«El pueblo unido»: Μνήμη Σαλβαδόρ Αλιέντε

 

Στις 26 Ιουνίου του 1908 έρχεται στη ζωή μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του 20ου αιώνα, που χάραξε με τρόπο ανεξίτηλο την ιστορία της παγκόσμιας Αριστεράς. Στην πόλη του Βαλπαραΐζο γεννιέται από μια προοδευτική μεγαλοαστική οικογένεια ο Σαλβαδόρ Αλιέντε: ο άνθρωπος που εξήντα δύο χρόνια μετά θα εκλεγεί πρόεδρος της χώρας του, εγκαινιάζοντας μια λαμπρή σελίδα για τη Χιλή αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο
Του Τάσου Ξένου

Ο Αλιέντε σπουδάζει ιατρική γιατί θέλει να βοηθά ανήμπορους και φτωχούς ανθρώπους που δεν έχουν καμιά δυνατότητα περίθαλψης στο ανάλγητο αμερικανόφιλο καθεστώς που κυβερνά τη χώρα από τα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια μυείται στον μαρξισμό και ασπάζεται τα προτάγματα και τις αξίες του. Το 1933, σε ηλικία 25 ετών, ο Αλιέντε συμμετέχει στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Χιλής. Παλεύει από τη πρώτη στιγμή για τον κοινωνικό εκδημοκρατισμό και την πολιτική χειραφέτηση της χώρας του. Οργίζεται από το καθεστώς του «αφανούς» προτεκτοράτου των Η.Π.Α και επιθυμεί την ανατροπή αυτής της κατάστασης.

Ως υπουργός Υγείας στη κυβέρνηση του Πέντρο Αγκίρε Σέντρα (1937-1941) επιβεβαιώνει τον ριζοσπαστισμό του παίρνοντας φιλολαϊκά μέτρα. Θεσπίζει τη δωρεάν περίθαλψη για τους άνεργους και τους αγρότες, εκσυγχρονίζει τα νοσοκομεία και ξεκινά μια σπουδαία προσπάθεια εθνικοποίησης του συστήματος υγείας. Όλες οι προσπάθειες του όμως αναιρούνται από τους επόμενους συντηρητικούς κυβερνώντες.

Χάρη στην πολιτική που ακολουθεί ο Αλιέντε ως υπουργός, καθιερώνεται ως ηγετική προσωπικότητα της Αριστεράς, αλλά και μια από τις πλέον μισητές φιγούρες για τη Δεξιά. Άλλωστε η μαρξιστική του ιδεολογία, η εκπεφρασμένη εναντίωσή του στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και η εμμονή του στην ενότητα όλων των αριστερών δυνάμεων της Χιλής, δικαιολογεί τη στάση συντρόφων και ορκισμένων εχθρών.

Το 1952 κατεβαίνει για πρώτη φορά υποψήφιος πρόεδρος της Χιλής. Τερματίζει τελευταίος, καθώς στο μεταξύ έχει διαγραφεί από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, λόγω της στήριξης που του παρέχει το παράνομο –τότε– Κομμουνιστικό Κόμμα. Το 1958, με τη στήριξη αυτή τη φορά του Σοσιαλιστικού κόμματος και του –νόμιμου πλέον– κομμουνιστικού κόμματος, τερματίζει δεύτερος στις προεδρικές εκλογές. Από εκείνη τη στιγμή ο Αλιέντε γίνεται σχεδόν αμέσως το σύμβολο αντίστασης των καταπιεσμένων και των υποτελών. Στο πρόσωπό του, οι εξαθλιωμένες μάζες βλέπουν την περηφάνια και την ευκαιρία για χειραφέτηση. Ο ίδιος χτίζει γέφυρες με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις του τόπου και στέκεται αποφασιστικά απέναντι σε κάθε πρακτική που ακολουθούν οι «πουλημένες στις Η.Π.Α κυβερνήσεις μας», όπως λέει.

Η πραγματικότητα όμως δείχνει να διαψεύδει πολλά από τα οράματα και  τις απόψεις του Χιλιανού ηγέτη. Η ενότητα στους κόλπους της Αριστεράς αποδεικνύεται δύσκολη υπόθεση. Μολονότι έχουν προϋπάρξει πολλές κυβερνήσεις αριστερών μετώπων από το 1933 μέχρι το 1952 –πάντα υπό τον πρωταγωνιστικό ρόλο του κραταιού τότε Ριζοσπαστικού Κόμματος–, ωστόσο η ιδεολογική περιχαράκωση τόσο του σοσιαλιστικού, όσο και του κομμουνιστικού κόμματος, ταλανίζουν τον χώρο. Ο Αλιέντε, άνθρωπος με ιδεολογική συνέπεια αλλά «διπλωματικός» και συναινετικός καταφέρνει να υπερκεράσει εντέλει τις αγκυλώσεις των δύο κύριων εργατικών κομμάτων και να τα φέρει πιο κοντά.

Αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών είναι η δημιουργία ενός μεγάλου και μοναδικού για την εποχή αριστερού μετώπου, με το όνομα Λαϊκή Ενότητα (Unidad Popular), την οποία αποτελούν το Κομμουνιστικό Kόμμα, το Σοσιαλιστικό Kόμμα του Αλιέντε, το Σοσιαλδημοκρατικό Kόμμα, το Ριζοσπαστικό Kόμμα, η Κίνηση της Ενωμένης Λαϊκής δράσης (MAPU), η Ανεξάρτητη Λαϊκή Δράση και ένας μεγάλος αριθμός ανένταχτων αριστερών. Πρόκειται για έναν ετερόκλητο σχηματισμό και ο Αλιέντε είναι ο κύριος παράγοντας σταθερότητάς του.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 γίνεται εμφανές σε όλους ότι μια δημοκρατική κατάληψη της εξουσίας από την ενωμένη Αριστερά θα γίνει μόνο με την ανοχή του μεγάλου κεντρώου κόμματος της χώρας, του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος – που δεν πρέπει να ταυτίζεται όμως σε καμία περίπτωση με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά χριστιανοδημοκρατικά κόμματα. Οι συγκρούσεις εντός της Λαϊκής Ενότητας θα είναι συχνές και ορισμένες φορές ο Αλιέντε θα αδυνατεί να βρει συμβιβαστική λύση. Το 1969 το Κομμουνιστικό Κόμμα, θέλοντας να αποσπάσει την ανοχή των Χριστιανοδημοκρατών, σκέφτεται να προτείνει για υποψήφιο στις επικείμενες προεδρικές εκλογές κάποιον από το MAPU, κόμμα που προήλθε από τη διάσπαση της αριστερής πτέρυγας των Χριστιανοδημοκρατών. Γρήγορα όμως εγκαταλείπει αυτή την ιδέα, γιατί αναγνωρίζουν στον Αλιέντε τον μόνο πολιτικό που θα μπορούσε να ασκήσει σοσιαλιστική διακυβέρνηση χωρίς την αντίθεση των Χριστιανοδημοκρατικών.

Οι Χριστιανοδημοκράτες θα απαιτήσουν από τον Αλιέντε σοβαρά ανταλλάγματα προκειμένου να «παραιτηθούν» από τη διεκδίκηση της προεδρίας. Ο «Νόμος Δημοκρατικών Εγγυήσεων», όπως ονομάσθηκε το consensus της Λαϊκής Ενότητας και των Χριστιανοδημοκρατών, ορίζει τη συνέχιση των δημοκρατικών θεσμών και τη διασφάλιση της ουδετερότητας του Στρατού. Με λίγα λόγια, οποιαδήποτε ριζική μεταρρύθμιση θα επιχειρούσε ο Αλιέντε όσο θα ήταν στην εξουσία, θα έπρεπε να περνάει από τη Βουλή, με το στρατό να αναλαμβάνει τον ρόλο του τελικού εγγυητή των –αστικών– θεσμών. Η Λαϊκή Ενότητα θα πιστέψει ότι αυτή είναι η χρυσή ευκαιρία για τη χιλιανή Αριστερά. Ο Αλιέντε θα τιμήσει αυτή τη συμφωνία για καιρό, παρόλο που οι Χριστιανοδημοκράτες δείχνουν να την εγκαταλείπουν σχεδόν αμέσως. Αυτό θα αποδεικνυόταν και το μεγαλύτερο λάθος στην εποχή της διακυβέρνησής του. Ένα λάθος που θα βύθιζε τη χώρα στην πιο αιμοσταγή δικτατορία που γνώρισε ο κόσμος μετά την Γερμανία του Χίτλερ.

Στις προεδρικές  εκλογές του 1970 ο Αλιέντε κερδίζει με σχετική μονάχα πλειοψηφία τον ακροδεξιό αντίπαλο του Αλεσσάντρι, με ποσοστό 36,2%, έναντι 34,9%. Οι Χριστιανοδημοκράτες, που έχουν παρακινήσει πολλά στελέχη τους να ψηφίσουν την Λαϊκή Ενότητα, τερματίζουν τρίτοι με ποσοστό 27,8%. Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, η Βουλή πρέπει να διαλέξει το νέο πρόεδρο της χώρας ανάμεσα στους δύο πρώτους υποψηφίους. Οι Χριστιανοδημοκράτες θα στηρίξουν τελικά την Λαϊκή Ενότητα και έτσι ο Αλιέντε θα γίνει ο πρώτος μαρξιστής πρόεδρος που εκλέγεται δημοκρατικά σ’ ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο. Δίπλα του στέκεται και ο άνθρωπος σύμβολο της χιλιανής αντίστασης και διανόησης, ο ποιητής Πάμπλο Νερούντα.

Από τη πρώτη στιγμή η κυβέρνηση του Αλιέντε φαίνεται να περπατά σε τεντωμένο σχοινί. Από τη μια πλευρά στέκεται ο εξαθλιωμένος λαός και από την άλλη ο στρατός. Από τη μία η διχασμένη στους ριζοσπάστες και τους μετριοπαθείς Λαϊκή Ενότητα, και από την άλλη μια ηττημένη πολιτικά αστική τάξη που δείχνει να ανασυγκροτείται με γοργούς ρυθμούς. Ο Αλιέντε δηλώνει στους συντρόφους του πως ο «Νόμος Δημοκρατικών Εγγυήσεων» είναι μια τακτική αναγκαιότητα και ότι σύντομα το αστικό κράτος θα καταρρεύσει. Ο ίδιος θα προσπαθήσει να επιβάλει μια πολιτική ριζοσπαστική στην οικονομία και ταυτόχρονα κατευναστική προς τον στρατό. Στα τρία χρόνια που θα μείνει στην εξουσία η Λαϊκή Ενότητα, θα πέτυχε μόνο στο πρώτο.

Το πρόγραμμα που εφαρμόζει η Λαϊκή Ενότητα είναι ένα εξαιρετικά προοδευτικό και ρηξικέλευθο μείγμα πολιτικής. Μέσα σε λίγους μόνο μήνες θα γίνει ο μεγαλύτερος αναδασμός γης που γνώρισε μέχρι τότε η αμερικανική ήπειρος. Εκατομμύρια εκτάρια γης θα δοθούν σε ακτήμονες στο πλαίσιο της αγροτικής μεταρρύθμισης, το γάλα θα μοιράζεται δωρεάν στα παιδιά, ο μισθός των στρατιωτικών θα αυξηθεί, η θέση των εργατών θα βελτιωθεί ραγδαία με την ίδρυση συνδικάτων, οι μισθοί θα αυξηθούν. Επιπλέον, θα ψηφιστεί ένας νέος εργατικός νόμος, θα εισαχθεί ο θεσμός της αυτοδιαχείρισης σε πολλές εταιρίες και θα επιβληθεί η εθνικοποίηση ενός τεράστιου αριθμού επιχειρήσεων. Ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας θα συρρικνωθεί στο ελάχιστο και ο δημόσιος θα αρχίζει να παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που του αναλογεί. Την ίδια περίοδο θα ιδρυθεί ο Αναπτυξιακός Συνεταιρισμός Ιθαγενών Πληθυσμών και το Ινστιτούτο εκπαίδευσης των Μαπούτσε, προκειμένου να καλυφθούν οι τρομακτικές ανάγκες των αυτοχθόνων της Χιλής.

Στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής, ο Αλιέντε θα επιδιώξει να απαγκιστρωθεί από την κηδεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών και θα συνάψει σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση, την Κίνα και την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο. Θα ασκήσει ανεξάρτητη πολιτική εντός του Ο.Η.Ε και θα παγώσει τις σχέσεις της Χιλής με τις άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου έχουν επιβληθεί φιλοαμερικανικές κυβερνήσεις –ή δικτατορίες. Αυτό θα εξοργίσει τον Νίξον, που θα δηλώσει: «Τώρα με τον Κάστρο στην Κούβα και τον Αλιέντε στη Χιλή έχουμε στην Λατινική Αμερική ένα κόκκινο σάντουιτς και μοιραία όλη θα γίνει κόκκινη».

Από την πρώτη στιγμή, ο αμερικανικός παράγοντας στέκεται ανοιχτά απέναντι στον Αλιέντε. Ξαφνιάζεται από την νίκη του, μιας και ο Αλεσσάντρι –που έχει πριμοδοτηθεί για τον προεκλογικό του αγώνα από τις Η.Π.Α με το ποσό των 350 χιλιάδων δολαρίων μέσω της μεγάλης εταιρίας τηλεπικοινωνιών ITT– διαβεβαιώνει ότι θα είναι αυτός νικητής.

Ο Νίξον γρήγορα θα επιβάλει έναν «αόρατο οικονομικό αποκλεισμό» της Χιλής ήδη από τη πρώτη μέρα της κατάκτησης της εξουσίας από την ενωμένη Αριστερά. Θα ανακόψει κάθε ενδεχόμενο σύναψης εξωτερικού οικονομικού δανείου από την Παναμερικανική Τράπεζα και θα διατάξει τη CIA και τον ΥΠΕΞ Χένρι Κίσινγκερ να «σώσει τη Χιλή από τα χέρια αυτού του σοσιαλιστή».

Το σχέδιο πραξικοπήματος σχεδιάζεται ήδη πριν από την εκλογή του Αλιέντε. Μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου, ο Νίξον δεν θέλει να δει άλλη μια χώρα της αμερικανικής ηπείρου να πέφτει στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης. Ο ίδιος θα πει στον τότε αρχηγό της CIA, Ρίτσαρντ Χέλμς: «Κάνε αυτό που πρέπει να κάνεις, ξόδεψε όσα χρήματα χρειάζεσαι, λύγισε την Οικονομία, αλλά σώσε την Χιλή. Koίτα να εμποδίσεις τον Αλιέντε να είναι ο πρώτος ελεύθερα εκλεγμένος Σοσιαλιστής Πρόεδρος. Κάνε αυτό που πρέπει».

Η CIA πλησιάζει τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων της Χιλής Σνάιντερ, και του ζητά να ρίξει την κυβέρνηση Φρέι –για να μη χρεωθεί η ίδια το πραξικόπημα–, εκείνος όμως αρνείται. Έτσι, δύο μέρες πριν από την κρίσιμη ψηφοφορία που θα έβαζε τον Αλιέντε στον προεδρικό θώκο, τρία αμάξια κλείνουν τον δρόμο του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων και οι άγνωστοι επιβάτες τους τον δολοφονούν.  Η επιχείρηση αυτή της CIA είναι σήμερα γνωστή με το όνομα «Επιχείρηση FU BELT».

Εκείνο όμως που ωθεί τις Η.Π.Α να ξοδέψουν εκατομμύρια δολάρια για την ανατροπή του Αλιέντε είναι η κρατικοποίηση των μεταλλείων χαλκού. Ο χαλκός είναι το κύριο εξαγωγικό προϊόν της Χιλής και τα μεταλλεία ανήκουν εξολοκλήρου σε μεγάλες εταιρίες των Η.Π.Α. Η καταστροφή των συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ολοκληρωτική. Από την επομένη, λοιπόν, των εκτεταμένων κρατικοποιήσεων στη βαριά βιομηχανία, η CIA θέτει σε εφαρμογή το σχέδιο της ανατροπής του προέδρου Αλιέντε. Πληρώνει περίπου 400 εκατομμύρια δολάρια για να εξαγοράσει το συνδικάτο των οδηγών Φορτηγών, το οποίο κηρύσσει αμέσως απεργία. Για μια χώρα σαν τη Χιλή, αυτή η απεργία είναι καταστροφική, καθώς κοστίζει στο κράτος 200 εκατομμύρια δολάρια.

Ο Αλιέντε όμως δείχνει αλώβητος στην συνείδηση του λαού. Η δημοτικότητα του αυξάνεται κατακόρυφα και πλατιές μάζες δείχνουν να συμμερίζονται τις αντιαμερικανικές του απόψεις. «Λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος», φωνάζουν τα πλήθη κάθε φορά που εμφανίζεται, ανησυχώντας τη χιλιανή αστική τάξη και τον στρατό. Τα σχέδια των εχθρών του Αλιέντε και του καθημαγμένου λαού είναι γνωστά πλέον. Στις δημοτικές εκλογές του Απριλίου του 1971, η Λαϊκή Ενότητα κερδίζει το 50,08% και παρόλο που το Σύνταγμα δίνει δυνατότητα στον πρόεδρο να διαλύσει τη Βουλή μετά από δημοψήφισμα, ο Αλιέντε τηρεί την συμφωνία με τους Χριστιανοδημοκράτες και δεν παρεμβαίνει στην ανεξαρτησία του στρατού ή στη διάλυση του κοινοβουλίου. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ένα μήνα πριν τις δημοτικές εκλογές έχει αποτύχει απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, την οποία έχει στηρίξει υπογείως και το κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών.

Ο Αλιέντε ακάθεκτος συνεχίζει τις επαναστατικές μεταρρυθμίσεις του. Η πρόοδος στην αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού είναι θεαματική. Η παιδική θνησιμότητα μειώνεται κατά 20,01% και η ανεργία πέφτει από το 8,8% στο 3%. Το πρόβλημα του πληθωρισμού όμως έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, αφού ο οικονομικός στραγγαλισμός των Η.Π.Α δυσκολεύει πολύ τον Αλιέντε. Η CIA δεν θα αργήσει να κάνει φανερή τη προσπάθεια της να τον ανατρέψει.

Ο πρόεδρος, στην προσπάθειά του να περιορίσει τη δράση του στρατού, κάνει ανασχηματισμό και βάζει στο νέο υπουργικό συμβούλιο τρεις στρατιωτικούς, ανάμεσά τους και τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγό Πρατς. Τον Μάρτιο του 1973 γίνονται νέες εκλογές και η αντιπολίτευση χάνει και πάλι. Αυτή τη φορά όμως η Λαϊκή Ενότητα παίρνει 44% από το 50,08% που είχε πετύχει δύο χρόνια πριν.

Με διάφορες αφορμές, η αντιπολίτευση υποκινεί ταραχές και απεργίες, προσπαθώντας να δημιουργήσει εμφυλιακό κλίμα. Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1972 γίνεται η δεύτερη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Αλιέντε, η οποία αποτυγχάνει και πάλι. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, το –ταγμένο στο πλευρό των Η.Π.Α– συνδικάτο Ιδιοκτητών Φορτηγών κηρύσσει απεργία που παραλύει τη χώρα. Τον Ιούλιο του 1973 αποτρέπεται νέα προσπάθεια πραξικοπήματος και έτσι το «σχέδιο Ζ» της CIA αποτυγχάνει.

Την κατάσταση έρχεται να εντείνει λίγο αργότερα και ένα κύμα διώξεων και βασανισμών που υφίστανται δημοκρατικοί αξιωματικοί σε ολόκληρη τη χώρα. Ο ίδιος ο στρατηγός Πρατς προπηλακίζεται δημόσια στον δρόμο και παραιτείται, καταγγέλλοντας την ύπαρξη νέων σχεδίων πραξικοπήματος. Ο Αλιέντε δείχνει να αγνοεί την παραίνεση του Πρατς να ανοίξει της αποθήκες των όπλων και να οπλίσει τον λαό. Αντ’ αυτού, τοποθετεί αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, τον στρατηγό Πινοσέτ, τον άνθρωπο που θα εγκαταστήσει σε λίγο καιρό το πιο άγριο καθεστώς που γνώρισε ποτέ η Λατινική Αμερική.

Η νέα απεργία των Ιδιοκτητών Φορτηγών στα τέλη του Ιουλίου του 1973 είναι η αρχή του τέλους για την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας. Οι μέρες που περνούν είναι δραματικές. Τελικά στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973, ο Πινοσέτ, με υπόδειξη της CIA, εξαπολύει συντονισμένη επίθεση από ξηράς και αέρα εναντίον του προεδρικού μεγάρου. Ο λαός υπερασπίζεται τον πρόεδρο Αλιέντε. Λίγο μετά το μεσημέρι, οι δυνάμεις του Πινοσέτ καταλαμβάνουν το προεδρικό μέγαρο, μέσα στο οποίο βρίσκεται ο νεκρός πλέον Αλιέντε. Έχει αυτοκτονήσει λίγο μετά την τελευταία ραδιοφωνική του ομιλία, στην οποία καλεί τον λαό να αντισταθεί, με το όπλο που του είχε δωρίσει ο Φιντέλ Κάστρο όταν επισκέφτηκε τη Χιλή τον Νοέμβριο του 1971. Αυτή είναι η επίσημη εκδοχή του θανάτου του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστήριξαν ότι ο πρόεδρος σκοτώθηκε προσπαθώντας να υπερασπιστεί το προεδρικό μέγαρο μαζί με τους ελάχιστους συντρόφους του. Αξίζει να αναφερθεί πως ο στρατηγός Κάρλος Πρατς, φίλος και σύντροφος του Αλιέντε, δολοφονήθηκε από μία ακροδεξιά οργάνωση στην Αργεντινή το 1974, πληρώνοντας κι αυτός με τη ζωή του τις προσπάθειες εκδημοκρατισμού του χιλιανού στρατού.

Σήμερα είναι γνωστό ότι ο Αλιέντε είχε εγκρίνει τη σύσταση της δημιουργίας της Εργατικής Πολιτοφυλακής μετά από εισήγηση της Συνομοσπονδίας Εργατών. Ο εξοπλισμός και η ανάπτυξή της, όμως, γίνονταν με απελπιστικά αργούς ρυθμούς, ώστε οι αμερικανοί να πετύχουν τελικά αυτό για το οποίο πάλευαν ήδη από το 1969.

Το καθεστώς Πινοσέτ βύθισε τη χώρα στην τρομοκρατία. Διέλυσε κάθε κατάκτηση των εργαζομένων και των αγροτών και επέβαλε την πιο άγρια μορφή νεοφιλελευθερισμού που γνώρισε ποτέ η υφήλιος μέχρι τότε. Δεκαεφτά χρόνια έμεινε στην εξουσία και τα αποτελέσματα της βάναυσης διακυβέρνησής του είναι ορατά μέχρι και σήμερα. Η Χιλή είναι μία διαλυμένη χώρα και η Αριστερά εκεί βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τον Αλιέντε. Για την αποφασιστικότητά του να εφαρμόσει μια ριζοσπαστική σοσιαλιστική πολιτική, αλλά και για την ατολμία του να παλέψει ενάντια στον στρατό, παρόλο που είχε τη λαϊκή νομιμοποίηση. Η ηθική του τον έκανε να υποβαθμίζει τα σχέδια εκείνων που στήριζαν και υποκινούσαν δολοφονικές απόπειρες εναντίον του. Ο Αλιέντε έμεινε εντούτοις στην ιστορία ως ο γνήσιος λαϊκός ήρωας της Χιλής. Είναι εκείνος που πήρε έναν καθημαγμένο λαό και τον εξύψωσε, εφαρμόζοντας μια δίκαιη σοσιαλιστική πολιτική. Σήμερα πολλά καθεστώτα στον κόσμο εμπνέονται από αυτόν τον χαρισματικό πολιτικό και τα οράματά του.  Το πείραμα της Λαϊκής Ενότητας άνοιξε νέους δρόμους σκέψης και πολιτικής στοχοθεσίας στο παγκόσμιο αριστερό κίνημα. Ήταν κάτι τόσο ελπιδοφόρο και δυναμικό, που προκειμένου να κατασταλεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάστηκε να ξοδέψουν δισεκατομμύρια δολαρίων και να αιματοκυλίσουν έναν ολόκληρο λαό.

***

«Αξιώνουμε να δημιουργήσουμε έναν διαφορετικό κόσμο, να αποδείξουμε ότι μπορούν να γίνουν βαθιές αλλαγές που αποτελούν επανάσταση. Πρέπει να δημιουργήσουμε μια κυβέρνηση δημοκρατική, εθνική, επαναστατική και λαϊκή που θα οδηγήσει στον Σοσιαλισμό».

Σαλβαδόρ Αλιέντε

Ο Πάμπλο Νερούντα, που στήριξε τον Αλιέντε, όταν ο Πινοσέτ κατέλαβε την εξουσία έγραψε το ποίημα Σατράπες:

Νίξον, Φρέϋ και Πινοτσέτ
ως τώρα, ως τούτο τον πικρό
μήνα Σεπτέμβρη του 1973,
με τον Μπορνταμπέρι, τον Γκαρατσάτσου και τον Μπαντζέρ,
ύαινες αχόρταγες, τρωκτικά,
σιγοτρώνε τα λάβαρα,
τα καταχτημένα με τόσο αίμα, με τόση φωτιά,
στα τσιφλίκια ποδοπατημένα,
διαβολικοί δραγουμιστές,
σατράπες, μύριες φορές πουλημένοι,
ξεπουλητάδες βαλτοί
από τους λύκους της Νέας Υόρκης…

πεινασμένες για δολλάρια μηχανές,
σημαδεμένοι από τα θύματα
των λαών που θυσιάσατε,
εκπορνευμένοι μικροπωλητές
ψωμιού και αέρα αμερικάνικου,
εγκληματικοί βούρκοι, συμμορίες
από μαστρωπούς μπόσηδες
δίχως άλλο νόμο απ’τα βασανιστήρια
και την πείνα που μαστιγώνει τους λαούς…

Για τον «δεύτερο Μπερλινγκουέρ»

 

Σε ένα από τα κεφάλαια του βιβλίου του «Ο ράφτης της Ουλμ» που αναφέρεται στον Ενρίκο Μπερλινγκουέρ, ο Λούτσιο Μάγκρι μιλάει για την πολιτική του γραμματέα του ΙΚΚ μετά την αποτυχία του ιστορικού συμβιβασμού

Του Λούτσιο Μάγκρι

Στις παραμονές της δεκαετίας του ’80, το ΙΚΚ βρισκόταν ήδη σε μεγάλες δυσκολίες. Το αποτέλεσμα των βουλευτικών εκλογών του 1979 δεν ήταν τόσο δραματικό όσο το περιέγραφε ο τύπος. Το κόμμα διατηρούσε το 30% του εκλογικού σώματος, δύο μονάδες παραπάνω από το 1972. Όμως, μπορούσε κανείς να αντιληφθεί ένα σημάδι περισσότερο ανησυχητικό στην ανάλυση της ψήφου: η αποσκίρτηση είχε συμβεί στις μητροπολιτικές περιοχές και στο εργατικό και νεανικό εκλογικό σώμα, που συνιστούσαν τους πρωτοπόρους τομείς στις προηγούμενες επιτυχίες. Μα το μεγαλύτερο πρόβλημα ήταν άλλο, η πολιτική μετατόπιση των δύο μεγάλων συνομιλητών, πάνω στους οποίους το ΙΚΚ είχε οικοδομήσει το σχέδιό του: της Χριστιανικής Δημοκρατίας και του Σοσιαλιστικού Κόμματος, που είχαν πάλι ενωθεί σε κυβερνητικό συνασπισμό, ανταγωνιστικό στο εσωτερικό του, αλλά που ήταν ρητά και σταθερά αποφασισμένος να κρατήσει έξω τους κομμουνιστές. Έτσι, το ΙΚΚ έχανε όχι μόνο μερικούς βουλευτές, αλλά και μια αξιόπιστη πολιτική προοπτική.

Αρχικά η ηγετική του ομάδα αρνήθηκε να το παραδεχτεί, λόγω της απροθυμίας της να κάνει μια ξεκάθαρη αυτοκριτική για το πρόσφατο παρελθόν, αλλά και επειδή ήταν πεπεισμένη ότι η νέα κεντροαριστερά ήταν υπερβολικά διαιρεμένη και ανίκανη να κυβερνήσει μια χώρα που βρισκόταν ακόμη σε κρίση, άρα ήταν μεταβατική. Έπρεπε να την παρακολουθούν στενά και να την ακολουθούν κατά πόδας, μέχρι τη στιγμή που η αναγκαιότητα ενός μεγάλου συνασπισμού, με ξεκαθαρισμένα όρια, θα προτεινόταν και πάλι.

Το τέλος του ιστορικού συμβιβασμού

Παρόλα αυτά στο εσωτερικό του κόμματος ξεκίνησε μια σύγκρουση, περισσότερο τακτική παρά στρατηγική, σε περιορισμένες συνεδριάσεις, αλλά συχνά σκληρή. Το κύριο αντικείμενό της ήταν η άποψη για την εξέλιξη του Σοσιαλιστικού Κόμματος και για τη «νέα πορεία» που είχε ξεκινήσει ο Κράξι. Μέλη της ηγεσίας με κύρος πίστευαν ότι αυτή η πορεία ήταν αναστρέψιμη, χρησιμοποιώντας ως μοχλό τις εκτεταμένες συμμαχίες στο συνδικάτο, στους συνεταιρισμούς και στην τοπική αυτοδιοίκηση (κλείνοντας το ένα μάτι στο ηθικό ζήτημα) και ότι η κυβερνητική επανατοποθέτηση του Σοσιαλιστικού Κόμματος θα μπορούσε, αντίθετα, στο τέλος να αποδειχτεί χρήσιμη για να φθείρει τη χριστιανοδημοκρατική υπεροχή, για να της αφαιρέσει τη συναίνεση της πιο σύγχρονης μεσαίας τάξης, να οικοδομήσει μια νέα ενότητα στα αριστερά και να βρει ένα δίαυλο επικοινωνίας με την ευρωπαϊκή αριστερά. Άλλα μέλη της ηγεσίας, που ήταν κοντά στον Μπερλινγκουέρ, έκριναν αντίθετα πολύ πιο αυστηρά τον κραξισμό, σχεδόν ως τον μεγαλύτερο κίνδυνο, σαν ένα εργαστήριο ενός αντικομμουνισμού νέου τύπου και σύμπτωμα μιας αδηφάγας αναδιανομής της εξουσίας, και διατηρούσαν κάποιες ελπίδες για τις κοινωνικές και πολιτικές αντιθέσεις του καθολικού κόσμου, που διέτρεχαν ακόμη την ίδια τη Χριστιανική Δημοκρατία.

Και οι δύο αυτές θέσεις ήταν αβάσιμες. Γιατί η στροφή τόσο του Σοσιαλιστικού Κόμματος όσο και της Χριστιανικής Δημοκρατίας δεν υπαγορευόταν μόνο από μια κατάσταση ανάγκης, ή από καθαρές συμβατικές ανάγκες εξουσίας, αλλά εξέφραζε πιο βαθιές τάσεις της κοινωνίας και πιο ριζωμένες πεποιθήσεις. Το να βάλουν στο κυβερνητικό παιχνίδι ένα ΙΚΚ ακόμη τόσο δυνατό και συνδεδεμένο με την ιδέα σημαντικών μεταρρυθμίσεων, συνεπαγόταν παραχωρήσεις που έβρισκαν πλέον αντίθετη την κυρίαρχη τάξη, ακόμη και την πιο σύγχρονη, και μια κυβέρνηση με τους κομμουνιστές θα συναντούσε την εχθρότητα  τόσο των ατλαντικών κυβερνήσεων που είχαν πλέον μετατοπιστεί περισσότερο προς τα δεξιά, όσο και του Βατικανού, που βρισκόταν πλέον υπό την ακλόνητη ηγεσία του πολωνού πάπα. Ένας διάλογος θα μπορούσε να ανοίξει και πάλι μόνο αφού θα μειωνόταν η δύναμή του και θα άλλαζε η ταυτότητά του.

Η ανολοκλήρωτη στροφή

Η πραγματική κατάσταση έγινε αντιληπτή και δόθηκε ώθηση στην αντιπαράθεση με μια στροφή που πρότεινε ο Ενρίκο Μπερλινγκουέρ το 1980. Γι’ αυτή τη στροφή, για το περιεχόμενό της, για τον τρόπο που εφαρμόστηκε συγκεκριμένα, για την αξία της και για τα όριά της, για τις αρχικές επιτυχίες της και για την τελική της αποτυχία, δεν υπήρξε τότε, ούτε άλλοτε, πραγματική συζήτηση. Αντίθετα, συσσωρεύτηκαν πολλές παρεξηγήσεις που πνίγουν τα γεγονότα και διαστρεβλώνουν τις κρίσεις. Ακόμη χειρότερα: λιγότερο ή περισσότερο συνειδητά αυτή τη στροφή σβήστηκε από τη μνήμη μέσα από έναν παράξενο μηχανισμό.

Ο συγκινητικός και ξαφνικός θάνατος του Μπερλινγκουέρ τον μετέτρεψε ταχύτατα σε μύθο. Στο θετικό μύθο που του άξιζε, ενός ακέραιου, σεμνού, επίμονου ανθρώπου, που υποστήριζε πραγματικά το δημοκρατικό σύνταγμα, το οποίο χρειαζόταν ακόμη και θα χρειαζόταν και στο μέλλον η Ιταλία. Γι’ αυτό το πολιτικό του έργο το προσλάμβαναν ως σύνολο. Οι υποστηρικτές του θεώρησαν προσβολή να τονισθεί αυτό που διαχωρίζει, στη σκέψη του Μπερλινγκουέρ, την ιδέα του «ιστορικού συμβιβασμού» από την έσχατη προσπάθεια που έκανε στα τελευταία χρόνια της ζωής του να ξαναδεί το όλο οικοδόμημα. Απ’ αυτό επωφελήθηκαν και όσοι είχαν κριτική στάση απέναντί του, για να τιμήσουν τις προσωπικές του αρετές, αλλά κυρίως για να υποστηρίξουν ότι αυτές οι ίδιες αρετές, στα τελευταία χρόνια, τον ώθησαν σε μια ιδεολογική ακαμψία και σε μια ηθικολογική μανία, που τον εμπόδιζαν να παίξει έναν πραγματικά αποτελεσματικό πολιτικό ρόλο. Για τους μεν και για τους δε, μια πραγματική στροφή στο ΙΚΚ ή του ΙΚΚ δεν υπήρξε ποτέ: ένας «δεύτερος Μπερλινγκουέρ» δεν υπήρξε ποτέ. Γι’ αυτό στα βιβλία ιστορίας αναφέρεται λίγο ή αναφέρεται με ηθοπλαστικό τρόπο.

Η ανάκτηση της ταξικής σύγκρουσης

Η γνώμη μου είναι σαφώς διαφορετική. Στην αρχή της δεκαετίας του ’80 ο Μπερλινγκουέρ προσπάθησε να κάνει μια πραγματική στροφή, στρατηγικής και όχι μόνο τακτικής σημασίας, πολιτισμική και όχι μόνο πολιτική.

(…) Η ουσιαστική στροφή άρχισε να εκδηλώνεται με κάποιες συγκεκριμένες πράξεις. Σε πρώτη φάση, στη νικηφόρα αντιπολίτευση που άσκησε το ΙΚΚ στην απόφαση της νέας κυβέρνησης να περικόψει ένα μικρό ποσοστό των μισθών για να χρηματοδοτήσει νέες επενδύσεις, τις οποίες τα συνδικάτα αποδέχτηκαν ενώ αντίθετα οι εργαζόμενοι τις απέρριπταν. Αμέσως μετά, και πολύ πιο δεσμευτική, έχουμε την άμεση παρουσία του Μπερλινγκουέρ στη σημαντικότερη διαφορά με την εργοδοσία που μπορεί να θυμηθεί κανείς.

Το καλοκαίρι του 1980, η Fiat έστειλε σε 15 χιλιάδες υπαλλήλους 15 χιλιάδες επιστολές απόλυσης. Οι εργάτες εξεγέρθηκαν μαζικά, σταμάτησαν την παραγωγή και έκλεισαν τις πύλες του εργοστασίου για 35 μέρες. Στηρίχθηκαν από μια απεργία αλληλεγγύης όλου του κλάδου. Ήταν ξεκάθαρο σε όλους ότι επρόκειτο για μια γενική πρόβα και ταυτόχρονα για την αναγγελία μιας αντεπίθεσης των αφεντικών, που στόχευε να ανακτήσει αυτό που το 1969 είχαν υποχρεωθεί να παραχωρήσουν ή να ανεχθούν.

Στο συνδικαλιστικό πεδίο ήταν από την αρχή σαφές ότι για τους εργαζομένους αυτή η σύγκρουση δεν επρόκειτο να έχει καλή κατάληξη. Για μια σειρά από λόγους. Η Fiat περνούσε πραγματικές δυσκολίες. Όχι λόγω μιας συγκυριακής κρίσης της αγοράς ή της παραγωγικότητας, που ήταν πραγματική αλλά μπορούσε να ξεπεραστεί, αλλά επειδή κι αυτή η ίδια είχε πια δημιουργήσει ένα πλεόνασμα εργατικών χεριών, χτίζοντας ένα δίκτυο επιχειρήσεων στις οποίες έδινε εργολαβίες με επισφαλή ή κακοπληρωμένη εργασία. (…)

Στην πόλη γύρω από το εργοστάσιο, η απλή πιθανότητα κλονισμού της  Fiat, που ήταν πάντα το καύχημά της, επηρέαζε τον προσανατολισμό της σιωπηρής μα όχι αδιάφορης κοινής γνώμης.

Σε κάποια στιγμή, με τη συναίνεση της κυβέρνησης, έγινε πρόταση για μια συμφωνία-απάτη, που  όμως είχε αποτελέσματα. Οι απολύσεις αποσύρθηκαν, αλλά στην ουσία διευρύνθηκαν με την πρόταση για ένταξη στο ταμείο ανεργίας για 23 χιλιάδων εργαζομένων. Γιατί λέω απάτη; Γιατί αυτό το κολοσσιαίο ταμείο ανεργίας δεν προέβλεπε καμία δέσμευση της επιχείρησης, ώστε να επαναπροσληφθεί αργότερα ένα μεγάλο μέρος από τους εργαζομένους που βρίσκονταν σε διαθεσιμότητα. Έτσι γινόταν στην ουσία μια προ-απόλυση, με ένα εισόδημα μερικά εγγυημένο από το κράτος, εν αναμονή μιας άλλης απασχόλησης και με χειρότερες συνθήκες. Σ’ αυτή τη βάση γεννιέται, οργανωμένη και αυθόρμητη ταυτόχρονα, η διαδήλωση των «σαράντα χιλιάδων» στο κέντρο του Τορίνου με αίτημα την ανάκτηση της εργασίας.

Μπροστά στην πύλη της Fiat

Κατέφυγα σε λεπτομέρειες για να φέρω στην επιφάνεια ένα βασικό ερώτημα. Γιατί, σε μια εργατική διαφορά που ήταν τόσο παρακινδυνευμένη ήδη από την αρχή, ο Μπερλινγκουέρ πήγε στις πύλες του εργοστασίου για να στηρίξει ανεπιφύλαχτα τους εργάτες; Γιατί, αφού αμφέβαλε και βρέθηκε μακριά από άλλους νικηφόρους αγώνες, τώρα είχε εκτεθεί σε μια σύγκρουση που ήταν πιθανό να χαθεί, συγκεντρώνοντας έναν συγκινητικό εργατικό ενθουσιασμό, αλλά ανοίγοντας μια τάφρο (όπως είπε αμέσως ο Ρομίτι {ΣτΜ διευθυντής της Fiat}) με το πιο σύγχρονο και ισχυρό τμήμα των αφεντικών; Αρκεί να διαβάσει κανείς αυτά που είπε μπροστά σ’ εκείνες τις πύλες για να το καταλάβει. Είναι ψέμα αυτό που δημοσίευσε ο τύπος. Εκείνος δεν παρακίνησε καθόλου τους εργαζομένους στην κατάληψη της Fiat. Είπε στους εργάτες: «Είναι δικό σας θέμα να αποφασίσετε για τη μορφή του αγώνα σας, δικό σας θέμα και των συνδικάτων σας να κρίνετε αποδεκτές συμφωνίες. Μα να ξέρετε ότι το Κομμουνιστικό Κόμμα θα είναι στο πλευρό σας, στις καλές και στις κακές στιγμές». Ήταν ένα λεξιλόγιο που είχε χρόνια ν’ ακουστεί. Ήταν η ανανεωμένη επιβεβαίωση του χαρακτήρα του κόμματος, εθνικού και ταξικού. Δεν ήταν όμως τυπικά λόγια. Εξέφραζαν μια μελετημένη και αποδεδειγμένη επιλογή, σιωπηρά αυτοκριτική. Όπως και να εξελισσόταν η πολιτική κατάσταση, ή οποιοσδήποτε δρόμος να ανοιγόταν για το ΙΚΚ, η αναγκαία προϋπόθεση ήταν να οικοδομηθεί και πάλι μια αμοιβαία σχέση εμπιστοσύνης με τους εργαζομένους, το κόμμα να βασιστεί πάνω στη μαχητικότητά τους, χωρίς να επηρεάσει τη συνδικαλιστική αυτονομία, αλλά χωρίς να υπάρχει παραίτηση του κόμματος από τους μαζικούς αγώνες.

Η μάχη των μισθών

Η επιλογή επιβεβαιώθηκε ακόμη σαφέστερα τα επόμενα χρόνια, κι αυτή τη φορά με μεγαλύτερη επιτυχία: με τη μάχη για την Αυτόματη Τιμαριθμική Αναπροσαρμογή των μισθών (ΑΤΑ), που παρέμεινε στο κέντρο της προσοχής σε όλη τη διάρκεια των αρχών της δεκαετίας του ’80.

Για ένα σύντομο χρονικό διάστημα, η οικονομική κατάσταση, βοηθούμενη από τη μείωση της τιμής του πετρελαίου, φάνηκε να χαλαρώνει, μα οι αυταπάτες για μια ανάκαμψη έσβησαν γρήγορα. Ο πληθωρισμός παρέμενε διψήφιος, η αντιπληθωριστικοί περιορισμοί των Ηνωμένων Πολιτειών και η κρίση χρέους στις αναπτυσσόμενες χώρες έκαναν πιο σκληρό τον ανταγωνισμό στη διεθνή αγορά. Γι’ αυτό η εργατική ήττα στη Fiat βιώθηκε και προσλήφθηκε από ολόκληρη την τάξη των Ιταλών αφεντικών σαν ένα παράδειγμα και από τους εργαζομένους σαν ένας βαρύς εκβιασμός. Μειωνόταν ο χώρος για την επιχειρησιακή διαπραγμάτευση ακόμη και εκεί όπου η παραγωγικότητα αυξανόταν, μειώνοντας όμως την απασχόληση, πόσο μάλλον εκεί όπου δεν αυξανόταν η παραγωγικότητα και ο ανταγωνισμός επικεντρωνόταν στις τιμές.

Η φοροδιαφυγή, στο διευρυμένο πλέον κόσμο της αυτόνομης εργασίας, και η ανεξέλεγκτη πλέον πίεση του δημόσιου χρέους ωθούσαν προς τα πάνω τους φορολογικούς συντελεστές που επιβάρυναν κυρίως τη μισθωτή εργασία. Το μισθολογικό ζήτημα ξαναρχόταν σε πρώτο επίπεδο, και, ταυτόχρονα, η ανεργία, που συγκεντρωνόταν στους νέους, και η μαύρη εργασία, όχι μόνο αδυνάτιζαν τη διαπραγματευτική εξουσία του συνδικάτου, αλλά μετέφεραν τις συνέπειές τους στο οικογενειακό εισόδημα. Ένα μοναδικό ανάχωμα υπεράσπιζε μερικά την εργατική κατάσταση: η συμφωνία που είχε υπογραφεί λίγα χρόνια πριν από τον Ανιέλι και τον Λάμα για την ΑΤΑ. Ξεκίνησε, λοιπόν το 1981, στον Τύπο μια εκστρατεία «πειθούς», για να οικοδομήσει τη συναίνεση τουλάχιστον ενός τμήματος του συνδικάτου και της δημοκρατικής διανόησης. Δεν ζητούσε τη ριζική κατάργηση της ΑΤΑ, αλλά μια διόρθωση των στρεβλών πλευρών της. (…)

Η εκστρατεία «πειθούς» είχε διεισδύσει σε ορισμένους τομείς του συνδικάτου (στην Cisl και στο σοσιαλιστικό ρεύμα της Cgil) και σε ένα τμήμα της μεσαίας τάξης, όχι όμως ακόμη τόσο πολύ ώστε να επιτευχθεί η συναίνεση της εργατικής τάξης και της πιο οξυδερκούς δημοκρατικής διανόησης. Το 1982 ο Σύνδεσμος Βιομηχάνων αύξησε την πίεση απειλώντας ότι θα αποχωρούσε μονομερώς από τη συμφωνία του 1975. Και από το Μέγαρο Κίτζι (έδρα της κυβέρνησης στη Ρώμη) ήρθε η ολέθρια απάντηση. Το 1983, μόλις έγινε πρωθυπουργός, ο Μπετίνο Κράξι εξέδωσε ένα διάταγμα που περιόριζε την ισχύ της ΑΤΑ. Οι εργαζόμενοι κατάλαβαν ότι δεν επρόκειτο μόνο για μερικές πενταροδεκάρες, αλλά για το δικαίωμα που παραχωρούνταν στην πολιτική εξουσία να ορίζει τη μισθολογική δυναμική, δηλαδή σήμαινε το τέλος της ΑΤΑ που ρυθμιζόταν από τους κοινωνικούς εταίρους. Ένα κύμα αυθόρμητων απεργιών διέτρεξε στη συνέχεια την Ιταλία, και τα εργασιακά συμβούλια κάλεσαν σε πανιταλική διαδήλωση στη Ρώμη. Ο Μπερλινγκουέρ όχι μόνο συμμερίστηκε και παρακίνησε αυτές τις διαμαρτυρίες, αλλά κατάγγειλε και την έλλειψη συνταγματικής νομιμοποίησης του διατάγματος. Η Cgil,  με κίνδυνο διάσπασης, αποφάσισε να αναλάβει την πατρότητα της διαδήλωσης, η οποία πράγματι υπήρξε μεγαλειώδης και στην οποία συμμετείχαν και τοπικές οργανώσεις της Cisl. Το ΙΚΚ έφερε το θέμα στη Βουλή, προσφεύγοντας στο εργαλείο της κωλυσιεργίας (που είχε χρησιμοποιήσει μόνο δύο φορές στο παρελθόν, ενάντια στο νόμο- απάτη και ενάντια στο Ατλαντικό Σύμφωνο) και αναγγέλλοντας μια ενδεχόμενη προσφυγή σε δημοψήφισμα. (…)

Αν η στροφή ολοκληρωνόταν

Η στροφή που επιχείρησε ο Μπερλινγκουέρ εκκινούσε σαφώς από έναν φιλόδοξο μεσοπρόθεσμο στόχο: να συμβάλει με ένα πραγματικό βήμα προς τα εμπρός στην κατεύθυνση του δημοκρατικού δρόμου για το σοσιαλισμό στην Ιταλία και στην Ευρώπη. Μια παρόμοια φιλοδοξία, εξαιτίας αντικειμενικών λόγων και υποκειμενικής ανωριμότητας, δεν άντεχε στην εξονυχιστική εξέταση των γεγονότων, ο στόχος ήταν έξω από τις δυνατότητες του κόμματος, μολαταύτα, η δύναμη που είχε κατορθώσει να διατηρήσει, οι νέες επιλογές και οι νέες ιδέες που είχαν διεισδύσει μέσα στο κόμμα επέτρεπαν στο ΙΚΚ να μην συμπαρασυρθεί από την κρίση της Σοβιετικής Ένωσης, να αποφύγει τη διάλυση και την εξωμοσία, άρα να κρατήσει όρθια και να επανιδρύσει στην Ιταλία μια σημαντική και ζωντανή αριστερά κομμουνιστικής έμπνευσης. Αυτός ο στόχος ήταν δύσκολος, μα όχι ανέφικτος. Αν μια τέτοια αριστερά στεκόταν ακόμη στα πόδια της, η εξέλιξη όχι μόνο της ιστορίας του ΙΚΚ, αλλά και της ιταλικής δημοκρατίας θα είχε διαφορετικά χαρακτηριστικά από αυτά που διαπιστώνουμε σήμερα.

Μετάφραση: Τόνια Τσίτσοβιτς

Ο Noam Chomsky για τη Δημοκρατία

Γράφει ο Φάνης Καψωμάνης

Με αφορμή την επονομαζόμενη στις μέρες μας μεγάλη οικονομική κρίση, η οποία, συνδυαζόμενη από τη μια με (και υποκινούμενη από) τους οικονομικούς ανταγωνισμούς των επιχειρήσεων οικονομικών κολοσσών και των κυβερνήσεων των αναπτυγμένων κρατών, και από την άλλη με τη βίαιη και πολύτροπη επίθεση ενάντια στα (από καιρό κατακτημένα) δικαιώματα, τον τρόπο ζωής και την ισχύ των μεσαίων και κατώτερων κοινωνικών και οικονομικών στρωμάτων, και έχοντας έτσι επιφέρει από μικρές έως πολύ μεγάλες αλλαγές στη ζωή του καθενός από μας, έχουμε αρχίσει, ο καθένας ατομικά, αλλά και ως ομάδες – μικρές – να σκεφτόμαστε σχετικά με την κοινωνία στην οποία ως τώρα ζούσαμε, τις δομές και τον τρόπο οργάνωσής της, το πολίτευμα και τις αρχές της. Και από όποια πλευρά κι αν το κοιτάξουμε, θα δούμε πως στη βάση του όλου ζητήματος, τουλάχιστον όσον αφορά τη χώρα μας, με τις ιδιαίτερες και γνωστές σε όλους μας παθογένειές της, που την κατέστησαν εύκολο θύμα της οικονομικής κρίσης, βρίσκεται μια κρίση του τρόπου πολιτικής οργάνωσης και λειτουργίας της, μια κρίση τελικά δημοκρατίας.

Μάθαμε τόσα χρόνια να λέμε πως η δημοκρατία είναι το άριστο πολίτευμα, πως η χώρα μας είναι μια δημοκρατική χώρα, πως ζούμε σε μια δημοκρατία κι εμείς είμαστε δημοκρατικοί πολίτες. Για ποια δημοκρατία μιλάμε όμως; Όχι φυσικά για την αρχαία αθηναϊκή, την «άμεση». Σίγουρα όχι και για τη σοσιαλιστική, την οποία, όσοι δεν είμαστε κομμουνιστές παλαιάς κοπής, αρεσκόμαστε να αποκαλούμε «υπαρκτό σοσιαλισμό». Μήπως όμως θα έπρεπε να αποκαλούμε και τη δική μας κοινωνία, αλλά και όλες τις δυτικές, ως χώρες της «υπαρκτής δημοκρατίας», σε αντιδιαστολή με αυτό που θα έπρεπε πραγματικά να είναι;

Και από όποια πλευρά κι αν το κοιτάξουμε, θα δούμε πως στη βάση του όλου ζητήματος, τουλάχιστον όσον αφορά τη χώρα μας, με τις ιδιαίτερες και γνωστές σε όλους μας παθογένειές της, που την κατέστησαν εύκολο θύμα της οικονομικής κρίσης, βρίσκεται μια κρίση του τρόπου πολιτικής οργάνωσης και λειτουργίας της, μια κρίση τελικά δημοκρατίας.

Και από όποια πλευρά κι αν το κοιτάξουμε, θα δούμε πως στη βάση του όλου ζητήματος, τουλάχιστον όσον αφορά τη χώρα μας, με τις ιδιαίτερες και γνωστές σε όλους μας παθογένειές της, που την κατέστησαν εύκολο θύμα της οικονομικής κρίσης, βρίσκεται μια κρίση του τρόπου πολιτικής οργάνωσης και λειτουργίας της, μια κρίση τελικά δημοκρατίας.

Στο πλαίσιο αυτού του προβληματισμού θεωρώ πολύ χρήσιμο να ρίξουμε όλοι μας μια ματιά σ’ ένα κείμενο του Noam Chomsky για τη δημοκρατία (το οποίο περιέχεται στο βιβλίο του «Νέα Τάξη: Μυστικά και Ψέμματα», ελλ. μτφρ. Α. Αλαβάνου, Αθήνα 2000, σ.17-21): για το πώς αυτή λειτουργεί, ποιους και πώς εκλέγει ως υπεύθυνους για τη λειτουργία της, πώς αυτοί εκπαιδεύονται για να ασκήσουν το λειτούργημά τους και με ποια μέσα βοηθούνται στην άσκηση των καθηκόντων τους. Γράφει λοιπόν ο μεγάλος σύγχρονος διανοητής:

«Ο Λίπμαν […] υποστήριξε ότι σε μία δημοκρατία που λειτουργεί σωστά υπάρχουν τάξεις πολιτών. Υπάρχει πρώτ’ απ’ όλα η τάξη των πολιτών που πρέπει να συμμετέχουν ενεργητικά στη διαχείριση των δημοσίων υποθέσεων. Αυτή είναι η ειδικευμένη τάξη. Είναι οι άνθρωποι που αναλύουν, εκτελούν, παίρνουν αποφάσεις και διαχειρίζονται τα πράγματα στα πολιτικά, οικονομικά και ιδεολογικά συστήματα. Αυτό είναι μόνο ένα μικρό ποσοστό του πληθυσμού. Φυσικά, οποιοσδήποτε προτείνει αυτές τις ιδέες, πάντα είναι μέλος αυτής της μικρής ομάδας και μιλά για το τι θα έπρεπε να κάνουν γιααυτούς τους άλλους. Αυτούς τους άλλους, αυτούς έξω από τη μικρή ομάδα, τη μεγάλη πλειονότητα του πληθυσμού, το «κοπάδι που τα ’χει χαμένα», όπως έλεγε ο Λίπμαν. Πρέπει να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας από το «ποδοπάτημα και το βρυχηθμό του ζαλισμένου κοπαδιού». Τώρα υπάρχουν δύο «λειτουργίες» σε μια δημοκρατία: Η ειδικευμένη τάξη, οι υπεύθυνοι άνθρωποι διεξάγουν την εκτελεστική λειτουργία, που σημαίνει ότι αυτοί είναι που σκέφτονται, σχεδιάζουν και καταλαβαίνουν τα κοινά συμφέροντα. Μετά είναι και το ζαλισμένο κοπάδι, και αυτό έχει μια λειτουργία στη δημοκρατία. Η λειτουργία του σε μια δημοκρατία, είπε, συνίσταται στο να αποτελεί τους «θεατές» και όχι τους συμμετέχοντες στη δράση. Αλλά έχει κάτι περισσότερο από αυτή τη λειτουργία, γιατί υπάρχει δημοκρατία. Περιστασιακά επιτρέπεται να ρίχνει το βάρος του στο ένα ή το άλλο μέρος της ειδικευμένης τάξης. Με άλλα λόγια, επιτρέπεται στα μέλη του κοπαδιού να πουν «Σε θέλουμε για αρχηγό μας» ή «Θέλουμε εσένα για αρχηγό μας». Και αυτό επειδή υπάρχει δημοκρατία και όχι απολυταρχία. Αυτό λέγεται εκλογές. Αλλά αφού έχουν εκλέξει το ένα ή το άλλο μέρος της ειδικευμένης τάξης, υποτίθεται ότι βυθίζονται πάλι και γίνονται θεατές της δράσης και όχι συμμετέχοντες. Αυτή είναι μια δημοκρατία που λειτουργεί σωστά.

Και υπάρχει λογική σ’ αυτό. Υπάρχει ακόμη ένα είδος αναγκαστικής ηθικής αρχής. Η αναγκαστική ηθική αρχή είναι ότι η μάζα του κοινού είναι πολύ ηλίθια για να μπορεί να κατανοεί τα πράγματα. Εάν επιχειρήσουν αυτοί οι άνθρωποι να συμμετέχουν στη διαχείριση των δικών τους υποθέσεων, το μόνο που θα προκαλέσουν είναι προβλήματα. Συνεπώς, θα ήταν ανήθικο και μη αρμόζον να τους επιτρέψουμε να το κάνουν. Πρέπει να δαμάσουμε το ζαλισμένο κοπάδι, να μην επιτρέψουμε στο ζαλισμένο κοπάδι να οργιστεί και να τσαλαπατήσει και να καταστρέψει τα πράγματα. Είναι ακριβώς η ίδια λογική που λέει ότι δεν είναι σωστό να αφήνεις σε ένα παιδί τριών χρονών αυτό το είδος της ελευθερίας, διότι δεν ξέρει πώς να χειριστεί αυτή την ελευθερία. Αντίστοιχα, δεν επιτρέπεις στο ζαλισμένο κοπάδι να συμμετέχει στη δράση. Θα προκαλέσει μπελάδες.

Μάθαμε τόσα χρόνια να λέμε πως η δημοκρατία είναι το άριστο πολίτευμα, πως η χώρα μας είναι μια δημοκρατική χώρα, πως ζούμε σε μια δημοκρατία κι εμείς είμαστε δημοκρατικοί πολίτες.

Μάθαμε τόσα χρόνια να λέμε πως η δημοκρατία είναι το άριστο πολίτευμα, πως η χώρα μας είναι μια δημοκρατική χώρα, πως ζούμε σε μια δημοκρατία κι εμείς είμαστε δημοκρατικοί πολίτες.

Έτσι, χρειαζόμαστε κάτι για να δαμάσουμε το ζαλισμένο κοπάδι, κι αυτό το κάτι είναι η νέα επανάσταση στην τέχνη της δημοκρατίας: Η κατασκευή συναίνεσης. Τα μέσα ενημέρωσης, τα σχολεία και η λαϊκή κουλτούρα πρέπει να καταμεριστούν.

[…] Αυτή η άποψη έχει αναπτυχθεί από πολλούς ανθρώπους. Στην πραγματικότητα, είναι πολύ συμβατική. Για παράδειγμα, ο εξέχων θεολόγος και επικριτής της εξωτερικής πολιτικής Ράινχολντ Νίμπουρ, που μερικές φορές αποκαλούνταν «ο θεολόγος του κατεστημένου», ο γκουρού Τζορτζ Κέναν και οι διανοούμενοι του Κένεντι αποφάνθηκαν ότι ο ορθολογισμός είναι μια ικανότητα που περιορίζεται σε πολύ στενό κύκλο ανθρώπων. Οι περισσότεροι άνθρωποι καθοδηγούνται από το συναίσθημα και την παρόρμηση. Εκείνοι από εμάς που έχουν ορθολογισμό πρέπει να δημιουργήσουν τις «αναγκαίες ψευδαισθήσεις» και το συγκινησιακό δυναμικό των «υπεραπλουστεύσεων» για να κρατήσουν τα απλοϊκά κουτορνίθια λίγο πολύ σε συντεταγμένη πορεία. Αυτό έγινε ουσιώδες τμήμα της σύγχρονης πολιτικής επιστήμης. Στη δεκαετία του 1920 και στις αρχές της δεκαετίας του 1930, ο Χάρολντ Λάσγουελ, ιδρυτής του σύγχρονου επιστημονικού κλάδου της επικοινωνίας και ένας από τους εξέχοντες Αμερικανούς πολιτικούς επιστήμονες, εξήγησε ότι δε θα έπρεπε να υποκύψουμε στους «δημοκρατικούς δογματισμούς ότι οι άνθρωποι είναι οι καλύτεροι κριτές των δημοσίων συμφερόντων τους». Διότι δεν είναι, εμείς είμαστε οι καλύτεροι κριτές των δημοσίων συμφερόντων. Συνεπώς, εκτός της συνηθισμένης ηθικότητας, πρέπει να σιγουρέψουμε ότι δε θα έχουν την ευκαιρία να δράσουν στη βάση των εσφαλμένων εκτιμήσεών τους. Σε εκείνο που επί των ημερών μας αποκλήθηκε ολοκληρωτικό κράτος ή στρατιωτικό κράτος, αυτό είναι εύκολο. Απλώς, κρατάτε ένα ρόπαλο απάνω από τα κεφάλια τους και εάν παρεκκλίνουν τους το κοπανάτε στο κεφάλι. Αλλά καθώς η κοινωνία γίνεται όλο και πιο ελεύθερη και πιο δημοκρατική, χάνετε αυτήν την ικανότητα. Συνεπώς, πρέπει να στραφείτε στις τεχνικές της προπαγάνδας. Η λογική είναι σαφής. Η προπαγάνδα είναι για τη δημοκρατία ό,τι το ρόπαλο σε ένα ολοκληρωτικό κράτος. Αυτό είναι σοφό και καλό, διότι, και πάλι, τα κοινά συμφέροντα διαφεύγουν από το ζαλισμένο κοπάδι. Αυτοί, του κοπαδιού, δεν μπορούν καν να τα σκεφτούν».

Οι συσχετισμοί είναι σαφείς και οποιαδήποτε ομοιότητα με πρόσωπα, χώρες και γεγονότα δεν είναι καθόλου τυχαία. Τι θέλουμε να είμαστε λοιπόν; Κοπάδι ζαλισμένο και υπό επαγγελματία βοσκού φερόμενο ή πραγματική κοινωνία υπεύθυνων, δημοκρατικών και συμμετεχόντων αληθινών πολιτών; Η επιλογή, αν και όχι εύκολα υλοποιήσιμη, είναι δική μας.

 

http://eranistis.net/wordpress/2013/03/22/%CE%BF-noam-chomsky-%CE%B3%CE%B9%CE%B1-%CF%84%CE%B7-%CE%B4%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CE%BA%CF%81%CE%B1%CF%84%CE%AF%CE%B1/