Ο Άνθρωπος Που Τον Δαγκώναν Τα Φίδια

Όταν η μητέρα του είπε: ‘’Να προσέχεις εκεί που θα πας έχω ακούσει πως έχει πολλά φίδια.  Αν σε δαγκώσουν τα φίδια θα πονάς και αργότερα σίγουρα θα πεθάνεις’’, ο Άνθρωπος Που Τον Δαγκώναν Τα Φίδια, ήτανε τότε μόλις Ο Άνθρωπος Που Φοβόταν Τα Φίδια.
Μα εκεί που πήγε τον δάγκωσαν τα φίδια και βεβαίως άρχισε να πονά μα τελικά δεν πέθανε.
Από τότε πάντα τον δαγκώνουνε φίδια. Οχιές εκνευρισμένες και Δεντρογαλιές ενθουσιασμένες, Κόμπρες Ινδικές και Αμερικανοί Κροταλίες. Βόες, Πύθωνες και Ανακόντες. Φίδια δηλητηριώδη ή φίδια τραμπούκοι. Το Νανόφιδο, το Θαμνόφιδο, το Αστραπόφιδο. Η Σαΐτα, η Βουνόχεντρα και η Μαύρη Μάμπα αλλά πιο πολύ ο Θαμνόφις ο Κομψός ο Χερσαίος.
Όπου και αν πάει τον δαγκώνουν τα φίδια. Στο σπίτι, στη δουλειά, στη διασκέδαση. Ενώ χτυπά εισιτήριο, ενώ δένει τα κορδόνια του ή ενώ περιμένει στην ουρά. Στην πισίνα, στα δημόσια ουρητήρια ή στο μέγαρο μουσικής. Όταν ανοίγει την ομπρέλα του, όταν κλείνει την ομπρέλα του, ακόμα και όταν δεν έχει μαζί του ομπρέλα. Ναι. Είναι ο άνθρωπος αυτός και τα φίδια συνεχώς τον δαγκώνουν. Ο ίδιος δεν βαρυγκωμά, ενοχλείται βέβαια μα δέχεται την μοίρα του στωικά.
Και είναι αλήθεια περίεργο, το πώς οι στιγμές μας κλέβουνε τους ανθρώπους. Και επίσης περίεργο το ότι ο Άνθρωπος Που Τον Δαγκώναν Τα Φίδια δολοφονήθηκε τελικά από θάνατο, ξεχασμένος κάπου μακριά
                          και τώρα τον χωνεύει το φως
(Στο τεύχος 3 του περιοδικού »Η κουτσή Μαρία»)
Advertisements

Άρθρο χωρίς θέμα

‘’  Αυτός ο κόσμος δεν θα τελειώσει ούτε με έναν βρόντο ούτε μ’ ένα λυγμό, αλλά μ’ έναν τίτλο εφημερίδας, μ’ ένα σλόγκαν, μ’ ένα μυθιστόρημα της πεντάρας πιο χοντρό και από κέδρο του Λιβάνου.
(…)
Η σιωπή είναι μια εναλλακτική λύση. Όταν οι λέξεις στην πολιτεία είναι φορτωμένες βαρβαρότητα και ψέμα, τίποτα δεν μιλάει δυνατότερα από ένα άγραφο ποίημα.’’
(George Steiner, Η σιωπή και ο ποιητής, εκδόσεις Έρασμος)

Τον Αύγουστο δεν υπάρχουν ειδήσεις, μου λες, το είπε και ο Ουμπέρτο ο Έκο, που ήταν να έρθει στη χώρα μας αυτές τις μέρες. Το μελάνι δεν τρέχει στις φλέβες των αναγνωστών τον Αύγουστο, άντε ίσως να μεταγγιστεί για λίγο σε αναγνώσματα της παραλίας (‘’όχι Μαντά, όχι Δημουλίδου, σε θάλασσες και ακτές’’ μας προτρέπει ο καθαριστής γλάρος της παλιάς διαφήμισης ). Τον Αύγουστο όλα περιμένουν. Και μείς ψαρεύουμε τη φωνή μας, ανάμεσα σε μια παύση και μια σιωπή. Και έτσι γράφεις χωρίς θέμα, κυνηγημένος από το άσπρο της σελίδας, τον λευκό θόρυβο, το εκτυφλωτικό του λευκού. Και ελεύθερος στα λιβάδια του άδειου, κυνηγάς λέξεις τετράποδες, μπας και όταν τις δέσεις όλες μαζί καταφέρεις να φτιάξεις μια παράγραφο. Και όπως πάντα το γράψιμο γίνεται αγκομαχητό, μα τώρα γράφεις την σιωπή και σκέφτεσαι, τι να πω και τι να γράψω; Και χωρίς θέμα;  Μα πως χωρίς θέμα; Και σκέφτεσαι όλα τα άρθρα της χρονιάς, τα θέματα που ψάχνεις κάθε βδομάδα, αυτά που βρίσκεις και εκείνα που σε βρίσκουν. Όλα τα άρθρα που έγραψες και αυτά που δεν πρόλαβες να γράψεις, προτάσεις που αφαίρεσες και άλλες που σκέφτηκες όταν μέρες μετά διάβαζες το κείμενο τυπωμένο.
Κι έτσι ένα κείμενο που γράφεται χωρίς θέμα, καταλήγει να μιλά για όλα τα θέματα που δεν γραφτήκαν. Μην φανταστείτε τα Μεγάλα Θέματα, αυτά που πάντα πιστεύουμε πως αποσιωπούνται (και κάποιες φορές όντως κάτι τέτοιο συμβαίνει). Όχι, για τα μικρά θέματα μιλάμε, για το ακαριαίο του ελάχιστου, το στιγμιαίο που απλώνεται, το δευτερεύον που κουβαλά όλες τις πρωτιές. Για την αγωνία ενός πατέρα που ανοίγει τον φάκελο ενός λογαριασμού, τον κόμπο στη φωνή ενός φίλου που μόλις του ήρθε το χαρτί για τον στρατό, για εκείνον που φορά τρύπιο παπούτσι στη βροχή, για εκείνον που ψάχνει φαρμακείο μες την νύχτα όλο αγωνία (και τελικά το βρίσκει) και για εκείνον που ψάχνει περίπτερο μες τη νύχτα όλο ανεμελιά (και τελικά μόλις έκλεισε). Για τον καλοκαιρινό ενθουσιασμό ενός κοριτσιού που ανακαλύπτει έναν αχινό όλο σάρκα και τρέχει στους δικούς της να το πει περιμένοντας την επιβράβευση. Για το ξάφνιασμα του μικρού παιδιού που πέφτει και χτυπά και την παύση λίγο πριν από το κλάμα. Για εκείνους που περιμένουν το λεωφορείο, ενώ τίποτα πια δεν περιμένουν… Για εκείνους που χτυπάνε εισιτήριο στην ερημιά, ψάχνουνε θέση μανιωδώς και τελικά καταλήγουν να κάθονται στριμωγμένοι σε ένα άδειο τρόλεϊ. ‘’Συλλογίστηκε κανείς τι υποφέρει ένας ευαίσθητος φαρμακοποιός που διανυκτερεύει;’’ ρωτάει ο ποιητής και πώς να μιλήσεις, πώς να μιλήσεις για όλους αυτούς που η πόρτα της ζωής τους μάγκωσε το δάχτυλο; Πώς να μιλήσεις για τον μετανάστη που αντικρίζει για πρώτη φορά το κέντρο της Αθήνας; Για τον φόβο του γερασμένου ανθρώπου που για άλλη μια φορά σε λίγο θα τσεκάρει αν κλείδωσε την πόρτα; Για τη διαδρομή αυτού που πηγαίνει ένα δαχτυλίδι σε κάποιον μαυραγορίτη που Αγοράζει Χρυσό; Για τον ιδρώτα του ανθρώπου που μόλις πριν λίγο πέρασε τα 50 και μαθαίνει μέσα σε ένα απόγευμα πως απολύεται για την σωτηρία της πατρίδος; Για τα πέντε δάχτυλα που έβαλαν την υπογραφή και για όσους ακονίζουν τη γλώσσα τους στο ψέμα;  Πόσο εκκωφαντική είναι όλη αυτή η σιωπή;
Τον Αύγουστο που απέμεινε, θα απαγγείλουμε από παραλία σε παραλία το άγραφο ποίημα  της πιο βάρβαρης χρονιάς μας. Μα εσύ μου λες πιο βιβλίο θα πάρεις μαζί στις διακοπές σου (καλύτερα ένα βιβλίο, να του δείχνεις αφοσίωση όσο κι αν διαρκέσουν οι διακοπές) και εγώ θα πάρω μαζί μου το ίδιο βιβλίο. Και μες την διακοπή, κάθε τι απογυμνωμένο από σκοπό,  από στόχο και αξία χρήσης, καθετί μπορεί να σε μάθει να αντέχεις. Γιατί ίσως κανείς μας να μην βρει ‘’τον κόσμο σε έναν κόκκο άμμου  και τον παράδεισο σε ένα άγριο λουλούδι’’ όπως θα θελε ο Ουίλλιαμ Μπλέηκ. Αλλά ίσως να μπορούμε ακόμη να συναντήσουμε την σημασία και την ουσία του ελάχιστου.  Ίσως όταν ύστερα από μια ανηφόρα σε βράχους, αγκάθια και ξερά χορτάρια, συναντάς την πιο ξαφνική παραλία,  ίσως όταν σε κυριεύει ο πιο απρόσμενος και ο πιο αναίτιος ενθουσιασμός, ή όταν καταλαβαίνεις τον δεσμό της πιο σφιχτής συντροφικότητας.  Μπροστά σε ένα βότσαλο που η θάλασσα έσπρωχνε για χρόνια στην στεριά και μόλις το συνειδητοποιείς πιάνεις τον εαυτό σου για λίγο να ντρέπεται να το πετάξει πίσω, μπροστά στην αρμύρα  του δέρματος, η απλά μπροστά στον ίσκιο μιας κοντούλας λεμονιάς που ακόμα και αν δεν φτάνει για να ασβεστώσει όλα τα σκοτάδια του κόσμου, καταφέρνει με άνεση χαμογελαστή να δροσίσει όλα τα σκοτάδια μέσα σου.

http://tsalapatis.blogspot.gr

Τον Νερούδα να τον αφήσετε ήσυχο κ. Σαμαρά

νερούδα
Όταν ένας ακροδεξιός πολιτικός συναντά έναν μαρξιστή ποιητή.

Τι συμβαίνει όταν ένας ακροδεξιός πολιτικός, όπως ο Αντώνης Σαμαράς, αρχίζει να χρησιμοποιείστις ομιλίες του αποσπάσματα μαρξιστών ποιητών όπως ο Πάμπλο Νερούδα;

Τις περισσότερες φορές μπορεί και να την γλιτώσει σχετικά φτηνά, ιδίως αν ο ποιητής έχει υμνήσει τη ζωή και τον έρωτα. Τότε η δυνατότητα άντλησης πανέμορφων αλλά πολιτικά ακίνδυνων στίχων αφήνει μεγάλα περιθώρια κινήσεων.

Πάντα όμως ο κίνδυνος παραμονεύει στη γωνία.

Ο Σαμαράς εκφράζει και παλεύει στη ζωή του για όλα αυτά τα οποία ο Νερούδα απεχθανόταν.

Ο Νερούδα κυνηγήθηκε για τη σχέση του με το κομμουνιστικό κόμμα Χιλής. Ο Σαμαράς έφερε στην κυβέρνησή του τα ιδεολογικά τέκνα της χούντας των συνταγματαρχών.

Ο Νερούδα πολεμούσε με τα ποιήματά του τον φασισμό. Ο Σαμαράς ανοίγει διάπλατα τις πόρτες για συνεργασία με τους ναζιστές τη Χρυσής Αυγής – το “αδελφό κόμμα” όπως την αποκαλούσαν τα στελέχη της ΝΔ πριν από τις εκλογές.

Ο Νερούδα στάθηκε δίπλα στον σοσιαλιστή ηγέτη Σαλβαδόρ Αλιέντε όταν εθνικοποιούσε τις επιχειρήσεις για να τις ξαναφέρει στα χέρια του λαού της Χιλής. Ο Σαμαράς τοποθέτησε σε θέσεις κλειδιά του κρατικού μηχανισμού του θιασώτες του νεοφιλελεύθερου δικτάτορα Πινοσέτ για να ξεπουλήσουν ό,τι έμεινε όρθιο.

Ως διπλωμάτης ο Νερούδα εξασφάλισε τη μεταφορά 2.000 προσφύγων του Ισπανικού εμφυλίου στη Χιλή. Ο Σαμαράς στήνει στρατόπεδα συγκέντρωσης και αφήνει την αστυνομία να βασανίζει τους πρόσφυγες που φτάνουν στη χώρα μας.

Ο Νερούδα έγραφε ποιήματα ενάντια στις πολυεθνικές εταιρείες που λειτουργούν σαν στρατός κατοχής. Ο Σαμαράς τις αποκαλεί “επενδύσεις” και στέλνει τα ΜΑΤ να τις προστατεύσουν.

Την επόμενη φορά λοιπόν κύριες πρωθυπουργέ που θα θελήσετε να “ατακάρετε” Νερούδα θα σας παρακαλούσαμε, αν τολμάτε, να διαβάστε το παρακάτω ποίημα ενάντια στο φασισμό. Μην το φοβηθείτε. Έχει και μερικές γραμμές για την Ελλάδα.

Καινούριο τραγούδι αγάπης
Στο Στάλινγκραντ

Pablo Neruda

Εγώ έγραψα για το νερό και για το χρόνο
περίγραψα το πένθος και το μαύρο μέταλλό του,
έγραψα για τον ουρανό και για τα μήλα,
και τώρα γράφω για το Στάλινγκραντ.
Με το μαντήλι της έχει φυλάξει η νύφη
του ερωτευμένου μου έρωτα τη λάμψη.
Πάνω στο χώμα είναι η καρδιά μου, τώρα,
στο φως και στον καπνό του Στάλινγκραντ.
Άγγιξα με τα χέρια το σκισμένο
σωκάρδι της γαλάζιας δύσης:
τώρα καθώς το πρωινό της ζωής γεννιέται
τ’ αγγίζω στον ήλιο του Στάλινγκραντ.
Ξέρω πως ο αιώνιος νέος με τα εφήμερα φτερά του,
σαν ένας κύκνος δεμένος,
το γνώριμό του πόνο ξεδιπλώνει
με την κραυγή μου αγάπης για το Στάλινγκραντ.
Αφήνω την ψυχή μου όθε μ’ αρέσει.
Εμένα δε με τρέφουν κουρασμένα
χαρτιά μουτζουρωμένα και μελάνι.
Γεννήθηκα να τραγουδήσω το Στάλινγκραντ.
Ήταν μαζί με τους αθάνατους νεκρούς σου
στα τρυπημένα τείχη σου η φωνή μου,
κ’ ήχησε σαν καμπάνα ή σαν αγέρας
κοιτάζοντάς σε να πεθαίνεις, Στάλινγκραντ.
Πολεμιστές Αμερικάνοι τώρα
λεφούσια, άσπροι και μαύροι
σκοτώνουνε στην έρημο το φίδι.
Τώρα δεν είσαι μόνο, Στάλινγκραντ.
Γυρίζει στα παλιά οδοφράγματα η Γαλλία
με μια σημαία τρικυμίας στημένη
πάνω σε δάκρυα που μόλις εστεγνώσαν.
Τώρα δεν είσαι μόνο, Στάλινγκραντ.
Τα τρομερά λιοντάρια της Αγγλίας
πάνω απ’ την άγρια θάλασσα πετώντας
στη μαύρη γη καρφώνουνε τα νύχια.
Τώρα δεν είσαι μόνο, Στάλινγκραντ.
Μόνο οι δικοί σου δεν είναι θαμμένοι
στο χώμα των βουνών της τιμωρίας:
εκεί το κρέας των πεθαμένων τρέμει
που αγγίξανε το μέτωπό σου, Στάλινγκραντ.
Νικημένα φεύγουνε των εισβολέων τα χέρια,
και δίχως φως στα μάτια του στρατιώτη,
πλημμυρισμένα με αίμα τα παπούτσια
που πάτησαν την πόρτα τη δική σου, Στάλινγκραντ.
Με περηφάνεια είναι το ατσάλι σου φτιαγμένο,
η χαίτη σου από φωτεινούς πλανήτες,
οι επάλξεις σου είναι από καρβέλια μοιρασμένα,
το μέτωπό σου σκοτεινιασμένο, Στάλινγκραντ.
Η πατρίδα σου είναι από σφυριά και δάφνες,
στο χιονισμένο μεγαλείο σου είναι το αίμα,
πάνω στο χιόνι είναι η ματιά του Στάλιν,
με το αίμα σου πλεγμένη, Στάλινγκραντ.
Οι δάφνες, τα μετάλλια που οι νεκροί σου
απόθεσαν στο τρυπημένο στήθος
της γης, και τη συγκίνηση όλης
της ζωής και του θανάτου, Στάλινγκραντ.
Η βαθιά πίστη που τώρα ξαναφέρνεις
στην καρδιά του κουρασμένου ανθρώπου
με τη γενιά των ρούσων καπετάνιων
από το αίμα σου βγαλμένων Στάλινγκραντ.
Η ελπίδα που γεννιέται μες στους κήπους
σαν το λουλούδι που προσμένουμε του δέντρου,
σελίδα χαραγμένη με τουφέκια,
τα γράμματα απ’ το φως σου, Στάλιγκραντ.
Τον Πύργο σου που ανέβασες στα ύψη,
τους ματωμένους πέτρινους βωμούς σου,
τους υπερασπιστές της ώριμης ηλικίας,
τους γιους της σάρκας της δικής σου, Στάλινγκραντ.
Τους παθιασμένους σου αετούς των βράχων,
τα μέταλλα που βύζαξε η ψυχή σου,
τους χαιρετισμούς με δάκρυα δίχως τέλος
και τα κύματα της αγάπης, Στάλινγκραντ.
Τα κόκκαλα καταραμένων δολοφόνων
τα σφαλισμένα μάτια του εισβολέα,
και τους καταχτητές καταδιωγμένους
πίσω απ’ τη λάμψη τη δική σου, Στάλινγκραντ.
Αυτοί που ταπεινώσαν την Αψίδα
και πέρασαν τα νερά του Σηκουάνα
με την ίδια τη συγκατάθεση του σκλάβου,
εμείνανε στο Στάλινγκραντ.
Αυτοί που στην ωραία Πράγα, πάνω
σε δάκρυα, σε σιωπή και προδοσία
περάσανε πατώντας τις πληγές της,
πεθάνανε στο Στάλινγκραντ.
Αυτοί που στις ελληνικές σπηλιές λερώσαν
τον κρυστάλλινο σπασμένο σταλαχτίτη
και τη γαλάζια κλασσική του ακρίβεια,
που είναι χαμένοι τώρα, Στάλινγκραντ;
Αυτοί που γκρεμίσαν στην Ισπανία και κάψαν
κι’ αφήσαν την καρδιά αλυσσοδεμένη
της μάνας των δρυών και πολεμάρχων,
στα πόδια σου σαπίζουν, Στάλινγκραντ.
Εκείνοι που στην Ολλανδία ραντίσαν
τουλίπες και νερό με ματωμένη λάσπη,
κι άπλωσαν το σπαθί και το μαστίγιο,
τώρα αναπαύονται στο Στάλινγκραντ.
Εκείνοι που στης Νορβηγίας την άσπρη νύχτα
με ούρλιασμα τσακαλιού ξαμολυμένου
κάψαν την παγωμένη άνοιξή της,
βουβάθηκαν στο Στάλινγκραντ.
Τιμή σ’ εσέ γι’ αυτό που ο αγέρας φέρνει,
γι’ αυτό που τραγουδήθηκε, γι’ αυτό που τραγουδιέται,
τιμή για τα παιδιά σου, τις μανάδες
και για τους εγγονούς σου, Στάλινγκραντ.
Τιμή στον πολέμαρχο της ομίχλης,
τιμή στον κομισάριο, στο στρατιώτη,
τιμή στον ουρανό του φεγγαριού σου,
τιμή στον ήλιο το δικό σου, Στάλινγκραντ.
Φύλα μου ένα τουφέκι κ’ ένα αλέτρι,
κ’ ένα κομμάτι αφρού να μου φυλάξεις,
κ’ ένα κόκκινο στάχυ από τη γη σου,
μαζί μου να τα βάλουνε στο μνήμα,
για να γνωρίζουν, αν ποτέ αμφιβάλουν,
πως αν και δεν πολέμησα μαζί σου,
πως πέθανα αγαπώντας σε, πως μ’ είχες αγαπήσει,
αυτό το μαύρο ρόδι αφήνω στην τιμή σου,
αυτόν τον ύμνο αγάπης για το Στάλινγκραντ.

http://info-war.gr/2013/06/%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%BF%CF%8D%CE%B4%CE%B1-%CE%BD%CE%B1-%CF%84%CE%BF%CE%BD-%CE%B1%CF%86%CE%AE%CF%83%CE%B5%CF%84%CE%B5-%CE%AE%CF%83%CF%85%CF%87%CE%BF-%CE%BA-%CF%83%CE%B1%CE%BC%CE%B1/

Κρατική «εγκυρότητα» και κρίσιμη λογοτεχνία

Δεν υπάρχουν καιροί που να μην είναι κρίσιμοι, δεν υπάρχουν λογοτεχνίες μη κρίσιμες (και δεν αναφέρομαι, εννοείται, στα μάρκετινγκ κούφιων φιλοδοξιών). Ωστόσο, κάποιοι καιροί είναι κρισιμότεροι και επιβάλλουν πιο επιτακτικά το ζήτημα της λογοτεχνίας ως συνείδησης της κρίσης, αποδίδοντας τα ουσιώδη πέρα από κρατικούς καταναγκασμούς του μαστιγίου και ιδιοτελείς προσδιορισμούς του καρότου.
Σε αυτούς τους κρίσιμους καιρούς, τους δικούς μας, διοργανώθηκε η τελετή απονομής των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνίας του 2012 στη στέγη Γραμμάτων και Τεχνών. Σε μια αίθουσα με αραιό κόσμο, το τυπικό της παρελθούσης εκσυγχρονιστικής αίγλης αφέθηκε να αναπαράξει τον εαυτό του σε ακόμα μία κουρασμένη σκηνοθεσία. Όλο το οργανικό πρόβλημα του πολιτισμού της νεοφιλελεύθερης διαχείρισης εκφράστηκε στην εναρκτήρια τοποθέτηση του αναπληρωτή υπουργού Πολιτισμού, Κων/νου Τζαβάρα.
Ο αναπληρωτής υπουργός προσομοίωσε τους συγγραφείς με «συμβολικό κεφάλαιο» για «εκδοτικές παραγωγές», πανηγύρισε τη νεοφιλελεύθερη ποσοτικοποίηση της αξίας και δεν παρέλειψε να καταδείξει για άλλη μια φορά τις καταβολές του όψιμου πολιτιστικού εγκλιματισμού του, λέγοντας πως «το κράτος τιμά τη λογοτεχνική παραγωγή από το 1956 και εγγυάται με το κύρος του τις πνευματικές αξίες». Αυτές νοούνται, προφανώς, ως ένα είδος «εμφιαλωμένης φύσης» (για να θυμηθούμε τον Ελύτη), ώστε να καταναλωθούν υπεύθυνα, καλοπροαίρετα και θετικά από τον «microastus vulgaris» ή θα πωληθούν αναλόγως και τοις μετρητοίς από τον εις το διηνεκές επιχειρούντα «coreus normalis», χάρη στην έγκυρη σφραγίδα του νυν και του εκάστοτε κ. Τζαβάρα. Ηλιοφορεί με κομπορρημοσύνη, ιδεοφορεί με αποστείρωση και μαχαιροφορεί με επιβραβεύουσα εγκυρότητα αυτό το κράτος, που έχει ρημάξει κάθε μορφωτικό ερέθισμα, κάθε πολιτιστικό προσανατολισμό, κάθε φλέβα αυθεντικής δημιουργίας, τουλάχιστον από το 1956.
Υπό αυτό το πρίσμα, όπως έχει πολλές φορές ειπωθεί, οι κρατικοί θεσμοί περιποιούν ως μοναδική τιμή στη λογοτεχνία το να την αγνοούν και να την μάχονται. Ένας τρόπος με τον οποίον την μάχονται, είναι ενσωματώνοντάς την στο κυνήγι του εξωλογοτεχνικού οφέλους. Τα βραβεία αγνόησαν πολλές φορές πραγματικά σημαντικές μορφές της λογοτεχνίας ή άργησαν επιδεικτικά να τις συναντήσουν, ενώ από την άλλη επέδρασαν ως κίνητρο για ποικίλα «σοφά» στρατηγήματα στην κοινωνία της κατανάλωσης. Οι βραβεύσεις αποκτούν νόημα, όταν ο συγγραφέας δεν επιζητεί, αλλά λαμπρύνει, χωρίς να σκέφτεται συσχετισμούς βραβεύσεων, το ήθος το λογοτεχνικό και το δημόσιο. Όταν δεν πνίγει στο λαρύγγι τα πάθη του «εν γένει πάσχοντος ανθρώπου», μα και όταν διαρκώς ανιχνεύει νέες τάσεις, μοχθεί για να αναταράξει γενετικούς συντελεστές της λογοτεχνικής παραγωγής, σε ευθεία αντίθεση με την «εγκυρότητα» του κράτους και την υποβαλλόμενη αυτολογοκρισία, πριν ή μετά από την ενδεχόμενη βράβευση.
Η στιγμή που έφερε στην αίθουσα της απονομής ατόφια την αίσθηση των κρίσιμων καιρών και της κρίσιμης λογοτεχνίας, ήταν όταν απονεμήθηκε τοβραβείο πρωτοεμφανιζόμενου συγγραφέα στους Θωμά Ιωάννου και Θωμά Τσαλαπάτη. Στις τοποθετήσεις τους, δεν περιστράφηκαν στην συμπτωματολογία περί διάλυσης του ΕΚΕΒΙ ή στη γενικόλογη υπενθύμιση της καταστροφικής πολιτικής για το βιβλίο. Μίλησαν έχοντας πλήρη επίγνωση της κοινωνικής λειτουργίας του λόγου τους, μίλησαν με το ήθος που θέτει υπό κρίση την κοσμοαντίληψη και επερωτά τις συλλογικές παραστάσεις της εποχής. Με δυο λόγια, εξέφρασαν εκείνο το δυσφημισμένο από τους θεράποντες της «κρατικής εγκυρότητας», εκείνο που είχε γράψει ο Roland Barthes στον «Βαθμό Μηδέν της Γραφής»: «Ο ποιητής βρίσκεται στα μισά του δρόμου ανάμεσα στον αγωνιστή και τον συγγραφέα»-τόσο για το ενέργημα του έργου του όσο και για την ιστορικοκοινωνική του συνείδηση.
Με αναφορά στον Βύρωνα Λεοντάρη, ο Θωμάς Ιωάννου επισήμανε τη βιοθεωρητική στάση του ποιητή, εκεί που αρθρώνεται η εσωτερική αντίσταση της ποίησης ανοίγοντας τομές και γεμίζοντας ρωγμές η ίδια: «[…] Η ποίηση πέρα από έντεχνος λόγος είναι και στάση ζωής. Το ποίημα, μέσα από τα χάσματά του, αφήνει κερκόπορτες να αλωθεί, αλλά και να αλώσει. […] Σε μια εποχή που η ποίηση καλείται να είναι ανοιχτή, φιλική στο περιβάλλον και παρηγορία, ας επιλέξουμε να κρατήσουμε την ποίηση κλεισμένη στον εαυτό της, εχθρική αλλά και τοξική, όπως ένα φάρμακο, που ενώ μπορεί να θεραπεύσει, μπορεί να γίνει και φαρμάκι. Με άλλα λόγια, ας διατηρήσουμε την ποίηση μάχιμη».
Με αναφορά στον Γεράσιμο Λυκιαρδόπουλο, ο Θωμάς Τσαλαπάτης εστίασε στην ποίηση που βρίσκει τις βιωματικές καταβολές της μέσα στα κακοφορμισμένα τραύματα του «μνησιπήμονος» κοινωνικού πόνου, για να ανταποκριθεί στην κρίσιμη αναμέτρηση με τις λέξεις: «[…] Άνθρωποι ονομάζονται λαθραίοι, άρρωστες γυναίκες υγειονομική βόμβα, εγκληματικές συμμορίες νεοναζί ρατσιστών βαφτίζονται πολιτικά κόμματα, η καταστολή ονομάζεται προστασία, τα βασανιστήρια σωφρονισμός. Με ποιες λέξεις να γράψεις; Και να γράψεις για αυτά; Να γράψεις με αυτά; Να γράψεις παρ όλα αυτά; Τελικά απλώς γράφεις, και αν είσαι τυχερός ο κόσμος που σου δόθηκε θα βρεθεί στις λέξεις. Σε όλες αυτές τις λέξεις που έρχονται από μακριά, που σου υπενθυμίζουν και σου επιβάλλουν ειλικρίνεια».
Ας θεωρείται, λοιπόν, η γραφή ως «ενέργημα κοινωνικής αλληλεγγύης» η μέγιστη και δυσκολότερη τιμή.
Ν.Σ.

 

http://www.epohi.gr/portal/politismos/14203–lr

Κωστής Παλαμάς – Ο Γκρεμιστής

Ἀκοῦστε. Ἐγὼ εἶμαι ὁ γκρεμιστής, γιατί εἶμ᾿ ἐγὼ κι ὁ κτίστης,
ὁ διαλεχτὸς τῆς ἄρνησης κι ὁ ἀκριβογιὸς τῆς πίστης.
Καὶ θέλει καὶ τὸ γκρέμισμα νοῦ καὶ καρδιὰ καὶ χέρι.
Στοῦ μίσους τὰ μεσάνυχτα τρέμει ἑνὸς πόθου ἀστέρι.
Κι ἂν εἶμαι τῆς νυχτιᾶς βλαστός, τοῦ χαλασμοῦ πατέρας,
πάντα κοιτάζω πρὸς τὸ φῶς τὸ ἀπόμακρο τῆς μέρας.
ἐγὼ ὁ σεισμὸς ὁ ἀλύπητος, ἐγὼ κι ὁ ἀνοιχτομάτης·
τοῦ μακρεμένου ἀγναντευτής, κι ὁ κλέφτης κι ὁ ἀπελάτης
καὶ μὲ τὸ καριοφίλι μου καὶ μὲ τ᾿ ἀπελατίκι
τὴν πολιτεία τὴν κάνω ἐρμιά, γῆ χέρσα τὸ χωράφι.
Κάλλιο φυτρῶστε, ἀγκριαγκαθιές, καὶ κάλλιο οὐρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκῶστε, πόταμοι καὶ κάλλιο ἀνοῖχτε τάφοι,
καί, δυναμίτη, βρόντηξε καὶ σιγοστάλαξε αἷμα,
παρὰ σὲ πύργους ἄρχοντας καὶ σὲ ναοὺς τὸ Ψέμα.
Τῶν πρωτογέννητων καιρῶν ἡ πλάση μὲ τ᾿ ἀγρίμια
ξανάρχεται. Καλῶς νὰ ῾ρθῆ. Γκρεμίζω τὴν ἀσκήμια.
Εἶμ᾿ ἕνα ἀνήμπορο παιδὶ ποὺ σκλαβωμένο τό ῾χει
τὸ δείλιασμα κι ὅλο ρωτᾷ καὶ μήτε ναὶ μήτε ὄχι
δὲν τοῦ ἀποκρίνεται κανείς, καὶ πάει κι ὅλο προσμένει
τὸ λόγο ποὺ δὲν ἔρχεται, καὶ μία ντροπὴ τὸ δένει
Μὰ τὸ τσεκοῦρι μοναχὰ στὸ χέρι σὰν κρατήσω,
καὶ τὸ τσεκοῦρι μου ψυχὴ μ᾿ ἕνα θυμὸ περίσσο.
Τάχα ποιὸς μάγος, ποιὸ στοιχειὸ τοῦ δούλεψε τ᾿ ἀτσάλι
καὶ νιώθω φλόγα τὴν καρδιὰ καὶ βράχο τὸ κεφάλι,
καὶ θέλω νὰ τραβήξω ἐμπρὸς καὶ πλατωσιὲς ν᾿ ἀνοίξω,
καὶ μ᾿ ἕνα Ναὶ νὰ τιναχτῶ, μ᾿ ἕνα Ὄχι νὰ βροντήξω;
Καβάλα στὸ νοητάκι μου, δὲν τρέμω σας ὅποιοι εἶστε
γκρικάω, βγαίνει ἀπὸ μέσα του μιὰ προσταγή: Γκρεμίστε!

Κωστής Παλαμάς (1859-1943) ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας, ιστορικός και κριτικός της λογοτεχνίας.

Ο Καβάφης και η «εργολαβία» του μοντερνισμού

ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΒΟΥΛΓΑΡΗ

Το 1999, τη στιγμή που ο πόλεμος στο Κόσσοβο και η επέμβαση του ΝΑΤΟ δίχαζαν την καθ’ ημάς διανόηση και επαναπροσδιόριζαν τα «ιδεολογικά μέτωπα», από τις σελίδες της Αυγής (και άλλων εφημερίδων) διεξήχθη μια καθόλου άσχετη με όλα αυτά συζήτηση, έστω κι αν φαινόταν πως είχε αμιγώς λογοτεχνικό θέμα. Αφορμή υπήρξε η ανθολογία Σικελιανού από τον Ζήσιμο Λορεντζάτο, ο οποίος στον πρόλογο αποφαινόταν: «αδιαφιλονίκητα ο μεγαλύτερος Έλληνας ποιητής του 20ού αιώνα». Ο καθείς μπορεί να φανταστεί την «πόλωση» της συζήτησης: Σικελιανός ή Καβάφης; Με όλα τα συμπαρομαρτούντα, περί ορθοδόξων αδελφών και «συνείδησης της φυλής» ή περί ανοιχτών κοινωνιών και οριζόντων, ενώ η συναίνεση των ευρωπαίων διανοουμένων στους βομβαρδισμούς δημιουργούσε μια πρώτη ρωγμή στα ιστορικά αυτονόητα. Ο καθείς επίσης μπορεί να εικάσει ποιος ήταν ο ποιητής υπέρ του οποίου επιχειρηματολογούσε η δικιά μου παρέμβαση…
Έκτοτε, έχουν περάσει μόλις δεκατέσσερα χρόνια. Υφίσταται το ερώτημα Σικελιανός ή Καβάφης; Μάλλον θυμηδία θα προκαλούσε εάν ετίθετο. Παρ’ ότι σήμερα η συνείδηση της ευρωπαϊκότητας καταστρέφεται και αναδύονται πάλι εθνικές εμμονές, ο χρόνος έχει κυλήσει πολύ μακριά από το ελληνοκεντρικό κοσμοείδωλο.
Θυμηδία επίσης θα προκαλούσε η φράση του Σεφέρη αν την εκστόμιζε κάποιος σήμερα: «ο Καβάφης είναι ένα τέλος, δεν είναι αρχή», εννοώντας ως «αρχή» τον Παλαμά. Ναι, αλλά (θα ρωτούσε κάποιος καλοπροαίρετος) τι εννοούσε ο Σεφέρης; Μέσα σε ποια συμφραζόμενα το είπε αυτό;
«Με τον Παλαμά μπαίνει πια στον κανονικό της δρόμο η ελληνική λογοτεχνία. Από τις δυο παραδόσεις που συνεχίζουνται αδιάκοπα από την εποχή της πρώτης ‘κοινής’, η μια, η περίλαμπρη και η νεκρή, η λογία, βρίσκει το τέλος της στη ζωή της ποίησης με τον Καβάφη∙ η άλλη, η καταφρονεμένη και η ζωντανή, η λαϊκή παράδοση, αφού πήρε φωτιά από τα Τάρταρα και φως από τα Ηλύσια, ξέσπασε στον απάνω κόσμο με τον Παλαμά. Από τον Παλαμά και πέρα, ύστερα από δυο χιλιάδες χρόνια, για πρώτη φορά, η διπλή ελληνική παράδοση ενώνεται σε μια γραμμή».
Μία ακόμα προσπάθεια μείωσης και υπονόμευσης του Καβάφη; Προφανώς. Αλλά το πεδίο της γλώσσας, καθαρεύουσας ή δημοτικής, που αποτελεί, όπως φαίνεται κι εδώ, μείζον κριτήριο για τον Σεφέρη, είναι απρόβλεπτο. Στο ως άνω παράθεμα ο Σεφέρης δείχνει βέβαιος, πως έχει βρει μια πολύ ισχυρή, οχυρωμένη θέση, μέσα σε εκείνη τη γλώσσα που πιστεύει ότι θα κυριαρχήσει στο μέλλον ως «κοινή», κι έτσι θεωρεί πως μπορεί, διά της γλώσσας, να σχετικοποιήσει τον Καβάφη. Αλλά η γλώσσα εκδικείται. Όχι μόνο γιατί η «μικτή» είναι αυτή που κυριαρχεί σήμερα, ιδιαίτερα ως γλώσσα της ποίησης, αλλά και γιατί εκείνο το «συνεχίζουνται» του Σεφέρη δεν μιλιέται πια. Όπως δεν διαβάζονται ούτε ο Παλαμάς (του), ούτε ο Σικελιανός του Λορεντζάτου. Ό,τι περισσεύει απ’ αυτούς τους δύο ποιητές, και περισσεύουν αρκετά, βρίσκεται υποφωτισμένο, σχεδόν καταχωνιασμένο μέσα στις εκφάνσεις του λυρισμού τους – όχι στην «εθνική» ή την «παιδευτική» ή την «κανονιστική» τους χρηστικότητα.
Και αν πάμε ακόμα πιο πέρα, στο λορεντζάτειο γλωσσικό ιδίωμα και στο συνακόλουθο κοσμοείδωλό του, θα δούμε, πολύ πιο ανάγλυφα απ’ ό,τι στον Σεφέρη, το πεποιημένο της γλώσσας των δύο «αποτιμητών», δηλαδή τον λαϊκισμό τους, καθώς και τις προφανείς ιδεολογικές στοχεύσεις και πολιτικές αξιώσεις μέσα από τον «δημοτικισμό» τους.
Η ανηλεής αυτή μάχη (τέτοιες ήταν, και είναι πάντα, οι ουσιώδεις λογοτεχνικές αντιπαραθέσεις) διεξήχθη και διεξάγεται όχι απλώς στο πεδίο της υστεροφημίας και της ποιητικής κατίσχυσης, αλλά πρώτα απ’ όλα στο πεδίο της ιδεολογικής ηγεμονίας. Με ποιες ιδεολογικές και αισθητικές δεσπόζουσες θα οργανωθεί η νεοελληνική αφήγηση; Ποιος ποιητής θα χρισθεί σύμβολο της μετάβασης στη μοντέρνα εποχή; Και, ακόμα, σε ποιον ποιητή προστρέχουμε για να αναστοχαστούμε την ταυτότητά μας σήμερα, δηλαδή για να οριστούμε μέσα στο δύσκολο παρόν της μεταμοντέρνας εποχής; Ποιος ποιητής είναι περισσότερο συμβατός με τα ερωτήματα του καιρού μας; Και τι ιδεολογικές συνέπειες έχει, σήμερα, η απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα;
Είναι μια ακολουθία διακυβευμάτων που περιγράφει ένα «παιχνίδι» εξουσίας. Ανηλεές και ανοιχτά πολιτικό. Που αρχίζει ακριβώς το 1922. Όταν ο Βάρναλης και ο Καρυωτάκης στήνουν οδοφράγματα στην παλαμική λεωφόρο της Μεγάλης Ιδέας και στις παρόδους της («Εγώ είμαι η τέχνη των μωρών, των τσαρλατάνων […]/ Είμαι ‘η Φλογέρα’ εγώ ‘του Βασιλιά’/ και ‘το Πάσχα των Ελλήνων’», γράφει ο Βάρναλης στο Φως που καίει, κλείνοντας εν ταυτώ τους λογαριασμούς του με τον Παλαμά και τον Σικελιανό). Κι έτσι, Βάρναλης, και στη συνέχεια Καρυωτάκης (ενδεικτικό και κορυφαίο το ποίημά του για τις Δελφικές εορτές του Σικελιανού), περνούν τη νεοελληνική ποίηση οριστικά στην αστική εποχή, στις αντιθέσεις, τα διλήμματά της και τις αντιφάσεις της, ενώ ο Καβάφης κινείται κι αυτός μαζί τους προς το μέλλον, επιλέγοντας όμως να διανοίξει, ανεπαισθήτως, μια παρακαμπτήριο.
Βάρναλης και Καρυωτάκης απωθήθηκαν, βιαίως, έξω από το καθεστωτικό μυθόπλασμα του νεοελληνικού μοντερνισμού, αλλά επίσης και ο Καβάφης. Ήδη το 1929, ο Θεοτοκάς, στο Ελεύθερο πνεύμα του, θέτει με πιο καθαρούς όρους το απαξιωτικό προς τον Καβάφη επιχείρημα: «Ο κ. Καβάφης είναι ένα τέλος κ’ η πρωτοπορεία είναι μια αρχή. Είναι δύο κόσμοι αντίθετοι και ασυμβίβαστοι. Η μόνο επίδραση που μπορεί να εξασκήσει ο κ. Καβάφης σε μια ζωντανή νέα γενιά είναι μια επίδραση αρνητική. Επιταχύνοντας το τέλος μιας εποχής των ελληνικών γραμμάτων βοηθεί ίσως τη γέννηση μιας νέας εποχής». Η απάντηση του Καβάφη ήρθε το 1932, όταν επισκέφθηκε την Αθήνα για ιατρικές εξετάσεις και, με καβαφική αβρότητα, κάλεσε μέσω κοινού γνωστού τον νεοσσό Θεοτοκά, στο αθηναϊκό ξενοδοχείο «Κοσμοπολίτ» όπου διάμενε. «Είναι ρωμαντικοί! Ρωμαντικοί! Ρωμαντικοί!», είπε στον Θεοτοκά, για τους «ποιητάς των Αθηνών», διευκρινίζοντας πως περιλαμβάνει συλλήβδην τους πάντες, άρα, κατά καβαφική συνεκδοχικότητα, και τους νεόκοπους… (Δες την εργοβιογραφία Καβάφη, των Δασκαλόπουλου-Στασινοπούλου, εκδόσεις Μεταίχμιο).
Ο Θεοτοκάς, ο Σεφέρης, ο Λορεντζάτος και η συντροφία επιχείρησαν λοιπόν συστηματικά να απαξιώσουν την ήδη συντελεσμένη μοντερνιστική τομή, διεκδικώντας για λογαριασμό τους, για λογαριασμό της ιδεολογίας τους και του πολιτικού τους χώρου, τη διαχείριση της αστικής εποχής, προσφέροντας στο λόγο τής εξουσίας τα κρίσιμα εργαλεία. Δεν δίστασαν να προβάλλουν, έναντι του Καβάφη, την ήδη παρωχημένη ποιητική του Παλαμά ή τού Σικελιανού, δηλαδή να «πετάνε τη μπάλα στην εξέδρα», να  ακυρώνουν κάθε δυνατότητα σοβαρής συζήτησης, διεκδικώντας όμως έτσι την αποκλειστική αντιπροσωπεία του μοντέρνου, αλλά και της «ευρωπαϊκότητας» (εξορίζοντας, φυσικά, από το κάδρο τον ευρωπαίο, και όχι μεταπράτη «ευρωπαϊστή», συγγραφέα τηςΠάπισσαςΕμμανουήλ Ροΐδη), κλπ, κλπ. Κι αν η εγχώρια αστική τάξη χρησιμοποίησε τελικά τα εργαλεία που της προσέφεραν απλώς για να αναπαραγάγει τον παρασιτισμό της, με αυτή πάντως τη διαδικασία ορίστηκε μέχρι σήμερα το λογοτεχνικό πεδίο, καθώς κι εκείνο της εκπαίδευσης, με βάση αυτή την αφήγηση, στην οποία ομνύει και το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου αριστεράς. (Η στάση της οποίας απέναντι στον Καβάφη δεν υπήρξε ιδιαίτερα θετική: θυμίζω τη θυελλώδη συζήτηση το 1955 στην Επιθεώρηση Τέχνης, όπου και το  εξόχως διορατικό κείμενο του Μανόλη Λαμπρίδη, «Καβάφης, Βάρναλης, Καρυωτάκης…»).
Η καθεστωτική αφήγηση/κατασκευή της ιστορίας του νεοελληνικού μοντερνισμού διαθέτει ακόμα τεράστια ισχύ. Για παράδειγμα, πριν από ένα μήνα, σε μία από τις δύο νεοφιλελεύθερες, και λογοτεχνικά «μεταμοντέρνες» (τρομάρα τους) αθηναϊκές επιθεωρήσεις βιβλίου, γνωστός νεοελληνιστής του εξωτερικού άρχιζε έτσι, με απίστευτη φιλολογική αυταρέσκεια, ένα κείμενό του για τον Καβάφη: «Το 1935 ήταν μια κρίσιμη χρονιά για την ελληνική λογοτεχνία∙ γεννήθηκ[ε] ο μοντερνισμός –αν μου επιτρέπεται αυτή η κάπως θετικιστική απλούστευση- με το Μυθιστόρημα του Γιώργου Σεφέρη». Οι καθεστωτικές αφηγήσεις διαρκούν πολύ…
***
Πριν από λίγες μέρες, εκδόθηκε (από τον Ίκαρο) η αλληλογραφία του Ε. Μ. Forster με τονΚαβάφη (1916-1932), ένα μοναδικό τεκμήριο, όπου βλέπουμε έναν χειραφετημένο νεοέλληνα ποιητή, ο οποίος αντιμετωπίζει με αφοπλιστική ευγένεια, αλλά και καβαφικά υπόρρητη ειρωνεία, τον ίδιο τον Forster (που μάλιστα μεσολαβεί για τη δημοσίευση ποιημάτων τού Καβάφη σε περιοδικά και προσφέρεται για την έκδοσή τους σε βιβλίο στην Βρετανία), τον Τ. Σ. Έλιοτ και το περιοδικό του Kritirion (που δημοσίευσε κάποια ποιήματα του Καβάφη), κλπ, κλπ… Όλα αυτά συνιστούν μια εικόνα του Καβάφη που απέχει πολύ από εκείνη που μας παρέδωσε η κατεστημένη φιλολογία. Βεβαιώνουν ακόμα και την πραγματολογική γνώση του επί των τεκταινομένων του μοντερνισμού, πέρα από την πασιφανή, χειραφετημένη και όχι μεταπρατική, δηλαδή ισότιμη ποιητική του συμμετοχή σ’ αυτή την καλλιτεχνική κοσμογονία. Ο καθένας επιλέγει με ποια εικόνα του Καβάφη και της ποίησής μας ταυτίζεται, σε ποια εικόνα του εαυτού του προσβλέπει, σε ποια ταυτότητα ομνύει, πώς πορεύεται σε τούτη τη ζωή.
Πάντως, τα παιχνίδια εξουσίας, οι γραμματολογικές μανούβρες και οι πρόσκαιρες επιτυχίες παλιώνουν γρήγορα∙ αυτό που διαρκεί είναι το κατορθωμένο έργο, όπως το γνώριζε καλύτερα από κάθε άλλον ο Καβάφης, αφήνοντάς μας ένα διαρκές μέτρο των πραγμάτων. Κι αυτό το έργο δεν έχει καμιά σημασία αν αντιστοιχεί ή όχι στην έκτακτη εικόνα του Εμπειρίκου, ότι «Η ποίησις είναι ανάπτυξι στίλβοντος ποδηλάτου», αν και η καβαφική ποίηση σίγουρα αντιστοιχεί στην ουσία τού εμπειρίκειου ορισμού: «Μέσα της όλοι μεγαλώνουμε. […] Η εκδρομή αυτή δεν έχει τέλος».
Ετούτο έχει να μας προσφέρει, ο τόσο οικείος πια, αλλά διαρκώς τόσο απόμακρος Καβάφης, και στη σημερινή, δύσκολη ιστορική στιγμή, μέσα στην κρίση. Δηλαδή, ό,τι πιο μείζον και ανθεκτικό. Γι’ αυτό και το παρόν αφιέρωμα, ογδόντα χρόνια από τον θάνατό του και εκατόν πενήντα από τη γέννησή του.
Γιατί, όπως το είπε ο ίδιος, «Ο Καβάφης, κατά την γνώμη μου, είναι ποιητής υπερμοντέρνος, ποιητής των μελλουσών γενεών».