μπερίσα.

 

Τα δύο μεγάλα κόμματα δεν ασχολούνται ούτε αναφέρονται στην προεκλογική τους ατζέντα στα εργασιακά δικαιώματα και τις συνθήκες εργασίας, αντιθέτως, όποτε οι εκπρόσωποί τους αναφερθούν σε εργασιακά ζητήματα, καλούν στην μεγαλύτερη προσέγγιση μεταξύ εργοδοτών και εργαζομένων. Η πολιτισμική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού παραμένει ακλόνητη, ενώ η εργατική τάξη είναι κατακερματισμένη μεταξύ επισφαλούς εργασίας και ανεργίας, με τις μεγάλες βιομηχανικές μονάδες να είναι πια ελάχιστες στη χώρα. Τα αλβανικά συνδικάτα περιορίζονται σε μια άνευρη θεσμική παρουσία και απουσιάζουν πλήρως από τους χώρους εργασίας, ενώ οι ηγεσίες των δύο συνδικαλιστικών συνομοσπονδιών συνδέονται με τη διαφθορά και είτε την κυβερνητική συνδιαλλαγή ή την προσκόλληση στους Σοσιαλιστές. Σε κάθε περίπτωση είναι εξαιρετικά μικρή  η μερίδα των εργαζομένων που είναι εγγεγραμμένοι στα σωματεία τους, εξαιτίας κυρίως της δομικής οργάνωσης της οικονομίας (που βασίζεται σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις), τις απειλές και τον εκφοβισμό από την εργοδοσία και την συντριπτική ιδεολογική ηγεμονία του νεοφιλελευθερισμού.

 

Τα τελευταία δύο χρόνια, έχει κάνει την εμφάνισή της στην Αλβανία η “Πολιτική Οργάνωση” (ΠΟ), μια μικρή ακόμη αλλά δραστήρια οργάνωση της ριζοσπαστικής Αριστεράς, που μιλά για την εκμετάλλευση των εργαζομένων και προσπαθεί με τις μικρές της δυνάμεις να προκαλεί ρήγματα στη νεοφιλελεύθερη ηγεμονία. Το 2011 η ΠΟ στήριξε την απεργία των ανθρακωρύχων στην Μπουλκίζα, το τελευταίο προπύργιο της εργατικής τάξης στην Αλβανία, προσπαθώντας να ενημερώσει την κοινή γνώμη για τις διεκδικήσεις των απεργών. Φέτος, η ΠΟ κατόρθωσε να διοργανώσει διαδήλωση για την Εργατική Πρωτομαγιά, σε συνεργασία με κάποια συνδικάτα, αλλά ακόμη αντιμετωπίζει μεγάλες δυσκολίες προσέγγισης των εργαζομένων, εξαιτίας της κυρίαρχης κατάστασης που περιγράφηκε παραπάνω. Παρόμοιες προσπάθειες γίνονται στο χώρο της σπουδάζουσας νεολαίας, όπου οι κινητοποιήσεις κατά των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων είναι συχνότερες. Το 2012 οι φοιτητές/τριες διοργάνωσαν διαδηλώσεις εναντίον μιας μεταρρύθμισης “α λα Πινοσέτ”, που επιχείρησε να διαθέσει δημόσια κονδύλια σε ιδιωτικά, κερδοσκοπικά πανεπιστήμια. Το κίνημα κατόρθωσε να πιέσει την κυβέρνηση, ώστε αυτή τελικώς να υποχωρήσει και να αποσύρει σιωπηρά τη μεταρρύθμιση.

Τον τελευταίο χρόνο η ΠΟ προσπαθεί να κάνει βήματα και στη σφαίρα της επικοινωνίας, εκδίδοντας -δυστυχώς μόνο για έξι μήνες- την εβδομαδιαία εφημερίδα “Γκαζέτα”, αλλά και κατορθώνοντας να  κάνει μια σειρά από παρεμβάσεις σε κυρίαρχα ΜΜΕ. Η ΠΟ λειτουργεί τον ιστότοπο http://www.opolitike.org, στον οποίο μπορεί κανείς να βρει μέχρι και αλβανική μετάφραση του προγράμματος του ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ!

 

Οι αυριανές εκλογές στην Αλβανία διεξάγονται σε τεταμένο πολιτικό κλίμα, λόγω κυρίως του φόβου για απόπειρα νοθείας του αποτελέσματος από τον μηχανισμό του Μπερίσα. Η εκρηκτική κοινωνική κατάσταση μπορεί να αποτελέσει το έδαφος ακόμη και για ξέσπασμα αναταραχών, σε περίπτωση νοθείας, παρόλο που οι Σοσιαλιστές δεν φαίνονται διατεθειμένοι να  συνδράμουν στη ριζοσπαστικοποίηση και την εκδήλωση της αγανάκτησης των πολιτών.

 

Αν τελικώς επικρατήσουν -σύμφωνα με τις δημοσκοπήσεις- οι Σοσιαλιστές, η πτώση του Μπερίσα θα φέρει μια αρχική περίοδο ανάτασης και ελπίδας, η οποία, όμως, δεν αναμένεται να επαληθευτεί στη συνέχεια, αφού οι Σοσιαλιστές, όπως περιγράφηκε παραπάνω, δεν σκοπεύουν να προχωρήσουν σε τομές στην οικονομία και την κοινωνική προστασία. Και ίσως αυτός ο συνδυασμός (η ήττα του Μπερίσα και ταυτόχρονα η δομική αδυναμία της σοσιαλδημοκρατίας), να μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να δημιουργήσει σταδιακά το πεδίο και το χώρο για μια σχετική αναβάθμιση  της παρουσίας της αλβανικής ριζοσπαστικής Αριστεράς, μέσα από την οικοδόμηση μετώπων επί βασικών αιτημάτων που σχετίζονται με την εργασία και την καταπολέμηση της κοινωνικής εξαθλίωσης.

http://left.gr/news/alvanikes-ekloges-i-itta-toy-mperisa-kai-i-epomeni-mera

Η Εξέγερση των κόκκινων δέντρων

Το τελευταίο διάστημα παρατηρούμε κάτι πολύ περισσότερο από μια σουηδική σφαίρα και ένα οικοδομικό έργο σε πάρκο. Παρατηρούμε μια ακόμη εξέγερση των καταπιεσμένων, μια εξέγερση που είναι δίκαιη και έχει συνέχεια , όπως αυτή ξεκίνησε από την Ελλάδα το 2008 και όχι από την Τουρκία του 2013. Πρέπει να ταξιδέψουμε αρκετά πίσω για να περιγράψουμε την εξέγερση που απλώνεται στην Ευρώπη της λιτότητας και της ταξικής έντασης και αμφισβητεί το κυρίαρχο νεοφιλελεύθερο μοντέλο της βάρβαρης Ευρώπης του κεφαλαίου.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι όλα τα επιμέρους ιδιαίτερα οικονομικά εγχώρια καθεστώτα απομυθοποιούνται ως προς την αφήγηση τους ότι είναι δίκαια και κοινωνικά ωφέλιμα. Από Βορρά ως Νότο η καταπίεση δεν διαφέρει ως προς την φύση της, αλλά διαφέρει ως προς την ένταση της. Οι χώρες του Βορρά, πράγματι έχουν έναν ποιο σκληρό οικονομικό σκελετό έναντι του υπερχρεωμένου Νότου, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι υπάρχουν χωρικά στρατόπεδα αλλά ότι τα οικονομικά κέντρα διαλέγουν τα «δόγματα σοκ» που θα εφαρμοστούν ώστε κάποιες φορές χώρες να ζουν εν μέρη αξιοπρεπώς και κάποιες άλλες μέσα στη φτώχεια. Θυμηθείτε την Γερμανία του 2000 και την κρίση που πέρασε προσωρινά και μεταβίβασε ο καπιταλισμός σε άλλα κράτη ως είθισται. Η καπιταλιστική κρίση δεν ξεπερνιέται έτσι, απλά μεταβιβάζεται από την Αργεντινή και τον Ισημερινό, στην Ελλάδα και την Ισπανία.

Η Εξέγερση της Σουηδίας σε σχέση με την εξέγερση στην Τουρκία μπορούν να περιγράψουν μέσω της κοινωνικής τους αντίφασης ότι το πρόβλημα είναι η παγκόσμια κυριαρχία του 99% έναντι του 1%. Στην Σουηδία του εκσυγχρονισμού και της προτεσταντικής ηθικής ο νόμος του ισχυρού είναι η τεχνική αντίληψη αντιμετώπισης μιας εξέγερσης. Τρανό παράδειγμα ήταν ότι όταν οι ταραχές στο παραμελημένο προάστιο Husby της Στοκχόλμης απλώθηκαν και εντάθηκαν, τα κοινωνικά αίτια αυτής δεν αναζητήθηκαν αλλά αντίθετα αυξήθηκε η αστυνόμευση και η καταστολή των εξεγερμένων. Το γνωστό δόγμα της αποθαμένης Μάργκαρετ του βούρδουλα εναντίον όσων αντιστέκονται. Τα συνδικάτα μέσω τραπεζικών εγγυήσεων μετέτρεψαν τους εργάτες σε ελεύθερους επαγγελματίες ωστόσο τα προβλήματα των περιθωριοποιημένων προαστίων έξω από τα μεγάλα αστικά κέντρα όπου διέμεναν κυρίως μετανάστες δεν επουλώθηκαν, αντίθετα αυξήθηκαν. Η δεύτερη γενιά μεταναστών αντιμετωπίζει μια περιστολή στο δικαίωμα ένταξης τους στην κοινωνία καθώς στην ολοκληρωτική παγκοσμιοποίηση οι βιομηχανίες προσαρμογής και γλωσσομάθειας των μεταναστών μεταφέρονται από χώρα σε χώρα και δημιουργείται ένα ποσοστό πολιτών χωρίς καμία μέριμνα και αφομοίωση στην κοινωνία, ο ΟΟΣΑ μαρτυρά ότι το 1/3 των νέων έως 29 ετών δεν σπουδάζουν, ούτε εργάζονται έξω από τη Στοκχόλμη με αποτέλεσμα μια σφαίρα της αστυνομίας να ξυπνήσει τον σιωπηλό κοινωνικό αυτοματισμό των καταπιεσμένων.

Στην Τουρκία ο νεοφιλελευθερισμός έχει κυριαρχίσει από τη δεκαετία του 80 με ρεπουμπλικανικό τύπου καθεστώς από τον Ερντογάν ο οποίος εξέφρασε τα κομμάτια της αστικής τάξης που δεν κατάφερναν να μαγειρέψουν ναι να πουλήσουν συνταγές. Ουσιαστικά το ΑΚΡ κατάφερε να εφαρμόσει ριζοσπαστικές νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις καλύπτοντας το κενό εκπροσώπησης της αστικής τάξης που είχε δημιουργηθεί από τις προηγούμενες κυβερνήσεις. Τα ποσοστά ανεργίας δεν μιεώθηκαν εξαιτίας μιας κοινωνικής επιτυχίας αλλά εξαιτίας μιας περαιτέρω κινεζοποίησης, δηλαδή μέσα από ιδιωτικοποιήσεις που προσέλαβαν εργατικό δυναμικό και απέδιδαν μικρούς μισθούς. Σε αντίθεση με την αστική δημοκρατία της Ευρώπης του Βορρά, η Τουρκία παρήγαγε ένα συντηρητισμό αντίστοιχο του ισλαμικού φρονήματος που προσπαθεί να πολιτικοποιήσει θέματα όπως οι εκτρώσεις και τα δικαιώματα των μειωνοτήτων, όπως των lgbtqi.

Και στις δύο χώρες σημαντικό είναι να διακρίνουμε ποιοί και πως εξεγέρθηκαν. Στην Σουηδία εξεγέρθηκαν οι μετανάστες και οι κοινωνικά απομονωμένες κατηγορίες, ενώ στην Τουρκία έχει επιτευχθεί μια μετωπική συνεργασία στον δρόμο από ακροαριστερούς μέχρι ακροδεξιούς. Αυτό συνεπάγεται ότι τα πολιτικά φρονήματα και αιτήματα διαφέρουν αλλά δίνεται η δυνατότητα στον βωμό της αντίστασης αυτά να εξαλειφθούν, όταν καρπώνεται ένα κοινό πλάνο για την αντιμετώπιση και ανατροπή ενός καθεστώτος. Η εξέγερση στην Τουρκία ξεπέρασε το οικοδομικό έργο και τα τετραγωνικά μέτρα πρασίνου που θα χαθούν και εκτινάχθηκε από το σημείο ανατροπής του καθεστώτος του Ερντογάν μέχρι και την απόρριψη του νεοφιλελευθερισμού στην βάση του. Αυτός αποτυπώνεται από τους πολίτες που εξεγέρθηκαν, οι μεν απολίτικοι και ακροδεξιοί που δεν θέλουν τον Ερντογάν και οι δε αριστεροί που απορρίπτουν την πολιτική του νεοφιλελευθερισμού. Όπως προείπα αυτό το διαμετρικό χάσμα κάμφθηκε όπως σημειώθηκε και στα του οίκου μας στις πλατείες του 2011 μεταξύ της πάνω και κάτω πλατείας στο σύνταγμα. Το ανησυχητικό λοιπόν πέραν της υπερήφανης εξέγερσης είναι αυτή «τι θα παράγει». Αν αυτή η εξέγερση δεν πάρει πάραυτα τα πολιτικά προοδευτικά χαρακτηριστικά για να χαράξουν μια σοσιαλιστική λύση που επανέρχεται σήμερα, μπορεί να σημάνει μια παραγωγή ακροδεξιού εξτρεμισμού και ενός δίπολου όπως αυτό πολιτικά χαρακτηρίζει την Ελλάδα του σήμερα. Αυτό είναι αποτέλεσμα της αποτυχίας του νεοφιλελευθερισμού και της αντίφασης που ο ίδιος ο καπιταλισμός οδηγείται.

Το σίγουρο είναι το ντόμινο εξεγέρσεων στην Ευρώπη και σύντομα στον κόσμο έχει ξεκινήσει και εμείς  οι ίδιοι λέμε «ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία μας χωρίζει μια θάλασσα, αλλά μας ενώνει η αξιοπρέπεια«. Σε κάθε εξέγερση αυτός πρέπει να είναι ο κοινός παρονομαστής, πρέπει να εκφράζουμε την αλληλεγγύη αλλά με έναν τρόπο που θα αναδεικνύει κάθε φορά την διεθνιστική ανάγκη για αλλαγή και την ταξικότητα του προβλήματος. Στόχος μας δεν μπορεί να είναι η άκριτη υποστήριξη των εξεγέρσεων αλλά η ενίσχυση και ταυτόχρονα πολιτικοποίηση του αιτήματος για αλλαγή.

 

ΙΔΟΥ ΤΟ ΣΟΥΗΔΙΚΟ ΜΟΝΤΕΛΟ! 7η ΝΥΧΤΑ ΕΞΕΓΕΡΣΗΣ ΤΩΝ ΦΤΩΧΩΝ!

swedenΗ ΕΞΕΓΕΡΣΗ ΕΠΕΚΤΕΙΝΕΤΑΙ ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΗ ΣΤΟΚΧΟΛΜΗ ΚΑΙ ΣΕ ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

ΟΙ ΑΥΤΑΠΑΤΕΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΟΥΗΔΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΟΥ «ΚΑΛΟΥ» ΚΑΠΙΤΑΛΙΣΜΟΥ!

Για έβδομη ημέρα συνεχίζονται οισφοδρές συγκρούσεις στιςφτωχογειτονιές της Στοκχόλμης, όπου μένουν κυρίως μετανάστες, ανάμεσα στιςαστυνομικές δυνάμεις καταστολής καιφτωχούς πολίτες, κυρίως νέους και νέες.

Την ώρα που στην Ελλάδα, η οποία πλήττεται με τον πλέον βάναυσο τρόπο από τις τροϊκάνες και κυβερνητικές πολιτικές λεηλασίας, κυριαρχεί μια περίεργη και παράδοξη κοινωνική νηνεμία, στηΣουηδία του δήθεν «κραταιού» και «ευημερούντος» καπιταλιστικού ευρωπαϊκού Βορρά, βρίσκεται σεεξέλιξη και κλιμάκωση μια αυθόρμητη κοινωνική εξέγερση.

Αφορμή για το ξέσπασμα της εξέγερσης στα προάστια της Στοκχόλμης, η οποία επεκτείνεται και σε άλλες Σουηδικές πόλεις, στάθηκε η εν ψυχρώ δολοφονία ενός ηλικιωμένου μετανάστη μέσα στοσπίτι του από την αστυνομία στο προάστιο Χούσμπου της Στοκχόλμης.

Η πραγματική αιτία, όμως, των πρωτοφανών κοινωνικών ξεσπασμάτων στις Σουηδικές πόλεις είναι οκοινωνικός αποκλεισμός, η ανεργία, η φτωχοποίηση και περιθωριοποίηση σημαντικών τμημάτων της Σουηδικής κοινωνίας,πρώτα απ’ όλα των μεταναστών, φαινόμενα τα οποία έχουν πάρει διαστάσεις τα τελευταία χρόνια εξαιτίας των νεοφιλελεύθερων πολιτικών που εφαρμόζουν οι Σουηδικές κυβερνήσεις και των ταξικών, ιδιαίτερα σε βάρος των μεταναστών, επιλογών απάντησης στην κρίση.

Οι αυταπάτες για το λεγόμενο «σουηδικό μοντέλο» του καπιταλισμού, το οποίο, υποτίθεται, ότιαμβλύνει σημαντικά τις κοινωνικές διαφορές και εξαφανίζει τις ταξικές συγκρούσεις, καταρρέουν, καθώς, ακόμα και αστοί αναλυτές, όπως ο καθηγητής ανθρωπολογίας στο πανεπιστήμιο του Μάλμε,Άγε Κάρλμπομ, αναγκάζονται να παραδεχθούν ότι «το να είσαι νέος σ’ αυτές τις απομονωμένες συνοικίες μπορεί να αποδειχθεί πολύ δύσκολο από πολλές πλευρές. Δεν έχεις πρακτικά καμιά επαφή με τους άλλους Σουηδούς και τις περισσότερες φορές δεν πιστεύω πως έχεις μια καλή κατανόηση της σουηδικής κοινωνίας».

Το ίδιο επιβεβαιώνει ακόμα και πρόσφατη κυβερνητική έρευνα, η οποία καταδεικνύει τηνπεριθωριοποίηση και τη φτώχεια  που μαστίζουν τη νεολαία στις φτωχογειτονιές των σουηδικών πόλεων. Σχεδόν το ένα τρίτο των νέων, ηλικίας 16 με 29 ετών, σε ορισμένες από τις πιο φτωχές συνοικίες, δεν σπουδάζουν ούτε εργάζονται, ενώ το χάσμα μεταξύ πλούσιων και φτωχών για τηνυπόλοιπη σουηδική κοινωνία αυξάνεται με τον ταχύτερο ρυθμό σε σχέση με τις άλλες χώρες-μέλη του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).

Η κυβέρνηση της Σουηδίας κλιμακώνει τα μέτρα καταστολής εναντίον των εξεγερμένων, καθώς  η αστυνομική διεύθυνση της σουηδικής πρωτεύουσας ζήτησε ενισχύσεις και από άλλες περιοχές της χώρας. Οι νεαροί τα ξημερώματα της Παρασκευής (24/5) πυρπόλησαν αυτοκίνητα και συγκρούστηκαν με αστυνομικούς. Από τα επεισόδια δεν έχει σημειωθεί κανένας τραυματισμός. Ο εκπρόσωπος της αστυνομίας Κγέλ Λίντγκρεν δήλωσε πως η αστυνομία προετοιμάζεται για ακόμη ισχυρή παρουσία στους δρόμους. «Θα το πράξουμε αυτό για μέρες, εβδομάδες, για όσο χρειαστεί» τόνισε με άγριο τρόπο.

Το τραγικό είναι ότι η Σουηδική κυβέρνηση αντί να λάβει μέτρα για την αντιμετώπιση των προβλημάτων που προκάλεσαν την εξέγερση, απαντά με όλο και πιο σκληρή αστυνομική καταστολή.

Η Σουηδική εξέγερση έρχεται να υπογραμμίσει κάτι που με ιδιαίτερη έμφαση τονίζουμε απ’ αυτές τις στήλες: Η απάντηση στην καπιταλιστική κρίση δεν μπορεί να αναζητηθεί ούτε στα «Σουηδικά» ούτε στα «Δανέζικα» μοντέλα του καπιταλιστικού Βορρά αλλά σε μεταβατικά προοδευτικά προγράμματα μετασχηματισμών με σαφή κατεύθυνση ένα νέο σοσιαλισμό με επίκεντρο την κοινωνικοποίηση τωνμέσων παραγωγής και μια προωθημένη συμμετοχική δημοκρατία.

ΒΑΪΟΣ ΚΟΡΔΑΣ

 

ΝΥΧΤΑ ΝΕΩΝ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΕΩΝ ΣΤΗ ΣΤΟΚΧΟΛΜΗ, ΦΩΤΙΕΣ ΣΕ ΔΥΟ ΑΛΛΕΣ ΠΟΛΕΙΣ

Με σχετικά μικρότερη μεν ένταση, λόγω και της ισχυρότατης αστυνομικής κινητοποίησης, αλλά μεεπέκταση και έξω από την πρωτεύουσα συνεχίστηκαν για έκτη ημέρα οι ταραχές με επίκεντρο το προάστιο μεταναστών Χούσμπου στην Στοκχόλμη.

Την «εμφάνισή» τους όμως φαίνεται πως έκαναν, σε διαφορετικό σημείο, και οργανωμένες ομάδες ακροδεξιών, σύμφωνα με τα σουηδικά ΜΜΕ.

Εκπρόσωπος της αστυνομίας ανέφερε ότι οι δυνάμεις καταστολής «ενισχύθηκαν με αστυνομικούς που ήρθαν από το Γκέτεμποργκ και το Μάλμε», χωρίς να προσδιορίζει τον ακριβή αριθμό των αστυνομικών ενισχύσεων.

Οι νέες κινητοποιήσεις ξέσπασαν αργά τη νύχτα της Παρασκευής και συνεχίστηκαν μέχρι τα ξημερώματα του Σαββάτου. Στην ίδια την πρωτεύουσα αναφέρθηκαν τουλάχιστον 21 πυρπολήσεις αυτοκινήτων.

Η εξέγερση επεκτάθηκε την Παρασκευή το βράδυ έως την πόλη Έρεμπρο που βρίσκεται 160 χιλιόμετρα δυτικά της Στοκχόλμης. Εκεί αναφέρθηκε μια πυρκαγιά σε σχολείο, καθώς και αρκετές καταστροφές οχημάτων, αλλά όπως ανέφερε η αστυνομία, η ηρεμία επέστρεψε στην πόλη περίπου τις μεταμεσονύκτιες ώρες.

Τα επεισόδια σημειώνονται κάθε νύχτα από το βράδυ της Κυριακής και θρυαλλίδα της έντασης φαίνεται πως ήταν τα θανάσιμα αστυνομικά πυρά σε 69χρονο στο Χούσμπου στα μέσα του μήνα.

Το βρετανικό υπουργείο Εξωτερικών και η πρεσβεία των Ηνωμένων Πολιτειών στη Στοκχόλμη απηύθυναν έκκληση προς τους υπηκόους τους να αποφεύγουν τα καυτά σημεία στη σουηδική πρωτεύουσα.

Η εξέγερση έχει προκαλέσει ανοιχτή συζήτηση στη Σουηδία για τα φαινόμενα αποκλεισμού καιφτώχειας αλλά και την ένταξη των μεταναστών στην κοινωνία, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν περίπου το15% του πληθυσμού, και είναι συγκεντρωμένοι στις φτωχογειτονιές των μεγάλων πόλεων της χώρας και αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα λόγω της ανεργίας.

25/5/2013

http://iskra.gr/index.php?option=com_content&view=article&id=12143%3Astokxolmi-exegersi&catid=37%3Adi-evropi&Itemid=172

Δυνατότητες και δυσκολίες του συνεταιριστικού τρόπου παραγωγής

Οι συνεταιρισμοί έχουν αποδείξει την ικανότητά τους να αναλαμβάνουν την παραγωγή, την προμήθεια, το εμπόριο, τη διανομή των αγαθών και την πίστωση, με λίγα λόγια όλες τις οικονομικές λειτουργίες.
Του Δημήτρη Παπανικολόπουλου
Στο άρθρο του «Από την κρίση του νεοφιλελευθερισμού σε μια νέα οικονομία των αναγκών και των συλλογικών αγαθών», ο Γ. Δραγασάκης πολύ σωστά σημείωνε ότι «πρώτος στόχος πρέπει […] να είναι η ανάκτηση μιας δημόσιας σφαίρας συλλογικών αγαθών, η στήριξη και η ανάπτυξη αυτής της σφαίρας και η χρησιμοποίησή της ως ένα βασικό υπόβαθρο για την ανασυγκρότηση ολόκληρης της οικονομίας και της κοινωνίας». «Πρέπει να ξανασκεφτούμε τη στρατηγική για το σοσιαλισμό». Αναρωτιέται ωστόσο τα εξής: «Βλέπουμε τη στρατηγική για το σοσιαλισμό μέσω ενός κρατικού καπιταλισμού ο οποίος, βαθμιαία διευρυνόμενος, ‘θα μας πάει’ στο σοσιαλισμό; Κάποια συστήματα κατέρρευσαν όχι από την έλλειψη κράτους, αλλά από την υπερτροφία του κράτους. […]Ασφαλώς», συνεχίζει, «ο ρόλος του κράτους ήταν και αναγνωρίζεται εκ νέου ως κεντρικός. Όμως, το κράτος και η κρατικοποίηση υπό συνθήκες καπιταλισμού δεν είναι ουδέτερη». Γι αυτό το λόγο, μας προτείνει «να σκεφτούμε ποιοι φορείς θα παράγουν αυτά τα δημόσια αγαθά», καθώς «δεν είναι μόνο το κράτος που μπορεί». Συγκεκριμένα, μας προτείνει «να ξανανοίξουμε το κεφάλαιο των συνεταιρισμών με νέους όρους».
Πρόκειται αναμφίβολα για μια πρώτης τάξεως ιδέα σε μια εποχή θριάμβου της αγοράς και συρρίκνωσης του κράτους, σε μια εποχή δηλαδή που οι επιχειρηματίες μας εκβιάζουν συνεχώς, εκμεταλλευόμενοι την έλλειψη εναλλακτικού μοντέλου οργάνωσης της οικονομίας, και η σοσιαλδημοκρατία προσπαθεί να βγει απ’ την κρίση της κρύβοντας τα βιβλία του Χάγιεκ και ξεσκονίζοντας αυτά του Κέυνς.
Όμως τι στ’ αλήθεια θα μπορούσαν να μας προσφέρουν οι συνεταιρισμοί στην προσπάθεια οικοδόμησης μιας οικονομίας των αναγκών και των συλλογικών αγαθών, μιας σοσιαλιστικής οικονομίας; Οι συνεταιρισμοί, εκτός από το να απορροφήσουν μεγάλο μέρος της διογκωνόμενης ανεργίας και να σώσουν τους εργαζομένους από την εξαθλίωση, μπορούν να αποδείξουν ότι οι εργαζόμενοι «μπορούν χωρίς αφεντικό».

Συνεταιρισμοί, αγορά, κράτος, οικογένεια

Η ένταξη ωστόσο των συνεταιρισμών σε σοσιαλιστική προοπτική ή, πράγμα που είναι το ίδιο, η αποφυγή εκφυλισμού τους, δεν είναι καθόλου εύκολη υπόθεση. Οι λόγοι αυτής της δυσκολίας εντοπίζονται, όπως έχει δείξει ο Κυριάκος Χαραλάμπους  στις σχέσεις των συνεταιρισμών με την αγορά, το κράτος και την οικογένεια.
Όσον αφορά στις σχέσεις τους με την αγορά, παρόλα τα σοσιαλιστικά στοιχεία που υπάρχουν στο εσωτερικό τους λόγω της απουσίας εκμεταλλευτικών σχέσεων χάρη στη συνύπαρξη στο ίδιο πρόσωπο του εργαζόμενου και του ιδιοκτήτη των μέσων παραγωγής, οι συνεταιρισμοί, που λειτουργούν στα πλαίσια της αγοράς, παράγουν ανταλλακτικές αξίες και κέρδη μέσα από την απόσπαση τμήματος του πλεονάσματος που παρήχθη από άλλους συνεταιρισμούς ή επιχειρήσεις. Επίσης, έχουν υιοθετήσει στην πλειονότητά τους τον τρόπο οργάνωσης της εργασίας που ισχύει στις καπιταλιστικές επιχειρήσεις (βάθεμα της κοινωνικής διαίρεσης της εργασίας μέσω της εξειδίκευσης, ιεραρχία μισθών, διαίρεση χειρονακτικής και πνευματικής εργασίας ή μεταξύ εκείνων που αποφασίζουν και εκείνων που εκτελούν).
Όσον αφορά τώρα στις σχέσεις τους με την οικογένεια, ο Κ. Χ. έχει προβεί σε μια καίρια παρατήρηση: οι αρχηγοί των οικογενειών και ιδρυτές των συνεταιρισμών έτειναν, μέσα από τη φυσικοποίηση  της οικογένειας, να αναιρέσουν την προοπτική του αυτοδιαχειριζόμενου σοσιαλισμού. Συγκεκριμένα, η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής εκ μέρους των μελών των (αγροτικών και βιοτεχνικών κυρίως) συνεταιρισμών ερχόταν σε αντίθεση με τη συλλογική ιδιοκτησία. «Γράφουμε για αντίθεση όταν αναφερόμαστε στη σοσιαλιστική προοπτική των συνεταιρισμών, οι τελευταίοι όμως ενδέχεται να είναι συμπληρωματικοί/βοηθητικοί της ατομικής ιδιοκτησίας των αγροτών και βιοτεχνών. Εξάλλου, η μέχρι τώρα ιστορία των συνεταιρισμών έδειξε ότι επικράτησε η τάση της συμπληρωματικότητάς τους». Το μικροαστικό πνεύμα στο εσωτερικό των συνεταιρισμών προδίδει και η προσδοκία των συνεταιριστών για βραχυχρόνια οφέλη, ει δυνατόν εφάμιλλα με των επιχειρήσεων σε άλλους τομείς της οικονομίας, και η άρνησή τους να κάνουν θυσίες προς όφελος της ανάπτυξης του συνεργατισμού.
Όσον αφορά  δε στις σχέσεις των συνεταιρισμών με το κράτος, δύο παρατηρήσεις του συγγραφέα αξίζουν ιδιαίτερης μνείας: Πρώτον, το κράτος σε πολλές περιπτώσεις, όπως στην Ελλάδα και στη Γαλλία, συνέβαλε στην ανάδυση των συνεταιρισμών, ωστόσο η παρέμβασή του εντάσσονταν στην προσπάθειά του να προωθήσει ένα κορπορατιστικό μοντέλο οργάνωσης της οικονομίας και της κοινωνίας και όχι ένα αυτοδιαχειριστικό. Δεύτερον, ο προσανατολισμός των συνεταιριστών προς τη συλλογική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, στα πλαίσια των συνεταιρισμών, ερχόταν σε αντίθεση με την ταυτόχρονη συμμετοχή τους στην επέκταση του κράτους, μέσα από τη διεκδίκηση να αναλαμβάνει το τελευταίο όλο και περισσότερες λειτουργίες (βλ. ανάπτυξη κοινωνικού κράτους και δημόσιες επιχειρήσεις κοινής οφελείας). Το κράτος, όμως, «μέσα από την οικονομική και κοινωνική του πολιτική συμμετέχει στη διευρυμένη αναπαραγωγή του κεφαλαίου και γι αυτό η κύρια πλευρά του είναι η κεφαλαιοκρατική και όχι η ‘κοινωνική’» .
Όλες αυτές οι αντιφάσεις, όμως, αν δεν συνιστούν ήδη, σίγουρα τείνουν στην αναίρεση της σοσιαλιστικής προοπτικής των συνεταιρισμών. Γίνεται σαφές δηλαδή ότι οι συνεταιρισμοί μπορούν, αντί να οικοδομήσουν τον σοσιαλισμό σε πείσμα της αγοράς, του κράτους και της οικογένειας, να λειτουργήσουν προς όφελος αυτών των θεσμών σε πείσμα των σοσιαλιστικών σπερμάτων που φέρουν.

Οι προοπτικές στην Ελλάδα σήμερα

Τέτοιου είδους προοπτικές υπάρχουν άραγε στη σημερινή Ελλάδα; Μια περιγραφή της κατάστασης στην οποία βρίσκονται οι συνεταιρισμοί ίσως κομίζει μια πρώτη απάντηση. Πολλοί συνεταιρισμοί στην Ελλάδα σήμερα έχουν απολέσει τη σοσιαλιστική προοπτική τους. Ο σφιχτός εναγκαλισμός του κράτους έχει μετατρέψει πολλούς από αυτούς σε φορείς διεκπεραίωσης των υποθέσεων των μελών τους απέναντι το κράτος. Η πίεση της αγοράς υποχρέωσε άλλους να τεθούν ουσιαστικά εκτός λειτουργίας και άλλους να μετατραπούν σε κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις. Εκείνοι δε που παραμένουν ζωντανοί λειτουργούν ως κεφαλαιοκρατικές επιχειρήσεις στις σχέσεις τους με την αγορά, ενώ οι συνεταιριστικές αρχές στις οποίες βασίζονται οι σχέσεις στο εσωτερικό τους μοιάζουν πολλές φορές ως αντίδοτο σε ματαιωμένες ατομικές και οικογενειακές στρατηγικές. Οι διαπιστώσεις αυτές μπορούν να μας προσφέρουν μερικά χρήσιμα συμπεράσματα. Πρώτον, ο προσανατολισμός των συνεταιρισμών μπορεί ν’ αποτελέσει αντικείμενο πάλης με διαφορετικά αποτελέσματα. Δεύτερον, οι αγοραίες, οι κρατικές και οι μικροαστικές, ατομικές ή οικογενειακές, πιέσεις εξακολουθούν να θέτουν τα βασικά εμπόδια τα οποία εμποδίζουν την ανάδυση και ανάπτυξη των συνεταιρισμών. Τρίτον, η ολομέτωπη επίθεση της αγοράς προκαλεί τη συρρίκνωση τόσο του κοινωνικού κράτους όσο και της οικογένειας, που ανελάμβανε σημαντικές λειτουργίες του τελευταίου. Αυτή η εξέλιξη επηρεάζει αρνητικά τη δυνατότητα εκπόνησης μικροαστικών στρατηγικών, ατομικών ή οικογενειακών, γεγονός που απελευθερώνει όλο και μεγαλύτερο αριθμό συμπατριωτών μας από την μέγγενη του μικροαστισμού και τον υποχρεώνει να αναζητήσει εργασιακή διέξοδο με άλλο τρόπο. Σε αυτούς συμπεριλαμβάνονται φυσικά όλο και περισσότεροι πτυχιούχοι. Στον όλο και διευρυνόμενο χώρο λοιπόν όπου συναντιέται η μεγαλύτερη ανάγκη με τις μεγαλύτερες προσδοκίες και τις μικρότερες ιδεολογικές και ψυχολογικές αγκυλώσεις, εκεί πρέπει να ψάξουμε τους νέους συνεταιριστές.
Οι συνεταιρισμοί έχουν αποδείξει την ικανότητά τους να αναλαμβάνουν την παραγωγή, την προμήθεια, το εμπόριο, τη διανομή των αγαθών και την πίστωση, με λίγα λόγια όλες τις οικονομικές λειτουργίες. Η αναγκαιότητα οικοδόμησης τους σε περίοδο οικονομικής κρίσης και ανέχειας είναι πρόδηλη. Η συνεταιριστική ιδεολογία και πρακτική είναι κάθε άλλο παρά διαδεδομένες. Ωστόσο, έχουμε ήδη γνωρίσει τους πιονιέρους τους.

Τι είναι η Κοινωνική Οικονομία;

Αφιέρωμα του Red Notebook
Του Πέτρου Σταύρου

1) Η Κοινωνική Οικονομία σε κανονικές συνθήκες μιας καπιταλιστικής οικονομίας

Βασικό και κοινό στοιχείο όλων των ορισμών της Κοινωνικής Οικονομίας είναι η διαπίστωση πως αυτή βρίσκεται μεταξύ του δημόσιου και ιδιωτικού τομέα της οικονομίας. Στην ουσία, μια παραγωγική μονάδα της κοινωνικής οικονομίας θεωρείται αυτόνομη τόσο σε σχέση με τους σκοπούς του Κεφαλαίου όσο και σε σχέση με τη διοίκηση του κράτους. Πρόκειται για καθαρά ιδιωτική επιχείρηση αλλά με τους κοινωνικούς σκοπούς να υπερτερούν των κερδοσκοπικών και το ανοικτό και συνεταιριστικό σύστημα συμμετοχής των μελών να διαφέρει τόσο από το μετοχικό σύστημα των επιχειρήσεων όσο και από το διοικητικό έλεγχο των ΔΕΚΟ.

Ο παραπάνω ορισμός μπορεί να περιγράφει τα χαρακτηριστικά των παραγωγικών μονάδων της κοινωνικής οικονομίας δεν εξηγεί όμως το γιατί αυτές υπάρχουν τόσο σε συνθήκες οικονομικής ομαλότητας και σταθερής ανάπτυξης όσο και σε συνθήκες οξείας κρίσης των καπιταλιστικών παραδειγμάτων οργάνωσης της οικονομικής δραστηριότητας. Ενώ η ύπαρξη των καθαρά δημόσιων επιχειρήσεων μπορεί να εξηγηθεί από το γεγονός πως το κεφάλαιο δεν μπορεί να επενδύσει, τουλάχιστον στα αρχικά στάδια ενός επενδυτικού κύκλου, μαζικά σε υποδομές και δίκτυα που σκοπό έχουν την αναπαραγωγή κάποιων συνολικών συνθηκών και όρων αναπαραγωγής της καθαρά καπιταλιστικής παραγωγής, (Ενέργεια, Συγκοινωνίες, Μεταφορές, Τηλεπικοινωνίες κλπ), ή μερική ανάπτυξη της κοινωνικής οικονομίας ακόμα και σε εμπορευματικούς τομείς που δραστηριοποιείται, κατά κόρον, η καπιταλιστική ιδιωτική επιχείρηση χρήζει μιας πιο επίμονης ανάλυσης. Για την οικονομία του κειμένου θα αρκεστούμε σε μια μόνο επισήμανση: Για λόγους που άπτονται των όρων αξιοποίησης του κεφαλαίου, η «χωρητικότητα» της αγοράς εργασίας (μισθωτοί εργαζόμενοι στον ιδιωτικό τομέα), υπό κανονικές καπιταλιστικές συνθήκες, είναι πάντα περιορισμένη. Στην πραγματικότητα, οι κανονικές συνθήκες της κεφαλαιακής αξιοποίησης απαιτούν μια λεπτή ισορροπία μεταξύ της ύπαρξης ενός ικανού εφεδρικού στρατού ανέργων (για να πιέζει προς τα κάτω τη διαπραγματευτική δύναμη των εργαζομένων) και ενός εκτεταμένου χώρου απασχόλησης απλών εμπορευματοπαραγωγών, είτε με την μορφή των ελεύθερων επαγγελματιών είτε με τη μορφή συνεργατικών σχημάτων της κοινωνικής οικονομίας (ως βαλβίδα εκτόνωσης από την κοινωνική πίεση της ανεργίας). Η συνθήκη ύπαρξης της κοινωνικής οικονομίας είναι εγγεγραμμένη σε αυτό που η μαρξιστική θεωρία ονομάζει Καπιταλιστικό Τρόπο Παραγωγής (ΚΤΠ) ως ειδική άρθρωση ενός κυρίαρχου τρόπου παραγωγής με πολλούς δευτερεύοντες.

Στο παρόν κείμενο και αμέσως παρακάτω θα υποστηριχθεί πως η πρόσφατη οικονομική κρίση, ως κρίση του νεοφιλελεύθερου υποδείγματος,  χτύπησε με τέτοια σφοδρότητα που έχει διαταράξει το συσχετισμό δύναμης μεταξύ των επιμέρους τρόπων παραγωγής εντός του συνολικού ΚΤΠ. Πρόκειται για μια εξέλιξη που θα πρέπει να μας κάνει να σκεφτούμε διαφορετικά την έννοια της κοινωνικής οικονομίας και να την τοποθετήσουμε εντός ενός νέου πεδίου πολιτικής και κοινωνικής παρέμβασης.

2) Η οικονομική λειτουργία του νεοφιλελεύθερου παρεμβατισμού πριν και κατά τη διάρκεια της κρίσης

Αντίθετα με ό,τι διακηρύσσεται, το κράτος του νεοφιλελευθερισμού είναι μεγάλο και τείνει να γίνει μεγαλύτερο στη περίοδο που ο νεοφιλελευθερισμός συναντιέται με την έντονη χρηματιστηριοποίηση της οικονομίας. Μπορεί να ελαχιστοποιούνται οι κρατικές επενδυτικές δαπάνες όπως και οι κοινωνικές δαπάνες αλλά κάπου άλλου το κράτος αυτό διογκώνεται και μάλιστα σε μεγαλύτερο βαθμό από κει που αυτό συρρικνώνεται.  Η πρόσφατη τραπεζική κρίση μετεξελίχθηκε πολύ γρήγορα σε κρίση δημόσιων ελλειμμάτων όταν το κράτος προσπάθησε να κοινωνικοποιήσει τις ζημιές τους. Η λειτουργία της Κεντρικής Τράπεζας των ΗΠΑ ως δανειστής της έσχατης προσφυγής προσφέρει και αυτή με την σειρά της σωτηρία στην απαξίωση των τραπεζικών ιδρυμάτων με το να τοποθετεί αντιστάσεις στη πτώση του ενεργητικού τους. Το ίδιο κάνουν και οι ευρωπαϊκές «ανακαλύψεις» με τα αρκτικόλεξα EFSF (ο μηχανισμός στήριξης), LTRO (φθηνός δανεισμός των εμπορικών τραπεζών από την ΕΚΤ) και  ELA (έκτακτη βοήθεια ρευστότητας).

Αυτός ο συγκεκριμένος τρόπος παρέμβασης της νεοφιλελεύθερης οικονομικής εξουσίας, που προϋπάρχει της κρίσης, ενθαρρύνει το χρηματοπιστωτικό κεφάλαιο να αναλαμβάνει ρίσκα και να δημιουργεί υπερμόχλευση (εφόσον έχει την κάλυψη του κράτους σε περίπτωση ζημιών), καταστάσεις, που και οι δύο κυοφορούν μέσα τους τη μόνιμη χρηματοπιστωτική αστάθεια. Πρόκειται για την ακριβώς αντίθετη πολιτική από αυτή που θα ακολουθούσε μια κευνσιανικής εμπνεύσεως «θανάτωση» του ραντιέρη ως απαραίτητη προϋπόθεση για την ανάκαμψη της μη χρηματιστικής οικονομίας. Η σωτηρία των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων με τη διοχέτευση τεράστιων πόρων για τη «θεραπεία» του ενεργητικού τους τα καθιστά πρακτικώς ανενεργά (απέχουν από τις συνήθεις τραπεζικές λειτουργίες τους) και σε κατάσταση αναμονής έτσι ώστε να συμβεί πρώτα και από μόνη της η ανάκαμψη της μη χρηματιστικής οικονομίας. Τα μεγάλα ελλείμματα του κράτους – σωτήρα του τραπεζικού συστήματος πυροδοτούν πολιτικές ύφεσης και εκκαθάρισης της αγοράς από αντιπαραγωγικά κεφάλαια και ανθρώπινο δυναμικό (ανεργία). Στο πλαίσιο ενός υφεσιακού σπιράλ απενεργοποιούνται οι κλασσικές πολιτικές επηρεασμού του συνολικού όγκου των επενδύσεων. Οι ιδιωτικές επενδύσεις παγίου κεφαλαίου μειώνονται δραματικά λόγω έλλειψης προσδοκιών κερδοφορίας και οι «φιλικές», ως προς την επιχειρηματικότητα, πολιτικές μείωσης των επιτοκίων, των φόρων και των μισθών αδυνατούν να αντιστρέψουν την πορεία των επενδύσεων αφού οι πόροι που εξοικονομούνται από τις επιχειρήσεις δεν επενδύονται αλλά αποθεματοποιούνται.

Είναι αντιφατικό αλλά απολύτως πραγματικό. Η κοινωνικοποίηση των ζημιών του χρηματιστικού τομέα, δημιουργεί ύφεση, τεράστια ανεργία και γενικευμένη επενδυτική αποχή του ιδιωτικού τομέα. Το κράτος αναλαμβάνοντας το ρόλο του σωτήρα των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων καταργεί και τον ελάχιστό ρόλο που είχε στον επηρεασμό  του συνολικού όγκου των επενδύσεων μέσω των φοροαπαλλαγών και των χαμηλών επιτοκίων. Εντός αυτού του νεοφιλελεύθερου πλαισίου δεν είναι το δημόσιο που αδυνατεί να δημιουργήσει νέες θέσεις εργασίας, είναι ο καπιταλιστικός – ιδιωτικός τομέας που δεν μπορεί (εδώ μπορεί να στηριχθεί και μια κριτική στο πρόγραμμα της ΝΔ και άλλων αστικών κομμάτων). Η ανάπτυξη του χρηματιστικού καπιταλισμού δημιουργεί την ανάγκη για έναν νεοφιλελεύθερο παρεμβατισμό ικανό να διαθέσει αμέτρητο χρήμα για τη διάσωση του. Αυτός αντί να σταθεροποιεί το χρηματοπιστωτικό σύστημα  επιτείνει την αστάθεια του καθιστώντας, εν τέλει, και τις συνολικές επενδύσεις ιδιαίτερα ασταθείς και έτοιμες για καταβύθιση.

Από πού όμως μπορούν να προέλθουν οι επενδύσεις και να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας αν ο καπιταλιστικός τομέας απέχει και το δημόσιο έχει διαφοροποιήσει το ρόλο του;

3) Η Κοινωνική Οικονομία ως μορφή κοινωνικοποίησης των επενδύσεων

Από τα παραπάνω γίνεται σαφές πως βρισκόμαστε σε ένα σημείο καμπής του σύγχρονου καπιταλισμού. Η εκτεταμένη κοινωνικοποίηση των ζημιών του χρηματοπιστωτικού τομέα αδρανοποιεί το σύνολο της οικονομικής δραστηριότητας και κυρίως αποσταθεροποιεί τις ιδιωτικές επενδύσεις. Το σπάσιμο αυτού του φαύλου κύκλου δεν μπορεί να επιτευχθεί αν δεν κοινωνικοποιηθεί ή ίδια η παραγωγή αν δηλαδή δεν περιοριστεί δραστικά ο ρόλος του κέρδους, ως κινήτρου επένδυσης, και αν δεν αντικατασταθεί, έστω και μερικά, από κοινωνικά κίνητρα και στόχους δημοσίου συμφέροντος. Στο σημείο αυτό μορφές κοινωνικής οικονομίας (συνεταιριστικές επιχειρήσεις, αλληλέγγυα δίκτυα, επιχειρήσεις δίκαιου εμπορίου, δημοτικές επιχειρήσεις, συμπράξεις ανέργων κλπ) μπορούν να αποτελέσουν την έναρξη ενός νέου, ενάρετου αυτή τη φορά, επενδυτικού κύκλου. Όμως, θα ήταν λάθος να θεωρήσουμε ότι μπορεί να ξεκινήσει και να αναπτυχθεί ένας νέος κύκλος κοινωνικοποιημένων επενδύσεων απλώς και μόνο με την αριθμητική αύξηση των επιχειρήσεων κοινωνικής οικονομίας. Εκείνο που χρειάζεται, παράλληλα, είναι και η καθιέρωση ενός δημοκρατικού σχεδιασμού της συνολικής οικονομίας με νέες  θεσμικές, διοικητικές και χρηματοδοτικές δυνατότητες.

Οι συνεταιριστικές επιχειρήσεις καθώς και όλες οι μορφές παραγωγικών μονάδων της κοινωνικής οικονομίας συνεχίζουν και αποτελούν μορφές ιδιωτικών παραγωγών που λειτουργούν δίπλα σε καθαρά καπιταλιστικές επιχειρήσεις και ως εκ τούτου διακατέχονται από υποκειμενικούς σκοπούς αν όχι του κέρδους, τουλάχιστον, κάποιας μορφής πλεονασμάτων. Για να επιτελέσουν κάτι ριζικά διαφορετικό από τον συμπληρωματικό και περιορισμένο ρόλο που έχουν εντός του ΚΤΠ θα πρέπει να ενταχθούν σε έναν δημοκρατικό σχεδιασμό της συνολικής οικονομίας ως οικονομίας των κοινωνικών αναγκών. Εντός αυτού του νέου σχεδιασμού οι υποκειμενικοί σκοποί των μεμονωμένων επιχειρήσεων δεν χάνονται αλλά αποκτούν νέες λειτουργίες και εξυπηρετούν νέες αναγκαιότητες. Αυτό που θα στηρίξει τις μορφές της κοινωνικής οικονομίας και που θα τους δώσει την ευκαιρία να αναπτυχθούν είναι αυτό που ο Μαρξ ονομάζει «Γενικό Φωτισμό» και που εμβαπτίζει όλα τα χρώματα της φύσης μεταλλάσσοντάς τα  στην ιδιαιτερότητά τους.