Θέλουμε κόμμα και όχι φορέα ειδικού σκοπού

Αφορμή για το άρθρο αυτό στάθηκε το συνολικό πολιτικό κλίμα που κυριάρχησε στις διεργασίες του 1ου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ και στη συμπεριφορά των μελών στο σύνολο τους μέσα από αυτές. Για να νοηματοδοτήσουμε το νέο πολιτικό υποκείμενο της ριζοσπαστικής αριστεράς, εκφραστή και οργανωτή της διευρυμένης ανυπακοής απέναντι στην κοινωνική καταστροφή των μνημονίων, πρέπει να συγκροτήσουμε ένα κόμμα με όλη τη σημασία της λέξεως που να διέπεται από αξίες και ιδανικά, από πολιτισμικό ήθος και πολιτικό σκοπό. Αν ένα από όλα αυτά τα χαρακτηριστικά χαθεί στη διαδικασία συγκρότησης πρέπει να είμαστε εκεί σαν μέλη να το ανασύρουμε και να το «επαναφορτίσουμε» στο κόμμα των μελών. Γι αυτό το λόγο πρέπει να δούμε τι είναι αυτό που μας κάνει ξεχωριστούς από τα διεφθαρμένα κόμματα εξουσίας του παρελθόντος.

Το πρώτο είναι ότι εμείς μιλάμε για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και των στρατηγικών μονάδων της οικονομίας απέναντι στην διευρυνόμενη ιδιωτική ιδιοκτησία. Ότι εμείς λέμε, ότι τα κινήματα διαμαρτυρίας είναι αναφαίτερο κομμάτι της πολιτικής μας έκφρασης και αποτελεί το κύριο μέρος της οργανικής μας συγκρότησης, απέναντι στην καταστολή της δημοκρατικής έκφρασης και διεκδίκησης. Είναι δηλαδή μια διαφορά χάους, που σπάει την λογική της ανάθεσης στην σχέση του κόμματος με τον πολίτη και στην εργασία του την ίδια. Ώστε να αναλάβει το μέλος την εξουσία του κόμματος, ο εργάτης την διαχείριση της εργασίας τους, μέσα από μια πολιτική επανακαθορισμού και ανάπτυξης του κανόνα αυτοδιαχείρισης και αυτοδιάθεσης του ατόμου.

Το δεύτερο είναι ότι εμείς δεν φάγαμε πότε από το «παντεσπάνι» της κερδοφορίας και δεν σκοπεύουμε να το κάνουμε. Για να μην γίνει αθέμιτα αυτό απόκλιση του διακαής στόχου μας για την εξουσία των από κάτω, φροντίζουμε από τώρα για να μην δημιουργηθεί ούτε ίχνος περιθωρίων συνεργασίας με τις κυρίαρχες ελίτ

Το τρίτο είναι η δημοκρατία και η συλλογικότητα απέναντι στον εκτεινόμενο κοινωνικό κανιβαλισμό και στις ατομικές λύσεις των προβλημάτων. Είναι ο πολιτισμός του διαλόγου των πολλών απέναντι στον ανταγωνισμό των λίγων που τρώγονται μεταξύ τους.

Για να δούμε αν μέσα σε όλα αυτά υστερούμε σε κάτι πρέπει να περάσουμε από το διακηρυκτικό λόγο στην πράξη και την εφαρμογή αυτών των ενδεικτικών μας σημείων.

Το πρώτο το βλέπουμε να εφαρμόζεται στη ΒΙΟΜΕ και στις λαικές συνελεύσεις. Το δεύτερο το αποδεικνύει η πολιτική ζωή του χώρου και η επιμονή μας για διαφάνεια, για αναδιανομή του πλούτου για δίκαιο φορολογικό σύστημα κ.α.

Το τρίτο όμως είναι αυτό που διαχωρίζει το κόμμα και το κάνει να διαφέρει από έναν φορέα ειδικού σκοπού ή ένα κοινωνικό μέτωπο σωτηρίας. Είναι οι ιδέες της αριστεράς, είναι η αξιακή υπόσταση της αριστεράς, είναι ο σεβασμός στον διάλογο και την διαφορετικότητα . Το ιδεολογικό πρόσημο είναι αυτό που προσδίδει σε μια πολιτική παράταξη τον χαρακτηρισμό “κόμμα” και πόσο μάλλον όταν αυτό το κόμμα θέλουμε να ανήκει στα μέλη. Αυτό συνεπάγεται την αναγκαία δημοκρατική χειραφέτηση των μελών που θα συμμετέχουν στις συλλογικές διαδικασίες.

Στον ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη στιγμή διαπιστώνεται ένα μεγάλο αξιακό έλλειμμα, αποτέλεσμα ορισμένων πολιτικών κατά τα άλλα σεβαστών πολιτικών απόψεων που θεωρούν ότι η θέση του είναι εργαλειακή και όχι «κομματική». Αυτή η πολιτική άποψη συνέβαλε σημαντικά στο να επικρατήσουν κρότοι χειροκροτημάτων στο συνέδριο πάνω σε πρόσωπα και μηχανισμούς τάσεων.

Αντί να επευφημούμε τις συλλογικές πολιτικές μας αποφάσεις, ζητωκραυγάζαμε υπέρ των επιφανών στελεχών μας ξεχνώντας ότι τα ίδια αυτά πολιτικά πρόσωπα είναι μέρος των συλλογικών μας κατορθωμάτων. Αντί να χειροκροτούμε τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που διαμορφώνονταν, έπρεπε να χειροκροτάγαμε την ανακλητότητα και εναλλαγή όλων των μελών, όλων των οργάνων. Αντί να γιουχάρουμε τις διαφορετικές απόψεις, θα έπρεπε να θυμόμαστε ότι στις πλατείες του 2011 είχαμε βρει έναν δημοκρατικό τρόπο έκφρασης χωρίς να ενοχλούμε τον ομιλητή/ομιλήτρια.

Η δημοκρατία είναι πολιτική μάχη διαρκείας και δυστυχώς επιβεβαιώσαμε ότι χρειάζεται τεράστια προσπάθεια στον χώρο, ώστε να γίνουμε «πλατειακοί», να γίνουμε φρικιά και να καθόμαστε οκλαδόν σε δημόσιους χώρους. Αυτό δεν χρεώνεται σε κανέναν ξεχωριστά και δεν καθορίζεται από την ταξική και κοινωνική καταγωγή του μέλους, αλλά καθορίζεται από την ανάγκη ιδεολογικής ζύμωσης στο κόμμα μας μέσα από το συλλογικό μας διάλογο και δράση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το σώμα του συνεδρίου επέλεξε την συγκυρία αντί για την αριστερή απάντηση στην κρίση. Επέλεξε η επικοινωνιακή πολιτική να προσπεράσει την αριστερή συγκρότηση του πράγματος με την εκλογή του προέδρου από το συνέδριο. Επέλεξε ο ΣΥΡΙΖΑ των μελών να μην περάσει το μήνυμα της συλλογικότητας, αλλά της ατομικής συνέχειας. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν πιστώνει στον πρόεδρο ότι δεν αξίζει να είναι εκεί που βρίσκεται τώρα, αλλά στα ίδια μέλη που πρέπει να προβούν σε μια αυστηρή αυτοκριτική.

Τι σημαίνει πραγματικά κόμμα των μελών και πως τα μέλη συμμετέχουν συλλογικά σε όλη την ζωή του ενιαίου κόμματος με δημοκρατία ισότητα και ελευθερία; Το συνέδριο ήταν μια συνάντηση και δεν εξασφαλίζει την συνέχεια των ενεργών συλλογικών κυττάρων του ΣΥΡΙΖΑ! Το θέμα είναι από εδώ και πέρα συντρόφισσες και σύντροφοι.

Πρώτος μας σταθμός η συμμετοχή στις κινητοποιήσεις για την απόσυρση του πολυνομοσχεδίου, διότι εκεί είναι τα κύτταρα του ΣΥΡΙΖΑ!

Το χαμένο βλέμμα

 

Του Σπύρου Σούρλα
Ένας ωκεανός περιμένει την βάφτισή του
Κλ. Κύρου

Το μνημονιακό τοπίο του πλέον ακραίου καπιταλισμού, με την πάροδο του χρόνου, προκαλεί όλο και μεγαλύτερα πλήγματα στις δυνάμεις της εργασίας, τα οποία πρωτίστως αποτυπώνονται στην κάμψη των κινημάτων.

Οι άνεργοι, οι απολυμένοι, αλλά και όσοι ακόμα έχουν δουλειά φαίνεται στην παρούσα συγκυρία να αποσύρονται, εν μέρει, στον αγώνα της ατομικής επιβίωσης, με ένα συναίσθημα οδύνης, τώρα που πλέον έχουν απομείνει μόνον ράκη του κοινωνικού κράτους.

Η πλέον τραυματική εκδοχή της απόσυρσης είναι οι αυτοκτονίες, που σύμφωνα και με εγχώριες μελέτες εμφανίζουν αξιοσημείωτη αύξηση την τριετία 2010-2012. Το θλιβερό αυτό εύρημα της κρίσης αποτελεί στην ουσία την πλέον ακραία «έκφραση»΄ μιας κοινωνίας κατακερματισμένης με λίγες εστίες συλλογικότητας, μετά τις μεγάλες διαδηλώσεις και αντιδράσεις των προηγουμένων ετών…

Η κόπωση του «σώματος» αποτελεί πιθανότατα και τον μεγαλύτερο κίνδυνο για τις δυνάμεις της Αριστεράς που μάχονται για την ανατροπή της βαρβαρότητας.

Απ΄ όσα συμβαίνουν σήμερα, φαίνεται πως το μεγαλύτερο εμπόδιο είναι αυτό που ονομάζεται «Learned Ηelplessness», δηλαδή η ατομική αίσθηση του αβοήθητου, μετά απο αρκετές αποτυχημένες απόπειρες υπέρβασης και εξεύρεσης λύσης για την διατήρηση μιας στοιχειώδους, τουλάχιστον, ποιότητας ζωής. Έλλειψη ελπίδας, απογοήτευση, κατάθλιψη και τα πρώτα στοιχεία πληβειοποίησης κατά Hannah Arendt, εμπεριέχουν τον κίνδυνο, μέρος της κοινωνίας «να ψάχνει για άρτο και να σιτίζεται με θεάματα»…

Η χώρα, ζώντας στην ατομική μετα-νεωτερικότητα για αρκετά χρόνια, και έχοντας απωλέσει τα αναγκαία εκείνα αντανακλαστικά οργανωμένης και μαζικής αντίδρασης, αιφνιδιάστηκε, ιδιαίτερα απο το «διάγγελμα του Καστελόριζου» το 2010. Παρότι στη συνέχεια δημιουργήθηκαν «κινήματα των Πλατειών», με θετικά και αρνητικά χαρακτηριστικά, και παρότι μεσολάβησε η ριζοσπαστικοποίηση ενός σημαντικού τμήματος της κοινωνίας τον Ιούνιο του 2012, που έφερε τον ΣΥΡΙΖΑ στην θέση της αξιωματικής αντιπολίτευσης, οι αλλεπάλληλες ταξικές επιθέσεις μέσω των ιδεολογικών, αλλά και των κατασταλτικών μηχανισμών του Κράτους, έχουν οδηγήσει τις δυνάμεις της εργασίας σε μια ενδιάμεση κατάσταση, που εμπεριέχει την ματαίωση, την τάση απόσυρσης, αλλά και την ελπίδα.

Μιλώντας λοιπόν γι΄ αυτή την ενδιάμεση κατάσταση, πιθανώς το μεγαλύτερο επίδικο, πέρα και πάνω απο οικονομίστικες «νομισματικές διαμάχες», είναι το πώς οι δυνάμεις της Αριστεράς θα κατορθώσουν να απευθυνθούν σε εκείνους που αποτελούν, δυνάμει, τους φυσικούς συμμάχους της…

Τα τελευταία προ των Μνημονίων χρόνια είχαν ήδη προετοιμάσει το έδαφος, ώστε το υποκείμενο να  τρωθεί, να  απο-συλλογικοποιηθεί, και ως εκ τούτου να υπάρχει έλλειψη κοινωνικής και ταξικής νοηματοδότησης.  Ζώντας μάλιστα στον «πολιτισμό της ενοχής» και όχι «της ντροπής», παρατηρούμε σήμερα μερίδα της κοινωνίας να έχει «συνηθίσει» την εξαθλίωση, που μάλιστα συνοδεύεται και απο εκφασισμό.

Το κενό νοήματος καθώς και το α-πρόσωπο ενισχύει ακόμα περισσότερο τον κίνδυνο «αμερικανοποίησης» της πολιτικής ζωής (Βερναρδάκης: «H απελπισία τους διώχνει απο την κάλπη», 22-01-2013, tvxs), γεγονός που αν επιβεβαιωθεί, θα ενισχύσει αντικειμενικά την κυρίαρχη ιδεολογία…

Ζητούμενο λοιπόν σήμερα είναι η επανανοηματοδότηση του συλλογικού υποκειμένου. Αν μάλιστα λάβουμε υπόψιν και την βασική αρχή της ομαδικής δυναμικής, ότι «η ομάδα υπερβαίνει το άθροισμα των μελών που την συναποτελούν», μόνον μέσα απο ουσιαστικές κοινωνικές διαδικασίες μπορεί να αποκτηθεί η απαιτούμενη αίσθηση του «συν-ανήκειν», της «ενστάλαξης της ελπίδας» και του «κοινού στόχου». Όπως μάλιστα έχει φανεί, συχνότατα η αλλαγή της ατομικής κατάστασης επισυμβαίνει μέσα απο την ομαδική διαδικασία…

Αναγκαίο για τα παραπάνω είναι να πεισθεί να συμμετέχει η πλειονότητα των κοινωνικά αδύναμων ή αποσυρμένων σε συλλογικότητες δημοκρατικές που να αναστρέφουν, αφενός μεν το κλίμα του ατομικού «αναχωρητισμού»,  και αφετέρου να δίνουν την δυνατότητα  λόγου στον αποξενωμένο και ελπίδα αποκατάστασης της τραυματισμένης του αξιοπρέπειας…

Εξυπακούεται πως τον πρωτεύοντα λόγο τον έχει η Αριστερά, που οφείλει να στραφεί με ακόμα μεγαλύτερη ένταση στην αναζήτηση του «χαμένου βλέμματος» και στην μετατροπή της ατομικής κατάστασης σε αλυσιδωτή αντίδραση (chain reaction) με θετικό πρόσημο.

Αν, αντιθέτως,  επικρατήσει το ιεραρχικό μοντέλο «σωτηρίας» της κυρίαρχης ιδεολογίας ή, ακόμα χειρότερα, του φασιστικού μορφώματος της Χ.Α (που σαφώς και ευοδώνεται από τους ταξικούς επικυρίαρχους), οι δυνάμεις της εργασίας θα υποστούν καταστροφικές συνέπειες.

Άλλωστε, το βλέμμα προς τον «άλλον» το έχουμε απωλέσει εδώ και πολύ καιρό και απαιτείται δημοκρατική και συλλογική «επανεκπαίδευση» υπό την ηγεμονία της αριστεράς…