Ο Μιχαλολιάκος εκβιάζει τον Σαμαρά με εκλογές (βίντεο)

Ο Μιχαλολιάκος απειλεί τον Σαμαρά ότι θα έρθει ο ΣΥΡΙΖΑ!

 

 

Σκληρό παζάρι επιβίωσης και δικαστικού κουκουλώματος κάνει η Χρυσή Αυγή, απειλώντας τον Α. Σαμαρά με εκλογές στις οποίες νικητής θα αναδειχθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Ταυτόχρονα, κλείνει και το μάτι για συνεργασία ή με την κυβέρνηση Σαμαρά «αν αλλάξει πολιτική» ή με ένα «νέο κόμμα».

 

Πρόκειται για ένα σχέδιο «εκλογικού ανταρτοπολέμου» με την παραίτηση ενός βουλευτή κάθε μήνα, όπως προκύπτει από συνέντευξη του αρχηγού της και ρεπορτάζ για τον προβληματισμό που αναπτύσσεται στη ΧΑ. Στόχος, η διατήρηση της κοινοβουλευτικής εκπροσώπησης και των συναφών προνομίων της ΧΑ και η διεξαγωγή συμπληρωματικών εκλογών κάθε μήνα. Εκλογών, στις οποίες η κυβέρνηση Σαμαρά θα πρέπει να αποδεικνύει ότι έχει μεγαλύτερη λαϊκή υποστήριξη από τον ΣΥΡΙΖΑ.

 

Στην περίπτωση αυτή, ο Α. Σαμαράς μην μπορώντας να αντέξει το μαρτύριο των συνεχών εκλογών θα είναι αναγκασμένος να προκηρύξει γενικές εκλογές. Βλέπουμε λοιπόν ότι ο Μιχαλολιάκος από τη μία απειλεί τον Σαμαρά ότι αν ο ίδιος πέσει, θα τον πάρει μαζί του και από την άλλη τείνει χείρα βοηθείας με το αζημίωτο, ή μάλλον με το ακαταδίωκτο.

 

Θα μπορούσε να σχολιάσει κανείς ότι η χούντα απειλεί τη δημοκρατία με τα όπλα της δημοκρατίας. Όπλα τα οποία η κυβέρνηση έχει όμως θάψει επειδή φοβάται τον λαό. Ο ΣΥΡΙΖΑ όμως, προφανώς και δεν φοβάται το όπλο των εκλογών, το όπλο της εκφρασμένης λαϊκής βούλησης και έχει δηλώσει ότι θα μετατρέψει ενδεχόμενη συμπληρωματική εκλογή σε διπλό δημοψήφισμα κατά της Χ.Α και του Μνημονίου.

 

(σχόλιο του Γ.Κ στην «Αυγή»)

 

 

«Αν η ΝΔ φύγει απ’ το μνημόνιο, αν διώξει τους λαθρομετανάστες, αν κόψει τους δεσμούς με την οικονομική ολιγαρχία, αν δώσει δυνατότητες στον λαό για προκοπή, τότε τίποτα δεν αποκλείεται, αν είναι να σωθεί η πατρίδα» απάντησε  σε σχετική ερώτηση, ενώ νωρίτερα είχε «τροποποιήσει» την απειλή για παραίτηση των βουλευτών του  με την ιδέα ότι θα μπορούσε να παραιτηθεί μόνον ο βουλευτής επικρατείας και να προκληθούν εκλογές μόνον γι αυτόν.

 

Σε κάθε περίπτωση, όπως είπε ο ίδιος, αν κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ, η κυβέρνηση Σαμαρά θα είναι κυβέρνηση μειοψηφίας. O αρχηγός της ΧΑ είπε επίσης οτι ακόμα δεν έχει ληφθει απόφαση για το αν και πόσοι βουλευτες θα παραιτηθούν και για το αν αυτο θα γίνει πριν ή μετα την παρέλευση του 18μήνου απο τις εκλογές του Ιουνίου 2012

 

 

 

 

Πηγή: avgi.gr

 

 

Advertisements

«Λαϊκός σύνδεσμος» ή λαός-παρακράτος;

Μένοντας στον λόγο και τις «μορφές εμφάνισης» του ελληνικού νεοναζισμού, οι κυρίαρχες εκδοχές της ανάλυσής του αποτυγχάνουν να δείξουν τα σημεία συνέχειάς του με το κράτος, τις κοινωνικές συμμαχίες που οργανώνει και τις κοινωνικές ιδεολογίες που συναιρεί. Με τον τρόπο αυτό, του επιτρέπουν να αυτοπροβάλλεται ως αυτό που επιδιώκει (αλλά δεν μπορεί να είναι): μια εκδοχή λαού απέναντι στις απαξιωμένες «ελίτ»

Του Δημοσθένη Παπαδάτου-Αναγνωστόπουλου

Είναι σαφές ότι μέρος της πρωτοφανούς δημοσιότητας που απολαμβάνει τον τελευταίο χρόνο η Χρυσή Αυγή οφείλεται σε πολιτικές σκοπιμότητες και ιδεολογικές συγκλίσεις στο πλαίσιο αυτού που η ίδια ονομάζει «εθνικό τόξο»· έχουν συζητηθεί εξαντλητικά οι εκκλήσεις Κρανιδιώτη για «ενότητα στη βάση της παράταξης», η εκτίμηση του κ. Μπαλτάκου ότι το ενδεχόμενο συγκυβέρνησης Ν.Δ.-Χ.Α. δεν μπορεί να αποκλειστεί, και πιο πρόσφατα, οι δηλώσεις Πολύδωρα και Παναγιωτόπουλου.

Όμως, ακόμα κι εκεί που η δημοσιότητα είναι αρνητική, στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για παράδειγμα, φαίνεται να δημιουργείται ένας «μηχανισμός» διάδοσης της πληροφορίας που αποβαίνει, προφανώς ακούσια, προς όφελος της Ακροδεξιάς. Χάρη στους αυτοματισμούς που έχει αποκτήσει ο εν λόγω «μηχανισμός», εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται άμεσα και διαρκώς σε επαφή με την αμεσότητα του νεοναζιστικού μηνύματος: με μια αναπαράσταση λαϊκότητας, την οποία ενισχύει η ίδια η παρουσία των νεοναζί βουλευτών στη Βουλή. Όπως εύστοχα γράφει η Αφροδίτη Κουκουτσάκη, είναι εκεί που «η επιθετική αμφισβήτηση του υπάρχοντος κοινοβουλευτικού τοπίου και η λεκτική βία της λαϊκής κουλτούρας, συναρθρώνονται με την εικόνα “απλών ανθρώπων”, μεροκαματιάρηδων, όπου ακόμα και το κομπιαστό διάβασμα των κειμένων κατά τις παρεμβάσεις τους επικοινωνεί το μήνυμα ότι είναι παιδιά του λαού που δεν έχουν σχέση με τις απαξιωμένες πλέον ελίτ».[1]  

Η ιδιότυπη εξοικείωση με τη Χρυσή Αυγή

Δεν υπαινίσσομαι ότι το να αποστρέφουμε από δω και στο εξής το βλέμμα θα βοηθούσε να ακυρωθεί η «εκλαΐκευση» του νεοναζισμού. Περισσότερο θέλω να πω ότι η υπερπροβολή της άμεσης πολιτικής των νεοναζί (και) στις πιο γραφικές εκδοχές της, η αναγωγή της σε αντικείμενο (όχι έρευνας αλλά) παρατήρησης και την ίδια στιγμή η –ακούσια και εκούσια– κατασκευή της ναζιστικής «λαϊκότητας» μέσα από αυτές τις διαδρομές διαμορφώνουν μια ιδιότυπη εξοικείωση με τη Χρυσή Αυγή· μια ατμόσφαιρα απώθησης-έλξης που κάνει ευλογοφανή τη σπονδυλωτή εξίσωση Ακροδεξιά= λαϊκισμός, λαϊκισμός= αντικομφορμισμός, αντικομφορμισμός= λαϊκότητα. Το πρόβλημα, με άλλα λόγια, είναι ότι με την υπαγωγή των ακροδεξιών σχηματισμών στο φολκλόρ από τη μια, και με τη μομφή του «λαϊκισμού» που επιμένει να τους αποδίδει ένα τμήμα των δημοσιολογούντων από την άλλη, ουσιαστικά καταργείται η ιδιοτυπία του φαινομένου: ο δεξιός εξτρεμισμός, που φτάνει τελικά να απομειώνεται στο ανορθόδοξο στιλ των εκπροσώπων της Χρυσής Αυγής – σε ένα απλώς πολιτισμικό ζήτημα, με το οποίο κανείς μπορεί μόνο να φρίττει. [2]

Αν συζητάμε για τον ελληνικό νεοναζισμό πρωτίστως ως «λαϊκιστικό»-πολιτισμικό φαινόμενο, διακινδυνεύουμε την απώλεια μιας κρίσιμης διάστασης: ποιος είναι ο λαός που επικαλείται, οργανώνει και κινητοποιεί η Χρυσή Αυγή; Στην περίπτωσή της μιλάμε για έναν ελιτιστή (καθόλου αντικομφομιστή δηλαδή) λαό, [3] με βιολογικό υπόβαθρο τη φυλή. Για έναν λαϊκισμό που θεωρεί φυσικές τις κοινωνικές ανισότητες, που εξίσου «φυσικά» νομιμοποιεί βάσει αυτών την αφαίρεση πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων, και τελικά απαιτεί να ορίζει ποιες ζωές (δεν) αξίζει να ζουν. Ένας τέτοιος «λαϊκισμός», για τον οποίο η βία είναι σκοπός και όχι μέσο (η «μαμά» και όχι η «μαμή») της Ιστορίας, οργανώνεται υποχρεωτικά πέρα από το πεδίο του λόγου και του στιλ. Συναντιέται, εξ ορισμού με τις «βαριές μεταβλητές», τις τάξεις και το κράτος – αυτές που επιλέγουν και επιτρέπουν (ή αντίθετα απορρίπτουν και οριοθετούν). Και αυτές που, είτε λόγω μεθοδολογικών προτιμήσεων (οι οποίες ωστόσο είναι ιδεολογικά φορτισμένες) είτε λόγω πολιτικής σκοπιμότητας ή απλώς για λόγους ευκολίας, συνήθως απουσιάζουν από τον δημόσιο λόγο στις εκδοχές που προανέφερα.

Για να το πω πιο απλά: δεν ανακαλύπτουμε τίποτα βλέποντας τις ασχήμιες του τάδε νεοναζί βουλευτή στο βήμα της Βουλής ή τεκμηριώνοντας για πολλοστή φορά ότι η Χρυσή Αυγή δεν πρωτοτυπεί σε σχέση με τους προγόνους της του Μεσοπολέμου. Στην εποχή της απαξίωσης της αντιπροσωπευτικής-έμμεσης δημοκρατίας και της κατάρριψης των προσχημάτων, οι νεοναζί προφανώς ασχημονούν: το κάνουν απολύτως συνειδητά, και αυτός είναι ο τρόπος της αμεσότητάς τους. Το ζήτημα είναι πώς αντιμετωπίζεται αυτό πολιτικά από τους άλλους, γιατί γίνεται –αν γίνεται– πολιτικά σημαντικό, ποιοι και ποιες το «επιβραβεύουν», το υποβαθμίζουν ή το αποσιωπούν.

Ο φύρδην-μίγδην αντιλαϊκισμός, αυτός που εξισώνει το «άκρο-Χρυσή Αυγή» με το «άκρο-ΣΥ.ΡΙΖ.Α.», ξεμπερδεύει εύκολα με το πρόβλημα: αρκείται στην ηθική καταδίκη του εν γένει λαϊκισμού και της κάθε αμεσότητας. Έτσι όμως προβαίνει σε μια λαθροχειρία που αξίζει να προσέξουμε. Ενώ οι υποστηρικτές του ταυτίζουν τους φορείς της «αντισυστημικής» ρητορικής ως εξίσου «ακραίους», εντάσσοντάς τους στο συνεχές του «λαϊκισμού», από τη μία πλευρά απομειώνουν τον ναζισμό (και τις εκτροπές του, αν αυτό δεν είναι πλεονασμός) σε λαϊκισμό, αποσιωπώντας το υπόβαθρό του, ενώ από την άλλη συκοφαντούν τον αριστερό αντισυστημισμό ως φασιστοειδή. Με άλλη διατύπωση: σπάνια θα δούμε τους αντιλαϊκιστές να «μέμφονται» τη Χρυσή Αυγή ως ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Από την άλλη, η πρόσφατη ατυχής έμπνευση βουλευτή του ΠΑ.ΣΟ.Κ. να αντιπαραβάλει από το βήμα της Βουλής δηλώσεις του Αλέξη Τσίπρα, δημοσίευμα του φιλοναζιστικού Στόχου και δηλώσεις του Ηλία Κασιδιάρη περί «παχυλών βουλευτικών μισθών», για να αποδείξει την ταύτιση «του κοινωνικού και λαϊκιστικού λόγου» του ΣΥ.ΡΙΖ.Α. με τους νεοναζί, ήταν η πολλοστή φορά που το μετριοπαθές Κέντρο, ασκούμενο στην άθλια θεωρία των άκρων, βοηθούσε τον ναζιστικό λαϊκισμό να προαχθεί σε εθνικιστική λαϊκότητα.

Όταν οι λέξεις δημιουργούν το γεγονός

Η εμμονή στον λόγο είναι ενδεικτική μιας μεθόδου ανάλυσης του νεοφασιστικού φαινομένου που συναντάμε και σε πιο επεξεργασμένες εκδοχές της κεντρώας προβληματικής. Εξηγώντας, για παράδειγμα, «Γιατί είναι επικίνδυνη η Χρυσή Αυγή» (Τα Νέα, 15.9.2012), ο Γιάννης Βούλγαρης αποδίδει την άνοδό της στην «εξαχρείωση των περισσότερων Μ.Μ.Ε. που μονοπωλήθηκαν από τον “πολεμικό λόγο”», στη «συνύπαρξη επί εβδομάδες “Αγανακτισμένων” ακροδεξιών και ακροαριστερών στην Πλατεία Συντάγματος υπό το άθλιο πανό “η χούντα δεν τέλειωσε το ’73”»[4]– στο γεγονός τέλος ότι «επέστρεψε ο εμφυλιοπολεμικός λόγος της εθνικοφροσύνης και ο πολιτικός αντίπαλος αναγορεύτηκε πάλι σε εχθρό». Για να θυμηθούμε την κριτική του Νίκου Πουλαντζά στον Ζαν Πιερ Φάυ, φαίνεται να είναι και πάλι «οι λέξεις που δημιουργούν το γεγονός». [5] Στη συλλογιστική αυτή, δηλαδή, το μείζον είναι αυτά που λέγονται (και αυτά που φαίνονται): όχι αυτά που υπερπροσδιορίζουν τις λέξεις και αυτούς που μιλάνε – όχι αυτά που δίνουν το ένα ή το άλλο νόημα και, κυρίως, αυτά που έχουν «υλικές», μακροπρόθεσμες συνέπειες, ορίζοντας το πεδίο των κινήσεων.

Η δαιμονοποίηση του λαϊκού όχι απλώς ως λαϊκιστικού, αλλά σε τελική ανάλυση ως προ-φασιστικού, είναι η μία εκδοχή αυτής της τάσης. Την άλλη συνοψίζει ο Μάκης Βορίδης, δηλώνοντας σε (μία ακόμα) συνέντευξη στο Βήμα ότι «μεγάλο τμήμα των θέσεων της Χρυσής Αυγής, ειδικά στα ζητήματα της Δημοκρατίας, των ατομικών ελευθεριών και της οικονομικής ελευθερίας προσομοιάζει με θέσεις της Αριστεράς» (7.7.2013). Αυτή είναι ίσως και η μόνη περίπτωση που η Χρυσή Αυγή «κατηγορείται» ως ΣΥ.ΡΙΖ.Α. Και στην περίπτωση αυτή όμως, Χρυσή Αυγή και ΣΥ.ΡΙΖ.Α. τοποθετούνται στο ίδιο συνεχές – με τη διαφορά ότι εδώ πρόκειται για το φάσμα του οικονομικού κρατισμού. Αποσιωπάται, έτσι, το γεγονός ότι η ιστορικές και πολιτικές αναφορές της Χρυσής Αυγής, το ναζιστικό και το φασιστικό κράτος, δεν είναι παρά εκδοχές καπιταλιστικού κράτους. Πρόκειται γι΄ αυτό που ήδη από το 1921 φρόντισε να αποσαφηνίσει ο Μουσολίνι, με το σύνθημα Ενδυνάμωση του πολιτικού κράτους, αποδόμηση του οικονομικού κράτους, [6]  και εκείνο που έδειξε όχι λόγω αλλά έργω ο Χίτλερ, εξοντώνοντας το 1934 όσους πήραν σοβαρά τον όρο σοσιαλιστικό στον τίτλο του NSDAP («Νύχτα των Μεγάλων Μαχαιριών»). Αποσιωπάται όμως και το γεγονός ότι η κοινή αναφορά της παραδοσιακής και της ναζιστικής Δεξιάς στην ελληνική πολιτική ιστορία είναι η συντριβή του «κομμουνιστικού κινδύνου» από ένα κράτος όχι ακριβώς φιλελεύθερο.

Οι απλοποιήσεις του σύγχρονου αντιλαϊκισμού

Αναζητώντας και συμψηφίζοντας άκρα και λαϊκισμούς, καταργώντας τα όρια Αριστεράς και Δεξιάς ακριβώς τη στιγμή που γίνονται πιο ξεκάθαρα από ποτέ, ένα σημαντικό μέρος του δημόσιου λόγου αποφεύγει να μιλήσει για το κράτος και τις τάξεις. Κι ενώ δεν χρειάζεται πια σοβαρή προσπάθεια για να δείξει κανείς τα προφανή αδιέξοδα αυτής της μεθόδου (σε τελική ανάλυση, αν ΣΥ.ΡΙΖ.Α. και Χρυσή Αυγή ανήκουν στο ίδιο συνεχές, γιατί η Νέα Δημοκρατία επιχειρεί να κερδίσει τους ψηφοφόρους της Χρυσής Αυγής και όχι αυτούς του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.;), χρειάζεται αντίθετα να σταθούμε στην τριπλή λειτουργία που επιτελούν οι απλοποιήσεις του σύγχρονου αντιλαϊκισμού:

α) από τη σκοπιά της Χρυσής Αυγής, παρουσιάζεται ως λαϊκιστική μια οργάνωση που, με τους όρους του Μάριου Εμμανουηλίδη αποτελεί «μηχανή αιχμαλώτισης και μετατροπής των πρακτικών αντίστασης και διαφυγής του πληθυσμού σε στοιχεία ενίσχυσης και επέκτασης της κυριαρχικότητας του κράτους». [7] Με άλλη διατύπωση, η Χρυσή Αυγή φιλοδοξεί –όπως ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.– να αναλάβει την εκπροσώπηση των συντηρητικών λαϊκών, εργατικών, αλλά και «υπο-προλεταριακών» ερεισμάτων της καραμανλικής μεταπολιτευτικής Ν.Δ., που δεν ακολουθούν πλέον τον Α. Σαμαρά (Γ. Μαυρής) – μόνο που ο αντιλαϊκισμός δεν έχει τίποτα να μας πει για την κατεύθυνση αυτής της συμμαχίας και ποιος έχει την ηγεμονία σε αυτή: είναι άραγε τα προαναφερθέντα λαϊκά στρώματα ή μήπως τα τμήματα του κρατικού μηχανισμού που επίσης διαθέτουν ισχυρούς δεσμούς με τη νεοναζιστική οργάνωση;

β) από τη σκοπιά του κράτους, οι συμψηφισμοί των άκρων αποκρύπτουν το γεγονός ότι η Χρυσή Αυγή (και όχι ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α.) αντιστοιχεί στη φάση όπου εντείνεται μια διπλή κρατική λειτουργία: αυτή του κατακερματισμού του κοινωνικού σώματος από τη μια, και της ομογενοποίησης-εθνικοποίησής του από την άλλη, με τη δεύτερη να αποκαλύπτεται άμεσα ως αυτό που είναι: αφενός καταστολή και εξαφάνιση των κοινωνικών διαφορών, αφετέρου κρατολατρεία εν ονόματι του έθνους. Με τους όρους της Αφροδίτης Κουκουτσάκη και πάλι, «η αταξία την οποία επιφέρει η εξω-θεσμική βία και ο λόγος της Χ.Α. αποτελούν στην πραγματικότητα μέρος ενός συνεχούς καταστολής: το ένα στάδιο νοούμενο ως “αταξία”, συντελεί στη νομιμοποίηση του άλλου, νοούμενου ως αναγκαιότητα, στον βαθμό που εκπορεύεται από θεσμούς επιφορτισμένους με το καθήκον της διατήρησης και διασφάλισης της κοινωνικής ειρήνης και ευταξίας». Από την ίδια σκοπιά, ο αντιλαϊκισμός αποκρύπτει και ένα ακόμα: το γεγονός ότι η Χ.Α., ενώ βρίσκεται στα όρια και εντός της κρατικής στρατηγικής, δεν προηγείται αλλά έπεται της στρατηγικής αυτής. [8] Γι’ αυτό και προτεραιότητα στην ανάλυση του φασισμού δεν μπορεί παρά να έχει ένας εν εξελίξει μετασχηματισμός του κράτους, που δεν ενεργεί πλέον έμμεσα και από μακριά, ως «χρηστή διακυβέρνηση», αλλά άμεσα και πάνω στα σώματα, ανεβάζοντας τον πήχη της βίας, αναστέλλοντας δεσμεύσεις και καταργώντας εγγυήσεις – προβάλλοντας τελικά ως «πολέμαρχος» που επιδιώκει να ανακτήσει τον χρόνο που χάθηκε από τη μεταπολίτευση. Και όλα αυτά, όχι ασκώντας την κυριαρχία του για να «σώσει» τους υπηκόους, αλλά προκειμένου να διασωθεί το ίδιο.

Τελευταία σημείωση εδώ: με τον όρο συνεχές της καταστολής ας εννοούμε κάτι περισσότερο από τη συμπληρωματικότητα κράτους-Χρυσής Αυγής στο έδαφος της βίας πάνω στα σώματα. Οι συνέργειες των δύο εκτείνονται στην πραγματικότητα πολύ πέραν αυτού: εικονικός κοινοβουλευτισμός και αντικοινοβουλευτισμός, εξαφάνιση του κράτους-πρόνοια και πρόνοια «μόνο για Έλληνες», επιστρατεύσεις απεργών και αντισυνδικαλισμός, Ξένιος Δίας και μηχανοκίνητα πογκρόμ, θεωρία των άκρων και «κινηματικός» αντικομμουνισμός.

γ) από τη σκοπιά της Αριστεράς, ο αντιλαϊκισμός ταυτίζεται με την άρνηση του «δικαιώματος» στην επανάσταση, και μέσω αυτής στον Διαφωτισμό. Τα ίχνη αυτής της συλλογιστικής μπορεί να τα βρει κανείς στον 18ο αιώνα και την πεποίθηση του Μπερκ ότι κάθε απόπειρα αλλαγής της υφιστάμενης τάξης –με πρώτη τη Γαλλική Επανάσταση– παίρνει τη μορφή μιας ουτοπίας (ενός «ολοκληρωτισμού» – Σ.τ.Σ.) που οδηγεί στην αιματοχυσία και την καταστροφή. Από τη σκοπιά αυτή, η Γαλλική Επανάσταση καταγγέλλεται ως το «κύκνειο άσμα του πολιτισμού». Όχι –όπως εξηγεί ο Ζεέβ Στερνέλ στον Αντιδιαφωτισμό– επειδή η Επανάσταση αποτελεί προοίμιο της Τρομοκρατίας· αλλά διότι η κατάργηση των παλιών προνομίων και η βίαιη μεταχείριση του βασιλιά και της βασίλισσας σημαίνουν το τέλος της πολιτικής τάξης που αρμόζει σε μια πολιτισμένη κοινωνία.

Τόσο για τον Έντμοντ Μπερκ όσο και για τον Ιππόλυτο Ταιν, έναν αιώνα αργότερα, οι αντίπαλοι είναι ο Ρουσσώ, ο γιακωβινισμός και η λαϊκή κυριαρχία, διότι εγκαινιάζουν μια εποχή αναταραχής, υπονόμευσης της υφιστάμενης ιεραρχίας και εξουδετέρωσης της εκτελεστικής εξουσίας. Ο μέσος αρθρογράφος της Καθημερινής θα παρατηρούσε ότι αυτά είναι αναπόφευκτα, αν λαϊκή κυριαρχία σημαίνει λαϊκή ανευθυνότητα. Εμείς ας επισημάνουμε ότι το συνεχές αντιλαϊκισμού-ναζιστικού λαϊκισμού συνοψίζεται τελικά ακριβώς εδώ: στο ότι ο πρώτος αρνείται το «δικαίωμα» στην επανάσταση, ενώ ο δεύτερος –για να θυμηθούμε την Κλάρα Τσέτκιν– ενισχύεται όσο οι έχοντες το δικαίωμα στην επανάσταση δεν μπορούν να την επιδιώξουν.

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

1. Μάριος Εμμανουηλίδης και Αφροδίτη Κουκουτσάκη, Χρυσή Αυγή και στρατηγικές διαχείρισης της κρίσης, πρόλογος Δημήτρης Ψαρράς, futura, Αθήνα 2013. (Η υπογράμμιση δική μου.)

2. Νίκος Μουζέλης, Θάνος Λίποβατς και Μιχάλης Σπουρδαλάκης,Λαϊκισμός και πολιτική, εισαγωγή Κώστας Σημίτης, Γνώση, Αθήνα 1989.

3. Manuela Caiani και Donatella Della Porta, «The elitist populism of the Extreme Right», Acta Politica, τχ. 46 (2011), σ. 197. Βλ. επίσης τη σχετική ομιλία του Γιάννη Σταυρακάκη, «Beyond the Extreme Right: The european populist challenge» στο συνέδριο του Transform! με θέμα «Νέοι λαϊκισμοί και η ευρωπαϊκή Δεξιά και Άκρα Δεξιά: η πρόκληση και οι προοπτικές για την Αριστερά», Casa della Cultura, Μιλάνο, 10 Μαρτίου 2012  και το άρθρο του Γιώργου Κατσαμπέκη «Ο ΣΥΡΙΖΑ, η Χρυσή Αυγή και ο Ερνέστο Λακλάου», στο Βελτιώνονται οι φράχτες, βελτιώνονται κι οι άλτες, Red Notebook, 2013 .

4. Σύμφωνα με το Πολιτικό Βαρόμετρο του Ιουλίου του 2011, μετά το κίνημα των πλατειών και για πρώτη φορά ύστερα από 29 μήνες (από τον Φεβρουάριο του 2009), ο ΣΥ.ΡΙΖ.Α. έφτανε δημοσκοπικά στο 9%, έχοντας ενισχυθεί κατά 2,5 μονάδες. Το γεγονός αυτό, σε συνδυασμό με τη δημοσκοπική ανυπαρξία της Χρυσής Αυγής την ίδια περίοδο, δεν απασχολεί καθόλου τους εκσυγχρονιστές «συνταγματολόγους». Όπως εξάλλου δεν τους απασχολεί και η πολλαπλή διάψευση της «συγκατοίκησης» ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Χρυσής Αυγής στην λατεία Συντάγματος, μεταξύ άλλων από τον Αντώνη Λιάκο («“Αγανακτισμένοι” και Χρυσή Αυγή», Κυριακάτικη Αυγή, «Ενθέματα» 16.9.2012). Ή το γεγονός ότι η δημοσκοπική εκτίναξη της Χρυσής Αυγής ξεκινά τον Φεβρουάριο του 2012, όταν δηλαδή η Βουλή ψηφίζει το δεύτερο μνημόνιο (βλ. Γιάννης Μαυρής, «Η ακτινογραφία της Χρυσής Αυγής», Εφημερίδα των Συντακτών, 1.7.2013).

5. Νίκος Πουλαντζάς, Ραλφ Μίλιμπαντ και Ζαν Πιερ Φάυ, Προβλήματα του σύγχρονου κράτους και του φασιστικού φαινομένου, Θεμέλιο, Αθήνα 1981.

6. Μπενίτο Μουσολίνι, «Ο φασισμός το 1921», στο Edoardo και Duilio Susmel (επιμ.), Opera Omnia di Benito Mussolini, La Fenice, Φλωρεντία 1955, τόμ. XVI, σ. 101-102 (μτφρ. Πέτρος-Ιωσήφ Στανγκανέλλης), Red Notebook (14.9.2012).

7. Εμμανουηλίδης και Κουκουτσάκη, ό.π.

8. Ό.π

Πηγή: Χρόνος

Χρυσαβγίτικος βόθρος από το βήμα και τους διαδρόμους της Βουλής ενάντια στους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ (βίντεο)

Ο τραμπούκος βουλευτής της Χρυσής Αυγής χαρακτήρισε τους βουλευτές της Αριστεράς «δολοφόνους» και με ύφος μπράβου κάλεσε τον Β. Διαμαντόπουλο «να τα πούμε έξω» – Ακολούθησαν απερίγραπτες ύβρεις των χρυσαβγιτών προς τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ

Μετά το απειλητικό τηλέφωνημα σε μέλος της συνέλευσης για την αντιφασιστική διαδήλωση στην Καλαμάτα, ο Κουκούτσης συνέχισε τους τραμπουκισμούς κατά τη διάρκεια της συζήτησης της πρότασης του ΣΥΡΙΖΑ για σύσταση εξεταστικής επιτροπής για την ΕΡΤ. Ο χρυσαυγίτης προκαλούσε συνεχώς με ύβρεις τους βουλευτές του ΣΥΡΙΖΑ και προκάλεσε τον Β. Διαμαντόπουλο «να τα πούμε έξω». Δείτε το  βίντεο με τη νέα φασιστική πρόκληση:

 

 

 

Με το πέρας της ομιλίας του ο Κουκούτσης κατέβηκε από το βήμα και μαζί με άλλους βουλευτές της Χρυσής Αυγής κατευθύνθηκε στην έξοδο από την ολομέλεια περνώντας από τα έδρανα των βουλευτών του ΣΥΡΙΖΑ. Οι βουλευτές της αξιωματικής αντιπολίτευσης καταγγέλλουν ότι βουλευτές της Χρυσής Αυγής στράφηκαν απειλητικά εναντίον τους και ότι χρησιμοποίησαν σε βάρος τους ύβρεις. Οι απερίγραπτες ύβρεις συνεχίστηκαν και στο περιστύλιο της Βουλής.

 

Του χρυσαυγίτικου οχετού είχε προηγηθεί η καταγγελία του βουλευτή Μεσσηνίας του ΣΥΡΙΖΑ, Θ. Πετράκου για τις τηλεφωνικές απειλές του Κουκούτση:

 

 

 

Θέλουμε κόμμα και όχι φορέα ειδικού σκοπού

Αφορμή για το άρθρο αυτό στάθηκε το συνολικό πολιτικό κλίμα που κυριάρχησε στις διεργασίες του 1ου συνεδρίου του ΣΥΡΙΖΑ ΕΚΜ και στη συμπεριφορά των μελών στο σύνολο τους μέσα από αυτές. Για να νοηματοδοτήσουμε το νέο πολιτικό υποκείμενο της ριζοσπαστικής αριστεράς, εκφραστή και οργανωτή της διευρυμένης ανυπακοής απέναντι στην κοινωνική καταστροφή των μνημονίων, πρέπει να συγκροτήσουμε ένα κόμμα με όλη τη σημασία της λέξεως που να διέπεται από αξίες και ιδανικά, από πολιτισμικό ήθος και πολιτικό σκοπό. Αν ένα από όλα αυτά τα χαρακτηριστικά χαθεί στη διαδικασία συγκρότησης πρέπει να είμαστε εκεί σαν μέλη να το ανασύρουμε και να το «επαναφορτίσουμε» στο κόμμα των μελών. Γι αυτό το λόγο πρέπει να δούμε τι είναι αυτό που μας κάνει ξεχωριστούς από τα διεφθαρμένα κόμματα εξουσίας του παρελθόντος.

Το πρώτο είναι ότι εμείς μιλάμε για κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και των στρατηγικών μονάδων της οικονομίας απέναντι στην διευρυνόμενη ιδιωτική ιδιοκτησία. Ότι εμείς λέμε, ότι τα κινήματα διαμαρτυρίας είναι αναφαίτερο κομμάτι της πολιτικής μας έκφρασης και αποτελεί το κύριο μέρος της οργανικής μας συγκρότησης, απέναντι στην καταστολή της δημοκρατικής έκφρασης και διεκδίκησης. Είναι δηλαδή μια διαφορά χάους, που σπάει την λογική της ανάθεσης στην σχέση του κόμματος με τον πολίτη και στην εργασία του την ίδια. Ώστε να αναλάβει το μέλος την εξουσία του κόμματος, ο εργάτης την διαχείριση της εργασίας τους, μέσα από μια πολιτική επανακαθορισμού και ανάπτυξης του κανόνα αυτοδιαχείρισης και αυτοδιάθεσης του ατόμου.

Το δεύτερο είναι ότι εμείς δεν φάγαμε πότε από το «παντεσπάνι» της κερδοφορίας και δεν σκοπεύουμε να το κάνουμε. Για να μην γίνει αθέμιτα αυτό απόκλιση του διακαής στόχου μας για την εξουσία των από κάτω, φροντίζουμε από τώρα για να μην δημιουργηθεί ούτε ίχνος περιθωρίων συνεργασίας με τις κυρίαρχες ελίτ

Το τρίτο είναι η δημοκρατία και η συλλογικότητα απέναντι στον εκτεινόμενο κοινωνικό κανιβαλισμό και στις ατομικές λύσεις των προβλημάτων. Είναι ο πολιτισμός του διαλόγου των πολλών απέναντι στον ανταγωνισμό των λίγων που τρώγονται μεταξύ τους.

Για να δούμε αν μέσα σε όλα αυτά υστερούμε σε κάτι πρέπει να περάσουμε από το διακηρυκτικό λόγο στην πράξη και την εφαρμογή αυτών των ενδεικτικών μας σημείων.

Το πρώτο το βλέπουμε να εφαρμόζεται στη ΒΙΟΜΕ και στις λαικές συνελεύσεις. Το δεύτερο το αποδεικνύει η πολιτική ζωή του χώρου και η επιμονή μας για διαφάνεια, για αναδιανομή του πλούτου για δίκαιο φορολογικό σύστημα κ.α.

Το τρίτο όμως είναι αυτό που διαχωρίζει το κόμμα και το κάνει να διαφέρει από έναν φορέα ειδικού σκοπού ή ένα κοινωνικό μέτωπο σωτηρίας. Είναι οι ιδέες της αριστεράς, είναι η αξιακή υπόσταση της αριστεράς, είναι ο σεβασμός στον διάλογο και την διαφορετικότητα . Το ιδεολογικό πρόσημο είναι αυτό που προσδίδει σε μια πολιτική παράταξη τον χαρακτηρισμό “κόμμα” και πόσο μάλλον όταν αυτό το κόμμα θέλουμε να ανήκει στα μέλη. Αυτό συνεπάγεται την αναγκαία δημοκρατική χειραφέτηση των μελών που θα συμμετέχουν στις συλλογικές διαδικασίες.

Στον ΣΥΡΙΖΑ αυτή τη στιγμή διαπιστώνεται ένα μεγάλο αξιακό έλλειμμα, αποτέλεσμα ορισμένων πολιτικών κατά τα άλλα σεβαστών πολιτικών απόψεων που θεωρούν ότι η θέση του είναι εργαλειακή και όχι «κομματική». Αυτή η πολιτική άποψη συνέβαλε σημαντικά στο να επικρατήσουν κρότοι χειροκροτημάτων στο συνέδριο πάνω σε πρόσωπα και μηχανισμούς τάσεων.

Αντί να επευφημούμε τις συλλογικές πολιτικές μας αποφάσεις, ζητωκραυγάζαμε υπέρ των επιφανών στελεχών μας ξεχνώντας ότι τα ίδια αυτά πολιτικά πρόσωπα είναι μέρος των συλλογικών μας κατορθωμάτων. Αντί να χειροκροτούμε τα πρόσωπα και τις καταστάσεις που διαμορφώνονταν, έπρεπε να χειροκροτάγαμε την ανακλητότητα και εναλλαγή όλων των μελών, όλων των οργάνων. Αντί να γιουχάρουμε τις διαφορετικές απόψεις, θα έπρεπε να θυμόμαστε ότι στις πλατείες του 2011 είχαμε βρει έναν δημοκρατικό τρόπο έκφρασης χωρίς να ενοχλούμε τον ομιλητή/ομιλήτρια.

Η δημοκρατία είναι πολιτική μάχη διαρκείας και δυστυχώς επιβεβαιώσαμε ότι χρειάζεται τεράστια προσπάθεια στον χώρο, ώστε να γίνουμε «πλατειακοί», να γίνουμε φρικιά και να καθόμαστε οκλαδόν σε δημόσιους χώρους. Αυτό δεν χρεώνεται σε κανέναν ξεχωριστά και δεν καθορίζεται από την ταξική και κοινωνική καταγωγή του μέλους, αλλά καθορίζεται από την ανάγκη ιδεολογικής ζύμωσης στο κόμμα μας μέσα από το συλλογικό μας διάλογο και δράση.

Είναι χαρακτηριστικό ότι το σώμα του συνεδρίου επέλεξε την συγκυρία αντί για την αριστερή απάντηση στην κρίση. Επέλεξε η επικοινωνιακή πολιτική να προσπεράσει την αριστερή συγκρότηση του πράγματος με την εκλογή του προέδρου από το συνέδριο. Επέλεξε ο ΣΥΡΙΖΑ των μελών να μην περάσει το μήνυμα της συλλογικότητας, αλλά της ατομικής συνέχειας. Αυτό σε καμία περίπτωση δεν πιστώνει στον πρόεδρο ότι δεν αξίζει να είναι εκεί που βρίσκεται τώρα, αλλά στα ίδια μέλη που πρέπει να προβούν σε μια αυστηρή αυτοκριτική.

Τι σημαίνει πραγματικά κόμμα των μελών και πως τα μέλη συμμετέχουν συλλογικά σε όλη την ζωή του ενιαίου κόμματος με δημοκρατία ισότητα και ελευθερία; Το συνέδριο ήταν μια συνάντηση και δεν εξασφαλίζει την συνέχεια των ενεργών συλλογικών κυττάρων του ΣΥΡΙΖΑ! Το θέμα είναι από εδώ και πέρα συντρόφισσες και σύντροφοι.

Πρώτος μας σταθμός η συμμετοχή στις κινητοποιήσεις για την απόσυρση του πολυνομοσχεδίου, διότι εκεί είναι τα κύτταρα του ΣΥΡΙΖΑ!

Κινητοποίηση για Κώστα Σακκά: Κυριακή 7/7, 9μμ, στη Νίκαια

Στη χώρα που γεννήθηκε, η Δημοκρατία κινδυνεύει.

Στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο της Νίκαιας, ένα βάρβαρο και στερημένο από κάθε στοιχείο πολιτισμού του δικαίου καθεστώς, απειλεί τη ζωή ενός νέου ανθρώπου, του αναρχικού απεργού πείνας Κώστα Σακκά. Ταυτόχρονα, απειλούνται με θάνατο η Δημοκρατία και η Δικαιοσύνη στην Ελλάδα. Στη χώρα που γεννήθηκε η δημοκρατία, αυτοί που σήμερα κυβερνούν καταπατούν και κουρελιάζουν τους νόμους, που η ίδια η πολιτεία έχει θεσπίσει, παραβιάζουν αυθαίρετα θεμελιώδεις αρχές του δικαιικού συστήματος, υπαγορεύουν σε ευάλωτους δικαστές αποφάσεις βασισμένες, όχι στη δικαστική τους συνείδηση, αλλά αρεστές στο αυταρχικό, ακροδεξιό, εχθρικό για την κοινωνία και επικίνδυνο για όλη την Ευρώπη καθεστώς, που επιχειρούν να εδραιώσουν.

Στο Νοσοκομείο της Νίκαιας, κινδυνεύει άμεσα η ζωή ενός ανθρώπου προφυλακισμένου παράνομα επί 2,5 χρόνια, σε ένα καφκικού χαρακτήρα πραγματικό όμως σενάριο, σύμφωνα με το οποίο στη σημερινή Ελλάδα  μπορείς να παραμένεις επʼ αόριστον κρατούμενος, χωρίς δίκη και χωρίς καν τη συγκρότηση κατηγορητηρίου. Ταυτόχρονα, κάθε πολιτικός και κοινωνικός χώρος που τολμά να διαμαρτυρηθεί για την προφανή αυθαιρεσία, να καταγγέλλεται από τους ακροδεξιούς «κύκλους» του Πρωθυπουργού, ως υπερασπιστής της τρομοκρατίας.

Τη Δευτέρα 8 Ιουλίου το Συμβούλιο Εφετών, συνεδριάζει εκ νέου, με τον αρμόδιο Εισαγγελέα να προτείνει δυστυχώς ξανά, την απόρριψη του νέου αιτήματος αποφυλάκισης. Ο Κώστας Σακκάς, θα διανύει τότε την 35η μέρα απεργίας πείνας με συνέπειες άγνωστες για την υγεία και τη ζωή του. Πιστεύουμε, ότι οι δικαστές θα ορθώσουν αυτή τη φορά το ανάστημά τους, θα εφαρμόσουν το κράτος δικαίου και το Σύνταγμα και δεν θα υποκύψουν στις πιέσεις. Το άμεσο τίμημα, είναι η ζωή ενός ανθρώπου, που το μόνο που ζητά είναι να γίνει η δίκη του.

Καλούμε, επίσης, όλες και όλους, απευθυνόμαστε ιδιαίτερα στη δημοκρατική συνείδηση των λαών της Ευρώπης, να ενταθούν οι πιέσεις, να ελευθερωθεί ο Σακκάς και η χώρα του, από τα δεσμά ενός νέου αυταρχικού καθεστώτος, που οικοδομούν αρνητές τη Δημοκρατίας και της Δικαιοσύνης, εδώ στην Ελλάδα, με σκοπό να αποτελέσει παράδειγμα προς εφαρμογή ενάντια σε όλους τους ευρωπαϊκούς λαούς που συνθλίβονται κάτω από το βάρος της συστημικής κρίσης και που επιχειρούν να υπερασπιστούν τα δικαιώματα, τις ζωές και το μέλλον τους.

Η Επιτροπή Δικαιωμάτων του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Ε.Κ.Μ. και οι Οργανώσεις του ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Ε.Κ.Μ. Πειραιά, σας καλούν όλες και όλους, την Κυριακή 7 Ιουλίου στις 9 το βράδυ, στον περίβολο του Νοσοκομείου της Νίκαιας, σε μία συμβολική διαμαρτυρία. Να σταθούμε εκεί, λίγες ώρες πριν την καθοριστική απόφαση της Δευτέρας, ως ασπίδα προστασίας για τη ζωή και τα δικαιώματα ενός ανθρώπου που κρατείται παράνομα, για την υπεράσπιση του Συντάγματος και της Δημοκρατίας.

Επιτροπή Δικαιωμάτων ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Ε.Κ.Μ.

Οργανώσεις ΣΥ.ΡΙΖ.Α.-Ε.Κ.Μ. Πειραιά

 

Απαντήσεις γύρω από το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ

Αυτή τη στιγμή που γράφεται το κείμενο οι προσυνεδριακές διαδικασίες φτάνουν στο τέλος τους και οι οργανώσεις ανά την Ελλάδα καλούνται να εκλέξουν τους αντιπροσώπους για το συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ που μέσα από αυτό μπορεί να δημιουργηθεί ένα ενιαίο πολυτασικό ριζοσπαστικό προοδευτικό κόμμα της αριστεράς. Ένα κόμμα που θα εμπνεύσει και θα συμφιλιωθεί με τους από κάτω και θα έχει εχθρούς τους κεφαλαιοκράτες. Αυτή θα είναι και η μεγαλύτερη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ όταν δηλαδή οι από πάνω δεν τον βλέπουν ως εχθρό . Ο  Πάγκαλος και ο Ψαριανός είναι χαρακτηριστικά παραδείγματα των τελευταίων ημερών σχετικά με τον φόβο που σπέρνει ο ΣΥΡΙΖΑ στον συρφετό της εξουσίας. Συνεπώς αυτό μας προσδίδει μια ώθηση όσον αφορά τον αγώνα μας και αμφισβητεί κάποια «στρογγυλεύματα» που λέγονται σχετικά με την πολιτική που ακολουθεί ο ΣΥΡΙΖΑ. Αν δεν μπούμε στην διαδικασία να διαχωρίσουμε τον ριζοσπαστικό λόγο από την ριζοσπαστική πράξη τότε τα μέλη μας και ο κόσμος που μας παρακολουθεί και εναποθέτει τις ελπίδες του σε εμάς, θα στραφεί προς την ακροδεξιά που θα αποτελεί τελευταία επιλογή από την αποτυχία μας.

Αν υπήρχε δεξιά στροφή δεν θα επισκεπτόμασταν τους μετανάστες εργάτες γης της Μανωλάδας για να ακούσουμε τα προβλήματα τους. Αν υπήρχε δεξιά στροφή δεν θα πηγαίναμε να επισκεφτούμε τον Κώστα Σακκά στο νοσοκομείο που νοσηλεύεται εξαιτίας της απεργίας πεινάς που κάνει εδώ και ένα μήνα απαιτώντας το αυτονόητο. Αυτά βεβαίως και δεν αρκούν για τις προσδοκίες που διατρέχουμε για τον χώρο, αλλά ακόμη και αυτά σε έναν κοινωνικό «κόλαφο» που επικρατεί, είναι στοιχεία ότι το στρατόπεδο μάχης μας έχει ονοματεπώνυμο και είναι η εργατική τάξη και οι αδικημένοι.

Η κοινωνία αυτή τη στιγμή περιμένει να ακούσει από τον ΣΥΡΙΖΑ κάποια απλά πράγματα που να δώσουν ένα τέλος σε αυτό το αδιέξοδο και να ξεκινήσουν να δημιουργούν το νέο ελπιδοφόρο μέλλον της προοδευτικότητας. Γι αυτόν τον λόγο καλούμαστε να απαντήσουμε σε κάποια ερωτήματα…

1. Κυβέρνηση της αριστεράς.

Καταρχάς κυβέρνηση της αριστεράς σημαίνει καμία ανοχή στην καταστροφή, καμία επαναπεριχαράκωση όπως στο παρελθόν αλλά άσκηση μιας πολιτικής που θα σπάει την » χωρικότητα της λέσχης σοφών αριστερών» και θα προτιμάει καθημερινά αντί για τις αίθουσες του γραφικού αριστερού διαλόγου μας, τις εξωστρεφείς δράσεις και ταυτόχρονα θα χτυπάει πολιτικά την ιδιωτική σφαίρα καθώς θα επιχειρεί στον δρόμο να «επαναοικειοποιείται» τον δημόσιο χώρο.

Κυβέρνηση της αριστεράς σημαίνει ετοιμότητα του κόμματος να αναλάβει «σήμερα» την διακυβέρνηση αυτής της χώρας και να δώσει ένα τέλος σε αυτό το μαρτύριο.

Κυβέρνηση της αριστεράς σημαίνει ο λαός να αναλαμβάνει την πραγματική υλική του διάσταση και όχι ευχολόγια της πολιτικής. Αυτό σημαίνει ότι το μέλος του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα είναι ένας απλός συνοδοιπόρος της προσπάθειας αλλά πρωταγωνιστής αυτής, προκαλώντας και το ίδιο το μέλος να συμμετέχει και να σπάει ο ίδιος την λογική της ανάθεσης στην πράξη.

Αυτό όμως προϋποθέτει την δημιουργία ενός χώρου που θα εμβαθύνει σε μια σχέση επανακαθορισμού της σχέσης εξουσίας μιας κομματικής παράταξης με τον πολίτη. Αυτή η πολιτική θα προβλέπει από τώρα την αποκέντρωση της εξουσίας και της υγιής γραφειοκρατίας στη βάση, με σκοπό στην τελική, να δημιουργήσουμε την χυδαιότητα των πολλών εξουσιαστών και όχι των λίγων.

Επόμενο ερώτημα είναι ποια θα είναι σχέση της κυβέρνησης της αριστεράς με τα κοινωνικά κινήματα. Οι απόψεις αμφιταλαντεύονται σε αυτήν την περίπτωση, ενώ δηλαδή απαντάμε σήμερα ότι το κίνημα έχει το πρόσημο της διαμαρτυρίας, όταν και αν αναλάβουμε την κυβέρνηση ποια θα είναι αυτή η σχέση με τα κοινωνικά κινήματα; Μια πρόβλεψη θα μπορούσε να υπάρξει όσον αφορά το συστρατευμένο κόσμο του ΣΥΡΙΖΑ, αλλά αυτός ο κόσμος δεν μπορεί να υποκαταστήσει την αυτονομία των δημοκρατικών κινημάτων. Το πολύμορφο δημοκρατικό κίνημα θα πρέπει να αξιολογεί και να αμφισβητεί τις κινήσεις της κυβέρνησης της αριστεράς, δεν θα στηρίζει αμέριστα τις αποφάσεις αλλά θα λειτουργεί ως μοχλός πίεσης για την εφαρμογή αυτών των ριζοσπαστικών πολιτικών ανατροπών.

Το κίνημα ωστόσο δεν μπορεί να είναι ελληνοκεντρικό. Εφόσον αναγνωρίζουμε την παγκόσμια φύση της καπιταλιστικής κρίσης και την χρεοκοπία του Ευρωπαϊκού Νότου δεν υπάρχει καλύτερη επιλογή από το να αναπτύξουμε «σήμερα» σχέσεις διεθνείς φιλίας και κινηματικότητας με τις χώρες του ευρωπαϊκού νότου και τις προοδευτικές δυνάμεις του Βορρά. Αυτό συνεπάγεται την μαζική απεύθυνση στα ευρωπαϊκά συνδικάτα, κόμματα της αριστεράς (die linke, red green alliance, blocco κλπ) και κοινωνικούς φορείς για μια διεθνής συμμαχία εναντίον των πολιτικών λιτότητας.

2)Οραματικός στόχος.

Να συμφωνήσουμε ότι κόμμα της ριζοσπαστικής αριστεράς χωρίς οραματικό στόχο δεν νοείται. Όραμα δεν σημαίνει ότι υπάρχει κάποιο απώτερο μέλλον όπως και να το πούμε αυτό. Όραμα σημαίνει ότι μέσα από τις προγραμματικές σου θέσεις που δεν θα στέκονται στο μνημόνιο και εκεί θα σταματάνε αλλά σε κατάρριψη βραχυπρόθεσμων στόχων για την καλυτέρευση των συνθηκών ζωής μας. Μέσα από διαδικασία επανίδρυσης και ανασύνθεσης της πολιτικής μας στη βάση των αναγκών, της αναδιανομής του πλούτου, της κοινωνικής απελευθέρωσης και της πολιτιστικής αναγέννησης. Αυτό δεν μπορεί να πραγματοποιηθεί με περιγραφές αλλά ασκώντας μια μεθοδολογία πάνω σε ένα σχέδιο μετάβασης σε αυτό που λέμε σοσιαλισμό. Άλλωστε πρέπει να συνετιστούμε όλοι και όλες γύρω από μια αλήθεια, πως σε ένα βαθμό όλοι και όλες έχουμε αποτύχει, γιατί εμμέναμε προσκολλημένοι στο ιδεατό καβούκι μας και δεν καταφέραμε να εξωτερικεύσουμε τις ιδέες μας. Άρα οραματικός στόχος είναι να εξωτερικεύσουμε αυτά που ξέρουμε να λέμε μεταξύ μας, αλλά δεν καταφέραμε να μεταλαμπαδεύσουμε και να κάνουμε κτήμα της κοινωνίας.

Ένα ερώτημα που παραμένει είναι αν αυτή η διαπραγμάτευση τελικά πρέπει να γίνει μέσα στο ΕΥΡΩ η ΈΞΩ από αυτό. Η απάντηση πρέπει να είναι ρητή, ας είναι διαπραγμάτευση με τα πολιτικά χαραχτηριστικά που θέλουμε και ας γίνει σε όποιο νόμισμα να ναι, διότι δεν θα το αναλύσω εγώ αλλά ο γερό Μαρξ ξεκαθάρισε ότι το νόμισμα είναι το μέσο και όχι εκείνο που θα παράξει πολιτική γιατί είναι και αυτό εμπόρευμα. Ξεκινώντας από το ΕΥΡΩ που είναι ένα ισχυρό νόμισμα, αλλά με καμία θυσία γι αυτό. Το σύνθημα που συμπυκνώνει την πολιτική μας να είναι “Το καμία θυσία για το ευρώ καμία αυταπάτη για τη δραχμή”.

4)Πολιτισμός.

Μια μεγάλη κατηγορία που είναι ένα από τα κύρια συστατικά επιτυχίας για μια δημοκρατική αλλαγή είναι ο Πολιτισμός. Θεωρώ ότι μια πολιτική που βάζει σε δεύτερο στάδιο τον πολιτισμό αυτόματα ανοίγει περιθώρια για μια αριστερά της δογματικής αριστερίστικης εργατικής μονομανίας και δεν επουλώνει το ουσιαστικό πολιτιστικό έλλειμμα της ελληνικής κοινωνίας.

Οφείλουμε να φροντίσουμε για την προώθηση την δική μας εναλλακτικής πολιτιστικής ατζέντας απέναντι στην “μόδα του φασισμού”, προτάσσοντας την αλληλεγγύη και τη δημοκρατία ως αξίες αντιμετώπισης της κρίσης. Αποφεύγοντας τις παρελθοντικές σπασμωδικές κινήσεις του αέναου διαλόγου και καθιερώνοντας τον “θεσμό” του πολιτιστικού αντιπαραδείγματος μέσα από το κίνημα και την πραχτική μας δράση. Η πάλη κατά του φασισμού πρέπει να είναι ένα κύριο κεντρικό πολιτικό και πολιτιστικό μας μέλημα.

5)Ευρωζώνη.

Το απεχθές γεγονός της Κύπρου μας απασχόλησε ιδιαίτερα διότι πραγματικά ήταν αντιπροσωπευτικής και καθοριστικής σημασίας ώστε να μας παραδώσει ένα μάθημα σχετικά με το που μπορεί να φτάσει ο καπιταλισμός, να σκοτώσει την ίδια του την φύση, να αγγίξει την ιερή αγελάδα των τραπεζικών καταθέσεων. Κάποιοι βάφτιζαν εκείνη την περίοδο της καταστροφής της Κύπρου ως ανικανότητα της διαπραγμάτευσης ξεκινώντας να υιοθετούν μια πολιτική, αλλά plan b. Χωρίς όμως να διακρίνουν τις εξής διαφορές της κυβέρνησης της Κύπρου με αυτήν που θέλουμε να ασκήσουμε…

Στην Κύπρο είχαμε…

  • Κυβέρνηση δεξιάς
  • απουσία κινήματος
  • δεν υπήρχε διαπραγμάτευση παρά μόνο για 1 μέρα.

Άρα σκοπός είναι να απαντήσουμε σε αυτά για μια αξιόπιστη κυβέρνηση της αριστεράς και για μια διαπραγμάτευση που να φτάσει στα άκρα. Με τις εξής 3 απαντήσεις.

  • Καμία διάβρωση με την δεξιά πτέρυγα που θα σημάνει οπισθοχώρηση σε πολλά ζητήματα.
  • Ενίσχυση των διεθνών και εσωτερικών κινηματικών σχέσεων.
  • Εξάντληση και αμετάκλητη στήριξη της ικανότητας διαπραγμάτευσης και αντοχή στις πιέσεις των τροικανών.

5) Τάσεις στον ΣΥΡΙΖΑ.

Έχει γίνει αρκετός λόγος τελευταία για τις ξεχωριστές λίστες, τάσεις, ρεύματα, μηχανισμοί κλπ. Νομίζω πρέπει να αναγνωρίσουμε όλοι/όλες ότι αυτή τη στιγμή ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ομοσπονδία πολιτικών και ιδεολογικών ρευμάτων και αυτός είναι ο θησαυρός του ΣΥΡΙΖΑ τον οποίο δεν πρέπει να πετάξουμε αλλά να ενσωματώσουμε στο νέο κόμμα στην βάση των ιδεολογικών και πολιτικών αναφορών και όχι των ειδικών προνομίων. Ποια η διαφορά λοιπόν μηχανισμού-τάσης; Ποια η αξία ύπαρξης τάσεων;
Ο Σύντροφος Τσίπρας είχε βγει στην τελευταία ΚΕ και είχε πει ότι οι λίστες είναι ξεπερασμένες και συχνά γίνονται διασπαστικές. Επιτρέψτε μου να διαφωνήσω με τη θέση αυτή. Το δικαίωμα στη λίστα είναι δημοκρατική επιλογή μιας τάσης όταν αυτή καθορίζεται στη βάση μιας πολιτικής πλατφόρμας, σε αντίθεση με το φαινόμενο της ΑΡ.ΠΛ όπως αποτυπώθηκε από την συνδιάσκεψη του Δεκέμβρη που ενώ είχε υπερψηφίσει τα εισηγητικά κείμενα αιφνίδια κατέβασε ξεχωριστή λίστα. Ακριβώς λοιπόν επειδή πολύ από εμάς ίσως να μην θέλουν να εκπροσωπηθούν από κάποια τάση, το καλύτερο που έχουν να κάνουν είναι να ψηφίζουν με πολιτικά κριτήρια και όχι πρόσωπα και μηχανισμούς τάσεων. (συντρ. Νιάκας-εποχή)
Επιπλέον οι τάσεις εμποδίζουν να δημιουργηθούν αυτό που μέχρι τώρα αποκαλούσαμε φράξιες.

6)Εκλογή οργάνων από το συνέδριο.

Tέλος θα κάνω μια αναφορά και ανάλυση πάνω στην εκλογή των οργάνων από το συνέδριο. Καταρχάς η πολιτική μας πρεσβεύει ότι το ποιο διευρυμένο σώμα όπως είναι το συνέδριο διαθέτει την κατάλληλη νομιμοποίηση να εκλέξει την δομή και τα συλλογικά όργανα του κόμματος, συνεπώς αυτό το σώμα θα εκλέξει και τα πρόσωπα που θα εμπλέκονται σε μια συλλογικότητα. Καλούμαστε στον ΣΥΡΙΖΑ βάση του καταστατικού μας να εκλέξουμε το ανώτατο όργανο που ονομάζεται ΚΕ (κεντρική επιτροπή), την επιτροπή οικονομικού ελέγχου καθώς και τον Πρόεδρο. Ως προς το τελευταίο, δηλαδή την εκλογή του προέδρου από το συνέδριο διαφωνώ, πιστεύω ότι για μια σειρά από λόγους που θα αναφέρω, ο πρόεδρος πρέπει να εκλεγεί από την ΚΕ.
Ξεκινώντας αντίστροφα πολλοί ισχυρίζονται ότι η εκλογή του προέδρου από το συνέδριο του δίνει μια δημοκρατική μαζική νομιμοποίηση και προβάλει το προφίλ του ηγέτη που πρέπει να βγει προς τα έξω. Αυτό είναι σωστό μόνο ως προς το επικοινωνιακό κομμάτι της επικάλυψης του κόμματος και αυτό δεν αρμόζει στην ποιο ουσιαστική διαδικασία. Πρέπει λοιπόν να καταλάβουμε κάτι, ότι η εκλογή του προέδρου από το συνέδριο αυτόματα τον καθορίζει ως ένα μονοπρόσωπο όργανο . Πέραν του ότι διαφωνούμε ιδεολογικά με τα μονοπρόσωπα όργανα, ας αναρωτηθούμε τι είναι ο πρόεδρος; Eίναι ένα υπερκομματικό άτομο που υπερβαίνει τα όργανα, η είναι μια επιφανής προσωπικότητα που εκλέγεται μέσα από τα όργανα για να αποτελεί την αιχμή των συλλογικών αποφάσεων; Aν ο Πρόεδρος εκλεγεί από το συνέδριο αυτό σημαίνει ότι η επικοινωνία του μέλους και των οργάνων με τον ίδιο χάνεται και επιστρέφει μόνο στο συνέδριο, το «οποίο μπορεί να τον εγκαλέσει σε κάτι». Αντίθετα θεωρώ ότι ο κάθε πρόεδρος είναι μέρος των συλλογικών οργάνων και όχι πολιτικό αυτόνομο κέντρο που μένει στο απυρόβλητο.
Εγώ πιστεύω ότι το να βγει από την ΚΕ δίνει την καλύτερη απάντηση σε μια κοινωνία κλεισμένη στο «εγώ» της και στις ατομικές λύσεις.

Αυτόματα επίσης ολοκληρώνει και τον πολιτικό χώρο που θέλουμε να δημιουργήσουμε, δεν έχουμε καρέκλες, δεν στεκόμαστε στα πρόσωπα, δεν εκλέγουμε όργανα και πρόσωπα με μηχανισμούς, αλλά με πολιτικά κριτήρια και συλλογικές διαφανείς διαδικασίες για την οριζόντια λήψη και υλοποίηση των αποφάσεων μας. Αυτό δεν αφορά μόνο τον Πρόεδρο αλλά όλα τα μέλη και τον καθένα/καθεμιά μας ξεχωριστά.

Αυτός είναι κωδικά και ο ΣΥΡΙΖΑ που θέλω να είμαι μέλος μετά το συνέδριο…

Σίμος Σιμωτάς

Συνέντευξη με τον πολιτικό επιστήμονα Μιχάλη Σπουρδαλάκη

Όλα εξαρτώνται από την ένταση της κοινωνικής και πολιτικής αντίστασης

«Το οπλοστάσιο του φόβου δεν μπορεί να σταθεί πια για να κρατήσουν την κοινωνία ακίνητη. Η επιχειρηματολογία τους καταρρέει και αυτό μας δίνει μια άλλη ώθηση, εφόσον ο λόγος μας γίνει πιο οξύς και πιο εμπεριστατωμένος. Σήμερα η κοινωνία δεν είναι μόνο κλειδωμένη έξω από το σύστημα, αλλά θεωρείται και εχθρός», υποστηρίζει σε συνέντευξή του ο πανεπιστημιακός Μ. Σπουρδαλάκης σχολιάζοντας την περίοδο που εγκαινιάζει η δικομματική κυβέρνηση και καταλήγει: «Ως αριστερή κριτική διανόηση, πρέπει να ξαναβάλουμε στην εξίσωση της ανάλυσής μας αλλά και της στρατηγικής μας το κράτος. Πρέπει να μιλήσουμε όχι μόνο για τη διαχείρισή του, αλλά για το ίδιο το κράτος».

Τη συνέντευξη πήραν
η Ιωάννα Δρόσου
και ο Παύλος Κλαυδιανός

Η τρικομματική κυβέρνηση, ύστερα από την αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ, έγινε δικομματική. Όμως ο ανασχηματισμός στέλνει και πάλι μήνυμα επικράτησης της πολιτικής της ΝΔ. Η «Καθημερινή», σε κύριο άρθρο της, σχολίασε ότι «θα χρειαστεί αποφασιστικότητα, αλλά και παντελής αδιαφορία για το όποιο πολιτικό κόστος». Πώς θα περιέγραφες το σημερινό πολιτικό τοπίο;
Η συμμαχική κυβέρνηση βρίσκεται σ’ ένα νέο σταθμό μιας πορείας που φάνηκε ξεκάθαρα μετά τις εκλογές του 2009 και έχει να κάνει με την παραβίαση της δημοκρατικής αρχής. Παραβίαση που συνεχώς ανανεώνεται, βαθαίνει ποιοτικά και αποκτά μονιμότητα. Η νέα κυβέρνηση χωρίς ουσιαστική νομιμοποίηση, έχοντας χάσει το αριστερό της κέρας που της προσέφερε σημαντική συμβολική στήριξη, θα αναγκαστεί, όπως λέει και η «Καθημερινή», να γίνει ακόμα πιο σκληρή και να παραμείνει «παντελώς» αδιάφορη απέναντι στο πολιτικό κόστος. Το τελευταίο φυσικά δεν είναι άλλο από τα κοινωνικά αιτήματα, την κοινωνική αντίδραση, τις κοινωνικές διεκδικήσεις. Η κυβέρνηση λοιπόν θα είναι «παντελώς αδιάφορη» απέναντι σε όλα αυτά που συμβουλεύει η καλή εφημερίδα. Αν είσαι, ωστόσο, αδιάφορος για αυτά, η καταστολή αναδεικνύεται σε μονόδρομο για την εξασφάλιση της πολιτικής και της κοινωνικής αναπαραγωγής.

Βρισκόμαστε, δηλαδή, σε μια φάση που το πολιτικό σύστημα δίνει την τελική του μάχη ή προκύπτει νέα δομή;
Δεν πρόκειται για μια νέα δομή του πολιτικού συστήματος. Οι απαρχές αυτής της λογικής του συστήματος πρέπει να αναζητηθούν στο φοβικό τρόπο που το πολιτικό σύστημα αντιμετώπισε τη ριζοσπαστικότητα της κοινωνίας κατά τη Μεταπολίτευση, στον συνεπαγόμενο κομματικό έλεγχό της, που ανανέωσε και εκσυγχρόνισε τις μεθόδους πελατειακής ένταξης, που μόνον ουδέτερες ταξικά δεν ήταν. Αυτή η αντιμετώπιση της κοινωνίας από το πολιτικό σύστημα δεν οδήγησε μόνο στη σταδιακή αποξένωση των κοινωνικών υποκειμένων (κυρίως βέβαια των κυριαρχούμενων κοινωνικών στρωμάτων) αλλά στη σημερινή συγκυρία και στην αδυναμία αναπαραγωγής των σχέσεων κοινωνίας-κράτους. Σήμερα η κοινωνία δεν είναι μόνο κλειδωμένη έξω από το σύστημα, αλλά θεωρείται και εχθρός. Γι’ αυτό πιστεύω ότι, ως αριστερή κριτική διανόηση, πρέπει να ξαναβάλουμε στην εξίσωση της ανάλυσής μας αλλά και της στρατηγικής μας το κράτος. Πρέπει να μιλήσουμε όχι μόνο για τη διαχείρισή του, αλλά για το ίδιο το κράτος. Ποιες είναι οι κοινωνικές του αναφορές, ποιες οι εσωτερικές του αντιθέσεις, πώς αναπαράγεται, ποιοι είναι οι πυλώνες στήριξής του. Μόνο μια τέτοια συζήτηση και κατανόηση θα κάνει τη ριζοσπαστική αριστερά πολιτικά αποτελεσματική.

Η «ανανεωμένη» κυβέρνηση μπορεί να αντέξει;
Όλα εξαρτώνται από την ένταση της κοινωνικής και πολιτικής αντίστασης που θα συναντήσει. Πάντως, επειδή το κράτος δεν φαίνεται να διαθέτει πολλές εναλλακτικές λύσεις για την πολιτική του διαχείριση, θα στηρίξει την κυβέρνηση με νύχια και με δόντια.

Ανέφερες ότι η κυβέρνηση θα ενισχύσει τους κατασταλτικούς μηχανισμούς, για να διασφαλίσει έτσι την πολιτική αναπαραγωγή. Τους τελευταίους μήνες βλέπουμε ότι, πέραν της αστυνομικής καταστολής, η κυβέρνηση χρησιμοποιεί τα εργαλεία του κινήματος (διαδίκτυο, ραδιόφωνο, κλπ) και τη νομοθετική εξουσία, προκειμένου να καταστείλει την όποια κοινωνική αντίδραση…
Ζούμε σε μια περίοδο που έχει περιγραφεί ως «ολικός καπιταλισμός», κατά το «ολικός πόλεμος», και σ’ αυτόν τον «πόλεμο» δεν φαίνεται να υπάρχουν κανόνες και εξαιρέσεις. Άρα τα περιθώρια μεταρρυθμιστικών παρεμβάσεων στον καπιταλισμό (μερικός έλεγχος, εξανθρωπισμός κά) είναι στην καλύτερη περίπτωση οριακά. Κατά συνέπεια, με δεδομένη την πρωτοφανή λιτότητα, δεν είναι δυνατόν κανείς να ισχυριστεί ότι υπάρχουν περιθώρια συναίνεσης μέσα από κάποιες έστω οριακές αναδιανεμητικές πολιτικές· ο μόνος δρόμος είναι η καταστολή.
Ωστόσο, είναι γεγονός ότι οι κυβερνητικές δυνάμεις εμφανίζουν απίστευτη ευρηματικότητα. Για παράδειγμα, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε, μέχρι πριν λίγες μέρες, ότι μέλη του υπουργικού συμβουλίου, για να δικαιολογήσουν τις πολιτικές επιλογές τους, θα κατασκεύαζαν δήλωση προέδρου ανωτάτου δικαστηρίου. Τα πεδία άσκησης αυτών των πολιτικών χειραγώγησης που αναφέρατε, δεν αποτελούν ποιοτική αλλαγή, αλλά μας υπενθυμίζουν την ευρηματικότητα του οπλοστασίου των αντιπάλων μας.

Οι «εξωχώριες» δυνάμεις εντέλλονται στις κυβερνήσεις την πολιτική που πρέπει να ακολουθήσουν, χωρίς να τους αφήνουν κανένα περιθώριο. Το πολιτικό σύστημα μπορεί, εν τέλει, να επιβιώσει;
Βλέπουμε ότι ο λεγόμενος διεθνής παράγοντας χρησιμοποιείται κατά κόρον. Ξεκίνησε την παραμονή των εκλογών του περασμένου Ιουνίου και επαναλήφθηκε τώρα με την κυβερνητική κρίση και την απειλή της μη καταβολής της δόσης. Και αυτό δεν συμβαίνει μόνο στην Ελλάδα, αλλά και σε όσες χώρες βιώνουν έντονα την κρίση (Ισπανία, Πορτογαλία, Κύπρος). Δηλαδή, το πακέτο της λεγόμενης δημοσιονομικής προσαρμογής, ή αλλιώς της επιθετικής λιτότητας απέναντι στις κοινωνίες και τα κεκτημένα τους, συνοδεύεται πολιτικά και ιδεολογικά με όμοιες πρωτοβουλίες. Με αυτή την έννοια, υπάρχει μια πίεση των «εξωχώριων» δυνάμεων που στηρίζουν τις πολιτικές που παίρνονται και περιορίζουν τις δυνατότητες του πολιτικού συστήματος. Ωστόσο, το πολιτικό σύστημα με το χρόνιο έλλειμμα κοινωνικής νομιμοποίησης δεν μπορεί να καταφύγει στην κοινωνική βάση, χωρίς να διακινδυνεύσει ανατροπές.

ΔΗΜΑΡ: Μια θεσμολαγνική αριστερά

Πιστεύεις ότι η αποχώρηση της ΔΗΜΑΡ είναι κίνηση σωτηρίας ή αντανάκλαση των αλλαγών που συμβαίνουν στο κοινωνικό σώμα;
Η αντίδραση του κόσμου και η ακραία επιλογή που έκανε το κυρίαρχο κυβερνητικό σχήμα του Σαμαρά, φαίνεται ότι δημιούργησε μια στιγμιαία κρίση ταυτότητας. Ωστόσο, η ΔΗΜΑΡ έχει συγκεκριμένη ταυτότητα, άρα και στρατηγική: πάση θυσία σχέση με τους κυβερνητικούς θεσμούς. Πάντα ήταν, και παραμένει μέχρι σήμερα, μια αριστερά θεσμολαγνική. Και με αυτή την έννοια ήταν μεγάλη επιτυχία, γι’ αυτό το κομμάτι της αριστεράς, η συμμετοχή της στην κυβέρνηση. Η λογική της ΔΗΜΑΡ χαρακτηρίζεται από τεράστια πολιτική αφέλεια, που πηγάζει από την αντίληψή της για την ουδετερότητα των θεσμών και της τεχνοκρατική γνώσης, που της δίνει σχετικά μεγάλα περιθώρια πολιτικής ευελιξίας. Ωστόσο, είναι πολύ κουρασμένη, αρκετά διχασμένη και έχει χάσει πια τον οποιοδήποτε προσανατολισμό της. Άρα, η μόνη της ελπίδα είναι να προσκολληθεί σε κάποιο κυβερνητικό ή με κυβερνητικές φιλοδοξίες σχήμα της λεγόμενης κεντροαριστεράς.

Είναι εφικτή η αναβίωση της κεντροαριστεράς, προκειμένου να αποτελέσει τον αντίπαλο πόλο του ΣΥΡΙΖΑ;
Όχι. Η στρατηγική της κεντροαριστεράς -εξανθρωπισμού, στρογγυλέματος των κοινωνικών αντιθέσεων και ανισοτήτων, με τεχνοκρατικό και ουδέτερο λόγο, με μικρή ή καθόλου αναφορά στα κοινωνικά υποκείμενα- μπορεί να λειτουργήσει σε περιόδους που έχουμε θετικά πρόσημα στην οικονομική μεγέθυνση. Σήμερα, που αυτά τα πρόσημα έχουν φτάσει σε επίπεδο βιβλικής καταστροφής, δεν έχει περιθώρια αυτή η πολιτική. Στερείται κοινωνικής βάσης. Άρα, η κεντροαριστερά μπορεί να υπάρχει μόνο στη σκέψη των τεχνοκρατών και των πολιτικά αφελών.

Το ΠΑΣΟΚ είχε άλλη διέξοδο από τη συνέχιση της συγκυβέρνησης;
Το ΠΑΣΟΚ, που είναι ο μεγαλύτερος πολιτικός φορέας της κεντροαριστεράς, έχει αποκοπεί από την κοινωνική του βάση και επομένως ο μόνος δρόμος που του απομένει είναι αυτός που ακολουθεί. Πρόκειται για ένα κρατικοδίαιτο κόμμα και ο μόνος τρόπος να επιβιώσει, έστω και οριακά, είναι να διατηρήσει τη σχέση του με το κράτος.

ΣΥΡΙΖΑ: Να κατακτήσει την αυτογνωσία του

Ο ΣΥΡΙΖΑ βρίσκεται σήμερα σε ευνοϊκότερο σημείο;
Η ριζοσπαστική αριστερά είναι σε καλύτερο σημείο, διότι η καταγωγή της συγκρότησής της ήταν κυρίως πολιτική και δευτερευόντως κοινωνική. Οι κυβερνητικές δυνάμεις τον τελευταίο χρόνο έκαναν πολλές και ποιοτικά καινούργιες παρεκτροπές από τη δημοκρατία –προληπτικές συλλήψεις, προληπτικές επιστρατεύσεις, μαύρο στην ΕΡΤ κ.λπ.- ενώ εντατικοποίησαν την επιχειρηματολογία του φόβου. Όμως, βλέπουμε ότι το οπλοστάσιο του φόβου δεν μπορεί να σταθεί πια. Για παράδειγμα, τα σπίτια και τις καταθέσεις τελικά δεν τα παίρνουν οι κομμουνιστές, αλλά οι τράπεζες και η ΕΕ. Η επιχειρηματολογία τους, λοιπόν, καταρρέει και αυτό μας δίνει μια άλλη ώθηση, εφόσον ο λόγος μας γίνει πιο οξύς και πιο εμπεριστατωμένος.

Ο ΣΥΡΙΖΑ δηλαδή τι πρέπει να αλλάξει στην στρατηγική του;
Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έχει κατακτήσει την αυτογνωσία του. Δεν έχει συνειδητοποιήσει βαθιά αυτό που κάνει. Αν το είχε συνειδητοποιήσει, πολλά από τα εσωτερικά του προβλήματα θα είχαν λυθεί. Ο ΣΥΡΙΖΑ έχει ενσωματώσει, αξιοποιήσει και δώσει ώθηση στην παραδοσιακή αριστερά, αλλά και στον κινηματικό πλούτο, πηγαίνοντας ενάντια και πέρα από αυτή την παράδοση. Με αυτή του τη στρατηγική κατάφερε να φτάσει εδώ που είναι. Αυτό δεν έχει γίνει κατάκτηση όλων των μελών, των στελεχών και φίλων του κόμματος, αλλά πρέπει να γίνει.

Χρυσή Αυγή: Ο πρωτογονισμός μαύρου-άσπρου

Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν ότι η ΧΑ έχει έρθει για να μείνει και δεν φαίνεται να απομονώνεται πολιτικά παρά τη φασιστική της δράση. Ποια η γνώμη σου;
Η Χρυσή Αυγή πατάει στον πρωτογονισμό της ελληνικής πολιτικής κουλτούρας. Έναν πρωτογονισμό μαύρου-άσπρου, που ερμηνεύει τα φαινόμενα με λογικές συνωμοσίας και μερικές φορές και πολιτικού κουτσομπολιού, πρακτική από την οποία, πρέπει να παραδεχτούμε, δεν απείχε η παραδοσιακή αριστερά, ούτε φυσικά και ο νεο-λαϊκισμός του εκσυγχρονισμού και του «μεσαίου χώρου». Η Χρυσή Αυγή ενδυναμώθηκε από την κουλτούρα του μαύρου-άσπρου και κυρίως από τις σκοπιμότητες των ακροτήτων του κέντρου του πολιτικού συστήματος. Η υιοθέτηση της ατζέντας και της λογικής της Χρυσής Αυγής από την πλευρά της ΝΔ και ενίοτε από τα κυβερνητικά κόμματα, δεν πρόκειται να μειώσει την επιρροή της Χρυσής Αυγής. Αντίθετα, αν συνεχιστεί αυτή η τακτική, η οποία εμφανίστηκε δυστυχώς με τον πιο χαρακτηριστικό και πιο τρομακτικό για τους δημοκρατικούς πολίτες τρόπο στον πρόσφατο λόγο του πρωθυπουργού, όταν ανέφερε ότι «η μόνη ιδεολογία είναι η πατρίδα» θυμίζοντας προνεωτερικές καταστάσεις, θεωρώ ότι πολύ σύντομα η Χρυσή Αυγή θα αποτελέσει τον άλλο πόλο του πολιτικού συστήματος, δηλαδή το δεύτερο μεγάλο πόλο απέναντι στη ριζοσπαστική αριστερά. Και η Χρυσή Αυγή δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί μόνο με αντιρατσιστικά νομοσχέδια, αλλά απαιτείται πολιτική απομόνωση. Για παράδειγμα, η ΔΗΜΑΡ και το ΠΑΣΟΚ, αντί να διαγκωνίζονται ποιος αντιρατσιστικός νόμος είναι καλύτερος, θα έπρεπε να εγγυηθούν, αφού μάλιστα ήταν και κυβερνητικοί εταίροι, ότι όλες οι εγκληματικές ενέργειες αυτής της συμμορίας θα τιμωρούνταν σύμφωνα με τον ισχύοντα ποινικό κώδικα.

Αντ’ αυτού είδαμε να στοχοποιείται η ριζοσπαστική αριστερά με την υιοθέτηση της θεωρίας των δύο άκρων, η οποία, όμως, φαίνεται ότι δεν απέδωσε καρπούς. Ή μήπως απέδωσε;
Η θεωρία των δύο άκρων εκπορεύεται από τα ίδια ακριβώς κέντρα, τα οποία προσπαθούν να δείξουν ότι ο ΣΥΡΙΖΑ στρογγυλεύει την πολιτική του πρακτική και συντηρητικοποιείται. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτοί που πρώτοι ενδίδουν, αποδέχονται ή παίρνουν στα σοβαρά αυτού του είδους την προπαγάνδα, είναι τα μέλη και η βάση του ΣΥΡΙΖΑ. Οι κυρίαρχες δυνάμεις προσπαθούν από τη μια να φοβίσουν το συντηρητικό ακροατήριο, με τη θεωρία των δύο άκρων και την ταύτιση της αριστεράς με την τρομοκρατία, την ίδια στιγμή που λένε ότι έχουμε συντηρητικοποιηθεί, λέγοντας λχ. ότι οι συναντήσεις του επικεφαλής της αξιωματικής αντιπολίτευσης με ηγέτες ή παράγοντες άλλων χωρών και διεθνών οργανισμών αποτελούν συμβιβασμό. Αυτό είναι πολιτικός πρωτογονισμός.
Ο ΣΥΡΙΖΑ πρέπει να καταλάβει ποια είναι η στρατηγική του και να μην κάνει τίποτε άλλο από το να συνεχίσει πιο συνειδητά και με μεγαλύτερη ένταση να κάνει αυτό που έκανε ως δύναμη στήριξης, έμπνευσης, συνεργασίας και μαθητείας στα κινήματα που αναπτύσσονται στο κοινωνικό πεδίο. Από τη συμμετοχή του στα κινήματα και δίνοντάς ηθική, νομική, πολιτική κάλυψη στους αγωνιζόμενους συμπολίτες μας θα προκύψει το περίγραμμα των προγραμματικών δηλώσεων του ΣΥΡΙΖΑ, ώστε έτσι να συμβάλει στην ενότητα της αριστεράς (κοινωνικής και πολιτικής) για να έρθει στην εξουσία. Αυτά τα χαρακτηριστικά πρέπει να διαφυλάξουμε, να τα βαθύνουμε και να τα εξειδικεύουμε στο χώρο μας. Αν το κάνουμε αυτό, δεν έχουμε να φοβηθούμε τίποτα.

Από τη στιγμή αποχώρησης της ΔΗΜΑΡ από τη συγκυβέρνηση έχει ανοίξει η συζήτηση για ενδεχόμενη συνεργασία της ΔΗΜΑΡ με τον ΣΥΡΙΖΑ. Είναι εφικτή μια τέτοια κίνηση;
Δεν γίνεται αυτό, γιατί είναι αποκλίνουσες οι στρατηγικές. Δεν είμαστε θεσμολάγνοι, δεν θεωρούμε ότι οι θεσμοί είναι ουδέτεροι, δεν θεωρούμε ότι ο καπιταλισμός εξανθρωπίζεται. Έχουμε άλλη λογική, άλλη στρατηγική. Δεν γίνεται λοιπόν να συνεργαστεί ο ΣΥΡΙΖΑ με τη ΔΗΜΑΡ και δεν πρέπει να παρασυρθεί. Αν αρχίσουμε να σκεφτόμαστε όπως παλιά, αν διολισθήσουμε πάλι στην κατανόηση της πολιτικής ως αριθμητικής, θα πάμε εκεί που ήμασταν πριν τρία χρόνια. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία.

Βρέθηκες στο Αριστερό Φόρουμ 2013 στη Νέα Υόρκη, όπου η Ελλάδα φάνηκε να είναι στο επίκεντρο της συζήτησης. Γιατί πιστεύεις;
Η χώρα μας βρίσκεται στο επίκεντρο για δύο λόγους: Πρώτο, για το φόβο τρομακτικής ανόδου των νεο-Ναζί και, δεύτερο, γιατί η παγκόσμια προοδευτική σκεπτόμενη κοινότητα βλέπει ότι η μόνη στρατηγική εξόδου από την κρίση και η μόνη δυνατότητα προάσπισης της δημοκρατίας είναι η δημιουργία ενός πολιτικού κινήματος, όσο αποτελεσματικού και ευρηματικού όσο ο ΣΥΡΙΖΑ. Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν κινεί μόνο την περιέργεια αλλά φαίνεται και να εμπνέει. Αυτό μας δημιουργεί ιδιαίτερες ευθύνες.

 

http://www.epohi.gr/portal/politiki/14382-2013-06-30-15-00-19