«El pueblo unido»: Μνήμη Σαλβαδόρ Αλιέντε

 

Στις 26 Ιουνίου του 1908 έρχεται στη ζωή μια από τις σπουδαιότερες προσωπικότητες του 20ου αιώνα, που χάραξε με τρόπο ανεξίτηλο την ιστορία της παγκόσμιας Αριστεράς. Στην πόλη του Βαλπαραΐζο γεννιέται από μια προοδευτική μεγαλοαστική οικογένεια ο Σαλβαδόρ Αλιέντε: ο άνθρωπος που εξήντα δύο χρόνια μετά θα εκλεγεί πρόεδρος της χώρας του, εγκαινιάζοντας μια λαμπρή σελίδα για τη Χιλή αλλά και για ολόκληρο τον κόσμο
Του Τάσου Ξένου

Ο Αλιέντε σπουδάζει ιατρική γιατί θέλει να βοηθά ανήμπορους και φτωχούς ανθρώπους που δεν έχουν καμιά δυνατότητα περίθαλψης στο ανάλγητο αμερικανόφιλο καθεστώς που κυβερνά τη χώρα από τα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα. Ήδη από τα φοιτητικά του χρόνια μυείται στον μαρξισμό και ασπάζεται τα προτάγματα και τις αξίες του. Το 1933, σε ηλικία 25 ετών, ο Αλιέντε συμμετέχει στην ίδρυση του Σοσιαλιστικού Κόμματος της Χιλής. Παλεύει από τη πρώτη στιγμή για τον κοινωνικό εκδημοκρατισμό και την πολιτική χειραφέτηση της χώρας του. Οργίζεται από το καθεστώς του «αφανούς» προτεκτοράτου των Η.Π.Α και επιθυμεί την ανατροπή αυτής της κατάστασης.

Ως υπουργός Υγείας στη κυβέρνηση του Πέντρο Αγκίρε Σέντρα (1937-1941) επιβεβαιώνει τον ριζοσπαστισμό του παίρνοντας φιλολαϊκά μέτρα. Θεσπίζει τη δωρεάν περίθαλψη για τους άνεργους και τους αγρότες, εκσυγχρονίζει τα νοσοκομεία και ξεκινά μια σπουδαία προσπάθεια εθνικοποίησης του συστήματος υγείας. Όλες οι προσπάθειες του όμως αναιρούνται από τους επόμενους συντηρητικούς κυβερνώντες.

Χάρη στην πολιτική που ακολουθεί ο Αλιέντε ως υπουργός, καθιερώνεται ως ηγετική προσωπικότητα της Αριστεράς, αλλά και μια από τις πλέον μισητές φιγούρες για τη Δεξιά. Άλλωστε η μαρξιστική του ιδεολογία, η εκπεφρασμένη εναντίωσή του στον αμερικανικό ιμπεριαλισμό και η εμμονή του στην ενότητα όλων των αριστερών δυνάμεων της Χιλής, δικαιολογεί τη στάση συντρόφων και ορκισμένων εχθρών.

Το 1952 κατεβαίνει για πρώτη φορά υποψήφιος πρόεδρος της Χιλής. Τερματίζει τελευταίος, καθώς στο μεταξύ έχει διαγραφεί από το Σοσιαλιστικό Κόμμα, λόγω της στήριξης που του παρέχει το παράνομο –τότε– Κομμουνιστικό Κόμμα. Το 1958, με τη στήριξη αυτή τη φορά του Σοσιαλιστικού κόμματος και του –νόμιμου πλέον– κομμουνιστικού κόμματος, τερματίζει δεύτερος στις προεδρικές εκλογές. Από εκείνη τη στιγμή ο Αλιέντε γίνεται σχεδόν αμέσως το σύμβολο αντίστασης των καταπιεσμένων και των υποτελών. Στο πρόσωπό του, οι εξαθλιωμένες μάζες βλέπουν την περηφάνια και την ευκαιρία για χειραφέτηση. Ο ίδιος χτίζει γέφυρες με όλες τις προοδευτικές δυνάμεις του τόπου και στέκεται αποφασιστικά απέναντι σε κάθε πρακτική που ακολουθούν οι «πουλημένες στις Η.Π.Α κυβερνήσεις μας», όπως λέει.

Η πραγματικότητα όμως δείχνει να διαψεύδει πολλά από τα οράματα και  τις απόψεις του Χιλιανού ηγέτη. Η ενότητα στους κόλπους της Αριστεράς αποδεικνύεται δύσκολη υπόθεση. Μολονότι έχουν προϋπάρξει πολλές κυβερνήσεις αριστερών μετώπων από το 1933 μέχρι το 1952 –πάντα υπό τον πρωταγωνιστικό ρόλο του κραταιού τότε Ριζοσπαστικού Κόμματος–, ωστόσο η ιδεολογική περιχαράκωση τόσο του σοσιαλιστικού, όσο και του κομμουνιστικού κόμματος, ταλανίζουν τον χώρο. Ο Αλιέντε, άνθρωπος με ιδεολογική συνέπεια αλλά «διπλωματικός» και συναινετικός καταφέρνει να υπερκεράσει εντέλει τις αγκυλώσεις των δύο κύριων εργατικών κομμάτων και να τα φέρει πιο κοντά.

Αποτέλεσμα αυτών των προσπαθειών είναι η δημιουργία ενός μεγάλου και μοναδικού για την εποχή αριστερού μετώπου, με το όνομα Λαϊκή Ενότητα (Unidad Popular), την οποία αποτελούν το Κομμουνιστικό Kόμμα, το Σοσιαλιστικό Kόμμα του Αλιέντε, το Σοσιαλδημοκρατικό Kόμμα, το Ριζοσπαστικό Kόμμα, η Κίνηση της Ενωμένης Λαϊκής δράσης (MAPU), η Ανεξάρτητη Λαϊκή Δράση και ένας μεγάλος αριθμός ανένταχτων αριστερών. Πρόκειται για έναν ετερόκλητο σχηματισμό και ο Αλιέντε είναι ο κύριος παράγοντας σταθερότητάς του.

Από τα μέσα της δεκαετίας του ΄60 γίνεται εμφανές σε όλους ότι μια δημοκρατική κατάληψη της εξουσίας από την ενωμένη Αριστερά θα γίνει μόνο με την ανοχή του μεγάλου κεντρώου κόμματος της χώρας, του Χριστιανοδημοκρατικού Κόμματος – που δεν πρέπει να ταυτίζεται όμως σε καμία περίπτωση με τα αντίστοιχα ευρωπαϊκά χριστιανοδημοκρατικά κόμματα. Οι συγκρούσεις εντός της Λαϊκής Ενότητας θα είναι συχνές και ορισμένες φορές ο Αλιέντε θα αδυνατεί να βρει συμβιβαστική λύση. Το 1969 το Κομμουνιστικό Κόμμα, θέλοντας να αποσπάσει την ανοχή των Χριστιανοδημοκρατών, σκέφτεται να προτείνει για υποψήφιο στις επικείμενες προεδρικές εκλογές κάποιον από το MAPU, κόμμα που προήλθε από τη διάσπαση της αριστερής πτέρυγας των Χριστιανοδημοκρατών. Γρήγορα όμως εγκαταλείπει αυτή την ιδέα, γιατί αναγνωρίζουν στον Αλιέντε τον μόνο πολιτικό που θα μπορούσε να ασκήσει σοσιαλιστική διακυβέρνηση χωρίς την αντίθεση των Χριστιανοδημοκρατικών.

Οι Χριστιανοδημοκράτες θα απαιτήσουν από τον Αλιέντε σοβαρά ανταλλάγματα προκειμένου να «παραιτηθούν» από τη διεκδίκηση της προεδρίας. Ο «Νόμος Δημοκρατικών Εγγυήσεων», όπως ονομάσθηκε το consensus της Λαϊκής Ενότητας και των Χριστιανοδημοκρατών, ορίζει τη συνέχιση των δημοκρατικών θεσμών και τη διασφάλιση της ουδετερότητας του Στρατού. Με λίγα λόγια, οποιαδήποτε ριζική μεταρρύθμιση θα επιχειρούσε ο Αλιέντε όσο θα ήταν στην εξουσία, θα έπρεπε να περνάει από τη Βουλή, με το στρατό να αναλαμβάνει τον ρόλο του τελικού εγγυητή των –αστικών– θεσμών. Η Λαϊκή Ενότητα θα πιστέψει ότι αυτή είναι η χρυσή ευκαιρία για τη χιλιανή Αριστερά. Ο Αλιέντε θα τιμήσει αυτή τη συμφωνία για καιρό, παρόλο που οι Χριστιανοδημοκράτες δείχνουν να την εγκαταλείπουν σχεδόν αμέσως. Αυτό θα αποδεικνυόταν και το μεγαλύτερο λάθος στην εποχή της διακυβέρνησής του. Ένα λάθος που θα βύθιζε τη χώρα στην πιο αιμοσταγή δικτατορία που γνώρισε ο κόσμος μετά την Γερμανία του Χίτλερ.

Στις προεδρικές  εκλογές του 1970 ο Αλιέντε κερδίζει με σχετική μονάχα πλειοψηφία τον ακροδεξιό αντίπαλο του Αλεσσάντρι, με ποσοστό 36,2%, έναντι 34,9%. Οι Χριστιανοδημοκράτες, που έχουν παρακινήσει πολλά στελέχη τους να ψηφίσουν την Λαϊκή Ενότητα, τερματίζουν τρίτοι με ποσοστό 27,8%. Σύμφωνα με το ισχύον Σύνταγμα, η Βουλή πρέπει να διαλέξει το νέο πρόεδρο της χώρας ανάμεσα στους δύο πρώτους υποψηφίους. Οι Χριστιανοδημοκράτες θα στηρίξουν τελικά την Λαϊκή Ενότητα και έτσι ο Αλιέντε θα γίνει ο πρώτος μαρξιστής πρόεδρος που εκλέγεται δημοκρατικά σ’ ολόκληρη την αμερικανική ήπειρο. Δίπλα του στέκεται και ο άνθρωπος σύμβολο της χιλιανής αντίστασης και διανόησης, ο ποιητής Πάμπλο Νερούντα.

Από τη πρώτη στιγμή η κυβέρνηση του Αλιέντε φαίνεται να περπατά σε τεντωμένο σχοινί. Από τη μια πλευρά στέκεται ο εξαθλιωμένος λαός και από την άλλη ο στρατός. Από τη μία η διχασμένη στους ριζοσπάστες και τους μετριοπαθείς Λαϊκή Ενότητα, και από την άλλη μια ηττημένη πολιτικά αστική τάξη που δείχνει να ανασυγκροτείται με γοργούς ρυθμούς. Ο Αλιέντε δηλώνει στους συντρόφους του πως ο «Νόμος Δημοκρατικών Εγγυήσεων» είναι μια τακτική αναγκαιότητα και ότι σύντομα το αστικό κράτος θα καταρρεύσει. Ο ίδιος θα προσπαθήσει να επιβάλει μια πολιτική ριζοσπαστική στην οικονομία και ταυτόχρονα κατευναστική προς τον στρατό. Στα τρία χρόνια που θα μείνει στην εξουσία η Λαϊκή Ενότητα, θα πέτυχε μόνο στο πρώτο.

Το πρόγραμμα που εφαρμόζει η Λαϊκή Ενότητα είναι ένα εξαιρετικά προοδευτικό και ρηξικέλευθο μείγμα πολιτικής. Μέσα σε λίγους μόνο μήνες θα γίνει ο μεγαλύτερος αναδασμός γης που γνώρισε μέχρι τότε η αμερικανική ήπειρος. Εκατομμύρια εκτάρια γης θα δοθούν σε ακτήμονες στο πλαίσιο της αγροτικής μεταρρύθμισης, το γάλα θα μοιράζεται δωρεάν στα παιδιά, ο μισθός των στρατιωτικών θα αυξηθεί, η θέση των εργατών θα βελτιωθεί ραγδαία με την ίδρυση συνδικάτων, οι μισθοί θα αυξηθούν. Επιπλέον, θα ψηφιστεί ένας νέος εργατικός νόμος, θα εισαχθεί ο θεσμός της αυτοδιαχείρισης σε πολλές εταιρίες και θα επιβληθεί η εθνικοποίηση ενός τεράστιου αριθμού επιχειρήσεων. Ο ιδιωτικός τομέας της οικονομίας θα συρρικνωθεί στο ελάχιστο και ο δημόσιος θα αρχίζει να παίζει τον πρωταγωνιστικό ρόλο που του αναλογεί. Την ίδια περίοδο θα ιδρυθεί ο Αναπτυξιακός Συνεταιρισμός Ιθαγενών Πληθυσμών και το Ινστιτούτο εκπαίδευσης των Μαπούτσε, προκειμένου να καλυφθούν οι τρομακτικές ανάγκες των αυτοχθόνων της Χιλής.

Στο πλαίσιο της εξωτερικής πολιτικής, ο Αλιέντε θα επιδιώξει να απαγκιστρωθεί από την κηδεμονία των Ηνωμένων Πολιτειών και θα συνάψει σχέσεις με τη Σοβιετική Ένωση, την Κίνα και την Κούβα του Φιντέλ Κάστρο. Θα ασκήσει ανεξάρτητη πολιτική εντός του Ο.Η.Ε και θα παγώσει τις σχέσεις της Χιλής με τις άλλες χώρες της Λατινικής Αμερικής, όπου έχουν επιβληθεί φιλοαμερικανικές κυβερνήσεις –ή δικτατορίες. Αυτό θα εξοργίσει τον Νίξον, που θα δηλώσει: «Τώρα με τον Κάστρο στην Κούβα και τον Αλιέντε στη Χιλή έχουμε στην Λατινική Αμερική ένα κόκκινο σάντουιτς και μοιραία όλη θα γίνει κόκκινη».

Από την πρώτη στιγμή, ο αμερικανικός παράγοντας στέκεται ανοιχτά απέναντι στον Αλιέντε. Ξαφνιάζεται από την νίκη του, μιας και ο Αλεσσάντρι –που έχει πριμοδοτηθεί για τον προεκλογικό του αγώνα από τις Η.Π.Α με το ποσό των 350 χιλιάδων δολαρίων μέσω της μεγάλης εταιρίας τηλεπικοινωνιών ITT– διαβεβαιώνει ότι θα είναι αυτός νικητής.

Ο Νίξον γρήγορα θα επιβάλει έναν «αόρατο οικονομικό αποκλεισμό» της Χιλής ήδη από τη πρώτη μέρα της κατάκτησης της εξουσίας από την ενωμένη Αριστερά. Θα ανακόψει κάθε ενδεχόμενο σύναψης εξωτερικού οικονομικού δανείου από την Παναμερικανική Τράπεζα και θα διατάξει τη CIA και τον ΥΠΕΞ Χένρι Κίσινγκερ να «σώσει τη Χιλή από τα χέρια αυτού του σοσιαλιστή».

Το σχέδιο πραξικοπήματος σχεδιάζεται ήδη πριν από την εκλογή του Αλιέντε. Μεσούντος του Ψυχρού Πολέμου, ο Νίξον δεν θέλει να δει άλλη μια χώρα της αμερικανικής ηπείρου να πέφτει στη σφαίρα επιρροής της Σοβιετικής Ένωσης. Ο ίδιος θα πει στον τότε αρχηγό της CIA, Ρίτσαρντ Χέλμς: «Κάνε αυτό που πρέπει να κάνεις, ξόδεψε όσα χρήματα χρειάζεσαι, λύγισε την Οικονομία, αλλά σώσε την Χιλή. Koίτα να εμποδίσεις τον Αλιέντε να είναι ο πρώτος ελεύθερα εκλεγμένος Σοσιαλιστής Πρόεδρος. Κάνε αυτό που πρέπει».

Η CIA πλησιάζει τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων της Χιλής Σνάιντερ, και του ζητά να ρίξει την κυβέρνηση Φρέι –για να μη χρεωθεί η ίδια το πραξικόπημα–, εκείνος όμως αρνείται. Έτσι, δύο μέρες πριν από την κρίσιμη ψηφοφορία που θα έβαζε τον Αλιέντε στον προεδρικό θώκο, τρία αμάξια κλείνουν τον δρόμο του αρχηγού των ενόπλων δυνάμεων και οι άγνωστοι επιβάτες τους τον δολοφονούν.  Η επιχείρηση αυτή της CIA είναι σήμερα γνωστή με το όνομα «Επιχείρηση FU BELT».

Εκείνο όμως που ωθεί τις Η.Π.Α να ξοδέψουν εκατομμύρια δολάρια για την ανατροπή του Αλιέντε είναι η κρατικοποίηση των μεταλλείων χαλκού. Ο χαλκός είναι το κύριο εξαγωγικό προϊόν της Χιλής και τα μεταλλεία ανήκουν εξολοκλήρου σε μεγάλες εταιρίες των Η.Π.Α. Η καταστροφή των συμφερόντων των Ηνωμένων Πολιτειών είναι ολοκληρωτική. Από την επομένη, λοιπόν, των εκτεταμένων κρατικοποιήσεων στη βαριά βιομηχανία, η CIA θέτει σε εφαρμογή το σχέδιο της ανατροπής του προέδρου Αλιέντε. Πληρώνει περίπου 400 εκατομμύρια δολάρια για να εξαγοράσει το συνδικάτο των οδηγών Φορτηγών, το οποίο κηρύσσει αμέσως απεργία. Για μια χώρα σαν τη Χιλή, αυτή η απεργία είναι καταστροφική, καθώς κοστίζει στο κράτος 200 εκατομμύρια δολάρια.

Ο Αλιέντε όμως δείχνει αλώβητος στην συνείδηση του λαού. Η δημοτικότητα του αυξάνεται κατακόρυφα και πλατιές μάζες δείχνουν να συμμερίζονται τις αντιαμερικανικές του απόψεις. «Λαός ενωμένος, ποτέ νικημένος», φωνάζουν τα πλήθη κάθε φορά που εμφανίζεται, ανησυχώντας τη χιλιανή αστική τάξη και τον στρατό. Τα σχέδια των εχθρών του Αλιέντε και του καθημαγμένου λαού είναι γνωστά πλέον. Στις δημοτικές εκλογές του Απριλίου του 1971, η Λαϊκή Ενότητα κερδίζει το 50,08% και παρόλο που το Σύνταγμα δίνει δυνατότητα στον πρόεδρο να διαλύσει τη Βουλή μετά από δημοψήφισμα, ο Αλιέντε τηρεί την συμφωνία με τους Χριστιανοδημοκράτες και δεν παρεμβαίνει στην ανεξαρτησία του στρατού ή στη διάλυση του κοινοβουλίου. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ένα μήνα πριν τις δημοτικές εκλογές έχει αποτύχει απόπειρα δολοφονίας εναντίον του, την οποία έχει στηρίξει υπογείως και το κόμμα των Χριστιανοδημοκρατών.

Ο Αλιέντε ακάθεκτος συνεχίζει τις επαναστατικές μεταρρυθμίσεις του. Η πρόοδος στην αντιμετώπιση του αναλφαβητισμού είναι θεαματική. Η παιδική θνησιμότητα μειώνεται κατά 20,01% και η ανεργία πέφτει από το 8,8% στο 3%. Το πρόβλημα του πληθωρισμού όμως έχει πάρει εκρηκτικές διαστάσεις, αφού ο οικονομικός στραγγαλισμός των Η.Π.Α δυσκολεύει πολύ τον Αλιέντε. Η CIA δεν θα αργήσει να κάνει φανερή τη προσπάθεια της να τον ανατρέψει.

Ο πρόεδρος, στην προσπάθειά του να περιορίσει τη δράση του στρατού, κάνει ανασχηματισμό και βάζει στο νέο υπουργικό συμβούλιο τρεις στρατιωτικούς, ανάμεσά τους και τον αρχηγό των ενόπλων δυνάμεων, στρατηγό Πρατς. Τον Μάρτιο του 1973 γίνονται νέες εκλογές και η αντιπολίτευση χάνει και πάλι. Αυτή τη φορά όμως η Λαϊκή Ενότητα παίρνει 44% από το 50,08% που είχε πετύχει δύο χρόνια πριν.

Με διάφορες αφορμές, η αντιπολίτευση υποκινεί ταραχές και απεργίες, προσπαθώντας να δημιουργήσει εμφυλιακό κλίμα. Στις 11 Σεπτεμβρίου του 1972 γίνεται η δεύτερη δολοφονική απόπειρα εναντίον του Αλιέντε, η οποία αποτυγχάνει και πάλι. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους, το –ταγμένο στο πλευρό των Η.Π.Α– συνδικάτο Ιδιοκτητών Φορτηγών κηρύσσει απεργία που παραλύει τη χώρα. Τον Ιούλιο του 1973 αποτρέπεται νέα προσπάθεια πραξικοπήματος και έτσι το «σχέδιο Ζ» της CIA αποτυγχάνει.

Την κατάσταση έρχεται να εντείνει λίγο αργότερα και ένα κύμα διώξεων και βασανισμών που υφίστανται δημοκρατικοί αξιωματικοί σε ολόκληρη τη χώρα. Ο ίδιος ο στρατηγός Πρατς προπηλακίζεται δημόσια στον δρόμο και παραιτείται, καταγγέλλοντας την ύπαρξη νέων σχεδίων πραξικοπήματος. Ο Αλιέντε δείχνει να αγνοεί την παραίνεση του Πρατς να ανοίξει της αποθήκες των όπλων και να οπλίσει τον λαό. Αντ’ αυτού, τοποθετεί αρχηγό των Ενόπλων Δυνάμεων, τον στρατηγό Πινοσέτ, τον άνθρωπο που θα εγκαταστήσει σε λίγο καιρό το πιο άγριο καθεστώς που γνώρισε ποτέ η Λατινική Αμερική.

Η νέα απεργία των Ιδιοκτητών Φορτηγών στα τέλη του Ιουλίου του 1973 είναι η αρχή του τέλους για την κυβέρνηση της Λαϊκής Ενότητας. Οι μέρες που περνούν είναι δραματικές. Τελικά στις 11 Σεπτεμβρίου του 1973, ο Πινοσέτ, με υπόδειξη της CIA, εξαπολύει συντονισμένη επίθεση από ξηράς και αέρα εναντίον του προεδρικού μεγάρου. Ο λαός υπερασπίζεται τον πρόεδρο Αλιέντε. Λίγο μετά το μεσημέρι, οι δυνάμεις του Πινοσέτ καταλαμβάνουν το προεδρικό μέγαρο, μέσα στο οποίο βρίσκεται ο νεκρός πλέον Αλιέντε. Έχει αυτοκτονήσει λίγο μετά την τελευταία ραδιοφωνική του ομιλία, στην οποία καλεί τον λαό να αντισταθεί, με το όπλο που του είχε δωρίσει ο Φιντέλ Κάστρο όταν επισκέφτηκε τη Χιλή τον Νοέμβριο του 1971. Αυτή είναι η επίσημη εκδοχή του θανάτου του. Δεν είναι λίγοι εκείνοι που υποστήριξαν ότι ο πρόεδρος σκοτώθηκε προσπαθώντας να υπερασπιστεί το προεδρικό μέγαρο μαζί με τους ελάχιστους συντρόφους του. Αξίζει να αναφερθεί πως ο στρατηγός Κάρλος Πρατς, φίλος και σύντροφος του Αλιέντε, δολοφονήθηκε από μία ακροδεξιά οργάνωση στην Αργεντινή το 1974, πληρώνοντας κι αυτός με τη ζωή του τις προσπάθειες εκδημοκρατισμού του χιλιανού στρατού.

Σήμερα είναι γνωστό ότι ο Αλιέντε είχε εγκρίνει τη σύσταση της δημιουργίας της Εργατικής Πολιτοφυλακής μετά από εισήγηση της Συνομοσπονδίας Εργατών. Ο εξοπλισμός και η ανάπτυξή της, όμως, γίνονταν με απελπιστικά αργούς ρυθμούς, ώστε οι αμερικανοί να πετύχουν τελικά αυτό για το οποίο πάλευαν ήδη από το 1969.

Το καθεστώς Πινοσέτ βύθισε τη χώρα στην τρομοκρατία. Διέλυσε κάθε κατάκτηση των εργαζομένων και των αγροτών και επέβαλε την πιο άγρια μορφή νεοφιλελευθερισμού που γνώρισε ποτέ η υφήλιος μέχρι τότε. Δεκαεφτά χρόνια έμεινε στην εξουσία και τα αποτελέσματα της βάναυσης διακυβέρνησής του είναι ορατά μέχρι και σήμερα. Η Χιλή είναι μία διαλυμένη χώρα και η Αριστερά εκεί βρίσκεται σε πολύ χαμηλά επίπεδα.

Πολλά μπορούν να ειπωθούν για τον Αλιέντε. Για την αποφασιστικότητά του να εφαρμόσει μια ριζοσπαστική σοσιαλιστική πολιτική, αλλά και για την ατολμία του να παλέψει ενάντια στον στρατό, παρόλο που είχε τη λαϊκή νομιμοποίηση. Η ηθική του τον έκανε να υποβαθμίζει τα σχέδια εκείνων που στήριζαν και υποκινούσαν δολοφονικές απόπειρες εναντίον του. Ο Αλιέντε έμεινε εντούτοις στην ιστορία ως ο γνήσιος λαϊκός ήρωας της Χιλής. Είναι εκείνος που πήρε έναν καθημαγμένο λαό και τον εξύψωσε, εφαρμόζοντας μια δίκαιη σοσιαλιστική πολιτική. Σήμερα πολλά καθεστώτα στον κόσμο εμπνέονται από αυτόν τον χαρισματικό πολιτικό και τα οράματά του.  Το πείραμα της Λαϊκής Ενότητας άνοιξε νέους δρόμους σκέψης και πολιτικής στοχοθεσίας στο παγκόσμιο αριστερό κίνημα. Ήταν κάτι τόσο ελπιδοφόρο και δυναμικό, που προκειμένου να κατασταλεί, οι Ηνωμένες Πολιτείες χρειάστηκε να ξοδέψουν δισεκατομμύρια δολαρίων και να αιματοκυλίσουν έναν ολόκληρο λαό.

***

«Αξιώνουμε να δημιουργήσουμε έναν διαφορετικό κόσμο, να αποδείξουμε ότι μπορούν να γίνουν βαθιές αλλαγές που αποτελούν επανάσταση. Πρέπει να δημιουργήσουμε μια κυβέρνηση δημοκρατική, εθνική, επαναστατική και λαϊκή που θα οδηγήσει στον Σοσιαλισμό».

Σαλβαδόρ Αλιέντε

Ο Πάμπλο Νερούντα, που στήριξε τον Αλιέντε, όταν ο Πινοσέτ κατέλαβε την εξουσία έγραψε το ποίημα Σατράπες:

Νίξον, Φρέϋ και Πινοτσέτ
ως τώρα, ως τούτο τον πικρό
μήνα Σεπτέμβρη του 1973,
με τον Μπορνταμπέρι, τον Γκαρατσάτσου και τον Μπαντζέρ,
ύαινες αχόρταγες, τρωκτικά,
σιγοτρώνε τα λάβαρα,
τα καταχτημένα με τόσο αίμα, με τόση φωτιά,
στα τσιφλίκια ποδοπατημένα,
διαβολικοί δραγουμιστές,
σατράπες, μύριες φορές πουλημένοι,
ξεπουλητάδες βαλτοί
από τους λύκους της Νέας Υόρκης…

πεινασμένες για δολλάρια μηχανές,
σημαδεμένοι από τα θύματα
των λαών που θυσιάσατε,
εκπορνευμένοι μικροπωλητές
ψωμιού και αέρα αμερικάνικου,
εγκληματικοί βούρκοι, συμμορίες
από μαστρωπούς μπόσηδες
δίχως άλλο νόμο απ’τα βασανιστήρια
και την πείνα που μαστιγώνει τους λαούς…

Advertisements

Η αιγυπτιακή κρίση

Άρθρο του Βαγγέλη Πισσία*, μεγάλο μέρος του οποίου δημοσιεύτηκε υπό τον τίτλο «Ξετυλίγοντας το… αιγυπτιακό κουβάρι» στην Εφημερίδα των Συντακτών την 20η Αυγούστου 2013.

Δεν είναι εύκολο να μιλήσεις για την δραματική τροπή της πολιτικής κατάστασης στην Αίγυπτο προπαντός αν αυτό πρέπει να γίνει εν μέσω πένθους πολλών εκατοντάδων νεκρών. Ιδιαίτερα όταν δεν προτίθεσαι να περιοριστείς σε μια μανιχαϊστική περιγραφή της και να μιλήσεις μόνο για κάποια  αυτονόητα.

Η έλευση στην εξουσία του ανατραπέντος από τον στρατό προέδρου  Μόρσι συντελέστηκε με την μεγάλη  εξέγερση του αιγυπτιακού λαού το 2011. Σε αυτήν πρωτοστάτησαν κινήματα, οργανώσεις αλλά και οργισμένο πλήθος προερχόμενο από ευρύτατα κοινωνικά στρώματα, μεταξύ αυτών και της (αιγυπτιακής)  γης οι κολασμένοι. Τα κεντρικά αιτήματα αφορούσαν στις πολιτικές ελευθερίες, στα κοινωνικά δικαιώματα και   στην κοινωνική δικαιοσύνη. Στην εξέγερση άρχισε να συμμετέχει βαθμιαία, μετά από μια περίοδο επιφυλακτικότητας και αναμονής, το κίνημα των Αδελφών Μουσουλμάνων (Α.Μ.), το οποίο, προσθέτοντας το ανθρώπινο και οργανωτικό του βάρος, καθόρισε την μορφή αλλά και το περιεχόμενο της ανατροπής.

Στην μεταβατική περίοδο διαπραγματεύσεων, χειρισμών και αναδιατάξεων που ακολούθησε, κυρίαρχο ρόλο διαδραμάτισε ο στρατός, που οδήγησε τη χώρα στις προεδρικές εκλογές (Ιούνης 2012). Ο υποψήφιος της αιγυπτιακής Μουσουλμανικής Αδελφότητας Μόρσι, εκλέχτηκε στον δεύτερο γύρο των εκλογών λαμβάνοντας ποσοστό 51,7% υποστηριζόμενος από τους σαλαφιστές του κόμματος Αλ Νουρ (που αποκλείστηκε) αλλά και μέρος των αντιπάλων του παλιού καθεστώτος.

Στον πρώτο γύρο ωστόσο, ο Μόρσι έλαβε  ποσοστό μόνον 24,8%, έναντι του διαγραμμένου αντιπάλου του από το ίδιο κόμμα Αμπούλ Φοτούχ ο οποίος έλαβε το 17,5%, υποστηριζόμενος κυρίως από τμήματα της  εξεγερμένης μουσουλμανικής νεολαίας όλων των πολιτικών «οριζόντων». Ο Νασερικός υποψήφιος Χαμντίν Σαμπάχι  έλαβε 21%, ενώ ο υποψήφιος του παλιού καθεστώτος έλαβε 23,7%. Η αποχή ανήλθε στο  54%. Συμπέρασμα συνεπώς πρώτο, η παρούσα ηγετική ομάδα των Α.Μ. υπερψηφίστηκε στον ανοιχτό πρώτο γύρο των εκλογών από το 13% του εγγεγραμμένου εκλογικού σώματος  και το συνολικό ρεύμα του πολιτικού Ισλάμ από το 20%.

* * *

Στην παραπάνω περιγραφή, που δείχνει ότι η πρωτογενής υποστήριξη της ηγετικής ομάδας Μόρσι από τον Αιγυπτιακό λαό ήταν μάλλον περιορισμένη, θα πρέπει να προστεθεί και το γεγονός  ότι οι θρησκευτικές και πολιτικές διαφορές εντός του πολιτικού Ισλάμ,  σε θεμελιώδη ζητήματα, ήταν και παραμένουν πολύ σημαντικές. Συμπέρασμα δεύτερο: Η έκβαση της εκλογικής αναμέτρησης -για την πραξικοπηματική παραβίαση της οποίας γίνεται μεγάλη συζήτηση-  ήταν σχετικά μόνον υποστηρικτική προς την ηγετική ομάδα Μόρσι και το, όποιο, πρόγραμμά της. Αντίθετα εξέφραζε, μάλλον  πρόδηλα,  την θέλησή του αιγυπτιακού λαού να συν-διακυβερνηθεί, εξαιρουμένων βέβαια από αυτήν των παλαιο-καθεστωτικών. Στην περίπτωση αυτή οι διαιρέσεις θρησκευόμενων και κοσμικών, οι ενδο-θρησκευτικές και ενδο-μουσουλμανικές διαιρέσεις καθώς και οι πολιτικο-ιδεολογικές διαιρέσεις θα ετίθεντο προσωρινά υπό καθεστώς συνύπαρξης και ασταθούς, έστω, ισορροπίας.

Η ηγετική ομάδα Μόρσι δεν μπόρεσε ή δεν θέλησε να λάβει αυτό το μήνυμα. Ακόμη και όταν, αρχές Ιούνη, οι περίπου χίλιοι Άραβες πολίτες, από όλες τις αραβικές χώρες και την διασπορά, άνθρωποι με πολιτική ιστορία και πολιτική δράση δεκαετιών, όπως και πολλοί νεότεροι που πήραν μέρος στις εξεγέρσεις,  εκπρόσωποι ενός ευρύτατου  πολιτικο-ιδεολογικού και θρησκευτικού φάσματος, συναντήθηκαν στο Κάϊρο  και  συζήτησαν επι 4 μέρες, καταλήγοντας σ’ενα συνθετικό  και προνοητικό «φετφά», η ηγετική ομάδα Μόρσι δεν κατάλαβε. Υποβόσκουσα  θρησκευτική καθεστωτική εμμονή,  μοναρχομανία, μεσιανισμός ή / και κάτι άλλο;

Μετά τις εκλογές, η κυβέρνηση Μόρσι επέλεξε να συγκυβερνήσει  μόνο με τον στρατό, με τον υποτίθεται ευμενώς διακείμενο στους Α.Μ. στρατηγό Αμπντέλ Φατάχ Αλ-Σίσι (τον οποίο ο ίδιος ο Μόρσι έχρισε αρχηγό του στρατεύματος), αποσπώντας και την άμεση ευλογία ενός τμήματος του διεθνούς παράγοντα. Επιδίωξε την ευμενή ουδετερότητα των ΗΠΑ και της Δύσης γενικότερα, όπως και την άμεση υποστήριξη κρατών που ασκούν περιφερειακή πολιτική (κυρίως Τουρκία και Κατάρ). Ενεπλάκη συνακόλουθα στις κρίσεις της Λιβύης και της Συρίας, αποδεχόμενη το αιτούμενο  αντίτιμο υποστήριξης των σχεδίων τους. Παράλληλα προσχώρησε στον υποστηριζόμενο από τα πλούσια σε πετρέλαιο σουνιτικά βασίλεια και εμιράτα  της Αραβικής Χερσονήσου θρησκευτικό διχασμό Σουνιτών-Σιϊτών.  Στο θέμα της Παλαιστίνης τα βήματα που έκανε –ή μάλλον δεν έκανε-, παρά τις κατηγορίες που τώρα του προσάπτονται, υπήρξαν πολύ συγκρατημένα και οι σχέσεις με την Χαμάς απέβλεπαν κυρίως στην ένταξή της στο αντισιϊτικό σχέδιο.

Η πολιτική του Μωχάμεντ Μόρσι, ιδιαίτερα η εσωτερική, θεωρήθηκε από αυτούς που πρωτοστάτησαν στην εξέγερση του 2011 οικονομικά ανύπαρκτη, πολιτικά αυταρχική και κοινωνικά διχαστική. Γι’ αυτό και βγήκαν την περασμένη άνοιξη (2013) στους δρόμους ξανά, με αιτήματά δίκαια  που βρήκαν απρόσμενη απήχηση. Βέβαια, στις κινητοποιήσεις τους εισχώρησαν  καιροσκοπικά και οι νοσταλγοί  του παλαιού καθεστώτος. Τον Ιούνη  η κυβέρνηση Μόρσι  κατέστειλε με την βία τους διαδηλωτές, οδηγώντας, αυτή πρώτη, την χώρα στο χείλος της μεγάλης ρήξης.

* * *

Αντίθετα με τις μεγάλες προσδοκίες που γέννησε η ανατροπή του Μουμπάρακ, η ηγετική ομάδα Μόρσι, δεν επιδίωξε την ευρύτερη εφικτή συσπείρωση του αιγυπτιακού λαού προκειμένου να προχωρήσει στην ανόρθωση της χώρας του, αλλά υιοθέτησε καθεστωτική λογική και, ακόμη χειρότερα, εκτέθηκε στα περιφερειακά γεωπολιτικά παιχνίδια. Έτσι εντάχθηκε, με την προτροπή και των ΗΠΑ, στον βραχύβιο, ασταθή και αμφίβολης σκοπιμότητας άξονα Κατάρ-Τουρκίας, προσφέροντας ένα ακόμη πολιτικό εργαλείο για την ανατροπή του καθεστώτος Άσαντ στην Συρία.

Αυτά όμως ίσχυαν ως τις αρχές του 2013. Γιατί τότε τα δεδομένα άλλαξαν, ο Άσαντ με την στήριξη της Ρωσίας και όχι μόνον αυτής, δεν έπεσε. Συγχρόνως, τόσο η Δύση όσο και το Ισραήλ, αντιλήφθηκαν ότι η εργαλειοποίηση σαλαφιστών πολεμιστών και οι οσμώσεις διαφορετικών εκφάνσεων του πολιτικού Ισλάμ φέρνουν προς αυτούς μαύρα σύννεφα που μπορούν να υπερβούν τα ανεπαρκώς ελεγχόμενα από αυτούς όρια. Τότε η γεωπολιτική θεώρηση του Αμερικανο-ισραηλινού άξονα αναθεωρήθηκε και η αντίστροφη μέτρηση άρχισε. Στο Κατάρ τον εμίρη πατέρα διαδέχθηκε ο υιός, η γηρασμένη αλλά ακόμη ισχυρή Σαουδική Αραβία πήρε προβάδισμα, ενώ ο Μόρσι κλήθηκε να πραγματοποιήσει την  αναδίπλωσή του. Τότε η ηγετική ομάδα των Α.Μ. προσπάθησε να βγει από την αυτοπαγίδευσή της με φυγή προς τα μπρος.  Με την επιλογή της όμως αυτή έδωσε στον αμφίθυμο μέχρι τότε στρατό την αφορμή για να επέμβει.

* * *

Ο στρατός στην σημερινή Αίγυπτο δεν είναι, όπως άλλοτε, το ίδιο το καθεστώς. Είναι όμως πυλώνας  καθεστωτικός, ιδιοτελής αλλά και εν μέρει αυτοτελής, με ισχυρή οικονομική βάση. Λειτουργεί ως εργαλείο, με περιθώρια όμως διαπραγμάτευσης ή και αποστασιοποίησης από το όλον κράτος και τον ξένο επικυρίαρχο. Η μετά Μουμπάρακ ηγεσία του στρατού -και κυρίως το σώμα του στρατεύματος που τον αποτελεί- δεν διαθέτουν, από την ίδια τους την φύση, δημοκρατική ηθική καθώς προτάσσουν μια ρεαλιστική -εν’ πολλοίς αμοραλιστική- λογική εθνικού συμφέροντος. Η λογική αυτή του αιγυπτιακού στρατού, αποκομμένη από το ευρύ κοινωνικό, αδέσμευτο και πατριωτικό φαντασιακό  της εποχής του Γκαμάλ Αμπντέλ Νάσερ, είναι αυτή που τον ώθησε σε μια ενέργεια μονοσήμαντα κατασταλτική, μιλιταριστική, υπεράσπισης της εθνικής ακεραιότητας και αποτροπής του προδιαγραφόμενου εμφυλίου. Ενός εμφυλίου που πιθανόν, όπως στην Συρία, θα αντιπαρέθετε τους παλαιο-καθεστωτικούς, στηριζόμενους στα ισχυρά εσωτερικά και εξωτερικά ερείσματά τους, από την μια πλευρά, και τους σκληρούς πυρήνες του πολιτικού και θεοκρατικού Ισλάμ, υποστηριζόμενους από τα αντίστοιχα δικά τους ερείσματα, από την άλλη πλευρά. Αυτή η λογική του στρατού ενθαρρύνθηκε και αξιοποιήθηκε στην παρούσα κρίση από τους παράγοντες εκείνους –Αμερικανοϊσραηλινός άξονας, Σαουδική Αραβία και Η.Α. Εμιράτα- που είδαν τους Α.Μ., όταν κατέρευσε ο Μουμπάρακ, ως μια προσωρινά αναγκαία γι’ αυτούς παρένθεση.

Εάν η πολιτική στρατηγική των Αδελφών Μουσουλμάνων που περιγράψαμε, σύμφωνα με την γνωστή ρήση του Φουσέ, δεν ήταν απλά έγκλημα αλλά ήταν λάθος, η βιαιότητα της επέμβασης του Αιγυπτιακού στρατού, την φονική Τετάρτη της 14 Αυγούστου, ήταν και έγκλημα και λάθος.

Η αποξένωση της ηγετικής ομάδας των Α.Μ. από μεγάλο τμήμα της αιγυπτιακής κοινωνίας, που την έφτασε στην εχθρότητα και την κατασταλτική βιαιότητα, καθώς και η περιχαράκωση της σε ένα και μοναδικό αίτημα, αυτό της διατήρησης του Μόρσι στην προεδρία, ήταν δρόμος αποδυνάμωσης της επιρροής της και φθοράς. Τα περιθώρια επιβίωσης των κινητοποιήσεων, μέρα με την μέρα μίκραιναν. Ήταν προδιαγεγραμμένο πως αργά ή γρήγορα  θα οδηγούνταν σε κρίση και σε αυτό που θεωρούσαν συμβιβασμό.

Ο στρατός δεν είχε λόγο να σπεύσει να επέμβει κατασταλτικά και η αγριότητα της επέμβασης του ήταν απολύτως ασύμμετρη με το ίδιο το φθίνον γεγονός των καθιστικών διαμαρτυριών. Ο λόγος που την προκάλεσε πρέπει συνεπώς να αναζητηθεί σε κάποιες «αδιερεύνητες σκοπιμότητες» αλλά και στην υπερίσχυση στους κόλπους του της εγγενούς ανορθολογικότητας της μιλιταριστικής λογικής. .

* * *

Συμπτωματικά ή όχι, στην δυτική πολιτική σκέψη τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς, κυριαρχούν δύο στερεότυπα που θεωρούν την δημοκρατία συνώνυμη με την δημοκρατική επιλογή της πολιτικής εξουσίας και την πολιτική εξουσία επικαθοριστική και κυρίαρχη επί των άλλων εξουσιών. Πέρα όμως από το γεγονός της απροσμέτρητης υποκρισίας που εμπεριέχεται στην προβολή αυτών των στερεοτύπων στις καθ’ ημάς δυτικές κοινοβουλευτικές δημοκρατίες υπάρχει και η μεσανατολική πραγματικότητα. Μια πραγματικότητα που δημιουργήθηκε, εξελίχθηκε και ακόμη διατηρείται με την χρήση των περισσότερο αποτρόπαιων και αντιδημοκρατικών εργαλείων της παλαιάς και νεότερης αποικιοκρατίας. Μια πραγματικότητα που υποστηρίζεται από μηχανισμούς έξωθεν ελεγχόμενους και η οποία δεν επέτρεψε σε αυτήν την κεντρική για τον πλανήτη περιοχή να χειραφετηθεί.

Ο Γκαλάλ Αμίν, θεωρούμενος και πατέρας των Αιγύπτιων οικονομολόγων, στο πολύ πρόσφατο έργο του «Ιστορία της Αιγυπτιακής οικονομίας» αναφέρεται στον «φαύλο κύκλο του εξωτερικού χρέους» και στο, αν και ευτελές, επί 2 χρόνια αιωρούμενο αλλά ουδέποτε καταβαλλόμενο δάνειο των 4.8 δισ. $ του ΔΝΤ. Αυτό το ασήμαντο για μια τόσο μεγάλη χώρα ποσό, μαζί με τα δάνεια του Κατάρ, αποτέλεσαν ωστόσο το διακύβευμα και τον μοχλό ενός εκβιασμού που πληρώθηκε με το βαρύ, για τον αιγυπτιακό λαό, αντίτιμο που αναφέρθηκε πιο πάνω.

Τελευταίο, επί του παρόντος, συμπέρασμα. Ο στρατός στην σημερινή Αίγυπτο δεν προτίθεται να κυβερνήσει. Αν και ισχυρός, με αυτοτελή οικονομική βάση, συνδεδεμένος άμεσα με το αμερικανικό γεωπολιτικό κέντρο διατηρείται σε κάποιο βαθμό αυτόνομος, ιδιότροπα εθνικός. Η Αίγυπτος είναι η μεγαλύτερη αραβική μουσουλμανική χώρα (σε ποσοστό 87%), το πολιτικό Ισλάμ επηρεάζει ικανό, όχι όμως το πλειοψηφικό, τμήμα τους, οι Α.Μ. είναι η σεβαστή, σημαντικότερη αλλά όχι ενιαία έκφρασή του. Η Αίγυπτος έχει συγχρόνως βαθειά, αυτοτελή, κοσμική πολιτική παράδοση. Εκτός από Ιστορία έχει πολλών γενεών και ειδών νεότερο πολιτισμό, είναι χώρα-έθνος ανοιχτό. Είναι όμως βυθισμένη σε βαθειά κοινωνική και οικονομική-εξαρτησιακή κρίση. Αυτές είναι οι πολλές της πραγματικότητες. Εάν μπορέσει, εξαιρώντας τους παλαιο-καθεστωτικούς και αντιρροπώντας τις ξένες επιρροές, να τις ανασυνθέσει σ’ ένα μεταβατικό σχέδιο συν-υπαρκτικό, θα βρει τον δρόμο της.

 

*  Δρ. Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων, συντονιστής πρωτοβουλίας «ένα καράβι για τη Γάζα- F.F.C.»

http://omniatv.com/blog/3249-%CE%B7-%CE%B1%CE%B9%CE%B3%CF%85%CF%80%CF%84%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%AE-%CE%BA%CF%81%CE%AF%CF%83%CE%B7