Πανεπιστήμιο όχι μόνο για όλους, αλλά για όλα!

Πώς φτάσαμε ως εδώ;

Του Παναγιώτη Δήμα

«Από τα πολλά άτομα τα οποία είμαι, από τα οποία είμαστε, δεν μπορώ να κατασταλάξω σε ένα μόνο.»
Πάμπλο Νερούδα, “Είμαστε πολλοί”

Ας μην γελιόμαστε, το δημόσιο πανεπιστήμιο βρίσκεται σε κρίση… Οι ίδιοι οι όροι για τη συνέχιση της λειτουργίας του κάθε μέρα γίνονται πιο δύσκολοι και ανυπέρβλητοι. Σε πολλά ιδρύματα κόβονται μια και καλή οι πανεπιστημιακές σημειώσεις και εκδόσεις, οι εκφωνήσεις για τις ασκήσεις και τις εργασίες τυπώνονται πια από τους φοιτητές, τα εργαστήρια και οι αίθουσες διδασκαλίας ψάχνουν απεγνωσμένα λέκτορες, βοηθούς και διδακτικό προσωπικό για να τις γεμίσουν. Οι διάδρομοι έχουν χάσει αυτή την ευχάριστη ανακατωσούρα με τα σπρωξίματα, το συνωστισμό, τις αναπάντεχες (και πολλές φορές ακόμη και αμήχανες) συναντήσεις με ανθρώπους που μοιράζονται μαζί σου τα ίδια άγχη και τις ίδιες ανησυχίες, τα ίδια όνειρα και την ίδια καθημερινότητα.

Το «άλλο»

Οι αιτίες γι΄ αυτή την πρωτόγνωρη κατάσταση είναι πολύπλευρες και διαφορετικές, αλλά σίγουρα κάποιες από αυτές είναι αντικειμενικές και άλλες υποκειμενικές. Με άλλα λόγια, πολλές από αυτές πηγάζουν από τον ίδιο το χαρακτήρα του πανεπιστημίου: οι περισσότεροι φοιτητές ψάχνουν πως θα μαζέψουν όλο και περισσότερες δεξιότητες και ατομικές ικανότητες, τα μαθήματα τα αντιμετωπίζουμε σαν ένα εργαλείο για να γίνουμε καλύτεροι επαγγελματίες από τον διπλανό μας, ενώ συχνά καταλαβαίνουμε τη σχέση μας με τους διδάσκοντες (όποιοι κι αν είναι αυτοί) σε ένα μεταφυσικό επίπεδο, όπου ο ένας κατέχει την απόλυτη αυθεντία ενώ ο άλλος τίποτα. Παράλληλα, τα μαθήματά μας φαίνεται να χωρίζονται από κάποια στεγανά, κάποιους διαχωριστικούς τοίχους όπου δεν τα αφήνουν να μπλεχτούν, να αλληλοαμφισβητηθούν, να σχηματίσουν κρίση και προβληματισμούς. Ακόμη κι ο ελεύθερος χρόνος μας έχει μετατραπεί σε μια γκρίζα ζώνη, σε μια μαύρη τρύπα που καταπίνει τις ανάγκες μας. Έχει γίνει μια αχαρτογράφητη περιοχή που χρησιμεύει μόνο στην προετοιμασία των μαθημάτων και των υποχρεώσεων της επόμενης μέρας και όχι στη δοκιμασία όλων όσων αποκομίζουμε από το πανεπιστήμιο εκεί που πραγματικά μετράνε: έξω στους δρόμους και στην κοινωνία.

Το «δικό μας»

Από την άλλη, πολλές από τις αιτίες έχουν να κάνουν με εμάς τους ίδιους και φυσικά με τον τρόπο που όλη αυτή η γενικευμένη μελαγχολία μας έχει επηρεάσει και μας επηρεάζει κάθε μέρα. Μέσα στο πανεπιστήμιο γίνεται δύσκολο έως ακατόρθωτο να εντοπίσουμε την κοινότητα. Όχι τη λέξη φυσικά, αυτή μπορεί να την βρει οποιοσδήποτε αν δει μερικούς ανθρώπους μαζεμένους έξω από ένα κυλικείο ή ένα αμφιθέατρο, αλλά την έννοια. Την αντίληψη ,δηλαδή, ότι το πανεπιστήμιο δεν είναι χώρος κατάρτισης αλλά πάνω απ’ όλα είναι κοινωνικός χώρος. Την αντίληψη που πάνω και πέρα απ’ όλα είναι συναντίληψη, είναι η δύναμη που μας κινητοποιεί να συζητάμε μεταξύ μας, να αποφασίζουμε για τη ζωή και τις αξίες μας, να διαφωνούμε και να συνθέτουμε, να βρισκόμαστε όλοι μαζί όταν όλος ο κόσμος μας θέλει χώρια και απομονωμένους. Την έννοια που θέλει και επιδιώκει ένα ελεύθερο πανεπιστήμιο όπου η επανοικειοποίηση και η επανάχρηση ενός κλειστού δημόσιου χώρου (όπως ένα κυλικείο ή μια άδεια αίθουσα) δε θα συμβολίζει μια παράνομη πράξη αλλά μια νέα καθημερινότητα.

Τα όνειρά μας κομμάτι ενός νέου παραδείγματος

Όμως, αν θέλουμε να ξεφύγουμε από την παραπάνω κατάσταση μπορούμε αλήθεια να το κάνουμε βασισμένοι σε παλιές έννοιες και σε παλιά εργαλεία? Ή μήπως ενώ αντιστεκόμαστε στην εντεινόμενη εξαθλίωση επιδιώκουμε να γυρίσουμε σε μια παλιά κατάσταση πριν την κρίση όπου όλα ήταν καλώς καμωμένα? Η απάντηση οφείλει να είναι όχι και στα δύο. Από τη μια μεριά γιατί δε μπορούμε να φανταστούμε μια διαδικασία που θα μετασχηματίσει το πανεπιστήμιο χωρίς να μετασχηματίσει και τους ίδιους τους φορείς και τα υποκείμενά της, δηλαδή τους ίδιους τους φοιτητές. Από την άλλη μεριά γιατί το παλιό πανεπιστήμιο δημιουργούσε ακριβώς τις προϋποθέσεις και έστρωνε το έδαφος για τον πλήρη εξευτελισμό του, αναπαράγοντας τον αποκλεισμό και την εκμετάλλευση των φοιτητών-μελλοντικών εργαζόμενων μέσα από τις δομές και τις πρακτικές του…

Όμως τελικά εμείς ποιο πανεπιστήμιο θέλουμε;

Η απάντηση μπορεί να δοθεί μόνο άμα δούμε όλοι μας τις διαφορετικές αφετηρίες μας, τις προσωπικές και συλλογικές μας ανησυχίες, τις διαφορετικές όψεις των χαρακτήρων, των προσωπικοτήτων, των εαυτών μας. Αν όλοι αναρωτηθούμε για τις κοινωνικές μας ανάγκες αλλά και τις πολλαπλές μας ταυτότητες εν τέλει. Σίγουρα, όμως, ξεκινώντας από την διαίσθηση και την εμπειρία μπορούμε να «πιάσουμε» φευγαλέα κάποιες όψεις του…
Πρώτα-πρώτα, είναι ξεκάθαρη η απόσταση ανάμεσα στον καθηγητή-διδάσκοντα και τον φοιτητή-διδασκόμενο. Η απόσταση αυτή, όμως, δεν πρέπει να διανυθεί αλλά να καταργηθεί: να αμφισβητήσουμε και τις δύο έννοιες. Μέσα από διαδικασίες που έχουν στον πυρήνα τους το συμμετοχικό και το αντιπαρατιθέμενο. Ας φανταστούμε, για παράδειγμα, ένα σχήμα όπου για την εκπόνηση ενός θέματος οι φοιτητές θα λειτουργούν σε ομάδες σε μια αίθουσα. Με τους καθηγητές να κατεβαίνουν από την έδρα ή το βήμα τους και να περπατούν ανάμεσα στους φοιτητές, όχι λύνοντας απορίες αλλά εμπλεκόμενοι κι οι ίδιοι στη διαδικασία μάθησης. Από την άλλη, οι φοιτητές βοηθούν άλλες ομάδες ενώ εξερευνούν πολλαπλές προσεγγίσεις στο ίδιο πρόβλημα ξεκινώντας από πολλά διαφορετικά ερεθίσματα. Σκεφτείτε μια διάλεξη όπου δε θα εκφωνείται μία αλήθεια και μία αντίληψη, αλλά δύο ή περισσότερες διαφορετικές και μετά θα ακολουθεί συζήτηση ανάμεσα στον “από πάνω” και τους “από κάτω”. Συζήτηση που θα αποτυπώνεται σε επόμενες διαλέξεις που θα προετοιμάζουν οι ίδιοι οι φοιτητές, αναλαμβάνοντας περιοδικά το ρόλο του διδάσκοντα.

Σε ένα δεύτερο χρόνο, είναι μεγάλη η αντίθεση και ο διαχωρισμός ανάμεσα στη θεωρία και την πρακτική. Μια αντίθεση που ιστορικά δεν δικαιολογείται αν δούμε την παραγωγή επιστημονικής θεωρίας ως απότοκο της παρατήρησης και του πειράματος. Η λογική αυτή μπορεί να αντιμετωπιστεί μέσα από ένα μοντέλο που θα βασίζεται στο πανεπιστήμιο του παραδείγματος, των εργαστηρίων και των workshop, του κοινωνικού πειραματισμού και της αυτενέργειας. Ένα εργοτάξιο σε μικρογραφία, η εκπόνηση ενός σχεδίου ανάπλασης για μια περιοχή στο κέντρο μιας πόλης, η συνέντευξη από κατοίκους περιοχών για το πώς φαντάζονται τη γειτονιά τους, μια μορφή και ένα πλαίσιο συμμετοχικού σχεδιασμού μιας επαρχίας-πόλης-κοινότητας καταργούν τα στεγανά ανάμεσα στο πανεπιστήμιο που σκέφτεται και την κοινωνία που εκτελεί. Η ίδια η κοινωνία εμπλέκεται σε μια συνεχή διαδικασία αναθεώρησης, σκέψης και παραγωγής γνώσης. Το πανεπιστήμιο και η γνώση με άλλα λόγια κοινωνικοποιούνται ενώ το κοινωνικό στοιχείο πολιτικοποιείται μέσω της αυτοθέσμισης των διαφόρων ομάδων (οργανωμένων ή αυθόρμητων).

Παράλληλα, ένα πανεπιστήμιο εκφράζει και μια χωρικότητα. Και όταν λέμε χωρικότητα δεν εννοούμε μόνο την έκταση που καταλαμβάνει, αλλά τους μετασχηματισμούς και τις αλλαγές που προκαλεί στον ίδιο το χώρο και την αντίληψη που τρέφουμε και αναπαράγουμε γι αυτόν. Μια ομάδα φοιτητών που “μπουκάρει” σε ένα άδειο δωμάτιο για να το μετατρέψει σε χώρο διαλόγου, ζύμωσης και ικανοποίησης καθημερινών αναγκών ανοίγει καινούριους δημόσιους χώρους εντός των σχολών, μετατοπίζει τους παλιούς, αναγκάζει απόμακρο κόσμο να ξαναβρεί το κοινωνικό, να θυμηθεί ή να μάθει πως συζητάμε. Ένα πανεπιστήμιο ή ένας φοιτητικός σύλλογος που διοργανώνει μια εξωστρεφή δράση σε μια πλατεία ή σε ένα κεντρικό χώρο διευρύνει την έννοια του ασύλου και της αντίστασης εκτός των τειχών του, ενώ αναδεικνύει τις αρχές της αλληλεγγύης και της αυτονομίας. Ένα κοινωνικό παντοπωλείο σε κάθε σχολή γεννά αποκεντρωμένα πρότυπα παραγωγής, ενώ πολεμά την υπεραξία που αποσπάται από το κόστος μετακίνησης των αγαθών.

Συν τοις άλλοις, ένα ριζοσπαστικό πανεπιστήμιο είναι αυτό που συνδέεται οργανικά με την παραγωγή. Όχι όμως με μια παραγωγή που βασίζεται στη στοχοθεσία του κέρδους και της εμπορευματικής ολοκλήρωσης, αλλά μια παραγωγή που θα δημιουργεί μέσα στο πανεπιστήμιο εστίες αποανάπτυξης, παράγοντας ιδέες και καινοτομίες σε πολλά επιμέρους σημεία και διασπαρμένους χώρους και αντιστεκόμενη σε ένα πρότυπο που θέλει τις ιδέες να δημιουργούνται κεντρικά σε ένα “καταξιωμένο θύλακα γνώσης” και έπειτα να διανέμονται. Μια παραγωγή που θα δημιουργεί ανθρώπους με ολόπλευρες προσωπικότητες, που θα αφομοιώνουν στην πράξη το σύνολο των διαδικασιών και θα περνούν από τον ένα κλάδο στον άλλο, σύμφωνα με τις ανάγκες της κοινωνίας ή με την ατομική τους κλίση.

Ταυτόχρονα, υπό καθαρή αμφισβήτηση οφείλει να μπει και η ίδια οντότητα της γνώσης, το αντικείμενό της, καθώς και οι πυρήνες που την εκπέμπουν. Ήρθε μάλλον η στιγμή να πιστέψουμε σε ένα πανεπιστήμιο, στο οποίο η γνώση, δεν θα κατοικεί στα κεφάλια λίγων και εκλεκτών, ούτε θα σαπίζει σε σκονισμένες βιβλιοθήκες, αλλά θα ανανεώνεται και θα αλληλεπιδρά πλήρως με την καθημερινότητα και τις ανάγκες των φοιτητών. Αυτό καταβαραθρώνει το πρότυπο μιας πανεπιστημιακής ελίτ, που ανταγωνίζεται σε ένα υψηλό επίπεδο, πίσω από κλειστές πόρτες εργαστηρίων, αλλά παράλληλα δίνει την ευκαιρία για μια ανατροφοδότηση στην πανεπιστημιακή έρευνα, και την καθοδήγηση της σε πιο ανθρωποκεντρικούς δρόμους.

Φτάνοντας στο τέλος αυτού του κειμένου ίσως να αντηχήσουν περίεργες φωνές, φωνές της κανονικότητας. Μα η αγορά μας θέλει ανταγωνιστικούς με χαρτιά και εργασιακές εμπειρίες, εργαζόμενους χωρίς σύνορα! Θέλω άμεσες λύσεις θα σκεφτείς, οι οποίες θα μου δώσουν το χαρτζιλίκι, ή γιατί όχι και την καριέρα της επόμενης ημέρας. Το πανεπιστήμιο οφείλει να μου δώσει εφόδια, τα οποίο θα έχουν αντίκρισμα επαίνων και αργότερα οικονομικών απολαβών.

Μα κάπου εδώ μπαίνει σα σφήνα η πολιτική. Γιατί πολιτική δεν είναι μόνο ο βαρετός τύπος στο τραπεζάκι της σχολής που θα μιλήσει για καλύτερες μέρες, ούτε μόνο η παρουσία και η ψήφος σε μια συνέλευση. Πολιτική είναι και ο τρόπος που επιλέγεις να μάθεις, πολιτική είναι και η καθημερινή παρουσία στη Σχολή, πολιτική είναι και η επιλογή ή μη να συλλογικοποιούμε τις προβληματικές μας, να βγάζουμε τον μπαμπούλα απ’ την ντουλάπα, να μιλάμε για ελλείπεις σημειώσεις, για εντατικοποίηση των ρυθμών ζωής και διαβάσματος, για αλλαγές στο πρόγραμμα σπουδών, πράγματα που μας αφορούν άμεσα  και μέχρι τώρα ρυθμίζονταν από μια αόρατη αυθεντία: τους εκάστοτε τεχνοκράτες και ειδικούς.

Advertisements

Εδώ ΕΡΤ! Πομπός Δημοκρατίας

ΕΔΩ ΕΡΤ ! ΕΔΩ ΕΡΤ! Η ανακοίνωση της ΠΟΣΠΕΡΤ

Στο υπουργείο  οικονομικών  απαντάμε!  Μολων λαβε!
Οι εντολές εκκένωσης του Ραδιομεγαρου  από  αυτούς που παρανομούν, παραβιάζουν κάθε έννοια συνταγματικού δικαίου,  που φοβούνται τη δημοκρατία, που φοβούνται τη νομιμότητα,
                     είναι βία για να παραιτηθούμε!
                     Είναι βία για να μας γονατίσουν!
                     Είναι  βία για να μας τρομάξουν!
Απαντάμε, πιστοί στις επιταγές της συνείδηση  μας και με υψηλό αίσθημα καθήκοντος,
συνεχίζουμε αταλάντευτα τον αγώνα μας,  υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατία!
Καταπατώνται βάναυσα θεμελιώδη εργασιακά δικαιώματα  και η δημοκρατια . Οι εργαζομενοι δεν επιτρέπουν σε κανένα να τους εκπροσωπούν   και να τους διαπραγματεύονται!
Θέλουν να παραδειγματίσουν όλους τους εργαζόμενους  του δημοσίου τομεα,  ότι κατάφεραν να βρουν τη μέθοδο ΑΠΟΛΥΣΕΩΝ στο δημόσιο , να προσθέσουν κι άλλους  στην ανεργία που αυξάνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς!
θέλουν να ισοπεδώσουν τη δημοκρατία κάθε έννοια εργατικού δικαίου!
Απαντάμε: Η δικομματική πλέον Κυβέρνηση, με τον αυταρχισμό  δεν θα μας τρομοκρατήσει!
Δουλεύουμε για τη δημοσια ΕΡΤ, υπερασπιζόμαστε τη δημοκρατία!
Δεν σταματάμε τον αγώνα αν δεν ανοίξει όλη η ΕΡΤ ως να μην έκλεισε μια μέρα, χωρίς καμιά απόλυση,  χωρίς καταστρατήγηση των εργασιακών δικαιωμάτων.
 Η νομική υπηρεσία θα εξαντλήσει όλα τα νόμιμα μέσα!
Οι ίδιοι που διόρισαν τις διεφθαρμένες διοικήσεις, οι ίδιοι που  μετέτρεψαν σταδιακά τη Δημόσια Ραδιοτηλεόραση σε κρατικό μηχανισμό κυβερνητικής προπαγάνδας, παρουσιάζονται ως οι αδιάφθοροι που θα επιβάλλουν τη διαφάνεια, σβήνοντας την ΕΡΤ
Η  σιωπή της ΕΡΤ
ΕΙΝΑΙ Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΧΩΡΑΣ ΜΑΣ
ΕΙΝΑΙ Η ΣΙΩΠΗ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
ΕΙΝΑΙ Η ΣΙΩΠΗ ΤΟΥ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΥ ΜΑΣ!
Καλούμε όλους που συμπαραστέκονται στον αγώνα μας εδώ στο ραδιομεγαρο  κάθε ώρα, κάθε μέρα
Απαιτούμε να αποκατασταθεί το δικαίωμα του λαού ΓΙΑ ΑΝΘΡΩΠΙΑ  ΔΟΥΛΕΙΑ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ ΑΞΙΟΠΡΕΠΕΙΑ  ΓΙΑ ΟΛΟΥΣ
Ο αγώνας για την αποκατάσταση της Δημοκρατίας είναι θέμα επιβίωσης του λαού!
ΕΔΩ ΕΡΤ! ΕΔΩ ΕΡΤ! ΠΟΜΠΟΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ!

http://left.gr/news/edo-ert-pompos-dimokratias

Η φόρμουλα της Mohawk Valley του 1936: Ένα διαχρονικό εργοδοτικό σχέδιο απεργοσπασίας

Με αμέτρητες εφαρμογές από την τρικομματική και τα ΜΜΕ στην Ελλάδα του 2013

Η φόρμουλα της Mohawk Valley είναι ένα σχέδιο απεργοσπασίας, που φημολογείται ότι έχει γραφτεί από τον πρόεδρο της εταιρίας Remington Rand, τον James Rand Jr, την εποχή που διαδραματιζόταν απεργία των εργαζομένων στην εταιρία, στο Ίλιον, πολιτεία της Νέας Υόρκης, μεταξύ 1936 και 1937.

 

Το σχέδιο περιλάμβανε την απαξίωση των συνδικαλιστών, τον εκφοβισμό του κοινού υπό την απειλή της βίας, την αξιοποίηση της τοπικής αστυνομίας και ομάδων αυτόκλητων φρουρών της «τάξης» προκειμένου να τρομάξουν οι απεργοί, τη δημιουργία εργοδοτικών σωματίων «μαριονέτες» με τη συμμετοχή πιστών στο αφεντικό εργαζομένων με σκοπό τον επηρεασμό της δημόσιας κουβέντας, την οχύρωση των χώρων εργασίας, την επιστράτευση αντικαταστατών εργατών στη θέση των απεργών και τέλος την απειλή του κλεισίματος του εργοστασίου σε περίπτωση που συνεχιζόταν η απεργία.

 

Η αυθεντικότητα του γραπτού σχεδίου ποτέ δεν επιβεβαιώθηκε πλήρως. Αν και φημολογείται ότι δημοσιεύθηκε στο δελτίο εργασιακών σχέσεων της Εθνικής Ένωσης Κατασκευαστών, δεν έχει βρεθεί αυθεντικό αντίτυπο, ούτε περιλαμβάνεται στη λίστα φυλλαδίων εκείνης της περιόδου της Εθνικής Ένωσης Κατασκευαστών. Σε κομμάτια του σχεδίου εκφράζεται συμπάθεια προς τους επιστάτες των εργατών. Όντως, η εταιρία Remington Rand κατέστειλε βίαια τις απεργίες, όπως έχει καταγραφεί σε επίσημη τεκμηρίωση του Εθνικού Συμβουλίου Εργασιακών Σχέσεων και το σχέδιο έγινε αποδεκτό σαν οδηγός για τις μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν. Τουλάχιστον μία πηγή ονοματίζει τον απεργοσπάστη Pearl Bergoff και την αποκαλούμενη «τεχνική Bergoff» ως καταγωγή της φόρμουλας. Οι Rand και Bergoff παραπέμφθηκαν από το ίδιο ομοσπονδιακό ορκωτό δικαστήριο για το ρόλο που έπαιξαν στην απεργία της Remington Rand. Αξίζει να σημειωθεί ότι με μια ιστορική απόφαση, το Εθνικό Συμβούλιο Εργασιακών Σχέσεων είχε χαρακτηρίσει τη φόρμουλα της Mohawk Valley ως «σχέδιο μάχης διεξαγωγής βιομηχανικού πολέμου».

 

Image

Πηγή φωτογραφίας: todayinlaborhistory.wordpress.com

 

Ο Noam Chomsky έχει περιγράψει τη φόρμουλα ως το αποτέλεσμα της μετατόπισης των ιδιοκτητών των επιχειρήσεων από τη βίαιη καταστολή των απεργιών, προς μια πιο «επιστημονική» προσέγγιση βασισμένη στην προπαγάνδα. Απαραίτητο συστατικό αυτής της προσέγγισης είναι η ταύτιση των συμφερόντων της εργοδοσίας με τον «Αμερικανισμό» και τα συμφέροντα του έθνους, ενώ ο εργατικός ακτιβισμός παρουσιάζεται ως το αποτέλεσμα δράσης αντιαμερικάνικων ξένων συμφερόντων. Οι εργάτες πείθονται έτσι να στραφούν ενάντια στους ακτιβιστές και υπέρ της εργοδοσίας προκειμένου να επιδείξουν τον πατριωτισμό τους.

 

Τα στοιχεία της φόρμουλας

 

Το παρακάτω είναι το κείμενο της φόρμουλας της Mohawk Valley όπως έχει δημοσιευτεί στον εργατικό τύπο:

 

1. Όταν εξαγγέλλεται απεργία, χαρακτηρίζουμε τους συνδικαλιστικούς ηγέτες «υποκινητές», έτσι ώστε να τους δυσφημήσουμε στο κοινό και στους υποστηρικτές τους. Βάζουμε τους εργοδηγούς/επιστάτες/αρχιεργάτες να διεξάγουν ψηφοφορία, έτσι ώστε να εξακριβώσουμε τη δύναμη του συνδικάτου και να κάνουμε πιθανό το χαρακτηρισμό των απεργών ως «μικρή μειοψηφία». Ασκούμε οικονομική πίεση μέσω απειλών μετακίνησης του εργοστασίου, ενώ μαζί με τους τοπικούς τραπεζίτες, ιδιοκτήτες ακινήτων και άλλους επιχειρηματίες δημιουργούμε μια «Επιτροπή Πολιτών».

 

2. Υψώνουμε τη σημαία του «Νόμου και της Τάξης», έτσι ώστε η κοινότητα να στοιχηθεί πίσω από τα αστυνομικά όπλα – μέτρα ενάντια στην επερχόμενη φανταστική βία, κάνοντας την έτσι να ξεχνά ότι και οι εργαζόμενοι είναι μέλη της κοινότητας και έχουν ίδια δικαιώματα με τους υπόλοιπους πολίτες.

 

3. Καλούμε μια μαζική δημόσια σύναξη ώστε να κατευθύνουμε τη δημόσια γνώμη ενάντια στην απεργία και να δυναμώσουμε την «Επιτροπή Πολιτών».

 

4. Σχηματίζουμε μια μεγάλη αστυνομική δύναμη προκειμένου να εκφοβίσουμε τους εργάτες και να ασκήσουμε ψυχολογική πίεση. Χρησιμοποιούμε την τοπική αστυνομία, την αστυνομία της Πολιτείας, ομάδες αυτόκλητων φρουρών της «τάξης» και πολιτικούς, επιλεγμένους αν είναι δυνατό από άλλες γειτονιές.

 

5. Πείθουμε τους εργάτες ότι ο αγώνας τους είναι μάταιος με ένα κίνημα «πίσω στη δουλειά», οργανωμένο κρυφά από την εργοδοσία και τους «πιστούς» εργαζόμενους, με όχημα ένα σωματείο «μαριονέτα».

 

6. Όταν πετύχουμε αρκετές από τις παραπάνω «εφαρμογές», ορίζουμε μέσω του «μαριονέτα» σωματείου «πίσω στη δουλειά» την ημερομηνία ανοίγματος του εργοστασίου.

 

7. Σκηνοθετούμε το άνοιγμα του εργοστασίου θεατρικά, ανοίγοντας διάπλατα τις πύλες και βάζοντας τους εργαζόμενους να βαδίσουν μαζικά, προστατευμένους από ομάδες ένοπλων αστυνομικών, έτσι ώστε να δραματοποιήσουμε και να μεγαλοποιήσουμε τη σημασία του ανοίγματος, χτυπώντας έτσι το ηθικό των απεργών.

 

8. Κλείνουμε το επικοινωνιακό μπαράζ εξαγγέλλοντας ότι το εργοστάσιο είναι σε πλήρη λειτουργία και ότι οι απεργοί είναι μια ελάχιστη μειοψηφία που παρεμποδίζει το δικαίωμα στην εργασία. Με αυτό η καμπάνια τελειώνει – ο εργοδότης έχει σπάσει την απεργία.

 

Πηγή φωτογραφίας: From 1936: Police Again Employ Tear Gas In Strike

 

Μια παρόμοια, αν και με λεπτές αποχρώσεις και μακροσκελέστερη, εκδοχή της φόρμουλας της Mohawk Valley δημοσιεύτηκε και στην εφημερίδα «The Nation» το 1937.

 

Πηγές: Mohawk Valley formula στη wikipedia

Remington Rand strike of 1936–1937

 

http://left.gr/news/i-formoyla-tis-mohawk-valley-toy-1936-ena-diahroniko-ergodotiko-shedio-apergospasias

Πέντε ερωτήματα για την παρ’ ολίγο απεργία των καθηγητών

Του
Γιάννη Αλμπάνη

Η απεργία των καθηγητών έληξε πριν καν αρχίσει. Το άδοξο τέλος αυτής της παρ’ ολίγο κινητοποίησης δεν αποτελεί μόνο ήττα για τον κλάδο των καθηγητών. Φέρνει την απογοήτευση σε ένα μεγάλο αριθμό αριστερών αγωνιστών/τριών που είχαν δει αυτήν την απεργία με μεγάλη ελπίδα. Ειδικά μάλιστα για τον κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, η πικρία είναι ακόμα μεγαλύτερη μιας και η γενική αίσθηση είναι ότι ο χώρος μας δεν χειρίστηκε τα πράγματα όπως έπρεπε. Τα ερωτήματα που προκύπτουν είναι αρκετά και πρέπει να συζητηθούν δημόσια, χωρίς διάθεση ανθρωποθυσιών, αλλά και χωρίς να γίνει προσπάθεια να κουκουλωθούν προβλήματα που θα τα ξαναβρούμε μπροστά μας.
Θα πρέπει να ξεκινήσουμε με την παραδοχή ότι η απεργία μέσα στις εξετάσεις είναι η πλέον αντιδημοφιλής και δύσκολη συνδικαλιστική κινητοποίηση. Αντιδημοφιλής γιατί συγκρούεται με τη βαθιά ριζωμένη φετιχοποίηση των Πανελλαδικών. Δύσκολη, γιατί είναι τελείως θολό πώς μπορεί να περιφρουρηθεί με δεδομένη την παρουσία στα εξεταστικά μαθητών και γονιών. Αν τώρα προσθέσουμε την πολιτική επιστράτευση και την πραγματική απειλή των απολύσεων για όσους θα την αψηφούσαν, μπορούμε να καταλάβουμε τα προβλήματα που έπρεπε να αντιμετωπιστούν.

Ωστόσο, αν υπήρχε η εκτίμηση ότι δεν ήταν εφικτοί στόχοι το να γίνει η απεργία ή το να σπάσει η επιστράτευση, γιατί δεν λεγόταν αυτό καθαρά; Προς τι οι επαναστατικοί βερμπαλισμοί, αν υπήρχε η πεποίθηση ότι δεν έβγαινε το πράγμα; Την κινητοποίηση ή την πιστεύεις και την παλεύεις με κάθε μέσο ή, σε άλλη περίπτωση, δεν πρέπει να ανοίξει το θέμα καθόλου. Αν πας με τη λογική «και με τον χωροφύλαξ και με τον αστυφύλαξ» απλά χάνεις και από τις δύο μεριές, και από αυτούς που θέλουν την κινητοποίηση και από αυτούς που δεν τη θέλουν. Τα δε περί «όρων και προϋποθέσεων» δεν ακούγονται πειστικά δεδομένου ότι ένας αγώνας εξαρτάται κυρίως από τις διαθέσεις του ίδιου του υποκειμένου και δευτερευόντως από το αν θα δεχτεί στήριξη από άλλους χώρους.

Το δεύτερο ερώτημα έχει να κάνει με τις συνελεύσεις των ΕΛΜΕ. Είναι πραγματικά απορίας άξιο γιατί δεν κουβέντιασαν το θέμα τη επιστράτευσης. Νομίζω ότι αποτελεί έκφραση μαζικού σουρεαλισμού είκοσι χιλιάδες καθηγητές να μη συζητάνε τι θα κάνουν με την επιστράτευση, αλλά να επικεντρώνονται στην πρόταση του ΔΣ της ΟΛΜΕ η οποία είχε προηγηθεί της επιστράτευσης. Γιατί αυτό που τελικά ψηφίστηκε ως δεύτερο ερώτημα στη συνέλευση των προέδρων των ΕΛΜΕ («αν υπάρχουν όροι και προϋποθέσεις για την πραγματοποίηση της απεργίας») δεν ψηφίστηκε από τη βάση του συνδικάτου, δηλαδή από τους ίδιους τους ενδιαφερόμενους που θα έπρεπε να πάρουν και τα ενδεχόμενα ρίσκα; Η εξέλιξη των πραγμάτων έδειξε ότι η τάχα μου «επικοινωνιακή» λογική και οι συνδικαλιστικοί ελιγμοί έχουν κοντά ποδάρια. Ωστόσο, το ζήτημα είναι γενικό και δεν αφορά μόνο το ότι για να κερδηθούν οι εντυπώσεις μιας μέρας, δημιουργήθηκε ένα πρωτοφανές μπάχαλο όπου ο καθένας ερμηνεύει τις αποφάσεις των ΕΛΜΕ κατά το δοκούν. Το βασικό είναι ότι εν έτει 2013 είναι αδιανόητο να μην παίρνεται μια απόφαση ζωής κι (εργασιακού) θανάτου από τους ίδιους τους ανθρώπους που θα πρέπει να υποστούν τις συνέπειες της -οι οποίοι παρεμπιπτόντως είναι ενήλικες.

Το τρίτο ερώτημα αφορά το άρον άρον κλείσιμο της απεργίας. Ακόμα και αν εκτιμήθηκε ότι ο κλάδος δεν μπορούσε να σπάσει την επιστράτευση (πράγμα που ακούγεται λογικό, αλλά που δεν θα το μάθουμε ποτέ με σιγουριά), γιατί δεν επιχειρήθηκε να αναζητηθεί η συνέχεια του αγώνα; Δεν είχε γίνει προφανές ότι με την επιστράτευση το ζήτημα δεν αφορούσε πλέον μόνο τους καθηγητές, αλλά έπαιρνε ευρέα πολιτικά χαρακτηριστικά; Και δεν ήταν εξίσου προφανές ότι η συσπείρωση που αναπτυσσόταν γύρω από τον αγώνα των καθηγητών, δεν αφορούσε τόσο αυτά καθ’ αυτά τα αιτήματά τους, όσο την υπεράσπιση της δημοκρατίας και την αντίσταση στο Μνημόνιο; Ακόμα και αν μικρή η πιθανότητα να γίνει κάτι μεγάλο, η ευκαιρία έμεινε ανεκμετάλλευτη.

Το τέταρτο ερώτημα άπτεται της στάσης των δυνάμεων του ΣΥΡΙΖΑ. Δεν θα ήθελα να αναφερθώ στους χειρισμούς που έγιναν στη συνέλευση των προέδρων των ΕΛΜΕ -αποτελεί πια κοινή παραδοχή ότι ήταν οι χειρότερο δυνατοί. Θα πρέπει να αναρωτηθούμε αν στο όνομα της αυτονομίας των κινημάτων, μπορεί μια ομάδα συνδικαλιστών να πάρει μόνη της αποφάσεις που εντέλει επηρεάζουν τον ΣΥΡΙΖΑ ως όλον. Είναι άλλο πράγμα το κόμμα να μην καπελώνει και ποδηγετεί τους κοινωνικούς χώρους και άλλο να αφήνονται στην τύχη τους τα πράγματα, όταν μια σύγκρουση έχει πάρει πλέον κεντρικά πολιτικά χαρακτηριστικά. Είναι δυνατόν να παρθεί απόφαση για αναστολή της απεργίας χωρίς να έχει προηγηθεί στοιχειώδης διαβούλευση με τη Γραμματεία του ΣΥΡΙΖΑ; Αν είχε υπάρξει μια τέτοια διαβούλευση, και η τελική απόφαση θα ήταν καλύτερη και κανείς δεν θα μπορούσε να αποποιηθεί των ευθυνών του -όπως επιχειρείται αυτή τη στιγμή.

Πέρα, όμως, από τη συλλογική διαβούλευση, εκ των πραγμάτων τίθεται υπό ερώτηση η κεντρική στάση του ΣΥΡΙΖΑ. Όταν το ερώτημα είναι απεργία ή όχι στις εξετάσεις, δεν μπορεί η απάντηση να είναι ότι ο αγώνας και τα αιτήματα των καθηγητών είναι δίκαια. Ο Λένιν έλεγε ότι η πολιτική είναι τέχνη του συγκεκριμένου. Σε συγκεκριμένα ερωτήματα πρέπει να δώσεις συγκεκριμένες απαντήσεις γιατί με την «εποικοδομητική αμφισημία» δεν μπορείς να χαράξεις πετυχημένη τακτική. Κατά τη γνώμη μου, η απάντηση θα έπρεπε να είναι η ρητή στήριξη της απεργίας, από τη στιγμή που αυτή κηρύχτηκε. Όχι μόνο γιατί ισχύει απολύτως αυτό που εγκαίρως είχε πει ο γραμματέας της νεολαίας του Συνασπισμού Ηλίας Χρονόπουλος (καμιά φορά οι νέοι αποδεικνύονται πιο οξυδερκείς από τους ωριμότερους…), ότι δηλαδή είναι μάταιο να κρατηθούν αποστάσεις γιατί εντέλει ο ΣΥΡΙΖΑ θα την χρεωθεί την απεργία. Το βασικό είναι ότι η Αριστερά δεν (πρέπει να) είναι παρατηρητής και αξιολογητής των όρων και προϋποθέσεων των αγώνων. Η Αριστερά οφείλει να είμαι μια από τις δυνάμεις που διαμορφώνουν τους όρους και τις προϋποθέσεις του κοινωνικού ανταγωνισμού.

 

http://www.epohi.gr/portal/politiki/14162-2013-05-19-17-24-57