Αγαπημένε Che

Σήμερα συμπληρώνονται 46 χρόνια από τη δολοφονία του Τσε. Το Barikat δημοσιεύει, στα πλαίσια αυτής της ημέρας μνήμης, μια συνέντευξη ενος από τους σημαντικότερους ανθρώπους της διανόησης του πολιτισμού στην αμερικανική ήπειρο, του Eduardo Galeano στον Iosu Perales που δημοσιεύθηκε στο βιβλιo με τίτλο «Αγαπημένε Che».

 

 

 

Ας αρχίσουμε την συζήτηση μιλώντας για την προσωπικότητα του Τσε. Ο αντάρτης της Σιέρα Μαέστρα, ο μύθος της Βολιβίας, είναι ίσως ο πιο γνωστός παγκοσμίως. Ωστόσο ο Τσε έχει μια πολύπλευρη συνεισφορά, που επικεντρώνεται στην ανάδειξη του υποκειμενικού παράγοντα της επανάστασης. Αναδεικνύεται δηλαδή, στα γραπτά του, στην συμπεριφορά του, ο ρόλος του ανθρώπου στον μετασχηματισμό της κοινωνίας , η σταθερή του προσήλωση στην ουτοπία του κομμουνισμού.

Τον κατηγόρησαν για βολονταρισμό επειδή επέμενε πολύ στον παράγοντα άνθρωπο. Εγώ πιστεύω ότι αυτό δεν είναι βολονταρισμός, με την αστική έννοια, αλλά απλή επαναφορά στην πραγματικότητα αυτού που είναι αυτονόητο, γιατί οι αιτιοκρατικές μηχανιστικές αντιλήψεις, για τις οποίες ο Μαρξ δεν ευθύνεται, θέτουν την ελευθερία έξω από τον άνθρωπο, όπως ο Πλεχάνοφ που σε ορισμένα γραπτά του, μοιάζει να υποβαθμίζει την ελευθερία του ανθρώπου, στην ελευθερία που έχει το φεγγάρι να περιστρέφεται γύρω από την γη. Ο Τσε τοποθετεί την ελευθερία στην συνείδηση και στον πρωταγωνιστικό ρόλο που αυτή παίζει στην ιστορία της ανθρωπότητας. Οι οικονομίστικες αντιλήψεις προδίδουν τον μαρξισμό, και τον υποβαθμίζουν σε έναν απλό ωρολογιακό μηχανισμό, σύμφωνα με τον οποίο ο σοσιαλισμός είναι εφικτός επειδή ήρθε η ώρα του και έχει ήδη καθοριστεί τι πρέπει να συμβεί. Ακόμα και με το άσθμα του ήταν ολοκληρωμένος. Θα πρέπει να σημειώσουμε το ιστορικό γεγονός ότι στον Τσε δεν υπήρχε αντίφαση σε αυτό που είπε και σε αυτό που έκανε, και αυτό είναι που δεν του συγχωρούν οι δογματικοί. Αμφισβήτησε την εξουσία και το χρήμα και έπαιξε τη ζωή του κορώνα-γράμματα. Τοποθετήθηκε ενάντια σε αυτούς που βλέπουν τα πράγματα με δύο μέτρα και σταθμά. Ο Τσε προειδοποιούσε για τον κίνδυνο της απληστίας, λέγοντας «προσέξτε  τους κινδύνους της απληστίας» και γι αυτό, αυτοσαρκαζόταν που τα χαρτονομίσματα είχαν την υπογραφή του, όταν ήταν πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας της Κούβας.Έλεγε, προσέξτε τις παραχωρήσεις που κάνουν τον εγωισμό κινητήριο μοχλό της επανάστασης και της ζωής, γιατί αυτές οι παγίδες με έναν μαγικό τρόπο βάζουν τέλος στην επανάσταση , εμπεριέχονται μέσα στην κοινωνική επανάσταση και επιβιώνουν στον καπιταλισμό, σαν ένα δηλητήριο που μπορεί να γαμήσει την διαδικασία οικοδόμησης της νέας κοινωνίας.

Μιλάτε για έναν εξαιρετικό άνθρωπο. Πολλές φορές όμως αναρωτιέμαι, ότι δεν έχουμε σταματήσει να εξιδανικεύουμε τον Τσε, οικοδομώντας μια θεϊκή εικόνα γι αυτόν, και παρασυρόμαστε σε αυτό, γιατί τελικά έχουμε ανάγκη από έναν νέο θεό.

Μετά τον θάνατό του, το σύστημα διαπίστωσε ότι αυτό που αντιπροσώπευε ο Τσε ήταν πολύ επικίνδυνο, και στην συνέχεια προσπάθησε να το ελέγξει. Πώς να το πω; Η προσπάθεια εμπορευματοποίησής του επιχείρησε να λανσάρει ένα είδος Mπούφαλο Μπίλ της αριστεράς. Ταυτίζουν τον Τσε με την ένοπλη βία και προσπαθούν να υποβαθμίζουν το έργο και την σκέψη του, μόνο στο στρατιωτικό τομέα. Ακόμα και η αριστερά το άφησε να πλανάται, δεν έχει βέβαια σημασία, γιατί ένας μύθος αληθινός και όχι ψεύτικος, είναι ένας μύθος επικίνδυνος. Ο Τσε θα μπορούσε να κάνει λάθος σε κάποια ζητήματα. Η αποτυχία στη Βολιβία δεν θα μπορούσε να εξηγηθεί μόνο από την προδοσία της αριστεράς εκεί, αλλά θεωρώ ότι ήταν λάθος εκτίμηση του χρόνου και του τόπου. Επέλεξε ένα μέρος αραιοκατοικημένο, ερημωμένο, που η αγροτική μεταρρύθμιση θα έκανε περισσότερο κακό παρά καλό, και η γενικότερη κατάσταση δεν ήταν αυτή που πίστευε. Εκεί διεξήχθη ένας διάλογων κωφών, για τον αντάρτικο «εστιασμό» και το χώρο , για το αν είναι η υποτιθέμενη σπίθα που θα αναφλέξει το λιβάδι ή αν το λιβάδι ήταν ευνοϊκό για τη σπίθα. Ο Τσε και οι άνθρωποί του βρισκόταν σε απόλυτη μοναξιά. Όμως το ουσιαστικό μήνυμά του δεν ήταν σε λάθος χρόνο και τόπο, παρότι αλλοιώθηκε με μια εικόνα του, που εμφανίζεται ως κυρίαρχη και έφτασε σε σημείο να υποβαθμίσει και να αμβλύνει την ουσία, που αναπαράγεται στο χρόνο. Με άλλα λόγια, το μήνυμά του ξεπερνάει την αντίληψή του για τον «εστιασμό», και μπορεί να συζητηθεί, να αμφισβητηθεί και να τροφοδοτηθεί με επιχειρήματα.

Θέλετε να πείτε, ότι το σημαντικό είναι η ουσία και όχι το φαινομενικό και συγκυριακό;

Φυσικά, τα γεγονότα ολοκληρώνονται όταν αποδεικνύονται. Η αντίληψή του για την διεύρυνση και όχι την απομόνωση της επανάστασης – αυτό ήταν το δράμα της επανάστασης στην Σοβιετική Ένωση – είναι το σημαντικό. Η αντίληψη του εξειδικεύεται για την επανάσταση σε όλη την ήπειρο (Λατινική Αμερική). Και νομίζω ότι ο Τσε είχε πάντα την ανησυχία να μην καταλήξει η Κούβα ένα είδος «λεκέ στη θάλασσα», μια εξαίρεση στον κανόνα. Δυστυχώς, δεν έζησε για να δει την νίκη της Επανάστασης στη Νικαράγουα, που ήταν μια επιβεβαίωση ότι η Κούβα δεν είναι μόνη. Από το 1979 εκεί κάτω, η ίδια η κουβανική επανάσταση που έπαιξε ζωτικό ρόλο στον θρίαμβο των Σαντινίστας, κατά κάποιο τρόπο τροφοδοτείται από την εμπειρία της Νικαράγουα. Γι’ αυτό, και σωστά λένε οι Νικαραγουάνοι ότι δεν πρόκειται να κάνουν μια άλλη Κούβα, αλλά μια άλλη Νικαράγουα. Αλλά αυτή η εμπειρία, η οποία δεν είναι πρότυπο, δεν αντιγράφεται, επηρεάζει την Κουβανική εμπειρία και το αντίστροφο. Είναι αναγκαίος ο διάλογος, και οι διάλογοι που γίνονται με τον καθρέπτη ή τον τοίχο, δεν είναι πραγματικοί. Αυτό που είναι λυπηρό είναι ότι ο Τσε δεν πρόλαβε να δει με τα μάτια του, να αισθανθεί τα νέα επαναστατικά σκιρτήματα της Λατινικής Αμερικής.

Μου φαίνεται ελκυστική η ιδέα των κατόπτρων, με την έννοια ότι ένα μόνο, δεν είναι αρκετό. Δεν νομίζω ωστόσο ότι η στρατηγική του Τσε για την Λατινική Αμερική ήταν τόσο μονολιθική.

Η ιστορία της Λατινικής Αμερικής είναι μία ιστορία τρελή, και η πραγματικότητά της είναι πολύπλευρη και σύνθετη, και απαιτείται πάνω από ένας καθρέπτης για να εξετάσουμε το υπόλοιπό της πρόσωπο. Και γι αυτό, τα συστήματα της Λατινικής Αμερικής βαδίζουν αργά ή γρήγορα στο τέλος τους και θα ναυαγήσουν πάνω στα βράχια της πραγματικότητας. Ο Τσε δεν έκανε λάθος όταν έλεγε ότι οι επιφανειακές αλλαγές δεν θα επιβιώσουν, και οι βαθιές αλλαγές απαιτούν την αναγκαία βία, αλλά είπε επίσης ότι δεν πρέπει να υπάρχει σύγχυση, ότι ο ένοπλος αγώνας για να αποκρυσταλλώσει αυτές τις βαθιές αλλαγές, απαιτεί ορισμένες προϋποθέσεις και όταν υπάρχει ανοικτό πολιτικό πεδίο πρέπει τα βήματά μας να είναι πολύ προσεχτικά. Πολλές γκάφες έγιναν επικαλούμενες τον Τσε, ενάντια στις παραινέσεις του και σε αντίθεση με τις θέσεις του.

Με σοκάριζε πάντα αυτή η ιδέα του Τσε, ότι ο επαναστάτης πρέπει πάντα να κινείται με συναισθήματα αγάπης. Όταν χρειάζεται να συσσωρευτεί τόσο μίσος, ώστε να πούμε «φτάνει πια», πως είναι δυνατόν να επιτευχθεί αυτή η αρμονία αγάπης και μίσους;

Πιστεύω ότι η αγάπη και το μίσος πάνε μαζί, είναι απόλυτα συνδεδεμένα μεταξύ τους. Όποιος αγαπά την ελευθερία, μισεί το αντίθετό της, κάθε αγάπη που δεν περιλαμβάνει το μίσος είναι ατελής και υποκριτική. Σε αυτή την ιδέα του Τσε δεν υπάρχει ίχνος πουριτανισμού. Η πραγματικότητα της ζωής δεν έχει καμία σχέση με την υποκριτική ηθική.

Ο Τσε ζει;

Κοίτα, σε μια γη σαν την Λατινική Αμερική, που η ασθένεια της ανικανότητας είναι χρόνια και που στο όνομα του ρεαλισμού κηρύσσουν την παραίτηση και μας καλούν να περιμένουμε και να περιμένουμε, ελπίζοντας να κουραστούμε από την αναμονή, ο Τσε είναι ο ανυπόμονος, ο άνθρωπος της ελπίδας και γι’αυτό είναι ένας προφήτης, ένας είδος Ησαΐα της Λατινικής Αμερικής, ένας κήρυκας μιας άλλης εποχής. Ίσως πρέπει να πούμε ότι και εμείς επίσης, έχουμε την υπομονή να περιμένουμε τον Τσε, την επιστροφή του Τσε. Σίγουρα, ο Τσε ζει στον καθένα που πιστεύει σε αυτά που ο ίδιος πίστευε, και ζει μέσα στα μεγάλα λαϊκά απελευθερωτικά κινήματα, σε αυτή τη γη που δεν την έχει καταδικάσει κανένας θεός σε αυτή την δυστυχία.

 

Πηγή: Nuestra America, 2003 (Fuente: SoloLiteratura.com y Bolivianet.com). Μετάφραση κειμένου: Βαγ. Γονατάς & Λ. Κωνσταντίνου από το Guevaristas

 

https://barikat.gr/content/agapimene-che

Advertisements

Αφιέρωμα στον Τσε Γκεβάρα

Ανταποκριτής της Guardian στη Λατινική Αμερική, ο δημοσιογράφος Richard Gott ήταν ο πρώτος που αναγνώρισε το νεκρό Τσε λίγες ώρες μετά την εκτέλεσή του. Στο παρακάτω απόσπασμα, από το κλασικό πλέον βιβλίο του για το αντάρτικο της δεκαετίας του ’60 («Rural guerillas in Latin America», Λονδίνο 1970, εκδ.Penguin), o Gott αφηγείται αυτή του την εμπειρία.

8 Οκτωβρίου 1967. Εκείνη την Κυριακή ο καιρός ήταν ζεστός, και στις οκτώμισι το βράδυ περιφερόμαστε με έναν άγγλο φίλο στην κεντρική πλατεία της Σάντα Κρουζ στην ανατολική Βολιβία, όταν κάποιος μας έγνεψε από το τραπεζάκι ενός καφενείου.
«Έχω νέα για σας», μας είπε. «Ο Τσε;», ρωτήσαμε, γιατί το ενδεχόμενο να συλληφθεί ο Τσε στριφογύριζε στο μυαλό μας από μία εβδομάδα. Πριν από λίγες ημέρες βρισκόμαστε στη μικρή πόλη Βαγεγκράντε και είχαμε ακούσει το συνταγματάρχη Χοακίν Σεντένο Ανάγια, διοικητή της όγδοης μεραρχίας των βολιβιανών ενόπλων δυνάμεων, να εκφράζει τη βεβαιότητα ότι τα στρατεύματά του θα βάλουν τον Τσε στο χέρι πριν από το τέλος της εβδομάδας. Μας εξήγησε μάλιστα ότι είχαν ενισχυθεί από 600 «ρέιντζερ», φρέσκους από το στρατόπεδο εκπαίδευσης που διηύθυναν οι Ειδικές Δυνάμεις των Ηνωμένων Πολιτειών βορείως της Σάντα Κρουζ. Είπε ακόμη πώς έγινε η περικύκλωση των ανταρτών. Δυνατότητα διαφυγής υπήρχε μόνο από τη μία πλευρά, κι εκεί ο στρατός είχε σκορπίσει στρατιώτες μεταμφιεσμένους σε αγρότες, ώστε να σημάνουν αμέσως συναγερμό μόλις δουν τους αντάρτες να περνούν από αυτό το σημείο. Από τα στοιχεία που μας είχαν δώσει κάτοικοι ενός χωριού στο οποίο μπήκαν οι αντάρτες περί το τέλος Σεπτεμβρίου, καθώς και από τη μαρτυρία δύο ανταρτών που είχαν συλληφθεί, δεν μας έμενε η παραμικρή αμφιβολία ότι ο Τσε ήταν ο επικεφαλής τούτης της περικυκλωμένης ομάδας.
«Ο Τσε συνελήφθη», μας είπε ο γνωστός μας στο καφενείο, «αλλά είναι τραυματισμένος σοβαρά και μπορεί να μη βγάζει τη νύχτα. Οι υπόλοιποι αντάρτες παλεύουν απεγνωσμένα να τον πάρουν πίσω, ενώ ο διοικητής του λόχου ζητά να τους στείλουν ελικόπτερο ώστε να μπορέσουν να τον φυγαδεύσουν μακριά. Ο διοικητής είναι σε τέτοια αναστάτωση, ώστε τα λόγια του ήταν εντελώς ακατάληπτα. Το μόνο που κατόρθωσαν να ξεχωρίσουν εκείνοι που τον άκουγαν ήταν η κραυγή ‘Τον πιάσαμε, τον πιάσαμε'».
Ο πληροφοριοδότης μας συνέχισε λέγοντας ότι πρέπει να νοικιάσουμε ελικόπτερο και να πετάξουμε αμέσως στην περιοχή των ανταρτών. Δεν ήξερε αν ο Τσε ήταν ακόμη ζωντανός ή αν είχε πεθάνει, αλλά διαισθανόταν ότι οι πιθανότητες να ζήσει ήταν πλέον ελάχιστες. Δεν είχαμε χρήματα να νοικιάσουμε ελικόπτερο, ακόμη κι αν υπήρχε κάποιο διαθέσιμο, άσε που σε κάθε περίπτωση στη Βολιβία είναι αδύνατη η πτήση μετά τη δύση του ήλιου. Έτσι νοικιάσαμε ένα τζιπ και στις 4 το πρωί της Δευτέρας 9 Οκτωβρίου πήραμε το δρόμο για τη Βαγεγκράντε.
Φθάσαμε πεντέμισι ώρες αργότερα και κατευθυνθήκαμε αμέσως στο αεροδρόμιο. Ο μισός πληθυσμός της μικρής πόλης έμοιαζε να περιμένει εκεί, οι μαθητές ντυμένοι στα άσπρα και οι ερασιτέχνες φωτογράφοι ανυπόμονοι να εξασφαλίσουν φωτογραφίες των νεκρών ανταρτών. Μόλις πριν από δύο εβδομάδες, εδώ είχαν φέρει το σώμα του βολιβιανού αντάρτη «Κόκο» Περέντο και του Κουβανού «Μιγκέλ». Και στο νεκροταφείο κοντά στο αεροδρόμιο είχε ήδη ταφεί η «Τάνια», η όμορφη αντάρτισσα που σκοτώθηκε με άλλους εννέα στις 31 Αυγούστου στο Ρίο Γκράντε, σε ενέδρα όπου οδηγήθηκε με μπαμπεσιά. Οι κάτοικοι της Βαγεγκράντε έχουν πλέον εθιστεί σε τούτα τα πήγαιν’ έλα του στρατού.
Τα παιδιά έμοιαζαν περισσότερο αναστατωμένα. Έδειχναν με το χέρι στο βάθος του ορίζοντα και χοροπηδούσαν, καθώς τα μάτια τους βλέπουν μακρύτερα από τα μάτια των ενηλίκων. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα διακρίναμε ένα σημαδάκι στον ουρανό που σύντομα μεταμορφώθηκε σε ελικόπτερο. Μετέφερε δύο νεκρούς φαντάρους, δεμένους στα πέδιλά του. Τους έλυσαν βιαστικά και τους φόρτωσαν χωρίς πολλά πολλά σε ένα φορτηγό για να τους κουβαλήσει στην πόλη. Καθώς όμως το πλήθος διαλυόταν, εμείς μείναμε πίσω και φωτογραφίσαμε τα κιβώτια με τα ναπάλμ, προσφορά των βραζιλιάνικων ενόπλων δυνάμεων, που βρίσκονταν στην περιφέρεια του αεροδρομίου. Και με τηλεφακό πήραμε φωτογραφίες ενός άνδρα με πράσινη στολή χωρίς διακριτικά, για τον οποίο μάθαμε ότι είναι πράκτορας της CIA.
Τέτοια επίδειξη θράσους από ξένους δημοσιογράφους -γιατί ήμαστε οι πρώτοι που έφθασαν στη Βαγεγκράντε- δεν ήταν νοητή, κι έτσι ο πράκτορας της CIA συνοδευόμενος από μερικούς βολιβιανούς αξιωματικούς επιχείρησε να μας πετάξει έξω από την πόλη. Ήμαστε όμως εφοδιασμένοι με κάμποσα διαπιστευτήρια ώστε να μπορούμε να αποδείξουμε την «καλή μας πίστη», οπότε ύστερα από αρκετή συζήτηση μας επιτράπηκε να παραμείνουμε. Το ένα και μοναδικό ελικόπτερο σηκώθηκε και πάλι και κατευθύνθηκε προς την εμπόλεμη ζώνη, τριάντα περίπου χιλιόμετρα νοτιοδυτικά, μεταφέροντας και το συνταγματάρχη Σεντένο. Λίγο μετά τη μία το μεσημέρι επέστρεψε με το συνταγματάρχη θριαμβευτή, ανίκανο να κρύψει το πλατύ του χαμόγελο. Ο Τσε πέθανε, ανακοίνωσε. Είδε το πτώμα και δεν χωρά η παραμικρή αμφιβολία. Ο συνταγματάρχης Σεντένο είναι έντιμος άνθρωπος, άμαθος να αποκαλύπτει περισσότερα από τα απολύτως απαραίτητα και δεν υπήρχε λόγος να τον αμφισβητήσουμε. Τρέξαμε στο μικρό ταχυδρομικό γραφείο και δώσαμε τα τηλεγραφήματά
μας προς τον έξω κόσμο σε έναν αιφνιδιασμένο και δύσπιστο υπάλληλο. Κανείς μας δεν πίστευε και πολύ ότι θα κατάφερναν να φθάσουν στον προορισμό τους.
Τέσσερις ώρες αργότερα, στις 5 ακριβώς, το ελικόπτερο γύρισε και πάλι, κουβαλώντας αυτή τη φορά ένα και μοναδικό μικρό σώμα δεμένο στα πέδιλά του. Αντί όμως να προσγειωθεί κοντά στο σημείο που βρισκόμαστε, όπως έκανε τις προηγούμενες φορές, σταμάτησε στο κέντρο του αεροδρομίου, μακριά από τα αδιάκριτα μάτια των δημοσιογράφων. Αμέσως μας απαγορεύτηκε να διασπάσουμε τον κλοιό που σχημάτισαν αποφασισμένοι στρατιώτες. Πολύ γρήγορα, το πτώμα φορτώθηκε σε ένα κλειστό βαν μάρκας σέβρολετ που ξεκίνησε με ιλιγγιώδη ταχύτητα. Πηδήξαμε στο τζιπ που περίμενε εκεί δίπλα και ο τολμηρός οδηγός μας πήρε το βαν στο κατόπι. Σε απόσταση ενός περίπου χιλιομέτρου, η σέβρολετ έκανε μια απότομη στροφή και μπήκε στον περίβολο ενός νοσοκομείου. Οι στρατιώτες επιχείρησαν να κλείσουν την πύλη προτού περάσουμε, αλλά ήμαστε αρκετά κοντά και τους εμποδίσαμε να το πετύχουν.
Η σέβρολετ ανηφόρισε μια απότομη πλαγιά και σταμάτησε μπροστά σε ένα μικρό παράπηγμα με καλαμωτή οροφή και τη μία πλευρά ανοιχτή στον ουρανό. Κατεβήκαμε από το τζιπ και τρέξαμε στην πίσω πόρτα του βαν προτού ανοίξει. Την ώρα που άνοιγε, πετάχτηκε έξω ο πράκτορας της CIA, ουρλιάζοντας στα αγγλικά: «Εντάξει, ας ξεκουμπιστούμε τώρα γρήγορα». Ο κακομοίρης ούτε που μπορούσε να φανταστεί ότι δύο άγγλοι δημοσιογράφοι περίμεναν στις δύο πλευρές της πόρτας.
Μέσα στο βαν, πάνω σε φορείο, βρισκόταν η σορός του Τσε Γκεβάρα. Δεν αμφέβαλα ούτε στιγμή ότι ήταν αυτός. Τον είχα δει μία και μοναδική φορά πριν από τέσσερα ακριβώς χρόνια στην Αβάνα και δεν ήταν από τις μορφές που ξεχνάς εύκολα. Από τότε, η προσωπική μου ανάμνηση είχε αναμφίβολα επηρεαστεί από τις συχνές φωτογραφίες του στον τύπο και ομολογώ ότι είχα λησμονήσει το κορακίσιο χρώμα του μικρού γενιού του. Μου φάνηκε πιο κοντός και πιο αδύνατος απ’ ό,τι θυμόμουν. Οι μήνες της ζωής στη ζούγκλα είχαν προφανώς αφήσει τα ίχνη τους. Παρά τα ερωτηματικά, δεν υπήρχε καμία απολύτως αμφιβολία ότι επρόκειτο για τον Γκεβάρα. Όταν έβγαλαν έξω το πτώμα και το ακούμπησαν σε ένα πρόχειρο τραπέζι μέσα στο παράπηγμα που τους λιγότερο ταραγμένους καιρούς χρησίμευε για πλυσταριό, ήμουν πια βέβαιος ότι ο Γκεβάρα ήταν νεκρός.
Το σχήμα του γενιού, το περίγραμμα του προσώπου και τα πλούσια κυματιστά μαλλιά δεν μπορούσαν να ανήκουν σε άλλον. Φορούσε πράσινη στολή εκστρατείας στο χρώμα της ελιάς και ένα τζάκετ με φερμουάρ. Στα πόδια φορούσε πράσινες ξεθωριασμένες κάλτσες και χειροποίητα παπούτσια. Καθώς ήταν ντυμένος, δυσκολευόμουν να δω πού ακριβώς είχε πληγωθεί. Είχε δύο φανερές οπές στη βάση του λαιμού και αργότερα, όταν καθάριζαν το σώμα, είδα μία ακόμη πληγή στο στομάχι. Δεν αμφισβητώ ότι είχε πληγές στα πόδια και κοντά στην καρδιά, αλλά δεν τις είδα.
Οι γιατροί εξέταζαν τις πληγές του λαιμού και η πρώτη μου αντίδραση ήταν να υποθέσω ότι έψαχναν για τη σφαίρα, αλλά στην πραγματικότητα ετοίμαζαν το σωληνάκι που θα οδηγούσε τη φορμόλη στο σώμα για να το συντηρήσει. Ένας από τους γιατρούς άρχισε να καθαρίζει τα χέρια του νεκρού αντάρτη που ήταν καλυμμένα με αίμα. Αλλά κατά τα άλλα δεν υπήρχε τίποτε απωθητικό στο πτώμα. Ο Τσε έμοιαζε ζωντανός. Τα μάτια του ήταν ανοιχτά και λαμπερά, και δεν δυσκολεύτηκαν καθόλου να του τραβήξουν το χέρι έξω από το τζάκετ. Πρέπει να μην είχε πεθάνει πριν από πολλές ώρες και τη στιγμή εκείνη δεν πίστευα ότι δολοφονήθηκε μετά τη σύλληψή του. Όλοι υποθέταμε τότε ότι πέθανε από τις πληγές του και από έλλειψη ιατρικής φροντίδας τις πρώτες ώρες του πρωινού της Δευτέρας.
Οι άνθρωποι γύρω από το πτώμα ήταν περισσότερο αποκρουστικοί από το νεκρό: Μια καλόγρια που δεν μπορούσε να κρύψει το χαμόγελό της και κάποιες φορές γελούσε δυνατά. Αξιωματικοί που κατέφθαναν με τις ακριβές τους μηχανές για να απαθανατίσουν τη σκηνή. Και, προφανώς, ο πράκτορας της CIA. Έμοιαζε να είναι επικεφαλής της όλης επιχείρησης και γινόταν έξαλλος κάθε φορά που κάποιος τον σημάδευε με τη φωτογραφική του μηχανή. «Από πού είσαι εσύ;», τον ρωτήσαμε στα αγγλικά, προσθέτοντας για πλάκα: «Από την Κούβα; Το Πόρτο Ρίκο;» Δεν έδειξε να διασκεδάζει και απάντησε κοφτά στα αγγλικά: «Από πουθενά». Τον ξαναρωτήσαμε αργότερα, αλλά τούτη τη φορά απάντησε στα ισπανικά «Que dice?» και υποκρίθηκε ότι δεν καταλαβαίνει αγγλικά. Ήταν ένας κοντός, γεροδεμένος τριανταπεντάρης με βαθουλωτά γουρουνίσια μάτια και κουρεμένο κεφάλι. Δύσκολο να καταλάβεις αν ήταν Βορειοαμερικάνος ή κουβανός εξόριστος, γιατί μιλούσε αγγλικά και ισπανικά με την ίδια ευκολία και χωρίς ίχνος ιδιαίτερης προφοράς. Αργότερα ανακάλυψα ότι λέγεται Εντι Γκονζάλες και ήταν ιδιοκτήτης νυχτερινού κέντρου στην Αβάνα πριν από την κουβανέζική επανάσταση.

2Η ανάκριση

Στις 7.30′, ο Σέλιχ επικοινώνησε στον ασύρματο με τη Βαγεγκράντε για να ρωτήσει τι να κάνει με τον Τσε και πήρε την απάντηση να τον κρατήσει μέχρι νεωτέρας. Στη συνέχεια, μαζί με τον Πράντο και τον Αγιορόα, πήγαν στο σχολείο για να μιλήσουν με τον Τσε. Από το διάλογό τους που διήρκεσε 45 λεπτά, ο Σέλιχ κράτησε μερικές σύντομες προσωπικές σημειώσεις.

«Απέτυχα», απάντησε ο Τσε. «Όλα τέλειωσαν, κι αυτός είναι ο λόγος που με βλέπεις σ’ αυτή την κατάσταση». 

Ο ΤΣΕ ΜΕ ΤΟΥΣ ΑΝΤΑΡΤΕΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ ΤΟΥ

Ύστερα ο Σέλιχ ρώτησε τον Τσε γιατί επέλεξε να αγωνιστεί στη Βολιβία και όχι στην «πατρίδα του». Ο Τσε απέφυγε την ερώτηση, αλλά παραδέχτηκε ότι «ίσως να ήταν καλύτερα έτσι». Όταν άρχισε να εκθειάζει το σοσιαλισμό ως το καλύτερο σύστημα για τις λατινοαμερικανικές χώρες, ο Σέλιχ τον διέκοψε.
«Θα προτιμούσα να μην αναφερθώ στο θέμα αυτό», είπε ο αξιωματικός, και ισχυρίστηκε ότι σε κάθε περίπτωση η Βολιβία ήταν «εμβολιασμένη κατά του κομμουνισμού». Κατηγόρησε τον Τσε ότι είχε «εισβάλει» στη Βολιβία και υπογράμμισε ότι η πλειονότητα των ανταρτών ήταν «ξένοι». Πάντα κατά τον Σέλιχ, ο Τσε έστρεψε το βλέμμα προς τους νεκρούς Αντόνιο και Αρτούρο.
«Συνταγματάρχη, κοίταξέ τους. Τα παλικάρια αυτά είχαν ό,τι μπορούσαν να επιθυμήσουν στην Κούβα, αλλά ήρθαν εδώ για να πεθάνουν σαν σκυλιά».
Ο Σέλιχ προσπάθησε να αποσπάσει κάποιες πληροφορίες από τον Τσε για τους αντάρτες που διώκονταν ακόμη. «Γνωρίζω ότι ο Μπενίνιο είναι βαριά τραυματισμένος από τη μάχη στη Λα Ιγκέρα (26 Σεπτεμβρίου), όπου πέθαναν ο Κόκο και οι άλλοι. Μπορείς να μου πεις, κομαντάντε, αν είναι ακόμη ζωντανός;»
«Συνταγματάρχη, η μνήμη μου είναι πολύ αδύναμη, δεν θυμάμαι και ούτε ξέρω πώς να απαντήσω στην ερώτησή σου».
«Είσαι Κουβανός ή Αργεντινός;», ρώτησε ο Σέλιχ.
«Είμαι Κουβανός, Αργεντινός, Βολιβιανός, Περουβιανός, Εκουαδοριανός κ.ο. κ. Με αντιλαμβάνεσαι».
«Και τι σε έκανε να αποφασίσεις να δράσεις στη χώρα μας;»
«Μα δεν βλέπετε τις συνθήκες ζωή των χωρικών;, ρώτησε ο Τσε. «Ζουν σχεδόν σαν άγριοι, σε συνθήκες φτώχειας που ραγίζουν την καρδιά, έχουν ένα μόνο δωμάτιο όπου κοιμούνται και μαγειρεύουν, δεν έχουν ρούχα να φορέσουν, κι είναι εγκαταλειμμένοι σαν ζώα…»
«Τα ίδια συμβαίνουν και στην Κούβα», αντέτεινε ο Σέλιχ.
«Αυτό δεν ισχύει», απάντησε ο Τσε. «Δεν αρνούμαι ότι στην Κούβα υπάρχει ακόμη φτώχεια, αλλά εκεί οι αγρότες ζουν τουλάχιστον με την αυταπάτη της προόδου, ενώ ο Βολιβιανός ζει δίχως ελπίδα. Οπως γεννιέται, έτσι πεθαίνει, χωρίς ποτέ να δει την κατάστασή του να βελτιώνεται στο παραμικρό».

(από το βιβλίο του Jon Lee Anderson «Che Guevara. A revolutionary life», Ν. Υόρκη 1997, εκδ. Bantam Press, σ.734-5).

3. Η χρονιά της εξαφάνισης

Την άνοιξη του 1965 ο Τσε εξαφανίστηκε από προσώπου γης, μέσα σε μια απίστευτη παραφιλολογία των δυτικών ΜΜΕ που τον ήθελαν να έχει αυτοκτονήσει, να έχει εκτελεστεί από τον Κάστρο ή να είναι θαμμένος στο … Λας Βέγκας. Στην πραγματικότητα, όπως έμελλε να αποδείξει ο θάνατός του δυόμισι χρόνια αργότερα στα βουνά της Βολιβίας, ο θρυλικός κομαντάντε είχε αποφασίσει να κάνει πράξη το κάλεσμά του για τη μετατροπή του Τρίτου Κόσμου σε «2, 3, πολλά Βιετνάμ». Πρώτος σταθμός του θα είναι το πρώην βελγικό Κονγκό (αργότερα Ζαίρ), σε μια επτάμηνη εκστρατεία που θα παραμείνει για τρεις ολόκληρες δεκαετίες «το καλύτερα φυλαγμένο μυστικό της κουβανικής επανάστασης». Κι όμως, επρόκειτο για επιχείρηση κάθε άλλο παρά αμελητέα.

ΚΟΜΑΝΤΑΝΤΕ ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ

 Στις αρχές της δεκαετίας του ’60, το Κονγκό ήταν για τη διεθνή πολιτική ό,τι η Γιουγκοσλαβία των ημερών μας: ένα πεδίο δοκιμής της νέας τάξης πραγμάτων του μεταποικιακού κόσμου -με εθνοτικές διαμάχες, ιμπεριαλιστικές επεμβάσεις και αποτυχημένες ειρηνιστικές παρεμβάσεις του ΟΗΕ. Το 1964, τρία διαφορετικά αντάρτικα αριστερών αποκλίσεων μάχονταν -με τη δεδηλωμένη υποστήριξη του Οργανισμού Αφρικανικής Ενότητας- κατά της νεοαποικιακής κυβέρνησης του Μωϋσή Τσομπέ και των λευκών μισθοφόρων της · το Νοέμβριο της ίδιας χρονιάς, η προέλασή τους θα ανακοπεί από βέλγους αλεξιπτωτιστές, που μεταφέρθηκαν από αμερικανικά αεροπλάνα μέσω βρετανικών βάσεων. Η κουβανική επέμβαση θα επιχειρήσει να απαντήσει σ’ αυτή την ιμπεριαλιστική επιδρομή: η πρώτη ομάδα μαχητών, με επικεφαλής τον Γκεβάρα, έφτασε στο Νταρ-ες-Σαλάμ της Τανζανίας στις 19.4.1965 και λίγες μέρες αργότερα πέρασε στο Κονγκό, στην απέναντι όχθη της λίμνης Ταγκανίκα · ακολουθούν τους επόμενους μήνες περισσότεροι από 100 ακόμα Κουβανοί, όλοι εθελοντές. Η επιχείρηση παρόλα αυτά θα καταλήξει σε πανωλεθρία, εξαιτίας μιας σειράς αδυναμιών του κονγκολέζικου αντάρτικου αλλά και της αλλαγής της διεθνούς συγκυρίας. Στις 23 Νοεμβρίου 1965, το εκστρατευτικό σώμα του Γκεβάρα εγκαταλείπει τη χώρα. Ο ίδιος ο κομαντάντε, ύστερα από ένα σύντομο διάλειμμα στην Πράγα, θα πάρει το δρόμο για τη Βολιβία -όπου η αφρικανική εμπειρία του θα διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στις επιλογές του, κυρίως όσον αφορά την επιμονή του να κρατήσει ο ίδιος την ηγεσία του αντάρτικου και να μην την εμπιστευθεί στην απρόθυμη καθοδήγηση του τοπικού ΚΚ.
Η πρώτη λεπτομερής περιγραφή του κονγκολέζικου εγχειρήματος έγινε μόλις το 1994, σε ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε στην Αβάνα από το γνωστό μεξικανό συγγραφέα Πάκο Ιγνάσιο Τάϊμπο ΙΙ και τους κουβανούς δημοσιογράφους Φροϊλάν Εσκομπάρ και Φελίξ Γκέρα, με τίτλο «Η χρονιά που δεν ήμασταν πουθενά». Στο μεγαλύτερο μέρος του πρόκειται για συρραφή από μαρτυρίες κουβανών και κονγκολέζων που είχαν πάρει μέρος στην εκστρατεία, το πιο ενδιαφέρον όμως τμήμα του αποτελούν τα αποσπάσματα από ένα αδημοσίευτο κείμενο του ίδιου του Γκεβάρα με τίτλο «Pasajes de la guerra revolucionaria: el Congo» (Σελίδες του επαναστατικού πολέμου: το Κονγκό). Από τη γαλλική μετάφραση του βιβλίου ( Παρίσι 1995, εκδ. Metaile) μεταφέρουμε εδώ κάποια χαρακτηριστικά τμήματα των απομνημονευμάτων του Τσε, μαζί με δυο μαρτυρίες συμπολεμιστών του.

Η άφιξη. «Δεν ενημέρωσα κανέναν κονγκολέζο για την απόφασή μου να συμμετάσχω στον αγώνα, ούτε φυσικά για την παρουσία μου. Στην πρώτη συζήτηση με τον Καμπίλα δεν μπορούσα να το κάνω, γιατί τίποτα δεν είχε αποφασιστεί και, άπαξ και αποφασίστηκε, ήταν επικίνδυνο να γνωστοποιηθεί το σχέδιό μου πριν φτάσω στον προορισμό μου (…) Είχα συνείδηση του γεγονότος ότι μια άρνηση από μέρους τους θα με έφερνε σε δύσκολη θέση, καθώς δε θα μπορούσα πια να γυρίσω πίσω, υπολόγιζα όμως πως θα τους ήταν δύσκολο να αρνηθούν. Ήταν ένας εκβιασμός, όπου επέβαλα την παρουσία μου».

Τα Μετόπισθεν. «Μπορέσαμε να διαπιστώσουμε πως οι κονγκολέζοι διοικητές μοίραζαν άδειες για επισκέψεις από το μέτωπο στην Κιγκόμα. Αυτό το χωριό αποτελούσε ένα καταφύγιο, όπου οι πιο τυχεροί μπορούσαν να αποβιβαστούν για να ζήσουν μακριά από τις τύχες του πολέμου. Η καταστροφική επίδραση της Κιγκόμα, των πορνείων της, των μπαρ της και κυρίως αυτός ο χαρακτήρας της ως εξασφαλισμένο άσυλο, δεν είχαν ληφθεί επαρκώς υπόψη από την επαναστατική διοίκηση. (…) Οι μέρες περνούσαν. GΗ λίμνη διασχιζόταν από διάφορους αγγελιοφόρους, που είχαν μια μυθική ικανότητα να διαστρέφουν κάθε είδηση, ή από αδειούχους που είχαν εξασφαλίσει ένα κάποιο πάσο για την Κιγκόμα. Ως γιατρός (επιδημιολόγος), δούλεψα κάμποσες μέρες μαζί με τον Κούμι στο αγροτικό ιατρείο, όπου παρατήρησα αρκετά ανησυχητικά κρούσματα. Πρώτα απ’ όλα, το μεγάλο αριθμό αφροδίσιων νοσημάτων, τα περισσότερα από τα οποία είχαν αποκτηθεί στην Κιγκόμα. Δεν ήταν η υγειονομική κατάσταση του πληθυσμού ή των πορνών της Κιγκόμα που θεωρούσα τότε ανησυχητικά, αλλά το γεγονός ότι αυτές ήταν σε θέση να μολύνουν τόσους άντρες. Ποιος πλήρωνε γι’ αυτές τις γυναίκες; Πού πήγαιναν τα χρήματα της επανάστασης;»

Το Χάος. «Συμμετείχα προσωπικά στη διανομή σοβιετικών φαρμάκων, η όλη σκηνή έμοιαζε με ανατολίτικο παζάρι. Κάθε εκπρόσωπος ένοπλης ομάδας έβγαζε αριθμούς και παρέθετε λόγους για να πάρει μεγάλες ποσότητες φαρμάκων · χρειάστηκε πολλές φορές να αντιταχθώ βίαια στην αρπαγή ορισμένων σκευασμάτων και ειδικευμένου υλικού που θα ήταν αδύνατο να χρησιμοποιηθούν στα πολεμικά μέτωπα, αλλά όλοι ήθελαν να έχουν απ’ όλα. Καθένας ορμούσε με αριθμούς μαγικούς: τέσσερις χιλιάδες οι δικοί μου, κι εγώ άλλες δυο χιλιάδες, και ούτω καθεξής (…) Η παράδοση των φορτίων με τα όπλα και τον υπόλοιπο εξοπλισμό γινόταν με τέτοιο τρόπο, ώστε πάντοτε έλειπε κάτι: κανόνια ή πολυβόλα χωρίς βασικά εξαρτήματα, τουφέκια με ακατάλληλα πυρομαχικά νάρκες δίχως πυροκροτητές. Όλα αυτά έμοιαζαν αναγκαστικό χαρακτηριστικό των αποστολών υλικού από την Κιγκόμα».

Το Μαγικό Φίλτρο. «Ο αντισυνταγματάχης Λαμπέρ, συμπαθητικός και στην αρχή πρόσχαρος, μου εξήγησε πως τα αεροπλάνα του εχθρού δε μετράνε καθόλου γι’ αυτούς, αφού διαθέτουν το dawa, ένα φάρμακο που τους κάνει άτρωτους στις σφαίρες.
-Εμένα, με έχουν πετύχει πολλές φορές και οι σφαίρες πέφτουν στη γη, χωρίς δύναμη.
Δεν άργησα να αντιληφθώ πως μιλούσε σοβαρά. Αυτό το dawa αποδείχθηκε μάλλον καταστροφικό για τη στρατιωτική προετοιμασία. Η αρχή είναι η εξής: ο μαχητής λούζεται με ένα υγρό, όπου έχουν λιώσει διάφορα βότανα και άλλες μαγικές ουσίες, με τη συνοδεία ορισμένων καβαλιστικών σημείων και, σχεδόν πάντα, με τη χάραξη ενός σημαδιού με κάρβουνο στο πρόσωπό του · προς το παρόν, προστατεύεται απέναντι σε κάθε λογής όπλα του εχθρού (αυτό εξαρτάται από την έκταση των δυνάμεων του μάγου), δεν πρέπει όμως να ακουμπήσει κανένα αντικείμενο που δεν του ανήκει, ούτε γυναίκα, ούτε να φοβάται, γιατί αλλιώς θα χάσει την προστασία. Οι αποτυχίες είναι έτσι εύκολο να εξηγηθούν: νεκρός άντρας ίσον άντρας που φοβήθηκε, που έκλεψε ή που κοιμήθηκε με γυναίκα, τραυματίας ίσον άντρας που φοβήθηκε. Καθώς ο φόβος αποτελεί συστατικό στοιχείο του πολέμου, οι μαχητές βρίσκουν πολύ φυσικό να αποδίδουν ένα τραύμα στη δειλία, τουτέστιν στην απουσία πίστης. Και καθώς οι νεκροί δε μιλάνε, μπορεί κανείς πάντοτε να υποψιάζεται ότι παρέβησαν μίαν από τις τρεις εντολές.
Αυτή η πεποίθηση είναι τόσο ισχυρή, που κανείς δεν πηγαίνει στη μάχη χωρίς την προστασία του dawa. Πάντα φοβόμουνα μήπως αυτή η δεισιδαιμονία στρεφόταν τελικά εις βάρος μας, καθιστώντας υπεύθυνους για την αποτυχία μιας μάχης με μεγάλες απώλειες, κι επιχείρησα πολλές φορές να συζητήσω το ζήτημα με διάφορους υπεύθυνους για να δοκιμάσω να τους πείσω. Αποδείχθηκε αδύνατο · το dawa θεωρούνταν σημάδι πίστης. Οι πιο προχωρημένοι πολιτικά έλεγαν πως το dawa είναι μια υλική, φυσική δύναμη, κι ότι ως οπαδοί του διαλεκτικού υλισμού αναγνωρίζουν τη δύναμη του dawa, που επιβάλει τα μυστικά του στους μάγους του δάσους».

Οι Τούτσι. «Περίπου τέσσερις ώρες ποδαρόδρομο από τη βάση μας, υψώνεται ένα σύνολο από μικρούς οικισμούς, των δέκα σπιτιών το πολύ, διασκορπισμένους σε μια τεράστια έκταση φυσικών λιβαδιών. Η ζώνη ονομάζεται γενικά Νγκάνια και κατοικείται από μια φυλή που κατάγεται απ’ τη Ρουάντα. Παρόλο που ζουν στο Κονγκό εδώ και κάμποσες γενιές, διατηρούν άθικτο το πνεύμα της πατρίδας τους · αφοσιώθηκαν στην κτηνοτροφική ζωή αλλά είναι μόνιμοι κάτοικοι κι έχουν την αγελάδα ως κέντρο της οικονομίας τους (…) Πολλές φορές μας αφηγήθηκαν την ιστορία εκείνου του άτυχου στρατιώτη που δεν είχε τον αριθμό αγελάδων που απαιτούσε ο πατέρας της γυναίκας των ονείρων του, γιατί η γυναίκα αγοράζεται κι αυτή -ακριβέστερα, η κατοχή όσο γίνεται περισσότερων γυναικών αποτελεί δείγμα οικονομικής ισχύος, χωρίς να λάβουμε υπόψη ότι είναι αυτή που ασχολείται με τη γεωργία και το σπίτι. Αυτή η κοινότητα μας επέτρεπε να έχουμε στη διάρκεια του πολέμου πρόσβαση στο πολύτιμο βοδινό κρέας που θεραπεύει τα πάντα, ακόμη και τη νοσταλγία (ή σχεδόν)».

Η επίσκεψη του αρχηγού«Ο Καμπίλα έδειξε πως ήξερε τη νοοτροπία των αντρών του · ζωντανός κι ευχάριστος, εξήγησε στα σουαχίλι όλες τις συνεδριάσεις και τα αποτελέσματα του Καίρου. Έκανε τους αγρότες να μιλούν, έδωσε γρήγορες απαντήσεις που ικανοποίησαν τον κόσμο. Όλα τέλειωσαν με γιορτή και χορό, στο ρυθμό μιας μουσικής που κατέληγε στο ρεφρέν «Καμπίλα βά, Καμπίλα έ».
Επιδείκνυε μίαν έντονη δραστηριότητα, είχε το ύφος πως ήθελε να ξανακερδίσει το χαμένο χρόνο. Πρότεινε να οργανώσουμε την άμυνα της βάσης, κι έμοιαζε να δίνει κουράγιο σε όλο τον κόσμο και να αλλάζει τη φυσιογνωμία μιας ζώνης που υπέφερε πολύ από έλλειψη πειθαρχίας. Αμέσως μαζεύτηκαν εξήντα άντρες, τους δώσαμε τρεις κουβανούς εκπαιδευτές κι άρχισαν να σκάβουν χαρακώματα και να κάνουν μαθήματα σκοποβολής.
Πέντε μέρες μετά την άφιξή του, ο Καμπίλα με φώναξε για να μου πει πως έπρεπε να ξαναφύγει το ίδιο κιόλας βράδυ για την Κιγκόμα. Μου εξήγησε πως ο Σουμαλιότ βρισκόταν εκεί, κι επιδόθηκε σε μίαν αυστηρή κριτική αυτού του ηγέτη, των οργανωτικών του λαθών, της δημαγωγίας και της αδυναμίας του (…) Στη διάρκεια της συζήτησης, του ξέφυγε πως ο Σουμαλιότ στην πραγματικότητα βρισκόταν στο Νταρ-ες-Σαλάμ (…) Όταν μάθαμε τα νέα για την αναχώρηση του Καμπίλα, οι Κονγκολέζοι και οι Κουβανοί παραδόθηκαν για μίαν ακόμη φορά στην απογοήτευση».

Το Μέτωπο«Ένας μεγάλος αριθμός από ένοπλους άντρες κυκλοφορούσε ανάμεσα στα μικρά χωριά που διασχίζαμε · σε καθένα, υπήρχε κάποιος αρχηγός που βρισκόταν στο σπίτι του ή στο σπίτι κάποιου φίλου, καθαρός, καλοταϊσμένος, και κατά κανόνα καλοπιωμένος. Οι μαχητές έμοιαζαν ν’ απολαμβάνουν μεγάλη ελευθερία και πολύ ικανοποιημένοι από την τύχη τους. Είχανε πάντα το όπλο τους χιαστί, και δεν παρατηρούσε κανείς ούτε το παραμικρό σημάδι πειθαρχίας, διάθεσης για μάχη ή οργάνωσης.

Η Δυσαρέσκεια«Η ρομαντική εποχή που απειλούσα τους απείθαρχους πως θα τους στείλω πίσω στην Κούβα, είχε περάσει (…) Φήμες ανάμεσα στους άντρες της αποστολής έλεγαν πως οι Κουβανοί έμεναν στο Κονγκό γιατί ο Φιντέλ αγνοούσε την πραγματική κατάσταση που επικρατούσε. Δεν μπορούσα να απαιτώ και πολύ απ’ αυτούς να έχουν εμπιστοσύνη στην ικανότητά μου να διοικώ, μπορούσα όμως να απαιτήσω να σεβαστούν την καλή μου πίστη. Δεν είχα την πρόθεση να θυσιάσω οποιονδήποτε για την προσωπική μου τιμή. Αν ήταν αλήθεια ότι δεν είχα γνωστοποιήσει στην Αβάνα πως τα πάντα είχαν χαθεί, αυτό οφειλόταν στο ότι πραγματικά δεν το πίστευα.

Επιστολή στο Φιντέλ: «Η παρουσία 200 επιπλέον ανδρών θα ήταν μάλλον επιζήμια τούτη τη στιγμή, εκτός αν αποφασίσουμε μια και καλή να πολεμήσουμε από μόνοι μας, αν και σ’ αυτή την περίπτωση θα μας χρειαζόταν μια μεραρχία, κι επιπλέον, θα ‘πρεπε να δούμε πόσες δυνάμεις θα παρατάξει τότε ο εχθρός απέναντί μας. Ίσως υπερβάλλω και ένα τάγμα ενδεχομένως να αρκούσε για να επαναφέρει τα σύνορα εκεί που βρίσκονταν την εποχή της άφιξής μας και να απειλήσει την Αλμπερτβίλ. Όμως σ’ αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση δεν είναι ο αριθμός που μετρά. Δε μπορούμε να απελευθερώσουμε από μόνοι μας μια χώρα που δε θέλει να απελευθερωθεί. Πρέπει να δημιουργήσουμε αυτό το μαχητικό πνεύμα και να ξεκινήσουμε να αναζητάμε ανθρώπους με το φανάρι του Διογένη και την υπομονή του Ιώβ, γεγονός που καθιστά την αποστολή αδύνατη, αν λάβουμε υπόψη μας το περιβάλλον σκατό».

Η Ήττα«Ήταν η κατάρρευση. Ολόκληρα αποσπάσματα και χωρικοί περνούσαν με τον εχθρό. Δεν υπήρχαν πια έμπιστα κονγκολέζικα στρατεύματα (…) Από τα υψώματά μας, μπορούσαμε να δούμε τις αναρίθμητες φωτιές που είχαν ανάψει οι στρατιώτες, καθώς έκαιγαν όλα τα σπίτια των αγροτών».

Η Αναχώρηση«Πέρασα τις τελευταίες ώρες μοναχός και μπερδεμένος, ώσπου στις δύο το πρωί ήρθαν από την Κιγκόμα τα καράβια με το κουβανέζικο πλήρωμά τους (…) Οργανώσαμε την εκκένωση · ανέβηκαν οι άρρωστοι, ύστερα το επιτελείο του Μεσένγκο, μια σαρανταριά άνθρωποι που αυτός είχε διαλέξει. Όλοι οι Κουβανοί επιβιβάστηκαν κι ένα επώδυνο θέαμα άρχισε, αξιοθρήνητο, θορυβώδες και άδοξο: χρειάστηκε να απωθήσω άντρες που εκλιπαρούσαν να τους πάρουμε μαζί. Δεν υπήρξε ούτε μια χειρονομία μεγαλείου σ’ αυτή την υποχώρηση, ούτε μια κίνηση εξέγερσης. Τα πολυβόλα και οι άντρες ήταν έτοιμα για το ενδεχόμενο που θα επιχειρούσαν να μας πτοήσουν χτυπώντας μας τη στιγμή της αναχώρησης. Όμως τίποτα τέτοιο δε συνέβη (…)
Ο ενθουσιασμός των Κουβανών και των Κονγκολέζων ξεχείλιζε από τις βάρκες, σαν ένα καυτό υγρό που με τσουρούφλιζε χωρίς να υποκύπτω στο κλίμα που μεταδιδόταν. Στη διάρκεια αυτών των τελευταίων ωρών που πέρασα στο Κονγκό, ένιωσα μόνος όσο ποτέ άλλοτε δεν το είχα νιώσει, ούτε στην Κούβα ούτε οπουδήποτε αλλού, στο μακρύ μου προσκύνημα κατά μήκος του κόσμου».

4. Εμείς οι γκεβαριστές

Πολλοί αγωνιστές της Αριστεράς θαύμαζαν στη δεκαετία του ’60 και του ’70 την προσωπικότητα του Γκεβάρα, ελάχιστοι όμως επιχείρησαν να ακολουθήσουν το παράδειγμά του. Ανάμεσά τους ξεχωρίζει ο Στέργιος Κατσαρός, που έφτασε μέχρι την Κούβα, μόνος του, για να ανακαλύψει τα χνάρια του κομαντάντε, και επέστρεψε στην Ελλάδα της χούντας για να στήσει το δικό του αντάρτικο, πριν καταλήξει στη φυλακή, με καταδίκη σε ισόβια.

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ Ο ΘΡΥΛΟΣ

Στις αρχές της δεκαετίας του ’60 η Κούβα και οι ηγέτες της, Κάστρο και Γκεβάρα, ασκούσαν ιδιαίτερη έλξη στο ελληνικό αριστερό κίνημα. Ο Στέργιος Κατσαρός ανήκε τότε στην ΕΔΑ, και μαζί με άλλα στελέχη της Αριστεράς έζησε έντονα την περίοδο των «Ιουλιανών», και τότε για πρώτη φορά αναρωτήθηκε για τις μεθόδους πάλης και για τη δυνατότητα απάντησης στο κρατικό μονοπώλιο της βίας.
«Η Κούβα ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία σε όλους μας. Ήταν η μητρόπολη της παγκόσμιας επανάστασης. Ο Κάστρο και ο Γκεβάρα ήταν γνωστοί στο ελληνικό κίνημα. Αλλά η αναζήτησή μας αρχίζει από τη στιγμή του θανάτου του Σωτήρη Πέτρουλα. Τότε φάνηκε η αναποτελεσματικότητα των μεθόδων της παραδοσιακής Αριστεράς. Για πρώτη φορά είπαμε ότι δεν πρέπει να έχουμε μόνο μάρτυρες που να προκαλούν τον οίκτο, αλλά και αγωνιστές που να γεννούν τον τρόμο στους αντιπάλους μας. Το θράσος του Γκεβάρα μας ενέπνευσε. Ψάχνοντας να βρούμε εναλλακτικές τακτικές, διαπιστώσαμε ότι οι μέθοδοι του Μάο ή του Γκιαπ ήταν ξένες προς την ελληνική πραγματικότητα. Απαιτούσαν μεγάλες εκτάσεις και πολυάριθμη αγροτική τάξη. Οι «εστίες», ο «φοκίσμο» του Γκεβάρα ταίριαζαν περισσότερο. Αρχίσαμε να μελετούμε τα κείμενά του, στην αρχή από τα αγγλικά.»
«Η ομοιότητα της δικής μας περίπτωσης με όσα γράφει ο Τσε δεν είναι μοναδική. Και στην Κατοχή κάπως έτσι ξεκίνησαν ορισμένες ‘περίεργες’ ομάδες από 12-13 άτομα στη δυτική Φθιώτιδα, ανάλογα φαινόμενα έχουμε και στη Γαλλία. Μόνο όμως ο Γκεβάρα συστηματοποίησε και περιέγραψε τη μέθοδο του «εστιασμού». Μετά την έκρηξη του ’65 ακολουθεί μια ύφεση στο ελληνικό μαζικό κίνημα. Πολυδιάσπαση (μαοϊκές, τροτσκιστικές οργανώσεις, οι Φίλοι Νέων Χωρών, το Κοινόβιο του Γουλιέλμου) και ιδεολογική σύγχυση. Ήταν αδιανόητο να συγκροτηθεί ένας επαναστατικός πυρήνας με ξεκάθαρη πολιτική άποψη και τακτική. Άρα τι έμενε; Έμεναν όσοι πίστευαν στην αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης.»
«Μετά τα Ιουλιανά συγκροτήθηκε μια αρκετά συμπαγής γκεβαρική ομάδα μέσα στη Νεολαία της ΕΔΑ, 50-60 άτομα, που κάναμε συστηματική προπαγάνδα αυτών των απόψεων, με πολυγραφημένα φυλλάδια. Στο μυαλό μας είχαμε τότε ότι επίκειται ένοπλη ρήξη. Και προετοιμαζόμαστε καταγράφοντας τα σημεία απ’ όπου θα μπορούσαμε να προμηθευθούμε όπλα, π.χ. από τα ΤΕΑ.»
Υπήρχαν ήδη από το 1966 επαφές με τις ευρωπαϊκές ομάδες που τροφοδοτούσαν τη διεθνή ταξιαρχία «Βενσερέμος» στην Κούβα. Είχαν σκέψεις να στείλουν Έλληνες μπριγκαντίστες, αλλά τους πρόλαβε η δικτατορία. Με την επικράτηση της χούντας οι γκεβαρικές ιδέες αποκτούν ιδιαίτερη σημασία. Όμως η ανάπτυξη των οργανώσεων δεν είναι άμεση. «Ο πρώτος λόγος είναι ότι η νεολαία εκείνης της εποχής είχε μεγαλώσει σε συνθήκες νομιμότητας, ανόδου του κινήματος και γενικότερης αισιοδοξίας. Η αποδιοργάνωση μετά τη λήξη των Ιουλιανών επηρέασε αποφασιστικά. Βρισκόμαστε σε μια φάση αποστράτευσης. Ένας δεύτερος λόγος ήταν η γρήγορη σύλληψη και η δίκη των Δ.Ε.Α. (Δημοκρατικών Επιτροπών Αντίστασης). Και τρίτο, η δική μας ευθύνη, όσων δηλαδή ανήκαμε στην πιο ακραία γκεβαρική τάση, που προσπαθήσαμε να εκβιάσουμε τα πράγματα, με αποτέλεσμα να αντιδράσουν άλλοι που δεν συμφωνούσαν.»
Πώς αντιμετωπίζονταν εκείνη την εποχή οι πράξεις ένοπλης αντίστασης; «Υπάρχει καταρχάς μια σημαντική διαφορά των οργανώσεων ένοπλης πάλης από τις τρομοκρατικές οργανώσεις. Σε μια δικτατορία ο αντίπαλός σου στηρίζεται στα όπλα. Για να υπάρχει αντιστοιχία των μέσων πρέπει κι εσύ να χρησιμοποιείς τα όπλα. Η κοινοβουλευτική δημοκρατία, όσο κι αν είναι δικτατορία λίγων, στηρίζεται στις συνειδήσεις αυτών που ψηφίζουν. Αλλά στην ελληνική κοινωνία μετά τον εμφύλιο δεν χρησιμοποίησε βία ενάντια στην εξουσία ούτε το ποινικό αδίκημα ούτε η πολιτική πράξη αντίστασης. Αν κάποιος τολμούσε να χρησιμοποιήσει βία ενάντια σε ένα χωροφύλακα δεν γινόταν αποδεκτός. Αυτό έσπασε με την πράξη του Κοεμτζή.»
Μας διηγείται ο συνομιλητής μας την απόπειρα που είχε ετοιμάσει εναντίον του Τζεβελέκου, υπουργού Δημόσιας Τάξης της χούντας. Δεν είχαν προηγηθεί άλλες πράξεις βίας εις βάρος υπουργών, και η φρουρά τους ήταν υποτυπώδης. «Τη στήσαμε στην Πανόρμου με δυο μασούρια δυναμίτη σε σωλήνα μαντεμένιο που τον είχαμε χαράξει με κόφτη, σαν χειροβομβίδες μιλς. Όμως αν τον χτυπούσαμε, θα σκοτωνόταν η συνοδεία του, 3-4 χωροφύλακες. Υπήρξε λοιπόν δισταγμός, παρότι ήταν εύκολος στόχος. Ο επαναστάτης για να φτάσει να χτυπήσει έναν άνθρωπο πρέπει να χάσει ο ίδιος ένα μέρος απ’ την ανθρωπιά του. Αλλά τότε δεν υπήρχε συνέχεια. Από νομοταγείς πολίτες μιας -αντιδραστικής έστω- κοινοβουλευτικής δημοκρατίας κληθήκαμε από τη μια στιγμή στην άλλη να μεταβληθούμε σε εκτελεστές.» Η εκπαίδευση της ομάδας του κ. Κατσαρού κατά τη διάρκεια της δικτατορίας γινόταν στην Τήνο, κοντά σε νταμάρια, με μαθήματα σκοποβολής. «Σε κυκλικούς στόχους ακίνητους είχαμε μια σημαντική ευθυβολία. Όταν όμως σχεδίασε κάποιος έναν μπάτσο σε χαρτί και τον σημαδέψαμε, ούτε μια σφαίρα δεν βρήκε το στόχο.» Μια άλλη πράξη που είχε σχεδιάσει η ομάδα ήταν η εκτέλεση χαφιέδων, σύμφωνα με το παράδειγμα των Ιρλανδών. «Εύκολοι στόχοι. Και όλος ο κόσμος θα έλεγε μπράβο. Όμως ούτε κι αυτός πραγματοποιήθηκε. Ακόμα τρέμαν τα χέρια μας.»
Την επαύριο της 21ης Απριλίου υπάρχουν σκέψεις στην γκεβαρική ομάδα να μετασχηματιστεί σε οργάνωση με το όνομα Επαναστατική Δράση και σήμα το αστέρι του Τσε, αλλά δεν ολοκληρώνονται. Ο Στέργιος Κατσαρός είναι από την πρώτη στιγμή καταζητούμενος. Το κόστος της συντήρησής του στην παρανομία είναι ιδιαίτερα υψηλό. Επιλέγεται ως καταλληλότερος να επισκεφθεί την Κούβα. Πρώτος σταθμός του ταξιδιού του είναι το Παρίσι, όπου παίρνει συστατικές επιστολές και διευθύνσεις. Υποχρεώνεται να μπαρκάρει σε ένα εμπορικό που ταξίδευε προς Λατινική Αμερική. Το θάνατο του Γκεβάρα τον πληροφορείται στα παράλια του Ειρηνικού, καθ’ οδόν για Περού. «Ξέραμε ότι ο Τσε λείπει από την Κούβα. Πιστεύαμε ότι είναι κάπου στην Αφρική. Όταν μου το ‘παν στο καράβι, προσπάθησα να μάθω απ’ το ραδιόφωνο. Το πίστεψα μόνο όταν είδα το Time στη Λα Πας.» Για καλή του τύχη, το ναυάγησαν το καράβι κοντά στο Γκουαντανάμο για να πάρουν την ασφάλεια. Αδύνατον να πάει βέβαια εκεί το Lloyd’s! Ο Κατσαρός γίνεται λοιπόν ο πρώτος Έλληνας που θα επισκεφθεί τη μητρόπολη της επανάστασης.
«Τα αισθήματά μου είναι και σήμερα ξεκάθαρα απέναντι στην Κούβα. Αν έχω μια πατρίδα, αυτή είναι η Κούβα. Όταν πήγα δεν είχε ακόμα σβήσει η πρώτη φλόγα της επανάστασης. Η εικόνα του Τσε ήταν παντού. Αυτό που με ξένισε στην αρχή ήταν η απέχθεια προς τους ξένους που εκφράστηκε από τον εκπρόσωπο του κόμματος που πρωτοσυνάντησα μετά το ναυάγιο. Όταν πήγα στην Αβάνα διαπίστωσα τη διαφορά των οπαδών του Γκεβάρα που υποστήριζαν την άνευ όρων εξαγωγή της επανάστασης στις άλλες χώρες, αλλά βρίσκονταν σε δυσμένεια. Οι σοβιετόφιλοι, οι οποίοι συγκέντρωναν στα χέρια τους όλη την πραγματική εξουσία (αστυνομία, διοίκηση) αντιδρούσαν και επιδίωκαν την υιοθέτηση όλων των σοβιετικών προτύπων, στην παραγωγή αλλά και στις κοινωνικές σχέσεις: υλικά κίνητρα, σταχανοφισμός, οικογένεια. Όμως αυτή η τάση δεν μπορούσε να βάλει ευθέως κατά του Τσε. Όσο για τον Κάστρο, αυτός βρισκόταν κάπου στη μέση, σε κατάσταση Βοναπάρτη. Το όπλο του ήταν η μαζική εισαγωγή της νεολαίας και της γυναίκας στην πολιτική.»
Άλλος Έλληνας δεν υπήρχε τότε στην Κούβα. Οι πρώτες επαφές του κ. Κατσαρού έγιναν μέσω της ταξιαρχίας «Βενσερέμος» στον κύκλο των αυτοεξόριστων απ’ όλο τον κόσμο, των διωκόμενων αεροπειρατών που είχαν καταφύγει εκεί. Λόγος για βοήθεια προς την Ελλάδα δεν μπορούσε να γίνει. «Η Ελλάδα δεν ήταν Κονγκό. Αν χρειαζόταν βοήθεια, θα έπρεπε να τη ζητήσει από τη Ευρώπη». Μέσω Παρισιού ο κ. Κατσαρός επιστρέφει στην Ελλάδα το Μάη του 68. Είχε επισημοποιηθεί η διάσπαση του ΚΚΕ. «Η ομάδα μου στην Ελλάδα συνέχιζε τη δράση με προκηρύξεις μέσω διάφορων οργανώσεων. Διάφοροι σύντροφοι θεωρητικά προετοίμαζαν κάποιες ομάδες με υλικά και όπλα. Πρακτικά δεν γινόταν τίποτα. Οπότε προσπαθώ να κάνω ένα μικρό πραξικόπημα μέσα στην οργάνωση, να τους φέρω σε τετελεσμένα γεγονότα. Μου είχαν δώσει τρεις οργανώσεις να συντονίζω, τη Λαϊκή Πάλη -αυτή που με πιάσανε- μια ομάδα μαθητών του Μωραϊτη και μια ομάδα εργατών στο Θησείο. Αυτές οι ομάδες είχαν δεχθεί να γίνουν οι εστίες της ένοπλης αντίστασης. Η ευθύνη η δική μου ήταν ότι έβλεπα πως τα παιδιά αυτά δεν ήταν ώριμα να προσχωρήσουν σε οργάνωση ένοπλης βίας. Εγώ όμως το τραβούσα.» Η εκπαίδευση γινόταν εν θερμώ. Πέρα από την απόπειρα κατά του Τζεβελέκου, ο Κατσαρός επέλεξε να ανατινάξουν τον Τρούμαν την 29η Αυγούστου, επέτειο της «συντριβής του συμμοριτισμού», όταν το άγαλμα ήταν γεμάτο επισήμους και αστυνομία. Μοιραία στάθηκε η απόπειρα ανατίναξης του στρατιωτικού περίπτερου στην Έκθεση Θεσσαλονίκης τη μέρα που θα μιλούσε ο Παπαδόπουλος. Η ασφάλεια Θεσσαλονίκης τον συνέλαβε με τις μπόμπες συναρμολογημένες. Ακολούθησε η δίκη, η καταδίκη σε ισόβια, η φυλακή.
«Αν σκεφτόμουν λογικά, θα ανέβαλα την απόπειρα, τη στιγμή που ήταν μαζεμένο όλο το παρακρατικό σκυλολόι στη Θεσσαλονίκη. Πίστευα όμως -κι αυτό είναι ένα στοιχείο του βολονταρισμού του Τσε- ότι ένα άτομο μπορεί να υποκαταστήσει σημαντικές υλικές δυνάμεις. Ήταν μια υπερεκτίμηση. Θα ‘πρεπε να παντρευτεί ο γκεβαρισμός με τον Χο, ο οποίος λέει ότι πρέπει να αρχίζεις από μικρές μάχες για σίγουρες νίκες.» Μήπως αυτή η εμμονή του σε εντυπωσιακές ενέργειες οφειλόταν και στην προσπάθειά του να ξεχωρίσει από τις απλές κροτίδες άλλων οργανώσεων; «Δεν μας αφορούσε η τακτική της Δημοκρατικής Άμυνας και του Σημίτη. Ένα χαρακτηριστικό του γκεβαρισμού είναι ότι χτυπάμε πάντα στρατιωτικούς στόχους, δηλαδή ένοπλες εστίες της αντίδρασης.»
Αποφυλακίζεται το ’73 με τη γενική αμνηστία του Παπαδόπουλου. Είναι η περίοδος ανάπτυξης του μαζικού φοιτητικού κινήματος. Ο Γκεβάρα είναι ήδη μύθος. Για τον συνομιλητή μας η επικαιρότητα του «φοκίσμο» παραμένει. «Στο Πολυτεχνείο ζήσαμε μια πραγματική εξέγερση. Από την άλλη πλευρά το επαναστατικό υποκείμενο λείπει εντελώς. Δεν υπήρχε καμιά τακτική να προστατευθούμε από τα τανκς. Και όμως, μέσα στην πόλη τα τανκς είναι ανίσχυρα. Ακινητοποιούνται εύκολα. Είναι ένα ερώτημα άξιο διερεύνησης, για ποιο λόγο δεν βρέθηκε ούτε ένα χέρι τότε να σηκώσει κάποιο όπλο. Υπήρχαν και τεχνικά μέσα και δυναμίτες κι απ’ όλα.» Πώς δεν συνέπεσε αυτή η αυθόρμητη εξέγερση ούτε με μια έτοιμη ένοπλη οργάνωση; «Πιστεύω ότι η γενική αμνηστία ήταν πολύ έξυπνη κίνηση. Όλοι ξαφνιάστηκαν, γιατί νόμιζαν ότι θα εξαιρεθούμε εμείς, ο Καράγιωργας, ο Παναγούλης, και μερικοί άλλοι. Βγάζοντάς μας ο Παπαδόπουλος ποντάριζε στην αναποτελεσματικότητα που είχε μέχρι τότε επιδείξει η ένοπλη δράση. Έδειχνε ότι δεν έχει τίποτα να φοβάται.» Εκείνη την εποχή παιζόταν από τον Γιώργο Κωνσταντίνου ο «Μανωλάκης ο βομβιστής». «Αυτό κατάφερε ο Παπαδόπουλος. Να μεταμορφώσει τον αντάρτη πόλης σε γραφικό Μανωλάκη.»
«Πιστεύω και σήμερα στην αξία της γκεβαρικής θεωρίας του «εστιασμού». Αλλά μετά το Πολυτεχνείο ξεστράτισαν πολύ τα πράγματα. Φαίνεται ότι τα σπέρματα είχαν μπει. Οι οργανώσεις και οι τάσεις για ένοπλη πάλη αρχίζουν και παίρνουν το δρόμο για την τρομοκρατία. Οι παλιοί οπαδοί του γκεβαρισμού αποσύρονται, αποστασιοποιούνται και πια σαν άρνηση της προηγούμενης δράσης έχουμε την εμφάνιση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα. Δεν είναι τυχαίο που και η ’17 Νοέμβρη’ προβάλλει τη φωτογραφία του Τσε. Είναι μια παραμόρφωση της αντιστασιακής πάλης.»
«Η επικαιρότητα του «εστιασμού» παραμένει όσο υπάρχουν οι εξαθλιωμένες μάζες από τη μια και η οργανωμένη δύναμη του κεφάλαιου από την άλλη. Πιστεύω ότι οι συγκρούσεις θα συνεχιστούν, αλλά υπάρχει αδυναμία σχηματισμού ενός παραδοσιακού επαναστατικού κόμματος. Δεν μπορούμε σήμερα να φανταστούμε την κόκκινη στρατιά που θα κατεβαίνει το μεγάλο ποτάμι. Όποιος θέλει να αντιδράσει, μπορεί να το κάνει μόνο με τη μορφή μικρών σχηματισμών, χωρίς να δίνει σημασία αν είχε δίκιο ο Τρότσκι ή ο Μάο. Όσο κι αν το σχήμα αυτό φαίνεται λίγο πρώιμο ή καθυστερημένο για την Ευρώπη και την Ελλάδα, δεν συμβαίνει το ίδιο για την Τουρκία, τις αραβικές χώρες, τον Τρίτο Κόσμο.»

(Η εμπειρία του Στέργιου Κατσαρού καταγράφηκε στο βιβλίο του «Εγώ ο προβοκάτορας, ο τρομοκράτης», Εκδόσεις Μαύρη Λίστα 1999)

5. Τότε που μας χώριζε ο Τσε

Ο θάνατος του Τσε συμπίπτει στην Ελλάδα με τη σκληρότερη φάση της χουντικής τρομοκρατίας. Η μυθική μορφή του επαναστάτη εμπνέει την αντίσταση, αλλά η μέθοδός του διχάζει. Το 1970, δύο από τα πρώτα στελέχη της αντίστασης, ο Γιώργος Βότσης και ο Περικλής Κοροβέσης διαφωνούσαν δημόσια από τις στήλες του περιοδικού «Επανάσταση» (οργάνου των «Επαναστατικών Σοσιαλιστικών Ομάδων») για τη δυνατότητα εφαρμογής στην Ελλάδα της γκεβαρικής θεωρίας των ενόπλων πυρήνων (των «εστιών», του «foco», όπως την κωδικοποίησε ο Ρεζί Ντεμπρέ στο βιβλίο του «Επανάσταση μέσα στην Επανάσταση»).

ΤΣΕ ΓΚΕΒΑΡΑ ΕΓΙΝΕ ΣΗΜΑΙΑ ΤΩΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΩΝ ΟΛΟΥ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

Ο Βότσης προτείνει μια «μορφή ένοπλης προπαγάνδας» η οποία θα στηρίζεται σε «μικρές ευκίνητες και αποκεντρωμένες μαχητικές ομάδες, που θα δράσουν ένοπλα και σοβαρά, χτυπώντας επιμελώς επιλεγμένους στόχους και εξασφαλίζοντας τη συνέχεια και κλιμάκωση των ενεργειών τους.» Και εξαίρει τον Τσε που «σκοτώθηκε με το όπλο στο χέρι, αλλά το αντάρτικο της Λατινικής Αμερικής δεν ξόφλησε». Ο Κοροβέσης αντιτείνει ότι «η επιθυμία ενός ατόμου ή μιας ομάδας, όσο γενναίοι και αν είναι, δεν πρόκειται να φέρει κανένα αποτέλεσμα» και θυμίζει την τραγική σκηνή από το βολιβιανό ημερολόγιο: «Ο Τσε με τους γκεριλιέρος και με τα ντουφέκια στον ώμο, έρημοι σαν ναυαγοί, περιφέρονταν σε απομακρυσμένα χωριά, ανάμεσα από έκπληκτους και φοβισμένους χωριάτες που δεν έδειχναν καμιά συγκίνηση.»
Τριάντα χρόνια αργότερα, συνεχίζουν να διαφωνούν.
 

ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΚΟΡΟΒΕΣΗΣ: Στη χούντα, με πιάσανε 10 Οκτωβρίου 1967 και στις 11 έμαθα για το θάνατο του Τσε Γκεβάρα. Μου τό ‘πε ένας συγκρατούμενος. Το νέο κυκλοφόρησε αστραπιαία. Εκείνη την εποχή είχα ήδη διαβάσει το βιλίο του Ντεμπρέ «Επανάσταση στην Επανάσταση», νομίζω από τα αγγλικά. Αυτό στάθηκε αφορμή για το πρώτο δικό μου σκίρτημα, για κάτι άλλο. Αλλά, τότε, ήταν λίγα τα πράγματα που ξέραμε. Ο,τι ουσιαστικό βιβλίο διάβασα, το βρήκα έξω, αργότερα. Αυτό που κυριαρχούσε και σε μένα -πρίν δω τον Τσε κριτικά- ήταν αυτός ο ενθουσιασμός για την επανάσταση που λειτουργούσε σαν ένα ελιξήριο νεότητας σε ένα κόμμα που είχε ήδη νεκρωθεί ιδεολογικά, και πολιτικά.
ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΟΤΣΗΣ: Εγώ δεν θα ‘λεγα ότι ο Τσε είναι που εμπνέει όποιες ιδέες, κινήσεις, προτάσεις, πρακτικές περί τη χρήση των όπλων, στον αντιστασιακό αγώνα. Είναι η ίδια η δικτατορία, η κατάλυση του καθεστώτος, η ωμή βία. Είναι και το χάλι της ρεφορμιστικής -όπως την αποκαλούσαμε τότε- Αριστεράς, η οποία απεκάλυψε τη γύμνια της και με τον τρόπο που βρεθήκαμε όλοι «ξεβράκωτοι» στην αντιμετώπιση του πραξικοπήματος. Ο Τσε έφτανε σε μας τότε ως απόηχος ή ως μακρινός μύθος, αλλά ήταν ελάχιστα γνωστός.
Δεν είναι τυχαίο ότι η πρώτη εμπνευσμένη από τον καστρισμό και τον γκεβαρισμό οργάνωση γίνεται στο Παρίσι, όπου οι Έλληνες ήταν πιο ενημερωμένοι. Το Κίνημα της 29ης Μαΐου, πράγματι εξέφραζε μια σκληρή γκεβαρική τάση -και αν δεν απατώμαι ήταν η πρώτη οργάνωση η οποία έστειλε και ανθρώπους της στην Κούβα να εκπαιδευτούν. Αργότερα το έκαναν κι άλλες οργανώσεις. Υπάρχουν μερικές δεκάδες ανθρώπων οι οποίοι έχουν εκπαιδευτεί. Στρατόπεδα υπήρχαν και στην Κούβα και στην Μέση Ανατολή. Αυτοί πλαισίωσαν ή ήταν ήδη μέσα σε κάποιες απ’ αυτές τις οργανώσεις που ευθέως κήρυσσαν και επεδίωκαν, ως πρακτική, τον ένοπλο αγώνα στη δικτατορία. Εκτός από την «29η Μαΐου», η «20ή Οκτώβρη», ο «Άρης», ο «Μαχητής», κλπ.
– Μεσολάβησε και ο Μάης του ’68 για να γίνει, και για την ελληνική Αριστερά, το πρόσωπο του Γκεβάρα, μύθος;
Γ.Β.: Όχι. Θυμάμαι ότι ήμουν στην παρανομία όταν έμαθα το τέλος του Τσε. Υπήρξε μια παγωμάρα. Στην αρχή δεν το πίστευα, γιατί είχε ακουστεί δυο τρεις φορές. Όταν πια επαληθεύτηκε, έκλαιγαν οι άνθρωποι, γιατί ο Τσε ήταν ένας -έστω και απόμακρος- μύθος. Γιατί τα συγκεντρώνει όλα: πλήρη αφοσίωση στην επανάσταση και στο διεθνισμό. Τα τινάζει όλα, φεύγει απ’ την πατρίδα του την Αργεντινή για να πάει στη Γουατεμάλα, να πάει στο Μεξικό, να πάει στην Κούβα, να πάει στην Αφρική και να πεθάνει στη Βολιβία- με εμμονή στον ένοπλο αγώνα.
-Αυτή την εικόνα την είχατε από τότε;
Γ.Β.: Δεν υπήρχε η γνώση αυτή, τί ήταν ο Τσε, τουλάχιστον τον πρώτο χρόνο της αντίστασης. Αργότερα, και ιδίως στους αντιστασιαζόμενους του εξωτερικού, όπου όλες οι τάσεις της Αριστεράς εμφανίζονται στην ακραία τους υπερβολή, όπου η επανάσταση έδινε κι έπαιρνε, εκεί βέβαια ήταν κοινός τόπος. Θα μπορούσε το βιβλίο του Ντεμπρέ να αποτελεί πεδίο συζήτησης σε συνεδριάσεις δύο, τριών και τεσσάρων νυχτών, ή να δημιουργήσει θεωρητικές συγκρούσεις μέσα σε συνελεύσεις των κατειλημμένων κτιρίων, όπως το ελληνικό σπίτι στη Σιτέ. Εδώ, δεν νομίζω. Πολύ αργότερα, δηλαδή στα μέσα του ’69, το ’70, όταν εμφανίζονται ομάδες με ένοπλη πρακτική και τότε ακόμα δεν είναι μόνο ο Τσε που εμπνέει. Υπενθυμίζω ότι τα πρώτα φυλλάδια που κυκλοφορούν παράνομα και καμουφλαρισμένα…
Π.Κ.: …με εξώφυλλα Βίων Αγίων, συχνά.
Γ.Β.: Αυτά δεν ήταν του Τσε, αλλά του Μαριγκέλα.
– Δηλαδή, σε μια ορισμένη τάση της Αριστεράς υπήρχε στροφή προς τις ιδέες του Τσε και λιγότερο προς την ιστορία των κλασικών αντάρτικων. Μάο, Γκιάπ κ. λπ; Ανακαλύπτουν στον Τσε κάποιες μεγαλύτερες αναλογίες με την Ελλάδα;
Γ.Β.: Υπάρχει αυτή η γκεβαρική θεωρία του foco, που, αν θες, σ’ εκείνες τις περιστάσεις, στη στρατοκρατούμενη Ελλάδα, μας πάει. Με ποια έννοια; Ότι απαιτεί δράση, επαναστατική πρακτική, από μικρές ομάδες φωτισμένων και αφοσιωμένων στην επανάσταση ανθρώπων. Όχι κινητοποιήσεις μαζών, όχι ένοπλο αγώνα μαζικό. Θυμάμαι, πάντα πριν από το γαλλικό Μάη, αλλά και μετά, ώσπου να εμφανιστούν τα κινήματα ένοπλης βίας στην Ευρώπη (στις αρχές της δεκαετίας του 70) υπάρχουν οι δικές μας ομάδες στην Ελλάδα που χρησιμοποιούν τα όπλα.
Π.Κ.: Το γεγονός ότι βρεθήκαν ομάδες ένοπλης πάλης ή ομάδες που βάζανε βόμβες, δεν μας επιτρέπει να τις ταυτίσουμε με τον Τσε. Γιατί κάποιος πρέπει να τις ταυτίσει με τον Τσε, κι όχι με την παράδοση του εργατικού κινήματος; Βάζανε βόμβες από τον περασμένο αιώνα. Υπάρχει η παράδοση του αναρχικού κινήματος, π.χ. Πες το όπως θέλεις. Δεν βλέπω κάπου να έχει μια άμεση σύνδεση το φαινόμενο Τσε με τις ομάδες ένοπλης πάλης. Μπορεί να αναφέρονταν και στον Τσε, αλλά δεν έχω δει το μοντέλο δράσης Τσε να πηγαίνει είτε σε μια ελληνική, είτε σε μια ξένη ομάδα.
Υπήρχε τότε και ο άλλος παράγοντας: το Βιετνάμ και ο Μάο, το σύνθημα ότι «η εξουσία είναι στην κάνη του τουφεκιού». Βλέπω ότι αυτά αποτελούν μεγαλύτερη πηγή έμπνευσης, παρά ο Τσε. Ο Τσε θεωρώ ότι ήταν ένα είδος ρομαντικής αναφοράς. Κράτησε μια προσωπική στάση και δημιούργησε ένα μοντέλο από το οποίο ο καθένας μπορεί να βγάλει το χαρακτήρα του, αλλά σαν επαναστατικό μοντέλο νομίζω ότι δεν λειτούργησε.
Γ.Β.: Παρότι η αμφισβήτηση στην επίσημη Αριστερά, την κομμουνιστική, την παραδοσιακή Αριστερά, πριν από το πραξικόπημα του ’67, έφτασε και σε μας -εξ αντανακλάσεως- ως μαοϊκή απόκλιση (τότε μην ξεχνάτε, η πολιτιστική επανάσταση βρισκόταν στο φόρτε της), δεν είναι οι μαοϊκοί εκείνοι που ψάχνουν για τα όπλα, ή χρησιμοποιούν τα όπλα. Οι ένοπλες ομάδες έχουν πληρέστερες αναφορές στον γκεβαρισμό, ή μη ομολογημένες, αλλά σαφέστατες αναφορές στο παράδειγμα της κουβανέζικης επανάστασης και τον Τσε.
Π.Κ.: Αν πάρουμε όλες αυτές τις οργανώσεις μία-μία, σε ποιά κείμενά τους ακολουθούν τη θεωρία του foco;
Γ.Β.: Για θεωρία του foco δεν μίλησε κανένας.
Π.Κ.: Εκτός από σένα. (γέλια)
Γ.Β.: Εγώ είχα τη θεωρία του «μοχλού». Άλλο πράγμα. Ξαδερφάκι της, ίσως. Σε διαβεβαιώ ότι όταν ήμουν στην παρανομία, απ’ τους πρώτους, τον πρώτο καιρό της δικτατορίας, δεν εγνώριζα καν τον Ντεμπρέ. Μέσα σ’ αυτό το χάλι της διαλυμένης Αριστεράς, μέσα την αναζήτηση νέων μορφών πάλης, το να φτάσεις σε τέτοιες θεωρίες, όπως είναι η θεωρία του «μοχλού», ήταν θέμα λογικής επεξεργασίας.
Π.Κ.: Πάντως εγώ νομίζω ότι αν υπάρχει μία θεωρία γκεβαρική στα ελληνικά, είναι δικιά σου.
Γ.Β.: Θες να με κατηγορήσεις ότι ήθελα να γίνω ο Τσε στην Ελλάδα;
Π.Κ.: Μπορεί να ήθελα να σου κάνω κομπλιμέντο. (γέλια)
– Και σήμερα τι σημαίνει για σας ο Τσε;
Π.Κ.: Αυτό που χαρακτηρίζει τον Τσε δεν είναι η Κούβα. Όταν σκέφτομαι τον Τσε, έχω στον μυαλό μου την προσπάθειά του, όλη την πορεία του, να μεταφέρει την επανάσταση εκτός Κούβας.
Γ.Β.: Εγώ όταν φέρνω τον Τσε στο μυαλό μου, έχω την εικόνα του ωραιότερου άνδρα που έχει βγάλει η παγκόσμια επανάσταση. Ο Τσε αποδεικνύει τη μοναδικότητά του κυρίως μέσα στην κουβανέζικη επανάσταση, όταν αποφασίζει να εγκαταλείψει την εξουσία για να συνεχίσει την επανάσταση κάπου αλλού. Αλλά αναδεικνύεται μέσα από τη διαδικασία της κουβανέζικης επανάστασης. Εκεί ολοκληρώνεται ως προσωπικότητα.
Π.Κ.: Δεν νομίζω ότι μπορώ να συμφωνήσω σ’ αυτό το σημείο. Δηλαδή αυτό που ολοκληρώνει τον Τσε σαν θεωρία, είναι η ρήξη του με την Κούβα.
Γ.Β.: Δεν συμφωνώ. Αυτό που ολοκληρώνει τον Τσε είναι η θεωρία ότι ο Τρίτος Κόσμος -δηλαδή «2, 3, πολλά Βιετνάμ»- έχει προτεραιότητα. Γιατί όντως αν κάποιος οφείλει να επαναστατήσει στο τέλος του αιώνα μας ή σ’ όλον τον αιώνα μας, είναι οι πιο αδικημένοι, ο Τρίτος Κόσμος, που καταληστεύεται, με μία βία φρικιαστική, από τις ανεπτυγμένες χώρες και έχει όλο το δίκιο να εξεγείρεται και να επαναστατεί. Σ’ αυτούς απευθύνεται ο Τσε. Και συγκρούεται και με την Σοβιετική Ένωση, η οποία όσο υποχωρεί ο Ψυχρός Πόλεμος τόσο πιο ρεφορμιστικά βλέπει τις λύσεις παντού. Ενώ ο Τσε πάει στην Αφρική για να συνεχίσει την επανάσταση και να μην έχει σοβιετικές εκδοχές τύπου Αγκόλας κ.λπ.
Π.Κ.: Αυτό μοιάζει σαν η επανάσταση να είναι ένας θεόπνευστος λόγος, μια ιεραποστολή. Κάποιος έχει την αλήθεια και τη μεταφέρει. Με μοναδικό αποτέλεσμα να σκοτώνονται οι δέκα, δεκαπέντε που είχαν απομείνει στο τέλος με τον Τσε.
– Και πώς αποτιμάτε σήμερα την ιστορική σας εκείνη διαφωνία; 
Γ.Β.: Όταν διαλύθηκαν οι ΕΣΟ, αυτοί που έμειναν ακόμα συνεχίζουν να κρατούν μοναχικά πανό, πιστοί στη μέθοδο μαζικής προπαγάνδας τους. Δύο απ’ αυτούς που διαφωνούσαν μαζί μου, έχουν παραμείνει γκρούπα. Αν λοιπόν οι δικές μας ιδέες είχαν τον εκφυλισμό τους στην έκφραση της τρομοκρατίας στην Ελλάδα, το αδιέξοδο των άλλων φαίνεται από το ότι το γκουπούσκουλο που ήταν τότε, παρέμεινε γκρουπούσκουλο μετά από 30 χρόνια. Σε ποιες μάζες απευθύνθηκε; Ποιόν έπεισε;

6. Ο Τσε στα ελληνικά


Η πρώτη έκδοση κειμένου του Τσε στην Ελλάδα δεν έγινε από κάποια οργάνωση ή εκδοτικό οίκο της αριστεράς, αλλά από το επίσημο περιοδικό του στρατού: τον Ιανουάριο του 1962, η «Γενική Στρατιωτική Επιθεώρησις» (μηνιαία έκδοσις του ΓΕΣ) δημοσίευσε -με τον τίτλο «Ανορθόδοξος Πόλεμος»- «το δεύτερον κεφάλαιον εκ του εγχειριδίου του Κουβανού Γκουεβάρα, επιτελάρχου του Φιντέλ Κάστρο, περί ανταρτοπολέμου». Πρώτος έλληνας μεταφραστής του Τσε, από την ανάλογη έκδοση του αμερικανικού περιοδικού «Army», ήταν έτσι ο αντισυνταγματάχης Π. Γιαννακόπουλος!
Το άρθρο αυτό και μια ομιλία του Τσε -που δημοσιεύθηκε λίγα χρόνια αργότερα στο περιοδικό «Αντιιμπεριαλιστής» της οργάνωσης «Φίλοι Νέων Χωρών»- θα είναι οι μόνες δημοσιεύσεις κειμένων του Γκεβάρα στα ελληνικά μέχρι τα μέσα περίπου της δικτατορίας. Το 1969 κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ‘Φως’ «Η Επανάσταση στην Κούβα» (σε μετάφραση Φ. Κομνηνού) ενώ τον Αύγουστο του 1971 στο 2ο τεύχος του περιοδικού «Νέοι Στόχοι» δημοσιεύεται το «Μήνυμα στην Τριηπειρωτική» («2,3,… πολλά Βιετνάμ»). Μέχρι τα πρώτα χρόνια της Μετραπολίτευσης, εκδόθηκαν και τα υπόλοιπα βασικά κείμενά του: «Ο Ανταρτοπόλεμος» (μτφ. Φ. Χατζιδάκη-Σ. Σιδερά), «Ημερολόγιο Βολιβίας» (μτφ. Φ. Κομνηνού), «Πολιτικά Κείμενα» (2 τόμοι, σε μετάφραση Λιλής Ζωγράφου & Μπάμπη Λυκούδη) · από τις εκδόσεις Gutenberg κυκλοφόρησε επίσης, σε μετάφραση Γ. Παπαγιαννέα, το «Σοσιαλισμός και άνθρωπος» (1972).


Με την αναζωπύρωση του σχετικού ενδιαφέροντος, την τελευταία δεκαετία έχουν επανεκδοθεί -σε νέες μεταφράσεις- μια επιλογή από πολιτικά κείμενά του («Κείμενα», μτφ. Χρ. Πάντζου, Σύγχρονη Εποχή 1988) και οι αναμνήσεις του από το αντάρτικο της Κούβας («Το ημερολόγιο του επαναστατικού πολέμου», μτφ. Δ. Κωστελένιος, `Το Ποντίκι’ 1996). Λίγο μετά την πρώτη έκδοσή τους σε διεθνές επίπεδο, το 1993, κυκλοφόρησαν και οι αναμνήσεις του από το νεανικό του ταξίδι στη Λατ. Αμερική ( «Λατινοαμερικάνα. Ημερολόγιο από ένα ταξίδι με μοτοσικλέτα», μτφ. Ντίνας Σιδέρη, εκδ. Νέα Σύνορα 1994).


Προς το παρόν, μοναδική αποτίμηση της σκέψης του Τσε στα ελληνικά παραμένει το βιβλίο του Michael Lowy «Ο Τσε Γκεβάρα και ο μαρξισμός» (Καρανάσης 1973). Παράλληλα κυκλοφορούν δυο βιογραφίες του, που δυστυχώς δε συγκαταλέγονται στις καλύτερες του είδους. Η πρώτη, από το φίλο του Ricardo Rojo («Τσε Γκουεβάρα. Η ζωή και ο θάνατος ενός φίλου», εκδ. Δημιουργία), γράφτηκε βιαστικά το 1968 προκειμένου να ανταποκριθεί στο τεράστιο ενδιαφέρον που προκάλεσε ο θάνατος του κομαντάντε στη Βολιβία · η δεύτερη, από το γάλλο συγγραφέα Ζάν Κορμιέ («Τσε Γκεβάρα», εκδ. Καστανιώτη), χαρακτηρίζεται επίσης από μια κάποια προχειρότητα. Εξαιρετικά περιορισμένο όσον αφορά την οπτική του γωνία είναι το βιβλίο του κουβανού Φροϊλάν Γκονσάλες, πρώην στελέχους του κουβανικού Υπ. Εσωτερικών, και της συζύγου του Α.Κουπούλ («CIA κατά Τσε», Σύγχρονη Εποχή 1997). Έμμεση αναφορά στον Τσε συνιστούν τέλος οι αναμνήσεις ενός από τους λιγοστούς επιζήσαντες του βολιβιανού αντάρτικου ( Νταριέλ Αλαρκόν Ραμίρες «Οι επιζήσαντες σύντροφοι του Τσε», Καστανιώτης 1997), που ξεκινά με τη σύλληψη του θρυλικού κομαντάτε.

7. Η διαδρομή του μύθου

1928: Γέννηση του Ερνέστο Γκεβάρα ντε λα Σέρνα, πρώτου παιδιού του μηχανικού Ερνέστο Γκεβάρα Λιντς και της Σέλια ντε λα Σέρνα (14/6). Ακολουθούν, μέχρι το 1934, άλλα τρία παιδιά.

1947: Γράφεται στην ιατρική σχολή του Μπουένος Αϊρες.

1948Περνά τις διακοπές του δουλεύοντας στο λεπροκομείο του Σαν Φρανσίσκο ντε Σανάρ, στα ορεινά της Κόρδοβα.

1951-52Επτάμηνη περιπλάνηση με μοτοσικλέτα και ωτοστόπ στη Λατινική Αμερική (Αργεντινή, Χιλή, Βολιβία, Περού, Κολομβία, Βενεζουέλα) μαζί με το φίλο του Αλμπέρτο Γκρανάδο (29/12-26/7). Επιστροφή στο Μπουένος Αϊρες αεροπορικά, μέσω Μαϊάμι (Σεπτ).

 

1953Πτυχιούχος της ιατρικής (12/6). Δεύτερο μεγάλο ταξίδι στη Λατ. Αμερική (7/7): Βολιβία, Περού, Ισημερινός, Παναμάς, Κοσταρίκα, Ονδούρα και Σαλβαδόρ. Άφιξη στη Γουατεμάλα (24/12).

1954: Απορρίπτει πρόταση για ένταξή του στο «Γουατεμαλέζικο Κόμμα Εργασίας» (ΚΚ) σαν προϋπόθεση για εργασιακή του `τακτοποίηση’ (Φεβρ). Εισβολή μισθοφόρων της CΙΑ ανατρέπει την προοδευτική κυβέρνηση του Χάκομπο Αρμπενς (27/6). Συμμετοχή του Γκεβάρα στην ένοπλη πολιτοφυλακή της κομμουνιστικής νεολαίας, που επιχειρεί να αντισταθεί στους εισβολείς. Καταζητούμενος από την αστυνομία του νέου καθεστώτος, ζητά άσυλο στην πρεσβεία της Αργεντινής (τέλη Ιουλίου) και φεύγει στο Μεξικό (Σεπτ). Η CIA ανοίγει ατομικό φάκελό του (φθιν).

1955: Διάφορες δουλειές στην Πόλη του Μεξικού: πλανόδιος φωτογράφος, νυχτοφύλακας, φωτορεπόρτερ, βοηθός σε νοσοκομείο. Γνωριμία με τον εξόριστο Φιντέλ Κάστρο και τους συντρόφους του, που του δίνουν το προσωνύμιο «Τσε» (9/7). Γάμος του με την 30χρονη περουβιανή Ιλντα Γκαντέα Ακόστα, με την οποία συνδέεται από τη Γουατεμάλα (18/8). Ταξίδι στο Τσιάπας και το Γιουκατάν (Νοεμβ).

1956: Γεννιέται η κόρη του Ιλντίτα (15/2). Προετοιμασία για ανταρτοπόλεμο στην Κούβα με το «Κίνημα της 26ης Ιουλίου» (Μ26J) του Κάστρο. Σύλληψη του Τσε από τη μεξικανική αστυνομία (24/6), απόλυσή του ύστερα από κράτηση 57 ημερών (10/8). Απόβαση 82 μαχητών, μεταξύ των οποίων οι Γκεβάρα και Κάστρο, στην Κούβα με τη θαλαμηγό «Γκράνμα» (2/12). Αποδεκατισμός τους από το στρατό του Μπατίστα, τραυματισμός του Τσε (5/12). Είκοσι δύο επιζήσαντες καταφεύγουν στη Σιέρα Μαέστρα.

1957: Πρώτες μικρές νίκες των ανταρτών (Γεν). Ο Τσε προβιβάζεται σε κομαντάντε κι αναλαμβάνει τη διοίκηση της δεύτερης επαναστατικής φάλαγγας (22/7).

1958: Οι αντάρτες περνούν στην επίθεση (Ιούλ). Η φάλαγγα του Τσε διασχίζει την ανατολική Κούβα και καταφεύγει στα βουνά του Εσκαμπρέ, στο κέντρο του νησιού (Σεπτ-Οκτ). Τελική νίκη των επαναστατών στη μάχη της Σάντα Κλάρα (28-31/12).

1959: Φυγή του Μπατίστα (1/1), είσοδος της φάλαγγας του Τσε στην Αβάνα (2/1). Ο Γκεβάρα αναλαμβάνει διοικητής της στρατιωτικής ακαδημίας (13/1), αποκτά την κουβανική υπηκοότητα (9/2) και οργανώνει τις δίκες των βασανιστών του παλιού καθεστώτος. Πρώτο του άρθρο για τον ανταρτοπόλεμο, στην εφημερίδα Revoluciόn (19/2). Διαζύγιο (22/5) και δεύτερος γάμος του με την Αλέιδα Μάρτς, στέλεχος του Μ26J στη Σάντα Κλάρα την εποχή του αντάρτικου (2/6). Πρώτη διεθνής περιοδεία του σε Αίγυπτο, Σουδάν, Ινδία, Ινδονησία, Γιουγκοσλαβία και Κεϋλάνη, για τη δημιουργία δεσμών ανάμεσα στην Κούβα και το Μπλοκ των Αδεσμεύτων (12/6-8/9). Αναλαμβάνει διευθυντής του Εθνικού Ινστιτούτου Αγροτικής Μεταρρύθμισης (7/10) και, παράλληλα, πρόεδρος της Εθνικής Τράπεζας (26/11).

1960: Έκδοση του βιβλίου του «Ο Ανταρτοπόλεμος» (Απρ). Εθνικοποίηση των αμερικανικών εταιρειών στην Κούβα (6/8). Δεύτερη περιοδεία του Τσε σε Τσεχοσλοβακία, ΕΣΣΔ, Κίνα, Β. Κορέα και Αν. Γερμανία (22/10-23/12). Γέννηση του δεύτερου παιδιού του, της Αλέιδα (24/11).

1961: Αναλαμβάνει υπουργός Βιομηχανίας της Κούβας (23/2). Απόβαση μισθοφόρων της CIA στον Κόλπο των Χοίρων, αποκρούεται από τους Κουβανούς (17/4). Ομιλία του Τσε στην οικονομική διάσκεψη του Οργανισμού Αμερικανικών Κρατών, στην Πούντα ντελ Εστε της Ουρουγουάης: απόρριψη της `Συμμαχίας για την Πρόοδο’ που εισηγούνται οι ΗΠΑ για τη Λατινική Αμερική (8/8). Επισκέψεις-αστραπή στην Αργεντινή και τη Βραζιλία (19-20/8).

1962: Εκδίωξη της Κούβας από τον Οργανισμό Αμερικανικών Κρατών (31/1) κι επιβολή πλήρους εμπορικού αποκλεισμού εις βάρος της από τις ΗΠΑ (3/2). «Δεύτερη διακήρυξη της Αβάνας», υπέρ του επαναστατικού αγώνα σε παναμερικανική κλίμακα (4/2). Γέννηση του Καμίλο, τρίτου παιδιού του Γκεβάρα (20/5). Νέα επίσκεψη του Τσε στην ΕΣΣΔ, υπογραφή συμφωνίας για οικονομική συνεργασία (27/8-7/9). Κρίση των πυραύλων (22-28/10), οργή των Κουβανών για το «ξεπούλημά» τους απ’ τον Χρουστσόφ.

1963: Σύλληψη της μητέρας του Τσε στην Αργεντινή, κατά την επιστροφή της από ένα ταξίδι στην Κούβα, και φυλάκισή της (Απρ). Γέννηση της Σέλια, τέταρτου παιδιού του Τσε (14/6). Ταξίδι στην Τσεχοσλοβακία και την Αλγερία (Ιουν). Κυκλοφορεί το κείμενό του «Ο ανταρτοπόλεμος: μια μέθοδος», στο οποίο υποστηρίζει την αναγκαιότητα της ένοπλης πάλης σε πανηπειρωτική κλίμακα (Σεπτ). Νέος, ριζοσπαστικότερος νόμος για την αγροτική μεταρρύθμιση (4/10).

1964: Εκπροσωπεί την Κούβα στην παγκόσμια διάσκεψη για το εμπόριο και την ανάπτυξη, στη Γενεύη (25/3). Πανωλεθρία της απόπειρας για δημιουργία αντάρτικης εστίας στην Αργεντινή από το `δεύτερο κομαντάτε’ -και φίλο του Γκεβάρα- Χόρχε Μασέτι (18/4). Τρίτη και τελευταία επίσκεψη του Τσε στη Μόσχα, όπου έχει συγκροτηθεί ένα εχθρικό γι’ αυτόν λόμπι από τα λατινοαμερικανικά ΚΚ που αντιτίθενται στην ένοπλη πάλη (4-19/11). Σε ομιλία του στο Σαντιάγο της Κούβας, καταγγέλλει την `ηττοπάθεια’ των ΚΚ της Λατ. Αμερικής (30/11). Επίσκεψη στη Ν. Υόρκη ( 4-13/12) και ομιλία του στη ΓΣ του ΟΗΕ υπέρ των απελευθερωτικών κινημάτων του Τρίτου Κόσμου (11/12). Αμέσως μετά, ξεκινά μια τρίμηνη περιοδεία στην Αφρική (Αλγερία, Μαλί, Κονγκό-Μπραζαβίλ, Γουϊνέα, Γκάνα, Δαχομέη, Αίγυπτος, Τανζανία) και την Κίνα, που θα διαρκέσει μέχρι το Μάρτιο του 1965.

1965: Γέννηση του 5ου και τελευταίου παιδιού του, του Ερνέστο (24/2). Τελευταία δημόσια ομιλία του στο Αλγέρι, στο 2ο Οικονομικό Σεμινάριο Αφροασιατικής Αλληλεγγύης: κάλεσμα για ενιαίο αντιιμπεριαλιστικό αγώνα σε παγκόσμια κλίμακα, σκληρή κριτική στις άνισες ανταλλαγές μεταξύ του «σοσιαλιστικού μπλόκ» και του Τρίτου Κόσμου (25/2). Επιστροφή στην Κούβα, τελευταία δημόσια εμφάνισή του στο αεροδρόμιο της Αβάνας (15/3). Επιστολή παραίτησής του από όλα τα επίσημα αξιώματα και την κουβανική υπηκοότητα. Μυστική αναχώρησή του για την Αφρική (1/4). Άφιξη στο Νταρ-Ες- Σαλάμ της Τανζανίας (19/4). Συμμετοχή του Τσε και 150 περίπου κουβανών εθελοντών στο επαναστατικό κίνημα του Κονγκό-Ζαϊρ (Μάιος-Νοέμβριος). Αποχώρηση από το Κονγκό, μετά την ήττα των επαναστατικών δυνάμεων (23/11).

1966: Παραμονή ινκόγκνιτο στο Νταρ-Ες-Σαλάμ. Συγγραφή μιας φιλοσοφικής πραγματείας και μιας οξείας κριτικής του σοβιετικού Εγχειριδίου Πολιτικής Οικονομίας, που μένει αδημοσίευτη μέχρι σήμερα (Γεν. – Μαρτ.). Ταξίδι στην Πράγα, όπου παραμένει επίσης ινκόγκνιτο, προετοιμάζοντας την επικείμενη επιχείρησή του στη Λατ. Αμερική. Ανεπιβεβαίωτες πληροφορίες για παραμονή του για ένα διάστημα στην Ανατ. Γερμανία (Μαρτ. – Ιουλ.). Επιλογή της Βολιβίας, ως προνομιακού πεδίου δημιουργίας αντάρτικης εστίας με προοπτική ανταρτοπόλεμο σε παναμερικανική κλίμακα, ύστερα από εισήγηση του Κάστρο (Ιουν.). Επιστροφή στην Κούβα ινκόγκνιτο (21/7) και προετοιμασίες. Άφιξη στη Λα Πας με το ψευδώνυμο Αδόλφο Μένα Γκονσάλες (3/11), εγκατάσταση στην αντάρτικη βάση του Νακαχουασού. Ρήξη με το γενικό γραμματέα του ΚΚ Βολιβίας, Μάριο Μόνχε, για το ζήτημα της καθοδήγησης του ένοπλου αγώνα (31/12).

1967: Καταγγελία του αντάρτικου από το ΚΚΒ και διαγραφή των μελών της νεολαίας του που ακολούθησαν τον Γκεβάρα (8-10/1). Ανακάλυψη της παρουσίας των ανταρτών από το στρατό (11/3) και κατάληψη της βάσης του Νακαχουασού (17/3). Πρώτη επιθετική ενέργεια του Εθνικοαπελευθερωτικού Στρατού (ELN) του Τσε (23/3). Δημοσιεύεται το μήνυμα του Τσε προς την Τριηπειρωτική: `Εμπρός για 2,3, πολλά Βιετνάμ’ (16/4). Σύλληψη του γάλλου συγγραφέα Ρεζί Ντεμπρέ κι επιβεβαίωση της παρουσίας του Τσε στη Βολιβία (20/4). Τραυματισμός και σύλληψη του Γκεβάρα σε συμπλοκή με το στρατό στο φαράγγι του Γιούρο (8/10). Εκτέλεσή του την επομένη, με διαταγή της βολιβιανής χούντας.

 

http://www.politikokafeneio.com/tse/tse1.htm